ΠΙΣΩ
Οι διάδοχοί του θα έρθουν σε προστριβές και διενέξεις με τους Αμερικανούς, καθώς έλεγχαν τους θαλάσσιους δρόμους της Μεσογείου.

Οι Γενίτσαροι, ή γιανίσαροι ήταν επίλεκτα σώματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Διαμορφώνονταν από αιχμαλώτους πολέμου και νέους Χριστιανούς που εξαναγκάζονταν από μικρή ηλικία σε στρατιωτική υπηρεσία.

29 Ιουλίου 1711 Ένας πρώην γενίτσαρος, ο Αχμέτ Καραμανλή, ιδρύει τη δυναστεία των Καραμανλήδων, που θα κυβερνήσει την περιοχή της Τριπολίτιδας (σημερινής Λιβύης) έως το 1835. Οι διάδοχοί του θα έρθουν σε προστριβές και διενέξεις με τους Αμερικανούς, καθώς έλεγχαν τους θαλάσσιους δρόμους της Μεσογείου…

“Οι Αμερικανοί πεζοναύτες επικεφαλής ενός μικρού στρατού Αράβων και Βερβερίνων επετέθηκαν στο λιμάνι της Ντέρνα, δυτικά της Βεγγάζης, στην Κηρυναϊκή, αργά το μεσημέρι, αφού τα αμερικανικά πολεμικά πλοία είχαν ήδη βομβαρδίσει τις άμυνες της πόλης. Μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα η Ντέρνα είχε πέσει και η αμερικανική σημαία κυμάτιζε πάνω στα ερείπια. Τώρα, οι Αμερικανοί ήταν έτοιμοι να βαδίσουν προς την Τρίπολη”.

Αυτά, βεβαίως, συνέβησαν πριν από 207 χρόνια, τον Απρίλιο του 1804, και η ιστορία, σε γενικές γραμμές και χωρίς όλες τις λεπτομέρειες, πάει κάπως έτσι, σαν παραμύθι…

Οι πειρατές που λυμαίνονταν τότε τις θάλασσες, στις ακτές της βόρειας Αφρικής- μια περιοχή που οι Άραβες αποκαλούσαν, συλλογικά “Μαγκρέμπ”, δηλαδή η “Γη που ο Ήλιος δύει” – δρούσαν υπό την ομπρέλα προστασίας των ηγετών της εποχής. Σήμερα θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν ένα είδος “κρατικής τρομοκρατίας”.

Ο αγώνας των αμερικανών κατά των πειρατών άρχισε περίπου το 1776- όταν 13 Βρετανικές αποικίες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους – και συνεχίστηκε για τέσσερις δεκαετίες. Ο κίνδυνος για τα αμερικανικά συμφέροντα, έγινε σαφής όταν οι πειρατές κατέλαβαν το εμπορικό πλοίο Betsey ανοικτά του Μαρόκου, τον Οκτώβριο του 1784. Περίπου ένα χρόνο αργότερα, άλλα δυο πλοία – και τα πληρώματά τους- έπεσαν στα χέρια πειρατών στο Αλγέρι, αλλά παρά την στρατιωτική υπεροχή τους, οι Αμερικανοί προτίμησαν την διπλωματική λύση και δέχθηκαν να πληρώνουν “φόρο” 25.000 δολαρίων τον χρόνο και λύτρα για κάθε Αμερικανό ναυτικό, άλλα 40.000 δολάρια. Το ποσό, προφανώς, δεν ήταν ικανοποιητικό για τους πειρατές, οι οποίοι συνέχισαν την δραστηριότητά τους και μέσα σε οκτώ χρόνια, είχαν καταλάβει 13 πλοία και κρατούσαν 119 αμερικανούς ναύτες ομήρους. Τελικά- με τους χρονοβόρους τρόπους επικοινωνίας της εποχής- υπεγράφη ειρήνη με τους πειρατές του Μαγκρέμπ, το 1796, η οποία στοίχισε ακριβά στην Ουάσιγκτον: 642.500 δολάρια προκαταβολή συν ετήσιες “συνδρομές”, συνολικά 992.463 δολάρια- σημερινά χρήματα περίπου 14.300.000 δολάρια- αναλογικά το 1/5 του τότε προϋπολογισμού της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Όπως συχνά, όμως, συμβαίνει, τα πράγματα γρήγορα άλλαξαν, αναδείχθηκαν νέοι ηγέτες στην περιοχή και ζήτησαν επαναδιαπραγμάτευση των συμφωνιών. Ο Πρόεδρος Ουάσιγκτον προειδοποίησε τότε το Κογκρέσο ότι “εάν θέλει να αποφύγει τις προσβολές, θα πρέπει να είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει…Θα πρέπει, δηλαδή, οι ΗΠΑ να είναι, ανά πάσα στιγμή, έτοιμες για πόλεμο”.

Ο διάδοχός του, Τζον Άνταμς, προτίμησε να ακολουθήσει μια “συγκρατημένη” πολιτική και να τηρήσει τις συνθήκες ειρήνης, ανοίγοντας, μεταξύ άλλων, προξενεία στις χώρες του ΜαγκρΈμπ και στέλνοντας εφόδια, πυρομαχικά, οπλισμό και μετρητά στα καθεστώτα.

Οι δωροδοκίες αυτές ποτέ δεν ήταν αρκετές για τους ηγέτες της περιοχής. Και όσο οι απαιτήσεις τους μεγάλωναν, τόσο η στρατιωτική επέμβαση φάνταζε ως η μόνη λύση. Κι αυτή η αναμέτρηση με το Μαγκρέμπ ξεκίνησε από την Τρίπολη της σημερινής Λιβύης.

Αρκετά χρόνια πριν η κατάσταση φθάσει στο μη περαιτέρω για τους Αμερικανούς, η σημερινή Λιβύη, τότε κομμάτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχε αποκτήσει έναν νέο ηγέτη, που ανέβηκε στην εξουσία…με πραξικόπημα. Ήταν μια περίοδος μεγάλης αναρχίας στην χώρα και το ένα πραξικόπημα ακολουθούσε το άλλο.

Το 1711 εμφανίστηκε ένα νέο πρόσωπο με “λαϊκό έρεισμα”: ο Αχμέτ Karamanli, αξιωματικός του ιππικού, που ανέτρεψε και σκότωσε τον Οθωμανό κυβερνήτη της Τριπολιτάνια και κατέλαβε την εξουσία. Αποφασισμένος να μείνει ο Αχμέτ, άρπαξε την περιουσία των τούρκων που εξόντωσε και με τα χρήματα αυτά αγόρασε από τον Σουλτάνο, τον τίτλο του πασά-κυβερνήτη.

Παρότι τυπικά ο Αχμέτ συνέχισε να αναγνωρίζει την ηγεμονία των Οθωμανών, ίδρυσε τη δική του ανεξάρτητη, κληρονομική μοναρχία στην Τρίπολη και συγκρότησε κυβέρνηση, στην οποία συμμετείχαν κυρίως αραβες. Έξυπνος άνθρωπος, διεύρυνε την επιρροή του, τονώνοντας την οικονομία με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο εκείνη την εποχή: προσέλαβε κουρσάρους για να ελέγχει τους “δρόμους” των εμπορικών πλοίων στην Μεσόγειο, υποχρεώνοντας όσες χώρες ήθελαν να περάσουν από εκεί, να πληρώνουν τσουχτερά “διόδια”. Πριν πεθάνει το 1745, κατάφερε να επεκτείνει την κυριαρχία της Τρίπολης στην Κυρηναική και τη νότια περιοχή της σημερινής Λιβύης, την επαρχία Φεζάν.

Έτσι άρχισε η δυναστεία των Karamanli ή Caramanli ή Qaramanli.

Ο πιο γνωστός της οικογενείας, εκτός από τον Αχμέτ, ήταν ο Γιουσούφ Karamanli. Το 1801, ο Πασάς Γιουσούφ αποφάσισε να αυξήσει την “εισφορά” που πλήρωναν οι αμερικανοί προκειμένου τα πλοία τους να διασχίζουν ανενόχλητα την Μεσόγειο. Και για να τους πείσει, έστειλε μήνυμα στο Κογκρέσο ότι θα κατεβάσει την σημαία από το αμερικανικό Προξενείο, μια παραδοσιακή μέθοδος κήρυξης πολέμου για την Τρίπολη. Το Κογκρέσο, με μερικούς μήνες καθυστέρηση, εξουσιοδότησε τον τότε Πρόεδρο Τόμας Τζέφερσον να αντιμετωπίσει την απειλή, με όποιον τρόπο κρίνει καταλληλότερο. Ο Τζέφερσον έστειλε το πολεμικό ναυτικό, με την εντολή “να υποτάξει, να καταλάβει και να κατάσχει όλα τα πλοία, τα αγαθά και γενικώς, ό,τι πολυτιμότερο έχει η Τρίπολη”.

Δύο επιχειρήσεις έγιναν μέχρι το 1803 και οι δυο απέτυχαν στον στόχο τους. Η τρίτη ήταν ακόμα πιο καταστροφική για τους Αμερικανούς. Μια από τις φρεγάτες τους, η USS Philadelphia, προσάραξε και το πλήρωμα παραδόθηκε, χωρίς να προβάλει αντίσταση, στους πειρατές του Karamanli, έξω από το λιμάνι της Τρίπολης.

Ο Γιουσούφ είχε τώρα στην διάθεση του- εκτός από ένα μεγαλοπρεπές δικής του κατασκευής, πολεμικό με την ονομασία “Το Δώρο του Αλλάχ”- το αμερικανικό πλοίο, 307 αμερικανούς ναύτες ομήρους κι όλα τα σχέδια της επιχείρησης, που βρίσκονταν στη φρεγάτα, στην διάθεσή του. Με μια νέα έφοδο οι Αμερικανοί κατάφεραν να καταστρέψουν το πλοίο τους, αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν την Τρίπολη. Ο Τζέφερσον ανέθεσε την τέταρτη αποστολή σε έναν άνθρωπο, που ορισμένοι ιστορικοί χαρακτηρίζουν “αυτοκαταστροφικό”: τον πρώην ακόλουθο του προξενείου στην Τυνησία και βετεράνο πολέμων, Γουίλιαμ Ήτον.

Το σχέδιο του Ήτον, φαινόταν μάλλον γελοίο: έπρεπε να βρει τον εξόριστο “κακό” γόνο της δυναστείας Karamanli, τον Χαμέτ, που αναγκάστηκε να φύγει από την χώρα μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του αδελφού του Γιουσούφ. Μετά, να οργανώσει έναν στρατό, να πορευτεί μέχρι τη Ντέρνα- τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη τότε μετά την Τρίπολη- να την καταλάβει, να θέσει υπό τον έλεγχό του το λιμάνι της και στη συνέχεια να βαδίσει στην Βεγγάζη και, τέλος, στην Τρίπολη. Εκεί, θα ανέτρεπε τον Γιουσούφ και θα έβαζε στην θέση του τον φιλικό προς τις ΗΠΑ, Χαμέτ. Ο Ητον είχε πείσει τον Τζέφερσον ότι το σχέδιο ήταν λογικό και θα στοίχιζε φθηνά στις ΗΠΑ.

Η επιχείρηση άρχισε τον Νοέμβριο του 1804. Ο Ητον αποβιβάστηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μαζί με μικρή μονάδα πεζοναυτών. Στον δρόμο πήρε μαζί του τον Αχμάντ, στρατολόγησε “πολεμιστές”, Ευρωπαίους και Άραβες μισθοφόρους, κι άρχισε ένα μακρύ ταξίδι 800 χιλιομέτρων δυτικά, διασχίζοντας την έρημο. Στην πορεία ξεπέρασε δυσκολίες, που θα είχαν τσακίσει οποιονδήποτε “λογικό” και λιγότερο αποφασισμένο άνθρωπο και κατάφερε να φθάσει στην Ντέρνα, τον Απρίλιο του 1805. Βρέθηκε μπροστά σε πολύ μεγαλύτερη δύναμη από τη δική του κι αποφάσισε να ακολουθήσει μια απλή στρατηγική: να ορμήσει κατά μέτωπο στον εχθρό και με την βοήθεια του πολεμικού ναυτικού, που έπλεε στα ανοικτά της πόλης, να καταλάβει το λιμάνι.

Η αποστολή στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Ήταν η πρώτη αμερικανική επιχείρηση σε ξένο έδαφος στην ιστορία των ΗΠΑ και το Σώμα των Πεζοναυτών ακόμα τη θυμάται: “Από τα παλάτια του Μοντεζούμα, μέχρι τις ακτές της Τρίπολης….” είναι η πρώτη στροφή του ύμνου τους, με αναφορές, αφενός στην επιτυχία του Ητον κι αφετέρου, μερικά χρόνια αργότερα, στη νίκη των Αμερικανών στο Μεξικό.

Η πτώση της Ντέρνα έκανε τον πασά Karamanli να πιστέψει ότι πλησίαζε το τέλος του. έτσι, ενώ ο Ητον συνέχισε να βαδίζει προς την Τρίπολη, ο Γιουσούφ πείστηκε ότι πρέπει να διαπραγματευτεί με τον Πρόεδρο Τζέφερσον- που είχε φροντίσει να στείλει κι ένα διπλωμάτη στην Τρίπολη για την περίπτωση που ο Ητον δεν τα κατάφερνε. Ο Γιουσούφ και η Ουάσιγκτον κατέληξαν τελικά σε συμφωνία: οι ΗΠΑ θα πλήρωναν το λογικό ποσό των 60.000 δολαρίων για την απελευθέρωση των αμερικανών κρατουμένων, δέχθηκαν να αποσύρουν όλες τις δυνάμεις τους από την Ντέρνα κι επέτρεψαν στον Πασά να κρατήσει την οικογένεια του αδελφού του, σε “κατ’ οίκον περιορισμό”- ομήρους δηλαδή- για να αποφύγει άλλες απόπειρες ανατροπής του.

Έτσι, υπεγράφη συνθήκη ειρήνης, με μεγάλο χαμένο τελικά τον Χαμέτ, ο οποίος προδόθηκε από τους Αμερικανούς, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Μακρινό παραμύθι αυτό το κομμάτι της ιστορίας της Λιβύης, αλλά εύκολα μπορούν να γίνουν κάποιες αναγωγές με το σήμερα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Αμερικανοί έχουν τα μέσα και τον τρόπο να επαναλάβουν την “επιτυχία του 1804”, το ίδιο γρήγορα με τότε και σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Σίγουρα ο πειρασμός είναι μεγάλος. Αλλά, ακόμα και πριν από 200 χρόνια τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Τελικά στο φινάλε της επιχείρησης, θριάμβευσε η “διπλωματία”, ο “κακός” Πασάς παρέμεινε στην εξουσία και οι πειρατές εξακολουθούσαν, για πολλά χρόνια μετά, να λυμαίνονται τις θάλασσες.

Πόσα πράγματα άλλαξαν από τότε στην Λιβύη; Πολλά και τίποτα. Η ιστορία δείχνει να επαναλαμβάνεται, με άλλους πρωταγωνιστές.

Αυτά τα περίπου 1000 χιλιόμετρα ερήμου, στην ουσία, χώριζαν όλα αυτά τα χρόνια κι ακόμα χωρίζουν την χώρα στην Κυρηναϊκή και την Τριπολιτιάνα και οι “ξένες δυνάμεις” εξακολουθούν από την εποχή του Γιουσούφ και μετά να παίζουν ρόλο-κλειδί στην ιστορία της χώρας. Για παράδειγμα, ο πρώτος και τελευταίος βασιλιάς της Λιβύης, ο Ιντρίς ο Α’, στην Κυρηναϊκή γεννήθηκε στα σύνορα με την Αίγυπτο. Εκεί ίδρυσε πρώτα το Εμιράτο του, με την υποστήριξη των Βρετανών και μετά κήρυξε την ανεξαρτησία της Λιβύης, πάλι με τη στήριξη της διεθνούς κοινότητας, του ΟΗΕ δηλαδή.

Όσο για τον Καντάφι, όπως και ο Πασάς Γιουσούφ, ήταν ένας χαμηλόβαθμος αξιωματικός του στρατού όταν ανέτρεψε τον βασιλιά, αντλώντας κι αυτός την δύναμή του από την αντίθετη πλευρά της χώρας, την Τριπολιτιάνα.

Ο Συνταγματάρχης γνωρίζει ότι η δική του δυναστεία, μπορεί να διατηρήσει την εξουσία μόνο με περίπλοκες συμμαχίες με τις φυλές ή με σιδηρά πυγμή, καταπνίγοντας την εξ ανατολών επανάσταση. Η Κυρηναϊκή- η οποία, όπως αποδείχθηκε, όλα αυτά τα χρόνια αναπολούσε τον βασιλιά της- δύσκολα πλέον θα υποταχθεί, ενώ οι “περίπλοκες συμμαχίες” σε επικίνδυνους καιρούς, είναι εξαιρετικά εύθραυστες. Όσο για την επιλογή της “σιδηράς πυγμής”, απλώς “δένει” με αίμα την συμμαχία των αντιπάλων του.

Τι απομένει λοιπόν; Με τους Αμερικανούς πεζοναύτες ήδη να έχουν αρχίσει να σφυρίζουν απειλητικά τον ύμνο τους, εάν η ιστορία μπορεί να γίνει οδηγός, μια διέξοδος μπορεί να είναι ο δρόμος της διαπραγμάτευσης, που ακολούθησε κι ο άλλος πραξικοπηματίας, ο Karamanli – άλλωστε ο Καντάφι το έχει ξανακάνει αυτό με την Δύση. Και, μάλιστα, με επιτυχία. Ως άλλος Γιουσούφ, υποσχέθηκε να πάψει να είναι σπόνσορας της τρομοκρατίας, με αντάλλαγμα δωροδοκίες κάθε είδους: χρήματα, αποκατάσταση του ονόματος του, ρόλο στα διεθνή τεκταινόμενα και το προνόμιο να τον αποκαλούν όλοι “ηγέτη”. Αυτή τη φορά, βέβαια, μάλλον δεν θα μπορέσει να πετύχει μια το ίδιο ευνοϊκή συμφωνία…

aixmi
greekalert.com