ΠΙΣΩ
Του Ιωάννη Αθ. Μπαλτζώη*

«Η Αλβανία γίνεται μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα και θέλουμε να είμαστε μαζί της σε αυτό το γίγνεσθαι. Από την άλλη, δεν θα πρέπει να ξεχνά κανείς στην Αλβανία, ότι το μέλλον της συνδέεται με τις καλές σχέσεις με τον νότια γείτονά της. Ούτε να υποτιμόνται οι δυνατότητες και τα εργαλεία που διαθέτει η Ελλάδα ακόμα και σήμερα» δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς σε ομιλία του στο πανεπιστήμιο των Τιράνων. Τόνισε ακόμη ότι η χώρα μας θέλει «να μη μείνουν άλυτα παλιά προβλήματα που θα δημιουργούσαν δυσκολίες στον ευρωπαϊκό δρόμο της Αλβανίας και να λυθούν με συνεννόηση, διάλογο, ορθολογισμό και ωριμότητα όσο το δυνατό πιο άμεσα».

Υπογράμμισε δε ότι «παρά την κρίση της ελληνικής οικονομίας με επιπτώσεις στο σύνολο της κοινωνίας, η Ελλάδα παραμένει με απόσταση η πιο ισχυρή χώρα της περιοχής, και όχι μόνο λόγω του ΑΕΠ της – που παρά την πτώση του κατά 25% είναι πέντε φορές μεγαλύτερο εκείνου της Βουλγαρίας και δέκα εκείνου της Αλβανίας- αλλά και λόγω της συμμετοχής της σε όλους τους δυτικούς θεσμούς και την εμπειρογνωμοσύνη της». Η ομιλία του κ. Κοτζιά κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Αλβανία ήταν η Ελληνική απάντηση στις ανιστόρητες, εθνικιστικές και προκλητικές δηλώσεις κατά της Ελλάδος, τόσο του υφυπουργού εξωτερικών Σελίμ Μπελορτάγια , όσο και του πρωθυπουργού Έντι Ράμα, βάζοντάς και τους δύο στη θέση τους, με ¨διπλωματική ευγένεια που σφάζει» και με νοήματα που δεν αφήνουν αμφισβητήσεις.

Το θέμα των Τσάμηδων, κυριαρχεί τα τελευταία χρόνια στην Αλβανική πολιτική σκηνή, λόγω της πίεσης που ασκεί το κόμμα αλλά και οι λεγόμενες Τσάμικες οργανώσεις, δημιουργώντας αλυτρωτικές αντιλήψεις στην Αλβανική κοινωνία, αλλά και μια αναθεωρητική διάθεση της Αλβανίας, με την στήριξη και υποστήριξη, ποιανού άλλου, μα της Τουρκίας φυσικά, που υποδαυλίζει και υποστηρίζει (παντοιοτρόπως) τέτοιες αντιλήψεις και ενέργειες κατά της Ελλάδος. Έτσι ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το εν λόγω θέμα και να δούμε τις μεγάλες αλήθειες που αποκρύπτονται και τα μεγάλα ψέματα που αναδύονται. Η παρακάτω ανάλυση είναι μέρος (Κεφάλαιο) της εργασίας του γράφοντος στο Μεταπτυχιακό του «Γεωπολιτική ανάλυση Γεωστρατηγική Σύνθεση και σπουδές Άμυνας και διεθνούς Ασφάλειας» του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αλβανία

Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους, σύμφωνα με τον καθηγητή Ιωάννη Μάζη απετέλεσε τον καρπό του ανταγωνισμού της Αυστρουγγαρίας, η οποία έχοντας μαζί με την Γερμανία επεκτατικές βλέψεις προς το γεωπολιτικό σύμπλοκο της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, επεδίωκε την ανάσχεση των της σλαβικής καθόδου προς την Αδριατική και την Μεσόγειο , όπως και την ανάσχεση των αντιστοίχων επεκτατικών βλέψεων της Ιταλίας προς το αυτό γεωπολιτικό σύμπλοκο. Αλλά οι ιταλικές βλέψεις ελέγχου του στομίου της Αδριατικής απαιτούσαν, από πλευράς Ρώμης, τον έλεγχο της Κέρκυρας και της Αλβανίας. Ταυτόσημες, σχετικά με την Αδριατική και την Μεσόγειο, άρα και ανταγωνιστικές ήσαν και οι βλέψεις της Σερβίας, που επεδίωκε προβολή ισχύος επί της Αλβανίας. Ακόμη θα πρέπει να αναφέρουμε και τις Ιταλικές βλέψεις που αφορούσαν την Κέρκυρα και την Αλβανία, με σκοπό τον έλεγχο του άξονος Οτράντο – Αυλώνος, αλλά και της Νήσου Σάσσωνος, την οποία ονόμαζαν «Γιβραλτάρ της Αδριατικής», αλλά και των Διαποντίων Νήσων, με στόχευση τους εμπορευματικούς διαύλους.

Τα σύνορα του κράτους της Αλβανίας καθορίστηκαν με το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17 Δεκ. 1913). Στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος συμπεριελήφθη και τμήμα της Ηπείρου, το οποίο από τότε ονομάσθηκε «Βόρειος Ήπειρος», τμήμα της οποίας είχε ήδη απελευθερωθεί κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο (1912-13) από τον Ελληνικό στρατό. [1] . Ο όρος «Βόρεια Ήπειρος» είχε έννοια πολιτική και διπλωματική, δηλώνοντας το τμήμα εκείνο του Ηπειρωτικού εδάφους «το κείμενο εκείθεν της γραμμής, των δια του Πρωτοκόλλου της Φλωρεντίας του 1913 καθορισθέντων Ελληνοαλβανικών συνόρων»[2].

Με τις ενέργειες των Μεγάλων Δυνάμεων παραχωρήθηκε στο Αλβανικό κράτος μια περιοχή (Βόρεια Ήπειρος), όπου έγινε καταφανής παράβλεψη των δημογραφικών στοιχείων, με την πλειοψηφία των κατοίκων να είναι Έλληνες, με ισχυρά εθνική συνείδηση και μάλιστα αυτόχθονες!!!! Παρά του ότι είχαμε διανύσει μισή περίπου χιλιετία κατοχής και εξισλαμισμών, η ενιαία Ήπειρος στις αρχές του 20ου αιώνα εμφάνιζε Ελληνική πλειοψηφία. Σε τουρκική απογραφή του 1908, από τους 500.000 κατοίκους της Ηπείρου, οι 308.000 δήλωσαν Έλληνες Χριστιανοί[3] το 1914, η Διεθνής Επιτροπή Εθνολογικού Ελέγχου έδωσε στοιχεία που καταδείκνυαν την συντριπτική υπεροχή του Ελληνικού πληθυσμού.

Τσάμηδες – Τσαμουριά

Τσαμουριά ονομάζεται η περιοχή εκείνη της Ηπείρου, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα και μέχρι το Βουθρωτό και ανατολικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Ολύτσικας (Τόμαρος). Η περιοχή ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία και ένα μικρό της τμήμα ανήκει σήμερα στην Αλβανία με κέντρο την κωμόπολη Κονίσπολη. Για την προέλευση της ονομασίας υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η περισσότερο ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η εκδοχή που κάνει λόγο για παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις (Καλαμάς), με παραφθορά του με την πάροδο του χρόνου: Θύαμις, Θυάμις, Τσ(ι)άμης, δηλ. ο κάτοικος που βρίσκεται κοντά στον Θύαμη ποταμό, την Θυαμυρία (Θιαμουρία), την Τσ(ι)αμουριά. Στο ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς ζούσαν το 1923 περίπου 20.000 μουσουλμάνοι που είχαν την αλβανική ως μητρική γλώσσα. Για την καταγωγή των Τσάμηδων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις.[4]

Στο θέμα των Τσάμηδων ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι της Λέκτορος Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας και Αρχαιολογίας ΑΠΘ Ελευθερίας Κ. Μαντά, η οποία κατάφερε να προσεγγίσει ένα σύνθετο και ευαίσθητο θέμα με προσοχή, συστηματικότητα και χαμηλούς τόνους.[5] Κατά την Μαντά, οι Τσάμηδες ήταν ένας παραδοσιακός αγροτικός, συμπαγής και κλειστός πληθυσμός που για συγκυριακούς λόγους εξαιρέθηκε της ανταλλαγής του 1922. H συμβίωσή τους με το χριστιανικό στοιχείο της περιοχής υπήρξε εξαρχής προβληματική: η πολιτισμική διαφοροποίηση, οι κτηματικές διαφορές και η στάση του ελληνικού κράτους απέναντί τους, ενίσχυσαν την καχυποψία τους και επέτρεψαν τη δράση εξτρεμιστικών αλυτρωτικών στοιχείων στην Αλβανία. Πάνω εκεί βασίστηκε και η Ιταλία για να θέσει τσαμικό θέμα και να δικαιολογήσει την εισβολή του 1940.

Η υποχώρηση των Ιταλών και η επιστροφή των Ελλήνων κατοίκων έθεσε σε κίνηση μια δυναμική αντεκδικήσεων που κατέληξε στην εκδίωξη των Τσάμηδων το 1944, από τις ανταρτικές ομάδες του ΕΔΕΣ, που κυριαρχούσαν στην περιοχή, ίσως και με μη προβλεπόμενο και νόμιμο τρόπο θα λέγαμε. Η Ιταλική, αρχικά, και η Γερμανική Κατοχή συνοδεύτηκαν από βία. Οι ηγέτες των Τσάμηδων αποδεδειγμένα συνεργάστηκαν με τις κατοχικές αρχές, καθ’ όλη την διάρκεια της κατοχής και συμμετείχαν σε διώξεις, λεηλασίες, καταστροφές, καταδόσεις και μαζικές εκτελέσεις, η πιο γνωστή από τις οποίες υπήρξε η εκτέλεση 49 επιφανών κατοίκων (προκρίτων) της Παραμυθιάς, τον Σεπτέμβριο 1943, γεγονός που συγκλόνισε και στιγμάτισε την συνείδηση των Ελλήνων κατοίκων και έθεσε τους Τσάμηδες εκτός της Ελληνικής κοινωνίας της Θεσπρωτίας. Αυτό το γεγονός, το μίσος και την απέχθεια του τοπικού πληθυσμού εκμεταλλεύτηκαν οι τοπικοί ηγέτες του ΕΔΕΣ, καταγόμενοι από την ευρύτερη περιοχή, οι οποίοι έδρασαν με υπερβάλλοντα ενθουσιασμό και με πρωτοβουλίες που αγνοούσε η ηγεσία του ΕΔΕΣ, πλην όμως δεν το απέτρεψε. Παρόλο που ο ΕΔΕΣ ήταν μια αποκεντρωμένη οργάνωση όπου, αντίθετα με το EAM, η κεντρική διοίκηση δύσκολα έλεγχε τους τοπικούς οπλαρχηγούς, τίποτε δεν δείχνει ότι η ηγεσία του είχε την παραμικρή (και πραγματική) διάθεση να τους συγκρατήσει. Η κοινωνική-τοπική-ιστορική-πολιτική συγκυρία τον Σεπτέμβριο του 1944 επέτρεπε την «τελική λύση» του τσαμικού ζητήματος στην περιοχή της Θεσπρωτίας. Με την εκδίωξη των Τσάμηδων από την περιοχή της Θεσπρωτίας, οι περιουσίες των διαμοιράστηκαν δια κλήρου στους Έλληνες κατοίκους.[6]

Ένοπλα τμήματα Τσάμηδων στην Θεσπρωτία, επιθεωρούνται από Γερμανό Αξκό.

 

Είναι δεδομένο από τις ιστορικές μαρτυρίες των κατοίκων της Θεσπρωτίας ότι οι Τσάμηδες ποτέ δεν αισθάνθηκαν Έλληνες.

Και όταν κατά την Ιταλική επίθεση της 28 Οκτωβρίου ο Ελληνικός Στρατός υποχώρησε στο Νότιο Τομέα, οι Τσάμηδες αποτέλεσαν την εμπροσθοφυλακή του Ιταλικού Στρατού. Με γιορτές και πανηγύρια ύψωσαν στο Μαργαρίτι την Αλβανική σημαία. Με την αντεπίθεση του Ελληνικού Στρατού και την υποχώρηση των Ιταλών οι ένοπλοι Τσάμηδες, πυροβολώντας από τα νώτα τα προελαύνοντα Ελληνικά τμήματα, προξένησαν πολλά θύματα εις αυτά. Για τα διαπραχθέντα αδικήματα από τους Τσάμηδες κατά την διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων το Ελληνικό Κράτος έδειξε μεγαλοψυχία και γενναιοφροσύνη. Κατά την Κατοχή τάχθηκαν ανεπιφύλακτα όλοι στο πλευρό του Ιταλικού Στρατού Κατοχής, με την ελπίδα, ότι θα αποσπάσουν την συγκατάθεση της Ιταλικής Κυβερνήσεως για ενσωμάτωση της Θεσπρωτίας στο Αλβανικό Κράτος.

Στα τρία χρόνια της Κατοχής οι Τσάμηδες βοηθούσαν με ένοπλα τμήματα τα Ιταλικά κι αργότερα τα Γερμανικά στρατεύματα στις επιχειρήσεις εναντίον των Ελλήνων ανταρτών. Προέβησαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε ανομολόγητα εγκλήματα κατά του χριστιανικού στοιχείου της περιοχής. Οι αναρίθμητοι φόνοι, οι βιασμοί των γυναικών, οι πυρπολήσεις των σπιτιών, η κλοπή ολοκλήρων ποιμνίων και άλλων κινητών πραγμάτων, ήταν συνηθισμένες πράξεις. Μεταξύ άλλων φόνευσαν και το Νομάρχη Θεσπρωτίας.

Στις 29-9-1943, ύστερα από την απόφαση της Τσάμικης ηγεσίας, της Μιντζιλισί Ινταρέ, αποφασίζεται ο “αποκεφαλισμός” της Ελληνικής ηγεσίας της περιοχής. Επιλεκτικά, συλλαμβάνονται πενήντα δύο Έλληνες και δεμένοι οδηγούνται ενάμισι χιλιόμετρο έξω από την Παραμυθιά, στον Αη Γιώργη, με συνοδεία πενήντα Τσάμηδων και δεκαπέντε Γερμανών. Ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός γλυτώνει τρεις και εκτελούνται οι υπόλοιποι σαράντα εννιά. Παπάς, γιατρός, Γυμνασιάρχης, Σχολάρχης, Δήμαρχος, καθηγητές, δάσκαλοι, επιχειρηματίες, αγρότες, έπεσαν τραγουδώντας το “Γέρο Δήμο” και το “Έχε γεια”. Την ίδια μέρα της εκτέλεσης μπαίνει στην Παραμυθιά ο καινούργιος Δεσπότης Δωρόθεος, παρόλο που ο Πρόεδρος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, Ελβετός Μπίκελ, τον προέτρεπε να μη πάει. Κανένας Χριστιανός δεν παραβρέθηκε στην υποδοχή. Παντού τρόμος θανάτου. Ο Δεσπότης, τριαντάχρονος τότε, μόνο με το Διάκο του, πηγαίνει κατ’ ευθείαν στον Γερμανό φρούραρχο, τον πείθει και αφήνει ελεύθερους τους πεντακόσιους Χριστιανούς, κρατούμενους Παραμυθιώτες και την επομένη, με συνοδεία δύο Γερμανούς στρατιώτες παίρνει και πέντε χριστιανούς, πηγαίνει στον τόπο της θυσίας και ενταφιάζει τους σαράντα εννιά άταφους μάρτυρες.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στις 30 Ιουνίου 1994 η Αλβανική βουλή καθιέρωσε ομόφωνα την 27 Ιουνίου ως ημέρα «γενοκτονίας» των Τσάμηδων. Το θέμα των Τσάμηδων δεν έχει τελειώσει και συνεχίζεται σε διεθνές επίπεδο, σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις.[7]

Πρόσφατα, Φεβρουάριος 2016, οργανώσεις Τσάμηδων προσέφυγαν στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, που εξετάζει κυρίως εγκλήματα πολέμου, όπου κατατέθηκε ο φάκελος για τις διεκδικήσεις των Τσάμηδων στην Ελλάδα, ο οποίος έγινε δεκτός από τον Εισαγγελέα. Έτσι ένα θέμα, που έμενε ουσιαστικά κλειστό επί εβδομήντα και πλέον χρόνια, φαίνεται ότι ανοίγει με επίσημο τρόπο. Αν μάλιστα έχουν έστω και πολύ μικρή δόση αλήθειας, όσα αναφέρουν σε ανακοινώσεις τους ακραίες οργανώσεις Τσάμηδων από την Αλβανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι δηλαδή στην κίνηση αυτή έχουν την υποστήριξη πολλών δυτικών χωρών, τότε τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά σοβαρά. Οι Τσάμηδες ζητούν πέρα από αποζημιώσεις πολλών δις, εδάφη της Ηπείρου, όπως της Ηγουμενίτσας, της Πάργας κι άλλων περιοχών. Στην παράδοση του φακέλου παραβρέθηκαν εκπρόσωποι πολλών εθνικιστικών συλλόγων από την Αλβανία αλλά και από περιοχές όπου ζουν αλβανόφωνοι πληθυσμοί. Ο φάκελος είναι σε τρεις γλώσσες, αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά και σύμφωνα με δηλώσεις που έγιναν στη Χάγη, οι οργανώσεις έχουν την στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών αλλά και χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το (ψευδο)-ζήτημα των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς, με την διεκδίκηση όχι μόνο της Θεσπρωτίας και των περιουσιών των στην περιοχή αυτή, αλλά και της περιοχής μέχρι του Αράχθου ποταμού παραμένει ακόμη, ως το κορυφαίο θέμα αλυτρωτισμού των Αλβανών ίσως και πιο οξυμένο το δηλητήριο, που δηλητηριάζει συνεχώς τις διμερείς σχέσεις των δύο κρατών. Το θέμα όμως έχει κλείσει. Οι Τσάμηδες ήσαν αποδεδειγμένα ανθέλληνες, συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, προέβησαν σε λεηλασίες, κακοποιήσεις κατοίκων της Θεσπρωτίας, δολοφονίες και αναγκάσθηκαν να αποχωρήσουν οικειοθελώς από την Ελλάδα, φοβούμενοι την άφιξη και τις διαθέσεις του ΕΔΕΣ. Έτσι το Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων, με αμετάκλητες αποφάσεις του καταδίκασε ως προδότες και δήμευσε την περιουσία των.

Βιβλιογραφία:

– Μαλκίδης Θ., ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, Αθήνα, 2007

– Αντωνόπουλος Η., ΑΛΒΑΝΙΑ & ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ (1912-1994), Αθήνα 1995

– Πέτιφερ Τ, Βίκερς Μ., Αλβανία: Από την αναρχία σε μια βαλκανική ταυτότητα, Αθήνα 1997

– Κόντης, Β., Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις, Αθήνα, 1995.

– Ευσταθιάδης, Κ., Μελέται διεθνούς δικαίου 1929-1959, Κλεισούνη, Αθήνα 1959, σ.549

– ΓΕΣ, Χάρτης εθνογραφικός της Βορείου Ηπείρου τω 1913, Αθήνα 1919.

– Μαντά Ε., Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου. Αθήνα (1923-2000), Αθήνα 2004

– Καλλιβρετάκης, Λ., Ο Ελληνισμός της Αλβανίας, Αθήνα 1995

– Ντάγιος, Σ., ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΛΒΑΝΙΑ, 50 Χρόνια αμοιβαίας δυσπιστίας, Θεσσαλονίκη 2015.

– Διάλεξη Ι. Μάζη στο Αμφιθέατρο του ΥΠΕΞ, την 10-11-15.

– Χριστόπουλος, Δ., Τσιτσελίκης, Κ., Legal aspects of religious and linguistic otherness in Greece. Treatment of minorities and homogeneis in Greece: Relics and challenges

– ΑΧΑΡΙΣΤΕΣ ΓΕΝΕΕΣ ΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ Επιμέλεια Στίβενς Σμιθ (S. J. SMITH)

– Από το Αρχείο της Πανελλήνιου Συνομοσπονδίας Εθνικών Αντιστασιακών Οργανώσεων

– http://www.pare-dose.net/81#ixzz40M0QUxdI

– http://www.paramythia-online.gr/paramythia/diafora/tsamides.html

* Ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.), Tactical Intelligence School (U.S. Army), Μεταπτυχιακό στην Γεωπολιτική Ανάλυση του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Διαχειριστής: www.analystsforchange.org

[1] Κόντης, Β., Ελληνισμός της Βορείου Ηπείρου και Ελληνοαλβανικές σχέσεις, Εστία, Αθήνα, 1995, τόμος 1.
[2] Ευσταθιάδης, Κ., Μελέται διεθνούς δικαίου 1929-1959, Κλεισούνη, Αθήνα 1959, σ.549
[3] Μαλκίδης, Θ., ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ, Γόρδιος, Αθήνα , 2007, σ.61.
[4] http://www.pare-dose.net/81#ixzz40M0QUxdI
[5] Μαντά, Ε., Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000), Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 2004.
[6] Ο γράφων κατάγεται από την Ήπειρο και οι αναφορές και το περιγραφόμενο κλίμα ανήκουν στον πατέρα της συζύγου μου, ο οποίος καταγόμενος από την Παραμυθιά, βίωσε όλα τα γεγονότα αυτά και αποτελούν βιωματικές προσωπικές εμπειρίες και αντιλήψεις.