Όταν η Ελλάδα ανακάλυψε τη δύναμη του Νου, η υπόλοιπη ανθρωπότης ήταν γυρισμένη κι αντίκριζε τα ψυχικά ερέβη. Τότε, για μια στιγμή, η Δύση κι η Ανατολή στην Ελλάδα σμίξανε: η τάση προς τον ρασιοναλισμό πού θα γινότανε με τον καιρό το έμβλημα τής Δύσης και η βαθιά ψυχική κληρονομιά τής ’Ανατολής ενώθηκαν.

Τι μεγάλη σημασία είχε μια τέτοια ένωση, τι καταπληκτική δημιουργική ώθηση είναι η διαύγεια του Νου συνταιριαγμένη με την δύναμη την ψυχική, μπορεί κανένας να το νιώσει αν σκεφτεί τι συνέβαινε στην Ανθρωπότητα προτού φανεί η Ελλάδα, μ’ άλλους λόγους, τι συμβαίνει κάθε φορά πού υπάρχει ψυχική δύναμη, μα το μυαλό, παράλληλα, τηρείται σε μια απόσταση και μια ακινησία.

Αυτό φαίνεται καθαρά στην περίπτωση των Αιγυπτίων, για τους οποίους έχουμε πληρέστατα ιστορικά στοιχεία. Κι ίσως για τούτο θα ‘ταν σκόπιμο να λησμονήσουμε πρόσκαιρα την Ελλάδα και να ρίξουμε μια ματιά στην χώρα εκείνη που είχε πραγματικά τον μεγαλύτερο πολιτισμό απ’ όλο τον αρχαίο κόσμο.

Ποιο ήταν το επίκεντρο του ενδιαφέροντος στην Αίγυπτο; Οι νεκροί!

Τέτοια μεγάλη δύναμη, τέτοια θαυμαστή κοσμοκρατορία κι άλλο δεν είχε στο μυαλό παρά το θάνατο!

Εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα επί χιλιάδες χρόνια είχαν το χάρο για σύντροφο: ήταν γι’ αυτούς ό,τι πιο οικείο μπορούσανε να βρούνε στη ζωή. Δεν θα το πίστευε κανένας αν δεν υπήρχε όλος αυτός ο τεράστιος όγκος της Αιγυπτιακής Τέχνης να μας το θυμίζει.

Για τον Αιγύπτιο ο κόσμος ο πραγματικός δεν ήταν εκείνος μέσα στον οποίο κυλούσε η καθημερινή ζωή του, μα εκείνος όπου θα έφτανε σε λίγο περνώντας μέ­σα από το θάνατο.

Δύο ήταν οι κύριες αιτίες που ευθύνονται γι’ αυτήν την κατάσταση στην Αίγυπτο.

Η πρώτη ήταν η ανθρώπινη δυστυχία. Σε κείνον τον Αρχαίο κόσμο για τον οποίο μιλάμε, η ζωή του κοινού ανθρώπου διάβαινε μέσα σε μια αθλιότητα απερίγραπτη. Δεν μπορεί να διανοηθεί κανένας τι κόστισαν σε ανθρώπινο πόνο και σε ανθρώπινες ζωές εκείνα τα τεράστια έργα που διατηρήθηκαν μες τους αιώνες. Τίποτα δεν ήταν φτηνότερο απ’ την ανθρώπινη ζωή στην Αρχαία Αίγυπτο και στην Αρχαία Νινευή. όπως δεν είναι και τίποτα φτηνότερο, σήμερα, στις Ινδίες και στην Κίνα.

Ακόμα και για τους μεγαλουσιάνους, τους άρχοντες, και τους εμπόρους, η ζωή ούτε πολύ εύκολη ήτανε ούτε πάντοτε σίγουρη. Υπάρχει ένα επιτύμβιο για κάποιον σπουδαίο Αιγύπτιο που με υπερηφάνεια αναφέρει πως ποτέ του δεν μαστιγώθηκε μπροστά σε δικαστή!

Ένας διαφέντευε, ο μονάρχης. Το κέφι του ήτανε νόμος και η επιθυμία του θε­σμός. Δεν έχει κανένας παρά να διαβάσει την περιγραφή του Τάκιτου για το τι συνέβαινε τις ημέρες των πρώτων αυτοκρατόρων. για να δη πόσο η ασφάλεια του ατόμου στην Αρχαιότητα ήταν το σπανιότερο αγαθό.

Με τέτοιες συνθήκες και οι άνθρωποι, μια και δεν βρίσκανε καμιά χαρά στον κόσμο τούτον, προσπαθούσαν τουλάχιστον να βρούνε μια παρηγοριά στον άλλον.

Μόνο στον κόσμο των νεκρών μπορούσε κανένας να βρει ασφάλεια και ησυ­χία, αρκεί να τα σκεφτότανε όλα τούτα, συνέχεια, σ’ όλη του τη ζωή. Τίποτα το γή­ινο δεν είχε πια αξία μπροστά σ’ εκείνο που ο ίδιος πια εδραίωνε γι’ αληθινό: το υπέρκοσμο, το απόκοσμο, το περά από τούτη τη ζωή!

Γιατί να βάλει σε κίνηση τις νοητικές δυνάμεις του με τις οποίες ήταν προικισμένος; Τι ωφέλεια θα ‘χε; Σε τι θα τον βοηθούσαν ν’ αποκτήσει εκείνο που ήταν η κυριότερη φροντίδα του όσο ζούσε; Μια θέση καλή στον άλλον κόσμο;

Δεν δίνει ελπίδα ο Νους όταν η ζωή είναι αφόρη­τη κι ούτε βοηθάει τον άνθρωπο ν’ αντέξει τ’ αβά­σταχτα. Δεν καταφεύγουν στο μυαλό, ο τρομαγμέ­νος και ο άθλιος, για να βρουν τη σωτηρία. Μια εί­ναι η λύση η πρόχειρη: η γοργή φυγή από την πραγ­ματικότητα.

Η λήθη.

Αυτή την τάση προς την λήθη που αποζητάει ο δυστυχισμένος εκμεταλλεύτη­καν οι άλλες εκείνες δυνάμεις που συμμαχούσαν με τον θάνατο και κρατούσαν στενεμένο το μυαλό: Το Ιερατείο της Αρχαίας Αιγύπτου.

Καθώς είδαμε, πριν να φανεί στον κόσμο η Ελλάδα, η σκέψη ήταν προνόμιο των ιερέων. Αυτοί ήταν οι πνευματικοί άνθρωποι, οι σοφοί, στην Αίγυπτο. Η δύναμη τους ήτανε παμμεγίστη, και οι βασιλιάδες λύγιζαν μπροστά τους. Βέβαια κουτοί δεν ήταν τούτοι οι άνθρωποι, – ξύπνο θα πρέπει να ‘ταν το μυαλό τους και μεγάλη η ιδιο­φυΐα τους – μα ό,τι αλήθειες μάθαιναν απ’ τις παλιές κι όσες καινούριες ανακάλυ­πταν στο κύλισμα του χρόνου, ζηλότυπα τις κρατούσαν για τη δική τους προκοπή.

Είναι η Αλήθεια περίεργη ερωμένη.

Δεν δίνεται και δεν χαρίζεται σ’ όποιον την πλησιάζει μόνο από συμφέρον, κι έτσι και κείνοι οι ιερείς, με τον καιρό, βρήκαν πως στο κάτω κάτω, η αλήθεια είναι επικίν­δυνη, και στένεψαν πρώτοι το δικό τους μυαλό, να μην την αφήσουν να φουντώσει. Γίνανε φύλακες μονάχα και διακάτοχοι των περασμένων, οι προνομιούχοι διανοού­μενοι. Ό,τι καινούριο πρώτοι το έπνιγαν, μην και προφτάσει κείνο να τους πνίξει.

Και κάτι άλλο: Ό, τι παλιό γνωρίζανε, ζηλότυπα το κράταγαν μακριά απ’ τον άλλο κόσμο. Αν το πέρναγαν στον πολύ λαό. ίσως και τούτος ξύπναγε κι άρχιζε να συλλογίζεται ο ίδιος, και τότε πού θα πήγαινε όλη η δύναμη και το ιερό προνόμιο της γνώσης;

Όποιος έχει τη γνώση δεν φοβάται. Μονάχα αντίκρυ στο σκοτεινό μυστήριο του άγνωστου δειλιάζει ο άνθρωπος και τρέμει, κι αποζητάει την καθοδήγηση.

Κι έτσι άρχισε ο φαύλος κύκλος. Δουλειά του Ιερατείου ήταν να βρίσκει την αλήθεια και ταυτόχρονα να την κρύβει. Δύναμη του ήταν το άγνωστο, το σκοτεινό, το ανεξήγητο και ό,τι μπορούσε να διαλύσει το μυστήριο και να ρίξει φως, να το σκορπίσει, ήταν ασύμφορο και έτσι σιγά σιγά έγινε και κατακριτέο. Το πνεύμα με τις μικρές του ακόμα δυνατότητες ήταν στην εξουσία ανθρώπων που κανένας δεν μπορούσε να κρίνει και κανένας δεν μπορούσε να ελέγξει.

Η σκέψη κι η έκφραση ήταν κάτω από ένα τυραννικό ολοκληρωτισμό.

Γνωρίζαμε τουλάχιστον έναν άνθρωπο που αποφάσισε να σηκώσει κεφάλι σ’ όλα αυτά. Ήταν ο Βασιλιάς, ο Φαραώ, ο Αμένοφις, και μην το λησμονούμε πως οι Φαραώ και οι Ιερείς δεν βρίσκονταν πάντα σε σχέσεις καλές.

Σύντυχε ο Αμένοφις λοιπόν να βρεθεί να ‘χει δύναμη, κείνο τον καιρό, μεγαλύ­τερη απ’ το Ιερατείο και κάθισε και σκέφτηκε, και έκτισε μια πόλη για να κηρύξει και να τιμήσει την λατρεία του ενός Θεού.

Θα νόμιζε κανένας πως αυτό ήτανε κάπως δείγμα της αδυναμίας των ιερέων που τον αφήσανε, κι όμως σε τελευταία ανάλυση άλλο δεν απόδειξε απ’ την μεγάλη δύναμη τους.

Ήταν άνθρωποι σοφοί τούτοι οι ιερείς, και ξέρανε τ’ ανθρώπινα, και τίποτα δεν έκαναν να εμποδίσουν τον Αμένοφι.

Περίμεναν…

Θνητός ήταν ο Αμένοφις, ο άνθρωπος που τόλμησε ν’ αφήσει το μυαλό του να σκεφτεί.

Και πέρασε…

Και πέθανε…

Κι ίσως και η αέναη προστριβή του με το Ιερατείο να του συντόμευε κάπως τη ζωή.

Ζώσανε τότε οι ιερείς τον διάδοχο του, τον φέραν στα νερά τους, σβήσανε α­κόμα και το όνομα του Αμένοφι απ’ τα αρχαία μνημεία, τον έπνιξαν στην λησμοσύνη του καιρού.

Κανένας πια δεν μπόρεσε να τους αντισταθεί, από τότε κι ύστερα…

Σπάνια στ’ αλήθεια τα έβαζε με τους Φαραώ το Ιερατείο. Στήριζε τον θρόνο, μα και τον κρατούσε υποχείριο. Ένα ποτέ δεν συγχωρούσε: κάθε προσπάθεια να φύγει ο κόσμος απ’ την άγνοια. Η δύναμη του ήταν ο αμόρφωτος λαός, και η δύναμη του αυτή μονάχα μ’ ένα τρόπο μπορούσε να στεριώσει: τυραννικά, μεθοδικά, να μείνει ο Νους του ανθρώπου γυρισμένος κατά το άγνωστο.

Σαν έσβησε η Αίγυπτος, η υπόλοιπη Ανατολή προχώρησε ακόμα περισσότερο σ’ αυτή την κατεύθυνση. Φρικιαστικές είναι οι σελίδες της ιστορίας, όταν διαβάζει κανένας γι’ αυτές τις εποχές. Μέσα στην αθλιότητα τους οι Ασιατικοί λαοί βρίσκαν τη δύναμη μονάχα με την άρνηση των όσων δεν μπορούσαν να αποφύγουν. Από τον κόσμο των νεκρών που είχαν καθιδρύσει οι Αιγύπτιοι, τον κόσμο εκείνον όπου οι πεθαμένοι περπάταγαν και μίλαγαν και νήστευαν σα να ‘ταν ζωντανοί, πέραν σ’ έναν άλλον κόσμο, εκείνον ακριβώς που συμβόλιζε όλη αυτή η Αιγυπτιακή νεκρο­φιλία: το απόκοσμο, το άπιαστο, το ασύλληπτο.

Στις Ινδίες, που είχαν την πνευματική πρωτοπορία στην Ανατολή επί αιώνες, ο κόσμος του Νου κι ο κόσμος της ψυχής είχαν βασικά διαχωριστεί, και όλη η ερμη­νεία του σύμπαντος είχε περιέλθει στην ψυχή.

Ό, τι έπιαναν τα χέρια, ό,τι έβλεπαν τα μάτια, ό,τι άκουγαν τ’ αυτιά, το ξέγρα­φαν σαν κάτι μυθικό, φανταστικό, άσχετο με τον κόσμο τούτον. Πέρναγε και χανό­τανε σαν όνειρο, σα σκιά, σαν οπτασία και «πραγματικά» έμενε μονάχα το άπιαστο, το υπέρκοσμο, το καταφύγιο το μοναδικό από την πείνα και τη μιζέρια και την αρρώστια και τη φωτιά και το μαχαίρι και το μαστίγιο.

Ο κόσμος ο εσωτερικός, το «σύμπαν της ψυχής», όπως τον λέει ο Γκαίτε, άμα τον κρατήσεις πέρα απ’ την τύρβη της ζωής μπορεί να γίνει αυθύπαρκτος: να φτιά­ξει τους δικούς του νόμους, να καθιδρύσει την δική του σιγουράδα.

Έτσι κι η αλήθεια, στις Ινδίες, χωρίστηκε εντελώς από κάθε τι το εξωτερικό. Τα έξω και τα γύρω ήταν ψευδαίσθηση. Η αλήθεια ήταν θέμα διαθέσεως ψυχικής και σ’ ένα τέτοιο κόσμο ούτε τα μάτια χρειάζεται να βλέπουν ούτε ο Νους να αξιολογεί τα ιδωμένα.

Είναι φυσικό πως σε μια τέτοια κατάσταση η μόνη νοητική επίδοση που κάπως μπορούσε ν’ ανθίσει ήταν τα Μαθηματικά. Τίποτα δεν είναι πιο ακίνδυνο απ’ όλον αυτόν τον ιδεατό κόσμο που δημιουργεί η μαθηματική φαντασία. Τα ανώτερα μαθηματικά κινούνται σ’ έναν κόσμο τόσο απομακρυσμένο απ’ την ανθρώπινη αθλιότητα που κανένα ιερατείο δεν σκέφτηκε ποτέ να εμποδίσει την ανάπτυξη τους. Ο Νους ήταν ελεύθερος να δρα κατά βούλησιν σ’ αυτήν την περιοχή. «Σε σύγκριση με τους Αιγυπτίους είμαστε παιδαριώδεις Μαθηματικοί», παρατηρεί ο Πλάτων.

Σημαντική ήταν. βέβαια, η προσφορά των Ινδιών σ’ αυτό τον τομέα. Μα το κα­κό είναι πως το μυαλό, όταν το περιορίσεις, αρχίζει να μη μπορεί να λειτουργήσει ούτε στην περιοχή εκείνη όπου αφήνεται ελεύθερο.

Σήμερα, στις Ινδίες κι όπου αλλού επικρατεί ο Βουδισμός, που είναι το μεγάλο προϊόν της Ινδικής σκέψης, το επίκεντρο της πίστης είναι η ματαιότητα κάθε προσπάθειας και κάθε έρευνας για την ανακάλυψη των μυστικών της φύσης.

Όπως, και στην περίπτωση της Αιγύπτου, έτσι κι εδώ η δύναμη του ιερατείου, των Βραχμάνων, και γενικά της μεγάλης Βουδιστικής ιεραρχίας είναι καταπληκτική.

Πάλι ο ίδιος φαύλος κύκλος: ένας εξαθλιωμένος πληθυσμός, χωρίς καμιάν ελπίδα στα εγκόσμια, και ένα ιερατείο που η δύναμη του είναι δεμένη με την πίστη στην ματαιότητα του απτού και του συγκεκριμένου. Ένας τρόπος υπάρχει για να διατηρηθεί τούτη η δύναμη: η άγνοια, κι αυτή την άγνοια το ιερατείο φτάνει να την ευνοεί ακόμα και στην δική του την περίπτωση.

Στις Ινδίες, το ορατό και το απτό αρχίζει ν’ αποκτά αξία, όταν γίνεται άπιαστο και αόρατο.

Να τι συμβαίνει όταν η ανθρωπότης βάζει παρωπίδες…

Είμαστε όντα σύνθετα, – σώμα και ψυχή, πνεύμα και νους. Όταν η προσοχή περιοριστεί σ’ ένα απ’ αυτά μονάχα και ξεχάσει όλα τ’ άλλα, το αποτέλεσμα είναι: ανθρώπινα όντα ελλιπή, υποανάπτυκτα, χωρίς μάτια για να δούνε τα όσα προσφέρει η ζωή και τα όσα κρύβει ο μεγάλος κόσμος γύρω μας.

Τέτοιοι ήταν εκείνοι οι Αρχαίοι κόσμοι, των Αιγυπτίων και των άλλων αρχαίων Ασιατικών πολιτισμών, τον καιρό που ο άνθρωπος απομακρυνόταν όλο και περισσότερο από την αλήθεια.

Μα τότε, σε κείνο τον κόσμο, κείνο τον καιρό, κάτι άλλο έγινε.

Φάνηκαν οι Έλληνες…

Edith Hamilton – Αθάνατη Ελλάδα: η ελληνική συνεισφορά στον δυτικό κόσμο.

Αντικλείδι , http://antikleidi.com