Χρήστος Αλεξάνδρου*

«Δεν γνωρίζω από ιστορία.
Γνωρίζω όμως όμως
κατά λεπτώς τις αντιδράσεις
που δημιουργήσανε
την ιστορία»
Oδυσσέας Eλύτης

Έχουν πληθύνει τα τελευταία χρόνια οι φωνές που προσπαθούν να κάνουν χρήση της πρόσφατης ιστορίας της Κύπρου προκειμένου να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία τους ως προς την λύση που επιδιώκουν στο κυπριακό. Από την μια πολιτικοί που προσπαθούν να «νουθετήσουν» με γενικόλογες αναφορές και σιβυλλικές δηλώσεις περί διδαγμάτων της πρόσφατης ιστορίας μας, χωρίς να λένε τίποτα ουσιαστικό.

Από την άλλη παλαιοί και νεώτεροι κοινωνικοί επιστήμονες, πιο συστηματικά και αναλυτικά, με το μανδύα της επιστημονικής φώτισης επιδιώκουν επίσης να μας συνετίσουν προκειμένου να διαμορφωθεί το ιδεολογικό πλαίσιο που εξυπηρετεί τους στόχους τους σε σχέση πάντα με το κυπριακό. Και οι μεν και οι δε υπήρξαν ένθερμοι υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν και έκτοτε παραμένουν έτοιμοι να προσφέρουν την ιδεολογική τους εργασία σε όποιο νέο σχέδιο έρθει.

Από μια άποψη η προσπάθεια τους να μας «διαφωτίσουν» στα περί της ιστορίας μας δεν συνιστά παρά την ψυχολογική ανάγκη εκλογίκευσης του αδύναμου και ηττημένου, προκειμένου να αποδεχτούμε και να αντέξουμε μια άκρως απαράδεκτη λύση. Για αυτό και πολλές φορές καταλήγουν, ως έσχατο «επιχείρημα», ότι είμαστε οι ηττημένοι του ’74.

Η χρήση αυτή της ιστορίας στρέφεται κατά κανόνα στην επιλογές των Ελλήνων Κυπρίων, είτε κατά την διάρκεια της αγγλοκρατίας είτε της περιόδου 1960-74. Επιδιώκουν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τα διάφορα λάθη που «διαπράξαμε» ή να φωτίσουν άγνωστες πτυχές που λόγω σκοπιμοτήτων δεν αφήσαμε να έρθουν στην επιφάνεια. Κάπου μπορεί να έχουν και δίκαιο, όμως το ζητούμενο είναι η ιδεολογική τους στόχευση ως προς το σήμερα.

Οι εν λόγω προσεγγίσεις παρουσιάζουν συνήθως έλλειψη παραδειγμάτων, παραδειγμάτων όχι που επιβεβαιώνουν την εξαίρεση αλλά να συνιστούν τον κανόνα. Πλην βεβαίως τα εγκλήματα κατά των Τουρκοκυπρίων των οποίων γίνεται κατά κόρον χρήση και παρουσιάζονται επίσης μέσα από τον συγκεκριμένο ιδεολογικό τους φακό. Πέραν αυτού παρουσιάζουν κάποια χαρακτηρίστηκα τα οποία πιστεύω ότι καθιστούν αυτές τις προσεγγίσεις «ανιστορικές».

Μια τέτοια προσέγγιση λέει περίπου τα ακόλουθα. Ότι κατά την διάρκεια της αγγλοκρατίας δεν λάβαμε καθόλου υπόψη τους Τουρκοκυπρίους, δεν συνσχηματισθήκαμε μαζί τους, και τραβήξαμε το δρόμο εναντίον της αγγλικής αποικιοκρατίας μόνοι μας. Όσοι εξέφρασαν κατά καιρούς αυτήν την θέση είτε δεν γνωρίζουν καθόλου την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο είτε προβαίνουν συνειδητά σε παραποιήσεις ολκής.

Πάνω σε ποια βάση θα προέκυπτε η συναντίληψη και η συνεργασία; Ασφαλώς όχι πάνω στην Ένωση αλλά πάνω σε κάτι άλλο, είτε την αυτονομία μέσα στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας είτε την ανεξαρτησία. Ήταν όμως ποτέ δυνατό ο κυπριακός ελληνισμός να αποκηρύξει συλλογικά το αίτημα του για Ένωση, ένα αίτημα με υπαρξιακά χαρακτηρίστηκα, πηγαίο και καθολικό, για το οποίο ήταν έτοιμος να θυσιαστεί προκειμένου να πάρει κάτι το οποίο δεν επιθυμούσε;

Φυσικά και όχι, και εδώ ακριβώς έγκειται η «ανιστορικότητα», η πεποίθηση δηλαδή ότι μπορούσε να το κάνει και από «ανωριμότητα» δεν το έκανε. Έχουμε το παράδειγμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Κύπρου την δεκαετία του 1920 που υιοθέτησε την ανεξαρτησία (στο πλαίσιο μιας σοβιετικής βαλκανικής ομοσπονδίας) και η θέση του αυτή συνάντησε, όπως ήταν φυσικό, σφοδρότατη αντίθεση.

Η αποκήρυξη της Ένωσης δεν ήταν απλώς μια αλλαγή θέσης, αλλά μια ριζική αναθεώρηση της ίδιας της ζωής των Ελλήνων Κυπρίων. Συνεπαγόταν αυτόματα, ως απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας τους εγχειρήματος, και την εν γένει απομάκρυνση από το ελληνικό έθνος και αποδοχή της αγγλικής προοπτικής για δημιουργία κυπριακής ταυτότητας, προκειμένου να καταλήξουμε ως άλλοι Μαλτέζοι της Μεσογείου.

Αυτό με την σειρά του συνεπαγόταν επίσης την καλλιέργεια ενός ανθελληνισμού, γεγονός που σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Αυτό διαφαίνεται και από την λυσσώδη αντίδραση κατά των πρώτων κομμουνιστών οι οποίοι προκειμένου να προωθήσουν την ανεξαρτησία της Κύπρου καλλιεργούσαν ταυτόχρονα ένα ανθελληνισμό.

Από την άλλη το σύνοικο στοιχείο ως μόνη αλλαγή που δεχόταν σε περίπτωση εγκατάλειψης της Κύπρου από τη Βρετανία ήταν η επιστροφή της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετέπειτα Τουρκία. Τα παραδείγματα σύμπλευσης τους με τους Άγγλους στο Νομοθετικό και αλλού, προκειμένου να μην δοθούν δικαιώματα και προνόμια σε όλο το λαό, Έλληνες και Τούρκους, φοβούμενοι μήπως τύχουν εκμετάλλευσης από τους Έλληνες για να προωθήσουν τους στόχους τους αποτελούσαν τον κανόνα.

Αλλά τυχόν στροφή μας στην αυτονομία με προοπτική την ανεξαρτησία, πόσο θα οδηγούσε σε ομαλή συμφωνία με τους Τούρκους; Το αίσθημα του αλύτρωτου και του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης ήταν τόσο ισχυρά που η αξίωση της Ένωσης ήταν αδύνατο να εκλείψει, και εδώ η πιο πάνω ρήση του Ελύτη βρίσκει την πλήρη της έκφραση. Ούτε ήταν δυνατό να εγκαταλειφθεί με την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου.

Τα μεγάλα οράματα και οι επιθυμίες των λαών δεν διαγράφονται από την μια μέρα στην άλλη, χωρίς καν να ερωτηθούν. Πόσο μάλλον όταν συμπίπτουν και με το «διεθνές δίκαιο» και πόσο, ακόμα περισσότερο, που η συγκεκριμένη συμφωνία της Ζυρίχης ήταν τόσο ετεροβαρής για τους Έλληνες όσο και δυσλειτουργική.
*Ιστορικός-Πολιτικός Επιστήμονας