Οι «Κουλούρες» των μινωικών «ανακτόρων». Απορριμματικοί λάκκοι ή τελετουργικοί αποθέτες;

Το «ανάκτορο» των Μαλίων βρίσκεται στο χαμηλό βραχώδες έξαρμα μιας μικρής παράκτιας πεδιάδας, στους πρόποδες της Σελένας. Η περίβλεπτη θέση του εξασφάλιζε την επικοινωνία με την εύφορη κρητική ενδοχώρα και τους τότε θαλάσσιους εμπορικούς δρόμους, αφού ακριβώς βόρεια υπήρχε ένα σημαντικό, κατά την Εποχή του Χαλκού, φυσικό λιμάνι. Οι συνοικίες της τειχισμένης μινωικής πόλης, το όνομα της οποίας δεν ταυτίζεται με ασφάλεια, εκτείνονται σε μικρή απόσταση από το «ανάκτορο», ενώ οι νεκροπόλεις εντοπίζονται βορειότερα, κοντά στην ακτή. Το πρώτο «ανάκτορο» ιδρύεται γύρω στο 1900 π.Χ. σε θέση με παλαιότερα οικιστικά υπολείμματα και έχει διάρκεια ζωής περίπου δύο αιώνων. Το νέο «ανάκτορο» χτίζεται γύρω στο 1650 π.Χ. πάνω στα ερείπια του παλαιού, ακολουθώντας, σε γενικές γραμμές, την κάτοψή του, ενώ έπειτα από την καταστροφή του, γύρω στο 1450 π.Χ., ακολουθεί μικρή περίοδος ανακατάληψης (Driessen 2010β, Αποστολάκου χ.χ.).


Η «Οικία Έψιλον» («Maison Epsilon»), γνωστή και ως «Μικρό Ανάκτορο» (εικ. 1), αποτελεί μία από τις τρεις οικίες της λεγόμενης «Συνοικίας Έψιλον» («Quartier Epsilon»), οι οποίες ξεχωρίζουν για το μέγεθος και την εκλεπτυσμένη, εφάμιλλη του νέου «ανακτόρου», αρχιτεκτονική τους (Bradfer-Burdet 2005, σ. 39-40 με συγκεντρωμένη βιβλιογραφία, Driessen 2010β, σ. 564). Μάλιστα ο Driessen αναρωτιέται μήπως αντικατέστησαν ακόμη και το ίδιο το «ανάκτορο» κατά τη διάρκεια της (ανα)κατασκευής του (Driessen 2010β, σ. 564). Η ανίδρυση της «Συνοικίας Έψιλον» τοποθετείται στη ΜΜ ΙΙΙ και η οριστική εγκατάλειψή της, έπειτα από σειρά καταστροφών μικρής κλίμακας και αντίστοιχων μετασκευών, στην ΥΜ ΙΙΙΒ (Bradfer-Burdet 2005, σ. 39-40 με συγκεντρωμένη βιβλιογραφία, Driessen 2010β, σ. 564).

Στο δυτικό τμήμα του «Δωματίου 37» της «Οικίας Έψιλον», που έχει πρόσβαση, μέσω κλίμακας ή κεκλιμένου επιπέδου, από την «Οδό 1» («Rue 1»), αποκαλύφθηκε κτιστός επικονιαμένος λάκκος −«κουλούρα»− με διάμετρο 2,50 μ. και βάθος 0,75 μ. (Bradfer-Burdet 2005, σ. 40). Οι ανασκαφείς τον χαρακτηρίζουν ως απορριμματικό, υπογραμμίζοντας ότι περιείχε πλήθος από ακέραια και θραυσμένα άωτα κωνικά κύπελλα, η πλειονότητα των οποίων ανάγεται στη ΜΜ ΙΙΙ-ΥΜ ΙΑ περίοδο (Deshayes/Dessenne 1959, σ. 109, Bradfer-Burdet 2005, σ. 40). Με την ερμηνεία αυτή φαίνεται να συμφωνεί και η Bradfer-Burdet (2005), συμπληρώνοντας ότι η συγκεκριμένη «κουλούρα» (εικ. 2-3) θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί αρχικά ακόμη και ως σιταποθήκη όπως οι υπέργειες κυκλικές κατασκευές στο «ανάκτορο». Ο Driessen πάλι την παραλληλίζει με τον «τελετουργικό» ΥΜ ΙΑ αποθέτη στα Νοπήγεια Κισάμου (Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 1991-1993, 2011, Hamilakis/Harris 2011, Παπαδάκη 2014, σ. 199-212, Χαμηλάκης 2015, σ. 202-207), θεωρώντας ότι το περιεχόμενό της σχετίζεται με συμποτικές εκδηλώσεις συλλογικής μνήμης αποτελώντας απτή μαρτυρία της μακράς «βιογραφίας» της «Οικίας Έψιλον» (Driessen 2010α, σ. 50-51). Την άποψη αυτή, που συνδέει τη συγκεκριμένη «κουλούρα» με τη διαδικασία «παραγωγής “μνημονικής μαρτυρίας” επιτόπου» (Χαμηλάκης 2015, σ. 203), κατά την άποψή μας, ενισχύουν:

  1. Η παρουσία των ακέραιων αγγείων πόσης, η ύπαρξη κονιάματος στα τοιχώματα της «κουλούρας» και η χωροθέτησή της εντός των ορίων του δομημένου χώρου, και δη σε περίβλεπτο σημείο του, στοιχεία που δεν συνάδουν με πρακτικές απλής απόρριψης «πεπτωκότων» προϊόντων. Η εύρεση και θραυσμένων αγγείων θα μπορούσε να ερμηνευτεί στο πλαίσιο της σκόπιμης, πιθανόν τελετουργικής, καταστροφής τους (Rehak 1994, Χαμηλάκης 2015, σ. 207-209, Harrell/Driessen 2015).
  2. Ο μονόπλευρος χαρακτήρας της κεραμικής στο εσωτερικό της «κουλούρας», που περιλαμβάνει κυρίως αγγεία πόσης, πράγμα σύνηθες στους αποθέτες με κατάλοιπα συμποτικών συγκεντρώσεων, με χαρακτηριστικότερο, πράγματι, παράδειγμα αυτόν στα Νοπήγεια (εικ. 4) ο οποίος, μεταξύ άλλων, απέδωσε πλήθος απλών, ομοιόμορφων άωτων κωνικών κυπέλλων (Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2011, Παπαδάκη 2014, σ. 199-212, Χαμηλάκης 2015, σ. 203-204) (σημ. 1).

Οι παραπάνω προβληματισμοί αναφορικά με την «κουλούρα» στην «Οικία Έψιλον» εγγράφονται στο ζήτημα της λειτουργίας των κυκλικών σκαμμάτων με λιθόκτιστα τοιχώματα (Ζώης 1997, σ. 151) στις πρώιμες δυτικές αυλές των τριών από τα μέχρι σήμερα γνωστά μινωικά «ανάκτορα», της Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων (εικ. 5). Όπως επισημαίνει ο Ζώης, οι βιβλιογραφικές περιπέτειες των συγκεκριμένων δομών δεν είναι λίγες, δεδομένης της προσπάθειας κατανόησής τους υπό το πρίσμα μίας και μόνο καθολικής ερμηνείας (Ζώης 1997, σ. 151). Μήπως, όμως, κάθε περίπτωση είναι διαφορετική παρά τις, ενδεχομένως φαινομενικές, ομοιότητες;

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υπέργειες, επικονιαμένες, με κεντρικό πεσσό «κουλούρες» στη νοτιοδυτική γωνία του «ανακτόρου» των Μαλίων διαφέρουν προπάντων ως προς την αρχιτεκτονική, τη χρονολόγηση και πιθανόν τη λειτουργία από αυτές των «ανακτόρων» στην Κνωσό και τη Φαιστό (βλ. σχετικά Strasser 1997, σ. 78-79 με συγκεντρωμένη βιβλιογραφία, Bradfer-Burdet 2005, σ. 43-47). Οι περισσότεροι, εξάλλου, μελετητές συμφωνούν ως προς το ότι οι κατασκευαστικές προδιαγραφές τους ανταποκρίνονται καλύτερα στη θεωρία που τις θέλει σιρούς (Pelon 1980, σ. 221-226, Strasser 1997, σ. 78-79, Bradfer-Burdet 2005, σ. 43-47). Η ίδια αυτή ερμηνεία, ωστόσο, προτείνεται και για τις πρωιμότερες, υπόγειες, πιθανόν ανοιχτές και κυρίως μη στεγανές κυκλικές κατασκευές στην Κνωσό και τη Φαιστό, αποτελώντας μάλιστα τη θεωρητική αφετηρία διαφόρων οικονομικών μοντέλων (Branigan 1987β, σ. 247-249) που, όμως, αμφισβητούνται κατά καιρούς (Strasser 1997, Hitchcock 2000, σ. 64). Το ίδιο, ωστόσο, ισχύει και για τις υπόλοιπες ερμηνείες, οι οποίες, για περισσότερο από έναν αιώνα, εξαντλούνται στο να «ανακυκλώνουν» αφενός την καθημερινή-πρακτική και αφετέρου την τελετουργική-θρησκευτική διάσταση της λειτουργίας των αινιγματικών αυτών κατασκευών, τη στιγμή που τα αντίστοιχα ανασκαφικά δεδομένα παραμένουν σχεδόν στο σύνολό τους αδημοσίευτα (εικ. 6).

Έτσι, από την εποχή που ο Evans (1935, σ. 61-66) χαρακτήρισε τις «κουλούρες» της Κνωσού ως τυφλά φρέατα-ταμιευτήρες επιφανειακών υδάτων ή χώρους συγκέντρωσης των απορριμμάτων από μικρότερους σωρούς εσωτερικά και εξωτερικά του «ανακτόρου», οι περισσότεροι μελετητές αποδέχονται τη χρήση των συγκεκριμένων κατασκευών ως δεξαμενών ή σιρών (βλ. μεταξύ άλλων Marinatos/Hirmer 1960, σ. 64, Hood 1961, σ. 223, Chapouthier/Demargne 1962, σ. 17-19, 38, Graham 1962, σ. 44, Cadogan 1976, σ. 53, 112, Pelon 1980, σ. 221-226, Branigan 1987β, σ. 248 και 1988, σ. 64-66, Marinatos 1987, σ. 136-137, Moody 1987, σ. 236, Warren 1987, σ. 50, Wiener 1991, σ. 332). Παράλληλα με την κυρίαρχη ερμηνεία τους ως σιρών, που έχει ανασκευαστεί, με πειστικά, κατά τη γνώμη μας, επιχειρήματα, κυρίως από τον Strasser (1997, για μια πρόσφατη διαπραγμάτευση του θέματος βλ. Christakis 2011, σ. 199), ο Αλεξίου υποστήριξε την πιθανή λειτουργία τους ως «ιερών αποθετών», όπου «ἑρρίπτοντο τελικῶς τά κενά ἀγγεία και τά ἄλλα ὑπολείμματα τῶν προσφορῶν πού ἐγίνοντο εἰς τά ἱερά τοῦ ἀνακτόρου» (Αλεξίου 1983, σ. 159-160), θεωρώντας κάθε άλλο παρά τυχαία την εγγύτητα των «κουλουρών» της Κνωσού με τους βωμούς της Δυτικής αυλής, καθώς επίσης την εύρεση στο εσωτερικό ορισμένων από αυτές οστών ζώων και τεμαχίων από τράπεζες προσφορών από πηλό ή κονίαμα (Αλεξίου 1983, σ. 159, βλ. και Marinatos 1987, σ. 135 σημ. 9). Ο Preziosi πάλι, στηριζόμενος κυρίως σε εικονογραφικές μαρτυρίες, όπως η τοιχογραφία του «Ιερού Άλσους», υποθέτει ότι οι κυκλικές αυτές κατασκευές χρησίμευαν στην ανάπτυξη δέντρων που χρησίμευαν και ως ανεμοφράκτες (Preziosi 1983, σ. 85). Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Carinci συσχετίζει τη χωροθέτηση των «κουλουρών» με τους τελετουργικούς «πομπικούς δρόμους» των δυτικών αυλών και τις όμορές τους «θεατρικές περιοχές», τονίζοντας ότι η παρουσία των διατεταγμένων στις «κουλούρες» δέντρων θα ενδυνάμωνε, τουλάχιστον στην περίπτωση του «ανακτόρου» της Φαιστού, τον πιθανό συμβολικό ρόλο όμορων δομών (δεξαμενή, εστία) που συνδέονται με τη λατρεία των στοιχείων της Φύσης (Carinci 2001).

Ιδιαίτερο, τέλος, ενδιαφέρον έχει η πρόταση της Λίπα (2007, σ. 242-250) η οποία επανεξετάζει την τελετουργική λειτουργία των «κουλουρών» σε σχέση με τα αρχαιοελληνικά «μέγαρα» και «θεσμοφόρια» (εικ. 7), σημειώνοντας ότι οι δυτικές αυλές των «ανακτόρων» ήταν υπαίθριοι τελετουργικοί χώροι και μεταβατικές περιοχές ελεγχόμενης δημόσιας δραστηριότητας ανάμεσα σε αυτά και την πόλη (Λίπα 2007, σ. 246 με συγκεντρωμένη βιβλιογραφία). Η ίδια παραλληλίζει τη θραυσμένη κεραμική στις «κουλούρες» με την τελετουργική καταστροφή των αγγείων οινοποσίας κατά τις εορτές των Μυστηρίων, ενώ ενισχύει το ερμηνευτικό της πλαίσιο και με εθνογραφικά παραδείγματα (Λίπα 2007, σ. 245-249 με συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

Υπάρχουν, πράγματι, παραδείγματα «θεσμοφορίων»,με χαρακτηριστικότερο αυτό στην Πέλλα (εικ. 7), που αντιστοιχούν σε υπόγεια, κτιστά, κυκλικά, ενίοτε επικονιαμένα και βαμμένα με λευκό χρώμα σκάμματα, στα όρια πόλεων ή αμέσως έξω από τα τείχη τους καισε άμεση γειτνίαση με κατασκευές λατρευτικού χαρακτήρα, όπως ναούς, περιβόλους και βωμούς (Λιλιμπάκη-Ακαμάτη 1996, σ. 19 και σημ. 5, σ. 22, 25 και σημ. 24-28 με παράθεση παραδειγμάτων και σχετική βιβλιογραφία, σ. 26, 104). Ενίοτε δε περιέχουν στρώσεις από χώμα, αργούς λίθους, οστά ζώων και θραυσμένα χρηστικά κεραμικά (Λιλιμπάκη-Ακαμάτη 1996, σ. 23-24, 105), συνθέτοντας μία ανασκαφική εικόνα που θυμίζει όσα αναφέρει ο Evans για τις αστρωματογράφητες επιχώσεις γης, αργών λίθων και θραυσμένης κεραμικής που εντόπισε στη δεύτερη από τις «κουλούρες» της Κνωσού και χαρακτήρισε ως «απορρίψεις» (Ζώης 1997, σ. 151-157). Αξίζει να σημειωθεί ότι και ο Macdonald (2005, σ. 45) συνδέει τις «κουλούρες» της Κνωσού με τελετές που σχετίζονται με τη συγκομιδή (βλ. και Μαρθάρη 2008). Το συγκεκριμένο ερμηνευτικό πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη τον γονιμικό χαρακτήρα της μινωικής θρησκείας. Θα μπορούσε άραγε η παρουσία των πολυάριθμων άωτων κωνικών κυπέλλων στην «κουλούρα» της «Οικίας Έψιλον» στα Μάλια να ερμηνευτεί κάτω από αυτό το πρίσμα;

Σε κάθε περίπτωση, οι «κουλούρες» παραμένουν ένα ανοιχτό προς διερεύνηση ζήτημα και, μέχρι την πλήρη δημοσίευση και συγκριτική μελέτη του περιεχομένου και της αρχιτεκτονικής τους καμιά προτεινόμενη ερμηνεία δεν μπορεί ούτε να γίνει πλήρως αποδεκτή αλλά ούτε και να απορριφθεί.

 

Χριστίνα Παπαδάκη

Αρχαιολόγος

 

Ευχαριστίες

Το παρόν άρθρο αποτελεί σύνοψη σχετικού κεφαλαίου της διδακτορικής μου διατριβής με θέμα «Αποθέτες κεραμεικής: εννοιολογικός προσδιορισμός, τρόποι σχηματισμού, τυπολογία και σημασία για τη λειτουργία της ζωής των κοινοτήτων κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. στην Κρήτη». Ευχαριστώ θερμά τον καθηγητή μου Λευτέρη Πλάτωνα για την πολύτιμη βοήθειά του σε όλα τα στάδια της έρευνας. Επίσης, τον Κλεάνθη Σιδηρόπουλο για τις παρατηρήσεις του, την Αθανασία Κάντα για τις πάντα ενδιαφέρουσες συζητήσεις μας και τον Αντώνη Βασιλάκη για την παραχώρηση εικονογραφικού υλικού από το βιβλίο του για την Κνωσό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο Χαμηλάκης σημειώνει ότι τα κύπελλα του αποθέτη στα Νοπήγεια «δεν ήταν οι υλικές μεταφορές της κοινωνικότητας και της συλλογικότητας αλλά μάλλον ενσάρκωναν σε υλική μορφή μια έννοια κοινωνικής διασωματικότητας. Η πόση ιδιαίτερα επιτελούνταν ως πράξη συλλογικής εξατομίκευσης μέσα στο ευρύτερο σωματικό τοπίο»(Χαμηλάκης 2015, σ. 205). Είναι δε χαρακτηριστικό ότι το φαινόμενο της θησαύρισης συμποτικών καταλοίπων σε λάκκους απαντά σε διάφορους ευρωπαϊκούς πολιτισμούς των προϊστορικών αλλά και ιστορικών χρόνων (βλ. σχετικά Pitts 2005 με συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Αλεξίου 1983: Αλεξίου Στ., Μινωικός Πολιτισμός, Υιοί Σπ. Αλεξίου, Ηράκλειον 1983.
  • Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 1991-1993: Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ., «Αρχαιολογικές ειδήσεις 1989/91. Νομός Χανίων», Κρητική Εστία τ. 4 (1991/1993), σ. 199-234.
  • Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη 2011: Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ., «Μαρτυρίες για τελετουργικές αποθέσεις των νεοανακτορικών χρόνων στη δυτική Κρήτη», στο Καψωμένος Ε.Γ./Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ./Ανδριανάκης Μ., Πεπραγμένα του Ι Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά 2006 (2011), σ. 211-224.
  • Αποστολάκου χ.χ.: Αποστολάκου Β., Μάλια, στο http://odysseus.culture.gr (επίσκεψη στις 20/7/2016).
  • Βασιλάκης χ.χ.: Βασιλάκης Α., Κνωσός, Αδάμ, Αθήνα χ.χ.
  • Bradfer-Burdet 2005: Bradfer-Burdet I., «Une kouloura dans le “petit palais” de Malia», στο Bradfer-Burdet I./Detournay B./Laffineur R., ΚρήςΤεχνίτης. L’artisan crétois. Recueil d’articles en honneur de Jean-Claude Poursat, publié à l’occasion des 40 ans de la découverte du Quartier Mu, Aegeum 26, Université de Liège, Liège 2005, σ. 39-50.
  • Branigan 1987α: Branigan K., «Ritual interference with human bones in the Messara tholoi», στο Laffineur R. (επιμ.), Thanatos: les coutûmes funéraires en Égée à l’ȃge du bronze. Actes du colloque de Liège, 21-23 avril 1986. Histoire de l’art et archeology de la Grèce antique, Universitè de Liège, Liège 1987, σ. 43-51.
  • Branigan 1987β: Branigan K., «The economic role of the first palaces», στο Hägg R./Marinatos N. (επιμ.), The function of the Minoan Palaces, σ. 245-249, Swedish Institute in Athens, Stockholm 1987.
  • Branigan 1988: Branigan K., «Some observations on state formation in Crete», στο French E./Wardle K. (επιμ.), Problems in Greek prehistory, σ. 63-71, Bristol Classical Press, Bristol 1988.
  • Cadogan 1976: Cadogan G., The palaces of Crete, Book Club Associates, London and New York 1976.
  • Carinci 2001: Carinci F.M., «Per una diversa interpretazione delle kulure nei cortile occidentali dei palazzo minoici», Creta Antica 2 (2001), σ. 39-56.
  • Chapouthier/Demargne 1962: Chapouthier F./Demargne P., Fouilles exécutées à Mallia IV: Exploration du palais. Etudes Crétoises 12, P. Geuthner, Paris 1962.
  • Christakis 2011: Christakis C.S., «Redistribution in Aegean palatial societies. Redistribution and political economies in Bronze Age Crete», American Journal of Archaeology 115 (2011), σ. 197-205.
  • Deshayes/Dessenne 1959: Deshayes J./Dessenne A., Fouilles exécutées à Mallia: Exploration des maisons et quartiers d’habitation 2. Etudes Crétoises 9, P. Geuthner, Paris 1959.
  • Driessen 2010α: Driessen J., «Spirit of Place. Minoan Houses as Major Actors», στο Pullen D.J. (επιμ.), Political Economies of the Aegean Bronze Age, Oxford 2010, σ. 35-65.
  • Driessen 2010β: Driessen J., «Malia», στο Cline E. (επιμ.), The Oxford Handbook of the Aegean Bronze Age, 2010, σ. 556-570.
  • Evans 1935: Evans A.J., The Palace of Minos at Knossos, IV, Parts I & II, London 1935.
  • Ζώης 1997: Ζώης Α.Α., Κρήτη: Η Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, τ. 1, Απόδεξις, Αθήνα 1997.
  • Graham 1962: Graham J.W., The palaces of Crete, Princeton University Press, Princeton 1962.
  • Harrell/Driessen 2015: Harrell K./Driessen J., THRAVSMA Contextualising the Intentional Destruction of Objects in the Bronze Age Aegean and Cyprus, Édité par Presses Universitaires de Louvain, Aegis, 2015.
  • Harris/Hamilakis 2011: Hamilakis Y./Harris K., «The social zooarchaeology of feasting. The evidence from the “ritual” deposit at Nopigeia – Drapanias», στο Καψωμένος Ε./Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ./Ανδριανάκης Μ. (επιμ.) Πεπραγμένα 10ου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Α΄, 2011, σ. 199-218.
  • Hitchcock 2000: Hitchcock L., Minoan Architecture. A Contextual Analysis, Jonsered 2000.
  • Hood 1961: Hood S., «The home of the heroes: the Aegean before the Greeks», στο Piggot S. (επιμ.), The dawn of civilization, 195-228, McGraw-Hill, New York 1961.
  • Λιλιμπάκη-Ακαμάτη 1996: Λιλιμπάκη-Ακαμάτη M., Το θεσμοφόριο της Πέλλας, Αθήνα 1996.
  • Λίπα 2007: Λίπα Β., «Μορφές εγκατάστασης στον αγροτικό χώρο στην Κρήτη την Εποχή του Χαλκού. Αρχαιολογική, εθνοαρχαιολογική προσέγγιση και εφαρμογή νέων τεχνολογιών», Αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Ρέθυμνο 2007.
  • Macdonald 2005: Macdonald C.F., Knossos, The Folio Society, London 2005.
  • Μαρθάρη 2008: Μαρθάρη Μ., «Αγροτική οικονομία και αγροτική λατρεία στο Ακρωτήρι Θήρας», στο Ντούμας Γ.Χ. (επιμ.), Ακρωτήρι Θήρας. Τριάντα χρόνια έρευνας 1967-1997, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 257, Αθήναι 2008.
  • Marinatos 1987: Marinatos N., «Public festival in the west court of the palaces», στο Hägg R./Marinatos N. (επιμ.), The function of the Minoan Palaces, Swedish Institute in Athens, Stockholm 1987, σ. 135-143.
  • Marinatos/Hirmer 1962: Marinatos S./Hirmer M., Crete and Mycenae Abrams, New York 1962.
  • Moody 1987: Moody J., «The Minoan palaces as a prestige artifact», στο Hägg R./Marinatos N. (επιμ.), The function of the Minoan Palaces, σ. 235-241, Swedish Institute in Athens, Stockholm 1987.
  • Παπαδάκη 2014: Παπαδάκη Χ., «Αποθέτες κεραμεικής: εννοιολογικός προσδιορισμός, τρόποι σχηματισμού, τυπολογία και σημασία για τη λειτουργία της ζωής των κοινοτήτων κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. στην Κρήτη», αδημ. διδ. Διατριβή, Αθήνα 2014.
  • Pelon 1980: Pelon O., Le palais de Malia V. Etudes Crétoises 25, P. Geuthner, Paris 1980.
  • Pitts 2005: Pitts M., «Pots and Pits: Drinking and deposition in Late Iron Age South–East Britain», Oxford Journal of Archaeology, 24/2 (2005), σ. 143-161.
  • Preziosi 1983: Preziosi D., Minoan architectural design, Mouton, Berlin, New York and Amsterdam 1983.
  • Rehak 1994: Rehak P., «The use and destruction of Minoan stone bull’s head rhyta», στο Laffineur R./Niemeier W.D. (επιμ.), POLITEIA: Society and State in the Aegean Bronze Age, Université de Liège and University of Texas at Austin, Liège and Austin 1994, σ. 435-460.
  • Σκόρδου χ.χ.: Σκόρδου Μ., «Νοπήγεια», στο Ανδρεαδάκη-Βλαζάκη Μ./Νινιού-Κινδελή Β. (επιμ.), Αρχαίοι τόποι και μνημεία. Νομός Χανίων, Χανιά χ.χ.
  • Strasser 1997: Strasser T., «Storage and states on prehistoric Crete: The function of the Koulouras in the first Minoan Palaces», Journal of Mediterranean Archaeology 10/1 (1997), σ. 73-100.
  • Warren 1987: Warren P., «The genesis of the Minoan palace», στο Hägg R./Marinatos N. (επιμ.), The function of the Minoan Palaces, σ. 47-56, Swedish Institute in Athens, Stockholm 1987.
  • Wiener 1991: Wiener M., «The nature and control of the Minoan foreign trade», στο Gale N.H. (επιμ.), Bronze age trade in the Mediterranean, Studies in Mediterranean Archaeology 90, P. Åströms Förlag, Jonsered 1991, σ. 325-350.
  • Χαμηλάκης 2015: Χαμηλάκης Γ., Η αρχαιολογία και οι αισθήσεις, Εκδόσεις του Εικοστού πρώτου, Αθήνα 2015.
πηγή:
www.archaiologia.gr/