ΠΙΣΩ

Χωράφια στο κέντρο της πόλεως, γιδοπρόβατα στα Πετράλωνα και το Πεδίον Άρεως και η πρώτη άσφαλτος το 1902 στην Αιόλου.

Του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη
akontogiannidis@yahoo.gr
Πώς ήταν η μεταολυμπιακή Αθήνα το 1900; Τι όψη είχε; Πώς ζούσαν οι 128.000 (μαζί με τα περίχωρα) κάτοικοί της; Ταξιδεύοντας στο χρόνο, στην τότε εποχή, βρίσκουμε μια μικρή αναπτυσσόμενη πόλη. Το εμπόριο είναι σε άνθιση όπως και οι βιοτεχνίες, μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα που δίνει δουλειά σε αρκετά από τα πάρα πολλά διαθέσιμα εργατικά χέρια. Σε ανάπτυξη βρίσκεται και η βιομηχανία που χρησιμοποιεί ως κινητήρια δύναμη τον ατμό. Υπάρχει το Μεταξουργείο του Α. Δουρούτη, ο οποίος αγόρασε το παλιό εργοστάσιο της «Αγγλικής Σηρικής Εταιρίας» και το εκσυγχρόνισε, ενώ άνοιξε άλλα δύο, έναν αλευρόμυλο και ένα ελαιοτριβείο.

Η σοκαλατοποιία του Σπύρου Παυλίδη
Στον Κεραμικό, υπάρχει ο αλευρόμυλος, των Μουζάκηδων και στην οδό Αιόλου η σοκαλατοποιία του Σπύρου Παυλίδη. Αυτά είναι τα μεγαλύτερα εργοστάσια ενώ υπάρχουν και πολλά μικρότερα. Λόγω της μεγάλης ανεργίας, πολλοί εργάτες ζούσαν μέσα σε χαμόσπιτα, καλύβες και παράγκες γύρω από το Γκαζοχώρι.

Το ημερομίσθιο έφτανε τότε τα 50 έως 70 λεπτά για τον εργάτη και 1 έως 2 δραχμές για τον καλό τεχνίτη. Όσοι δεν έβρισκαν δουλειά, κατέληγαν ζητιάνοι στους δρόμους της πρωτεύουσας, ενώ τα ανήλικα παιδιά καταντούσαν δουλάκια σε σπίτια ή μαγαζιά για ένα κομμάτι ψωμί. Συχνά έβλεπε κανείς ηλικιωμένους να πεθαίνουν στο δρόμο είτε από ασιτία είτε από το ψύχος και κάποιοι άλλοι να κάνουν έρανο για να τούς θάψουν.

Όλα τα διαμερίσματα της χώρας, είχαν την συνοικία τους μέσα στην Αθήνα και η ύπαρξή τους εκδηλωνόταν από τα γλωσσικά τους ιδιώματα, όταν διαλαλούσαν προϊόντα που πωλούσαν. Οι Θεσσαλοί τα ζεστά κάστανα, (ελάχιστοι καταλάβαιναν τι έλεγαν όπως π.χ. «ζτά κάσνα»), γιαούρτη, σαλέπι (το σλέπ), γλυκά, ξηρούς καρπούς. Οι Ηπειρώτες είχαν τους φούρνους και πωλούσαν όπως οι γυρολόγοι κουλούρια. Οι Αρκάδες έπιασαν την Ομόνοια, ως εφημεριδοπώλες, μεταφορείς και στιλβωτές. Οι Μυκονιάτες και οι Αναφιώτες, ήταν οι καλύτεροι τεχνίτες. Ξεχώριζαν από τις ιδιόμορφες ενδυμασίες, τις βράκες, τα ζωνάρια, τα φέσια, οι Κεφαλλονίτες ασκούσαν επαγγέλματα όπως κουρέα, νοσοκόμου, πρακτικού γιατρού με βδέλλες για αφαιμάξεις ή βεντούζες, παρέδιδαν μαθήματα κιθάρας, βιολιού και μαντολίνου. Οι Ζακυνθινοί πωλούσαν αρώματα και γλυκά κυρίως μαντολάτο ενώ οι Ρουμελιώτες κτηνοτρόφοι, με τις στάνες και τα γιδοπρόβατα, ήταν στις περιοχές Πετραλώνων, Αμπελοκήπων, Τουρκοβουνίων, Πεδίου Άρεως και Παγκρατίου. Τις πρωϊνές ώρες πλησίαζαν με τα κοπάδια τους κατοικημένες περιοχές και πωλούσαν το γάλα απ΄ ευθείας από το μαστό της κατσίκας ή της προβατίνας, ενώ από το γκιούμι, δεν δίσταζαν να το… νερώνουν !

Τον χειμώνα κατέβαιναν στην Αθήνα οι Μενιδιάτες με φορτωμένα τα μουλάρια καυσόξυλα ή λάχανα και χόρτα. Μέσα στο συνονθύλευμα αυτό ξεχώριζαν και οι επιτήδειοι ζητιάνοι, οι γνωστοί Γκραβαρίτες που σέρνονταν στα πεζοδρόμια, επιδεικνύοντας τα… στραβωμένα μέλη του σώματος που φρόντιζαν γι αυτά από την νηπιακή τους ηλικία οι γονείς τους, για να γίνονται αξιολύπητοι …

Την εποχή των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, υπήρχε η Επιχείρηση Ηλεκτροφωτισμού του Κ. Νικολαΐδη στην οδό Αριστείδου. Το 1902, η Γαλλική Εταιρία Thomson Houston de la Mediterranee, ίδρυσε στο Φάληρο νέο μεγαλύτερο εργοστάσιο και παρήγαγε τριφασικό ρεύμα 3.000 κιλοβάτ, εξυπηρετώντας τις ανάγκες Αθήνας και Πειραιά. Από το άφθονο ρεύμα γνώρισε μεγάλες δόξες η νυχτερινή ζωή αφού ο Δήμος ηλεκτροφώτισε όλους τους δρόμους και τις πλατείες. Το 1904 ο ατμοκίνητος σιδηρόδρομος Αθηνών – Πειραιώς μετατρέπεται σε ηλεκτροκίνητο, με διπλές γραμμές και μείωση στο 1)3 της χρονικής διαδρομής. Ο Δήμαρχος Αθήνας Σπύρος Μερκούρης, μιμούμενος τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, άρχισε το 1902 να ασφαλτοστρώνει δρόμους, με πρώτο την Αιόλου. Ακολούθησαν η Αθηνάς, η Ευριπίδου, η πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή Κοτζιά). Στα τέλη του 1905 ασφαλτοστρώθηκαν η Σταδίου η Πανεπιστημίου και η Πλατεία Συντάγματος. Το 1908 εγκαταστάθηκαν τα πρώτα τηλέφωνα της σουηδικής εταιρίας Ερριξον δυνάμεως 800 συνδρομητών, στο Ταχυδρομείο Αθηνών στην πλατεία Λουδοβίκου.

Και λίγα λόγια για το νεράκι. Το Αδριάνειο Υδραγωγείο άρχισε να μήν ικανοποιεί τις ανάγκες της Αθήνας, αφού ο πληθυσμός αυξανόταν συνεχώς. Το κέντρο της πόλεως υδρευόταν κανονικά αλλά οι συνοικίες έπαιρναν νερό μέρα παρά μέρα από πλανόδιους υδροπωλητές ( ανάμεσα τους ο ολυμπιονίκης Σπύρος Λούης) που μετέφεραν βαρέλια με νερό από καθαρές πηγές όπως, Μαρούσι, Καισαριανή, Αγία Ζώνη και την Μεγάλη Βρύση της Κυψέλης, κοντά στη σημερινή Φωκίωνος Νέγρη.