ΠΙΣΩ

Το τίμημα που ζήτησε η Τουρκία από τις κυπριακές Αρχές για να δώσει στον Μιχάλη Αγγελή το δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια ήταν η απελευθέρωση δέκα δικών τους. Η σύζυγός του, τα αδέρφια του, είχαν αρχίσει να διαπιστώνουν ότι η ελπίδα να τον δουν πάλι ζωντανό αργοπέθαινε μέσα τους. Ήταν Σεπτέμβρης και από την 21η Ιουλίου, την επόμενη μέρα της εισβολής, όταν ο Μιχάλης έπεσε στα χέρια των Τούρκων, τα νέα από τον Ερυθρό Σταυρό, δεν ήταν νέα. Η απάντηση ίδια και απαράλλακτη: «Αγνοείται».
Εκείνος όμως ζούσε. Σε ένα μπουντρούμι στις φυλακές της Αμάσειας, στα βάθη της Τουρκίας, τρώγοντας ντοματόφλουδες, μουχλιασμένο πλιγούρι από τον κουβά, και ξύλο.
Στα κάτεργα της Αμάσειας, οι αφιονισμένοι με εθνικισμό φύλακες, «έπαιζαν» στη ρουλέτα τη ζωή του Μιχάλη και των Κυπρίων συγκρατουμένων του κάθε μέρα. Θυμάται ακόμα το αβάσταχτο του πόνου που κυρίευε το γρονθοκοπημένο του κορμί, την ανάσα του που χτύπαγε πάνω στο παγωμένο τσιμέντο της απομόνωσης για να επιστρέψει πάλι στα ρουθούνια του ζεστή, ως υπενθύμιση ότι είναι ακόμα ζωντανός και τις δαγκιές των πεινασμένων αρουραίων στο μελανιασμένο του σώμα.
«Μόνο από τις δαγκιές τους καταλάβαινα ότι είχα ακόμα χέρια και πόδια, δεν τα ένιωθα. Από το πολύ ξύλο ούτε το κεφάλι μου δεν μπορούσα να στρίψω για να τα δω. Ούτε τους αρουραίους έβλεπα. Πηχτό το σκοτάδι» λέει σήμερα και από τον τρόπο που περιγράφει εκείνα τα βασανιστήρια και άλλες πολλές μνήμες από την τρίμηνη αιχμαλωσία του, καταλαβαίνει κανείς ότι κάποιες στιγμές δεν τα θυμάται απλώς, αλλά τα ξαναζεί.

Ο Μ. Αγγελής πριν από την αιχμαλωσία του
Θυμάται ακόμα την ώρα… «Ήταν γύρω στις πέντε και τέταρτο όταν μας περικυκλώσανε. Ήμασταν τυχεροί γιατί μας έπιασαν αλεξιπτωτιστές, δεν μας έπιασαν οι γιουρούκηδες, οι πεζικάριοι. Αυτοί ήταν όλοι αφιονισμένοι, οι αλεξιπτωτιστές ήταν πιο καλλιεργημένοι. Αφού όταν μας έπιασαν και οι δικοί τους μας πυροβολούσαν, οι αλεξιπτωτιστές έκαναν το σώμα τους ασπίδα για να μας προστατέψουν. Μετά μας παρέδωσαν στους πεζικαραίους. Με το που έφτασαν αυτοί, άρχισαν να μας σκίζουν τα πουκάμισα, μας κάλυψαν τα μάτια και μας έστησαν πάνω σε ένα φράκτη. Κόλλησαν τις κάννες από τα όπλα τους στο στομάχι μας.
»Εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου σταμάτησε, άδειασε από σκέψεις. Το μόνο που ένιωσα ήταν ένα ρίγος να με τρυπά. Ξεκίνησε από την κορυφή του κεφαλιού μου, πέρασε από το μυαλό μου, κατέβηκε στη σπονδυλική μου στήλη και μου παρέλυσε όλο το σώμα. Ένα ηλεκτρικό σοκ μεγάλης έντασης. Σαν να έπαθα ηλεκτροπληξία. Ποτέ δεν το είχα νιώσει αυτό το πράμα στη ζωή μου. Ποτέ δεν το ξανάνιωσα. Ήμουν σίγουρος ότι θα πεθάνω. Ότι θα πήγαινα να συναντήσω τον πατέρα».
Η οικογένειά του την εποχή εκείνη
Ο Μιχάλης ήταν αξιωματικός πυροβολικού της 185ης μοίρας, επίλεκτη μοίρα Πεζικού. Ήταν παντρεμένος, με δύο παιδιά και παρά τα 24 του χρόνια είχε ήδη καταφέρει να ανοίξει τη δική του επιχείρηση. Φανοποιός ήταν το επάγγελμά του. Παρά το γεγονός ότι προσπαθούσε για το καλό της οικογένειάς του και της δουλειάς του να μην μπλέκεται στις πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής, ο Μιχάλης καταλάβαινε…
«Ο ένας έβριζε τον άλλο, ο ένας ήθελε να σκοτώσει τον άλλο εκείνες τις μέρες. Εγώ έμενα αμέτοχος στα πολιτικά. Είχα το μαγαζί μου και δεν ήθελα φασαρίες, έμεινα ουδέτερος. Άλλοι έλεγαν ότι θα γίνει πόλεμος, άλλοι δεν το πιστεύανε. Δεν μπορούσες να στηριχτείς στα λόγια κανενός. Αλλά όταν έγινε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, καταλάβαμε. Όταν μπήκε ο στρατός μέσα και άρχισε να συλλαμβάνει αριστερούς και βλακείες, καταλάβαμε ότι έχει μπει αμερικανικός δάκτυλος στη μέση. Είχαμε την αίσθηση ότι κάτι θα συμβεί, το υποπτευόμασταν… Την Παρασκευή το απόγευμα ακούσαμε ότι τα τουρκικά καράβια είναι έξω από την Κυρήνεια και ότι άρχισε να καίγεται ο Πενταδάκτυλος. Μετά κατάλαβα ότι ήταν προδοσία. Είχαν βάλει φωτιά, και αυτός ήταν ο προσανατολισμός για τα τουρκικά καράβια. Κάψανε τον Πενταδάκτυλο για να κάνουν την απόβαση».
Τα μάτια του κοκκινίζουν από την οργή που τελικά καταφέρνει να δραπετεύσει απ’ αυτά μέσα από τα δάκρυά του, όταν μιλά για την εικόνα που αντίκρυσε όταν τελικά πήγε στη μονάδα του. «Οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο στις 5 το πρωί του Σαββάτου. Ακούγαμε τους πυροβολισμούς αλλά το ραδιόφωνο δεν έλεγε τίποτα. Μόνο μουσική και προσευχές έως τις οκτώ το πρωί». Τότε ο Μιχάλης άκουσε ότι έγινε επιστράτευση. Είχε απολυθεί από το στρατό τέσσερα χρόνια πριν και έτρεξε στη μονάδα του. Ήταν εκεί που… η προδοσία που υποπτευόταν, επιβεβαιώθηκε.
Ένας βαστούσε το κομμένο χέρι του…
«Ήταν γύρω στις οκτώμισι το πρωί και τα αεροπλάνα σφυροκοπούσαν τη Λευκωσία. Βομβάρδιζαν, πυροβολούσαν, δεν σε αφήνανε να πας εκεί που ήθελες. Όταν έφτασα στη μονάδα μου, όλα τα αυτοκίνητα ήταν καμένα. Η μονάδα μέσα στο στρατόπεδο, βομβαρδισμένη, οι θάλαμοι το ίδιο. Δύο παιδιά τρέχανε. Ο ένας βαστούσε το κομμένο του χέρι και ο άλλος κούτσαινε. Η βόμβα που έπεσε του είχε κόψει χέρι και πόδι. Τα υπόλοιπα παιδιά ήταν όλα μέσα στα καμένα αυτοκίνητα απανθρακωμένα. Αυτοκίνητα στρατιώτες, ρουχισμός, πυροβόλα, όλα καμένα. Η μονάδα μου ήταν η πρώτη μονάδα που βομβαρδίστηκε από τους Τούρκους».
Η εικόνα της καταστροφής και του θανάτου τον οδήγησε στην επόμενη μονάδα, την 187.
«Πήγα εκεί που είχαν τα κουτιά με τα βλήματα που έριχναν. Ήταν η ώρα που έπεφταν αλεξιπτωτιστές. Μόνο εγκαιροφλεγή και βραδύκαυστα έπρεπε να ρίχνουν. Αλλά αυτοί έριχναν καπνογόνα. Δηλαδή αυτά τα βλήματα με το που έπεφταν έβγαζαν καπνό, με άλλα λόγια ο διοικητής τα έριχνε για να καλύπτει τους Τούρκους. Το είπα στον δόκιμο αλλά δεν πρόλαβα να τελειώσω την κουβέντα μου. Με πλησιάζει ο διοικητής, βγάζει το πιστόλι, το γυρίζει προς το μέρος μου και μου λέει… «Φύγε να μη σε πάρει διάολος. Να πάτε αλλού. Έχω πληροφορίες ότι έπεσαν Τούρκοι άτακτοι στρατιώτες γύρω μας». Τον ρώτησα “πώς θα πάω χωρίς όπλα χωρίς τίποτα;” και εκείνος μου έδειξε την αποθήκη πυρομαχικών. Δεν προλάβαμε να κουνηθούμε ένα μέτρο από τη θέση μας. Σκίζει ένα αεροπλάνο και ρίχνει στην αποθήκη. Δεν άφησε τίποτα. Και ενώ το αεροπλάνο ήταν τόσο κοντά, τα πυροβόλα τα δικά μας ούτε μία βολή».
Ο Μιχάλης δεν κατάφερε τελικά να πάρει όπλο από καμία στρατιωτική μονάδα τη μέρα της εισβολής. Την επόμενη όμως και αφού αποχαιρέτησε την οικογένειά του, που είχε πλέον φύγει από το σπίτι της και είχε βρει καταφύγιο σε συγγενείς, πήγε στον δήμαρχο της περιοχής, που είχε όπλα και μαζί με άλλους συμπατριώτες του κατέληξαν σε ένα φυλάκιο στο Βουνάρι, προσπαθώντας να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Εκεί αιχμαλωτίστηκαν.
«Με το που έφτασε ένας υπαξιωματικός, καταλάβαμε ότι είχαμε γλιτώσει από το βόλι των πεζικαραίων. Μας πέρασαν στην τουρκική περιοχή. Πρώτα μας πήγαν στο νοσοκομείο, μας δώσανε νερό και το βράδυ μας πήγαν σε ένα γιαπί. Ο ένας πάνω στον άλλο. Γέροι, παιδιά, γυναίκες. Εμείς είμαστε οι μόνοι στρατιώτες αλλά δεν φορούσαμε στολή. Σ’ αυτό νομίζω ότι χρωστάω τη ζωή μου. Αν φορούσαμε ρούχα στρατιωτικά θα μας είχαν σκοτώσει επί τόπου. Το πρωί ήρθαν λεωφορεία και μας πήγαν στις φυλακές κάπου στο σαράι, την παλιά Λευκωσία. Ήταν ημέρα Τρίτη. Εκείνη τη μέρα κοιμηθήκαμε στις φυλακές. Την Τετάρτη το πρωί μας πήγαν να πλυθούμε».
Εκείνο το ρίγος του τρόμου, δεν είχε απλά καρφώσει τον Μιχάλη για μερικά λεπτά, τον είχε σημαδέψει για όλη του τη ζωή. 
«Ήμουν 24 χρονών παιδί με μαύρα μαλλιά. Έτσι με ήξερα. Μέσα σε μία νύχτα όμως είχα ασπρίσει. Μόλις είδα το κεφάλι μου, εκείνο το πρωί που μας πήγαν να πλυθούμε, τρελάθηκα. Την Τρίτη κοιμήθηκα με μαύρα μαλλιά και την Τετάρτη το πρωί ξύπνησα με άσπρα».
Για τις επόμενες 10 μέρες ο Μιχάλης παρέμεινε σε εκείνες τις φυλακές. Δεν λέει πολλά για το πώς πέρασαν εκείνες οι μέρες και κανένας δεν μπορεί να του ζητήσει να πει περισσότερα. Θυμάται όμως τον ψυχολογικό πόλεμο, λίγο πριν μεταφερθεί μαζί με τους υπόλοιπους συγκρατουμένους του στην Κυρήνεια.
«Κάθε βράδυ ερχόντουσαν, μας δένανε τα μάτια, τα χέρια και τα πόδια, μας φόρτωναν σε ένα λεωφορείο και μας πήγαιναν σε ένα βουνό. Εκεί που μας κατέβαζαν ακούγαμε να δουλεύουν μπουλντόζες. Μας άφηναν για κάμποση ώρα και κάθε τρεις και λίγο εκτός από τις μπουλντόζες ακούγαμε μία φωνή να λέει «Παναγία μου». Η φωνή χάνονταν αμέσως μετά και τότε μία άλλη φωνή έλεγε ακριβώς το ίδιο και χανόταν».
Ο φόβος έζωνε την σκέψη. «Λέγαμε μεταξύ μας ότι η μπουλντόζα τους θάβει ζωντανούς. Έτσι θα μας θάψουν και εμάς».
Την δέκατη μέρα τους είπαν ότι θα τους αφήσουν ελεύθερους. Την ελπίδα που τόλμησε να γεννηθεί, σκότωσε το πλαστικό καλώδιο με το οποίο οι στρατιώτες έσφιξαν με μανία στους καρπούς και τους αστραγάλους του λίγο πριν τον φορτώσουν, μαζί με τους υπόλοιπους κρατούμενους πάλι στο λεωφορείο.
Με τα μάτια κλειστά έφτασαν στην Κυρήνεια. Δεμένους χειροπόδαρα, με το αίμα να τρέχει από τις πληγές που το πλαστικό καλώδιο χάραζε στο δέρμα, τους κάθισαν στις φλεγόμενες πλατφόρμες. Τα κορμιά τους «τηγανίστηκαν».
«Ο απ’ αυτός μας τσιτσίριζε πάνω στη λαμαρίνα. Ακουγόταν όπως ακούγεται ένα αυγό που τηγανίζεις σε καυτό λάδι. Για δέκα μέρες μετά δεν μπορούσα να κάτσω από την πληγή. Καήκαμε όλοι».
Σηκώνει το χέρι του και το απλώνει προς το μέρος μου. «Βλέπεις τις χαρακιές από το καλώδιο. Δεν έφυγαν ποτέ». Και οι χαρακιές είναι εκεί. Σαράντα δύο χρόνια μετά, οι μνήμες του βασανιστηρίου παραμένουν χαραγμένες σε μυαλό και σώμα.
Με τη σύζυγό του σήμερα (φωτ. από το neoskosmos.com)
Στ’ αμπάρι ενός πλοίου, που τους μετέφερε στην Τουρκία, με τα μάτια κλειστά και με μόνο οδηγό τον ήχο των φωνών, των βογκητών και ενός κλάματος, ο Μιχάλης, συνάντησε τον γαμπρό του τον Αντρέα. Θα περίμενε κανείς ότι θα το χαιρόταν αλλά μέχρι σήμερα δεν μπορεί να περιγράψει πώς ένιωσε όταν άκουσε τη φωνή του. Τον ρωτάω. Εκείνος κοιτά με περίσσια προσήλωση το κατακάθι στο φλιτζάνι του. Δεν απαντά. Ένα παράξενο χαμόγελο έχει εμφανιστεί στο πρόσωπό του. Το λέω παράξενο γιατί είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανείς το είδος του, αλλά και το λόγο.
«Εκεί τρελάθηκα. Δεν είχα κλάψει μέχρι εκείνη τη στιγμή. Με πήραν τα κλάματα. Σε λίγη ώρα κατάφερα να λύσω το καλώδιο, να του λύσω το δικό του να τον δω, να τον αγκαλιάσω. Όλοι λυθήκαμε. Θα είμαστε καμιά 300αριά άνθρωποι. Δεν μας έδεσαν πάλι. Μέχρις ότου φτάσαμε στην Τουρκία».
Στις φυλακές της Αμάσειας εφτά πόρτες ξεκλείδωσαν για να μας βάλουν στο κελί
Οι δρόμοι των αιχμαλώτων μοιράστηκαν. Άλλοι έμειναν στα Άδανα, κάποιοι άλλοι μεταφέρθηκαν αλλού, ο Μιχάλης κατέληξε στην άλλη άκρη της Τουρκίας, στην Αμάσεια. Εκείνες οι φυλακές στα βάθη της Τουρκίας ήταν φυλακές για κακούργους. Έφτασαν εκεί με τρένο.
«Δεν ξέραμε πού πηγαίναμε. Δύο μέρες και δύο βράδια μέσα στο τρένο. Όταν φτάσαμε μας περίμεναν οι κάτοικοι με τσεκούρια, δρεπάνια, τσουγκράνες, έτοιμοι να μας επιτεθούν. Άρχισαν να μας πετάνε πέτρες και ό,τι άλλο έβρισκαν μπροστά τους. Είχαμε φτάσει στη Μαύρη Θάλασσα. Ένας στρατιώτης μου είπε πού βρισκόμασταν. Εφτά πόρτες ξεκλείδωναν για να μας βάλουν στο κελί. Οι τοίχοι έφταναν στο Θεό. Ούτε πουλί πετούμενο δεν μπορούσες να δεις σε εκείνες τις φυλακές».
Μιλάει λίγο για την «υποδοχή» που τους επιφύλασσαν οι «κακούργοι» που φιλοξενούσε η φυλακή. Τις βρισιές, το τατουάζ της Κύπρου που είχαν χτυπήσει πάνω τους προκειμένου να τους δώσουν το μήνυμα ότι η Κύπρος ήταν πλέον τουρκική.
Η μνήμη του Μιχάλη δεν χωλαίνει. Απλά επιλέγει να μου περιγράψει μόνο τη σκηνή που μετά από το γρονθοκόπημα τεσσάρων φρουρών κατέληξε στην απομόνωση, με τους αρουραίους να τον λεηλατούν.
«Δεν είχα ελπίδα ότι θα ζούσα» λέει μόνο. 
Πάει μετά στην επίσκεψη του Ερυθρού Σταυρού. Στα τσιγάρα που τους δώσανε όταν τους επισκέφτηκαν. «Μας είπαν ότι δεν θα έπρεπε να φοβόμαστε πια. Μας είχαν πλέον καταγράψει και δεν μπορούσαν να μας σκοτώσουν».
«Κάπου εκεί στα μέσα του Σεπτέμβρη μάθαμε ότι ζει» λέει η γυναίκα του η Παναγιώτα. Στις 28 του Οκτώβρη αφέθηκε ελεύθερος ο Μιχάλης. Δεν περιγράφει με λεπτομέρειες την στιγμή που επέστρεψε. Λέει μόνο… «Ήταν μεγάλη».
Μετά την απελευθέρωσή του είχε το δικαίωμα να αλλάξει το επώνυμό του και έτσι έκανε. Το 1976 μετανάστευσε στην Αυστραλία με την οικογένειά του.
Πάει στην Κύπρο σχεδόν κάθε χρόνο. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που μίλησε με λεπτομέρεια για την τρίμηνη αιχμαλωσία του. Ακόμα και ο εγγονός του που καθόταν δίπλα του, αμίλητος καθώς μιλούσε ο Μιχαλάκης, το ομολόγησε. «Ο παππούς δεν είχε μιλήσει ποτέ για όλα αυτά. Κάποια περιστατικά μας τα είχε διηγηθεί αλλά ποτέ όλα» είπε λίγη ώρα αργότερα όταν τον ρώτησα. Το γιατί είναι ξεκάθαρο…