Η εικόνα είναι από το https://www.oneonta.edu/faculty/farberas/arth/arth212/san_vitale.html

1. Το Βυζάντιο και η νότια Ιταλία
Α.
Παρά το γεγονός ότι κάθε μαθητής σχολείου γνωρίζει, και φυσικά θα έπρεπε να γνωρίζει, πως στην αρχαιότητα η νότια Ιταλία και η Σικελία αποτελούσαν τη Magna Graecia, δηλαδή τη Μεγάλη Ελλάδα ή μία «ευρύτερη Ελλάδα», Κανείς τους εντούτοις δεν Θα δοκίμαζε να απαντήσει στο ερώτημα: επί πόσο χρόνο επιβίωσε αυτός ο νοτιοϊταλικός πολιτισμός;

 

ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΑΔΑ

Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι στη νότια Ιταλία «επί πολλούς αιώνες, από τον Πυθαγόρα έως και τον Βαρλαάμ, η λεπτοφυής ομηρική γλώσσα παρέμεινε ζωντανή». Η πιο έκδηλη υπεράσπιση αυτής της άποψης, σήμερα, βρίσκεται στα εμβριθή έργα του καθηγητή Gerhard Rohlfs. Αυτή βέβαια η άποψη μπορεί να αληθεύει, ωστόσο ο Rohlfs θα αναγνώριζε σίγουρα ότι ο ελληνικός πολιτισμός, υπό οποιαδήποτε σημασιολογική του έννοια, κατά τη διάρκεια των αιώνων της ρωμαϊκής κυριαρχίας και των επακόλουθων διαδοχικών εισβολών άρχισε να φθίνει και έπειτα καταστράφηκε. Στην πραγματικότητα, τα ακριβή κείμενα που θα μας καθοδηγούσαν είναι λιγότερα από εκείνα που θα υποθέταμε, ωστόσο ήδη τον 1ο αιώνα π.Χ. ο Στράβων παρέχει μαρτυρία της ουσιαστικής εξαφάνισης του ελληνικού πολιτισμού, εξαιρουμένων των πόλεων του Τάραντα, του Ρηγίου και της Νεάπολης. Αυτή ασφαλώς η μαρτυρία του Στράβωνα θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολική, καθώς όπως και να ‘χει η ελληνική γλώσσα εξακολούθησε να υφίσταται στην ενδοχώρα.Φυσικά, σε όλη τη διάρκεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής περιόδου, επί πολλές γενεές, άτομα αριστοκρατικών κύκλων μάθαιναν τα Ελληνικά ως ξένη γλώσσα. Αυτή η πρακτική συνεχίστηκε τόσο στην Ιταλία όσο και στη Δύση έως και τον πρώιμο 5ο αιώνα, καθώς έπειτα ακολούθησε μία αξιοσημείωτη παρακμή. Μολονότι η γενίκευση μοιάζει να είναι επικίνδυνη, φαίνεται πάντως ότι κατά τον 6ο αιώνα η γνώση της ελληνικής γλώσσας και η άμεση γνωριμία με τον ελληνικό πολιτισμό είχαν σε μεγάλο βαθμό εκλείψει στην Αφρική και στη Γαλατία. Στην Ιταλία, ωστόσο, κατά τη διάρκεια της ηγεμονίας του Οστρογότθου βασιλιά Θεοδώριχου (493—526) σημειώθηκε κάποια ενίσχυση της ελληνικής λογίας παράδοσης. Πρόσφατα, μάλιστα, ο Μ. Pierre Courselle εκθείασε «την αναγέννηση του ελληνισμού επί των Οστρογότθων» στην εποχή του Βοηθίου και του Κασσιοδώρου. Ωστόσο αυτή η αναγέννηση υπήρξε βραχύβια και έτσι ο ελληνισμός δεν κατόρθωσε να επιβιώσει στην Ιταλία από την αρχαιότητα έως και τον μεσαίωνα.

Ο ελληνισμός επανεισήχθη στη νότια Ιταλία από τους Βυζαντινούς μέσα από μία μακρά, βραδεία πορεία που δεν έχει ακόμα διερευνηθεί επαρκώς. Τον 6ο αιώνα επανακατακτήθηκε η Σικελία και η νότια Ιταλία από τους στρατηγούς του Ιουστινιανού, Βελισσάριο και Ναρσή (534—554), και έτσι στο κατόπι των βυζαντινών στρατευμάτων αφίχθησαν Έλληνες στρατιωτικοί και κρατικοί αξιωματούχοι με τις οικογένειές τους, έμποροι, εκκλησιαστικοί άνδρες και μοναχοί. Πιθανόν ο αριθμός των Ελλήνων να μην ήταν τόσο μεγάλος, ωστόσο στη νότια Ιταλία και ιδιαίτερα στην ανατολική Σικελία εξακολουθούσε αναμφίβολα να υπάρχει ένας εν μέρει ελληνικός πληθυσμός χωρικών και ποιμένων, που αναγόταν στην αρχαιότητα. Τότε, λοιπόν, διασπάρθηκε ακόμα μία φορά κάποια ικανοποιητική γνώση Ελληνικών στα αστικά κέντρα. Ωστόσο, η ανάκαμψη που ακολούθησε τα είκοσι χρόνια πολέμου ανάμεσα στις στρατιωτικές δυνάμεις του Ιουστινιανού και των Οστρογότθων, υπήρξε βραδεία. Η ιουστινιάνεια ανακατάκτηση δεν ευνόησε την αναγέννηση του ελληνικού πολιτισμού στην Ιταλία και η λομβαρδική κατοχή που ακολούθησε είχε καταστροφικά αποτελέσματα πάνω στην παιδεία.

Πάντως, παρά τη λομβαρδική κατοχή, η βυζαντινή επιρροή πάνω στη Ραβέννα και στη νότια Ιταλία διατηρήθηκε, με αποτέλεσμα να επιβιώσει μία κάποια γνώση Ελληνικών, ενώ οι Λομβαρδοί ουδέποτε μπόρεσαν να εξασφαλίσουν έρεισμα στη Σικελία, όπου ανέκαθεν υπήρχε ελληνικός πληθυσμός. Το 598 ο πάπας Γρηγόριος Α’ έγραφε στον επίσκοπο των Συρακουσών πως «ένας άνθρωπος που ήλθε από τη Σικελία μού είπε ότι κάποιοι φίλοι του, δεν γνωρίζω αν ήταν Έλληνες ή Λατίνοι , μουρμούριζαν κάτι σχετικά με τις ρυθμίσεις που έχω κάνει στο τυπικό». Ο Γρηγόριος υπερασπιζόταν τον εαυτό του έναντι των κατηγοριών που του είχαν επιρριφθεί για το ότι ακολουθούσε πολύ πιστά το τυπικό της Κωνσταντινούπολης.

Η βυζαντινή επιρροή, βέβαια, αυξήθηκε πάρα πολύ στη νότια Ιταλία κατά τη διάρκεια του 7ου αιώνα, με τη μόνιμη εγκατάσταση Ελλήνων που αφίχθησαν για πρώτη φορά μεταξύ 636—642. Μελχίτες πρόσφυγες από τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο που τράπηκαν σε φυγή μπροστά στον κίνδυνο των μουσουλμάνων, φαίνεται ότι ξεκίνησαν τον δεύτερο εξελληνισμό της Καλαβρίας. Αυτοί οι μετανάστες ήταν ως επί το πλείστον εκκλησιαστικοί άνδρες και μοναχοί. Μετέφεραν μαζί τους τα κινητά τους υπάρχοντα, λειψανοθήκες και εικόνες, ελεφαντοστά, εκκλησιαστικά κοσμήματα και άλλα παρόμοια αντικείμενα, ορισμένα από τα οποία εξακολουθούν να διατηρούνται στα μουσεία του Catanzaro, του Ρηγίου και αλλού. Ο Francesco Russo, πρόσφατα, τόνισε εμφατικά τη συριακή και ανατολική προέλευση πολλών από αυτά τα αναμνηστικά αντικείμενα, καθώς επίσης και τις ανατολικές επιρροές, που σύντομα κατέστησαν διακριτές στην τέχνη και στην αρχιτεκτονική της Καλαβρίας.

Υπήρξε μεγάλη λαϊκή ανταπόκριση σε αυτούς τους καλλιτεχνικούς νεωτερισμούς, πιθανόν επειδή οι βαρβαρικές επιδρομές είχαν υποσκάψει τη δύναμη των προηγούμενων ρωμαϊκών, κλασικών παραδόσεων. Παρά την επικίνδυνη επέκταση των Λομβαρδών στην Καλαβρία στα τέλη του 7ου αιώνα, οι βυζαντινές επιρροές συνέχισαν να εισδύουν στις ψυχές των ανθρώπων. Η νοτιοϊταλική λειτουργία ήταν ανατολικής προέλευσης, όπως έχει αποδειχτεί στα Rotuli Liturgici Patirienci που διατηρούνται στη βιβλιοθήκη του Βατικανού. Οι Έλληνες πρόσφυγες από τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο μετέφεραν μαζί τους τις λειτουργικές πρακτικές στην Καλαβρία, όπως ονομαζόταν από τον 7ο αιώνα και εξής ολόκληρη η νότια περιοχή της Ιταλίας. Τότε εισήχθησαν στην Καλαβρία το συροπαλαιστινιακό τυπικό του αγίου Ιακώβου (από την Αντιόχεια) και το ελληνοαιγυπτιακό τυπικό του αγίου Μάρκου (από την Αλεξάνδρεια), όχι όμως και οι λειτουργίες του αγίου Βασιλείου ή του αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου, που τελούνταν στην Κωνσταντινούπολη.

Παρά το ότι οι ανατολικοί λειτουργικοί κώδικες προέρχονται ως επί το πλείστον από τον 11ο και τον 12ο αιώνα, δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως επισημαίνει ο Russo, ότι αυτοί αποτελούν αντίγραφα παλαιότερων κειμένων, που είχαν μεταφερθεί από τη Συρία και την Αίγυπτο έπειτα από την ισλαμική κατάληψη αυτών των χωρών. Τα βιβλικά χειρόγραφα της «ομάδας της Φερράρα», είκοσι τον αριθμό, χρονολογούμενα μεταξύ 10ου και 12ου αιώνα, φέρουν επίσης διακριτά χαρακτηριστικά συριακής καταγωγής. Είναι καλαβριανής προέλευσης, παρά το γεγονός πως αντιγράφτηκαν από πολύ αρχαιότερα κείμενα που εισήχθησαν προφανώς από τη Συρία.

Β.
Το γεγονός ότι στην ιστορία της Ιταλίας η πόλη της Ρώμης εξακολούθησε να διατηρεί την πρωταρχική της σημασία, διεγείρει εύλογα την περιέργειά μας για την τύχη της ελληνικής γλώσσας μέσα στη ρωμαϊκή κοινότητα. Η Εκκλησία της Ρώμης υπήρξε από την ίδρυσή της έως και τον 3ο αιώνα ελληνική. Ο Ιππόλυτος ήταν ο τελευταίος διδάσκαλος της ρωμαϊκής Εκκλησίας που έγραψε στα Ελληνικά. Εάν εξαιρέσουμε ορισμένους διανοούμενους και αριστοκράτες που μάθαιναν τα Ελληνικά ως ξένη γλώσσα, όπως επισημάναμε παραπάνω, η ελληνική γλώσσα φαίνεται πως εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια του τέλους του 3ου και του 4ου αιώνα.

Τον 5ο αιώνα η γνώση των Ελληνικών στη Ρώμη, είτε στους κόλπους της αριστοκρατίας είτε σε εκείνους της παπικής καγκελαρίας, ήταν πενιχρή. Ο πάπας Καιλεστίνος Α’, το 430, αναγκάστηκε να καθυστερήσει την απάντησή του στις δογματικές επιστολές του πατριάρχη Νεστορίου, επειδή αυτές ήταν γραμμένες στα Ελληνικά και ως εκ τούτου ο Καιλεστίνος έπρεπε να περιμένει λίγο καιρό μέχρι να ετοιμαστεί μία λατινική μετάφρασή τους. Εκτός από λίγα πρόσωπα όπως ο Βοήθιος, τον οποίο ο Courselle κολάκευσε δεόντως στο πλαίσιο του ουτοπικού του οράματος για μία ελληνική Αναγέννηση υπό τον Θεοδώριχο, ο ιστορικός δεν βρίσκει πολλές μαρτυρίες περί χρήσης της ελληνικής γλώσσας στη ρωμαϊκή κοινότητα του 6ου αιώνα. Ούτε ο πάπας Βιγίλιος (537—555), ούτε ο Γρηγόριος ο Μέγας (590—604) γνώριζαν Ελληνικά, μολονότι, προτού ανέλθουν στον παπικό θρόνο, είχαν περάσει κάποια χρόνια ως παπικοί αποκρισιάριοι στην αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινούπολης.

Μία κάποια γνώση Ελληνικών γενικεύτηκε πάλι στη Ρώμη με την ανάπτυξη της παροικίας των Ελλήνων προσφύγων και των φυγάδων από τις υπό μουσουλμανική κατοχή χώρες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου. Επίσης, οι επιθέσεις των Αβάρων, των Σλάβων και των Βουλγάρων στην ηπειρωτική Ελλάδα και στην Πελοπόννησο οδήγησαν αναμφίβολα έναν αριθμό Ελλήνων στην Ιταλία, ορισμένοι από τους οποίους θα πρέπει να πήραν τον δρόμο προς τη Ρώμη. Παρ’ ότι, μάλιστα, η βυζαντινοποίηση της Ιταλίας είχε περιοριστεί στην Καλαβρία, υπήρχε ωστόσο πέρα από την παροικία της Ρώμης ακόμα μία σημαντική παροικία στη Ραβέννα, την πρωτεύουσα του βυζαντινού εξαρχάτου.

Αναμφίβολα, ένας ικανός αριθμός Ελλήνων παρέμεινε στη δυτική Καλαβρία και στη Σικελία έπειτα από την εκστρατεία του βυζαντινού αυτοκράτορα Κώνστα Β’, ο οποίος πέρασε τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής του στη Δύση, ως επί το πλείστον στις Συρακούσες (663—668). Ο Κώνστας προσπάθησε να ανορθώσει τη στρατιωτική άμυνα της νότιας Ιταλίας εναντίον των Λομβαρδών καθώς και εκείνη της Σικελίας εναντίον των μουσουλμάνων. Φαίνεται πως οργάνωσε τελικά το αποκαλούμενο δουκάτο της Καλαβρίας, που υπείχθη στη βυζαντινή επαρχία ή «θέμα» της Σικελίας. Έπειτα από κάποιες αρχικές επιτυχίες εναντίον των Λομβαρδών, ο Κώνστας απέτυχε στην πολιορκία του Benevento και έπειτα βάδισε προς τη Νεάπολη, απ’ όπου τέλος κατευθύνθηκε προς τη Ρώμη, πραγματοποιώντας την περίφημη δωδεκαήμερη επίσκεψή του εκεί.

Το έργο του Κώνστα επρόκειτο να ακυρωθεί από τους Λομβαρδούς αμέσως μετά τον θάνατό του. Ωστόσο, η εμφάνισή του στην Ρώμη υπήρξε εντυπωσιακή, καθώς έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές και υποκλίσεις από τον πάπα Βιταλιανό και τον ρωμαϊκό κλήρο. Οι ανατολικοί πρόσφυγες είχαν ήδη βρει τον δρόμο για τη Ρώμη, διαφεύγοντας από τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Μία, λοιπόν, ελληνοανατολική παροικία αναπτυσσόταν ήδη στο αρχαίο Forum Boarium, στην καμπή του Τίβερη ανάμεσα στον Καπιτωλίνο και στον Αβεντίνο λόφο. Αυτή η παροικία με τα χρόνια αυξανόταν σε αριθμό και η μνήμη της επιβιώνει ακόμα στα ονόματα των εκκλησών της Santa Maria Egiziaca και της Santa Maria in Cosmedin (Κοσμηδίον).

Ξεκινώντας αμέσως μετά την ηγεμονία του πάπα Θεοδώρου Α’ (642—649), ενός Ελληνοπαλαιστίνιου, διαπιστώνουμε ότι ο παπικός θρόνος κατελήφθη κατ’ επανάληψη από εξελληνισμένους Σύριους και βυζαντινούς Έλληνες. Πρόσφυγες και εξόριστοι, ιδιαίτερα μετά την έναρξη της εικονοκλαστικής διαμάχης, κατέκλυσαν τις συριακές και τις ελληνικές μονές της Ρώμης. Από την παπική αρχιερατεία του Σικελιώτη Έλληνα Αγάθωνα (678—681) έως και εκείνη του Καλαβρού Έλληνα Ζαχαρία (741—752), σχεδόν όλοι οι κάτοχοι του θρόνου του Αγίου Πέτρου ήταν Σικελοί, Σύριοι, Ανατολικοί ή Βυζαντινοί, μία σχεδόν δωδεκάδα παπών που ήσαν μέτοχοι του ελληνικού πολιτισμού. Προφανώς, λοιπόν, κατά τον 7ο και τον 8ο αιώνα τόσο η Καλαβρία όσο και η Ρώμη βυζαντινοποιήθηκαν και μία κάποια γνώση Ελληνικών γενικεύτηκε πάλι μέσα στην εκκλησιαστική κοινότητα που ήταν επικεφαλής της δυτικής χριστιανοσύνης.

Όλα όσα έχουν αναφερθεί μέχρι τώρα, βέβαια, αποσκοπούν να αποτελέσουν κάτι περισσότερο από μία ρητορική που έχει ως στόχο της να επιβληθεί στον αναγνώστη. Το έτος 800 ή τότε περίπου, υπήρχαν περισσότερες από δώδεκα ελληνικές μονές στη Ρώμη. Πριν από 70 χρόνια ο εμβριθής Pierre Batiffol συνέταξε μία ακριβή και ενδιαφέρουσα, βραχεία μελέτη των ελληνικών βιβλίων και βιβλιοθηκών της ελληνικής παροικίας που επιβίωσε στη Ρώμη από τον 7ο μέχρι και τον 10ο αιώνα. Ελληνικά βιβλία αντιγράφονταν στη Ρώμη και λατινικά βιβλία μεταφράζονταν στα Ελληνικά. Ο ίδιος ο πάπας Ζαχαρίας, κάτοχος μίας αξιόλογης βιβλιοθήκης μέρος της οποίας παραχώρησε στην παπική έδρα του Αγίου Πέτρου, φιλοτέχνησε μία ελληνική μετάφραση των διαλόγων του Γρηγορίου του Μεγάλου, που απόλαυσε ευρεία κυκλοφορία στον ελληνικό κόσμο επί μακρόν και αποτέλεσε την πηγή και τον κανόνα που συνέταξε προς τιμήν του αγίου Βενεδίκτου ο περίφημος Καλαβρός μοναχός Nilo da Rossano στις αρχές του 11ου αιώνα.

Γ.
Η ελληνική γλώσσα, εκτός από τη Ρώμη, την Καλαβρία και τη Σικελία, ήταν γνωστή από τον 7ο μέχρι και τον 9ο αιώνα και αλλού στη Δύση. Ωστόσο, μολονότι διατρέχουμε τον κίνδυνο να υπερβάλουμε ως προς την έκταση αυτής της γνώσης, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι έχει μάλλον υποτιμηθεί.

Ο Θεόδωρος από την Ταρσό, έβδομος αρχιεπίσκοπος του Canterbury (668—693), ο οποίος προσέδεσε πιο σφιχτά την Αγγλία στο άρμα της Ρώμης, ήταν ανατολίτης Έλληνας που κάποτε μάλιστα είχε διαμείνει στην Αθήνα. Ο Θεόδωρος ίδρυσε σχολή στο Canterbury για τη σπουδή των Ελληνικών. Παρά το γεγονός ότι δεν πρέπει να απομακρυνθούμε πολύ από το πεδίο μας, οφείλουμε ωστόσο να επισημάνουμε το ενδιαφέρον απόσπασμα μίας λατινικής μετάφρασης του ελληνικού σχολίου του Ησύχιου πάνω στο Λευϊτικόν, το οποίο περιέγραψε και δημοσίευσε πρόσφατα ο Santfaller. Δύο φύλλα του λατινικού κειμένου επιβιώνουν σε όμορφη στρογγυλογράμματη γραφή, σε μία εποχή που προηγήθηκε του πρώιμου 8ου αιώνα. Μολονότι το χειρόγραφο φαίνεται να είναι γαλλικής προέλευσης, είναι πιθανόν ότι η μετάφραση συντάχτηκε στην Ιταλία.

Τον 9ο αιώνα ο Ιωάννης Σκώτος Εριγένης, φίλος του καρολίγγειου βασιλιά Καρόλου του Φαλακρού, μετέφρασε τα έργα του ψευδο-Διονυσίου Αρεοπαγίτη από τα Ελληνικά στα Λατινικά, ασπαζόμενος στην πορεία τον νεοπλατωνισμό κι εμπλεκόμενος έτσι σε περιπέτειες με τις εκκλησιαστικές αρχές, όταν προσπάθησε να συμφιλιώσει τον αρεοπαγιτικό πανθεϊσμό με τη χριστιανική ιδέα της σωτηρίας. Χίλια χρόνια αργότερα ο πανθεϊσμός του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη θα διεγείρει και θα εμπνεύσει τον νεαρό φιλόσοφο Wilhelm Dilthey, οι κατοπινές έρευνες του οποίου γύρω από τις εξελικτικές πανθεϊστικές αρχές, που έδωσαν μορφή και περιεχόμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας, επρόκειτο να εγκαινιάσουν νέα εποχή στις ιστορικές σπουδές που αφορούν την ιταλική Αναγέννηση. Τα βυζαντινά Αρεοπαγιτικά βοήθησαν στη διαμόρφωση μίας παράδοσης που περιλαμβάνει όχι μόνο τον Ιωάννη Σκώτο Εριγένη, αλλά και τον Marsiglio Ficino, έναν από τους κύριους πνευματικούς διαφωτιστές της Αναγέννησης, στον οποίο μάλιστα βρήκε την κορύφωσή της η μεσαιωνική νεοπλατωνική παράδοση τον 15ο αιώνα.

Δεν μας ενδιαφέρει εδώ να παραθέσουμε όλα τα ονόματα εκείνων για τους οποίους μπορεί να αποδειχτεί ότι γνώριζαν Ελληνικά κατά τη διάρκεια της αποκαλούμενης Καρολίγγειας Αναγέννησης, καθώς αυτό το επιτέλεσαν για λογαριασμό μας οι ιστορικοί της κλασικής και της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, εφοδιάζοντάς μας με τα ονόματα ενός ικανού αριθμού Δυτικών που είχαν κάποια αξιοσέβαστη γνώση της ελληνικής γλώσσας, πάντοτε χρήσιμης στους εκκλησιαστικούς άνδρες του Μεσαίωνα. Μολονότι η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη οδηγήθηκαν πολλές φορές σε παρεξηγήσεις λόγω ανακριβών μεταφράσεων, εσκεμμένων ή μη, ελληνικών και λατινικών κειμένων κατά τη διάρκεια της διαμάχης Ιγνατίου — Φωτίου στα μέσα του 9ου αιώνα, αυτό δεν σημαίνει ότι οι μεταφραστές εν γένει στερούνταν της ικανότητας να καταστήσουν κατανοητά και στις δύο πλευρές πολυάριθμα έγγραφα σε αμφότερες τις γλώσσες.

Ο Αναστάσιος, που αφενός διετέλεσε αντι-πάπας (855— 858) και αφετέρου αργότερα παπικός βιβλιοθηκάριος (έπειτα από το 867), ήταν ένας ολοκληρωμένος λόγιος των Ελληνικών, μεταφραστής της σημαντικής χρονογραφίας του Θεοφάνη και καλός φίλος του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, των βυζαντινών αποστόλων των Σλάβων της μείζονος Μοραβίας. Ο Αναστάσιος ήταν σύγχρονος του Ιωάννη Σκώτου Εριγένη. Μάλιστα, για να μη δώσουμε κατά τύχη την εντύπωση ότι υπερβάλλουμε ως προς την έκταση της ελληνικής λογίας παράδοσης στη Δύση τον 9ο αιώνα, μπορούμε να παραθέσουμε τις παρατηρήσεις του πάνω στις μεταφράσεις των κειμένων του Αρεοπαγίτη από τον Ιωάννη: «Είναι βέβαια να απορεί κανείς πώς ένας βάρβαρος στις εσχατιές τον κόσμου, που μπορεί να θεωρηθεί πως ήταν απομονωμένος από τις ανθρώπινες συζητήσεις, πόσο μάλλον από τη γνώση κάποιας δεύτερης γλώσσας, ήταν σε θέση να κατανοήσει τέτοια πράγματα και να τα μεταφράσει σε μία άλλη γλώσσα!»

Δ.
Η βυζαντινοποίηση της Καλαβρίας αποτελεί γεγονός κομβικής σημασίας για τη μεσαιωνική ιστορία της Ιταλίας. Έπειτα από την πρώτη μετανάστευση των εξελληνισμένων Σύρων και Αιγυπτίων τον 7ο αιώνα ακολούθησε ένα δεύτερο ρεύμα προσφύγων τον επόμενο αιώνα, αυτήν τη φορά από την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα, λόγω της εικονοκλαστικής καταστολής του βυζαντινού αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ του Ισαύρου και του γιου του Κωνσταντίνου Ε’ Κοπρώνυμου (725—775). Ορισμένοι μελετητές υπολόγισαν τον αριθμό των μοναχών και των εκκλησιαστικών ανδρών, καθώς και των λαϊκών που πήραν τον δρόμο για τη νότια Ιταλία σε 50.000. Οπωσδήποτε, φαίνεται ότι με αυτό το τελευταίο ρεύμα αφίχθηκε ένας μεγαλύτερος αριθμός σε σχέση με Εκείνον του 7ου αιώνα. Όλοι αυτοί οι νεήλυδες, προερχόμενοι από την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα, ενδυνάμωσαν και διαφοροποίησαν το ελληνικό στοιχείο στην Καλαβρία. Έφεραν επίσης μαζί τους τις λειτουργίες του Βασιλείου και του Χρυσοστόμου, που τελούνταν στην Κωνσταντινούπολη.

Όπως φαίνεται, στα μέσα του 8ου αιώνα οι Ίσαυροι αυτοκράτορες, ενοχλημένοι από τη ρωμαϊκή αντίδραση στην εικονοκλασία και από την παπική συμμαχία με τη νέα καρολίγγεια μοναρχία, απέσπασαν το ανατολικό Ιλλυρικό, την Καλαβρία και τη Σικελία από τη δικαιοδοσία της Ρώμης, εκχωρώντας τες στη δικαιοδοσία του πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης. Δεν υπάρχει μαρτυρία αντίδρασης εκ μέρους των κατοίκων της Καλαβρίας και της Σικελίας απέναντι σε τούτο το μέτρο. Τα διαρθρωτικά στοιχεία αυτών των περιοχών πιθανόν να ήταν μέχρι και εκείνη την εποχή σε μεγάλο βαθμό ελληνικά, και συνεπώς οι πληθυσμοί τους μάλλον θα συμμερίζονταν τη δυσφορία της βυζαντινής κυβέρνησης απέναντι στη φραγκική παρέμβαση και στις διεκδικήσεις της στην Ιταλία. Τα γεγονότα παραμένουν ωστόσο ασαφή. Η παραδοσιακή ημερομηνία (733) της εκχώρησης του Ιλλυρικού, της Καλαβρίας και της Σικελίας φαίνεται να είναι πολύ πρώιμη. Η αναφορά του Θεοφάνη είναι ύποπτη και ασύμφωνη με τη μαρτυρία του Liber pontificalis.

Ο παπισμός ωστόσο δεν δοκιμάστηκε μόνο στην έριδα της εικονοκλασίας, αλλά είχε επίσης να αντιμετωπίσει επί μακρόν το λομβαρδικό πρόβλημα, στο οποίο ο βυζαντινός στόλος δεν μπορούσε να εξασφαλίσει Καμία λύση. Άλλωστε η λομβαρδική δύναμη στη βόρεια Ιταλία καταστράφηκε τελικά από τα στρατεύματα του Πεπίνου Α’ και του Καρλομάγνου. Το κύρος της βυζαντινής διακυβέρνησης στη χερσόνησο κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα είχε υποβαθμιστεί πολύ. Ο ελληνικός κλήρος και ο λαός στην Καλαβρία, μολονότι αρχικώς ανακουφίστηκε βλέποντας τους Λομβαρδούς να απειλούν ακόμα και τον Νότο, σύντομα άρχισαν να βλέπουν με κατανόηση την έλευση των Καρολιγγείων. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα η καρολίγγεια δύναμη καταλύθηκε παντού. Με το τέλος του αιώνα η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου διασπάστηκε σε πέντε ξεχωριστά βασίλεια και πολλά ασήμαντα πριγκιπάτα.

Ο εκπρόσωπος της καρολίγγειας δύναμης στην Ιταλία, ο αυτοκράτορας Λουδοβίκος Β’, δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα πολλαπλά πολιτικά, θρησκευτικά και στρατιωτικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν αμέσως μετά τη διαδοχή του Καρλομάγνου, ο οποίος του είχε κληροδοτήσει μία παράδοση που ήταν δύσκολο να βρει μιμητές, μία damnosa hereditas («καταραμένη κληρονομιά») που δεν ήταν εύκολο να παρακαμφθεί. Ο 9ος αιώνας έγινε επίσης μάρτυρας της άφιξης των μουσουλμάνων στην Ιταλία, των Αγκλαβιδών του Kairwan από τη βόρεια Αφρική. Οι μουσουλμάνοι έθεσαν αντιμέτωπους τον παπισμό και τους νοτιοϊταλιώτες Έλληνες με ένα από τα μείζονα προβλήματα που θα τους απασχολούσαν τον 9ο αιώνα. Οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν ναυτική δύναμη και ως εκ τούτου οι χερσαίες δυνάμεις του Λουδοβίκου Β’ δεν μπορούσαν να επιδαψιλεύσουν την απαραίτητη προστασία στην ιταλική χερσόνησο. Το 846 οι μουσουλμάνοι διεξήγαν την πρώτη τους επίθεση εναντίον της Ρώμης, γεγονός που οδήγησε τον Λουδοβίκο Δ’ να οχυρώσει τον Βατικανό λόφο. Έτσι, οι Ρωμαίοι μπόρεσαν να αναζητήσουν κάποια προστασία μέσα στις πολυάνθρωπες συνοικίες της «civitas Leonina».

Παρά την προσωρινή αποξένωση που προκάλεσε το φωτιανό σχίσμα, η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη έτειναν στη σύναψη στενότερων σχέσεων• μετά μάλιστα από τον θάνατο του Λουδοβίκου του Β’ (875), με τον οποίο ο βυζαντινός αυτοκράτορας στάθηκε αδύνατο να συνεργαστεί, ο βυζαντινός στόλος μετέφερε στρατεύματα προκειμένου να αντιταχτούν στους μουσουλμάνους και να σώσουν τη νότια Ιταλία από την απειλή τους. Παρά τις αναποδιές της τύχης, που δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, η βυζαντινή διακυβέρνηση υπήρξε επιτυχής. Η νότια Ιταλία κρατήθηκε, ενάντια στις προσπάθειες των μουσουλμάνων. Ο Βασίλειος Α’ οργάνωσε στα ανατολικά την περιοχή που αποκλήθηκε Λογγοβαρδία λίγο-πολύ σαν μία βυζαντινή επαρχία ή «θέμα» και, ως μέρος της επιβεβαίωσης της βυζαντινής κυριαρχίας, έστειλε σε αυτό τον τόπο περίπου τρεις χιλιάδες Έλληνες (και ενδεχομένως Σλάβους) αποίκους, οι οποίοι φαίνεται να εγκαταστάθηκαν στην περιοχή δυτικά του Μπάρι. Ο ελληνισμός, ωστόσο, δεν ευτύχησε και τόσο στη Σικελία, που είχε ήδη κατακτηθεί σε μεγάλο ποσοστό από τους μουσουλμάνους μεταξύ 827 και 902. Έπειτα από ενάμιση αιώνα το νησί ανακτήθηκε από τους χριστιανούς και κατόπιν από τους Νορμανδούς (1060—1091), που προσέθεσαν τη δική τους λαμπρή ψηφίδα στο πλούσιο μωσαϊκό του σικελικού πολιτισμού του 12ου αιώνα, στο οποίο όμως, όπως θα δούμε, το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε έκδηλο.

Οι χριστιανοί δεν διώχτηκαν τόσο πολύ από τους μουσουλμάνους στη Σικελία, ωστόσο αρκετοί Έλληνες μετανάστευσαν από το νησί στην Καλαβρία στα τέλη του 9ου και κατά τον 10ο αιώνα. Παρά το ότι δεν υπάρχουν εξέχουσες προσωπικότητες μεταξύ των Ελλήνων που μετανάστευσαν στην Καλαβρία από τη Συρία και την Αίγυπτο τον 7ο αιώνα ή από την Κωνσταντινούπολη και την Ελλάδα τον 8ο, ένας αριθμός διάσημων εκπροσώπων της καλαβριανής αγιογραφίας του 10ου αιώνα ήταν σικελικής καταγωγής. Ο ελληνικός πολιτισμός της Καλαβρίας ήταν ως επί το πλείστον εκκλησιαστικός. Από την αρχή του 10ου αιώνα, έπειτα από τη βυζαντινή παλινόρθωση, οι αρχαίες πόλεις στη νότια Ιταλία ανοικοδομήθηκαν, νέες ιδρύθηκαν και συνεπώς ο πληθυσμός αυξήθηκε. Αυτές οι πόλεις ήταν ανέκαθεν πολύ ανεξάρτητες. Άλλοτε προστατεύονταν εναντίον των μουσουλμάνων και των Νορμανδών, και άλλοτε συνήπταν συνθήκες μαζί τους.
Παρ’ ότι υπήρχαν πολλοί Έλληνες στις πόλεις της Καλαβρίας όπως το Ρήγιο και το Rossano, οι πόλεις της Απουλίας ήταν κυρίως λατινικές. Ακόμα και το Μπάρι, κέντρο της κατοπινής βυζαντινής διοίκησης στη νότια Ιταλία, είχε μόνο μία μικρή ελληνική παροικία. Ο ελληνικός πολιτισμός μεταφέρθηκε στη νότια Ιταλία από τον βασιλειανό μοναχισμό. Ο βυζαντινός νόμος που επικράτησε στην Καλαβρία και στη Γη του Οτράντο, καθώς και μερικά από τα σημαντικότερα βυζαντινά νομικά χειρόγραφα κείμενα, προέρχονται από τη νότια Ιταλία.

Ε.
Με την ανάμειξη του Γερμανού αυτοκράτορα Όθωνα Α’ στις υποθέσεις της Ιταλίας και του παπισμού, η ελληνική θέση στη νότια Ιταλία απειλήθηκε. Στις εκτεταμένες δικαιοδοσίες και περιοχές τις οποίες εκχώρησε ο Όθωνας στον πάπα Ιωάννη ΙΒ’ στις 13 Φεβρουαρίου του 962, περιλαμβάνονταν τα «patrimonia Calabriae superioris nec non patrimonium Siciliae si dues nostris illud tradiderit manibus». Ωστόσο, ο βυζαντινός αυτοκράτορας Νικηφόρος Β’ Φωκάς (963—969) και ο πατριάρχης Πολύευκτος (956—970) απάντησαν σθεναρά στις νοτιοϊταλικές βλέψεις του Όθωνα. Σύμφωνα με τον αγανακτισμένο Λιουτπράνδο, επίσκοπο της Κρεμόνα, «αληθεύει ότι ο Νικηφόρος, επιδεικνύοντας ανευλάβεια έναντι όλων των Εκκλησιών διέταξε το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης να αναβαθμίσει την Εκκλησία τον Οτράντο σε αρχιεπισκοπή, και να μην επιτρέψει πια την τέλεση των θείων μυστηρίων σε όλη την Απουλία και την Καλαβρία στα Λατινικά, παρά μόνο στα Ελληνικά».

Καθ’ όλη τη διάρκεια των τριών τελευταίων δεκαετιών της οθωνικής περιόδου (973—1002), το ελληνικό κύρος παρέμεινε πολύ υψηλό στην Ιταλία, παρά την αποτυχία να προστατευτεί η Καλαβρία και η Απουλία από τους μουσουλμάνους. Οι Γερμανοί, παρά το γεγονός ότι διασκέδαζαν τις υποψίες και τις εχθρότητες, Είχαν γοητευτεί από τη βυζαντινή αυτοκρατορική ιδέα. Έναν χρόνο πριν από τον θάνατο του πατέρα του, ο Όθωνας Β’ παντρεύτηκε τη Θεοφανώ (972), που έγινε μητέρα του Όθωνα Γ’, η ζωή του οποίου σφραγίστηκε με το νευρωτικό όραμα του χρυσού και του μεγαλείου του Βυζαντίου. Τόσο οι γερμανικές αυτοκρατορικές, όσο και οι τοπικές ρωμαϊκές φατρίες, ανταγωνιζόμενες για τον παπισμό και τον έλεγχο της Εκκλησίας, έστρεφαν το βλέμμα προς τις ακτές του Βοσπόρου για υποστήριξη. Ο βασιλειανός μοναχισμός εξαπλώθηκε στη λατινική Απουλία και η ελληνική Ιεραρχία ενισχύθηκε και επεκτάθηκε.
Φυσικά εκδηλώθηκε μία λατινική αντίδραση. Οι πάπες Ιωάννης ΙΓ’, Βενέδικτος ΙΒ’ και Γρηγόριος Ε’ κατέβαλαν στα τέλη του 10ου αιώνα προσπάθειες να αντιταχτούν στην ενίσχυση της βυζαντινής εκκλησιαστικής και πολιτικής κυριαρχίας στη νότια Ιταλία, ιδιαίτερα με την οργάνωση των λατινικών επαρχιών της Κάπουας (967), του Μπενεβέντο (969), του Σαλέρνο (περί το 983), και με την αναβάθμιση της Νεάπολης και του Αμάλφι στην αρχιεπισκοπική τάξη, ωστόσο η βυζαντινή επιρροή συνεχίστηκε, φθάνοντας στο απόγειό της κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου (976—1025), έπειτα από την οποία, κάτω από τη νορμανδική ηγεμονία, η βυζαντινή Εκκλησία παρήκμασε.

Ο καλαβριανός ελληνικός πολιτισμός αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του 10ου και 11ου αιώνα, παράγοντας αξιόλογες προσωπικότητες όπως ο όσιος Νείλος, που ίδρυσε την περίφημη μονή της (Grottaferrata στους πρόποδες του Mode Cavo πάνω στη αρχαία Via Latina, καθώς και ο πρώτος βιογράφος του όσιος Βαρθολομαίος, αμφότεροι γηγενείς του Rossano. Οι σχέσεις μεταξύ της Ιταλίας και της βυζαντινής αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα ήταν στενές. Αυτό αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός για την πολιτιστική ιστορία της Ιταλίας. Εξάλλου, στον τομέα των γραμμάτων η καλαισθησία του Βυζαντίου του 10ου αιώνα μαρτυρείται στην Παλατινή Ανθολογία, στην κλασική παιδεία μέσα από τις μελέτες του Αρέθα Καισαρείας και το λεξικό Σουίδα, ενώ μία γεύση από το κοσμικό του πνεύμα μας δίνεται στον διάλογο που άλλοτε αποδιδόταν στον Λουκιανό και τώρα ονομάζεται Φιλόπατρις. Ο Salomon Reinach, εδώ και έναν αιώνα, έγραψε για αυτό το ενδιαφέρον έργο πως «ό,τι έχει εκληφθεί ως παγανισμός στον Φιλοπάτρι, δεν αποτελεί παρά μόνο μία βυζαντινή μορφή τον Ουμανισμού μία αναγέννηση του ελληνικού πνεύματος και της κλασικής καλαισθησίας».

Μία παρόμοια, σχεδόν παγανιστική προτίμηση για τους κλασικούς ανιχνεύεται επίσης στην Ιταλία στα τέλη του 10ου αιώνα. Ο χρονογράφος του Κλουνιάκ Raoul Glaber αναφέρει με κάποιον τρόμο την υπόθεση ενός γραμματικού στη Ραβέννα με το όνομα Vilgarbus που, όπως και άλλοι Ιταλοί αυτής της περιόδου, καταγινόταν με την ars grammatica παραμελώντας τις άλλες τέχνες. Η γνώση παρέσυρε τον Vilgarbus στη διάπραξη του αμαρτήματος της αλαζονείας, ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο στην ιστορία των γραμμάτων. Μία νύχτα τού εμφανίστηκαν κάποια κακά πνεύματα, προφανώς στον ύπνο του, λαμβάνοντας τις μορφές των ποιητών Βιργιλίου, Ορατίου και Ιουβενάλη. Τον ευχαρίστησαν παραπλανητικά για την αφοσίωση που είχε επιδαψιλεύσει στα έργα τους, αποκαλώντας τον «ευτυχή κήρυκα των επιγενομένων» και υποσχόμενοι ότι σύντομα θα συμμετείχε στη δόξα τους. Εξαπατημένος από τα κακά πνεύματα ο καημένος ο Vilgarbus παρεκτράπηκε στην αίρεση, αφ’ ενός διδάσκοντας πολλά πράγματα που αντίκειντο στην πίστη, και αφ’ ετέρου κηρύσσοντας την αξιοπιστία των ποιητών σε όλα τα πράγματα. Τελικά ο Vilgarbus κρίθηκε αιρετικός και καταδικάστηκε από τον Πέτρο ΣΤ’, αρχιεπίσκοπο της Ραβέννας (+971).

Ωστόσο, υπήρξαν και άλλα πρόσωπα στην Ιταλία που κρίθηκαν ένοχα αυτής της «λοιμώδους» λατρείας του κλασικισμού, για την οποία βέβαια πλήρωσαν με τη ζωή τους, είτε δια του ξίφους είτε δια του ανασκολοπισμού. Αυτού του είδους το ενδιαφέρον για τους κλασικούς ασκείτο με ακόμα μεγαλύτερη επιμέλεια στη νότια Ιταλία, όπου κατά τα μέσα τον 10ου αιώνα ο Ιωάννης Γ’, δούκας της Νεάπολης, συνέλεγε χειρόγραφα και ανέθετε σε γραμματικούς να αντιγράψουν τα Κείμενα του Τίτου Λίβιου και του Ιώσηπου. Ο Λέων, αρχιερέας της Νεάπολης, είχε αποκτήσει ένα ελληνικό χειρόγραφο της ψευδο-καλλισθένειας αφήγησης των πράξεων του Αλεξάνδρου, το οποίο μετέφρασε στα Λατινικά για τον δούκα Ιωάννη, θεμελιώνοντας με αυτό τον τρόπο την πηγή των μεταγενέστερων γαλλο-γερμανικών μυθιστορημάτων του Αλεξάνδρου.

ΣΤ.
Η αρχαία εκπαίδευση ήταν πρώτιστα λογοτεχνική και γι’ αυτό η βυζαντινή εκπαίδευση συνέχισε την ίδια παράδοση. Η Βίβλος, οι παγανιστές ποιητές, οι ρήτορες και οι ιστοριογράφοι, οι Πατέρες της Εκκλησίας και τέλος οι φιλόσοφοι, ιδιαίτερα μάλιστα ο Αριστοτέλης και ο Πλάτωνας, αποτελούσαν το αντικείμενο της μελέτης. Η διδασκαλία ήταν μάλλον τυπική και η απομνημόνευση καθορισμένων χωρίων αποτελούσε κοινή πρακτική. Αυτή η εκπαίδευση είχε σχεδιαστεί για να γαλουχήσει έναν καλό χριστιανό, αλλά ταυτόχρονα και για να παράγει ένα καλλιεργημένο άτομο. Το έλλειμμα λογοτεχνικής καλλιέργειας (απαιδευσία) συνιστούσε σοβαρό κοινωνικό μειονέκτημα.

Είναι εύκολο να υπερβάλουμε σχετικά με την περιφρόνηση που επεδείκνυαν οι βυζαντινοί μοναχοί έναντι των κλασικών σπουδών και του ανθρωπισμού εν γένει. Φυσικά ο προσανατολισμός τους ήταν προς το επέκεινα, και κάτω από την πίεση του εικονοκλαστικού κινήματος και των κατοπινών ανταγωνισμών ανάμεσα στον Πατριάρχη Ιγνάτιο, τον Φώτιο και τη βυζαντινή κυβέρνηση, κάποιοι από τους μοναχούς στην Κωνσταντινούπολη και αλλού εξωθήθηκαν σε ακραίες δηλώσεις και ενέργειες. Είναι, μάλιστα, βέβαιο ότι ο μοναστικός σκοταδισμός συνεχίστηκε επί μακρόν. Ωστόσο, οι αντιανθρωπιστικές τάσεις του μοναχισμού στην Κωνσταντινούπολη δεν χαρακτηρίζουν και τόσο τους μοναχούς της νότιας Ιταλίας, όπου σε ορισμένα βασιλειανά μοναστήρια εξακολούθησαν να θεραπεύονται οι κλασικές σπουδές.

Λέγεται ότι από τον 8ο έως και τον 11ο αιώνα, περίπου διακόσια ή και περισσότερα ελληνικά μοναστήρια ιδρύθηκαν στη νότια Ιταλία. Όμως, μέχρι να επιβεβαιώσουμε ενδελεχώς τα αποτελέσματα των ερευνών μας για την ιστορία του βασιλειανού μοναχισμού στη νότια Ιταλία, ένας τέτοιος αριθμός φαντάζει απλώς ρητορικός. Πολλά ελληνικά μοναστήρια υπήρχαν επίσης και στη Σικελία, αλλά σε αυτά οι μοναχοί υπέφεραν πολύ κατά τη διάρκεια του 9ου και του 10ου αιώνα, λόγω της μακράς διαμάχης ανάμεσα στους μουσουλμάνους και στους χριστιανούς για την κυριαρχία πάνω στο νησί. Για να πούμε την αλήθεια, δεν υπήρξε κανένα ελληνικό βασιλειανό «τάγμα», παρά το ότι οι σύγχρονες με τα γεγονότα λατινικές πηγές αναφέρονται πράγματι στο «ordo S. Basilii». Κάθε μονή είχε την τάση να είναι ανεξάρτητη, παρά το ότι τον 12ο αιώνα ο Ρογήρος Β’ οργάνωσε ένα είδος σύναξης των βασιλειανών οίκων στη Σικελία υπό τον αρχιμανδρίτη τού τότε νεοϊδρυθέντος μοναστηριού του Αγίου Salvatore, της Μεσσήνης (1131—1134).

Ουσιαστικά, η ακμή του βασιλειανού μοναχισμού στη νότια Ιταλία (και Σικελία) δεν παρατηρήθηκε κατά τη βυζαντινή περίοδο μα κατά τη νορμανδική, όταν στην πραγματικότητα η ελληνική Ιεραρχία είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί έναντι της λατινικής. Ο Rodota θεωρούσε ότι κάποια στιγμή υπήρχαν στην Ιταλία και στη Σικελία 1500 βασιλειανά μοναστήρια. Ωστόσο, αυτός ο αριθμός αποτελεί αναμφίβολα χονδροειδή υπερβολή. Ο Fr. Cirillo Korolevskij πριν από είκοσι χρόνια συνέταξε λίστες με τεκμηριωμένες αναφορές για περίπου 265 μοναστήρια, από τα οποία τα 58 βρίσκονταν στη Σικελία. Παρ’ ότι οι λίστες του Fr. Korolevskij γρήγορα απεδείχτηκαν ανακριβείς στις λεπτομέρειές τους, οι αριθμοί του ωστόσο αποτελούν έναν κάποιο οδηγό για τη σκέψη του αναγνώστη, ιδιαίτερα για τη νότια Ιταλία.
Οι βυζαντινές εκκλησίες και τα παρεκκλήσια πολλαπλασιάστηκαν στην Καλαβρία. Τα κωνσταντινουπολίτικα πρότυπα είναι διακριτά στη χειρογραφία, στις μικρογραφίες, προφανώς ακόμα και στη ζωγραφική, από την ύστερη εικονοκλαστική περίοδο και εξής. Πριν από τον 11ο αιώνα είχε αρχίσει να αναπτύσσεται μία καλαβριανή-ελληνική τεχνοτροπία, που άφησε την ατομική της σφραγίδα πάνω στα γηγενή έργα. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτο στην αναπαραγωγή των χειρογράφων, καθώς ένας αριθμός απ’ αυτά, που σήμερα βρίσκεται στις ελληνικές και στις ανατολικές βιβλιοθήκες, είναι καλαβριανής προέλευσης. Από τον 8ο αιώνα και έπειτα σημειώθηκε μία σταθερή ανταλλαγή προσώπων και βιβλίων ανάμεσα στην Καλαβρία και στη βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς υπήρχαν μικρές παροικίες Ελλήνων εμπόρων στη Βενετία, στην Αγκόνα, στο Μπάρι, στο Λέτσε, στη Νεάπολη και αλλού, και ως εκ τούτου οι ιδέες και τα έργα συνταξίδευαν με τα εμπορεύματα.

Τον 11ο αιώνα ο Desiderius, ηγούμενος του Monte Cassino κοντά στη Νεάπολη, του μητρικού αβαείου του βενεδικτινισμού, εισήγε βυζαντινούς καλλιτέχνες για να φιλοτεχνήσουν τα μωσαϊκά της νέας Εκκλησίας του αβαείου. «Η ομορφιά αυτών των έργων προξένησε τόση εντύπωση στους συγχρόνους του, ώστε να διαβλέψουν σε αυτά την ανατολή μίας νέας εποχής». Ο Jule Gay έγραψε κάποτε ότι «επετεύχθη μία αναγέννηση των τεχνών, σε έναν λατινικό τόπο όπου θεωρείτο ότι το μυστικό αυτών των τεχνών είχε χαθεί από αιώνες». Κατά τον 11ο αιώνα ωστόσο η ελληνική παροικία της Ρώμης είχε υποβαθμιστεί σε σημασία, παρά το ότι υπήρχε η δυνατότητα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας βόρεια της Καλαβρίας, στο Μπενεβέντο για παράδειγμα. Σύμφωνα με τον βίο του πάπα Λέοντα Θ’, που συντάχτηκε από τον Wilbertus, σύγχρονό του και φίλο του, ο Λέων έμαθε να διαβάζει την Αγία Γραφή στα Ελληνικά κατά τη διάρκεια των ετών 1053— 1054, ενόσω ζούσε στο Μπενεβέντο.

Ο 11ος αιώνας ήταν μία εποχή ιδιαίτερου κοινωνικού σφρίγους, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά σχεδόν σε όλη τη δυτική Ευρώπη. Μία μυστηριώδης αύξηση του πληθυσμού έλαβε χώρα τότε. Σήμερα ανακαλύπτουμε τις απαρχές μίας αγροτικής επανάστασης, μίας ρωμαλέας αναβίωσης του αστικού βίου και της ανάπτυξης ενός αξιοσημείωτου υπερπόντιου εμπορίου. Χιλιάδες προσκυνητές έπαιρναν τον δρόμο για τους Αγίους Τόπους. Γνωρίζουμε περίπου 120 προσκυνήματα με προορισμό την Ανατολή, που αποτελούν βέβαια το προανάκρουσμα των σταυροφοριών οι οποίες επακολούθησαν στα τέλη του αιώνα.

Οι Ιταλοί ιδιαίτερα, τόσο οι αστοί του Βορρά όσο και οι Νορμανδοί του Νότου, είχαν στρέψει την προσοχή τους στην Ανατολή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και οι άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά απείχαν από τα προσκυνήματα που είχαν ως προορισμό τους Αγίους Τόπους. Οι περισσότεροι από τους προσκυνητές έκαναν στάση στην Κωνσταντινούπολη, είτε κατευθυνόμενοι είτε ερχόμενοι από την Ιερουσαλήμ. Στο μεγάλο προσκύνημα των ετών 1064—1065 επτά χιλιάδες Γερμανών διέμειναν αρκετές ημέρες στην Κωνσταντινούπολη. Δεν είναι δύσκολο να ανευρεθούν αφηγήσεις των προσωπικών εμπειριών των μη Ιταλών στην ελληνική πρωτεύουσα τον 11ο και τον 12ο αιώνα. Ένας μοναχός της Εκκλησίας του Χριστού του Canterbury, για παράδειγμα, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη στην επιστροφή του από το προσκύνημα στην Ιερουσαλήμ περί το 1090. Στην Κωνσταντινούπολη συνάντησε «κάποιους Άγγλους φίλους, μέλη του αυτοκρατορικού οίκου», ένας από τους οποίους υπηρετούσε εκεί ως διερμηνέας. Υπήρχαν επίσης πολλοί Άγγλοι στη φρουρά των Βαράγγων του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού, ορισμένοι από τους οποίους είχαν έλθει ως πρόσφυγες εξαιτίας της νορμανδικής κατάκτησης των γενέθλιων τόπων τους.

Ζ.
Μολονότι, αναμφίβολα, δεν ήταν το ενδιαφέρον για το Βυζάντιο που ασκούσε έλξη σε ταξιδιώτες όπως ο αγαθός μοναχός από το (Canterbury ή οι Άγγλοι φίλοι του τού αυτοκρατορικού οίκου, το Βυζάντιο υπήρξε ένας πνευματικά συναρπαστικός τόπος σε όλη τη διάρκεια του 11ου αιώνα. Τα πρώιμα και τα μεσαία χρόνια του αιώνα αυτού είχαν γίνει μάρτυρες ενός αυξημένου ενδιαφέροντος για τα γράμματα, έπειτα από κάποια ελάττωση αυτής της δραστηριότητας που ακολούθησε τον θάνατο του λογίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Τώρα όμως ο Ιωάννης Μαυρόπους και ο Νικήτας ο Βυζάντιος, ο Κωνσταντίνος Λειχούδης και ο Ιωάννης Ξιφιλίνος είχαν έλθει στο προσκήνιο, κάπως πρεσβύτεροι του Μιχαήλ Ψελλού, οι πρώτοι δύο μάλιστα έχοντας διατελέσει δάσκαλοί του, όλοι ωστόσο φίλοι του. Το 1045 το αποκαλούμενο «Πανεπιστήμιο» ή ανώτερη σχολή της Κωνσταντινούπολης άνοιξε και πάλι με την πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ’ Μονομάχου, προφανώς με υπόδειξη των προαναφερθέντων ανδρών.

Ο Χ. Ζερβός, μάλιστα, προχώρησε τόσο πολύ ώστε να διακηρύξει ότι «ο Ουμανισμός της Δυτικής Αναγέννησης που επακολούθησε, είχε την πηγή του στη σχολή της Κωνσταντινούπολης του 11ου αιώνα». Αν και ο ισχυρισμός του Ζερβού χάνει σε υποδηλωτική χάρη, είναι ωστόσο χρήσιμο να τον κρατήσουμε στη μνήμη μας καθώς θα προχωράμε στις επόμενες σελίδες. Η εποχή βέβαια, καίτοι είχε συναίσθηση της δημιουργικότητας της αρχαίας φιλοσοφικής σκέψης, ανυπομονούσε πάντως να τη συμφιλιώσει με το χριστιανικό δόγμα. Ο ευγενής Ιωάννης Μαυρόπους απηύθυνε μία προσευχή στον Χριστό για λογαριασμό του Πλάτωνα και του Πλουτάρχου, αυτών των σχεδόν χριστιανών παγανιστών, ενώ ο Μιχαήλ Ψελλός αναζητούσε την ερμηνεία των δογματικών αληθειών του χριστιανισμού στη «διδασκαλία παντοδαπή» του Πλάτωνα και του Πλωτίνου.

Το ενδιαφέρον μας, ωστόσο, επικεντρώνεται κυρίως στην πνευματική και στην κοινωνική συναναστροφή των Ιταλών με τους Βυζαντινούς. Από μία δωδεκάδα ονομάτων σημαντικών για την ιστορία των πολιτιστικών σχέσεων της νότιας Ιταλίας με το Βυζάντιο κατά τη διάρκεια του 11ου αιώνα, το πιο σπουδαίο είναι πιθανόν εκείνο του Ιωάννη Ιταλού, ενός γηγενούς της βόρειας Καλαβρίας, «ο οποίος δικαίως θεωρείται ως ο πρώτος εκπρόσωπος του Ουμανισμού». Εάν ο Ουμανισμός είναι η σπουδή που αφιερώνεται στους κλασικούς συγγραφείς, ο Αρέθας Καισαρείας (+932) υπήρξε ουμανιστής, όπως και ένα πλήθος άλλων βυζαντινών συγγραφέων της περιόδου την οποία θίγουμε τώρα, συμπεριλαμβανόμενου του Μιχαήλ Ψελλού, του δασκάλου τού Θεοφυλάκτου Οχρίδας και του ίδιου του Ιωάννη Ιταλού.

Όμως, ο Ivan Dujcev μας υπενθυμίζει ότι οφείλουμε να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο και να κατανοήσουμε ότι είναι εξίσου σημαντικό να γνωρίζουμε όχι μόνο το τι σήμαινε η κλασική λογοτεχνία για έναν άνθρωπο της εποχής εκείνης, αλλά και το πόσο πολύ αυτός είχε διαβάσει. Πώς, αλήθεια, ήταν δυνατό να συμφιλιωθεί η λατρεία της κλασικής λογοτεχνίας με τις αλήθειες του χριστιανισμού; Επρόκειτο βέβαια περί ενός παλαιού ερωτήματος. Σχεδόν όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας που αντιτάχτηκαν στους Έλληνες και στους Λατίνους Κλασικούς αλλά και στη φιλοσοφία τους, αντέδρασαν έτσι λόγω των πλανών, της ανηθικότητας και της επιπολαιότητας που παρουσίαζε το έργο τους. Εκείνοι ωστόσο που ευνόησαν τη σπουδή των Κλασικών, ενέργησαν με αυτό τον τρόπο λόγω της υποτιθέμενης χρησιμότητάς τους ως Πνευματική και ηθική προπαρασκευή για τη μελέτη της Αγίας Γραφής.

Οι κλασικοί δεν υττοστηρίχτηκαν δυνάμει του λογοτεχνικού τους κάλλους. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας και ο άγιος Βασίλειος Καισαρείας υπερασπίστηκαν την παγανιστική φιλοσοφία και λογοτεχνία ως χρήσιμη και αναγκαία προπαρασκευή των ευρύτερων αληθειών του χριστιανισμού. Οι Πατέρες διαβάζονταν πολύ στο Βυζάντιο. Ήταν αυτό όμως το Πνεύμα του βυζαντινού Ουμανισμού; Η κλασική φιλοσοφία και λογοτεχνία αποτελούσαν μόνο μία προπαιδεία; Δεν είχαν Καμία εσωτερική, ουσιαστική αξία; Εάν, σύμφωνα με τον Dujcev, είναι δυνατό να θεωρήσουμε έναν βυζαντινό συγγραφέα πραγματικά ουμανιστή, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην ερμηνεία του των Κλασικών κάτι από το «πνεύμα της Αναγέννησης». Εν προκειμένω, ο Ιωάννης ο Ιταλός πληρεί τις προϋποθέσεις, καθώς αποτελεί «έναν άνθρωπο στον οποίο μπορούν να εντοπιστούν τα ίχνη της Αναγέννησης, που φέρουν την καθαρή σφραγίδα της».

Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο Ιωάννης Ιταλός αποτελεί ίσως την πιο συναρπαστική μορφή στην ιστορία της βυζαντινής φιλοσοφίας του 11ου αιώνα. Ο Ιωάννης μετέβη στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει υπό τον Μιχαήλ Ψελλό, τον οποίο τελικά διαδέχτηκε ως καθηγητής φιλοσοφίας ή «ύπατος των φιλοσόφων». Αυτό συνέβη πιθανόν περί το 1073 – 1074, και αφού ο τέως μαθητής του Μιχαήλ Ζ’ Δούκας είχε ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο. Μολονότι ο Ιωάννης στερείτο της καλλιέργειας και της λεπτοφυΐας του Ψελλού, φαίνεται ότι κατέστη η κυρίαρχη αυθεντία της γενιάς του τόσο στην αριστοτελική όσο και στη νεοπλατωνική σκέψη. Υπήρξε ένας φιλοσοφικός ουμανιστής, και μιλούσε με δέος για την πνευματική δόξα της αρχαίας Ελλάδας. Κινούμενος μέσα σε ένα αυστηρά λογικό πλαίσιο σκέψης, όντας ένας σχολαστικός σχεδόν διαλεκτικός, ο Ιωάννης Ιταλός ήταν πάρα πολύ ορθολογιστής για να μπορέσει να επιβιώσει μέσα στα διασταυρούμενα θεολογικά ρεύματα της εποχής του. Παρά το γεγονός ότι προστατευόταν επί μία δεκαετία και πλέον από ισχυρούς φίλους του της Αυλής, οι απόψεις του, από πολύ καιρό αντικείμενο δημοφιλών συζητήσεων, υποβλήθηκαν σε κανονική έρευνα και κολασμό αμέσως μόλις ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο (1081) ο εχθρικά διακείμενος Αλέξιος Α’ Κομνηνός.

Ήδη μεταξύ των ετών 1076—1077 εννέα άρθρα πίστης, τα οποία είχαν θεαματικές επιπτώσεις στην πνευματική ιστορία του ύστερου 11ου αιώνα, καταδικάστηκαν από την Ιερά Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης. Ο Ιωάννης Ιταλός συνδέθηκε γενικά με τις απόψεις εκείνες που είχαν δώσει αφορμή σε φημολογίες και διαμάχες, ωστόσο δεν είμαστε πια σε θέση να ανασυγκροτήσουμε τη διαδοχή των γεγονότων. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας το έτος 1082, 13η Μαρτίου, ο Ιωάννης Ιταλός καταδικάστηκε μάλλον αιφνίδια κατόπιν επιμονής του αυτοκράτορα Αλεξίου, επί τη βάσει δέκα ή έντεκα άρθρων, εννέα από τα οποία αναγνώρισε ο ίδιος ότι τα υποστήριζε. Η σχέση των εννέα άρθρων που καταδικάστηκαν το 1076 με αυτά που υποστήριξε ο Ιωάννης το 1082 δεν είναι σαφής. Διαθέτουμε μόνο τον κατάλογο του 1076, που περιέχει κάποιες απόψεις τις οποίες είναι γνωστό ότι ο Ιωάννης είχε απορρίψει. Ωστόσο, εκείνες οι θέσεις που επρόκειτο να προασπίσει το 1082, θεωρήθηκαν από τον αυτοκράτορα Αλέξιο «γέμουσες της ελληνικής αθεότητας».

Επιπλέον, όταν στις 13 Μαρτίου του 1082 το εκκλησίασμα άκουσε να αναθεματίζονται από τον άμβωνα της Αγίας Σοφίας οι διδασκαλίες του Ιωάννη Ιταλού, διαπίστωσε ότι τα πρώτα εννέα από τα έντεκα καταδικασμένα άρθρα αποτελούσαν τον γνώριμο κατάλογο του 1076 που τώρα είχε περάσει στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας, εκεί όπου είχαν συμπεριληφθεί ορισμένοι βυζαντινοί αιρετικοί και οι διδασκαλίες τους, που ακόμα και σήμερα εξακολουθούν να μνημονεύονται και να αναθεματίζονται από την ανατολική ορθόδοξη Εκκλησία κατά την Πεντηκοστή. Ο Ιωάννης Ιταλός κατηγορήθηκε ότι είχε επιχειρήσει να εξηγήσει λογικά το δόγμα της ένωσης των υποστάσεων του Χριστού, ότι είχε επιστρέψει στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων που αφορούσαν την ανθρώπινη ψυχή, τη γη και τα πλάσματά της, ότι είχε διδάξει την μετεμψύχωση αρνούμενος έτσι τη δυνατότητα της προσωπικής αθανασίας και της μέλλουσας ζωής, ότι είχε υιοθετήσει το πλατωνικό δόγμα της αιωνιότητας της ύλης και των ιδεών, ότι είχε αρνηθεί τη δυνατότητα των θαυμάτων του Χριστού και των αγίων και, τέλος, μεταξύ άλλων πεποιθήσεων που επέσυραν την οργή των συναχθέντων πατέρων, ότι είχε κυκλοφορήσει τις αρχαίες πλάνες της προΰπαρξης της ψυχής, του προσωρινού χαρακτήρα των τιμωριών στην Κόλαση, της αναδημιουργίας του κόσμου και της άρνησης της δημιουργίας.

Ο Ιωάννης Ιταλός είχε αποσπάσει τη φιλοσοφία από τη θεολογία, επισημαίνοντας το χάσμα μεταξύ έξωθεν γνώσης και χριστιανικής συνείδησης, όντας ένας βυζαντινός Αβελάρδος που αναζητούσε ορθολογιστική λύση σε μυστήρια όπως η ενσάρκωση και η Τριάδα. Στην πραγματικότητα, ορισμένες από τις πεποιθήσεις για τις οποίες κατηγορείται σήμερα στο Συνοδικόν της Ορθοδοξίας ο Ιωάννης Ιταλός, είναι ασύμβατες μεταξύ τους, και μάλιστα ο Στεφάνου κατέδειξε ότι ο Ιωάννης ασφαλώς και δεν καλλιεργούσε ορισμένες από αυτές. Ωστόσο, το πνεύμα των μοναχών και η αγωνία του αυτοκράτορα καθιστούν σαφές ότι μάλλον άλλοι ήταν εκείνοι που πίστευαν ό,τι είχε αποδοθεί ως κατηγορία στον Ιωάννη, ενώ μέσω της δίωξής του η Ιερά Σύνοδος είχε ουσιαστικά επιχειρήσει όχι τόσο να καταδικάσει τον ίδιο, όσο τη διογκούμενη λατρεία της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας. Οι απόψεις του Ιωάννη παρουσιάζουν ίχνη του νεοπλατωνικού πανθεϊσμού και παμψυχισμού, που κατέστη αργότερα δημοφιλής στην ιταλική σκέψη της Αναγέννησης. Το βάθος ή η αποχαλίνωση της σκέψης του, είχε φθάσει στο παγανιστικό υπόστρωμα της βυζαντινής κληρονομιάς.

Δεν ήταν και λίγοι εκείνοι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι της Αυλής που τελούσαν υπό την επιρροή του ανήσυχού του πνεύματος. Υπήρξαν περίεργοι αντίκτυποι αυτής της επίδρασης. Σε μία περίπτωση, για παράδειγμα, κάποιος Σερβλίας, οπαδός του Ιωάννη Ιταλού, βγήκε έξω μες στη νύχτα κατευθυνόμενος προς ένα ακρωτήριο που έβλεπε στο πέλαγος και, ενώ στεκόταν εκεί όπως οι ζηλωτές κάποιας αρχαίας παγανιστικής λατρείας, ξαφνικά ρίχτηκε στη θάλασσα φωνάζοντας όσο πιο δυνατά μπορούσε: «Δέξαι με, Πόσειδον». Φαίνεται σαν να βρισκόμαστε μάλλον στον ιταλικό Quattrocento και στον κόσμο του Pomponius Laetus και της περιπαθούς αρχαιολατρίας της ρωμαϊκής Ακαδημίας, παρά στο Βυζάντιο του 11ου αιώνα. Ωστόσο το φαινόμενο ήταν σοβαρότερο στην περίπτωση του Ιταλού, καθώς ο ίδιος αποτελούσε μία αξιολογότερη προσωπικότητα σε σχέση με εκείνη του Laetus.

Μπορούμε, λοιπόν, να συνειδητοποιήσουμε τον κίνδυνο στον οποίο εξέθεσε την πνευματική ζωή του καιρού του ο φιλοσοφικός ουμανισμός του Ιωάννη, εάν λάβουμε μάλιστα υπ’ όψη ότι ορισμένοι από τους συγχρόνους του θεωρούσαν πως είχε κερδίσει με τις απόψεις του ακόμα και τον πατριάρχη Ευστράτιο Γαρίδα, που είχε αναλάβει την αρχική ευθύνη της διερεύνησης της ορθοδοξίας των φρονημάτων του. Ο Ιωάννης Ιταλός ήταν πρωτίστως πλατωνικός όπως και ο δραστήριος φίλος και δάσκαλός του Μιχαήλ Ψελλός, έτσι η καταδίκη του αποτέλεσε απλώς το προανάκρουσμα της πλατωνικής μόδας κατά την αποκαλούμενη Αναγέννηση των Κομνηνών, του 12ου αιώνα, της κλασικής εποχής του Ευσταθίου Θεσσαλονίκης και του σπουδαίου Μιχαήλ Χωνιάτη, αρχιεπισκόπου Αθηνών.

Η.
Ο ελληνικός πολιτισμός της Καλαβρίας δεν παρήγαγε και πολλούς αιρετικούς όπως ο Ιωάννης Ιταλός, καθώς η Καλαβρία ήταν γεμάτη μοναχούς οι οποίοι ανήκαν στον βασιλειανό μοναχισμό, που ανέκαθεν αποτελούσε τον πυρήνα της Ορθοδοξίας. Αν και οι μοναχοί δεν ήταν ουμανιστές, ορισμένοι ωστόσο απ’ αυτούς ταξίδευαν συχνά, ενώ δεν ήταν λιγότεροι εκείνοι που έδειχναν ενδιαφέρον για τα βιβλία. Τον πρώιμο 11ο αιώνα ο άγιος Bartolomeo από το Simeri της νότιας Καλαβρίας, ιδρυτής των μοναστηριών της Αγίας Μαρίας del Patire (του Πατρός) σε μίας ώρας απόσταση από το Rossano, και του Αγίου Salvatore της Μεσσήνης, ενός καταλύματος αγαπητού στον Ρογήρο Β’ της Σικελίας, επέστρεψε από μία επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη και από ένα ταξίδι στο Άγιο Όρος φέρνοντας μαζί του πολλές ελληνικές εικόνες, ιερά σκεύη και λειτουργικά βιβλία. Ο ιερέας Scolario Saba ένας Καλαβρός πιθανόν από το Ρήγιο, λέγεται ότι συνέλεξε κάπου τριακόσια χειρόγραφα, που τα παρέδωσε στο μοναστήρι του Αγίου Salvatore στο Bordonaro, το οποίο ίδρυσε κοντά στην Μεσσήνη, εγκαινιάζοντας έτσι αυτό που θεωρήθηκε από πολλούς μελετητές η πρώτη ουμανιστική βιβλιοθήκη στη Δύση.

Στη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Φλωρεντίας υπάρχει ένα ελληνικό χειρόγραφο που περιέχει μεταξύ άλλων μία ανθολογία ιταλοελληνικής ποίησης, η έκδοση και η ερμηνεία της οποίας θα συνιστούσε, όπως είχε δηλώσει ο Krumbacher πριν από 60 χρόνια, μείζονα υπηρεσία στην ιστορία της βυζαντινής και της ιταλικής λογοτεχνίας. Στις μέρες μας δύο Ιταλοί λόγιοι πέτυχαν να προσφέρουν αυτήν τη μείζονα υπηρεσία, καταδεικνύοντας ότι τα ποιήματα τούτης της ανθολογίας προέρχονται από τη Γη του Οτράντο και ανάγονται στα μέσα του 13ου αιώνα, στους παλιούς καλούς καιρούς του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β’, όταν ηγούμενος του σπουδαίου μοναστηριού του Casole κοντά στο Οτράντο ήταν ο Νεκτάριος (1220—1235).

Ο Νεκτάριος, προτού γίνει ηγούμενος του Casole ονομαζόταν Νικόλαος. Εμβριθής θεολόγος και ολοκληρωμένος γλωσσομαθής, ο Νικόλαος από το Οτράντο είχε υπηρετήσει ως διερμηνέας των καρδινάλιων και παπικών έξαρχων Βενεδίκτου της Αγίας Σουζάννας (1205—1207) και Πελαγίου (1214), όταν εκείνοι προσπάθησαν ανεπιτυχώς να πετύχουν την ένωση των Εκκλησιών έπειτα από την Τέταρτη Σταυροφορία. Στον ίδιο τον Νικόλαο θα αναφερθούμε διεξοδικά αργότερα. Αυτό που πρέπει ωστόσο να σημειώσουμε τώρα, είναι ότι από τα μακρά ταξίδια του στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλα μέρη της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο Νικόλαος έφερε πίσω στην Ιταλία πολλά ελληνικά χειρόγραφα, με τα οποία εφοδίασε τη μοναστηριακή βιβλιοθήκη του Casole. Ο Νικόλαος, ή Νεκτάριος όπως θα έπρεπε να τον αποκαλούμε από τότε που τέθηκε επικεφαλής του μοναστηριού του, διετέλεσε δάσκαλος του αυτοκρατορικού γραμματέα Ιωάννη Γράσσου, ενός μέλους εκείνης της γοητευτικής ομάδας των Ιταλιωτών-Ελλήνων ποιητών, το έργο των οποίων διατηρήθηκε στη Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη. Τα άλλα μέλη είναι ο Ιωάννης από το Οτράντο και ο γιος του Νικόλαος, καθώς και ο Γεώργιος, «ο Χαρτοφύλαξ» ή αρχειοφύλακας της εκκλησίας του Gallipoli (αρχαίας Καλλίπολης), επίσης στην περιοχή του Οτράντο.

Ο Ιωάννης Γράσσος υπήρξε ένας εμβριθής και θρησκευόμενος κλασικιστής λόγιος, που συνέθεσε χαρίεσσα ποίηση περιοριζόμενος ωστόσο στενά στο ιαμβικό τρίμετρο το οποίο χρησιμοποιούνταν ευρέως από τους βυζαντινούς ποιητές αυτής της εποχής. Χρησιμοποίησε τόσο χριστιανικά όσο και παγανιστικά θέματα, κι η γλώσσα του, μάλιστα, περιέχει πολλά στοιχεία που θυμίζουν τον Όμηρο, τους τραγικούς, ακόμα και τον Αριστοφάνη. Ο εκδότης του Marcello Gigante είχε δηλώσει εύστοχα ότι «ο Ιωάννης Γράσσος αποτελεί μεταξύ των Ελληνοϊταλών ποιητών αυτής της εποχής ένα από τα σημαντικότερα πρότυπα εκείνου του αποτελεσματικού συνδυασμού του αρχαίου πολιτισμού και της χριστιανικής αισθαντικότητας, η αφετηρία του οποίου έχει εσφαλμένα τοποθετηθεί στον 14ο αιώνα».

Ένα ρωμαλέο ελληνικό ποίημα πάνω σε σύγχρονο για την εποχή του θέμα συνετέθη από τον Ιωάννη «Idruntinus», από το Οτράντο, αυτοκρατορικό γραμματέα και φλογερό γιβελίνο, που κατεύθυνε τους υβριστικούς ιάμβους του εναντίον της πόλης της Πάρμας, ψέγοντας με αυτό τον τρόπο την αποστασία της από τον αγαπητό του αφέντη Φρειδερίκο Β’ (1247). Ο Ιωάννης Idruntinus ήταν όπως φαίνεται καλός φίλος του λογίου Γεωργίου Βαρδάνη, μητροπολίτη Κερκύρας, που φιλοξενήθηκε μάλιστα στο σπίτι του στο Οτράντο για έξι μήνες το 1232. Ο Ιωάννης θα πρέπει να ήταν κάτοχος πολλών γλωσσών, καθώς δεν έγραψε μόνο στα Ελληνικά όπως είδαμε, αλλά συνέταξε επίσης πολλά λατινικά έγγραφα για τα αρχεία του Φρειδερίκου Β’ κατά τα έτη 1239—1240. Απ’ αυτό εικάζεται ότι ήταν εκείνος που συνέταξε τις ελληνικές επιστολές του Φρειδερίκου Β’ προς τον Μιχαήλ Άγγελο, δεσπότη της Ηπείρου, και τον αυτοκράτορα της Νίκαιας Ιωάννη Δούκα Βατάτζη. Ο γιος του Ιωάννη, Νικόλαος Idruntinus, συνέθεσε λίγα ποιήματα στα Ελληνικά (ιαμβικά τετράστιχα) απευθυνόμενα στον Χριστό, στην Παρθένο και στους αγίους, τα οποία, μολονότι επιτήδεια, παρουσιάζουν ωστόσο ως σύνολο έλλειμμα ποιητικού πνεύματος και ενόρασης, χωρίς να υπολογίσουμε μάλιστα και το ξερό τους ύφος.

Ένας ακόμα ποιητής αυτής της ομάδας, που έζησε επίσης υπό την πολιτιστική επιρροή του σπουδαίου μοναστηριού του Αγίου Νικολάου στο Casole, ήταν ο Γεώργιος «Χαρτοφύλαξ» από την Καλλίπολη. Αφοσιωμένος γιβελίνος, όπως κι ο Ιωάννης Idruntinus, ο Γεώργιος ήταν μέλος του λογοτεχνικού κύκλου του καλλιεργημένου Pietro della Vigna, ωστόσο υστερούσε μακράν σε λογιοσύνη έναντι των συντρόφων του. Η ποίηση του Γεωργίου ήταν μάλλον τραχιά και το ύφος του πιο πολύ βιβλικό παρά κλασικό. Όπως και οι άλλοι ποιητές αυτής της ομάδας, χρησιμοποιεί μόνο το ιαμβικό τρίμετρο ή «βυζαντινούς δωδεκασύλλαβους», με τους οποίους στα δεκατρία του ποιήματα υπηρετεί με αρκετά βαρύ τρόπο την ποιητική μούσα. Ο Γεώργιος, βυθισμένος σε ορισμένες πρακτικές και πραγματικές βιοτικές αυταπάτες και με ένα επιφανειακό επίχρισμα ποιητικής καλλιέργειας, δεν μπορεί να διεκδικήσει τον τίτλο του ουμανιστή. Ωστόσο υπήρξε ένας φλογερός, ρωμαλέος τύπος, που τριγύριζε στους πρόποδες του Παρνασσού προσποιούμενος τον ποιητή. Αντιμετώπιζε με ζωηρή προκατάληψη τους πολιτικούς συνοδοιπόρους της εποχής του. Έγραψε τόσο για αγίους που είχαν πεθάνει από πολύ καιρό, όσο και για ζωντανά πρόσωπα της εποχής του όπως ο Φρειδερίκος Β’, στον οποίο απευθύνει το κύριο εγκώμιό του. Έγραψε επίσης για την οδύνη του διευθυντή της χορωδίας (δομέστικον) της Καλλίπολης που είχε χάσει τον μικρό του γιο, για εκείνα τα ληστρικά καθάρματα, τους βλάσφημους ιερείς που είχε υποκινήσει ο Λατίνος επίσκοπος να εφορμήσουν εναντίον της εκκλησίας του, και για τους αχρείους πολίτες της Πάρμας, η αποστασία των οποίων από τον Φρειδερίκο τούς είχε προσπορίσει το έπαθλο της ατιμίας.

Οι Ιταλιώτες-Έλληνες ποιητές της σχολής του Οτράντο, γαλουχημένοι με τη μοναστηριακή βιβλιοθήκη του Casole, αποκαλύπτουν αυτό το ιδιάζον βυζαντινό αμάλγαμα του κλασικισμού και του χριστιανισμού. Η αυτοκρατορική ιδέα, ιερή στην πολιτική σκέψη του Βυζαντίου, διαπνέει επίσης και το έργο του Γεωργίου από την Καλλίπολη, μόνο που ο αυτοκρατορικός οίκος είναι εκείνος των Hohenstaufen και ο αυτοκράτορας είναι ο Φρειδερίκος Β’, αναστηλωτής της δόξας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, stupor mundi, όπως ο Γεώργιος τον αποκαλεί, «το θαύμα της οικουμένης». Αυτοί οι ποιητές ανήκουν εξίσου στο Βυζάντιο όσο και στην Ιταλία, καθώς δύο κόσμοι συνασπίστηκαν και δύο πολιτισμοί συνδυάστηκαν, με αποτέλεσμα ορισμένα στοιχεία από το αρχαίο παγανιστικό υπόβαθρο, κοινά και στις δύο παραδόσεις, να εμφιλοχωρήσουν φανερά στην ποίησή τους.

Επειδή δεν αυταπατώμαστε νομίζοντας ότι μελετούμε κάποιους από τους σπουδαιότερους ποιητές του κόσμου, γι’ αυτό και δεν θα μπούμε στη διαδικασία σύγκρισης της ποίησης του Οτράντο με την Παλατινή Ανθολογία. Αυτοί, πάντως, οι ποιητές της νότιας Ιταλίας είναι σημαντικοί για ό,τι αποκαλύπτουν από τον κόσμο της σκέψης, μέσα στον οποίο ζούσαν. Είναι αληθινοί πρόδρομοι, ιδιαίτερα ο Ιωάννης Γράσσος, του ιταλικού Ουμανισμού. Μας παρέχουν μία εικόνα της πνευματικής δραστηριότητας του Οτράντο τον 13ο αιώνα, στο επίκεντρο της οποίας βρίσκονται πάντα η μοναστηριακή βιβλιοθήκη του Casole και καλλιεργημένοι μοναχοί όπως ο ηγούμενος Νεκτάριος.

Θ.
Θα ήταν εύκολο να συντάξουμε έναν κατάλογο Ιταλιωτών Ελλήνων λογίων μοναχών. Οι βασιλειανές βιβλιοθήκες στις οποίες αυτοί εργάζονταν ήταν πολύ καλές, κι ανάμεσα στα βιβλία τους βρίσκουμε κλασικά χειρόγραφα, όπως εκείνα του Αριστοτέλη και του Αριστοφάνη στη βιβλιοθήκη του Casole. Πολύ περισσότερο όμως οι ποιητές του Οτράντο, ιδιαίτερα μάλιστα ο Ιωάννης Γράσσος, κάνουν στα έργα τους πολλές υπαινικτικές αναφορές στους Κλασικούς.

Το σπουδαίο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στο Casole παρέμεινε το κύριο κέντρο διασποράς του ελληνικού πολιτισμού στη νότια Ιταλία επί αιώνες, έως και την καταστροφή του από τους Τούρκους το 1480. Είχε χτιστεί στην ανατολικότερη κορυφογραμμή εκείνου του ακρωτηρίου για το οποίο ο Diels λέει ότι «η Ιταλία φαίνεται σε αυτό το σημείο να απλώνει το χέρι της στην Ελλάδα», κι οι ηγούμενοί του έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις παπικές διπλωματικές και άλλες σχέσεις με τη βυζαντινή Αυλή και Εκκλησία. Οι πολιτιστικές σχέσεις της Γης του Οτράντο με την Αυλή των δεσποτών της Ηπείρου ήταν πολύ στενές σε όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα. Ο Γεώργιος Βαρδάνης μάλιστα, όπως σημειώσαμε παραπάνω, ένας από τους κύριους Ηπειρώτες συγγραφείς των πρώιμων χρόνων του αιώνα, μητροπολίτης Κερκύρας, μαθητής Κάποτε του βυζαντινού ουμανιστή, του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Χωνιάτη, έζησε για ένα διάστημα στο Οτράντο και στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου.

Στον ύστερο 15ο αιώνα ο Ιταλός ουμανιστής Galateo ανάφερε ότι οποιοσδήποτε επιθυμούσε να μάθει Ελληνικά, θα έβρισκε φιλόξενη υποδοχή και δωρεάν διδασκαλία στον Άγιο Νικόλαο. Από αυτό το μοναστήρι, μάλιστα, απόκτησε ορισμένα από τα σημαντικότερα χειρόγραφά του ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ο Έλληνας πρίγκηπας της ιταλικής Αναγέννησης, που είχε βρει στέγη πρώτα στη Ρώμη και έπειτα στη Βενετία. Οι θησαυροί του Casole είναι διασκορπισμένοι σήμερα σε ολόκληρη την Ευρώπη, κι ορισμένοι απ’ αυτούς έχουν ταυτοποιηθεί στις βιβλιοθήκες του Παρισιού, της Μαδρίτης, της Ρώμης, της Φλωρεντίας και της Βενετίας.

Ο Giovanni Mercati μελέτησε την ιστορία και την ακίνητη περιουσία διαφόρων βασιλειανών μοναστηριακών βιβλιοθηκών στην Καλαβρία και στη Σικελία. Τον 16ο αιώνα αυτά τα μοναστήρια εξακολουθούσαν να διαθέτουν έναν ικανό αριθμό χειρογράφων, ορισμένα από τα οποία πάντως ήταν κολοβά. Είναι όμως προφανές ότι κατά την διάρκεια του 15ου αιώνα πούλησαν ή απώλεσαν λόγω κλοπών όλα σχεδόν τα κλασικά έργα που κατείχαν προηγουμένως, έτσι ώστε να έχουν απομείνει μόνο οι πιο βαρετοί και μη εμπορεύσιμοι τίτλοι. Ωστόσο, σε έναν κατάλογο του ύστερου 16ου αιώνα της μοναστηριακής βιβλιοθήκης της Πάτμου, βρίσκουμε εγγεγραμμένους μεταξύ των 62 «αξιοσημείωτων χειρογράφων», έναν Ξενοφώντα, έναν Πλάτωνα (χειρογραμμένο μάλιστα από τον Αρέθα το 895), κάποιο αριστοτελικό υλικό, την αρχαία ιστορία του Ιωάννη Ζωναρά (βιβλία 10—18) και έναν Ιπποκράτη. Φαίνεται λοιπόν ότι η Πάτμος στο Αιγαίο δεν ήταν και τόσο εύκολα προσβάσιμη στους ουμανιστές, στους καρδινάλιους, στους παπικούς βιβλιοθηκάριους και πράκτορες, στους μεταπράτες, στους Ισπανούς βασιλείς και αντιβασιλείς τους, αλλά και σε άλλους εραστές και συλλέκτες των περίτεχνων χειρογράφων.

Τον καιρό του Βησσαρίωνα, στη νότια Ιταλία, ακόμα και σε ένα τέτοιο κέντρο όπως ο Άγιος Νικόλαος του Casole, η ελληνική γλώσσα και ιδιαίτερα ο ελληνικός πολιτισμός είχαν περιέλθει σε σοβαρή παρακμή. Παρά ταύτα μία ολόκληρη γενιά Ιταλών λογίων, διδαγμένων από βυζαντινούς καθηγητές, είχαν κατακτήσει τη γλώσσα και μελετούσαν τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία και την επιστήμη των αρχαίων Ελλήνων. Το γεγονός, βέβαια, της κατάκτησης των Ελληνικών από μέρους των προαναφερθέντων Ιταλών στις πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθώς προηγήθηκαν γενιές που είχαν προετοιμάσει το έδαφος. Εκείνο όμως που έχει σημασία, είναι η εύκολη πρόσβαση στον ελληνικό πολιτισμό που παρουσιάστηκε στη νότια Ιταλία. Εάν αποφασίζαμε να ακολουθήσουμε τον ποιητή Οράτιο στο απόφθεγμά του nil admirari, αυτό θα μας έκανε τουλάχιστον να αναρωτηθούμε γιατί πήρε τόσο πολύ καιρό στους Ιταλούς να αναγνωρίσουν τη σημασία της ελληνικής κλασικής λογοτεχνίας. Αυτό φαίνεται να οφείλεται εν μέρει στο ότι οι βυζαντινοί δάσκαλοί τους των Ελληνικών προέρχονταν κυρίως από το Βυζάντιο, τον Μωρέα και το Αιγαίο, παρά από τη νότια Ιταλία, και γι’ αυτό άλλωστε τον 15ο αιώνα οι μεγάλες μέρες του νοτιοϊταλιωτικού ελληνικού πολιτισμού δίνουν την εντύπωση ότι ανήκουν πια στο μακρινό παρελθόν.

Οι Έλληνες της νότιας Ιταλίας είχαν ουσιαστικά καταστεί μειονότητα κατά τη νορμανδική περίοδο και η γλώσσα τους είχε παραχωρήσει σταδιακά τη θέση της στη Λατινική. Οι Έλληνες επίσκοποι είχαν αντικατασταθεί από Λατίνους, οι οποίοι όμως συχνά χειροτονούσαν Έλληνες ιερείς, μάλλον αντικανονικά ως προς το λατινικό τυπικά. Έτσι, διάφορες έδρες καταλήφθηκαν από Λατίνους επισκόπους στα τέλη του 11ου και 12ου αιώνα, όπως π.χ. του Cotrone το 1300, του Rossano το 1364, της Santa Ciriaca το 1497 και τέλος της Bova το 1573. Ο ελληνικός κλήρος και οι Έλληνες μοναχοί στερήθηκαν σε πολλά μέρη τη διδασκαλία που απολάμβαναν στο παρελθόν. Η παιδεία τους παρήκμασε, ιδιαίτερα από τον πρώιμο 15ο αιώνα και έπειτα. Οι βιβλιοθήκες τους έχασαν το νόημα που είχαν πρωτύτερα και η στρατολόγηση ικανών ανδρών κατέστη δυσχερής. Οι Λατίνοι καθολικοί έβλεπαν με καχυποψία τους Ιταλιώτες-Έλληνες γείτονές τους. Οι τελευταίοι έβρισκαν προβληματικές και ανυπόφορες την ιδιομορφία του τυπικού και της γλώσσας των πρώτων. Ωστόσο, οι Ιταλιώτες-Έλληνες ιερείς και το βυζαντινό τυπικά επιβίωσαν επί μακρόν στην υποδοχή που επιφυλασσόταν στους Λατίνους επισκόπους στην Bova (1573). Το τυπικό αποδείχτηκε σχεδόν τόσο επίμονο όσο και η γλώσσα, έστω και με παραφθορές λόγω της αυξανόμενης άγνοιας, ικανός μάλιστα αριθμός εκκλησιών διατήρησε το βυζαντινό τυπικό έως και τον 17ο αιώνα.

Η ελληνική γλώσσα, παρ’ ότι πολύ παρεφθαρμένη, διατηρήθηκε για πολύ περισσότερο χρόνο στην Καλαβρία και στη Γη του Οτράντο, εξακολουθώντας να επιβιώνει ακόμα και σήμερα με απίστευτο πείσμα. Τον ύστερο 13ο αιώνα ο Roger Bacon συνιστούσε διαρκώς σε όποιον επιθυμούσε να μάθει Ελληνικά να ταξιδεύει στη νότια Ιταλία, ενώ τον επόμενο αιώνα ο Πετράρχης συμβούλευε έναν νέο, που και αυτός επιθυμούσε να μάθει Ελληνικά, να μεταβεί στην Καλαβρία κι όχι στην Κωνσταντινούπολη. Μία απόδοση του πεζογραφήματος Μυθιστόρημα της Τροίας, του συρμού στη Γαλλία τον ύστερο 13ο και τον 14ο αιώνα, καταγράφει στα σύγχρονα γεγονότα της εποχής ότι οι χωρικοί της Καλαβρίας και της Απουλίας μιλούσαν μόνο Ελληνικά και ότι η θεία λειτουργία ετελείτο «με τον ελληνικό τρόπο και στη γραικική γλώσσα».

Η επιμονή της ελληνικής γλώσσας στη νότια Ιταλία υπήρξε εντυπωσιακή, απόδειξη της δύναμης μίας άλλοτε ευγενικής παράδοσης. Το 1820—1821 ο Karl Witte εντόπισε μία δωδεκάδα ελληνόφωνων χωριών στις νότιες πλαγιές του όρους Aspromonte, στο ακροδάκτυλο της Ιταλίας, όχι μακριά από το Ρήγιο. Έναν αιώνα αργότερα, στις δεκαετίες του 1920 και του ‘30, ο o Gerhard Rohlfs ανακάλυψε ότι πέντε από αυτά τα χωριά είχαν χάσει τις ελληνικές διαλέκτους τους, χωρίς ωστόσο να συμβεί το ίδιο στα υπόλοιπα επτά από αυτά, όπου οι βοσκοί και οι χωρικοί εξακολουθούσαν να διατηρούν την ελληνική τους διάλεκτο (στην Bova κυρίως, στο Roccaforte και στο Chorio, στο Condofuri και στο Galliciano, στο Rochudi ή Roghudi, στο Chorio di Rochudi, και τέλος στην Amendolea). Αυτοί οι τόποι ήταν συλλήβδην δίγλωσσοι, όμως οι οικογένειες που ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη είχαν πάψει να μαθαίνουν πια την τοπική ελληνική διάλεκτο. Η μείωση, πάντως, του αριθμού εκείνων που μιλούν Ελληνικά σε αυτή την περιοχή είναι τόσο σημαντική στις ημέρες μας, ώστε να θεωρείται βέβαιο ότι ο ενεστώς αιώνας θα καταστεί σύντομα μάρτυρας της τελικής τους εξαφάνισης.

Ένα ακόμα ελληνόφωνο υπόλειμμα του μακρινού παρελθόντος βρίσκεται στην απομονωμένη φτέρνα της ιταλικής χερσονήσου, στη Γη του Οτράντο. Εδώ, περίπου οκτώ χιλιόμετρα νότια του Λέτσε, υπάρχει ένα σύμπλεγμα εννέα πόλεων όπου τα Ελληνικά εξακολουθούν να διατηρούνται ως «οικιακή γλώσσα» (Calimera, Martignano, Sternatia, Soleto, Zollino, Castrignano dei Gresi, Martano και Melpignano). Μολονότι υπήρχαν πολύ περισσότερες ελληνόφωνες περιοχές στη Γη του Οτράντο πριν από 150 χρόνια απ’ ότι τώρα, η ελληνική γλώσσα έχει δείξει εδώ μία εκπληκτική ζωντάνια, καθώς ομιλείται ακόμα στους δρόμους και στα καταστήματα αυτών των πόλεων χωρίς κανένα ίχνος συστολής. Τα τελευταία 400 χρόνια ο αριθμός των ελληνόφωνων πόλεων έχει μειωθεί από 30 σε 8 ή 9, ωστόσο περίπου 16.000 άτομα εξακολουθούν σε αυτή την περιοχή να μιλούν Ελληνικά. Εν κατακλείδι, αυτή η επιβίωση της ελληνικής γλώσσας επί τόσους αιώνες στην Ιταλία αποτελεί μία εκπληκτική εκδήλωση των έμμονων ανακλαστικών του ανθρωπίνου πνεύματος και της συνέχειας του πολιτισμού του.

Πηγή: Το εξαίσιο έργο του Kenneth M. Setton, ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της ΕΚΑΤΗΣ.

http://www.e-istoria.com/me7.html