Ο Χρήστος Τσιρογιάννης είναι αρχαιολόγος και ερευνητής παράνομων αρχαιοτήτων και διεθνών αρχαιοκαπηλικών κυκλωμάτων στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Έχει βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει γνωστή στο ευρύ κοινό την ανεπανόρθωτη ζημία που προκαλούν οι αρχαιοκάπηλοι. Κατά την τελευταία δεκαετία έχει καταφέρει να εντοπίσει περίπου 1.000 αρχαία αντικείμενα.

Σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έλαβε το διδακτορικό του το 2013 από το Πανεπιστήμιο του Cambridge με τη μελέτη του για το Διεθνές Κύκλωμα Αρχαιοκαπηλίας.

Εργάστηκε στα υπουργεία Πολιτισμού και Δικαιοσύνης από το 1994 έως το 2008, συμμετέχοντας σε ανασκαφές σε όλη την Ελλάδα αλλά και στην καταγραφή των αρχαιοτήτων που βρίσκονταν σε ιδιωτικά χέρια. Από τον Αύγουστο του 2004 έως τον Οκτώβριο του 2008 συνεργάστηκε εθελοντικά με το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της ελληνικής Αστυνομίας στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.

Τον Ιούλιο του 2006 του δόθηκε επισήμως πρόσβαση από τις ελληνικές εισαγγελικές αρχές στα αρχεία Ρόμπιν Σάϋμς – Χρήστου Μιχαηλίδη, Μέντιτσι και Μπεκίνα και αποσπάστηκε στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Ήταν μέλος της Ελληνικής Ομάδας που επαναπάτρισαν αρχαιότητες που είχαν κλαπεί και εντοπιστεί στο Μουσείο Getty, στη συλλογή Shelby White/Leon Levy, στην Γκαλερί Jean-David Cahn AG και αλλού. Είναι ο πρώτος Έλληνας αρχαιολόγος που ορίστηκε πραγματογνώμονας με δικαστική εντολή σε υπόθεση της ελληνικής δικαιοσύνης (υπόθεση της Σχοινούσας, Διεθνές Κύκλωμα Αρχαιοκαπηλίας)

«Το να κλέβεις και να εμπορεύεσαι κλεμμένα αγαθά δεν είναι μόνο ένα έγκλημα ενάντια στο νόμο, είναι επίσης ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Ο πολιτισμός μας είναι κάτι που ανήκει σε όλους, δεν είναι κάτι που πρέπει να κλαπεί και να πωλείται για γρήγορο κέρδος. Όταν αρχαιοκάπηλοι κλέβουν αντικείμενα, τα αποσπούν από το περιβάλλον στο οποίο «ζούσαν» για εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια. Το αντικείμενο μπορεί να εμφανιστεί και πάλι, αλλά το πλαίσιό του, όπου βρισκόταν στο έδαφος, καθώς και οι πληροφορίες για το τι έγινε, χάνονται για πάντα. Αυτή είναι η μεγάλη καταστροφή που δημιουργούν οι αρχαιοκάπηλοι: η ανεπανόρθωτη απώλεια της γνώσης για το παρελθόν μας» τονίζει ο Χρήστος Τσιρογιάννης.

Από το 2007 έχει συμμετάσχει στον εντοπισμό εκατοντάδων αντικειμένων προϊόντων αρχαιοκαπηλίας σε μουσεία, γκαλερί, οίκους δημοπρασιών και ιδιωτικές συλλογές, ενημερώνοντας τις κυβερνητικές αρχές. Το 2013 κέρδισε το ετήσιο βραβείο για την Προστασία και την Ασφάλεια Τέχνης από την Ένωση Έρευνας για τα εγκλήματα κατά της Τέχνης.

«Το παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων είναι τεράστιο και διασχίζει τα σύνορα. Εκτείνεται από τον αγρότη που βρίσκει μια μαρμάρινη κεφαλή, ενώ όργωνε, έως τα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου που αποκτούν αντικείμενα για να εμπλουτίσουν τη συλλογή τους» συμπληρώνει ο Έλληνας ερευνητής.

Ο κ. Τσιρογιάννης στο ellines.com

Για την Αμφίπολη:

«Όταν αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον γύρω από οποιαδήποτε επιστήμη είναι πάντα εξαιρετικά θετικό για οποιοδήποτε κράτος και τον λαό του. Καλό θα ήταν να είναι εξίσου θετικές και οι αφορμές που δίνονται για την αναζωπύρωση αυτή. Για την υπόθεση της Αμφίπολης έχω κατ’ επανάληψη αποφύγει να κάνω οποιαδήποτε κρίση διότι θεωρώ ότι δεν έχουμε όλα τα δεδομένα στα χέρια μας και αυτό ως επιστημονική κοινότητα θα το έχουμε μόνο μετά την ολοκληρωμένη έντυπη δημοσίευση όλων των ευρημάτων από τους ανασκαφείς, μέχρι τότε καλό είναι να μην ομιλεί κανείς, διότι παραβαίνει τον απαράβατο κανόνα στην αρχαιολογία και το πρώτο που μαθαίνουν οι πρωτοετείς φοιτητές, ότι δεν κάνουμε προβλέψεις. Μας οδηγεί μια ανασκαφή και μέχρι να ολοκληρωθεί και να δημοσιευθούν επισήμως και εντύπως όλα τα ευρήματα, κανείς δεν προβλέπει και δεν προβαίνει σε δηλώσεις. Η ανασκαφή και οποιοδήποτε μνημείο υπό ανασκαφή πάντα, χωρίς εξαίρεση, διαψεύδει τους ασεβείς!»

Για τα γλυπτά του Παρθενώνα:

«Για την υπόθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα έλεγα, ότι προκειμένου να διεκδικήσουμε κάτι που μας ανήκει, ηθικά, αρχαιολογικά, ιστορικά, εθνικά, θα πρέπει πρώτα να κοιτάξουμε να διεκδικούμε αυτά που μας ανήκουν και νομικά, έτσι ώστε με αυτόν τον τρόπο να υποστηρίξουμε και ένα τέτοιου είδους αίτημα όπως είναι τα Γλυπτά του Παρθενώνα. Αλλιώς, δυστυχώς, θα παραμένει αστήριχτο ένα τέτοιο αίτημα, όσο αφήνουμε την αρχαιοκαπηλία να οργιάζει και να μη διεκδικούμε ακόμα αυτά για τα οποία έχουμε νόμιμες αποδείξεις ότι μας ανήκουν»

Πως ασχολήθηκε με την αρχαιολογία:

«Πρώτα από όλα οφείλω το ότι έγινα αρχαιολόγος στους γονείς μου, οι οποίοι έχουν και αρχαία ονόματα, Περικλής και Αθηνά. Θυμάμαι, ήταν λίγο μετά την αποκάλυψη των μυστικών της ανασκαφής της Βεργίνας από τον αείμνηστο καθηγητή Μανόλη Ανδρόνικο, άρα στα τέλη του ’77 – αρχές του ’78 που οι εφημερίδες είχαν τότε ασπρόμαυρες φωτογραφίες των ευρημάτων και οι γονείς μου θεώρησαν σωστό να μου δείξουν τις φωτογραφίες και με πολύ απλά λόγια σε ένα τετράχρονο τότε παιδί να του δώσουν να καταλάβει ότι αυτό είναι κάτι πολύ όμορφο και πολύ δημιουργικό και δεν είναι μόνο τα ευρήματα αλλά και η Ιστορία που ανασκάφεται και ανιχνεύεται και επανασυντίθεται»

Ποιες υποθέσεις ξεχωρίζει στην καριέρα του:

«Θα ξεχώριζα την υπόθεση της Σχοινούσας τον Απρίλιο του 2006 ή έναν μήνα νωρίτερα την υπόθεση της εφόδου στο σπίτι της πρώην εφόρου του Μουσείου Getty της Μάριον Τρου στην Πάρο. Από την υπόθεση της Σχοινούσας ειδικά, εκτός από τις αρχαιότητες που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, ορισμένες εξ αυτών κλεμμένες αρχαιότητες από άλλες χώρες, οι οποίες ταυτοποιήθηκαν ως τέτοιες και έχουν ήδη επιστραφεί για παράδειγμα στην Ιταλία, βρέθηκε κυρίως το αρχείο των μεγαλύτερων εμπόρων παράνομων κυρίως αρχαιοτήτων στον κόσμο το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα, το αρχείο των Ρομπιν Σάιμς και Μιχαηλίδη. Ένα φωτογραφικό αρχείο που περιελάμβανε ανεκτίμητης αξίας κομμάτια, τα καλύτερα κομμάτια που είχαν βρεθεί αρχαιοκαπηλικά από όλον τον κόσμο, από όλους σχεδόν τους αρχαίους πολιτισμούς».

Για το αν θα επέστρεφε στο μέλλον στην Ελλάδα:

«Θεωρώ πως είμαι πιο χρήσιμος για την πατρίδα μου με το να εργάζομαι έξω χωρίς προσκόμματα, από το να ήμουν στην Ελλάδα και να δημιουργούνται εμπόδια στην έρευνα μου λόγω της ιδιαίτερης φύσης της. Εδώ, έχω τη δυνατότητα να εργάζομαι, να ταυτίζω αντικείμενα, να δημιουργώ μια βάση λόγω αυτών των ταυτίσεων, με την οποία μετά μπορώ και δημοσιεύω ακαδημαϊκά τα αποτελέσματα, χωρίς να μένω μόνο στις ταυτίσεις. Δυστυχώς δεν είχα αυτή τη δυνατότητα όσο βρισκόμουν στην Ελλάδα και από τη στιγμή που δεν ανανεώθηκε η σύμβαση που είχα τότε, ήταν καλύτερο να συνεχίσω τις σπουδές μου στο εξωτερικό και να εργαστώ στο αντικείμενο στο οποίο εξειδικεύτηκα, προκειμένου να βοηθήσω τη χώρα μου περισσότερο από όσο εάν παρέμενα εντός των συνόρων της»

Δείτε όλη τη συνέντευξη του Χρήστου Τσιρογιάννη στην ομάδα του ellines.com

Ακόμα μια επιτυχία για τον Έλληνα κυνηγό κλεμμένων αρχαιοτήτων

Ο μελανόμορφος αμφορέας του 5ου αι π.Χ., βρισκόταν κανονικά στον κατάλογο της δημοπρασίας που έχει προγραμματίσει ο Οίκος Christie’s για την Τετάρτη 6 Ιουλίου. Στον ηλεκτρονικό κατάλογο της δημοπρασίας, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, σημειώνεται η φράση «το αντικείμενο αποσύρεται», καθώς στο μεταξύ αποκαλύφθηκε πως αποτελεί προϊόν αρχαιοκαπηλείας.

Τον αμφορέα αναγνώρισε ο καθηγητής Χρήστος Τσιρογιάννης, αρχαιολόγος ερευνητής του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ, που τα τελευταία χρόνια έχει αφοσιωθεί στον αγώνα για τον εντοπισμό κλεμμένων αρχαιοτήτων.

Η ταυτοποίηση έγινε χάρη σε δύο φωτογραφίες που προήλθαν από τη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας στη Φθιώτιδα το 2007. Η Διεύθυνση Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της ΕΛ.ΑΣ. έδρασε άμεσα, ζητώντας και πετυχαίνοντας την εξαίρεσή του από την προγραμματισμένη δημοπρασία. Τώρα το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού ετοιμάζεται να διεκδικήσει τον αμφορέα, ο οποίος κατασκευάστηκε περί το 540 – 530 π.Χ. από αττικό εργαστήριο και έχει ύψος 35 εκατοστά.

Η μια πλευρά του αγγείου εικονίζει έναν γενειοφόρο πολεμιστή να φορά κοντό χιτώνα και περικνημίδες και έναν ακόλουθο να στέκεται μπροστά του, ενώ στην άλλη όψη του εικονίζεται ένας έφιππος με κοντό χιτώνα, ο οποίος κρατά δόρυ στο αριστερό χέρι του.