Του Χαρίτωνος Κ. Λάμπρου

Ι. Οι άρχοντες με τη λαστιχένια συνείδηση

Ο τόπος
Ανάμεσα στα κράσπεδα των Ακροκεραυνίων, της επιβλητικής οροσειράς που ενέπνευσε μερικούς από τους ωραιότερους στίχους του Ορατίου, και τον θρυλικό ποταμό Αχέροντα, εκτείνεται από Νότου προς Βορράν μια από τις πιο γραφικές περιοχές της Ελληνικής Ηπείρου – η Θεσπρωτία, φθάνοντας δυτικότερα έως την παραλία του Ιονίου πελάγους και τις ακτές της Αδριατικής.Ο λαός
Η Θεσπρωτία υπήρξε ανέκαθεν Ελληνική. Από τα πανάρχαια χρόνια, όταν εγκαταστάθηκε εκεί το Ελληνικό φύλο των Θεσπρωτών (τους οποίους και ο Όμηρος αναφέρει, καθώς και τον βασιλέα τους Φείδωνα, περίφημο για τη λαμπρή φιλοξενία που προσέφερε στον Οδυσσέα), έως τις ημέρες μας, ο Ελληνισμός της ιστορικής ηπειρωτικής επαρχίας διατηρήθηκε ζωτικός και βασικά αλώβητος. Ούτε η ρωμαιοκρατία ούτε, αργότερα, κατά τον Μεσαίωνα, η παλίρροια των εθνολογικών περιπετειών της Βυζαντινής αυτοκρατορίας μπόρεσαν να μεταβάλουν την ελληνικότητα της Θεσπρωτίας.Το λυκόφως μιας αυτοκρατορίας
Ο πρώτος σοβαρός κίνδυνος για τον εθνικό χαρακτήρα του Θεσπρωτικού πληθυσμού εμφανίζεται ύστερα από αρκετούς αιώνες, επί Τουρκοκρατίας, εξ αιτίας της απαραδειγμάτιστης σχεδόν ιδιοτέλειας των τοπικών μεγαλο-γαιοκτημόνων, υπό τις ακόλουθες συνθήκες:
Κατά τον 15ον αιώνα, το υπερήφανο οικοδόμημα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αφού επί μία ολόκληρη χιλιετία άνθεξε νικηφόρα στις αλλεπάλληλες επιθέσεις και εισβολές, άρχισε να καταρρέει υπό τα σφοδρά πλήγματα των Τούρκων επιδρομέων. Η μοιραία ώρα είχε πια σημάνει για την κρατική οργάνωση του μεσαιωνικού Ελληνισμού, που με τη βυζαντινή μορφή του εξεπλήρωσε την πεπρωμένη ιστορική αποστολή του, συνιστώμενη: α) στη διαφύλαξη και περαιτέρω ανάπτυξη της ατίμητης κληρονομιάς του Ελληνικού πολιτιστικού θησαυρού, β) στην ανάσχεση της ασιατικής βαρβαρικής πλημμυριδος και τον εκπολιτισμό των Σλάβων, και γ) στη μεγαλειώδη σύνθεση του κλασικού Ελληνικού πνεύματος με τη Χριστιανική διδασκαλία.
Οι Βυζαντινές επαρχίες έπεφταν η μία μετά την άλλη. Μόνον η Κωνσταντινούπολη, η Βασιλίς των Πόλεων, διατηρούσε μαζί με την περιεσφιγμένη ενδοχώρα της την ελευθερία, προετοιμαζόμενη για την τελευταία μάχη κατά των επιδρομέων, που πριν λίγους αιώνες είχαν ξεκινήσει από τις άξενες περιοχές του Τουρκεστάν και απειλούσαν τώρα τον Ελληνικό προμαχώνα του Πολιτισμού, εγκαταλελειμμένο και αβοήθητο από τους Χριστιανούς της Ευρώπης.

Σπαχήδες, οι κουίσλιγκ του 15ου αιώνος
Έτσι, δύο περίπου δεκαετίες προ της Αλώσεως, κατελήφθη και η Θεσπρωτία από τους Τούρκους μαζί με τη λοιπή Ήπειρο. Ιδιάζουσες περιστάσεις συνετέλεσαν, ώστε οι κατακτητές να σεβασθούν – κατ’ εξαίρεση – τις περιουσίες των εντοπίων αρχόντων. Συγκεκριμένα ο Μέγας Βεζύρης Σινάν Πασάς όρισε το 1431, ότι τα μεγάλα αγροκτήματα θα παρέμεναν κατά κυριότητα στους ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι συνέχιζαν την παράδοση των ρωμαϊκών «λατιψουνδίων», εκμεταλλευόμενοι τις γαίες τους κατά το κολληγικό σύστημα. Σε αντάλλαγμα της τουρκικής εύνοιας, οι γαιοκτήμονες όφειλαν να συγκροτούν ένοπλα σώματα από τους υποτελείς τους, να τα συντηρούν και να τα διοικούν στον πόλεμο, κάθε φορά που ο Σουλτάνος είχε ανάγκη των υπηρεσιών τους.
Την εποχή εκείνη τα θρησκευτικά κριτήρια ήταν επικρατέστερα των εθνικών και εφ’ όσον οι πολέμαρχοι αυτοί του Σουλτάνου παρέμεναν Χριστιανοί, διατηρούσαν την ελληνικότητα τους, διακρινόμενοι στους πολέμους, όπου μάχονταν κάτω από δική τους σημαία – που χαρακτηριστικά έφερε παράσταση του Αγίου Γεωργίου – αποκαλούμενοι από τους Τούρκους Σπαχήδες.
Αλλά η σχετική ανεξαρτησία και η πολεμική ισχύς προσπόρισαν στους Σπαχήδες τόση δύναμη μέσα σε δύο αιώνες, ώστε να εξελιχθούν σε πραγματική απειλή για την ασφάλεια της Οθωμανικής κυριαρχίας στη Δυτική Ελλάδα και βορειότερα. Γι’ αυτό ο Σουλτάνος Αμουράτ ο Δ’ διέλυσε τα Σώματα των Σπαχήδων και κατήργησε τις προνομίες τους στα 1635. Τότε, πολλοί απ’ αυτούς, μπροστά στον κίνδυνο να καταντήσουν από φεουδάρχες, ακτήμονες, ύστερα από μια σύντομη πάλη συνειδήσεως αποφάσισαν να εξισλαμισθούν, καταπροδίδοντας την πίστη και τον λαό τους, θυσιάζοντας τα επουράνια για τα επίγεια αγαθά.

Οι πρόγονοι, των Τσάμηδων
Των εξωμοτών εκείνων Σπαχήδων παραβλάσταρα είναι οι σύγχρονοι Τσάμηδες, των οποίων η ονομασία προέρχεται κατά μία, την πιθανότερη ίσως, εκδοχή από παραφθορά του αρχαίου ονόματος του θεσπρωτικού ποταμού Καλαμά (Θύαμις-Τσάμης), περίφημου για την ιστορική αντίσταση των Ελληνικών Δυνάμεων το 1940 κατά των Ιταλών εισβολέων του Μουσολίνι, τους οποίους, όπως είναι γνωστό, στην αρχή συγκράτησαν και τελικά, μετά τη νίκη της Πίνδου, κυνήγησαν πέρα από τα Ελληνικά σύνορα, μέσα στην υπό τον Αλβανικό ζυγό Ελληνική Βορεία Ήπειρο.
Στον αριθμό των αποστατών Σπαχήδων πρέπει να προσθέσουμε, για να έχουμε όλους τους προγόνους των σημερινών Τσάμηδων, τους μετά την ατυχή επανάσταση του Επισκόπου Τρίκκης, Διονυσίου του «Σκυλοσόφου» κατά των Τούρκων βιαίως εξισλαμισθέντες Θεσπρωτούς (1612), καθώς επίσης και τα στοιχεία εκείνα του Ελληνικού πληθυσμού, τα οποία για να περισώσουν τα κτήματα τους από τους Αλβανούς μπέηδες (1740-1780 και ενωρίτερα), που εγκαταστάθηκαν στο παραλιακό τμήμα της Θεσπρωτίας με τη βοήθεια των Ενετών αλλαξοπίστησαν κι έγιναν Μουσουλμάνοι!

Πώς δεν ολοχληρώθηκε ο εξισλαμισμός της Ηπείρου
Πολλοί φρονούν ότι με τη συνεργασία των αρνησιθρήσκων αρχόντων με τη λαστιχένια συνείδηση, οι Οθωμανοί θα επετύγχαναν τον εξισλαμισμό όχι μόνο της Θεσπρωτίας, αλλά και της Ηπείρου όλης, αν δεν παρεμβαλλόταν η μεγάλη Εθνική φυσιογνωμία ενός εθναποστόλου ιερομόναχου, του Κοσμά του Αιτωλού, ο οποίος αναρρίπισε την εθνική συνείδηση και τόνωσε την αυτοπεποίθηση και το σθένος των πληθυσμών και εάν ο διαβόητος Τουρκαλβανός τύραννος της Ηπείρου Αλή Πασάς δεν περισπούσε την προσοχή και τις ενέργειες της Υψηλής Πύλης.

II. Οι ρίζες του μίσους

Οι τελευταίοι εξωμότες
Η αλλαγή του θρησκεύματος των τελευταίων αυτών αποστατών της Θεσπρωτίας δεν συνεπέφερε αυτόματα και της εθνικής συνειδήσεως την αλλοίωση. Αρκετοί απ’ αυτούς ήταν, κατά τα πρώτα ιδίως χρόνια, κρυπτοχριστιανοί, μιλούσαν δε την Ελληνική λώσσα. Οι σχέσεις τους όμως με τους Αλβανούς μπέηδες (τους εποίκους που προαναφέραμε) τους ανάγκασαν με τον καιρό να μάθουν την Αλβανική και ο συγχρωτισμός τους με τους παλαιότερους εξωμότες συνέτεινε στη διαμόρφωση μιας παράδοξης, ρευστής εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως, με χτυπητές αντιφάσεις («Ελληνο-αλβανοί» και «Μουσουλμανο-έλληνες»). Χαρακτηριστική ένδειξη του φαινομένου, ορισμένα τοπωνύμια: Γιάνναρης -Άη Γιάννης, Σούβλασι – Άγιος Βλάσιος, Γραικοχώρι κ.ά.
Τα νέα σύνορα της Ελλάδος, όπως σχηματίστηκαν μετά τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) και κυρώθηκαν διά των συνθηκών ειρήνης του Βουκουρεστίου και των Αθηνών, περιέκλεισαν και το ιδιόμορφο συνονθύλευμα των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας, οι οποίοι έγιναν πλέον πολίτες Έλληνες.
Η αναλογία των Τσάμηδων έναντι του Ελληνικού στοιχείου της Θεσπρωτίας δεν έφθανε ούτε το ένα τρίτο του συνόλου, όπως διαφαίνεται καθαρά στους αδιάψευστους αριθμούς της επομένης αναλυτικής στατιστικής του πληθυσμού του μοναδικού Δήμου και των 128 Κοινοτήτων του Νομού Θεσπρωτίας (Τσαμουριάς).
Κάτοικοι Θεσπρωτίας: 61.329
Χριστιανοί: 44.668
Μουσουλμάνοι: 16.661 (27%)

Οι Τσάμηδες Έλληνες πολίτες
Σ’ ένα υπόμνημα που απηύθυναν στον Πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου της Ελλάδος την 18-2-1926 (υπ’ αριθ. πρωτ. 2874/2), οι Τσάμηδες έγραψαν χαρακτηριστικά: «Είμεθα …Αλβανοί την φωνήν και το γένος, μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, αλλά πολίται Έλληνες από του ευτυχούς γεγονότος του 1912-13».
Πράγματι, οι απόγονοι των παλαιών εξωμοτών, που τόσα δεινά είχαν σωρεύσει στην Ελλάδα, έζησαν ως πολίτες Έλληνες, χάρη στην Ελληνική μεγαλοψυχία, όχι απλώς ως ισότιμοι σε καθεστώς ισονομίας και ισοπολιτείας, αλλά περίπου σαν προνομιούχοι έναντι των λοιπών συμπολιτών τους, από την ημέρα της αποτινάξεως του τουρκικού ζυγού της Θεσπρωτίας, έως την εισβολή των «γενναίων» του Μουσολίνι – οπότε ξέσπασε η κτηνωδία των Τσάμηδων εναντίον των Ελλήνων υπό συνθήκες και κατά τρόπο και έκταση που θα ιστορήσουμε παρακάτω.
Πριν προχωρήσουμε όμως, κρίνουμε απαραίτητο να παραθέσουμε ορισμένα σύντομα, αλλά χαρακτηριστικότατα στοιχεία ως προς τους όρους διαβιώσεως των Τσαμηδων μέσα στα όρια της Ελληνικής επικρατείας.
Το Ελληνικό Κράτος ευνοεί σκανδαλωδώς τους Τσάμηδες
ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΛΑΤΡΕΙΑ: Απόλυτη ελευθερία, προστασία. Ο μουσουλμανικός κλήρος εμισθοδοτείτο από το Ελληνικό Δημόσιο.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ, ΓΛΩΣΣΑ: Οι Τσαμηδες είχαν δικά τους σχολεία, όπου δάσκαλοι (πληρωνόμενοι από την Ελλάδα, φυσικά, η οποία ανελάμβανε και όλα εν γένει τα έξοδα της παιδείας) δίδασκαν τη μητρική τους γλώσσα.
ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Στους Τσαμηδες η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος χορηγούσε καλλιεργητικά δάνεια, παρά την ανεκδήλωτη, αλλά δικαιολογημένη δυσφορία των Ελλήνων συμπολιτών τους, που έβλεπαν το Ελληνικό Κράτος να ευνοεί τους θρασείς και μισέλληνες, τους αχάριστους Τσαμηδες, εγκατεστημένους στα παραθαλάσσια, εύφορα, πεδινά εδάφη, αντίθετα με τους Έλληνες, οι οποίοι συνεπεία των διωγμών από Τούρκους και Τσαμηδες, αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα ορεινά, αφιλόξενα μέρη της Θεσπρωτίας, όπου κυριολεκτικά φυτοζωούσαν.
ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ, ΔΙΟΙΚΗΣΗ, ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΑ: Οι Ελληνικές φορολογικές υπηρεσίες απέφευγαν να επιμένουν στην ακριβή εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των Τσάμηδων προς το Ελληνικό Κράτος, οι διοικητικές Αρχές επεδείκνυαν κάθε ευμένεια προς αυτούς και τα δικαστήρια, όταν συνέβαινε να αντιδικεί Τσάμης προς Έλληνα, εάν μεν ο Τσάμης είχε δίκαιο, έσπευδαν να το αποδώσουν ολόκληρο. Οσάκις όμως, όπως ήταν ο κανόνας, είχε άδικο ο Τσάμης, και δίκαιο ο Έλληνας, κατέβαλαν προσπάθεια να ανακαλύψουν κάθε άποψη και να εξεύρουν κάθε ελαφρυντικό υπέρ του Τσάμη.
Η όλη τακτική του Ελληνικού Κράτους προς τους Τσάμηδες είναι ακατανόητη για όσους αγνοούν τον έντονο συναισθηματισμό του Ελληνικού χαρακτήρα, διότι υπερβαίνει χωρίς ουσιαστικά κανένα σοβαρό λόγο την επιβαλλομένη ίση μεταχείριση μιας μειονότητος, προσβάλλουσα το ορθό και το δίκαιο, εφ’ όσον την καθιστά προνομιούχο έναντι του Εθνικού συνόλου και ειδικότερα των θυμάτων της θηριωδίας της.

Μία ομολογία
«Εμείς οι Μωαμεθανοί, κατέθεσε στις 4-6-1946 ο Τσάμης Νουχή Λατίφ, από τα Τρίκορφα Φιλιατών, δεν είχαμε κανένα παράπονο κατά της Ελληνικής διοικήσεως. Ώστε δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί με την αξονική κατοχή όλοι οι Μωαμεθανοί όχι μόνον έγιναν όργανα των Ιταλών και Γερμανών, αλλά ακόμη περισσότερο, με φόνους και άλλες εγκληματικές πράξεις, εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να εξαλείψουν το Ελληνικό στοιχείο από την περιφέρεια της Θεσπρωτίας».

Απάντηση στο ερώτημα
Όπως οι μεγαλογαιοκτήμονες Σπαχήδες των πρώτων αιώνων της Τουρκικής κατακτήσεως, κατεπρόδωσαν Πίστη και Πατρίδα, καθώς και οι μεταγενέστεροι τσιφλικάδες του 18ου αιώνα αλλαξοπίστησαν και έγιναν αρνησιπάτριδες για να διατηρήσουν τα υλικά αγαθά τους και να εξακολουθήσουν την εκμετάλλευση των κολλήγων τους, έτσι και λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση της Νοτίας Ηπείρου (η Βορεία στενάζει ακόμη κάτω από τον αλβανικό ζυγό), οι- Τσάμηδες απόγονοι τους στράφηκαν εναντίον της Ελλάδος, της τόσο γενναιόφρονος απέναντι τους, γιατί χτυπήθηκε – δίκαια – η απαραδειγμάτιστη ιδιοτέλεια τους. Τότε φούντωσε το μίσος των πανούργων, αμαθών και θρασύδειλων αυτών συμφεροντολόγων εναντίον παντός του Ελληνικού, ενώπιον του οποίου ένιωθαν να κατατρύχονται από ένα ευεξήγητο σύμπλεγμα μειονεκτικότητος, παρά την περισσότερο από υποδειγματική συμπεριφορά Κράτους και πληθυσμού. Ιδού τα γεγονότα:
Ένα μέτρο κοινωνικής προόδου και εϋνoικής ανάγκης
Η Εθνοσυνέλευση του 1911, ακολουθώντας την ανοδική γραμμή της κοινωνικής προόδου, θέσπισε διά του άρθρου 17 του Ελληνικού Συντάγματος του ιδίου έτους το δικαίωμα του Κράτους να προβαίνει στην αναγκαστική απαλλοτρίωση της εγγείου ιδιοκτησίας «χάριν δημοσίας ωφελείας». Βάσει του άρθρου εκείνου εξεδόθη σειρά νομοθετημάτων «Περί του Αγροτικού ζητήματος» μέχρι του Αγροτικού Νόμου της 27/28 Φεβρουαρίου 1920, ο οποίος επέτρεψε την αναγκαστική απαλλοτρίωση όλων των μεγάλων αγροκτημάτων σ’ ολόκληρη την Ελλάδα «προς αποκατάστασιν των ακτημόνων καλλιεργητών, μετά προηγουμένην καταβολήν αποζημιώσεως των απαλλοτριουμένων».

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή
Ήλθε όμως η Μικρασιατική Καταστροφή και άμεση προέβαλε η επιτακτική ανάγκη της αγροτικής αποκαταστάσεως εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων και πολεμιστών. Τότε η Ελλάς για να αντιμετωπίσει το ιλιγγιώδες αυτό εθνικό και κοινωνικό πρόβλημα, προέκρινε τη μόνη υπάρχουσα λύση: επέτρεψε στα 1923 την κατάληψη αγροκτημάτων από δικαιούχους ακτήμονες και ΠΡΟ της καταβολής αποζημιώσεως. Η απόφαση εκείνη κατοχυρώθηκε αργότερα και στο νέο Σύνταγμα του 1927 (αρθρ. 119).
Έτσι κηρύχθηκαν απαλλοτριωτέα όλα τα οπουδήποτε της ελευθέρας Ελληνικής γης αγροκτήματα χωρίς καμμιά διάκριση φυλής, δόγματος ή και υπηκοότητος του γαιοκτήμονος.
Η Θεσπρωτία δεν μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Σ’ εφαρμογή των ανωτέρω, ακτήμονες καλλιεργητές εγκαταστάθηκαν στα υπό κολληγική εκμετάλλευση αγροκτήματα της Τσαμουριάς. Σε δύο μάλιστα χωριά, στον Άγιο Βλάσιο και τη Νέα Σελεύκεια ήλθαν και πρόσφυγες, θύματα της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Αποτέλεσμα του μέτρου αυτού, που απέρρευσε από αδήριτη Εθνική ανάγκη και συνετέλεσε αποφασιστικά στην κοινωνική και οικονομική πρόοδο, υπήρξε η λύσσα των Τσάμηδων εναντίον του Ελληνικού Κράτους και το ξαναφούντωμα του μίσους τους κατά του Ελληνικού στοιχείου. Δεν μπορούσε, φυσικά, να είναι διάφορη η αντίδραση των τσιφλικάδων αυτών, οι οποίοι έβλεπαν να καταργείται η εκμεταλλευτική, περίπου φεουδαρχική, εξουσία τους πάνω στα αγροκτήματα, που για να τα αποκτήσουν ή διατηρήσουν οι προγονοί τους κατεπρόδωσαν Πίστη, Πατρίδα και Λαό και βουτήχθηκαν έως τον λαιμό στην ατιμία και το έγκλημα.

Ένα λάος που πληρώθηκε με αίμα
Τίποτε από όσα επακολούθησαν δεν θα είχε συμβεί, εάν η Ελλάς αντί να εξαιρέσει τους Τουρκαλβανούς Τσάμηδες από την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών, όπως έκανε «διά μονομερούς ρηματικής διακοινώσεως προς την Κοινωνίαν των Εθνών» το 1926, φρόντιζε να απαλλαγεί από την παρουσία των – κυριολεκτικά – δίχως τιμή και δίχως πίστη εγκληματικών αυτών καθαρμάτων.

III. Το χρονικό του αίματος

Η Ιταλική προπαγάνδα διάδοχος της Αυστροουγγρικής
Κατά την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13, η Αψβουργική προπαγάνδα κατόρθωσε να στρατολογήσει πολλούς πράκτορες μεταξύ των Τσάμηδων και να τους κινήσει εναντίον του Ελληνισμού.
Το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου είδε τη διεφθαρμένη Δυαδική Μοναρχία των Αψβούργων να καταρρέει υπό τα πλήγματα της Αντάντ και την Ιταλία μεταξύ των νικητών – υπό τις πασίγνωστες συνθήκες. Οι ευστροφότατοι Ιταλοί δεν παρέλειψαν να ξυλευθούν από την πεσούσα Αυστροουγγρική δρυ, όσο μπορούσαν περισσότερο. Ανάμεσα στα άλλα μοιράστηκαν με τη νεοπαγή «Σερβοκροατοσλοβενία», τη μετέπειτα Νοτιοσλαβία («Γιούγκο» σημαίνει τον Νότο) και τη γεωπολιτική κληρονομιά των Αψβούργων, το «DRAG NACH SUEDOSTEN»

Τα όνειρα του ψευδοκαίσαρα
Έτσι, μετά τη σταθεροποίηση του φασισμού στην Ιταλία, ο υπερφίαλος ψευδοκαίσαρ της Ρώμης έστρεψε λαίμαργα τα βλέμματα του στο νεόπηκτο κρατίδιο της Αλβανίας – ανιστόρητο τερατογέννημα της μεσοπολεμικής «ισορροπίας των Δυνάμεων». Για τον Μουσολίνι, η κατάληψη της χώρας των Σκιπετάρων δεν αποτελούσε παρά την προβαθμίδα για μεταγενέστερη κατάκτηση της Ελλάδος, που την έπαιρνε το παράλογο σχέδιο αναβιώσεως της παμπάλαιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Με την προοπτική αυτή επεδίωξε την προσάρτηση του Ελληνικού Νομού Θεσπρωτίας στο Αλβανικό προτεκτοράτο του. Επόμενο ήταν να υπολόγισε σοβαρά στον παράγοντα των Τσάμηδων.
Τα Ιταλικά και Αλβανικά Προξενεία Ιωαννίνων και Κερκύρας μεταβλήθηκαν σε κέντρα προπαγάνδας και στρατολογίας πρακτόρων μεταξύ των Τσάμηδων, οι οποίοι διέθεταν όλα τα «προσόντα» για τον επαίσχυντο αυτό ρόλο.
Την εποχή που οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Ευρώπη, που η Αγγλία μαχόταν μόνη, η Αμερική ήταν ουδέτερη, η Ρωσία σύμμαχος και συμπαραστάτης του Αδόλφου Χίτλερ, η Γιουγκοσλαβία και η Βουλγαρία είχαν φιλίες με το Ράιχ, με το οποίο ερωτοτροπούσε και η Τουρκία, ενώ ο ψευδοκαίσαρ είχε μεταβάλει την σε Αλβανία προτεκτοράτο του Re-Ιmperatore και βάση εξορμήσεως των φασιστικών στρατιών στην Ελλάδα – τότε, την 28η Οκτωβρίου 1940, ένα βροντερό «ΟΧΙ» αντήχησε από την Ελληνική γη και κατεκάλυψε την κλαγγή των νικηφόρων γερμανικών όπλων και σκέπασε τον πάταγο των εκρήξεων των βομβών της Luftwaffe, που κατέστρεφαν τα οικοδομικά τετράγωνα του Λονδίνου. Ήταν το κοσμοϊστορικό «ΟΧΙ» του Έλληνος Βασιλέως, της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του Ελληνικού Λαού ολοκλήρου στις προτάσεις υποταγής στην Ιταλία, που τελεσιγράφησε ο Μουσολίνι διά του πρεσβευτή του στην Αθήνα, τις πρώτες πρωινές ώρες της Μεγάλης εκείνης Ημέρας. (Δεν πρέπει να λησμονείται ότι μία από τις επαίσχυντες πολεμικές προφάσεις του Ιταλού δικτάτορα και της φασιστικής προπαγάνδας ήταν και η δήθεν δολοφονία από Έλληνες ενός Τσάμη ονόματι Νταούτ Χότζα, κάποιου ληστή).

Οι Τσάμηδες, Σπαχήδες του Μπενίτο
Το ίδιο απόγευμα, λίγες ώρες μετά την επίδοση του Ιταλικού τελεσιγράφου και την έναρξη των εχθροπραξιών, δύο Αλβανικά Τάγματα Τσάμηδων εισέβαλαν στη Θεσπρωτία κατά διαταγή του Ντούτσε. Επί κεφαλής των Τσάμικων αυτών ταγμάτων ήταν οι Τσάμηδες Σπαχήδες του Μουσολίνι: α) Αζίζ Τσάμης από τη Γιάνναρη Κονισπόλεως Τσαμουριάς, β) Σκενδέρ Τσιάμης, από το Μαλούνιον Φιλιατών, χριστιανός εξωμότης, όργανο του ομαίμονός του αρχιπράκτορα των Ιταλών Χασάν Πιλάφη και μοίραρχος της Αλβανικής Χωροφυλακής, γ) Μπράχο Τσαπούνη, από τη Λιόψα Φιλιατών, δ) Τζελάλ Τσαπούνη, συγγενής και συμπολίτης του προηγουμένου, ε) Τζέλιο Ελμάζ, και στ) Ζεϊνέλ Ισμαήλ, και αυτοί από τη Λιόψα Φιλιατών.
ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΤΩΝ ΕΙΣΒΟΛΕΩΝ: Τα τάγματα αυτά των Τσάμηδων εισέβαλαν στους Σαγιάδες και τους Φιλιάτες (Θεσπρωτία).
α) ΛΕΗΛΑΣΙΑ (ΠΛΙΑΤΣΙΚΟ): Αμέσως επιδόθηκαν στο προσφιλές σπορ των Αρβανιτάδων, το πλιάτσικο, λεηλατώντας και διαρπάζοντας τα σπίτια και τα καταστήματα των Ελλήνων κατοίκων.
β) Ο ΛΕΥΚΟΣ ΣΚΟΥΦΟΣ: Κατόπιν οι εισβολείς απαγόρευσαν στους Έλληνας να φορούν το συνηθισμένο καπέλο και τους υποχρέωσαν να φορέσουν τον γνωστό Αλβανικό σκούφο!
γ) ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ: Τέλος, άρχισαν να διαπράττουν παντοειδή εγκλήματα κατά των ατυχών Θεσπρωτών, να βασανίζουν και να σκοτώνουν.
δ) ΜΙΑ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ: Στο βιβλίο του «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ» ο γνωστός κομμουνιστής Δημήτριος Γληνός γράφει για τους Τσάμηδες αυτούς (σελ. 22-23): «Και- κατέβηκαν ακόμα πίσω από τους Γερμανοϊταλούς στην Ελληνική Ήπειρο οι γενναίοι Αρβανίτες για το πατροπαράδοτο πλιάτσικο». Τι θα έλεγε άραγε ο Γληνός αν ζούσε σήμερα και έβλεπε τους αθλίους εκείνους πλιατσικολόγους και εγκληματίες πολέμου να έχουν μεταβληθεί σε «αδελφούς εν όπλοις» του ΚΚΕ και να συνεχίζουν ή να ετοιμάζονται να ξαναρχίσουν το ολέθριο έργο τους υπό τις ευλογίες των Σλάβων αφεντάδων;

Αλυσίδα εγκλημάτων
Τα εγκλήματα των Τσάμηδων είναι τόσο πολλά, όσο και αποτρόπαια. Μία ειδική έκθεση που έχουμε υπ’ όψη μας, τα αναφέρει χρονογραφικά μόνο και εν τούτοις καταλαμβάνουν διακόσιες εξήντα εννέα (269) μεγάλες και πυκνοδακτυλογραφημένες σελίδες. Αναλογισθείτε δε, ότι περιορίζεται, όπως τονίσαμε, στη λακωνική, σε τηλεγραφικό ύφος, αποτύπωση της μοναδικής στην ιστορία της Χερσονήσου του Αίμου – με εξαίρεση τους Βουλγάρους -θηριώδους, κακοποιού, εγκληματικής δράσεως των Τσάμηδων, σε αδρές γραμμές και για την πρόσφατη περίοδο μονάχα.
Πιεζόμενοι από τον αιματηρό όγκο της Τσάμικης κακουργίας, σεβόμενοι δε και του αναγνώστη την ευαισθησία, θα ακολουθήσουμε εφεξής στις αναπτύξεις μας την επομένη μέθοδο: Θα σκιαγραφήσουμε τη γενική άποψη της εγκληματικής δραστηριότητος των αλβανοφώνων αυτών ολετήρων του Ελληνισμού: α) Κατά την πρώτη φάση του Ελληνοϊταλικού πολέμου, β) Κατά την Κατοχή της Ελλάδος από τον Αξονα και τα τσακάλια του και σε επίμετρο θα παραθέσουμε από τα επίσημα, έγκυρα και αδιαμφισβήτητα στοιχεία για την ένοπλη συνεργασία των Τσάμηδων με τις κομμουνιστοσυμμορίες των προφυλακών του σλαβικού νεοϊμπεριαλισμού στην Ελλάδα – τον διαβόητο «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας».

IV. Κατά την πρώτη φάση της φασιστικής επιδρομής

Ενώ τα δύο τσάμικα τάγματα του αλβανοϊταλικού στρατού συνέχιζαν το πλιάτσικο και το εγκληματικό τους έργο, έφθασε από την Αλβανία στο Λιόψι Φιλιατών ο διαβόητος αρχιεγκληματίας πολέμου Νουρί Ντίνο Μπέη, πραγματικός αρχηγός του συρφετού των Τσάμηδων, διοργανωτής και αξονικός πράκτορας, μία από τις στυγερότερες εγκληματικές φυσιογνωμίες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Στην Ηγουμενίτσα
Πρώτο του μέλημα υπήρξε η επιστράτευση των Τσάμηδων της Θεσπρωτίας με τη βοήθεια και για λογαριασμό των Ιταλών, για να ολοκληρωθεί το καταστροφικό έργο των δύο ταγμάτων που προαναφέραμε, τα οποία, ακολουθώντας τους Ιταλούς, είχαν προχωρήσει εν τω μεταξύ στην πρωτεύουσα του Νομού, την Ηγουμενίτσα. Εκεί σκότωσαν τον έμπορο Χρίστο Πιτούλη και συνέλαβαν τον συνάδελφο του Νικόλαο Δαφνιά, τον οποίο παρέδωσαν στους Ιταλούς, που τον απέστειλαν στη Ρώμη, όπου και πέθανε.
Προχώρησαν κατόπιν έως την Πέρδικα και το Μαργαρίτι με τον τρομοκράτη Γιασίν Σαντίκ επί κεφαλής και οργίασαν σκοτώνοντας, καίοντας, βιάζοντας και απάγοντας Έλληνες και Ελληνίδες.

Στην Πέρδικα και το Μαργαρίτι
Ο κτηνάνθρωπος αρχηγός των Τσάμηδων φονέων και πλιατσικολόγων έφθασε μάλιστα στο σημείο, να κάψει το ίδιο του το σπίτι, που το είχε πουλήσει κάποτε, αβίαστα και σε καλή τιμή, σ’ έναν Έλληνα κτηνοτρόφο, τον Ν. Μάμο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σαντίκ είχε διατελέσει πρόεδρος της Κοινότητος Μαργαριτίου. Ως πρόεδρος διέπραξε σωρεία απατών και πλαστογραφίες εις βάρος των συγχωριανών του, προβλέποντας δε τη δίκαιη τιμωρία που τον ανέμενε με την αποκάλυψη των αδικημάτων του, βιάστηκε να ξεπουλήσει εγκαίρως το σπίτι- του και τη λοιπή περιουσία του και έσπευσε να διαφύγει οικογενειακώς στην Αλβανία.

Ο φυγόδικος αρχηγός της «Ομάδος των Δημίων»
Ο Σαντίκ υπήρξε ο διοργανωτής της «Ομάδος των Δημίων» Τσάμηδων, με πρώτο βοηθό του τον δραπέτη των φυλακών Λιούτσε Κάνε από το Κουρτέσι, τον ομότεχνο του Τζεμάλ Μούρ-το από τη Μαζαρακιά και τον Νταλιάν Μουτρεζάν Φερχάν, από την περιφέρεια Ηγουμενίτσας, διακεκριμένο …λαθρέμπορο.
Η προέλαση των Ελληνικών στρατευμάτων και η καταδίωξη των Ιταλών επιδρομέων, κλείνει, την πρώτη αυτή φάση της κακουργίας των Τσάμηδων με τους πυροβολισμούς που έριξαν δολοφονικά από τα σπίτια τους εναντίον των ανύποπτων Ελληνικών στρατιωτών, οι οποίοι προέλαυναν προς Βορράν, χαρίζοντας την πρώτη Νίκη στη φιλελεύθερη ανθρωπότητα.

V. Κατοχή

Την 1η Ιουλίου 1941, με την ολοκλήρωση της καταλήψεως της Κρήτης από τους Γερμανούς, ο μαύρος πέπλος της αξονικής κατοχής απλώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελλάδος – ύστερα από σκληρές μάχες μισού χρόνου, στις οποίες ο Ελληνικός Στρατός αντιμετώπισε αλύγιστος μια τεράστια, αυτόχρημα συντριπτική υπεροχή σε αριθμό ανδρών και πολεμικά μέσα. Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα σημειώσουν ασφαλώς, ότι για να καταλάβει με συνδυασμένη επίθεση ο Άξονας την Ελλάδα, κατανάλωσε πολλαπλάσιο χρόνο από εκείνον που απαιτήθηκε συνολικά για την κατάληψη της Πολωνίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Ολλανδίας, της Νορβηγίας και της Γιουγκοσλαβίας μαζί.
Κατά τα σκοτεινά εκείνα χρόνια της εχθρικής κατοχής, όταν η Ελλάς φωτιζόταν από τις φλόγες των καταστροφών και τις πρώτες ελπιδοφόρες λάμψεις του Εθνικού Αγώνα στο Βουνό, στις Πόλεις και στη Μέση Ανατολή, ο εγκληματικός συρφετός των Τσάμηδων ξαμολήθηκε ακάθεκτος εναντίον του ακριτικού Ελληνικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας.

Το σατανικό αχέδιο
Δεν πρέπει όμως να νομισθεί, ότι η εγκληματική δραστηριότητα των στιφών εκείνων εξυπηρετούσε απλώς τους σκοπούς του πλιάτσικου και ικανοποιούσε μόνον τις κτηνώδεις αρπακτικές παρορμήσεις τους. Τουναντίον. Οι Τσάμηδες, όργανα της ανεδαφικής μεγαλομανίας έξαλλων Αλβανών και ενεργούμενα των Ιταλών και ύστερα των Γερμανών, έδρασαν βάσει σχεδίου, σκοπός του οποίου ήταν η αλλοίωση της εθνολογικής συνθέσεως της Θεσπρωτίας, με τον «ενδεχόμενο δόλο» της εμφανίσεως της ως «αλβανικής» σ’ ένα πιθανό δημοψήφισμα σε περίπτωση συμμαχικής νίκης και η ανεμπόδιστη προσάρτηση της Ελληνικότατης αυτής περιοχής στη «Μεγάλη Αλβανία», μέσα στα σύνορα της οποίας θα προσετίθετο (εάν δεν τον εξολόθρευαν) και ο συμπαγής Ελληνικός πληθυσμός της Θεσπρωτίας, με αποτέλεσμα – συνυπολογιζομένων και των δύο και πλέον εκατοντάδων χιλιάδων Βορειοηπειρωτών, υποδούλων στους Αρβανίτες -την οριστική μετατόπιση του κέντρου εθνολογικού βάρους στο Ελληνικό στοιχείο.
Το σατανικό αυτό σχέδιο προέβλεπε δύο μεθόδους για τον ίδιο σκοπό: Τη φυσική εξόντωση του Ελληνικού πληθυσμού και την εκδίωξη των επιζησάντων διά της κατατρομοκρατήσεως.

Τσάμης Ύπατος Αρμοστής Θεσπρωτίας
Δέκα ημέρες μετά την κατάληψη της ηρωικής Κρήτης, δυνάμει διατάγματος της Ιταλικής Κυβερνήσεως ο αρχηγός της εγκληματικής τριανδρίας των Ντίνο διορίζεται «Υπατος Αρμοστής Θεσπρωτίας» (το ίδιο διάταγμα διόριζε τον πρώην Υπουργό Φεϊζή Αζότι «Πολιτικό Αρμοστή» της Αλβανικής Κυβερνήσεως στα εδάφη Κοσσόβου, Δίβρης και Στρούγκας).
Στις 13-12-1941 ιδρύθηκε στα Τίρανα «Υπουργείο των Ελευθέρων Εδαφών». Την παραμονή της ιδρύσεως του εν λόγω «Υπουργείου», διά του υπ’ αριθ. 264 διατάγματος, είχαν προσαρτηθεί στην Αλβανία τα νοτιοσλαβικά εδάφη της «Αρμοστείας» του Αϊζότι. Αντίθετα, η Θεσπρωτία υφίστατο την κατοχή, αλλά παρέμενε νομικώς στην Ελλάδα. Ο Αξονας δεν αποφάσιζε να την χαρίσει στο Αλβανικό προτεκτοράτο του Μουσολίνι, δεδομένου ότι η παρουσία των Τσάμηδων δεν άλλαζε την κυριαρχούσα ελληνική φυσιογνωμία του τόπου, οι δε Γερμανοί δεν συγχωρούσαν εύκολα στον ψευδοκαίσαρα την αναβολή της εκστρατείας τους κατά της Σοβιετικής Ενώσεως, που ο ίδιος προκάλεσε με την άφρονα επίθεση του εναντίον της Ελλάδος. (Άλλωστε σήμερα ξέρουμε, ότι η καθυστέρηση εκείνη, οφειλομένη εξ ολοκλήρου στο αδάμαστο πολεμικό μένος και τη βαθυρίζωτη Εθνική πίστη του Ελληνικού Στρατού, έσωσε – κυριολεκτικά και αδιαμφισβήτητα – τη Μόσχα και το καθεστώς της).
Η μη προσάρτηση της Θεσπρωτίας στην Αλβανία συνετέλεσε στην επίσπευση της εφαρμογής του σχεδίου εξοντώσεως του Ελληνικοή στοιχείου από τους Τσάμηδες υπό την καθοδήγηση των Ιταλών.
Έτσι, τον Ιούλιο του 1942 συγκροτήθηκε για τη συστηματοποίηση του έργου της εξολοθρεύσεως η διαβόητη «Κ.S.Ι.L.Α.», τρομοκρατική οργάνωση τα αρχικά της οποίας σημαίνουν στην αλβανική: «Αλβανικόν Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως». Ηγετικά μέλη της ήταν Τσάμηδες, ευρισκόμενοι τώρα στην κομμουνιστική Αλβανία του τοποτηρητή της Μόσχας, δικτατορίσκου Εμβέρ Χότζα, επιφορτισμένοι με την οργάνωση ειδικών μονάδων Τσάμηδων, που κατά διαταγή της Κόμινφορμ σχεδιάζεται να εισβάλουν στην Ελλάδα, μαζί με τα άθλια λείψανα του συμμοριακού στρατού του ΚΚΕ. Αν μάλιστα πιστέψουμε ορισμένες δημοσιογραφικές πληροφορίες, όπως της ελβετικής «Wochenzeitung•», υπό την ηγεσία κομμουνιστών Γερμανών πρώην SS, οι οποίοι, φαίνεται, δεν δυσκολεύθηκαν να διαπιστώσουν την ανυπαρξία ουσιώδους διαφοράς μεταξύ της ναζιστικής Γκεσταπό και της σοβιετικής Γκεπεού.

Οι αρχηγοί των γκάγκστερς

Οι Τσάμηδες της Κ.S.Ι.L.Α., που εγκλημάτισε μέχρι του Αυγούστου 1944, ήταν οι εξής:
1)Νουρή Μπέη Ντίνο, από την Παραμυθιά. 2) Μαζάρ Μπέη Ντίνο, από την Παραμυθιά. 3) Μαχμούτ Μάλε, από το Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας. 4) Μπίτο Τάχο, από τον Παραπόταμο Ηγουμενίτσας. 5) Χάμψο Ρετζέπ, από τη Μακρυχώρα. 6) Ραμαντάν Σούλιο, από το Καλπάκι Φιλιατών. 7) Μουλά Εμίν, από τη Αάκκα Ηγουμενίτσας. 8) Μουσταφά Χαλίμ Γκέρα, από τον Βραχωνά Ηγουμενίτσας. 9) Αντί Μούχο, από το Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας. 10) Μουλά Νταμίν, από τη Αάκκα Ηγουμενίτσας. 11) Ιζίτ Σκέντο, από τη Φασκομηλιά Ηγουμενίτσας. 12) Τζελιάς Σκέντο, από τη Φασκομηλιά Ηγουμενίτσας. 13) Χα-μίτ Μουχάμετ, από τη Μαζαρακιά Ηγουμενίτσας. 14) Φερχάτ Μουχάμετ, από τη Μαζαρακιά Ηγουμενίτσας. 15) Ίσδρα Αχμέτ Ταΐφ, από το Γραικοχώρι Ηγουμενίτσας. 16) Ζούμπο Μούχο, από το Γριακοχώρι Ηγουμενίτσας. 17) Νταμίν Βεϊσέλ, από τον Παραπόταμο Ηγουμενίτσας. Ναζίφ Βεϊσέλ, από τον Παραπόταμο Ηγουμενίτσας.
Τα εγκλήματα του «Συστήματος Αλβανικής Πολιτικής Διοικήσεως» υπήρξαν φρικαλέα. Παραθέτουμε τους αδιάψευστους αριθμούς:
«1) Δολοψονηθέντες υπό Τσάμηδων μόνων ή σε συνεργασία μετά των στρατευμάτων κατοχής 632. 2) Εξαφανισθέντες και αχθέντες ως όμηροι 428. 3) Βιασμοί γυναικών και κορασίδων 209. 4) Απαγωγές 31. 5) Πυρποληθείσες οικίες 2.332. 7) Αεηλατηθέντα ολοσχερώς χωριά 53. 8) Διαρπαγέντα ζώα. α) Αιγοπρόβατα 37.556. β) Βοοειδή 9.285. γ) Ιπποειδή 4,148. δ) Πουλερικά (ενός μόνο χωριού) 30.000. ε) Κυψέλες 742. Τα ανωτέρω κατώτερα της πραγματικότητος».

Πανστρατιά Τσάμηδων
Εκτός από τα αναρίθμητα εγκλήματα, υπήρξε και η απερίγραπτη τρομοκρατία, που απετέλεσε εξ άλλου και τον τακτικό σκοπό των πρώτων. Όλος ο Μουσουλμανικός πληθυσμός της Θεσπρωτίας από 17 έως 70 ετών είχε εξοπλισθεί από τους Ιταλούς, οι οποίοι στους περισσότερους έδωσαν και στρατιωτικές στολές. Οι Έλληνες κάτοικοι ολοκλήρων περιφερειών και χωριών εγκατέλειψαν τα υπάρχοντα τους στο έλεος των αρπάγων και προσέφυγαν στο εσωτερικό της Ελλάδος για να σωθούν από τα μαρτύρια και τον θάνατο.

Στο Καρτέρι
Τυπικό το παράδειγμα του Καρτερίου, ενός χωριού που οι κάτοικοι του το εξεκένωσαν ομαδικώς, χωρίς να πάρουν τίποτε μαζί τους. Εκεί εισήλασαν οι Μουσουλμάνοι των γύρω χωριών Μαζαρακιάς, Καρτερίου και Συκοχωρίου για το πλιάτσικο. Λεηλάτησαν τα πάντα, έκαψαν ή κατέστρεψαν σπίτια, μπήκαν ακόμη και στην εκκλησιά του χωριού, έσπασαν τα ιερά σκεύη και ερύπαναν και παραμόρφωσαν τις Άγιες Εικόνες.

Στο Μαργαρίτι
Ίδια τύχη περίμενε και το Μαργαρίτι ανήμερα του Μεγάλου Σαββάτου του 1942, που το εγκατέλειψαν πανικόβλητοι οι κάτοικοι, όταν βρέθηκαν κοντά στο χωριό τους τα πτώματα των Γεωργίου Γκέρτσου και Αναστασίου Παπαδιαμάντη οικτρότατα διαμελισμένα και κρεουργημένα σ’ ενα ερημοσπιτο, σκεπασμένα με λίγες πέτρες.
Το αυτό συνέβη και στα χωριά Αγία Μαρίνα, Πλαταριά, Αργυρότοπος, Πέστιανη, Γραικοχώρι και άλλα πολλά.

Προσφυγιά
Οι πρόσφυγες των λεηλατουμένων και καταστρεφομένων χωριών είχαν συγκεντρωθεί στην περιοχή Φαναριού της Πρέβεζας, όπου βρίσκοντας εύφορη γη εργάστηκαν σκληρά και επέζησαν, επιβεβαιώνοντας ακόμη μια φορά τη θαυμαστή ζωτικότητα της Ελληνικής Φυλής.

Χαφιεδισμοί και προβοκάτσιες – Ανθούσα
Εννοείται πως οι Τσάμηδες έβλεπαν με κακό μάτι την επιβίωση των διαφυγόντων θυμάτων τους. Γι αυτό προσπάθησαν μάταια με παντοειδείς ραδιουργίες να παραπείσουν τους Ιταλούς να εξοντώσουν τους πρόσφυγες του Φαναριού, πράγμα που θα το είχαν κατορθώσει, όπως συνέβη σε άλλες περιπτώσεις, όπως του χωριού Ανθούσα – που πραγματικά ανθούσε έως την ημέρα που οι Ιταλοί εισήλασαν εξ αφορμής προβοκάτσιας των Τσάμηδων (οι οποίοι κατέστρεφαν μόνοι κάποιο τηλεφωνικό καλώδιο και «κατήγγειλαν» το γεγονός στους γκλοριόζους στρατιώτες του Μουσολίνι), με αποτέλεσμα την πυρπόληση του χωριού και στυγερά κακουργήματα των Τσάμηδων, που μπήκαν στην Ανθούσα ανήμερα Μεγάλη Παρασκευή του 1943.

Κατά των προσφύγων
Στους Γερμανούς έπιασαν ευκολότερα οι εισηγήσεις των Τσάμηδων κατά των προσφύγων του Φαναριού. Τον Αύγουστο του 1943 Γερμανοϊταλικό απόσπασμα, βαρύτατα εξοπλισμένο, με Τσάμηδες συμπαραστάτες (που εφρόντισαν να φέρουν μαζί τους και υποζύγια για τη μεταφορά του πλιάτσικου) εισόρμησε αιφνιδιαστικά στο Φανάρι. Ο όλεθρος και η καταστροφή που σκόρπισαν οι επιδρομείς, ήταν κάτι ασύλληπτο. Ολόκληρο τον απαίσιο εκείνο Αύγουστο του 1943, το τοπίο περιβαλλόταν από τους καπνούς των μαυρισμένων χαλασμάτων.
Ένα ακόμη παράδειγμα: Ο κακούργος Τσάμης Γιασίν Σαντίκ (μιλήσαμε προηγουμένως γι αυτόν) άρπαξε μια μέρα σε κάποια επιδρομή 170 γιδοπρόβατα, αλλά στον γυρισμό τον βρήκε μια εκδικητική σφαίρα και τον άφησε στον τόπο, κάπου κοντά στο χωριό Μορφάτι. Ο φόνος του κακούργου εξαγρίωσε τους Τσάμηδες της περιοχής. Πεντακόσιοι απ’ αυτούς «εκστράτευσαν» προς την κατεύθυνση όπου εκτελέσθηκε το κάθαρμα Σαντίκ, σκοτώνοντας όποιον Έλληνα συναντούσαν στον τρελό δρόμο τους.

Ένας νεομάρτυς
Μεταξύ άλλων απαντήθηκαν και με τον ιερέα των Σπαθαραίων (ενός χωριού), τον Παπασπυρίδωνα Νούτση. Αμέσως τα καθάρματα τον άρπαξαν και τον διέταξαν, καβαλικεύοντας τον εκ περιτροπής, να τους μεταφέρει σαν υποζύγιο, αφού του φόρεσαν σαμάρι και καπίστρι. Όταν έφθασαν, τον εκτέλεσαν.

Διαπραγματεύσεις με τις Ε.Α.Ο.
Την εποχή εκείνη οι Εθνικές Ανταρτικές Ομάδες του στρατηγού Ζέρβα κατέλαβαν την Παραμυθιά και η Διοίκηση της Μεραρχίας των Ελλήνων ανταρτών πρότεινε στους Μουσουλμάνους της περιφέρειας να καταθέσουν τα όπλα, παρέχοντας εγγυήσεις ζωής, τιμής και περιουσίας στους συμμορφούμενους με τη διαταγή. Στις διαπραγματεύσεις έλαβαν μάλιστα μέρος και δύο λοχαγοί σύνδεσμοι του Συμμαχικού Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, ένας Βρετανός (Σκώτος) και ένας Αμερικανός. Ύστερα από δεκαήμερες ατελέσφορες διαπραγματεύσεις, η Ελληνική αντιπροσωπεία μαζί με τους δύο συνδεσμούς πήγε σ’ ένα συμφωνημένο μέρος και περίμενε επί τέλους την απόφαση των Τσάμηδων. Δεν παρουσιάστηκε όμως κανείς από τους τελευταίους. Μόνον ακούστηκε από μακρυά, με τον τηλεβόα, η απάντηση των κακοποιών: «Η επιτροπή μας ντεν έρχεται. Αν τέλουν αντάρτες, ας βαρέσουν τώρα, που ήρταν κι άλλοι Γκερμανοί στη Γκουμενίτσα».
Κλείνοντας το κεφάλαιο αυτό, παραθέτουμε χαρακτηριστικά την αυθεντική μετάφραση μιας πολύ εύγλωττης διαταγής του αρχιεγκληματία Νουρή Μπέη Ντίνο προς τους Τσάμηδες υποτακτικούς του.
ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΣΑΜΟΥΡΙΑΣ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
Εν συνεχεία των προηγουμένων δοθεισών διαταγών, τονίζομεν υμίν διά την πληρεστέραν εκτέλεσίν των, τα κάτωθι σημεία:
Ι. Το μέτωπον της Τσαμουριάς, απέναντι των δυνάμεων του Ζέρβα, διαιρείται εις τεσσάρας τομείς: α) Άρπιτσα-Μαργαρίτι, β) μαργαρίτι-Κορτέσι, γ) Κορτέσι-Νικολίτσι, δ) Νικολίτσι-Παναγιά.
II. Εις τα μετόπισθεν, τα δεύτερα κέντρα, κανονίζονται κατά τον εξής τρόπον:
Άρπιτσα, Βύλε, Βραχωνά και Γρόκα του Κούτσι, με κέντρον εις την Αρβενίτσαν, Τσούρι, Λιουκράτι, Μαργαρίτι, Βράστοβα, Σμοκοβίνα, Μούρτος, Μορέκ με κέντρον εις το Μασρέκ, Γκλσαποτσάρι, Σαράνι, Σουνοράτι, Σελίτσα, Βρέστα και Γραικοχώρι με κέντρον (έδρα) το Γραικοχώρι, Κορμίτσια, Σεμερίτσια, Κοκάνι… Μπενταλένα, Βρατίνα, Βορνάνια, Σούλεαι και Κάστρου με κέντρον εις την Βορφάνιαν.
III.Εις έκαστον κέντρον των μετόπισθεν θα λειτουργά μία διοίκησις, ήτις θα φροντίζη:
α) Διά την συνεχή αποστολήν τω στρατιωτών εις το μέτωπον.
β) Διά την εκπλήρωσιν των αναγκών των εις το μέτωπον στρατιωτών, και
γ) Διά τας αναγκαίουσας βοηθείας των μεταφερθεισών (μεταναστευσασών) οικογενειών.
IV.Ο Αρχηγός εκάστου Κομιτάτου ασκεί πάσαν εξουσίαν και οιοσδήποτε ένοπλος άνδρας, ευρισκόμενος εις τα
μετόπισθεν, πρέπει να υπάκουη τυφλώς εις τούτον, διαψοροτρόπως θασυλλαμβάνηται, θα αφοπλίζηται και
8α αποστέλλεται εις το Στρατοδικείον,το οποίον έχει απόλυτον δικαιοδοσίαν και δύναται να του επιβάλη την ποινήν του θανάτου.
V.Οι Αρχηγοί των Κομιτάτων είναι υπεύθυνοι διά την περίπτωσιν μη ακριβούς εκτελέσεως των ανωτέρω σημείων.
VI.Εις τον ιερόν τούτον αγώνα της Τσαμουριάς πρέπει να λησμονηθούν αι προσωπικαί φιλίαι, ως και κάθε συγγενικός δεσμός και έκαστος εκ των βραχιόνων υμών να τεθή εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος, της τιμής και της
σωτηρίας της Τσαμουριάς.
VII. Η εκτέλεσις εκάστης διαταγής συνεπάγεται και την πλήρη επιτυχίαν
του σκοπού μας, ενώ αντιθέτως η μη εκτέλεσις συνεπάγεται την καταστρο-
φήν.
Έχομεν αποφασίσει πάση θυσία να επιτύχωμεν.
Ο Διοικητής των Επιχειρήσεων
Δ. ΝΟΥΡΙ ΝΤΙΝΟ Τσαμουριά 10 Ιουλίου 1944

Ιταλική ευαρέσκεια – Γερμανικά παράσημα
Ύστερα από όλα αυτά, καταλαβαίνουμε γιατί η εφημερίδα των Ιταλικών ενόπλων δυνάμεων της Αλβανίας στο φύλλο της 11-2-1941 εξήρε την αφοσίωση των Αλβανών και τη συμβολή τους «στη ματαίωση των Αγγλοελληνικών σχεδίων», εξηγούμε την ονομασία «Γράμμος» ενός από τα Αλβανικά (Τσάμικα) τάγματα που συμπολέμησαν με τους Ιταλούς κατά της Ελλάδος, και δεν παραξενευόμαστε με τις παρασημοφορίες Τσάμηδων των SS., που τους βλέπουμε να καμαρώνουμε ντυμένοι με τη στολή των Waffen S.S. και το τυπικό γερμανικό κράνος πάνω στις αρβανίτικες κεφαλές τους, στα εξώφυλλα των εικονογραφημένων γερμανικών περιοδικών της εποχής εκείνης.
Έως τον Ιανουάριο του 1948 το Ειδικό Δικαστήριο Ιωαννίνων εξέδωσε 1.701 καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος Τσάμηδων για αποτρόπαια εγκλήματα πολέμου και συνεργασία με τον εχθρό, χωρίς με τις καταδίκες αυτές να έχουν εκκαθαρισθεί έως τότε όλες οι δικογραφίες των Τσάμηδων δοσιλόγων και εγκληματιών πολέμου.

VI. Μετά την ήττα του Άξονος
Τον Σεπτέμβριο του 1944 οι Τσάμηδες υπό την προστασία ενόπλων δικών τους και Γερμανών φεύγουν «συν γυναιξί και τέκνοις», φεύγουν προτροπάδην από τη Θεσπρωτία, φοβούμενοι την τιμωρό Νέμεση των εγκλημάτων τους. (Μόνον τριάντα Τσάμηδες έμειναν αμέτοχοι των εγκλημάτων. Σήμερα στην Ελλάδα, στη Θεσπρωτία, ζουν 232 άτομα από αυτούς και απολαύουν όλων των δικαιωμάτων του Έλληνα πολίτη υπό καθεστώς αδιάβλητης ισονομίας και ισοπολιτείας, ο δε μεγαλό-φρων Ελληνικός πληθυσμός δεν επιδεικνύει καμμία απολύτως εχθρότητα απέναντι τους).

Η έξοδος
Απέραντες φάλαγγες, καραβάνια σωστά με υποζύγια και «αραμπάδες» βαρυφορτωμένους, μπήκαν στο αλβανικό έδαφος, καταφύγιο και άσυλο όλων των καθαρμάτων της Βαλκανικής, συναποκομίζοντας και τα προϊόντα της λεηλασίας. Α! Προ παντός το πλιάτσικο! (Η λέξη είναι αρβανίτικη, πασίγνωστη σ’ ολόκληρη τη Χερσόνησο του Αίμου).

VII. Και τώρα;

Σπαχήδες της Κόμινφορμ!
Αντιγράφουμε την ακόλουθη περικοπή από την έκθεση του Έλληνα συνδέσμου στη Βαλκανική Επιτροπή του
ΟΗΕ, όπως δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 14-7-1949:
«Είναι γνωστόν ότι 16-17.000 Τσάμηδες είχον εθελουσίως εγκαταλείψει την Ελλάδα κατά το τέλος του πολέμου και είχον καταφύγει εις την Αλβανίαν εκ φόβου μην κληθούν και δώσουν λόγον προ της Ελληνικής Δικαιοσύνης διά τα εγκλήματα, τα οποία είχον διαπράξει κατά την κατοχήν, εν στενή συνεργασία μετά των Ιταλικών, Αλβανικών και Γερμανικών στρατευμάτων.
»Το πλήθος αυτών των ανθρώπων κατά το διάστημα του Μαρτίου 1949 «προσεκλήθη» να καταταχθή εθελοντικώς εις τους σχηματισμούς των συμμοριτών. Αι Αλβανικαί αρχαί εν τούτοις ήκιστα ικανοποιημένοι από τα πρώτα σχετικά αποτελέσματα, διέταξαν μεταγενεστέρως την υποχρεωτικήν επιστράτευσιν των ανδρών από 17-40 ετών. Ούτω 2-2.200 Τσάμηδες επεστρατεύθησαν μέχρι των αρχών του μηνός Ιουνίου και επτακόσιοι προωθήθησαν εις Ελλάδα διά Κορυτσάς κατά τα τέλη Μαρτίου και αρχάς Απριλίου 1949.
»Επί των 1300, των οποίων η στρατιωτική εκπαίδευσις εξακολουθεί, τα επόμενα στρατόπεδα στεγάζουν περίπου το τρίτον: α) Στρατόπεδον Σίακ 400, β) Στρατόπεδον Αργυροκάστρου 50.
«Δυνάμεθα όθεν να υπολογίσωμεν εις πλέον των 5.700 ανδρών το προϊόν της επιστρατεύσεως, την οποίαν η Αλβανία ηδυνήθη κατά το τελευταίον εξάμηνον να ενεργήση επί του ιδίου της εδάφους, ίνα ενίσχυση τας δυνάμεις των εν Ελλάδι αγωνιζομένων συμμοριτών».
Τον ληστρικό αυτό συρφετό των Τσάμηδων, που μέσα στα κύτταρα τους ζει ακόμη ο αταβισμός πέντε αιώνων προδοσίας, χαμερπούς υλισμού και εγκληματικότητος, οργανώνει η Κόμινφορμ σε ένοπλα στίφη, εντασσόμενα είτε στον «στρατό» του ακκιζομένου ερυθρού δικτατορίσκου της Αλβανίας Εμβέρ Χότζα, είτε στις ληστοσυμμορίες του ΚΚΕ, μαζί με διεθνή αποβράσματα και κάθε λογής καθάρματα «για να απελευθερώσουν την Ελλάδα από τον μοναρχοφασισμό και την Αμερικανοκρατία».

(1949)
_____________________________________________________________________________________________________

Ένα πολύ καλό βιβλίο για το θέμα των Τσάμηδων είναι και της Ελευθερίας Μαντά.
Ελευθερία Μαντά, Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου (1923-2000),
Θεσσαλονίκη 2004., εκδ. Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου

Το παρακάτω άρθρο είναι από το ομογενειακό σαιτ patrida.gr αφιερωμένο στο αναφερθέν βιβλίο.

1. Εισαγωγή

Η παρουσία των Αλβανών Τσάμηδων στην Ήπειρο του α΄ μισού του 20ού αιώνα παραμένει ένα από τα λιγότερο γνωστά θέματα του παρελθόντος, ένα θέμα που για αρκετές δεκαετίες αγνοήθηκε από την ιστοριογραφία και παρέμεινε στο περιθώριο, ενώ η ενασχόληση μ΄αυτό κινήθηκε στη δεκαετία του 1990 στα όρια της προπαγάνδας και του σωβινισμού από την αλβανική πλευρά. Η μελέτη που αποτελεί μία προσπάθεια ανασύνθεσης του παρελθόντος γύρω από το θέμα, είναι το αποτέλεσμα έρευνας στην Ελλάδα και το εξωτερικό και στηρίζεται αρχειακό υλικό -από έξι χώρες και δέκα αρχειακές συλλογές-, που για πρώτη φορά γίνεται γνωστό στο ελληνικό κοινό.

2. Το ζήτημα των Τσάμηδων και της Τσαμουριάς

Τσαμουριά ονομάζεται η περιοχή εκείνη της Ηπείρου, που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στις εκβολές του ποταμού Αχέροντα και μέχρι το Βουθρωτό και ανατολικά μέχρι τους πρόποδες του όρους Ολύτσικας (Τόμαρος). Η περιοχή ταυτίζεται με τη Θεσπρωτία[1] και ένα μικρό της τμήμα ανήκει σήμερα στην Αλβανία με κέντρο την κωμόπολη Κονίσπολη.

Για την προέλευση της ονομασίας υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η περισσότερο ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα φαίνεται να είναι η εκδοχή που κάνει λόγο για παραφθορά του ονόματος του ποταμού Θύαμις (Καλαμάς), με παραφθορά του με την πάροδο του χρόνου: Θύαμις, Θυάμις, Τσ(ι)άμης, δηλ. ο κάτοικος που βρίσκεται κοντά στον Θύαμη ποταμό, την Θυαμυρία, την Τσ(ι)αμουριά.

Στο ελληνικό τμήμα της Τσαμουριάς ζούσαν το 1923 20.319 μουσουλμάνοι που είχαν την αλβανική ως μητρική γλώσσα. Για την καταγωγή των Τσάμηδων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Ορισμένοι ερευνητές τους προσμετρούν σε εκείνους, που τον 17ο αιώνα, λόγω της αποτυχίας της επανάστασης του 1611 που προσπάθησε να υποκινήσει ο Μητροπολίτης Διονύσιος ο επονομαζόμενος από τους Οθωμανούς Σκυλόσοφος, ασπάσθηκαν το Ισλάμ. Άλλοι θεωρούν τη γλώσσα ως στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της αλβανικής καταγωγής των Τσάμηδων. Μετά την ίδρυση του αλβανικού κράτους το 1913 και κυρίως στη δεκαετία του 1920, οι Τσάμηδες κατέστησαν σημείο αναφοράς για την αλβανική πλευρά, η οποία άρχισε να καταβάλει κάθε προσπάθεια για να δημιουργήσει ζήτημα.

Στις διατάξεις της συνθήκης της Λωζάννης (24.7.1923) δεν γίνεται λόγος για Έλληνες και Τούρκους, αλλά για Μουσουλμάνους και Χριστιανούς. Θα έπρεπε τότε όλοι οι μουσουλμάνοι, μεταξύ των οποίων και οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες, να ανταλλαγούν με τους Έλληνες. Όμως οι Τσάμηδες οι οποίοι ήταν περίπου 20000 εξαιρέθηκαν[2]. Η ειδική αυτή ρύθμιση ήταν το αποτέλεσμα μιας πρωτοβουλίας με πρωταγωνιστές τον Υπουργό Εξωτερικών της Αλβανίας P. Evangelji και τον εκπρόσωπο της αλβανικής Αντιπροσωπείας στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ), B. Blishinti, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και ο επικεφαλής της ιταλικής Αντιπροσωπείας G. Montagna, ο οποίος πρότεινε να παραμείνουν οι Τσάμηδες στην Ελλάδα[3].

Μια άλλη πτυχή αυτού του ζητήματος συνιστούν οι περιουσίες των Τσάμηδων. Ένα τμήμα των περιουσιών κατασχέθηκε με βάση τη Συνθήκη της Λωζάννης και ύστερα από συμφωνία με τους ιδιοκτήτες για να καλυφθούν οι ανάγκες των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν την Ήπειρο, ωστόσο το ζήτημα επανήλθε πολλές φορές στην επικαιρότητα με τις ενέργειες των Αλβανών και τις αντίστοιχες του Βενιζέλου[4], όπως και πριν από την εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1940. Αυτή η δεύτερη φάση του ζητήματος των Τσάμηδων, που τελείωσε το 1944 αποτελεί ένα περίπλοκο θέμα. Είναι γεγονός, ότι οι Τσάμηδες αισθανόμενοι αδικημένοι με την εξέλιξη του θέματος των περιουσιών τους οδηγήθηκαν και στο να συνεργασθούν με τους Ιταλούς και τους Γερμανούς. Τον Ιούλιο του 1942, υπό την καθοδήγηση του J. Dino γαμπρού του αλβανού Πρωθυπουργού S. Verlatsi, οι Τσάμηδες συγκροτούν την K.S.I.L.I.A. («Αλβανικό Σύστημα Πολιτικής Διοικήσεως») με 14 Τάγματα έχοντας ως κύριο στόχο τους την εξολόθρευση του ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή της Θεσπρωτίας, Μετά τη συνθηκολόγηση των Ιταλών το 1943, οι Τσάμηδες πέρασαν στο στρατόπεδο των Γερμανών. Στα Ιωάννινα οργανώθηκε ένα ειδικό στρατιωτικό τμήμα των Τσάμηδων με γερμανικές στολές. Στη εφημερίδα των Τιράνων «Bashkimi i Kombit» στις 14.3.1944 δημοσιεύθηκαν οι κοινές ενέργειες των Τσάμηδων με τους Ναζί το Φεβρουάριο του 1944, που είχαν ως τραγικό αποτέλεσμα την πυρπόληση 25.000 σπιτιών και τη δημιουργία 100.000 προσφύγων. Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, οι Τσάμηδες συναισθανόμενοι τις συνέπειες από την συμπεριφορά τους στη διάρκεια της κατοχής, αναζήτησαν προστασία στην Αλβανία, και 18.000 άτομα, εγκατέλειψαν την Ελλάδα[5], ενώ με βάση τα στοιχεία της απογραφής της 7/4/1951, είχαν παραμείνει στην Ελλάδα 123 Τσάμηδες. Στη συνέχεια οι Τσάμηδες κατηγορήθηκαν για αξιόποινες πράξεις και για συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Το Ειδικό Δικαστήριο Δωσίλογων των Ιωαννίνων, εκδίδει μέχρι το 1948, χίλιες επτακόσιες και πλέον καταδικαστικές αποφάσεις εις βάρος των Τσάμηδων, με ποινή για πολλούς εξ’ αυτών το θάνατο.

Στη συνέχεια πραγματοποιήθηκε η απαλλοτρίωση και διανομή των περιουσιών των Τσάμηδων η οποία επεβλήθη από την ανάγκη εποικισμού των περιοχών, ενώ υλοποιήθηκε και η διαδικασία για την αφαίρεση της ιθαγένειας. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της Αλβανίας από τους Χότζα και Αλία το ζήτημα των Τσάμηδων πέρασε ουσιαστικά στο περιθώριο. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ο Χότζα αντιμετώπισε στην αρχή τους Τσάμηδες που κατέφυγαν στην Αλβανία με δυσπιστία, αφού θεωρήθηκαν συνεργάτες των Ιταλών και γι΄ αυτό ένα μέρος τους μετακινήθηκε προς τα βόρεια της χώρας, στο Δυρράχιο, στο Φίερι και την Αυλώνα. Μετά από όλο αυτό το διάστημα της σιωπής γύρω από τους Τσάμηδες, με την πτώση του κομμουνισμού στην Αλβανία το 1991, το ζήτημά τους επανήλθε στην επικαιρότητα και παραμένει ένα ζήτημα που ανακύπτει μετά σε κάθε φάση έντασης στις σχέσεις Ελλάδας- Αλβανίας[6].

3. Συμπερασματικά

Κεντρική θέση στην έρευνα της Μαντά κατέχουν οι προϋποθέσεις και οι όροι υπό τους οποίους οι Αλβανοί Τσάμηδες εντάχθηκαν στο ελληνικό κράτος, μετά το 1923 και τη συνθήκη περί ανταλλαγής των πληθυσμών, οι συνθήκες διαβίωσης και τα προβλήματα που προέκυψαν κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και, βέβαια, η κορύφωση του ζητήματος που συντελέστηκε με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και τη ναζιστική κατοχή της Ελλάδας και που οδήγησε στην έξοδό τους από την Ελλάδα και την εγκατάστασή τους στην Αλβανία. Το βιβλίο κλείνει με μια σύντομη αναφορά στις προσπάθειες ανακίνησης του θέματος που έγιναν από αλβανικής πλευράς τις δύο τελευταίες δεκαετίες, μετά την πτώση του καθεστώτος Χότζα **** Αλία στη Αλβανία.

Φάνης Μαλκίδης

Από το e-istoria.com

Οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο