ΠΙΣΩ

Stefan Ihrig

Stefan Ihrig

Οσοι έχουν μελετήσει στοιχειωδώς τη Γερμανία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα έχουν παρατηρήσει τη στενή σχέση της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη μετέπειτα Νέα Τουρκία που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Και όμως, μέχρι σήμερα ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί σε βάθος και με σύστημα με τη σχέση, τη συμμαχία αυτή, τις προεκτάσεις και τα παρεπόμενά της.

Ο ιστορικός Stefan Ihrig πράττει ακριβώς αυτό, φέρνοντας στο φως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τον ιδιαίτερο θαυμασμό των Γερμανών εθνικιστών και βέβαια των ναζί απέναντι στον ίδιο τον Κεμάλ, αλλά και στις γενοκτονικές πολιτικές των Νεότουρκων. Τα αποτελέσματα της έρευνάς του περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Ατατούρκ και ναζί. Δάσκαλος και μαθητές στην εφαρμογή του ολοκληρωτισμού».

– Πώς προέκυψε η συμμαχία Γερμανίας-Τουρκίας το 1914-18 και ποια η ιδιαίτερη σημασία της;
– Ηδη από τη δεκαετία του 1890, η Γερμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήσαν κοντά και συχνά σε ένα καθεστώς συμμαχίας. Γι’ αυτό και η συμμαχία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν συμπτωματική. Την ίδια στιγμή, δεν ήταν όλοι οι Νεότουρκοι γερμανόφιλοι, ενώ πολλοί στη Γερμανία έβλεπαν τους Οθωμανούς περισσότερο σαν βάρος. Ωστόσο, ήσαν πολλοί εκείνοι που έβλεπαν τις περιοχές που κατείχαν οι Οθωμανοί ως πολύ σημαντικές για το μέλλον της Γερμανίας. Οπως επίσης και εκείνοι, μεταξύ αυτών και ο αυτοκράτορας, που σκέφτονταν ότι μια Τζιχάντ υποκινημένη από και με καθοδηγητές τους Οθωμανούς θα ήταν ένας κρυφός άσος στο μανίκι κατά τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914. Επιπλέον, όταν έληξε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, πολλοί Γερμανοί είδαν σε όσα υπέστησαν οι Τούρκοι τη δική τους μοίρα. Και οι δύο πλευρές ηττήθηκαν στον πόλεμο, και οι δύο υποχρεώθηκαν σε ταπεινωτικές συνθήκες ειρήνης. Η Γερμανία βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση σοκ εξαιτίας της ήττας, φοβισμένη από την τιμωρητική συνθήκη που της επέβαλε η Αντάντ. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα εθνικιστικής απόγνωσης, κάποια γεγονότα στην Ανατολία εξερέθισαν τα πάθη και τα όνειρα των Γερμανών εθνικιστών. Υπό τον Ατατούρκ, οι Τούρκοι ξεκίνησαν μιαν αντίσταση στις δικές τους «Τουρκικές Βερσαλλίες», δηλαδή στη Συνθήκη των Σεβρών.

Τα έβαλαν με ολόκληρη την Αντάντ, όπως επίσης με τον ελληνικό στρατό, ακόμη και με τη δική τους κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη. Οι Γερμανοί εθνικιστές και ειδικά οι ναζί σκέφτηκαν πως η Γερμανία θα έπρεπε να αντιγράψει το παράδειγμα των κεμαλιστών. Κατά κάποιον τρόπο, οι ναζί, ως πολιτικό κίνημα, εξελίχθηκαν μαζί με τον Ατατούρκ. Ο τουρκικός Αγώνας της Ανεξαρτησίας (1919-1922) συμπίπτει με την ίδρυση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και τα πρώτα χρόνια του ναζισμού. Και ο πόλεμος του Ατατούρκ ήταν ένα μείζον γεγονός στα ΜΜΕ της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ηταν ένα από τα πιο σοβαρά θέματα συζήτησης και σίγουρα η σημαντικότερη ξένη είδηση στον γερμανικό Τύπο κατά τα χρόνια 1919-1923.

Οι ναζί, όπως και άλλοι Γερμανοί εθνικιστές, βρήκαν στην «τουρκική λύση» την απάντηση στα δικά τους εθνικά προβλήματα – με επίκεντρο, κυρίως, την αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και την εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής κυβέρνησης κάτω από έναν ισχυρό ηγέτη. Ηταν ιδίως στους μήνες που οδήγησαν στο Πουτς (πραξικόπημα) του Χίτλερ, στα τέλη του 1923, που το τουρκικό μοντέλο διαδραμάτισε κυρίαρχο ρόλο και επηρέασε βαθιά τους ναζί, δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα μέσα από την οποία οι ναζί σκέφτηκαν πως είχε έρθει η ώρα να δράσουν. Αυτό φαίνεται και από τις συζητήσεις που έγιναν κατά τη δίκη μετά το Πουτς. Τότε ο Χίτλερ αναφέρθηκε στο ιδανικό του μοντέλο, τον Ατατούρκ, άμεσα μάλιστα, τοποθετώντας τον ψηλότερα απ’ ό,τι τον Μουσολίνι.

– Ο Χίτλερ λοιπόν θαύμαζε τον Ατατούρκ. Το «αίσθημα» ήταν αμοιβαίο;
– Ας μη γελιόμαστε: ήταν μια μονόπλευρη «ερωτική» σχέση. Στο μέτρο που γνωρίζω, ο Ατατούρκ δεν είχε ανταποκριθεί· έβλεπε τον Χίτλερ ως ένα επικίνδυνο άτομο. Αμέσως μετά τον θάνατο του Ατατούρκ, δημοσιεύθηκε ένα άρθρο σε γερμανική εφημερίδα. Πραγματευόταν τις ποιότητες που πρέπει να έχει ο αρχηγός ενός έθνους, τι θα του άξιζε να έχει προκειμένου να οδηγήσει ένα λαό. Το άρθρο υπογράμμιζε εμφατικά ότι ο ιδανικός ηγέτης θα έπρεπε να εργαστεί για την ειρήνη στο εξωτερικό προκειμένου να εξασφαλίσει τον λαό του. Η ειρήνη ήταν το κεντρικό μήνυμα. Και ο συγγραφέας του άρθρου ήταν, τουλάχιστον με βάση την εν λόγω εφημερίδα, ο ίδιος ο Ατατούρκ. Η δημοσίευση ενός τέτοιου άρθρου δεν συνιστούσε απλώς τομή στην κυρίαρχη εικόνα που είχε το Γ΄ Ράιχ για τον Ατατούρκ, συνιστούσε επίσης και πράξη αντίστασης στον Χίτλερ.

– Πώς και η εμμονή των ναζί στην αρία φυλή δεν τους εμπόδισε από το να δουν τους Τούρκους σαν «υπανθρώπους»;
– Σε αντίθεση με ό,τι νομίζουμε, οι απόψεις των ναζί σε ό,τι αφορά άλλες χώρες ποίκιλλαν και ήσαν αλλόκοτες. Το βασικό ήταν να απέχουν γεωγραφικά – και η Τουρκία ήταν μια τέτοια περίπτωση. Οπότε το φυλετικό έπαυε να είναι μείζον ζήτημα. Ωστόσο, μετά τους ρατσιστικούς νόμους της Νυρεμβέργης, μερικά κράτη, μεταξύ αυτών και η Τουρκία, ζήτησαν από τη γερμανική κυβέρνηση να δώσει εξηγήσεις. Η απάντηση που δόθηκε ήταν ότι εκτός των γερμανικών συνόρων, η σημαντική διάκριση ήταν Ευρωπαίος/Μη Ευρωπαίος, όχι Αριος/Μη Αριος, συνεπώς, από τη στιγμή που η Τουρκία ήθελε να γίνει ευρωπαϊκή, η Γερμανία θα την υποστήριζε.
– Σε πόσο επίσημο επίπεδο εξέφραζαν οι ναζί τον θαυμασμό τους προς τους Τούρκους;

– Μετά το αποτυχημένο Πουτς και έως το 1933, οι ναζί απέφευγαν κάθε αναφορά στο «τουρκικό θαύμα», διότι επιδίωκαν πλέον να πάρουν την εξουσία με νόμιμα μέσα. Από το 1933 κι έπειτα, όλα αυτά άλλαξαν. Μέσα στο 1933, ο Χίτλερ αποκαλεί τον Ατατούρκ «λαμπερό αστέρι μέσα στο σκοτάδι» – φράση που έμελλε να γίνει η επίσημη αναφορά της Τουρκίας από το Γ΄ Ράιχ. Μάλιστα, ο θαυμασμός των ναζί απέναντι στην Τουρκία έφτασε σε τέτοια ύψη που κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει για «αδελφοποίηση» με το Γ΄ Ράιχ – η Νέα Τουρκία και η Νέα Γερμανία αποδίδονταν σαν «δίδυμα κράτη» και ο Κεμαλισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός ως δίδυμα κινήματα. Στην αρχή, ωστόσο, πολλοί πολιτικοί και θεωρητικοί ισχυρίζονταν πως η Νέα Τουρκία είχε αφήσει πολύ πίσω της τη Νέα Γερμανία σε ό,τι αφορά την εθνική αναδόμηση της χώρας. Οι ναζί υποσχέθηκαν πως θα έκαναν το καλύτερο δυνατό το συντομότερο δυνατόν.

– Υποθέτω πως αυτό είναι σαφής νύξη ως προς τις γενοκτονικές πολιτικές των Νεότουρκων κυρίως.
– Η Τουρκία είχε «ξεφορτωθεί» τις περισσότερες από τις μειονότητές της, πρώτα τους Αρμένιους και δευτερευόντως τους Ελληνες. Για τους ναζί, αυτό που συνέβαινε στην Τουρκία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 ήταν μια επιτυχημένη αναδόμηση και ανακατασκευή της χώρας με βάση έναν εθνικιστικό/φυλετικό άξονα. Γι’ αυτούς, ήταν το απόλυτο παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει ένα καθαρά εθνικό κράτος κάτω από έναν δυναμικό ηγέτη. Κατά την άποψη των ναζί, η Νέα Τουρκία δεν θα είχε καταστεί πραγματικότητα εάν η Τουρκία δεν είχε «ξεφορτωθεί» τις μειονότητές της. Υπό αυτή την έννοια, οι ναζί και οι λοιποί Γερμανοί εθνικιστές ήσαν σε θέση να αποτυπώσουν τη Νέα Τουρκία του Ατατούρκ ως ένα είδος πειράματος για μια εθνοτική-φυλετική αναδόμηση μεγάλης κλίμακας· ένα πείραμα που γι’ αυτούς σηματοδότησε την ισχύ ενός νέου εθνικού κράτους, καθαρού από τυχόν μειονότητες· ένα πείραμα που όχι μόνον επιβεβαίωσε τα πιστεύω τους σχετικά με τις φυλετικά καθαρά κράτη, αλλά τους έδειξε και διάφορους τρόπους σχετικά με το πώς επιτυγχάνεται αυτό.

– Αληθεύει ότι ο Χίτλερ δήλωσε δημοσίως πως κανένας δεν θυμόταν πια τους Αρμένιους, προκειμένου να διαλύσει τον όποιο δισταγμό απέναντι στο «εβραϊκό πρόβλημα»;

– Η δήλωση αυτή έχει αμφισβητηθεί. Αλλο είναι το σημαντικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό γνώριζαν οι Γερμανοί περί της αρμενικής γενοκτονίας και τι έκαναν με τις πληροφορίες που είχαν; Η συνεχιζόμενη διένεξη σχετικά με την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας έχει περιθωριοποιήσει το γεγονός, καθιστώντας το μια υποσημείωση στην ευρύτερη ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία. Και όμως, ήταν ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός εκείνη την εποχή, ειδικά για τη Γερμανία. Οχι μόνον η Γερμανία ήταν στενά συνδεδεμένη με το γεγονός αυτό, ως σύμμαχο κράτος των Οθωμανών, αλλά και οι διπλωμάτες της, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της. Υπήρξε μια τεράστια συζήτηση στη Γερμανία του 1920 ως προς το αν όντως οι Αρμένιοι εξοντώθηκαν βάσει σχεδίου.

Στο τελευταίο βιβλίο μου, «Δικαιολογώντας τη Γενοκτονία», προσπαθώ να δείξω όχι ότι οι Γερμανοί βρήκαν στην αρμενική γενοκτονία μια πηγή έμπνευσης, όσο ότι ήξεραν πολύ καλά ότι είχε συμβεί. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να πούμε πως οι ναζί δεν χρειάζονταν να τους διδάξει κανένας πώς θα εξοντώσουν τους Εβραίους. Η ευθύνη για το Ολοκαύτωμα είναι όλη δική τους. Αυτό που δείχνω με τη μελέτη μου είναι πως η Γενοκτονία των Αρμενίων ήταν μια ιδέα πολύ ρεαλιστική στο μυαλό των ναζί ήδη προτού ο Χίτλερ πάρει την εξουσία. Θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η χρονική απόσταση που χωρίζει την αρμενική γενοκτονία από το Ολοκαύτωμα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο νομίζουμε – και είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει αυτό τόσο για τη γερμανική ιστορία όσο και για το ανθρώπινο γένος, την ικανότητά μας να εκλογικεύουμε τον φόνο αθώων ανθρώπων.
Συμπτώσεις

– Στο βιβλίο σας αναφέρετε πως ο Ατατούρκ πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1938, δηλαδή ακριβώς την επόμενη ημέρα από τη Νύχτα των Κρυστάλλων στη Γερμανία. Συνδέονται τα δύο αυτά γεγονότα;

– Τα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά δεν συνδέονται, αμφότερα όμως συναγωνίστηκαν ως προς την προσοχή που απέσπασαν από τον Τύπο της εποχής. Το εβραϊκό πογκρόμ δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τους ναζί, οι οποίοι την ίδια στιγμή που το δικαιολογούσαν, το ίδιο εύκολα το υποβίβαζαν. Ο Ατατούρκ, ωστόσο, ήταν ένα αγαπημένο θέμα στη Γερμανία του Μεσοπολέμου. Οπότε ο θάνατός του έγινε μεγάλη είδηση στη Γερμανία του Γ΄ Ράιχ. Οι μεγάλες εφημερίδες αφιέρωσαν πολύ χώρο στη ζωή και στο έργο του. Σε άλλες μεγάλες εφημερίδες η πρώτη σελίδα είχε αφιερωθεί στην ανακοίνωση του θανάτου του καθώς και σε άρθρα γι’ αυτόν. Σχετική αλυσιδωτή αρθρογραφία ακολούθησε όλες τις υπόλοιπες ημέρες. Και όλο αυτό δεν ήταν ντιρεκτίβα του υπουργείου Προπαγάνδας αλλά κάτι πηγαίο: επί δύο δεκαετίες, σύσσωμος ο γερμανικός Τύπος δημοσίευε έναν τεράστιο όγκο ειδήσεων πάνω στον Ατατούρκ, οπότε, όταν πέθανε, ήταν σε θέση να παρουσιάσει τη δική του αφήγηση πάνω στο ποιος ήταν ο Ατατούρκ.

Το βιβλίο «Ατατούρκ και ναζί» του Stefan Ihrig κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση του Νίκου Ρούσσου. Πρόλογος στην ελληνική έκδοση: Βλάσης Αγτζίδης.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ Καθημερινή