Ένας 2300 ετών ταφικός θάλαμος της «Ελληνιστικής» Ελληνικής  περιόδου βρέθηκε σε ένα εργοτάξιο στην Αμισό (Σαμψούντα) στον Πόντο της Μ. Ασίας .

Ένα  μνήμα ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια ενός εξωραϊσμού για τις υπάρχουσες εκεί ανασκαφές  που διεξάγονται στη Σαμψούντα (Αμισός) από το Μουσείο Αρχαιολογίας και Εθνογραφίας, στα πλαίσια λοιπόν αυτών των εργασιών βρέθηκε ελληνικός τάφος της εποχής των λεγομένων «ελληνιστικών» ετών που συναντάμε σε όλη την τότε Ελληνική επικράτεια .



Ο θάλαμος βρίσκεται σε ένα αρχαιολογικό χώρο στην περιοχή του Toptepe.Τα τοιχώματα του έγιναν με εργασία τοιχοποιίας από τεμάχια  φυσικής πέτρας , έχει διάδρομο, ο ονομαζόμενος  «δρόμος» και έχει 12 μέτρα μήκος. Το τόξο της οροφής  του διάδρομου έχει ύψος περίπου 2,8 μ. και το πλάτος του διαδρόμου είναι 2,5 μέτρα.

Ο Δήμαρχος της περιοχής είπε ότι η Σαμψούντα (Αμισός) ήταν μια πόλη με εξέχουσα θέση στην αρχαιότητα. «Αυτή η ανακάλυψη θα κάνει το Έργο μας εδώ να έχει ακόμη περισσότερο νόημα»

Η  Αμισός, ιδρύθηκε  μεταξύ των ετών 760-750 π.Χ. από τους Μιλήσιους και ακμάζει χάρη στο εμπόριο και τον ελληνικό πολιτισμό  για πολλούς αιώνες.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Η Αμισός ήταν ελληνική πόλη και λιμάνι του Πόντου. Βρισκόταν στις ακτές της Μαύρης θάλασσας, στο δέλτα των ποταμών Άλυος και Ίριδος. Έχει ταυτιστεί με τα ερείπια ενός αρχαίου οικισμού ΒΔ της σύγχρονης πόλης Σαμψούντας (Samsun). Η θέση τησ ήταν ιδιαίτερα προνομιακή, αφού η εδαφική της διαμόρφωση ευνοούσε τον ελλιμενισμό μεγάλων εμπορικών πλοίων, γεγονός το οποίο κατέστησε σταδιακά την πόλη ακμάζον λιμάνι. Η Αμισός γειτνίαζε και με τον πολυσύχναστο εμπορικό δρόμο που συνέδεε τις ακτές με την ενδοχώρα του Πόντου και την Καππαδοκία. Όπως είναι φυσικό, οι δύο αυτές παράμετροι έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πόλης σε μείζον εμπορικό κέντρο του αρχαίου κόσμου.

Οι αρχαίες πηγές πιστοποιούν ότι η Αμισός ήταν η δεύτερη σε ισχύ πόλη στην περιοχή μετά τη γειτονική της Σινώπη.1 Ενδεικτική της σπουδαιότητάς της είναι η περιγραφή του γεωγράφου Στράβωνα, ο οποίος την αποκαλεί «αξιολογώτατη» πόλη. Ο χαρακτηρισμός αυτός απαντά και σε μεταγενέστερες πηγές, στοιχείο που αποδεικνύει ότι η πόλη διατήρησε αναλλοίωτη τη σημασία της και στη Βυζαντινή περίοδο.2 Το ελληνικό στοιχείο ήταν ιδιαίτερα έντονο στη γύρω περιοχή. Πέραν της Σινώπης εκεί βρίσκονταν και άλλες ακμάζουσες ελληνικές αποικίες, όπως η Ηράκλεια και η Τραπεζούντα.
Η αρχαία, ρωμαϊκή και βυζαντινή πόλη βρίσκονταν σε ένα μεγάλο ακρωτήριο ΒΔ της σύγχρονης πόλης. Σήμερα ο χώρος αποτελεί στρατιωτική ζώνη και η πρόσβαση απαγορεύεται.

Η περιοχή διαθέτει πρόσβαση από νότια, η οποία ήταν πολύ εύκολο να προστατευτεί σε περίπτωση επίθεσης. Το 19ο μάλιστα αιώνα σώζονταν τα ερείπια των τειχών της Ελληνιστικής περιόδου και ημικυκλικών πύργων στην ακρόπολη, καθώς και ένας ναός με κίονες και ανάγλυφη διακόσμηση. Αναφέρεται επίσης ότι διάσπαρτα ερείπια της αρχαίας πόλης εκτείνονταν στην ενδοχώρα σε έκταση 1 χλμ.

Τα ερείπια που σώζονται σήμερα είναι ελάχιστα, ενώ οι υπάρχουσες επιγραφές δεν επαρκούν για την ταύτιση των αρχαίων οικοδομημάτων. Σώζονται μόνο κάποιες υπόγειες δεξαμενές, καθώς και λαξευτοί τάφοι, ενώ ένα αξιόλογο ενεπίγραφο ψηφιδωτό με τη Θέτιδα και τον Αχιλλέα που βρέθηκε εκεί έχει μεταφερθεί στο μουσείο της Σαμψούντας. Το αρχαίο αγκυροβόλιο της πόλης βρισκόταν βόρεια από το σύγχρονο και προστατευόταν από δύο μόλους.

Διαβάστε εδώ: Μυκηναϊκά ευρήματα στα παράλια του Εύξεινου Πόντου

Ο Βυζαντινός Πόντος

Έλληνες και άλλοι λαοί στον Ανατολικό Εύξεινο Πόντο