ΠΙΣΩ

Ανχης (ΜΧ) Παναγιώτης Σπυρόπουλος

Πρόλογος
Η αποσύνθεση της παλαιάς Οθωμανικής αυτοκρατορίας άρχισε τον 19ο αιώνα με την ελληνική επανάσταση και συνεχίσθηκε με γρήγορους ρυθμούς καθ’όλη την διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα.
Οι πολλαπλώς και στυγνά καταπιεζόμενοι χριστιανικοί πληθυσμοί της χερσονήσου του Αίμου άρχισαν ν’ αναπνέουν τον αέρα της ελευθερίας. Η Κρήτη από ελληνικής πλευράς ήταν πλέον αυτόνομη ενώ και η Μακεδονία πορευόταν στο δρόμο της απελευθερώσεως.


Ο τελευταίος ρωσοτουρκικός πόλεμος είχε λήξει με ήττα της Τουρκίας και επιστέγασμα την συνθήκη του Αγ. Στεφάνου του 1878. Αυτή σηματοδοτεί και την απαρχή των βουλγαρικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Ο Αγώνας που ανέλαβε ανεπισήμως το ελληνικό κράτος εναντίον των κομιτατζήδων, ήταν αγώνας επιβιώσεως του ελληνισμού στις πατρογονικές του εστίες. Ωστόσο το νεοϊδρυθέν βουλγαρικό κράτος ήταν το μήλο της έριδος μεταξύ κυρίως Ρώσων και των υπολοίπων Μ. Δυνάμεων, οι οποίες δεν έβλεπαν με καλό μάτι την σλαβική κάθοδο στο Αιγαίο και στην Μεσόγειο γενικότερα. Έτσι οι ανταγωνιστές πλειοδοτούσαν σε εδαφικά ανταλλάγματα προκειμένου να προσεταιρισθούν τους Βούλγαρους. Υπό αυτό το πρίσμα εξηγείται και η πλήρης αδράνεια των Μ. Δυνάμεων στoν βίαιο αφελληνισμό και ενσωμάτωση της Αν. Ρωμυλίας (Β. Θράκης) στο νέο κράτος.

Περίοδος προ του 1909
Η οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν εδώ και εκατό χρόνια στο χειρουργικό τραπέζι του διαμελισμού και το νυστέρι πλησίαζε τώρα στην καρδιά της: την Κων/πολη. Η αναμενόμενη αντίδραση του «ασθενούς» μπροστά στο θάνατο, υπήρξε το σοβινιστικό στην ουσία, κίνημα των Νεότουρκων (24/7/1908).
Η Αυστροουγγαρία κρατούσε τις Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Μεσολαβεί η συνθήκη του Βερολίνου που καταργεί του Αγ. Στεφάνου. Ο Βούλγαρος Ηγεμόνας Φερδινάνδος εκμεταλλευόμενος το διακαή πόθο της Αυστροουγγαρίας να ανατρέψει την Βερολίνια Συνθήκη για να προσαρτήσει την Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αποσπά την στήριξή της για την ανεξαρτησία της χώρας του. Έτσι στις 5 Οκτωβρίου 1908 κηρύσσει στο Τίρνοβο την ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, που μέχρι τότε ήταν φόρου υποτελής στον Σουλτάνο. Αποσοβήθηκε βουλγαροτουρκικός πόλεμος με την παρέμβαση των Δυτικών Δυνάμεων και της Ρωσίας ιδιαιτέρως, η οποία παραιτήθηκε από το σύνολο της αποζημιώσεως που της όφειλε η Τουρκία μετά τον ρωσσοτουρκικό πόλεμο του 1877. Έτσι οι ηττημένοι Τούρκοι θέλοντας και μη, απεδέχθησαν τον ακρωτηριασμό, κάτω από την «ευγενική πίεση-προσφορά» του Τσάρου. Είναι φανερό ότι το επόμενο πεδίο αντιπαραθέσεων θα κατέλθει νοτιότερα: στη Μακεδονία. Ο Πανσλαβισμός αναδύεται πλέον ως ο πιο επικίνδυνος εχθρός του Ελληνισμού.

Αντιπαλότητες των Μεγάλων Δυνάμεων στη χερσόνησο του Αίμου – Διεθνείς Συσχετισμοί
Με τη συνθήκη του Βερολίνου η οποία κατήργησε αυτή του Αγίου Στεφάνου, στην ουσία εγκαινιάζεται η πολιτική του Παγγερμανισμού (Drang nach Süd-Osten). Αυτή όμως η πολιτική, φαντάζει τώρα πιο μεμακρυσμένος κίνδυνος, αν όχι και άσπονδος σύμμαχος εναντίον του σλαβισμού, ιδίως μετά την επίσημη δήλωση του Γερμανού Αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄ – κατά την επίσκεψή του στην Κέρκυρα – πως ούτε ο ίδιος ούτε η Αυστρία θα επέτρεπαν την κάθοδο των Βουλγάρων στο Αιγαίο.
Η Αντάντ ιδρύθηκε μετά από Αγγλογαλλική συμφωνία για την οριοθέτηση των σφαιρών επιρροής των δυο κρατών στη Μεσόγειο. Η Γερμανία αισθάνθηκε εγκλωβισμένη. Η προσχώρηση της Ρωσίας στην πρώτη μαρτυρούσε την προτίμηση της τελευταίας να ενισχύσει τον πανσλαβισμό ως αντίβαρο του γερμανισμού στα Βαλκάνια, όπως εμφατικότατα δήλωνε ο Γάλλος πρεσβευτής Reval στον Έλληνα βασιλιά Γεώργιο Α΄ μετά την συνάντηση μεταξύ του Άγγλου βασιλιά Εδουάρδου Ζ΄ και του Τσάρου Νικόλαου Β΄.1 Αντανακλαστικά δρώντας η Γερμανία και με την Ιταλική στήριξη πρόκρινε τη δημιουργία του ανύπαρκτου μέχρι τότε κράτους της Αλβανίας, ώστε να εμποδίσει τους φιλοανταντικούς Σέρβους να κυριαρχήσουν στην Αδριατική και να τους αποκλείσουν από την δίοδο αυτή (Συνθήκη Βερολίνου).
Στο εξής η Αυστρουγγαρία θα έριχνε όλο το βάρος της στη χερσόνησο του Αίμου, αφού μετά τη Σάντοβα και τη Βερολίνια Συνθήκη, της ανετέθει η διοίκηση των Βοσνίας και Ερζεγοβίνης.
Η συνεργάτις της Γερμανίας Αυστροουγγαρία στηριζόταν ανατολικά στην Ρουμανία και δυτικά στην Ιταλία. Η Τριπλή ή Τετραπλή Συμμαχία δραστηριοποιούνταν και ο Γεώργιος έπρεπε να εξασφαλίσει και εκεί στήριγμα. Ο πρεσβευτής και μετέπειτα Υπουργός Εξωτερικών (ΥΠΕΞ) της Αυστροουγγαρίας βαρώνος Αλοΐσιος Von Aehrenthal άνοιξε τον σιδηρόδρομο της Μητροβίτσα για Σκόπια. Η Θεσσαλονίκη απείχε μόνο μερικές ώρες. Οι γερμανισμός και σλαυισμός είχαν ήδη καταλάβει θέσεις μάχης. Την απειλητική για την παγκόσμια ειρήνη κρίση υποδαύλιζε και η ύπαρξη σλαυικών πληθυσμών της Αυστροουγγαρίας εχθρικά προσκειμένων προς τους αφέντες τους. Το Νοέμβριο του 1907 η παραχώρηση στην εταιρεία Βαγδάτης-Μπαν τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως της κοιλάδας Κόνιε, ισοδυναμούσε με έμμεση αποικιοποίηση της Ανατολίας. Η Συνθήκη του Βερολίνου δεν είχε αποσπάσει οριστικά την Βοσνία και Ερζεγοβίνη από την Τουρκία που την είχε δώσει για 25 χρόνια στην Αυστροουγγαρία. Η τελευταία μάλιστα είχε εξουσιοδοτηθεί να καταλάβει στρατιωτικά και το Νόβι Παζάρ. Αυτή η χρονική περίοδος είχε λήξει το 1903 και έπρεπε τα εδάφη να επιστραφούν στην Τουρκία. Βεβαίως οι Μεγάλες Δυνάμεις δεν δεσμεύονται από τις υπογραφές και τις σφραγίδες τους. Έτσι στις 15 Σεπτέμβρη 1908, στο Μπούλλοβιτς της Μολδαβίας, ο Βαρώνος Alois von Aehrenthal συμφώνησε με τον Ρώσο ΥΠΕΞ Κόμη Alexander Petrovich Izvolsky ή Iswolsky να κρατήσει ο γερμανισμός σαν αντίδωρο της παραπάνω περιοχές, λόγω της παραχωρήσεως της κηδεμονίας και πρόσδεσης της Βουλγαρίας στο άρμα του πανσλαυισμού.

Θέσις – Πολιτική της Ελλάδος απέναντι στις Μεγάλες Δυνάμεις
Παρά τις εντονότατες τουρκικές διαμαρτυρίες για τα παραπάνω τετελεσμένα (26/2/1909 υπογρ. πρωτ/λου οριστικοποιήσεως προσαρτήσεως), το πλήγμα ήταν οδυνηρότερο για την Σερβία γιατί διαγράφονταν οι εθνικές της ελπίδες χωρίζοντας την από το Μαυροβούνιο, και κυκλώθηκε ασφυκτικά από τον επεκτατισμό του Γερμανισμού. Έτσι αναγκάσθηκε να υπογράψει την ταπεινωτική οδηγία στις 31/3/1909.
Με αυξημένο το κύρος τους οι Γερμανία-Αυστροουγγαρία κατηφόριζαν ακάθεκτες προς το Αιγαίο.
Από την άλλη οι Έλληνες ανησυχούσαν για τις αγγλικές βλέψεις επί της Κρήτης. Ήδη από το 1878 η γηραιά Αλβιών είχε καταλάβει την Κύπρο σαν ισορροπιστική κίνηση κατά του σλαυισμού, ενώ εποφθαλμιούσε και την Σούδα, για να εξασφαλίσει μια αλυσίδα βάσεων στην Μεσόγειο (Γιβραλτάρ-Μάλτα-Σούδα-Κύπρος).
Με την αγορά του Αχιλλείου στην Κέρκυρα από τον Γουλιέλμο Β’ και την ταυτόχρονη εγκατάσταση του Γεωργίου Α’ στον Μον Ρεπό, ο οποίος δήλωσε ικανοποιημένος από τις επαφές του με τον πρώτο, ο Γάλλος πρεσβευτής έγραψε στο Παρίσι : «Δεν ήταν χωρίς θετικά αποτελέσματα η επίσκεψη του Αυτοκράτορα (Γουλιέλμου), που ήρθε να φυτέψει ένα τοπογραφικό παλούκι στην ελληνική επικράτεια».2 Κάθε κίνηση όσο αμελητέα και αν φαίνεται έχει τον συμβολισμό της. Στην Αγγλία δεν άρεσαν οι συχνότατες πλέον διελεύσεις των γερμανικών ναυτικών Μονάδων στην θάλασσα της Μεσογείου, που δεν παρέλειπαν να ναυλοχούν και στην Κέρκυρα λόγω και της συγγένειας του Γουλιέλμου με τον Γεώργιο (η βασίλισσα Σοφία ήταν αδερφή του). Η τελευταία επηρέαζε βέβαια ως ένα βαθμό την ελληνική εξωτερική πολιτική αλλά η Γερμανία απέφευγε να παρουσιάσει εαυτή ως συμπορεύουσα των ελληνικών εθνικών επιδιώξεων δύναμη. Η Ελλάδα βέβαια πίστευε στις ευγενικές «υπηρεσίες» της Γερμανίας για επίλυση του Κρητικού (Έλληνας ΥΠΕΞ Μπαλτατζής).

Κρητικό
Σε αυτό το ζήτημα θα αναφερθούμε διεξοδικότερα διότι απετέλεσε τον καταλύτη και το πεδίο ενασκήσεως πολιτικής των Δυνάμεων στην Αν. Μεσόγειο. Επίσης, διαμόρφωσε σε μεγάλο μέρος τις ισορροπίες και την πολιτική των βαλκανικών κρατών καθ’ όλη την διάρκεια της 15ετίας πριν την έκρηξη του Α’ ΠΠ.
Η Κρήτη αυτονομήθηκε το 1897 υπό την επικυριαρχία της Πύλης και με πρώτο ύπατο αρμοστή – με απόφαση των Δυνάμεων – τον πρίγκηπα Γεώργιο. Με την παραίτηση του το 1906 διορίζεται διάδοχος του ο Αλ. Ζαΐμης. Όλοι έβλεπαν ότι η ένωση ερχόταν βαθμιαία σαν ώριμο φρούτο. Για να γίνει αυτό ειρηνικά και να διασφαλίσουν την παρουσία-συμφέροντα τους εκεί, οι Δυνάμεις της Αντάντ καταλαμβάνουν το νησί με στρατεύματα τους. Οι Γερμανία και Αυστροουγγαρία απέφυγαν να συμμετάσχουν, για να μην δυσαρεστήσουν τον Σουλτάνο. Αποφασίσθηκε προϊόντος του χρόνου η κατοχή να τερματισθεί στις 24/7/1909. Αυτή η αποχώρησις όμως δεν σήμαινε και αυτοδιάθεση και κατ’ επέκταση ένωση με την Ελλάδα, όπως τόνιζαν οι Νεότουρκοι των οποίων το κίνημα είχε επικρατήσει στην Τουρκία από το 1908. Είχαν προηγηθεί τα γεγονότα της Βουλγαρίας και των Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και οι Δυνάμεις δεν βιάστηκαν να πάρουν αποφάσεις που θα προκαλούσαν περαιτέρω την Τουρκία. Στις 6 Οκτωβρίου 1909 ωστόσο οι Κρητικοί κύρηξαν την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Οι Δυνάμεις δήλωσαν ότι η ένωση τελούσε ύπο την αίρεση της συγκαταθέσεως τους. Οι Νεότουρκοι βλέποντας την παρελκυστική τακτική των Μεγάλων δημιουργούν ένα τυφώνα οργής για το θέμα. Έχοντας υποχωρήσει στα άλλα μέτωπα χρειάζονταν μια επιτυχία σαν εξισορρόπηση. Πήραν θέση ανυποχωρήτου αντιστάσεως για να προχωρήσουν την κατάλληλη στιγμή, σε αντεπίθεση. Χρησιμοποίησαν το γνωστό σύστημα της πολιτικής της «εθνικής βουλήσεως»: λαϊκές εκδηλώσεις, του πεζοδρομίου καθιστώμενες εύκολα «ανεξέλεγκτες» και ως εκ τούτου μεγάλης πολιτικής αποδόσεως και δυνατού θορύβου. Ήταν μια «πραγματική εκστρατεία» 3 σύμφωνα με τον Γάλλο πρόξενο Κωνσταντινουπόλεως Λουί Στίγκ. Όπως αυτός ενημερώθηκε από Νεότουρκο αξιωματούχο, με την Κρήτη η Ελλάδα αύξανε αριθμητικά τον στρατό της και την γεωπολιτική της ισχύ, απειλώντας την ασφάλεια Στενών και Μικρασιατικών ακτών και αυτό η Τουρκία δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Έτσι η Ελλάδα πιέζεται από όλες τις πλευρές για τήρηση «αψόγου στάσεως» καθώς: οι Αγγλία και Γαλλία χαϊδολογούσαν τους Νεότουρκους επικρίνοντας τους για την εύνοια τους στην Γερμανία. Η Ιταλία ήταν αφερέγγυα. Η Ρωσία υποστήριζε την Βουλγαρία, της οποίας τα συμφέροντα ήταν αντίθετα των ελληνικών. Έτσι η Τουρκία κατάφερε να παραπεμφθεί το θέμα στις καλένδες. Η ελληνική κοινή γνώμη δυσφορούσε έντονα… Εξαιτίας αυτού ο Γεώργιος εξέφρασε την πικρία του στους πρεσβευτές της Αγγλίας και της Γαλλίας : « Η δυναστεία ζημιώθηκε εξαιτίας της συμφοράς του 1897 και οφείλει την διάσωση της στην αυτονομία της Κρήτης. Ωστόσο, επιβάλλεται αυτή η αυτονομία να τηρήσει όλες τις υποσχέσεις της, διαφορετικά θα τρωθεί ανεπανόρθωτα το κύρος της δυναστείας».4 Δεν δίστασε να τονίσει ότι αν τον εξαπατούσαν οι Δυνάμεις, ο ίδιος δεν επρόκειτο να εξαπατήσει τον λαό του και ανακοίνωσε την πρόθεση του να παραιτηθεί.
Οι Τούρκοι συντηρούν με μανιώδη ένταση το ζήτημα απειλώντας όλους τους Έλληνες της αυτοκρατορίας. Ο Κάιζερ στο Μπρίντεζι έκανε θερμότατες φιλελληνικές δηλώσεις. Ο ΥΠΕΞ της Αυστροουγαρίας Von Aehrenthal όμως αμέσως δήλωσε στον Άγγλο πρεσβευτή στην Βιέννη : «Δεν θέλησα να αντιδικήσω με τον αυτοκράτορα στον φιλελληνικό ενθουσιασμό του, που ελπίζω να είναι πρόσκαιρος, αλλά μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ούτε η γερμανική κυβέρνηση, ούτε η δική μας τον συμμερίζεται και δεν πρόκειται να επιτρέψουν για χάρη της αγάπης προς τους Έλληνες να προκληθούν ασύνετα νέες περιπλοκές στην Ανατολή». 5
Τα λόγια του Έλληνα ΥΠΕΞ Γ. Μπαλτατζή προς τον Γάλλο πρεσβευτή ήταν προφητικά: «Πιστέψτε με, ο λόγος που κάνουν τόσο θόρυβο στην Κωνσταντινούπολη για το ασήμαντο γι’αυτούς Κρητικό είναι για να εξάψουν τα πνεύματα εναντίον μας. Επιδίωξή τους είναι να συντρίψουν τους Έλληνες. Οι Νεότουρκοι τους φοβούνται και γιατί είναι τόσοι πολλοί μέσα στην Τουρκία, αλλά και επειδή είναι αδύνατο να οργανώσουν συνταγματικά την χώρα τους χωρίς να παραχωρήσουν στους Έλληνες σημαντική θέση. Καθώς δεν επιθυμούν να τους δώσουν αυτό που δικαιούνται, θα προσπαθήσουν να τους εκμηδενίσουν με την βία. Χρησιμοποιούν την Κρήτη σαν πρόσχημα για να κυρήξουν τον πόλεμο, όχι μόνο κατά του ελληνικού βασιλείου, αλλά εναντίον ολόκληρου του ελληνισμού». 6 Παρ’ όλα αυτά οι Δυνάμεις προέκριναν την παραμονή της τουρκικής σημαίας στο νησί και μετά την αποχώρηση τους, η οποία επετηρείτο σημειολογικώς από τουρκικό στολίσκο. Τίποτα όμως δεν εμπόδισε τους Κρήτες να στολίσουν ακόμα και τα δημόσια κτίρια και το λιμάνι των Χανίων με την γαλανόλευκη, κάτι που εξερέθισε τους Τούρκους. Τα πράγματα γίνονταν όλο και χειρότερα καθώς στην Θεσσαλονίκη παρατηρούνταν μετακινήσεις στρατευμάτων. Ο τούρκικος στρατός ήθελε πόλεμο και οι Νεότουρκοι τον χρειάζονταν. Η Ελληνική κυβέρνηση τηρεί άψογη στάση, δεν προκαλεί. Ωστόσο οι Κρητικοί δεν υποστέλλουν την σημαία μέχρι που οι Δυνάμεις την υποστέλουν με την βία από το λιμάνι των Χανίων με άγημα 250 πεζοναυτών, το οποίο αναβιβάζει την τουρκική. Στην Κωνσταντινούπολη όλο ικανοποίηση συζητούσαν την αποστολή ναυτικής δυνάμεως στην Σούδα, για να διατηρήσει την τουρκική σημαία και να μετατρέψει το λιμάνι σε τουρκικό ή τουρκοαγγλικό ή τουρκογερμανικό Γιβραλτάρ. Η μάχη των επιρροών είχε κορυφωθεί γύρω από τους Νεότουρκους που έπαιζαν σε όλα τα επίπεδα : κατάληψις θέσεων για την επερχόμενη γιγάντια σύγκρουση.
Υπό αυτές τις συνθήκες το πεπρωμένο της Ελλάδας ήταν άδηλο. Δεν επρόκειτο για την Κρήτη μόνο αλλά για το σύνολο του ελληνισμού. Είναι κάτι τέτοιες ώρες που συνειδητοποιούν όλοι ότι «το πειστικότερο των εθνικών δικαίων επιχείρημα είναι η δύναμις» (Κων/νος Παπαρηγόπουλος). Το έθνος υποφέρει από αφάνταστη αγωνία επειδή δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Αναγνωρίζει ως υπαίτιους αυτούς που δεν διδάχθηκαν τίποτα από το 1897, που δεν επανεξόπλισαν τη χώρα, παρόλο που είχε μεσολαβήσει το έπος του Μακεδονικού Αγώνος και ο πόλεμος φαινόταν αναπόφευκτος.
Η Τουρκία πορευόταν στον δρόμο της αναδημιουργίας και της ανασυντάξεως με την στρατιωτική επέμβαση. Καιρός να συμβεί το ίδιο και στην Ελλάδα: ήταν ζήτημα εθνικής επιβιώσεως.

Το Κίνημα στου Γουδή (15 – 28 Αυγούστου 1909)
Έτσι εκδηλώνεται το κίνημα στου Γουδή, από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Ο τελευταίος αξιώνει και πετυχαίνει την απομάκρυνση από το Στράτευμα των Διαδόχου και Πριγκήπων. Ο Γεώργιος μόλις και μετά βίας, με παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων παραμένει στον θρόνο, ταπεινωμένος. Προκυρήσσονται εκλογές που δεν πραγματοποιούνται λόγω της εμμονής των Κρητικών να στείλουν αντιπροσώπους τους. Ωστόσο ένα νέο πολιτικό πρόσωπο για τους Έλληνες κάνει την εμφανισή του.Ο Κρης Ελ. Βενιζέλος εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα για την εκλογική συνδιάσκεψη. Όταν εξελέγη στην ελληνική Βουλή ως βουλευτής απεμπόλισε την κρητική υπηκοότητα λόγω των μεγάλων τουρκικών αντιδράσεων. Η Τουρκία στο Κρητικό προειδοποιούσε σε όλους τους τόνους ότι «μετρούσε» τους φίλους της. Και ήταν πολλοί που ήθελαν την φιλία της ισχύος της. Ο Γεώργιος παραπονείτο στους Γάλλους ότι : «Η Ανατολική Ρωμυλία είναι ηπειρωτική και η Βουλγαρία την κατάπιε σαν χάπι. Γιατί οι Μεγάλοι δεν επιτρέπουν στην Ελλάδα να φέρει με τον ίδιο τρόπο στους κόρφους της την Κρήτη; Είναι το μόνο που ζητάει η Μεγαλόνησος!».7 Η απάντηση ήρθε διά στόματος του Γάλλου ΥΠΕΞ Σ. Πισόν : «Η Τουρκία είναι ισχυρή, η Βουλγαρία αποτελεί δύναμη, η Ελλάδα όμως είναι ανίσχυρη. Επομένως αντί να παραπονείται ο βασιλιάς της, θα έπρεπε να φροντίσει να της εξασφαλίσει την αναγκαία δύναμη για δράση».8
Το κίνημα στου Γουδή συμπλήρωσε αυτό ακριβώς το κενό, και μάλιστα αναίμακτα. Ο Στρατός και το Ναυτικό ισχυροποιήθηκαν στο έπακρο και πλέον η Ελλάδα αντιμετώπιζε τις τουρκικές απειλές πολέμου ψυχρά.
Η Ελληνική κοινή γνώμη παρ’ όλες τις ιδιόρρυθμες σχέσεις του Βενιζέλου με τα Ανάκτορα και τον διχασμό της για το γλωσσικό («Ευαγγελικά» και «Ορεστειακά») 9 κατείχετο από πνεύμα εθνικής ομοψυχίας. Ο Βενιζέλος εκλέγεται με συντριπτική πλειοψηφία πρωθυπουργός της χώρας στις 16 Δεκεμβρίου 1910. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος είχε βρει τον πολιτικό του εκφραστή.

Η περιρρέουσα διεθνής ατμόσφαιρα – αντιπαλότητες
Οι Γερμανία και Αυστροουγγαρία δεν είχαν πρόθεση ν’αναμειχθούν στο Κρητικό ‘’αν οι Δυνάμεις δεν ασχοληθούν με τοstatus quo του νησιού. Το πράγμα διαφέρει στην περίπτωση που πρόκειται ν’αλλάξει το καθεστώς του’’ (von Sein). Έτσι έβγαιναν κερδισμένες απ΄την αμηχανία των άλλων για τα ελληνοτουρκικά. Οι θέσεις της κεντρικής Ενώσεως ενισχύθηκαν ακόμα περισσότερο με το τουρκικό ανθελληνικό μποικοτάζ του 1911 (απαγόρευση του ελλιμενισμού ελληνικών πλοίων στα τουρκικά λιμάνια). Έτσι όμως επλήγησαν και τα συμφέροντα των χωρών της Αντάντ γιατί τα προιόντα τους διακινούνταν μέσω αυτών των πλοίων. Ο Γάλλος πρεσβευτής Gabriell Deville έγραψε από την Αθήνα « Η Γερμανία βλέπει ευνοικά τη συρρίκνωση του ελληνικού εμπορίου, αφού μόνο οι Έλληνες μπορούν να την ανταγωνιστούν στο λιανεμπόριο. Συνεπώς έστω και αν δεν υπάρχει απόλυτη συμφωνία μεταξύ των μελών της Τριπλής Συμμαχίας και παρά την αντιπαλότητα Αυστρίας και Ιταλίας αναφορικά με τους Έλληνες που αναζητούν σημαία προστασίας και οι τρείς έχουν συμφέρον να συνεχισθεί το μποικοτάζ· ωστόσο, αυτή η συνέχιση είναι πιθανόν να δημιουργήσει πολλούς κινδύνους». 10
Την ίδια περίοδο (1/7/1911) λόγω Μαρόκου (Αγαδίρ) οι Γαλλογερμανικές σχέσεις είναι σε ένταση. Στις 5 Οκτ. η Ιταλία με το πρόσχημα της παρενόχλησης των εμπόρων της στην Λιβύη κυρήσει τον πόλεμο στον Σουλτάνο και καταλαμβάνει την Τριπολίτιδα.
Τα Βαλκάνια αρπάζουν φωτιά. Οι Σέρβοι επωφελούμενοι εισβάλλουν στην Αλβανία. Ο Ελληνικός Στόλος ναυλουχεί στον Βόλο. Ο Ελληνικός στρατός άρτια εκπαιδευμένος και εξοπλισμένος απ’την Γαλλία σίγουρα δεν θα επέτρεπε ένα νέο 1897.
Η Γαλλογερμανική κρίση τελείωσε ενώ η Ιταλοτουρκική σύγκρουση αν και προσωρινά δεν επεκτάθηκε, απήλλαξε ωστόσο την Ελλάδα απ΄την Τουρκική πίεση, αλλά και το μποικοτάζ (16 Νοε). Στο ίδιο πνεύμα εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων ο Βενιζέλος αρνήθηκε να δεχθεί τους Κρήτες βουλευτές στην ελληνική βουλή.

Οι Ευρωπαϊκές αντιπαλότητες στη Βαλκανική Σκακιέρα
Η επιδεινούμενη κρίση που προκάλεσε ο συνεχιζόμενος Ιταλοτουρκικός πόλεμος είχε σαν αποτέλεσμα το κλείσιμο των Στενών για την προστασία τους από τον κυριαρχούντα στο Αιγαίο ιταλικό στόλο. Οι υπόλοιπες Δυνάμεις που πλήττονταν οικονομικά προχωρούν σε διάβημα στην Πύλη το οποίο δεν απέδωσε καρπούς. Οι Νεότουρκοι επενδύουν έξυπνα στις Ευρωπαικές αντιπαλότητες για να βγουν από την δύσκολη θέση που βρίσκονταν. Τότε ακούγονται κάποιοι ψίθυροι για μυστυριώδη Γαλλο-Ρωσική συμφωνία για διανομή της Ανατολής.
Στις 5 Μαίου 1912 οι Ιταλοί ολοκληρώνουν την κατάληψη της Δωδεκανήσου όπου γίνονται δεκτοί ως απελευθερωτές: Ψευδαισθήσεις των εκεί Ελληνικών πληθυσμών. Οι υπόλοιποι της Αντάντ βλέπουν πίσω απ΄την Ιταλία την Κεντρική Ένωση και κατά συνέπεια δεν μπορούν να μείνουν απραγείς παρά τις ρητές ιταλικές διαβεβαιώσεις περί προσωρινότητας της κατοχής. Η Γαλλία ανασύρει ανεδαφικώς, απ΄το χρονοντούλαπο της Ιστορίας την αρχή της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάθετα αντίθετη ήταν βέβαια σ’αυτό η Ρωσία, που επιθυμούσε διακαώς την κάθοδο της στο Αιγαίο. Αυτή ήταν άλλωστε και ο ηθικός αυτουργός και εγγυητής της μυστικής Σερβοβουλγαρικής συμφωνίας (13/3 και 29/4 π. ημ. 1912), με την οποία διανέμονταν όλα τα βαλκανικά οθωμανικά εδάφη, συμπεριλαμβανομένης και της Μακεδονίας!!! Ο επιτυχής Μακεδονικός Αγώνας λοιπόν δεν αρκούσε για να σωθούν οι βόρειοι ελληνικοι πληθυσμοί…
Η Ελλάδα συρόμενη πίσω απ’τις εξελίξεις αφού κανείς δεν την ήθελε δυνατή ίσως και από ολιγωρία της κυβερνήσεως Βενιζέλου, επιχειρεί «άλμα στο κενό» (κατά τη ρήση Ελ. Βενιζέλου) χωρίς κανένα εχέγγυο για μελλόντικη επίτευξη εθνικών της στόχων. Έτσι προσχωρεί σε συμφωνία με την Βουλγαρία (29/5/12), χωρίς όμως να συνάψει ανάλογη συμφωνία με Σερβία οπότε η Βουλγαρία απετέλεσε τον άξονα της «Βαλκανικής Συμμαχίας».

Βαλκανικοί Πόλεμοι (ΒΠ) – Διεθνής αντίκτυπος τους
Έτσι ξεσπά ο Ά ΒΠ (Οκτ 1912-Ιαν 1913) μεταξύ Ελλάδος-Σερβίας-
Μαυροβουνίου –Βουλγαρίας απ΄την μια πλευρά και της Τουρκίας από την άλλη. Η Τουρκία χάνει σ’όλα τα μέτωπα. Τα προελαύνοντα Βουλγαρικά στρατεύματα φθάνουν έξω απ΄την Κωνσταντινούπολη. Ο Ελληνικός Στρατός απελευθερώνει τα νησιά του Αιγαίου, μεγάλο μέρος της Ηπείρου και σχεδόν όλη η Μακεδονία με εμφανέστατη την δυσαρέσκεια της Βουλγαρικής πλευράς που ονειρευόταν την συνθήκη του Αγίου Στεφάνου.
Οι Έλληνες εισέρχονται απελευθερωτές στην συμβασιλεύουσα ύστερα από 472 χρόνια Οθωμανικής κατοχής. Ο βασιλιάς Γεώργιος εγκαθίσταται στην Θεσ/νίκη για να δώσει έμφαση στην σημασία που απέδιδε η ελληνική πλευρά στην πόλη λόγω της Βουλγαρικής επιθετικότητας. Και τότε ο Γεώργιος δολοφονείται από κάποιον δάσκαλο Σχοινά, ο οποίος και αυτοκτόνησε (;) στην φυλακή. Τα κίνητρα της δολοφονίας παρέμειναν ανεξιχνίαστα. Αναλαμβάνει Βασιλιάς, ο Διάδοχος Στρατηλάτης Κων/νος.
Οι επεκτατικές της βλέψεις ήταν αυτές που οδήγησαν την Βουλγαρία να επιτεθεί απρόκλητα και χωρίς κήρυξη πολέμου εναντίον των δύο πρώην συμμάχων της: Ελλάδος και Σερβίας. Ωστόσο αυτές οι τάσεις που είχαν διαμορφωθεί μετά την λήξη του Α΄ΒΠ και λόγω των πιέσεων της Αυστρίας προς την Σερβία, είχαν ήδη οδηγήσει στην σύναψη ελληνοσερβικής συμμαχίας. Στο μεταξύ η Κρήτη προσαρτάται στην Ελλάδα de facto.
Οι Αγγλογάλλοι ανησυχούν για την ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις. Η Κεντρική ένωση είχε ενοχληθεί σοβαρά από την Ιταλική κατοχή της Τριπολίτιδος, ενώ εξεπλάγησαν με την ολοκληρωτική ήττα των Τούρκων, αφού η νίκη των Χριστιανών της Βαλκανικής όρθωνε υψηλό φράγμα μπροστά απ΄την Κωνσταντινούπολη, κλείνοντας τους τον δρόμο προς τα νοτιοανατολικά. Θα αντιδρούσαν δυναμικά την στιγμή μάλιστα που τα σερβικά στρατεύματα εισβάλλοντας στην Αλβανία, προέλαυναν προς το Δυρράχιο, δηλαδή προς την θάλασσα κάνοντας την Αδριατική δική τους και αποκόπτοντας τον δρόμο της Αυστρίας προς αυτή.
Έτσι στον ορίζοντα διαγραφόταν μία αυστριακοβουλγαρική συμμαχία εναντίον της Σερβίας και της Ελλάδας. Στις 31/12/1912 οι Αυστρία-Ιταλία υπέγραψαν συμφωνία με την οποία δεσμεύονταν να δημιουργήσουν ανεξάρτητη Αλβανία, στην οποία θα διατηρούσαν ισοδύναμες σφαίρες επιρροής.
Μια Αλβανία προτεκτοράτο της Ιταλίας πλάι στον Αυλώνα, υποστηριζόμενη από την Αυστρία και την Γερμανία ως προφυλακή της Κεντρικής Ενώσεως με τα Δωδεκάνησα στα ιταλικά χέρια, και την Μικρασία υπό την γερμανική επιρροή η Βαγδάτη ερχόταν πιο κοντά. Αυτό σήμαινε ότι η Ελλάδα θα ήταν κυκλωμένη από δυτικά και ανατολικά, έστω και αν κέρδισε προς το νότο, την Κρήτη ή προς τον βορρά την Μακεδονία. Το πεδίο μάχης της Αν. Μεσογείου άλλωστε είναι ενιαίο.
Η Ελλάς λοιπόν βρίσκεται εκτός σχεδιασμού, αγνοείται από τις Μ. Δυνάμεις. Συνεχίζει τις επιχειρήσεις στο Αιγαίο γνωρίζοντας ότι κατά πάσα πιθανότητα θα είναι αναγκασμένη να κάνει οδυνηρές εδαφικές παραχωρήσεις, ελλείψει σταθερού διεθνούς ερείσματος. Στο «Μέτωπο» της Μακεδονίας ευτυχής συγκυρία υπήρξε βέβαια και η έλλειψη εμπιστοσύνης που πλέον είχε η Ρωσία έναντι της Βουλγαρίας, λόγω της επαμφοτερίζουσας στάσης της τελευταίας.
Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του επιφανούς Ταγματάρχη Γκότσεφ, στρατιωτικού ακολούθου της Βουλγαρίας στην Ρώμη, προς τους Ρώσσο και Γάλλο ομολόγους του: «Η Γαλλία και η Ρωσία μας εγκατέλειψαν στο θέμα της Θεσ/νίκης. Θα αποξενωθούν και οι δύο από την χώρα μου, όπου για διαφόρους λόγους, απολαμβάνουν τόσο ισχυρές συμπάθειες. Με τον τρόπο αυτό βλάπτουν τα συμφέροντα τους, αν όχι άμεσα, πάντως στο πολύ προσεχές μέλλον ∙ διότι αυτή η εγκατάλειψη, σε θέμα ζωτικό για την χώρα μου, θα μας εξωθήσει στα χέρια της Αυστρίας και, κατ’επέκταση, της τριπλής Συμμαχίας, που μας στηρίζει στο συγκεκριμένο ζήτημα και που στο πλαίσιο της αναμετρήσεως των μεγάλων συμφερόντων, έχει αποδείξει πως διαθέτει ρωμαλέα ισχύ». 11
Αυτός ο κυκεώνας των διπλωματικών ζυμώσεων οδήγησε στη Συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαίου 1913). Αυτή πέτυχε μόνο να οριστικοποιήσει τα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (γραμμή Αίνου – Μηδείας κατά μήκος του Έβρου). Κατά τα άλλα για τα εδάφη που βρίσκονταν δυτικά αυτής της γραμμής δεν προέβλεπε σε ποιους και πως, θα παραχωρούνταν. Επίσης δεν καθόριζε το καθεστώς και τα σύνορα της Αλβανίας, όπως και το καθεστώς των νησιών του Αιγαίου. Τέλος ανέφερε την ολοκληρωτική συμμαχική αποχώρηση από τη Κρήτη χωρίς άλλη επισήμανση. Η Τουρκία δεν ήθελε ν’ αναγραφεί πως την παραχωρούσε στην Ελλάδα, ενώ και η τελευταία δεν δεχόταν να θεωρηθεί η Κρήτη «κέρδος» της από το Α‘ ΒΠ. Έτσι και αλλιώς ήταν στην ουσία ελληνική πρίν τον πόλεμο και δεν υπήρχε κίνδυνος να διεκδικηθεί από κάποιον, την στιγμή μάλιστα που πάλευε για το Αιγαίο και τη Μακεδονία που ήταν τα ουσιαστικά κέρδη της.
Αναλαμβάνοντας τις ευθύνες τους, οι Δυνάμεις θα μπορούσαν να ολοκληρώσουν το έργο τους και να σώσουν την ειρήνη. Προτίμησαν το ρόλο όμως του Πόντιου Πιλάτου. Πρώτα- πρώτα προετοίμαζαν το δικό τους μεγάλο πόλεμο ύστερα και η ειρήνη απαιτεί θάρρος… Θα άφηναν έτσι να ξεσπάσουν όλες οι διαμάχες και να βρούν διέξοδο όλα τα πάθη.
Η Ελλάδα τελικά πήρε τη διαβεβαίωση ότι θα διατηρούσε τη Θεσσαλονίκη. Αυτό προκάλεσε έξαλλη οργή στη Βουλγαρία. Η ρωσική κοινή γνώμη την υποστήριζε και ο Τσάρος κατηγορήθηκε για υποχωρητικότητα. Οι βουλγαρικοί στρατιωτικοί κύκλοι δεν ικανοποιούνταν με τη Μακεδονία, τη Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι : ήθελαν και έξοδο στη Αδριατική!!! Οι Μ. Δυνάμεις δεν τολμούσαν πια ν’ αναμειχθούν, αποσύρθηκαν στη παγερή αδιαφορία τους και το τόνισαν με έμφαση. Στρουθοκαμιλίζοντας επιτάχυναν το Μεγάλο Πόλεμο αντί να λύσουν με κάθε τίμημα το Βαλκανικό πρόβλημα που θα έβαζε φωτιά σ’ όλη την Ευρώπη.
Η Ελλάδα αναζητούσε ερείσματα και στους δύο συνασπισμούς: είχε ανάγκη από την Αντάντ Κορντιάλ για το θέμα των νήσων και από τη Τριπλή Συμμαχία για το ζήτημα της Ηπείρου και της Μακεδονίας αφού αυτή δεν έβλεπε με καλό μάτι την επαμφοτερίζουσα Βουλγαρία ν’ αποκτά έξοδο στο Αιγαίο.
Οι συνθήκες ωρίμασαν λοιπόν και η (απόρρητη) ελληνοσερβική συμμαχία (Θεσσαλονίκη 1/ 6/1913) προέκυψε ως φυσικό επακόλουθο βάζοντας ουσιαστικά τη Βουλγαρία στο αντίπαλο στρατόπεδο, χωρίς να θίγεται όμως η δυνατότητα της Ρωσικής διαιτησίας, η οποία και ζητήθηκε από τη Βουλγαρία λόγω των διεκδικησεών της. Αυτή η ρωσική παρέμβαση στα Βαλκάνια, προκάλεσε την αναμενόμενη αντίδραση της Τριπλής Συμμαχίας και διότι την συνέφερε να παραμείνουν άλυτα τα προβλήματα της χερσονήσου του Αίμου. Η πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» υπό αυτές τις συνθήκες την διευκόλυνε αφού η διείσδυσή της στην Ανατολή, περνούσε από τα «απείθαρχα» και απρόβλεπτα στις προτιμήσεις τους χριστιανικά βαλκανικά κράτη. Η Τουρκία της είχε δώσει ήδη «γή και ύδωρ».
Έτσι τη νύχτα της 29ης/30ης Ιουνίου 1913 (Β’ ΒΠ) οι Βουλγαρικές Δυνάμεις επιτίθενται άνευ κυρήξεως πολέμου σ’ Ελλάδα και Σερβία. Στις μάχες όμως των Κιλκίς και Γευγελής αντιστοίχως υφίστανται πανωλεθρίες και οι δύο σύμμαχοι προήλασαν μέσα στο βουλγαρικό έδαφος. Ταυτόχρονα ρουμανικές Δυνάμεις πέρασαν τον Δούναβη και προελαύνουν. Η Βουλγαρία απελπισμένη απευθύνεται στη Ρωσία η οποία παρεμβαίνει με διακοίνωση στις 10 Ιουλίου αλλά οι Σύμμαχοι δεν τη λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψη καθώς όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις ενώ φοβούνταν τη γενίκευση του πολέμου σε όλη την Ευρώπη και ήθελαν άμεσα ειρήνευση, εντούτοις τήρησαν ουδέτερη στάση ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος είχε κρίνει σωστά γράφοντας στον ΥΠΕΞ Κορομηλά τις απόψεις του για τη παρέμβαση της Ρωσίας. «… Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η λύση που θα μπορούσε να δώσει η Ρωσία ή οι άλλες Μεγάλες Δυνάμεις πρίν από το πόλεμο, θ’ αποτελούσε στη πραγματικότητα σπέρμα πολέμου, ο οποίος θα ξεσπούσε αναπόφευκτα μετά από ελάχιστα χρόνια. Το μεγάλο σημερινό πλεονέκτημα είναι ότι θα μπορούμε να ήμαστε ήσυχοι από τη πλευρά των Βουλγάρων επί γενεές ολόκληρες. Και αυτό το πλεονέκτημα δεν επιτρέπεται να χαθεί. Οπωσδήποτε να μη συνεναίσετε σε σύναψη ανακωχής πρίν διαβουλευθείτε μαζί μου. Ceretum censeo Bulgarian esse delendam(κατά τα άλλα φρονώ ότι η Βουλγαρία πρέπει ν’ αφανισθεί (στρατιωτικά): παράφραση της φράσης του Αννίβα)». 12 Άλλωστε ήταν πολύ νωπές οι μέθοδοι γενοκτονίας που εφήρμοσαν τα Βουλγαρικά στρατεύματα στις καταληφθείσες απ’ αυτούς ελληνικές περιοχές.
Η Ρουμανία ανεμείχθη, επειδή ήθελε να έχει και εκείνη λόγο στη μορφοποίηση της Βαλκανικής ισορροπίας. Στην περίπτωση της πρέπει ν’ αναζητηθεί δάκτυλος της Γαλλίας καθώς το Βουκουρέστι ακολουθούσε πολιτική ανεξάρτητη απ’ τη Τριπλή Συμμαχία και αυτό είχε μεγάλη σημασία. Υπο αυτό το πρίσμα η Ρουμανία δεν επιθυμούσε να υπάρχει βουλγαρική υπεροχή στον Αίμο και εκμεταλεύθηκε το φόβο των άλλων Δυνάμεων για πιθανή ηγεμονία της Ρωσίας.
Επωφελούμενη η Τουρκία προωθεί τα στρατεύματα της προς τη γραμμή Αίνου- Μήδειας που της επεδικάσθη στο Λονδίνο, ενώ καταλαμβάνει και την Ανδριανούπολη.
Εδώ πλέον φαίνεται καθαρά ότι η στρατιωτική ισχύς επέτρεπε για πρώτη φορά στην Ελλάδα αλλά και στους υπολοίπους βαλκάνιους ένα καθεστώς αυξημένης πολιτικής αυτονομίας.
Οι Βούλγαροι μετά τη κατάληψη της Σόφιας από τους Ρουμάνους και της Ανδριανούπολης από τους Τούρκους, υποχρεώνονται – στη συνθήκη ειρήνης που υπογράφουν (29 Σεπ 1913) – να παραιτηθούν από τα εδάφη της Καβάλας και της Ανδριανουπόλεως αφού μόνο η Ρωσία τους υποστήριζε. Οι υπόλοιποι σύμμαχοι της Αντάντ και οι Κεντρικές Αυτοκρατορίες δεν επιθυμούσαν την κάθοδο των Σλαύων στο Αιγαίο. Έτσι η επιμονή του Κωνσταντίνου παρά τις νύξεις του Βενιζέλου για υποχωρητικότητα στο θέμα της Καβάλας, θριάμβευσε.

Ο διπλωματικός οργασμός στις παραμονές και την έκρηξη του Α’ ΠΠ
Τα σύννεφα του Α’ΠΠ πλησιάζαν απειλητικά και η Ελλάδα προσπαθούσε να βρεί στηρίγματα στους δύο συνασπισμούς. Ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βιέννη Dumaine περιέγραψε μ’ ακρίβεια την τότε δεινή ελληνική θέση καθώς αυτή είχε ανάγκη από την Αγγλία κατά του Σλαβισμού, από τη Γαλλία κατά του Ιταλικού Ιμπεριαλισμού, ίσως και από την Αντάντ κατά των φιλοδοξιών της Τριπλής Συμμαχίας στη Μεσόγειο και στη Μικρά Ασία. Ο ρόλος που έπρεπε να παίξει ήταν πολύ μεγάλος για την Ελλάδα, παρά τις νίκες της.
Οι Βουλγαρία και Τουρκία αποτελούν εκ νέου το «μήλον της έριδος» για τους δύο συνασπισμούς. Και οι δύο μετά τη ταπείνωση τους τρέφουν κληρονομική εχθρότητα για την Ελλάδα, η οποία ανησυχεί βλέποντας το Βούλγαρο Βασιλιά Φερδινάνδο να γίνεται δεκτός στην Αυστρία ως «άσωτος υιός».
Η Ιταλία φλεγόταν απ’ το πυρετό του επεκτατισμού έχοντας ήδη εγκατασταθεί σε Αλβανία και Ρόδο εκκρεμούντος δε και του προβλήματος του καθεστώτος των αιγαιακών νήσων. Όλοι συμφωνούσαν ν’ αποδωθούν στην Ελλάδα σ’ αντάλλαγμα για τον «εγκλεισμό» της Β. Ηπείρου στην Αλβανία (απαίτηση της Τριπλής Συμμαχίας). Ενδεικτικές όμως ήταν οι δηλώσεις του Ιταλού ΥΠΕΞ Antonino Paterno- Castello Μαρκησίου του San Giulliano στους Γάλλους ότι θα προέκυπταν σοβαρές ανωμαλίες αν δίνονταν και τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα αφού θα τους επέτρεπε ν’ αναπτύξουν «προπαγάνδα» στη Μ. Ασία… Η Ιταλία θα πράξει το καλύτερο, ώστε από την αποχωρησή της; να ωφεληθεί περισσότερο η Τουρκία. Εξάλλου το θέμα των νήσων συνδέεται με το αντίστοιχο των νότιων συνόρων της Αλβανίας». Οι «φόβοι» της για την αναβίωση μιας νέας βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν καταλυτικοί στη διαμόρφωση της περαιτέρω στάσης της. Έτσι στη συνδιάσκεψη των πρεσβευτών των Δυνάμεων στο Λονδίνο (12/8/1913) τέθηκαν οι βάσεις για τη κατακράτηση της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς παρά τις γαλλικές αντιδράσεις. Τα υπόλοιπα απελευθερωμένα νησιά αποδίδονται στην Ελλάδα (Ελληνοτουρκική Συνθήκη των Αθηνών 13/11/1913).
Νέο ιταλικό «χαστούκι», με την αρωγή της Κεντρικής Ένωσης, στην Ελλάδα ακολουθεί, με την ενσωμάτωση της πανάρχαιας Ελληνικής γής της Β. Ηπείρου στο νέο κράτος της Αλβανίας (πρωτ/λο Φλωρεντίας, 19 Δεκ 1913). Η ελληνική ηγεσία το απεδέχθη λόγω διαβεβαιώσεων που της είχαν δοθεί περί ενσωματώσεως και των Δωδεκανήσων. Έτσι εγκατέλειψε τον εξεγερμένο Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό αποσύροντας τον εκεί Ελληνικό Στρατό, παρά τις περηφανείς νίκες που κατήγαγε κατά των βοηθουμένων από τη Κεντρική Ένωση και Ιταλία, Αλβανών. Εγκατέλειψε ακόμα και το ηπιότερο για τους Βορειοηπειρώτες, Πρωτόκολο Κερκύρας (17/5/1914) που αναγνώριζε την αυτονομία της περιοχής, ένα πρωτόκολλο που ποτέ δεν εφαρμόσθηκε αλλά ούτε και ακυρώθηκε μέχρι σήμερα.
Σε μία Ευρώπη που ήταν ένα καζάνι που έβραζε τέτοιου είδους υποσχέσεις ήταν αίολες. Τα πεπρωμένα του Ελληνισμού βρίσκονταν εν μέσω της διεκδικήσεως της Μεσογειακής κυριαρχίας και κατ’ επέκταση της Παγκόσμιας, από τη Τριπλή Συμμαχία και την Αντάντ για την οποία συγκρούονταν ο γερμανισμός με το σλαβισμό, η Αγγλία με τη Γερμανία ή με τη Ρωσία : επρόκειτο για το τρομερότερο πρόβλημα του κόσμου και η Ελλάδα ήταν τόσο μικρή. Ο Βενιζέλος ταξιδεύει στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το μήνυμα του Γάλλου πρεσβευτή στο Βερολίνο Jules Cambon (22/11/1913) δεν αφήνει αμφιβολίες για το ότι η Γερμανία έχει εγκαταλείψει τη διπλωματία. Η Ρώμη είναι ρητορικώς μόνο καθησυχαστική. Όλοι πλέον ετοιμάζονται για πόλεμο.
Το Παρίσι αποστέλλει στρατιωτική αποστολή υπό τον Στγο Joseph-Paul Eydoux στην Ελλάδα σχεδόν ταυτόχρονα με την αποστολή από την Γερμανία στη Κωνσταντινούπολη του ομοιοβάθμου του Otto Liman von Sanders, υπό τη καθοδήγηση του οποίου άρχισε η γενοκτονία των χριστιανικών πλυθησμών της Μ. Ασίας (1912). Η Γαλλία εξοπλίζει την Ελλάδα, ενώ της υπόσχεται μαζί με την Αγγλία δάνεια. Ο Κάιζερ με το καγκελάριο Theobald von Bethmann Hoolweg έρχεται στη Κέρκυρα για «διακοπές» και συνομιλίες με το Βασιλιά και τον Έλληνα ΥΠΕΞ Γ. Στρέιτ. Ο Γουλιέλμος ήταν σίγουρος για τη συμμαχία της Ελλάδος όμως ο Στρέιτ του επισήμανε ότι αυτό είναι αδύνατο λόγω των απειλών της Βουλγαρίας και της Αγγλίας η οποία θα επενέβαινε και δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι ναυτική χώρα, θα εκτιθόταν εύκολα στα αγγλικά καίρια πλήγματα.
Με την ολοκλήρωση των τουρκοσερβικών διαπραγματεύσεων (17 Μαρ 1913) το Παρίσι έδωσε ένα δάνειο των 500 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων, που ζήταγε η Τουρκία. Έτσι η τελευταία έγινε πιο αδιάλακτη έναντι της Ελλάδας, και λόγω της Ιταλικής στάσεως. Έδινε μάλιστα την εντύπωση πως και αυτή είχε αποφασίσει την εμπλοκή σε πόλεμο. Ξανάρχισαν οι βάρβαροι διωγμοί των Ελλήνων σε Θράκη και Μ. Ασία. Ο Γάλλος πρεσβευτής στη Πόλη, Maurice Bompard ανέφερε στο Παρίσι: «Η Βαλκανική είναι αυτή τη στιγμή σχεδόν στο συνολό της θέατρο φρικαλεοτήτων οι οποίες θα μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με όσες συνόδευαν τις μεγάλες μεταναστεύσεις λαών».13 Η κρίση μόλις που εκτονώθηκε, ωστόσο η Ελλάδα στράφηκε στη Σερβία για να ενεργοποιήσει τη συμφωνία τους. Η τελευταία συνέστησε ψυχραιμία, λόγω ανετοιμότητας του στρατού και της κοινής της γνώμης. Η Ρουμανία που δεν ήθελε να διακυβευθούν αυτά που είχε κερδίσει, «εξ αδρανείας» τάχθηκε, χλιαρά όμως, με την Ελληνοσερβική πλευρά.
Η έκρηξη του Α΄ΠΠ, είχε σαν αφορμή τη δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστρίας Φερδινάνδου, στο Σεράγεβο, από τη Σερβική οργάνωση «Μαύρη Χείρα». Η Ελλάς βρίσκεται απομονωμένη.

Η Ελληνική ουδετερότητα (1914 – 1915)
Το τελεσίγραφο της Αυστρίας προς τη Σερβία, επέφερε το αίτημα της τελευταίας για ελληνική αρωγή. Ο Βενιζέλος έδωσε οδηγίες στο Στρέιτ να δώσει απάντηση, παρεμφερή μ’ αυτή που είχε λάβει και η Ελλάδα από τη Σερβία, με την οξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Αναντίρρητα ήταν πολιτικώς ορθός αυτός ο συσχετισμός. Ωστόσο η Σερβία αντιμετώπιζε και το κίνδυνο εκτός της Αυστροουγγρικής και της ταυτόχρονης Βουλγαρικής επιθέσεως.
Ο Βενιζέλος δίνει οδηγίες στην ελληνική πρεσβεία Βουκουρεστίου για σύναψη ελληνορουμανικής συμφωνίας : «Η Ρουμανία θα είναι αναμφίβολα, όπως και εμείς, αποφασισμένη να μην ανεχθεί τέτοια επίθεση. Το σύμφωνο Ελλάδας – Ρουμανίας θα προέβλεπε ποια μέτρα θα υιοθετούσαν από κοινού για να επισύρουν την προσοχή της Σόφιας, ή σε περίπτωση ανάγκης, για να παραλύσουν τις ενέργειες της: αυτή η συμφωνία ήταν επιθυμητή και για ένα πρόσθετο λόγο ∙ θα υποχρέωνε την Τουρκία σε αυστηρή ουδετερότητα».14
Οι Γερμανοί μετά τη λήξη του αυστριακού τελεσιγράφου προειδοποιούν την Ελληνική κυβέρνηση να μην εμπλακεί στην επερχόμενη αυστροσερβική σύρραξη, επισείοντας την έμμεση απειλή περί εκμεταλεύσεως της κρίσεως από Τουρκία και Βουλγαρία. Επιθυμούσε μάλιστα την «…έγκαιρη αποστασιοποίηση της Ελλάδος από τη Σερβία». Χαρακτηριστικό ήταν το τηλεγράφημα του Βενιζέλου προς το Γ. Στρέιτ στο οποίο ανέφερε ότι σε περίπτωση σερβοβουλγαρικής συρράξεως η Ελλάδα θα συνέδραμε την Σερβία αφού από αυτό εξαρτάτο η ίδια της η επιβίωση. Ενώ σε ερώτημα του Σέρβου πρωθυπουργού Nikola Pašić απάντησε (25 Ιουλίου 1914) ότι όσον αφορά στην Αυστρία, η Ελλάδα θα αποφάσιζε έχοντας πάντα υπ’ όψιν την αποτελεσματικότητα της βοηθειάς της.
Ο Βενιζέλος είχε την άποψη ότι ανεξαρτήτως της εκτάσεως του πολέμου η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να ενταχθεί στο αντίπαλο απ’ τη Σερβία στρατόπεδο λόγω της παραδοσιακής ηπιότητας των ελληνοσερβικών σχέσεων. Κυριχθέντος του πολέμου ωστόσο, η Ελλάδα απέφυγε να κινητοποιήσει τους 40000 άνδρες που προέβλεπε η ελληνοσερβική συμφωνία για να μην προκαλέσει γενική βουλγαρική επιστράτευση και κατ’ επέκταση γενική βαλκανική ανάφλεξη. Ο Γερμανός αυτοκράτορας με τηλεγραφηματά του προς το Κωνσταντίνο (2 και 4 Αυγούστου1914) τον ενημερώνει για τις συμμαχίες που ήδη είχε συνάψει με Βουλγαρία και Τουρκία για να φράξει την έξοδο του σλαυισμού στο Αιγαίο και τον πιέζει να συμμαχήσει μαζί τους. Ο Κων/νος απαντά ότι στρατηγικώς κάτι τέτοιο είναι αδύνατο αφού σε τέτοιο ενδεχόμενο η ελληνική επιστράτευση, λόγω ελλείψεως επιγείων μέσων (σιδηροδρόμων και δρομολογίων), θα γινόταν μόνο δια θαλάσσης. Η Ελλάδα τότε θα βρίσκονταν μοιραία στο έλεος των Αγγλογάλων οι οποίοι θα την αφάνιζαν στρατιωτικά πρίν καν συνδράμει στις επιχειρήσεις, γι’ αυτό και επέλεξε την αυστηρή ουδετερότητα.
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι η Γερμανία αποδείχθηκε ιδιαίτερα επιτήδεια στη μυστική διπλωματία : μην μπορώντας να προσεταιρεισθεί την φιλοανταντική Ελλάδα, επιδίωκε την ουδετεροτητά της, κρατώντας Τουρκία και Βουλγαρία σε αναμονή, ώστε να εμφανίζονται και αυτές «ουδέτερες». Έτσι η Ελλάδα βρισκόταν σε κατάσταση αβεβαιότητος σχετικά με το αν θα έπρεπε να εισέλθει στο Α’ ΠΠ ή όχι.
Κάτω από τέτοιες συνθήκες τρομακτικών πιέσεων σε μία μικρή χώρα που πάλευε για την επιβίωσή της, ήταν αναμενόμενη η πολιτειακή της εκτροπή. Ο Βενιζέλος πίστευε ακράδαντα στη νίκη της Αντάντ ως συνασπισμού ισχυρά ναυτικών κρατών. Δεν είχε ενδοιασμούς να διαπραγματεύεται ακόμη και τη παραχώρηση της Μακεδονίας στη Βουλγαρία(!), αφού η Αντάντ διαπραγματευόταν ήδη με τους Βουλγάρους την περιοχή και με τους Τούρκους Θράκη και νησιά για να τους προσελκύσει. Προσπαθούσε δηλαδή να ελαχιστοποιήσει τις αναπόφευκτες, βάσει της αντατικής πολιτικής, εδαφικές απώλειες. Αν μάλιστα οι Βουλγαρία και Τουρκία τάσονταν τελικά υπέρ της Κεντρικής Ενώσεως, η Ελλάδα θα μπορούσε με τους νικητές να επιδιώξει την πραγμάτωση της Μ. Ιδέας. Η ίδια η Αντάντ μάλιστα, υστερόβουλα, συσχέτιζε την αποδοχή της Ελλάδας ως συμμάχου, με την εχθρότητα ή μη των Τούρκων και Βουλγάρων!! Φυσικά αυτή τους η πολιτική πήγαζε από τις ρωσοϊταλικές κυνικές αντιδράσεις για πιθανή ενδυνάμωση και επέκταση της Ελλάδος. Με λίγα λόγια η τελευταία ήταν ανεπιθύμητος σύμμαχος απ’ τη στιγμή που προέβαλλε οποιαδήποτε απαίτηση. Την ήθελαν σύμμαχο, χωρίς κανένα απολύτως εχέγγυο αλλά και διότι είχαν αποφασίσει να την “ακρωτηριάσουν” προκειμένου να εξασφαλίσουν ακόμα και την ουδετερότητα, ιδιαιτέρως των Βουλγάρων. Η Βουλγαρία ήταν ο άξονας της πολιτικής στα Βαλκάνια, σύμφωνα με την Αντάντ, γι’ αυτό της πρόσφεραν ως αντίδωρο ακόμα και την Ανδριανούπολη. Όπως ήταν αναμενόμενο η Τουρκία βγαίνει στον πόλεμο υπέρ της Γερμανίας. Μάταια ο Βενιζέλος προσπαθεί να πείσει την Αντάντ περί της μυστικής Βουλγαρογερμανικής συμμαχίας. Η απάντηση; : «Αδύνατο, αδύνατο και αν συμβαίνει τέτοιο πράγμα, θα την αποσπάσουμε από την Γερμανία, πλειοδοτώντας σε παραχωρήσεις!!». 15 Την χρειαζόταν περισσότερο τώρα ως ανάχωμα„ για την Τουρκία. Ο Théophile Delcassé δηλώνει: «τα έπαθλα της νίκης θα τα μοιράσουν τελικά οι δυνάμεις της Αντάντ και το αντίτιμο τους θα είναι πολύ υψηλό….Θεωρώ αναγκαίο η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία να τονίσουν προς την Βουλγαρία πως, αν παραμείνει ουδέτερη, η Αντάντ εγγυάται ότι, όταν σημάνει η ώρα των οριστικών ρυθμίσεων, θα της παραχωρηθούν η γραμμή Αίνου-Μηδείας και μεγάλες εκτάσεις στην Μακεδονία, οι οποίες θα είναι, φυσικά, μεγαλύτερες, αν αντί για την ουδετερότητα, προκρίνει την συνεργασία» (14 Νοε 1914). 16
Ο Κωνσταντίνος πιστός στην αρχή ότι δεν απεμπολείς εθνικά δίκαια που αποκτάς με πολύ αίμα για να κερδίσεις άλλα, απορρίπτει αυτούς τους βενιζελικούς ακροβατισμούς, την στιγμή μάλιστα που και η Ρουμανία εξαρτούσε την συμμαχία της με την Αντάντ απ’ το αν θα της παραχωρούσαν εδάφη. Συνέχιζε αυτή λοιπόν να είναι ουδέτερη αφού επιπλέον το ρώσικο μέτωπο κατέρεε και θα δεχόταν μόνη τον κύριο όγκο των Γερμανοαυστροουγγρικών στρατιών.Όλη η Ελλάδα ξεσηκώνεται από ιερή αγανάκτηση κατά της Αντάντ. Η τελευταία πραγματοποιεί τραγική απόβαση στα Δαρδανέλλια χωρίς να λάβει υπόψη της τις σωστές, όπως απεδείχθει, παραινέσεις του ελληνικού επιτελείου για την μη πραγματοποίηση της. Ο Βενιζέλος που είχε προτείνει την αποστολή μιας συμβολικής ελληνικής δύναμης στην επιχείρηση, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό από τα Ανάκτορα αλλά και από Ρώσους και Ιταλούς, παραιτείται, κατηγορώντας στην Αντάντ τον Κωνσταντίνο για φιλογερμανισμό. Ωστόσο ο τελευταίος, αν και ουσιαστικώς φίλα προσκείμενος στην Αντάντ, δεν μπορούσε να «βγει» στον πόλεμο χωρίς το στήριγμα της Ρουμανίας και την αποστολή τουλάχιστον 150.000 ανδρών της Αντάντ στην Μακεδονία. Ο σπόρος του διχασμού ερρίφθη.
Η νέα κυβέρνηση Γούναρη αντιμετωπίζεται εχθρικά από την Αντάντ παρά τις λογικές και συμβιβαστικές προτάσεις προς αυτήν για έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της. Αντί αυτών η συμμαχία όχι μόνο δεν παραχωρεί κάτι ως αντάλλαγμα αλλά προτείνει και την παραχώρηση της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης στους Βουλγάρους ακόμα και με την βία! Κάτι τέτοιο επέτεσσαν άλλωστε οι δεινές ήττες των Ρώσων (απόφαση Αντάντ 2ας Ιουνίου 1915). Η Βουλγαρία τελικά υπογράφει μυστικά συμφωνία με τους Γερμανούς, ενώ τώρα η Σερβία δέχεται όλο το βάρος των κεντρικών Αυτοκρατοριών, αλλά εγκαταλείπεται από την Αντάντ (όπως και η Ελλάδα) προκειμένου να ικανοποιηθεί η Βουλγαρία. Με διακοίνωση η Αντάντ (3 Αυγ 1915) απαιτεί την παραχώρηση σερβικών και ελληνικών εδαφών (Καβάλα) στους Βουλγάρους. Οι τελευταίοι για να κερδίσουν χρόνο αποκρούουν την διακοίνωση αυτή.
Μετά το Σεπτέμβριο του 1915 η Ελλάδα βρέθηκε στο κέντρο του διπλωματικού πολέμου. Με την διαγραφόμενη συντριβή της Σερβίας οι Γερμανοαυστριακοί θα ενώνονταν με τους Βουλγάρους και τους Τούρκους , θα κυριαρχούσαν στο Αιγαίο, στην Μεσόγειο, στον δρόμο προς την Βαγδάτη και το Σουέζ, θα ξεσήκωναν τον μουσουλμανικό κόσμο κατά των αποικιοκρατικών δυνάμεων της Αντάντ : η Ανατολή θα γινόταν δική τους, μαζί με τη νίκη και την παγκόσμια κυριαρχία (μετέπειτα δόγμα Μακίντερ). Στην Ανατολή άλλωστε δημιουργούνται ή γκρεμίζονται οι μεγάλες αυτοκρατορίες. Η θαλάσσια κυριαρχία της Αντάντ θα μπορούσε εύκολα να καταρρεύσει. Συνεπώς χρειαζόταν ηπειρωτικό σημείο στήριξης για να σταματήσει την Drang nach Südosten. Η Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία φάνταζε τώρα ως η μοναδική λύση αφού από εκεί θα στήριζαν την Σερβία, θα επέβλεπαν την Βουλγαρία και θα αντέτασαν άμυνα. Στις αρχές μάλιστα του Σεπτέμβρη 1915 οι σύμμαχοι της Αντάντ συζητούσαν να καταλάβουν την πόλη για να έχουν «ενέχυρο» την Μακεδονία, ώστε να την προσφέρουν στην Βουλγαρία (!!) αν προσχωρούσε στην Αντάντ. Πρόβλημα Καβάλας δεν υφίστατο βέβαια πλέον. Τα χέρια του Βενιζέλου ήταν «λυμένα», ενώ με την ρωσική ήττα «επετράπει» να στραφεί το ελληνικό βλέμμα στην Κωνσταντινούπολη.
Η Σερβία αντιμετωπίζει τώρα τις δύο αυτοκρατορίες και ζητά την ελληνική αρωγή. Η Ελλάδα απαντά ότι δεν μπορεί να βοηθήσει χωρίς και την συμμετοχή της Ρουμανίας. Την ίδια άποψη έχει και η Αντάντ, που στις 15 Σεπτεμβρίου 1915 στέλνει ένα οιωνεί τελεσίγραφο στην Βουλγαρία για να ξεκαθαρίσει την θέση της. Στις 21 Σεπτεμβρίου αυτή κυρήσσει επιστράτευση χωρίς να ξέρει κανείς με ποιόν θα συμμαχήσει. Αμέσως επιστρατεύεται και η Ελλάδα ενώ ο Βενιζέλος αρχίζει τις απευθείας επαφές με τους πρεσβευτές της Αντάντ παρακάμπτοντας τα Ανάκτορα. Στις 23 Σεπτεμβρίου η Αντάντ διαμηνύει ότι είναι έτοιμη να αποστείλει τα στρατεύματα που αιτείτο η Ελλάς. Όμως στις 26 η Ρουμανία αρνείται να βοηθήσει την Αντάντ και δέχεται την απειλή της Ρωσίας ότι θα εισβάλλει προς αρωγή της Σερβίας (το ρωσογερμανικό μέτωπο έχει σταθεροποιηθεί). Η Ρουμανία ανταπαντά ότι θα καταφύγει στα όπλα για να το αποτρέψει. Τελικά η Αντάντ αντί για 150.000 άνδρες στέλνει μόλις 20.000 στην Μακεδονία! Ο Βενιζέλος ζητά από τον βασιλιά να επιτρέψει να αποβιβασθούν, αλλά ο τελευταίος όπως ήταν φυσικό, αρνείται: χωρίς επαρκή συμμαχική βοήθεια, με την Ρουμανία εκτός Αντάντ και κατ’ επέκταση την αδυναμία της Ρωσίας να επέμβει, και την Βουλγαρία, έστω και υποκριτικά να εμφανίζεται ουδέτερη ακόμα, η Ελλάδα δεν νομιμοποιείτο να επιτρέψει αυτή την αποβίβαση γιατί θα προκαλούσε την μύνη των Γερμανοαυστριακών – και των Βουλγάρων επωφελούμενων.
Ο Βενιζέλος ήρθε σε μυστική συνεννόηση με τους πρεσβευτές της Αντάντ, ώστε αυτή να αποβιβάσει στρατό στην Θεσσαλονίκη με το πρόσχημα της βοήθειας στην Σερβία προς την οποία και θα κατευθύνονταν χωρίς να ζητά εδαφικές παραχωρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η Βουλγαρία δεν θα επετίθετο. Η Βουλή και τα Ανάκτορα συμφώνησαν χωρίς να ενημερωθούν για τις μυστικές διαβουλεύσεις του Βενιζέλου. Η Αγγλία δηλώνει ότι η Αντάντ υπολογίζει την Βουλγαρία ακόμα και για την ουδετερότητα της, αφήνοντας να διαφανεί ότι επιδιώκει να καταλάβει την Μακεδονία για λογαριασμό της Βουλγαρίας! Ο Βενιζέλος αντιδρά και δεν δίνει άδεια αποβιβάσεως, αλλά και η Αγγλία αναδιπλώνεται αφού στη Βουλγαρία πλεόν διαφαίνονται κάποια ανησυχητικά σημάδια.
Η Αντάντ επανέρχεται και δηλώνει ότι αποφάσισε να αποβιβάσει τα στρατεύματα της. Ο Βενιζέλος – όπως πάλι είχε μυστικά συμφωνηθεί – διαμαρτύρεται «για τους τύπους» και η αποβίβαση πραγματοποιείται, αφού ο Διοικητής του Γ΄ ΣΣ είχε συνεννοηθεί μαζί του. Ο τελευταίος αποκαλύπτει τις προθέσεις του στην Βουλή (4 Οκτ 1915) και χρησιμοποιώντας την πλειοψηφία που διέθετε τάσσεται με την Αντάντ και εξέρχεται στον πόλεμο. Στις 5 Οκτωβρίου ο βασιλιάς τον αποπέμπει και διορίζει πρωθυπουργό τον Ζαΐμη. Στις 8 Οκτωβρίου καταλαμβάνεται το Βελιγράδι ενώ στις 11 Οκτωβρίου επιτίθενται και οι Βούλγαροι στην Σερβία. Οι Σέρβοι καταρρέουν και ζητούν βοήθεια. Ο Ζαΐμης αρνείται ερμηνεύοντας την ελληνοσερβική συμφωνία υπό το πρίσμα των ελληνικών συμφερόντων. Ο Βενιζέλος συμφωνούσε εν πολλοίς με αυτή τη γραμμή και πίεζε την Αντάντ, εφόσον Βούλγαροι και Τούρκοι ήταν πλέον στο αντίπαλο στρατόπεδο, να υποσχεθεί στην Ελλάδα αξιόλογα εδαφικά πλεονεκτήματα. Έτσι η Αγγλία προσφέρει την Κύπρο. Ο Ζαΐμης αρνείται αφού και η ελληνική βοήθεια στην Σερβία θα ήταν αναποτελεσματική και η ίδια η επιβίωση της χώρας τιθόταν εν αμφιβόλω. Πράγματι στις 27 Οκτωβρίου ο Στρατηγός MauriceSarrail καταδιώκεται, ηττημένος από τους Βουλγάρους. Ο Ζαΐμης καλεί τον Γάλλο πρεσβευτή και του ανακοινώνει τον αφοπλισμό και τον εγκλεισμό σε στρατόπεδο του καταδιωκομένου σερβικού στρατού, που τυχόν θα εισέλθει στο ελληνικό έδαφος, τονίζοντας όμως και την ηθική και πρακτική αδυναμία της Ελλάδος να πράξει το ίδιο με τα αγγλογαλλικά στρατεύματα. Συνεχίζοντας τόνισε : «Επειδή επίσης, δεν έχει την δυνατότητα (η Ελλάδα), χωρίς να εμπλακεί σε εχθροπραξίες, να εμποδίσει τις γερμανικές ή βουλγαρικές δυνάμεις που θα καταδίωκαν τις συμμαχικές, είναι υποχρεωμένη να μειώσει την έκταση της ελληνικής επικράτειας που θα καταστεί πεδίο μαχών». 17
Το Νοέμβριο ο Ζαΐμης ανατρέπεται από τους βενιζελικούς στην Βουλή και τον διαδέχεται ο Σκουλούδης με οικουμενική κυβέρνηση ενώ και στην Γαλλία, ανατρέπεται ο Théophile Delcassé από τον Aristide Briand. Οι εχθρικές στρατιές απέχουν μερικά χιλιόμετρα από την Θεσσαλονίκη, ενώ ο Maurice Sarrail έχει μόνο 30-35 χιλιάδες άνδρες.

1) Η Διαμάχη της Αντάντ με την Ελλάδα (1915-1916)
Η ανάγκη δεν υπακούει στο νόμο και έτσι η Αντάντ διεμήνυσε στον Σκουλούδη ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αφοπλισμού των συμμαχικών στρατευμάτων θα θεωρείτο εχθρική ενέργεια.
Ωστόσο ο Κωνσταντίνος ήταν κατηγορηματικός στον Ντενί Κοσέν : δεν επροτίθετο επ’ ουδενί λόγω να αφοπλίσει κανένα συμμαχικό στρατό. Η επίσημη ανακοίνωση ήταν για τους τύπους. Η κατάσταση των συμμάχων ήταν οδυνηρή, όπως είχε προβλέψει η ελληνική πλευρά, και η στρατιωτική ιδιοφυία του Ιωάννου Μεταξά.
Νέα διακοίνωση της Αντάντ στις 22 Νοεμβρίου αποκαθιστά τα πράγματα, δεχόμενοι την ελληνική ουδετερότητα, αλλά απαιτούν απόλυτη ελευθερία κινήσεως στα ελληνικά εδάφη για διάσωση των στρατευμάτων τους στην Μακεδονία.
Οι στιγμές είναι κρίσιμες. Ο Κωνσταντίνος , όμως, ήρθη στο ύψος των περιστάσεων και κάνει αποδεκτή την διακοίνωση (24 Νοεμ). Τα ανταντικά στρατεύματα ωστόσο βρίσκονται σε δεινότατη θέση. Επανέρχονται και ζητούν από τον Κωνσταντίνο να κλείσει τα σύνορα στις αντίπαλες στρατιές μόλις περάσουν τα στρατεύματα τους (!!) για τόσο χρόνο όσο αυτά χρειάζονται να αναδιοργανωθούν.
Τώρα οι Γερμανοί πιέζουν αφόρητα για εισβολή στο ελληνικό έδαφος. Ακολουθεί ανταλλαγή επιστολών εκατέρωθεν, άξονας των οποίων α) ήταν η διασφάλισις εγγυήσεων και «ενέχυρων» από την γερμανική πλευρά ότι με κανένα τρόπο δεν θα αποκτήσει η Βουλγαρία οποιοδήποτε έρεισμά ηθικό ή άλλο κατά την διέλευση των γερμανικών στρατευμάτων από την Μακεδονία, β) ότι μετά την λήξη των επικείμενων επιχειρήσεων θα αποκατασταθεί η ελληνική επικράτεια και γ) ότι θα υπάρξουν αποζημιώσεις.
Στο μεταξύ οι Ανταντικοί καταλαμβάνουν την Κέρκυρα στην ουσία για να σώσουν τα εναπομείναντα σερβικά στρατεύματα προβαίνοντας σε συμβολικές πράξεις που καταργούσαν την ελληνική ουδετερότητα. Ταυτοχρόνως εμμέσως πλην σαφώς θέτουν θέμα καθεστωτικό στην Ελλάδα (διακοίνωση 14ης Ιαν), προκρίνοντας στην ουσία την λύση του έκπτωτου Βενιζέλου, κάτι που συνέπεσε με ανάλογες ιδιαίτερα άκομψες ενέργειες του Στρατηγού Maurice Sarrail στην Θεσσαλονίκη.

2) Το Πραξικόπημα της Θεσσαλονίκης – Ο Διχασμός
Ο Βενιζέλος κατηγορούσε ανοιχτά πλέον τα Ανάκτορα για φιλογερμανισμό και συμβούλευε την Αντάντ να υιοθετήσει μεθόδους ήπιας ανατροπής του Μονάρχη. Η ευκαιρία δόθηκε με την άδεια που έδωσε η ελληνική ηγεσία στα γερμανοβουλγαρικά στρατεύματα να καταλάβουν το Ρούπελ και άλλα εδάφη της Αν.Μακεδονίας. Από τακτικής πλευράς (της ουδετερότητας) ωστόσο η κίνηση αυτή ήταν η ενδεικνυόμενη αφού παρόμοια άδεια είχε δοθεί και στους ανταντικούς για την Θεσσαλονίκη και την Δυτική Μακεδονία. Από ηθικής πλευράς όμως ήταν ένα τεράστιο σφάλμα. Περιοχές που είχαν ήδη πληρώσει μεγάλο φόρο αίματος κατά την προηγούμενη βουλγαρική κατοχή ξαναπερνούν στα ίδια χέρια. Ακόμα και οι υποστηρικτές των Ανακτόρων μούδιασαν. Όμως πρέπει να τονισθεί ότι ο Maurice Sarrail είχε ήδη από τις διαταγές του 150.000 στρατό και θα μπορούσε άνετα να καταλάβει πρώτος το Ρούπελ. Άφησε όμως τους αντιπάλους του να το πράξουν πρώτοι. Γιατί; Η πιθανότερη και πιο λογική απάντηση είναι για να αναλάβει την εξουσία ο Βενιζέλος και να «τελειώνει» η Αντάντ με τη «ενοχλητική» ελληνική ουδετερότητα. Ακόμα και η Ρωσία αντιμετώπιζε με δυσπιστία τις ενέργειες του Maurice Sarrail. Θεωρούσε πως είχε το βλέμμα του στραμμένο περισσότερο στην Αθήνα, παρά στην αντίπαλη Σόφια.
Η Αντάντ χρειαζόταν το μακεδονικό μέτωπο για τους στρατηγικούς λόγους που αναφέρθησαν παραπάνω. Επιπλέον από τακτικής άποψης με αυτό θα πλαγιοκοπούσε και θα δημιουργούσε αντιπερισπασμό στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες καθώς και στο δυτικό (Γαλλία) και στο ανατολικό (Ρωσία) μέτωπα η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί και οι πρώτες δεν ήταν πια σίγουρες για την τελική τους νίκη. Ένα νέο μέτωπο στα νώτα θα τους ήταν σοβαρό πρόβλημα.
Τελικώς μετά από τις ιταλικές κυρίως, αλλά και αγγλικές αντιρρήσεις η ανατροπή του βασιλιά δεν πραγματοποιείται, πέφτει όμως η κυβέρνηση Σκουλούδη και αναλαμβάνει ο Αλέξανδρος Ζαΐμης. Ο τελευταίος ήταν μεν υπέρ της εξόδου στον πόλεμο, αλλά με την προϋπόθεση ότι η Αντάντ θα αντιμετώπιζε την Ελλάδα ως σύμμαχο, παραχωρώντας της εδάφη σε περίπτωση νίκης και όχι ως παρεία και υπηρέτη. Ήταν κρισιμότατη περίοδος που απαιτούσε την ομοφωνία των κομμάτων.
Η Αντάντ επένδυσε στον Βενιζέλο. Με τις εκλογές να πλησιάζουν (17 Σεπτ) οι Αγγλογάλλοι προσπάθησαν να τηρήσουν τα προσχήματα. Αλλά τα συμφέροντα των συμμάχων ήταν ταυτόσημα με τα συμφέροντα του Βενιζέλου, επομένως επιβαλλόταν να τον υποστηρίξουν δραστήρια αλλά με διακριτικότητα. Η Αθήνα πλέον τρέμει συθέμελα από τον φανατισμό και τις διαδηλώσεις των δύο παρατάξεων.
Μάταια ο βασιλιάς προσπαθούσε να πείσει με την αποστολή των αδελφών του πριγκήπων στην Ευρώπη, Νικολάου και Ανδρέα για τα φιλοανταντικά του αισθήματα, και ότι το μόνο που ήθελε ήταν να πολεμήσει μαζί τους με την προϋπόθεση να εξασφαλίσει την ελληνική εδαφική ακεραιότητα. Η απόφαση της Αντάντ είχε παρθεί για την ανατροπή του και την προώθηση του Βενιζέλου στην εξουσία.
Ήδη οι Βούλγαροι προήλαυναν στην Αν. Μακεδονία, ενώ η Ρουμανία βγήκε στον πόλεμο (26 Αυγ) αργά, κυρίως λόγω των συνεχών «παιδικών» υπαναχωρήσεων του τσάρου που αναλόγως την κατάσταση του μετώπου του, νίκες ή ήττες, πρόκρινε την συμμαχία ή όχι της Ρουμανίας. Η τελευταία για να βγεί στον πόλεμο απεκόμισε υποσχέσεις για σημαντικά εδαφικά οφέλη. Ωστόσο τα πράγματα για τους Ρουμάνους ήταν δύσκολα. Οι Βούλγαροι τους χτυπούν από το νότο και οι Ρώσοι σταματούν την επίθεσή τους στους Γερμανοαυστριακούς. Η διατυμπανισθείσα, ως όρος για την ρουμανική έξοδο στον πόλεμο, βοήθεια του Σαράϊγ δεν ήρθε ποτέ. Ο τελευταίος δυστυχώς είχε το βλέμμα του στην «εχθρική» Αθήνα λόγω και των βενιζελικών παρορμητικών παροτρύνσεων. Γι’ αυτό Άγγλος υπουργός σχολίασε ότι ο Maurice Sarrail ήταν εξίσου ουδέτερος όπως ο Κων/νος. Στις 31 Αυγούστου στασιάζει η ΧΙ Μεραρχία Πεζικού του Σχή Ζυμβρακάκη κατά του βασιλιά. Κίνηση θνησιγενής εάν δεν λάμβανε την βοήθεια του Σαράϊγ.
Στο μεταξύ οι Βούλγαροι καταλαμβάνουν την Καβάλα, την πόλη που για τρία χρόνια οι συνθήκες την είχαν αναγάγει σε σύμβολο της εθνικής ακεραιότητος. Τώρα πια ο Βενιζέλος ήταν αυτός που κατηγορούσε τον Κων/νο ότι την απαρνείτο. Τι ειρωνία..
Ο Ζαϊμης μέσα σ’ αυτήν την θύελλα παραιτείται. Οι εκλογές της 21ης Ιουνίου που οι ίδιοι οι σύμμαχοι της Αντάντ είχαν απαιτήσει μαζί με την αποστρατεία του ελληνικού στρατού, απαγορεύονται απ’ τους ιδίους αφού συνειδητοποιούν ότι δεν θα τις κερδίσει ο Βενιζέλος. Η προσωρινή κυβέρνηση Καλογεροπούλου μπαίνει σε καραντίνα από τα ανταντικά στρατεύματα που καταλαμβάνουν την Αθήνα!! Ο Κων/νος όμως έχει ήδη πείσει τους Ρώσους για την ειλικρίνειά του και θέτει θέμα Αν. Ρωμυλίας, Β. Ηπείρου, Δωδεκανήσων ως ανταλλάγματα για την ελληνική έξοδο στον πόλεμο. Σαν απάντηση παίρνει αόριστες γαλλικές υποσχέσεις.
Ταυτόχρονα η Ρουμανία είχε έρθει σε δεινότατη θέση. Ο Βενιζέλος πραγματοποιεί το αναμενόμενο. Με τους φιλοβασιλικούς αξκούς Δαγκλή και Κουντουριώτη, επιβιβάζονται στο πλοίο “Εσπερία„ και αποπλέουν για Θεσ/νίκη, όπου οργανώνουν το κίνημα της “Εθνικής Αμύνης„. Ο βασιλιάς μουδιάζει. Τους ακολουθεί ο Ν. Πολίτης (γεν. δντής πολιτικών υποθέσεων του ΥΠΕΞ) ως υπουργός εξωτερικών της νέας βενιζελικής κύβερνήσεως. Ο Βενιζέλος ζητά de jure αναγνώριση της κυβερνήσεώς του απ’ την Αντάντ η οποία προς μεγάλη απογοήτευσή του την ανάγνώρισε de facto. Ο διχασμός της Ελλάδος ολοκληρώθηκε, χωρίζοντας την χώρα σε δύο κομμάτια. Οι σύμμαχοι της Αντάντ πλην των Γάλλων δεν συμφωνούσαν μ’αυτήν την πόλωση αφού ήθελαν ολόκληρη την Ελλάδα στο πλευρό τους, και κυρίως χωρίς ανταλλάγματα, αφού ακόμα και τώρα υπολόγιζαν ν’αποσπάσουν την Βουλγαρία απ΄την Κεντρική ένωση (!!) δεδομένου ότι η νίκη πλέον της τελευταίας διακυβεύονταν και δεν είχαν απόλυτη ανάγκη την Ελλάδα.
Το «κράτος των Αθηνών» ήταν σε στρατιωτικό αποκλεισμό και το φάσμα της πείνας απλώθηκε σ’αυτό. Παρόλα αυτά ο Κωνσταντίνος διέθεσε όλο τον οπλισμό του προσκείμενου σ’αυτόν στρατού, στους ανταντικούς με την προϋπόθεση να μείνει η συμφωνία απόρρητη, ώστε να μην υπάρξουν γερμανικά αντίποινα (συναντήσεις 22ας και 24ης Οκτ. με τον Γάλλο βουλευτή και εισηγητή σε θέματα πολεμικού προϋπολογισμού Paul Louis Théodore Bénazet). Η Αντάντ πείσθηκε ότι πλέον ήταν στα χέρια του Βενιζέλου η συμφιλίωση. Ο Paul Louis Théodore Bénazet αν και έλαβε την υπόσχεση από τον Βενιζέλο ότι δεν θα εκινείτο κατά φιλοβασιλικών Μονάδων, δυστυχώς αυτό δεν επετεύχθη με αποτέλεσμα να έχουμε εμφύλια σύγκρουση στην Αικατερίνη και να καταργηθεί εκ των πραγμάτων η εθνοσωτήρια συμφωνία.
Η Γαλλία με την συμφωνία Paul Louis Théodore Bénazet θα ασκούσε πλέον πρωτεύοντα ρόλο στα ελληνικά πράγματα και αυτό η Αγγλία δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Γι’αυτό «πέταξαν» στα σκουπίδια την μεσολάβηση Paul Louis Théodore Bénazet και υιοθέτησαν πλήρως την πολιτική Βενιζέλου παρασύροντας μοιραία και όλη την Αντάντ σε μία πολιτική ξέφρενης πλειοδοσίας προς τον τελευταίο.
Σημειώθησαν μεμονωμένες μάχες στην Αθήνα μεταξύ εισβαλλόντων αντατικών στρατευμάτων και φιλοβασιλικών στρατιωτικών Μονάδων και λαού.Τ’ ανάκτορα βομβαρδίζονται.
Στις 24 Νοεμβρίου η κυβέρνηση εθνικής αμύνης κυρήσσει επίσημα τον πόλεμο κατά της Γερμανίας. Η Ρουμανία όμως έχει συντριβεί. Ο αποκλεισμός των Αθηνών συνεχίσθηκε και μόνοι οι Αγγλογάλλοι αποφασίζουν να εκθρονίσουν τον Κωνσταντίνο. Συνάντησαν όμως την κάθετη άρνηση των άλλων συμμάχων τους (Ιταλίας, Ρωσίας) αλλά και των ΗΠΑ (σύμμαχοι από 2 Απρ.) και υπαναχώρησαν. Τελικά ο Κωνσταντίνος εκθρονίζεται και στέφεται Βασιλιάς ο δευτερότοκος γιός του Αλέξανδρος.
Η νίκη στέφει τα ελληνικά όπλα στη Μακεδονία (μάχη Σκρα), η Κεντρική Ένωση ηττάται και η λήξη του πολέμου (συνθήκη Σεβρών 10 Αυγ 1920), βρίσκει την Ελλάδα να κατέχει τις περιοχές της Σμύρνης και Αν. Θράκης, ενώ τα στενά με την Κωνσταντινούπολη βρίσκονται σε διεθνή ζώνη υπό συμμαχική κυριαρχία. Όνειρα αιώνων γίνονται πραγματικότητα.

Συμπεράσματα – Επίλογος
Η περίοδος αυτή αν και έχει την δική της δυναμική δεν μπορεί να απομονωθεί από το β’ μισό του 19ου αιώ. στο οποίο έχει τις ρίζες της. Ιδιαίτερα τα γεγονότα που προκάλεσαν τον νικηφόρο για τον ελληνισμό Μακεδονικό Αγώνα αλλά και οι κρητικές επαναστάσεις, απετέλεσαν στην ουσία, τους καταλύτες και θριαλίδες των Β.Π. Οι τελευταίοι ήταν ορόσημο για τους Χριστιανούς της Χερσονήσου του Αίμου, διότι η απελευθέρωση των απ’αιώνων σκλαβωμένων εδαφών τους ήταν απόρροια της αυξημένης στρατιωτικής τους ισχύος, η οποία και τους προσέδωσε μία αυξημένη πολιτική αυτονομία έναντι των Μ. δυνάμεων.
Επιπλέον αυτοί οι πόλεμοι παγίωσαν και «χρωμάτισαν» και για τις επόμενες χρονικές περιόδους τις ελληνοτουρκικές, ελληνοβουλγαρικές και κατ’ επέκταση τις σχέσεις μεταξύ των κρατών της Χερσονήσου.
Το κίνημα στου Γουδή που είχε προηγηθεί των παραπάνω, βρήκε προϊόντος του χρόνου, τον πολιτικό του εκφραστή στο πρόσωπο του Βενιζέλου, ο οποίος μαζί με τον Κων/νο ήταν οι συνδημιουργοί της νέας (μεγαλύτερης) Ελλάδας. Άλλωστε το ίδιο καθαυτό το κίνημα εξέφραζε τους μόχθους και διακαείς πόθους του ελληνικού λαού, των ελευθέρων αλλά και σκλαβωμένων περιοχών, για εκρίζωση της μίζερης πολιτικής της “αψόγου στάσεως„ έναντι κυρίως των Μ. Δυνάμεων αλλά και των επιβουλέων γειτόνων. Έχει περάσει μέχρι σήμερα στην λαϊκή συνείδηση, αλλά και στην παγκόσμια βιβλιογραφία σαν το πιο επιτυχημένο στρατιωτικό κίνημα που ΑΝΑΙΜΑΚΤΑ πέτυχε απολύτως τους στόχους του, ικανοποιώντας τα εθνικά μας οράματα. Υπήρξε ο προάγγελος των θριάμβων των βαλκανικών πολέμων και οδήγησε στην ουσιαστική αξιοποίηση των θυσιών του έπους του Μακεδονικού Αγώνος.
Έτσι οι παραμονές του Α’ΠΠ βρίσκουν την Ελλάδα διπλάσια σ’ έκταση και στρατιωτικά ρωμαλέα, ευρισκόμενη όμως μεταξύ δύο αντιπάλων μεγαθηρίων, η αντιπαλότητα των οποίων διακύβευε τα προηγούμενα κέρδη αλλά και την ίδια της την επιβίωση ως έθνους.
Η Αντάντ θα είχε αποκομίσει πολλά οφέλη, αν είχε εξασφαλίσει ειλικρινά και άψογα την συμπαράσταση μιας Ελλάδας ενωμένης, ενθουσιώδους και αφοσιωμένης στην επιδίωξη της απελευθερώσεως αλυτρώτων εδαφών της η χώρα διέθετε απαράμιλλες δυνάμεις ικανές για επίτευξη λαμπρών κατορθωμάτων, όπως επιφυλάσσει πάντα η ιστορία σε όλες τις μεγάλες ηθικές δυνάμεις. Όμως όπως όλοι οι δυνατοί ανά τους αιώνες, έτσι και οι ανταντικοί υπάκουσαν στα συμφέροντά τους και όχι στο κοινό αίσθημα περί δικαίου. Χρησιμοποίησαν πολιτικές μεθόδους βασισμένες στο παζάρεμα και τις μηχανορραφίες. Χλεύαζαν την Μ. Ιδέα, επειδή την φοβούνταν. Προτιμούσαν να «παίζουν» με τις ελληνικές εμφύλιες διενέξεις, να τις υποδαυλίζουν και να τις συντηρούν. Επρόκειτο για ένα άθλιο παιχνίδι, από εκείνα στα οποία ο παίκτης πάντοτε χάνει.
Δεν ήταν εύκολη η ανατροπή ενός λαοφιλούς βασιλιά. Και κανένας άλλος Έλληνας βασιλιάς δεν υπήρξε τόσο δημοφιλής όσο ο στρατηλάτης – απελευθερωτής Κων/νος. Ξέχωρα από την μυστικοπαθή επιρροή του ονόματός του – άλλωστε η Κων/λις πλέον φάνταζε πολύ κοντά – οι Έλληνες είναι ένα έθνος παθιασμένο με την ελευθερία του. Προσκολήθηκαν στον βασιλιά τους με έκταση αφοσιώσεως, ανάλογη με το μέγεθος του κατατρεγμού του από τους ξένους. Ένας σοσιαλιστής Μακεδόνας βουλευτής έλεγε σε Γάλλο διπλωμάτη:“Η ταύτισις της Ελλάδος με τον Βενιζέλο είναι τεράστιο λάθος της Αντάντ. Ο ελληνικός λαός αντιπαθεί το δίλημμα της εκλογής μεταξύ του Βασιλιά του και του Βενιζέλου ενώ η Αντάντ τον εξαναγκάζει να επιλέξει. Μόνο που οι καρδιές δεν εξαναγκάζονται και όλα τα δεινά προέρχονται από αυτή την τακτική σας„. 18
Η Γερμανία αντιθέτως απεδείχθη ιδιαίτερα επιτήδεια στην μυστική διπλωματία: μην μπορώντας να προσεταιρισθεί την Ελλάδα, επεδίωκε την ουδετερότητά της, κρατώντας Τουρκία και Βουλγαρία σε αναμονή ώστε να παρουσιάζονται ουδέτερες. Έτσι η Ελλάδα βρισκόταν σε αμηχανία για το αν θα έπρεπε να εξέλθει ή όχι στον πόλεμο.
Παρά τα σοβαρά σφάλματα της Αντάντ, εξακολουθούσαν να είναι περίπου ομόφωνες οι συμπάθειες γι αυτήν. Δεν υπήρχε στην Αθήνα κυβέρνηση που θα έκανε πόλεμο κατά της Αντάντ. Το ότι δε πραγματοποιήθηκε το 1914 και 1915 η τυπική συμμαχία και η «εν όπλοις» συναδέλφωση, δεν ήταν ελληνικό σφάλμα. Η ευθύνη βάρυνε την Αντάντ που αντιτάχθηκε στις φιλοδοξίες του ελληνισμού. Ο βασιλιάς έφθασε στο έσχατο σημείο ν’ αρκεσθεί στην εγγύηση περί διατήρησης των ελληνικών συνόρων, αυτοαναιρούμενος, αλλά οι Σύμμαχοι απάντησαν με τον ακρωτηριασμό της Ελλάδας. Πως θα μπορούσε να συγκατατεθεί σ’ αυτό ο ανώτατος άρχων;
Στην ουσία η Αντάντ δεν είχε ανατολική πολιτική. Στήριζε απόλυτα την Βουλγαρία αντί να στηρίξει και να ενώσει απ’ την αρχή όλα τα συμπαθούντα αυτήν Κράτη: Ελλάδα – Σερβία – Ρουμανία. Αντί αυτού άφησε τα δύο τελευταία να καταρρεύσουν άδοξα. Υπό αυτό το πρίσμα, έπεσε στην παγίδα της Κεντρικής Ένωσης, άσχετα αν τελικά στο ελληνικό μέτωπο με πολύτιμο αρωγό τον ελληνικό στρατό, κατήγαγε αποφασιστική, για όλη την πορεία του πολέμου, νίκη.

Βιβλιογραφία
1. Εντουάρ Ντριό: ‘Ελλάδα και Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος’, Εκδόσεις Πελασγός Αθήνα 2000.
2. Κ. Σβολοπούλου: ‘Η Ελληνική Εξωτερική Πολιτική’, Εκδόσεις Σάκκουλα Θεσ/νίκη 1983.
3. Π. Παναγάκου ‘Συμβολή εις την Ιστορίαν της δεκαετίας 1912-22’, Αθήναι 1960.
4. Δ.Δ Σούλη (Τχη ΠΖ): «Ο Δεύτερος Βαλκανικός Πόλεμος κατά των Βουλγάρων 1913», Εκδόσεις Ν. Τυλπέρογλου, Αθήναι 1934.
5. Κρ. Πράïς (Ανταποκρ. ‘Times’): ‘Οι Βαλκανικοί Αγώνες, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήναι1915.
6. Δ.Δ Σούλη (Ανχου ΠΖ): ‘Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13’, Τ.Γ’, ΣΣΕ, Αθήναι 1936.
7. ΥΠΕΞ Διπλωματικά έγγραφα 1913-17: ‘Ελληνοσερβική Συνθήκη Συμμαχίας-Εισβολή Γερμανοβουλγάρων εις Μακεδονίαν’, Αθήναι 1917.
8. Τυπογρ. Παρασκευά Αντώνη: ‘1913-16, Μεταξύ Παραμονών της Βαλκανικής Ειρήνης, Αθήνα 1916.
9. Ν. Ιβάνωφ (Αντγου): ‘Ο Βαλκανικός Πόλεμος’.
10. Αθάν. Κόκκορης (Ανχης ΠΒ): «Στρτκή Ιστορία, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13» ΣΣΕ, Δνσις Σπουδών, Αθήνα 1956.
11. Σεργίου Α. Γκαλίστρα: ‘Εθνικοί Αγώνες 1909-1959’, Βιβλιοπ. Της ‘Εστίας, Αθήναι 1963.
12. Ν. Βλάχου: ‘Η αμφισβήτησις υπό των Βουλγάρων της προτεραιότητας της κατάλήψεως της Θεσ/νίκης υπό του Ελληνικού Στρατού εν έτει 1912’, (Ανάτυπον εκ του παραρτήματος των Ελληνικών, αρ. 4) Θεσ/νίκη 1953.
13. Al. Tsapman (Λγού, πολεμ. Ανταποκρ. Daily Telegraph): Ο πόλεμος Ελλάδος και Βουλγαρίας, Αθήναι (Δεκ. 1913-Ιαν 1914), Μεταφρ. Θεοδωροπούλου.
14. Βικτ. Δούσμανη: ‘Ο συμμαχικός Πόλεμος κατά των Βουλγάρων’, Εκδ. Τμ. ΑΕΒΕ Π.Γ. Μακρής και Σία, Αθήναι Μάιος 1927.
15. Τύποις Π.Δ. Σακελαρίου: ‘Αι Βουλγαρικαί Ωμότητες εν τη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη 1912-13’, Αθήναι 1914.

http://www.tideon.org/