ΠΙΣΩ
Χρήστος Αλεξάνδρου*
Συμπληρώνονται φέτος 195 χρόνια από την μεγάλη επανάσταση της 25ης Μαρτίου του 1821, σε πέντε μόλις χρόνια από τώρα θα κλείσει η δεύτερη εκατονταετηρίδα. Όπως και η πρώτη εκατονταετηρίδα, το 1921, έτσι και η δεύτερη θα κλείσει με το έθνος να βρίσκεται στο γκρεμό, με νέες εθνικές καταστροφές επί θύραις, αν δεν θα έχουν κιόλας επέλθει. Διακόσια χρόνια ελεύθερου ελληνικού κράτους συνοδευμένων με ταραχές, εξεγέρσεις, πολέμους, μικρές και μεγάλες καταστροφές, πρόσφυγες επί προσφύγων, πτωχεύσεις, μόνιμη απόκλιση ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και αυτή των ελίτ, αστάθεια, δικτατορίες. Αναμφίβολα η νεοελληνική ιστορία ήταν και παραμένει πολυτάραχη.

Από γενέσεως του το ελληνικό κράτος υπήρξε υποθηκευμένο ή μάλλον δημιουργήθηκε ακριβώς προκειμένου να είναι εξαρτημένο. Η οικονομική (δάνεια ανεξαρτησίας) και διπλωματική επέμβαση των Άγγλων για την ίδρυση του έγινε προκειμένου να προλάβουν τους Ρώσους και να αποτρέψουν την δική τους συνεπακόλουθη επιρροή. Από την πρώτη στιγμή το κράτος ήταν εξαρτημένο από τις μεγάλες δυνάμεις, Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ρωσία, οι οποίες «εγγυήθηκαν» την ανεξαρτησία του. Η πολιτική του ζωή ξεκινά διχασμένη ανάμεσα σε αγγλόφιλους, γαλλόφιλους, και ρωσόφιλους όπου σχηματίζουν και τα αντίστοιχα «ξενικά» κόμματα. Το κάθε κόμμα-φατρία καταφεύγει στις αντίστοιχες πρεσβείες προκειμένου να «εκπαιδευτεί» στο πως πλήξει τους αντιπάλους του.

Ο διχασμός γρήγορα βαθαίνει και θα δώσει τα πρώτα τραγικά του αποτελέσματα: o «ρωσόφιλος» Ιωάννης Καποδίστριας δολοφονήθηκε, αν όχι με άμεση αγγλική υποκίνηση, σίγουρα με ηθική και πάντως προς μεγάλη ικανοποίηση του Λονδίνου. Ο άνθρωπος που επιτελούσε ένα άθλο, αφού από το χάος έφτιαχνε θεσμούς και κράτος δολοφονήθηκε. Ο θάνατος του θα σηματοδοτήσει νέο εμφύλιο. Λίγοι γνωρίζουν ότι οι διαβουλεύσεις ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις προς το τέλος της επανάστασης αφορούσαν μια αυτόνομη και όχι ανεξάρτητη Ελλάδα, όπως ήταν ήδη η Σερβία. Η ανεξαρτησία επιτεύχθηκε χάριν στις διπλωματικές ικανότητες του Ιωάννη Καποδίστρια. Έκτοτε η εξάρτηση συνεχίζεται με διάφορες διακυμάνσεις αλλά επί της ουσίας η ίδια. Η γεωγραφία, η γεωπολιτική όσο και η ελληνική αδυναμία παραμένουν τα ίδια. Το ζητούμενο είναι το ίδιο: η αποφυγή της σύζευξης του Ελληνισμού με τη Ρωσία. To τελευταίο επεισόδιο το είδαμε μόλις πρόσφατα όταν οι Αμερικανοί επενέβησαν ωμά ώστε να μην δοθεί το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας στους Ρώσους. Τα ίδια και στην Κύπρο με πιο πρόσφατο επεισόδιο τον πολιτικά ολίγιστο Κασουλίδη σχεδόν να υπερασπίζεται τον Ερτογάν έναντι των Ρώσων για το θέμα της τουρκικής κατοχής!!!

Δύο ήταν τα μεγάλα ζητούμενα για το νεοσύστατο κράτος. Από τη μια να προστατέψει των εκτός συνόρων Ελληνισμό, και όταν το επέτρεπαν οι συγκυρίες να τον απελευθερώσει, και από την άλλη να βρει την πολιτισμική του φυσιογνωμία στον σύγχρονο κόσμο. Ως προς την εθνική ολοκλήρωση, την Μεγάλη Ιδέα, την οποία ενστερνίσθηκε όλο το έθνος και αποτέλεσε τον καθοδηγητικό του στόχο μέχρι το 1922 τα δεδομένα είναι λίγο πολύ γνωστά.

Για πρώτη φορά μετά το ’22 το έθνος συνέπεσε με τα όρια του κράτους, όχι διότι το κράτος διευρύνθηκε τόσο ώστε να περιλάβει όλα τα τμήματα του στους κόλπους του, αλλά διότι μεγάλα τμήματα του καταστράφηκαν. Έκτοτε τα δεινά που βρήκαν τον Ελληνισμό πιστεύω δεν είναι άσχετα με την μεγαλύτερη ίσως καταστροφή που συντελέστηκε στην ιστορία του, την μικρασιατική. Ο αφελληνισμός της Βόρειας Ηπείρου, ο εξαφανισμός σχεδόν των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολής, Ίμβρου και Τενέδου, της Αιγύπτου, ακμαίων ελληνικών κοινοτήτων στη Βαλκανική και τέλος η ήττα και η κατοχή της Κύπρου. Η σημερινή θέση του Ελληνισμού είναι και πάλι δεινή και απειλείται με νέες καταστροφές, και αναφέρομαι πρώτιστα στους κινδύνους στο Αιγαίο, στην Κύπρο και την Θράκη από την τουρκική επιθετικότητα.

Σε πολιτιστικό επίπεδο δεν καταφέραμε να πετύχουμε μια γόνιμη και παραγωγική σύζευξη της παράδοσης μας, βυζαντινής και αρχαιοελληνικής, με τα νεωτερικά πολιτικά και κοινωνικά πρότυπα της Δύσης των οποίων η υιοθέτηση ήταν αναπόφευκτη. Έτσι το δίπολο διαφωτιστές- αντιδιαφωτιστές, δυτικόφιλοι – παραδοσιοκεντρικοί, εκσυγχρονιστές – ελληνοκεντρικοί ταλαιπωρούσαν τους Έλληνες ήδη πριν από την επανάσταση, από την εμφάνιση του ελληνικού διαφωτισμού από τα μέσα του 18ου αιώνα. Η επανάσταση βρίσκει τους Έλληνες σε μια κατάσταση πόλωσης ανάμεσα στα δύο, γεγονός που δεν είναι άσχετο με τους εμφυλίους κατά την διάρκεια της και την μετέπειτα ταραχώδη πολιτική ζωή. Ο πολιτισμικός αυτός δυισμός θα πάρει διάφορες εντάσεις και αναζωπυρώσεις, κυρίως κατά τον 19ον αιώνα και αρχές του 20ού, ενώ τον συναντούμε και μέχρι σήμερα, είτε εκφραζόμενο από διανοούμενους είτε από ενέργειες και αντανακλαστικά μερίδων του πληθυσμού. Τα παραδείγματα είναι πολλά: αναφέρουμε ενδεικτικά και μόνο το περίφημο γλωσσικό ζήτημα, τα λεγόμενα ευαγγελικά όπου είχαμε νεκρούς κ.ά. Πιο πρόσφατα τον σημιτικό «εκσυχρονισμό» που επεδίωξε τον πλήρη αποχρωματισμό του κράτους και όχι μόνο, οδηγούμενος σε σύγκρουση με την Εκκλησία της Ελλάδος με αφορμή το θέμα των ταυτοτήτων. Το τελευταίο επεισόδιο της «μεγάλης ημών επαναστάσεως» δεν είναι άλλο από την ΕΟΚΑ και την 1η Απριλίου 1955. Και η τραγωδία συνεχίζεται.

*Πολιτικός Επιστήμονας – Ιστορικός
Υποψήφιος βουλευτής με την ΕΔΕΚ στη Λεμεσό