ΠΙΣΩ
Xρήστος Αλεξάνδρου
Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

Το ξέσπασμα του Α΄ Π.Π. για τους πιο πολλούς υπήρξε ένα γεγονός πραγματικά απρόβλεπτό. Όταν μερικές μέρες προηγουμένως είχε δολοφονηθεί στο Σεράγεβο ο Διάδοχος Φραγκίσκος Φερδινάνδος ελάχιστοι είχαν την υποψία ότι το γεγονός αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει γρήγορα στην κλιμάκωση που ακολούθησε και προ πάντων στο ξέσπασμα ενός μεγάλου ευρωπαϊκού πολέμου. Ενός πολέμου που επίσης κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα διαρκούσε τέσσερα ολόκληρα χρόνια και θα είχε τις διαστάσεις που είχε. Όταν ξεκινούσε ο πόλεμος ήταν εδραιωμένη η πεποίθηση ότι η σύγκρουση θα διαρκούσε μερικές εβδομάδες ή έστω μερικούς μήνες, το αργότερα μέχρι τα Χριστούγεννα του ’14, οπόταν και οι φαντάροι θα τα γιόρταζαν στα σπίτια τους.

Μιλώντας για τον Α΄Π.Π., ουσιαστικά ευρωπαϊκό, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νουν, ότι αυτός ξέσπασε ένα ακριβώς αιώνα μετά από το τέλος των ναπολεόντειων. Στον αιώνα αυτόν δεν είχαμε μεγάλους πολέμους στην Ευρώπη, η ήπειρος διέγραφε άλματα προόδου στην επιστήμη, στην μηχανική, στα γράμματα, τις υποδομές και την εν γένει οικονομική ανάπτυξη με όλη την απορρέουσα από αυτά ευζωία. Καταπιεστικά συστήματα ιδεών είχαν σχεδόν περάσει πλέον στο παρελθόν, η έννοια του συνόρου, μεταφορικά και κυριολεκτικά είχε αδυνατίσει πολύ. Οι άνθρωποι ευφραίνονταν και εκλεπτύνονταν με την συνεχή άνθηση των τεχνών και των γραμμάτων. Δεν θα ήταν παρακινδυνευμένο να ισχυριστούμε ότι η περίοδος πριν από τον Μεγάλο Πόλεμο, η bell epoch όπως ονομάστηκε, ήταν μια εξελισσόμενη παγκοσμιοποίηση, αφού τα πιο πάνω διαχέονταν γρήγορα, μέσω κυρίως των αποικιοκρατικών θεσμών, και σε μεγάλες περιοχές του κόσμου εκτός Ευρώπης. Η πίστη ότι οι αιτίες που οδηγούν τους ανθρώπους σε συγκρούσεις συνεχώς απομακρύνονταν γινόταν όλο και πιο ισχυρή.

Ο πόλεμος ήρθε να καταστρέψει πολλά από τα πιο πάνω, άλλα σε μικρότερο και άλλα σε μεγαλύτερο βαθμό. Πρώτα απ’ όλα όμως ανέτρεψε το ιδεολογικό τους πλαίσιο, τα δόγματα του κυρίαρχου Φιλελευθερισμού. Την πεποίθηση συγκεκριμένα ότι η ελεύθερη οικονομία και το εμπόριο μέσα σε ένα φιλελεύθερο πολιτικό περιβάλλον αναπόφευκτα οδηγούν στην απομάκρυνση των συγκρούσεων και την έλευση της διαρκούς ειρήνης. Ότι οι άνθρωποι ασχολούμενοι με τα ειρηνικά τους έργα, αλληλοσυνδεόμενοι οικονομικά και βελτιώνοντας την καταναλωτική τους ευχέρεια κατ΄ ανάγκη αποστρέφονται τον πόλεμο. Για να καταλάβουμε πόσο έωλες ήταν αυτές οι ιδέες, οι οποίες δεν έπαυσαν έκτοτε να επιβιώνουν και σε ορισμένες περιπτώσεις να εκδηλώνονται με ιδιαίτερη ένταση, αρκεί και μόνο να δούμε τους δείκτες του εμπορίου τα χρόνια αμέσως πριν τον πόλεμο. Μεταξύ των ισχυρών αντιπάλων, Γερμανίας – Μ. Βρετανίας για παράδειγμα, θα διαπιστώσουμε ότι οι εμπορικές συναλλαγές ήταν κυριολεκτικά σε ραγδαία άνοδο.

Μαζί με τις πιο πάνω πεποιθήσεις των φιλελευθέρων, για πολλούς ουτοπισμοί, διαψεύστηκαν με τον ίδιο ηχηρό τρόπο και τα αξιώματα της άλλης μεγάλης και ανερχόμενης ιδεολογίας, της σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής. Δεν ίσχυσε τελικά η άποψη ότι οι εργάτες δεν είχαν πατρίδα. Ότι δεν θα πολεμούσαν για τα ιμπεριαλιστικά-καπιταλιστικά συμφέροντα των κρατών τους, και ότι η μόνη τους υπόθεση ήταν αυτή της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης που επίσης θα καταργούσε υποτίθεται τα αίτια του πολέμου.

Και τα δύο ιδεολογήματα κατέρρευσαν από τις από τις πρώτες μέρες με τα εκατομμύρια των ανθρώπων που γέμιζαν τις πλατείες των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών, διαδηλώνοντας με πολεμοχαρή διάθεση για τα δίκαια των εθνών τους. Μαζί τους και οι εργάτες, μέλη και μη των σοσιαλιστικών κομμάτων και συνδικάτων. Οι εικόνες με τα παραληρούντα υπέρ του πολέμου πλήθη των Ευρωπαίων προκαλούν μέχρι και σήμερα μεγάλη εντύπωση και ενδιαφέρον. Η περίφημη Δεύτερη Διεθνής διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων της γρήγορα εγκατέλειψαν τις διακηρύξεις τους για μη συμμετοχή τους σε τυχόν πόλεμο και άρχισαν να ταυτίζονται με τις θέσεις των κρατών τους διαφωνώντας έντονα με τους συναδέλφους τους. Ενώ σε λίγο στα εθνικά κοινοβούλια θα ψήφιζαν μαζί με τα άλλα κόμματα τις έκτατες πολεμικές πιστώσεις που ζητούσαν οι κυβερνήσεις τους. Υπήρξαν ασφαλώς και εξαιρέσεις οι οποίες επιβεβαίωναν απλώς τον κανόνα.

Η μεταπολεμική διευθέτηση των ευρωπαϊκών ζητημάτων τώρα, όπως είναι γνωστό απέτυχε να διατηρήσει μια ισορροπία, να λύσει προβλήματα και τελικά να διατηρήσει την ειρήνη. Οι λύσεις που επεβλήθησαν ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν σκοπιμοτήτων, εκδικητικής διάθεσης, και ιδεολογημάτων. Εκτός των άλλων η μεταπολεμική διευθέτηση έπρεπε να λάβει υπόψη και την μπολσεβίκικη επανάσταση στην Ρωσία η οποία απειλούσε με παγκόσμια επέκταση της. Ο Eric Hobsbawn (Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991,2006 ) αναφέρει ως προς το θέμα ότι: «Τελικά οι νικήτριες δυνάμεις επεδίωξαν απελπισμένα να συνάψουν εκείνο το είδος της ειρήνης που θα καθιστούσε αδύνατο ένα νέο πόλεμο […]. Απέτυχαν σ΄ αυτό κατά τον πιο θεαματικό τρόπο. Μέσα σε διάστημα είκοσι ετών, ο πόλεμος ξανάρχισε. Η διασφάλιση από τον Μπολσεβικισμό και ο επανασχεδιασμός του χάρτη της Ευρώπης αποτέλεσαν αλληλοεπικαλυπτόμενους στόχους, εφόσον ο πιο άμεσος τρόπος για την αντιμετώπιση της επαναστατικής Ρωσίας, εάν παρ’ ελπίδα επιβίωνε – η επιβίωση της δεν ήταν καθόλου σίγουρη το 1919 – ήταν η απομόνωση της πίσω από μια ‘ζώνη καραντίνας’ αντικομμουνιστικών κρατών». Και εννοεί την Φιλανδία, την Λιθουανία, τη Λετονία, την Εσθονία, την Πολωνία και την υπερβολικά διευρυμένη όπως την ονομάζει Ρουμανία. Επρόκειτο για εδάφη, ειδικά στις τέσσερις πρώτες περιπτώσεις, τα οποία αποσπάστηκαν από την Ρωσία.

Ως γνωστό όλες οι συνθήκες ειρήνης που υπογράφηκαν στο Συνέδριο των Παρισίων το 1919 και το 1920 ανάμεσα στους νικητές της Ανταντ και τους ηττημένους άρχισαν γρήγορα να παραβιάζονται μέχρι που κατέστησαν ανεφάρμοστες. Επρόκειτο ως γνωστό για την Συνθήκη των Βερσαλλιών που αφορούσε την Γερμανία, του Σαιν Σερμαίν την Αυστρία, του Τριανόν την Ουγγαρία, του Νεϊγύ την Βουλγαρία, και των Σεβρών την Οθωμανική Τουρκία.

Το πολιτικο-ιδεολογικό πλαίσιο των λύσεων που υπαγορεύτηκαν με τις πιο πάνω συνθήκες καθορίστηκε από τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Γούντροου Ουίλσον όπως αυτό αποτυπώθηκε στα περίφημα «14 του σημεία». Το ουιλσόνειο όραμα, είναι κοινά αποδεκτό, ότι χαρακτηριζόταν από ένα φιλελεύθερο ιδεαλισμό ο οποίος τελικά συνέβαλε στο γενικότερο αδιέξοδο κατά τον μεσοπόλεμο. Δεν ήταν ρεαλιστικό για παράδειγμα το σημείο για πλήρες ελεύθερο εμπόριο παγκοσμίως, ούτε επίσης και η επιδίωξη για διεθνή αφοπλισμό. Επρόκειτο για αξιώματα τα οποία επεδίωξε να υλοποιήσει ως διεθνής πολιτική η Κοινωνία των Εθνών, άλλο ένα προβληματικό παιδί του ουιλσόνειου οραματισμού, η οποία είχε φτάσει να συζητεί ακόμη και την απαγόρευση του πολέμου, κατά την άποψη μου ένα ουτοπισμό. Αν και να σημειώσουμε ότι σε περιπτώσεις παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας επέδειξε σημαντική προσφορά. Ως προς το σημαντικότερο ίσως από τα «14 Σημεία», από την άποψη τουλάχιστον της απήχησης που είχε, την αρχή της αυτοδιάθεσης, θα αναφερθούμε λίγο πιο κάτω.

Τα πιο σημαντικά προβλήματα για την ίδια την Ευρώπη περικλείονταν στην Συνθήκη των Βερσαλλιών και αφορούσαν την ηττημένη Γερμανία. Οι Γερμανοί εισέπραξαν τα αποτελέσματα της ως τιμωρία περισσότερο παρά ως μια λογική διευθέτηση των ζητημάτων. Η θέση τους ήταν ότι συμμετείχαν σ’ ένα πόλεμο όπου υπήρχαν μεν νικητές και ηττημένοι αλλά όχι ένοχοι και αθώοι αφού οι ισχυροί της Ευρώπης τον ξεκίνησαν μαζί.

Μια ανάγνωση και μόνο του καταλόγου όσων επεβλήθησαν της ηττημένης Γερμανίας είναι ενδεικτική.
– Ο στρατός της δεν έπρεπε να ξεπερνάει τις 100 χιλιάδες άνδρες και να
μην διαθέτει βαριά όπλα.
– Το ναυτικό τις 15 χιλιάδες, να μην ξεπερνά τα 36 σκάφη στα οποία δεν
έπρεπε να περιλαμβάνονται θωρηκτά ή υποβρύχια.
– Αεροπορία δεν θα διέθετε καθόλου.
– Τις αποδόθηκε ρητά η ευθύνη για τον πόλεμο.
– Η Αλσατία και Λορένη περνούσαν οριστικά στην Γαλλία.
– Η επαρχία Σάαρ, στα γαλλογερμανικά σύνορα, όπως και το Μέμελ στην Α. Πρωσσία, ετίθεντο υπό την ΚτΕ και μελλοντικά οι κάτοικοι τους θα αποφάσιζαν δια δημοψηφίσματος αν θα παρέμεναν ενωμένοι με την Γερμανία ή όχι. Τα ανθρακωρυχεία του Σάαρ για 15 χρόνια θα τα εκμεταλλευόταν η Γαλλία ως αποζημίωση για τις καταστροφές που είχαν υποστεί τα δικά της.
– Μικρές λωρίδες γης παραχωρήθηκαν στην Τσεχοσλοβακία και το
Βέλγιο.
– Το βόρειο Σλέσβινγκ παραχωρήθηκε στην Δανία κατόπιν δημοψηφίσματος.
– Όλη η περιοχή δυτικά του Ρήνου ετίθετο υπό τον έλεγχο των δυνάμεων της Αντάντ, ουσιαστικά της Γαλλίας, ενώ μια ζώνη 50 χιλ. στα Ανατολικά του θα ήταν αποστρατικοποιημένη.
– Μεγάλες εδαφικές παραχωρήσεις στο νεοσύστατο κράτος της
Πολωνίας, συγκεκριμένα των περιοχών της Δ. Πρωσίας, του Πόζεν και της Άνω Σιλεσίας. Το Ντάντσιχ κηρύχθηκε ελεύθερη πόλη υπό την αιγίδα της ΚτΕ, αποκομμένη από την υπόλοιπη Γερμανία, ενώ κάποια στιγμή θα γινόταν και εκεί δημοψήφισμα. Η πρόσβαση δια ξηράς από την Γερμανία θα γινόταν μέσω πολωνικών εδαφών, του γνωστού «πολωνικού διαδρόμου», ο οποίος αργότερα αποτέλεσε την αφορμή για την επίθεση εναντίον της Πολωνίας και ουσιαστικά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
– Σύναψης μιας σειράς συμφωνιών με άλλα κράτη μόνον κατόπιν της ομόφωνης έγκρισης της ΚτΕ.
– Οι γερμανικές αποικίες μοιράστηκαν ανάμεσα στην Βρετανία, την
Γαλλία, την Ιαπωνία και το κράτος της Ν. Αφρικής.
– Παράδοση μεγάλου μέρους του εμπορικού στόλου στους Συμμάχους
και υποχρέωση ναυπήγησης δωρεάν πλοίων χωρητικότητας 200
χιλιάδων τόνων.
– Απαγόρευση άσκησης δικαιώματος αυτοδιάθεσης από τους
Αυστριακούς, κάτι το οποίο θα σήμαινε την ένωσης τους με την
Γερμανία, εξέλιξη η οποία ήταν επιθυμητή τόσο από Γερμανούς όσο και
από τους Αυστριακούς.
– Απαγόρευση άσκησης δικαιώματος αυτοδιάθεσης από τους Γερμανούς της Σουδητίας οι οποίοι βρέθηκαν εντός των συνόρων της νεοσύστατης
Τσεχοσλοβακίας.
– Τέλος, και ίσως το πιο επώδυνο από όλα, η υποχρέωση εκ μέρους των Γερμανών καταβολής εξοντωτικών αποζημιώσεων. Επρόκειτο μάλλον για το μέτρο με τις πιο άμεσες βλαπτικές συνέπειες για την κοινωνία οι οποίες προκάλεσαν και τις πολιτικές. Και αναφέρομαι στο άνοιγμα του δρόμου για την άνοδο του Χίτλερ και των ναζί. Η Γερμανία βίωσε μια τεράστια ανεργία και ένα πρωτόγνωρο πληθωρισμό.

Η αρχή της αυτοδιάθεσης, η οποία ενθουσίασε τόσες πολλές μικρές εθνικές ομάδες εντός και εκτός Ευρώπης, ανάμεσα τους και τους Έλληνες της Κύπρου οι οποίοι πίστεψαν ότι θα δικαίωνε το αίτημα τους για Ένωση με την Ελλάδα, υπήρξε επίσης πολύ προβληματική στην εφαρμογή της. Με βάση τα «14 Σημεία» αυτή προβλεπόταν να εφαρμοστεί για τους λαούς της πρώην Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, ενώ για τους μη τουρκικούς λαούς της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προβλεπόταν, μάλλον ασαφώς, ότι θα αυτοκυβερνηθούν. Στην δεύτερη περίπτωση οι εξελίξεις με την μικρασιατική εκστρατεία, τα προβλεπόμενα από την Συνθήκη των Σεβρών και τελικά την αντικατάσταση της από την αυτήν της Λοζάννης μας είναι γνωστά.

Η απόπειρα εφαρμογής της στην Κεντρική Ευρώπη άφησε πολλούς δυσαρεστημένους. Πέραν όμως από τις σκοπιμότητες, το μωσαϊκό των εθνοτήτων στην Κεντρική Ευρώπη ήταν τόσο πολύπλοκο που ήταν πραγματικά δύσκολο να λυθεί αφήνοντας τους όλους ευχαριστημένους.

Από αυτήν εξαιρέθηκαν από τους Συμμάχους όπως ήδη αναφέρθηκε οι Γερμανοί, συγκεκριμένα οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί Σουδήτες εγκαινιάζοντας από την αρχή τα δύο μέτρα και σταθμά. Τα δύο ζητήματα λύθηκαν όπως είναι γνωστό αργότερα από τον Χίτλερ με την ενσωμάτωση των δύο περιοχών με τα γνωστά γεγονότα. Πέραν όμως των δύο αυτών περιπτώσεων, ισχυρές γερμανικές μειονότητες βρέθηκαν και σε μια σειρά από άλλα κράτη, Πολωνία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, και αλλού, οι οποίες γενικώς δεν ήταν επιθυμητές και υφίσταντο πολλές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του. Η ΚτΕ η οποία στα κείμενα της κατοχύρωνε τις μειονότητες και τα δικαιώματα τους, δεν είχε την ισχύ, ίσως και την βούληση, να τις προστατεύσει. Ο ιστορικός Μark Mazower (Σκοτεινή ήπειρος, 2001) σημειώνει: « Οι Γερμανοί εθνικιστές στην Γερμανία πείστηκαν ότι η ΚτΕ ποτέ δεν θα προστάτευε αποτελεσματικά τα δικαιώματα των εκτός Γερμανίας Γερμανών. Όπως οι νικητές των Βερσαλλιών είχαν εμποδίσει τους Γερμανούς της Αυστρίας να ασκήσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης τους […], έτσι και στη δεκαετία του 1920 ήταν φανερό ότι έκαναν πως δεν άκουγαν τα παράπονα των αλλού εγκατεστημένων Γερμανών. Πράγματι, δεκάδες χιλιάδες μετανάστευσαν στην Γερμανία, ενώ τα εκατομμύρια που παρέμειναν στις εστίες τους υποστηρίζονταν από οργανώσεις όπως η Ένωση Υπερόριου Γερμανισμού, που είχε 2 εκατομμύρια μέλη, και από πολιτικά κινήματα όπως το Ναζιστικό Κόμμα».

Η καταπάτηση όμως των δικαιωμάτων των μειονοτήτων δεν αφορούσε μόνο τους Γερμανούς. Ίσως στην περίπτωση τους να ήταν πιο διακριτές. Γενικώς οι μειονότητες αντιμετωπίζονταν ως πρόβλημα και υφίσταντο διακρίσεις και καταπίεση, όπως για παράδειγμα η 4 εκατομμυρίων ουκρανική μειονότητα στην Πολωνία. Και βέβαια ανάμεσα τους εκείνοι οι οποίοι δεν είχαν καθόλου πατρίδα, δηλ. οι Εβραίοι και οι Τσιγγάνοι. Σε πολλές περιπτώσεις ακολουθήθηκε μια πολιτική, κεντρικά σχεδιασμένη, βίαιης αποβολής της ταυτότητας τους και αφομοίωσης τους στην κυρίαρχη εθνότητα. Το πρόβλημα με τις μειονότητες στην περιοχή ήταν πραγματικά πολύ μεγάλο, αφού με την λήξη του πολέμου και την χάραξη των νέων συνόρων γύρω στα 25 εκατομμύρια άνθρωποι, περιλαμβανομένης και της περιοχής των Βαλκανίων, ανήκαν σε κάποια μειονότητα. Παρ’ όλο που πρέπει να πούμε ότι ο Φιλελευθερισμός των Συμμάχων επέβαλε στα νέα κράτη που ιδρύθηκαν, όσο και στα ηττημένα, λεπτομερείς συνταγματικές πρόνοιες για τα μειονοτικά δικαιώματα.

Πρόβλημα όμως υπήρξε και στις περιπτώσεις εκείνες όπου δύο ισχυρές εθνικές ομάδες κλήθηκαν ή υποχρεώθηκαν να συν-ιδρύσουν και να μοιραστούν το ίδιο κράτος. Αναφέρομε στις περιπτώσεις της Τσεχοσλοβακίας και στο Βασίλειο Σέρβων Κροατών και Σλοβένων. Στην πρώτη περίπτωση το πρόβλημα λύθηκε τελικά την δεκαετία του ’90 ευτυχώς αναίμακτα, με το βελούδινο διαζύγιο και την ίδρυση του κράτους της Τσεχίας και της Σλοβακίας. Στην δεύτερη περίπτωση, όπου το πρόβλημα φάνηκε πολύ γρήγορα και ήταν πιο έντονο οδήγησε κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου σε εκτεταμένες σφαγές, ανάμεσα κυρίως σε Σέρβους και Κροάτες. Στην συνέχεια, κάτω από την ιδιαίτερη κατάσταση που δημιουργήθηκε υπό τον Τίτο τα προβλήματα «πάγωσαν» ενώ άρχισαν να επανεμφανίζονται κατά την δεκαετία του ’80, αμέσως μετά το θάνατο του. Τελικά την επόμενη δεκαετία προκλήθηκαν νέες συγκρούσεις και χύθηκε νέο αίμα πλην όμως οι λύσεις που και πάλι δόθηκαν φάνηκε και φαίνεται να μην είναι οριστικές. Ή πιθανόν, και πέραν των ανθρώπινων σκοπιμοτήτων που είναι πάντα παρούσες, να μην υπάρχουν μόνιμες λύσεις. Ίσως στην καλύτερη περίπτωση μόνο μακροπρόθεσμες.