Ο Καλοϊωάννης, ένας Αυτοκράτορας στρατιώτης
Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός (1081 – 1118) παρέλαβε την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στο χείλος της καταστροφής. Με τους επιδέξιους χειρισμούς και τις στρατιωτικές και διπλωματικές του ικανότητες κατάφερε να τη σώσει. Ο διάδοχος και γιος του Ιωάννης (1118 – 1143), συνεχίζοντας το πρόγραμμα του πατέρα του αντιμετώπισε με επιτυχία όλους τους εχθρούς της Αυτοκρατορίας και επέκτεινε τα όριά της σε Ανατολή και Δύση. Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (13 Σεπτεμβρίου 1087 – 8 Απριλίου 1143) ήταν Αυτοκράτορας της Ανατολικής Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας, της Ρωμανίας δηλαδή.

Διαδέχθηκε τον πατέρα του Αλέξιο Α΄ Κομνηνό στον θρόνο και βασίλεψε από το 1118 μέχρι το θάνατό του 1143. Ήταν γνωστός στους υπηκόους του και ως ο Καλοϊωάννης. Ο Καλοϊωάννης, όπως αποκαλούνταν, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των ιστορικών ήταν ο καλύτερος Κομνηνός, αφού τον χαρακτήριζαν η σύνεση, η ενεργητικότητα, η γενναιότητα και η καλοσύνη.


Δείγμα της τελευταίας ήταν η επιείκεια με την οποία αντιμετώπισε την αδελφή του Άννα Κομνηνή και την μητέρα του Ειρήνη , οι οποίες εξακολουθούσαν να συνωμοτούν εναντίον του και μετά την ανάρρησή του στο θρόνο προτιμώντας το σύζυγο της Άννας, Καίσαρα Νικηφόρο Βρυέννιο.

Ακολουθώντας τις ύστατες συμβουλές του πατέρα του, ο Ιωάννης πήρε από το χέρι του ετοιμοθάνατου Αλέξιου Α΄ το αυτοκρατορικό δαχτυλίδι «Σφραγιστήρα Δακτύλιον» πήγε με τους οπαδούς του στο Μέγα Παλάτιον, πέτυχε να το καταλάβει και με αυτό τον τρόπο εξασφάλισε το θρόνο φέρνοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους προ τετελεσμένων. Ο Ιωάννης Κομνηνός είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις ανθρώπων που εξυμνούνται από το σύνολο των συγχρόνων αλλά και μεταγενεστέρων ιστορικών, με μια μόνο εξαίρεση: την αδελφή του, Αννα Κομνηνή.

 Η άνοδός του στον θρόνο της Αυτοκρατορίας έγινε με μυθιστορηματικό τρόπο. Ο Αλέξιος Κομνηνός, όταν παρέλαβε τα σκήπτρα, αναγκάσθηκε να συμβιβαστεί με τις σημαντικότερες οικογένειες της Βυζαντινής αριστοκρατίας προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του. Ακόμη και η επιλογή της συζύγου του, Ειρήνης Δούκαινας, προέκυψε από πολιτική σκοπιμότητα. Στο πλαίσιο του συμβιβασμού αυτού ήταν και η αναγνώριση, ως συμβασιλέα και νομίμου διαδόχου του, του Κωνσταντίνου, γιου του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα Παραπινάκη.
Κάστρο της ρωμιοσύνης που φτιάχτηκε επί Αλεξίου Α΄Κομνηνού το 1100 στην σημερινή Μερσίνη το αρχαιοελληνικό Ζεφύριον στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας  βόρεια της Κύπρου

Τον αρραβώνιασε μάλιστα και με την κόρη του Άννα, το 1083. Τα πράγματα περιπλέχθηκαν όταν ήλθε στον κόσμο ο πολυπόθητος γιος, ο Ιωάννης, στις 13 Σεπτεμβρίου 1087. Το αδιέξοδο του Αλεξίου φαινόταν να παίρνει τέλος όταν ο Κωνσταντίνος πέθανε ξαφνικά σε νεαρή ηλικία, το 1095. Λίγα χρόνια αργότερα η φιλόδοξη Άννα έλαβε ως σύζυγο τον Νικηφόρο Βρυέννιο, γιο του ομώνυμου στασιαστή του 1077 επί βασιλείας Νικηφόρου Βοτανειάτη. Η Άννα, ως πρωτότοκη, υποστήριζε την άνοδο, στον θρόνο, του άνδρα της, έχοντας την αμέριστη υποστήριξη της μητέρας της Ειρήνης.

Εκτέλεση αντιφρονούντα του αυτοκράτορα .Ιωάννη Σκυλίτζη- Μαδρίτη- Βλέπουμε τους Βαράγκους που φρουρούν το Παλάτιον με χαρακτηριστικό τα μεγάλα τσιγκούρια -τσεκούρια όπλα.
Η θέση του Αλεξίου ήταν πολύ λεπτή. Την απόφασή του όμως δεν την ανακοίνωσε σε κανέναν παρά τις πιέσεις. Στη νεκρική του κλίνη, στο ανάκτορο των Μαγγάνων, έμελλε να εκτυλιχθεί η τελευταία πράξη του δράματος. Παρά τη συνεχή πίεση της κόρης και της γυναίκας του, με απόλυτη ηρεμία, κάλεσε τον Ιωάννη. Όταν ο τελευταίος έσκυψε να τον ασπασθεί, πήρε το Αυτοκρατορικό δακτυλίδι από το τρεμάμενο χέρι του Αλεξίου, μαζί και την ευχή του. Αμέσως έφθασε έφιππος στον ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας όπου ο πατριάρχης τον έστεψε Αυτοκράτορα. Στη συνέχεια κατευθύνθηκε στο Ιερό Παλάτιο.
Εκεί οι Βαράγγοι φρουροί δεν του επέτρεψαν την είσοδο, ειδοποιημένοι ίσως από τη μητέρα του. Ο Ιωάννης συνοδευόμενος από τις επευφημίες του κόσμου που τον ακολουθούσε, τους έδειξε το δακτυλίδι και τους είπε ότι ο Αλέξιος είχε πεθάνει. Με τον τρόπο αυτό παρέλαβε τον Αυτοκρατορικό θώκο, σε ηλικία 30 ετών. Η ενέργειά του να αφήσει τον ετοιμοθάνατο πατέρα του είναι μεμπτή αυτή καθεαυτή. Ίσως όμως η ιστορία να ήταν διαφορετική αν συνέχιζε να βρίσκεται στο ανάκτορο των Μαγγάνων, όπου η επιρροή της αδελφής και της μητέρας του ήταν ισχυρή.
Το Παλάτιο της Μαγκναύρας  Αν.Ρωμ. Αυτοκρατορία Κωνσταντινούπολη.
Το μίσος της Άννας για τον αδελφό της και η αδυναμία να συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση, φάνηκε στην κηδεία του πατέρα της. Είχε οργανώσει δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ιωάννη τη στιγμή που θα περνούσε η σορός του Αλεξίου από τους δρόμους της Πόλης. Ο Ιωάννης πληροφορήθηκε τα σχέδια και φρόντισε να απουσιάσει από την τελετή. Η Άννα δεν πτοήθηκε. Λίγο καιρό αργότερα οργάνωσε και πάλι συνωμοσία στο ανάκτορο του Φιλοπατρίου, Αυτοκρατορικό εξοχικό κοντά στη Χρυσή Πύλη.
Δυστυχώς γι’ αυτήν ο σύζυγός της Βρυέννιος το σκέφθηκε πάλι και δεν ήταν εκεί στην ώρα του. Ίσως, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι ιστορικοί, να ήταν αυτός που πρόδωσε το σχέδιο στον Ιωάννη. Οι υπόλοιποι συνωμότες δεν ειδοποιήθηκαν και συνελήφθησαν να κυκλοφορούν χωρίς λόγο οπλισμένοι στο παλάτι. Ο Ιωάννης έδειξε εκπληκτική για τους καιρούς μεγαλοψυχία, κάτι που θα τον χαρακτήριζε στις πράξεις του σε όλη του τη ζωή. Οι συνένοχοι καταδικάστηκαν σε απλή δήμευση της περιουσίας τους.
Οι περισσότεροι από αυτούς θα την έπαιρναν πίσω αργότερα. Ο Βρυέννιος συνέχισε να υπηρετεί τον Ιωάννη πιστά μέχρι τον θάνατό του στο πεδίο της μάχης. Η αδελφή του τελευταίου, Άννα, υπέστη νευρικό κλονισμό μετά τη νέα της αποτυχία. Άρχισε να κατηγορεί τον σύζυγό της ότι άδικα είχε «ανδρικά χαρακτηριστικά» και ότι η ίδια θα έπρεπε να είχε γεννηθεί, αγόρι. Ο Ιωάννης την υποχρέωσε να κλειστεί για το υπόλοιπο της ζωής της στη Μονή της Θεοτόκου Κεχαριτωμένης. Εκεί η Άννα έγραψε την περίφημη «Αλεξιάδα» προς τιμή του πατέρα της.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Β’ ΚΟΜΝΗΝΟΥ
Η βασιλεία του χαρακτηρίζεται από ατέρμονες στρατιωτικές επιχειρήσεις για την επανάκτηση του ελέγχου στις επαρχίες της Μ. Ασίας. Είχε καταφέρει με συνδυασμένη στρατιωτική δράση και εξαίρετη διπλωματία σχεδόν να αναιρέσει πλήρως τις επιπτώσεις της συντριβής του Μάντζικερτ το 1071. Οι λαοί που τον απασχόλησαν ήταν οι Σέρβοι και οι Ούγγροι, οι οποίοι συμμάχησαν κάποια στιγμή, παρότι είχαν υποστεί επανειλημμένες ήττες από τους Βυζαντινούς. Ξεκίνησε ήδη το 1119 για τη Λαοδίκεια, την οποία απελευθέρωσε το ίδιο έτος ενώ το 1120 προχώρησε στην Παμφυλία και κατέλαβε τη Σωζόπολη.

Οι εισβολές των Πετσενέγκων στα Βαλκάνια τον ανάγκασαν να εκστρατεύσει εναντίον τους το 1122 όπου σε φονικότατη μάχη στην περιοχή Βερόη, τους συνέτριψε με αποτέλεσμα ο νομαδικός αυτός λαός να μην ενοχλήσει ξανά την αυτοκρατορία με νέες επιδρομές. Ο Ιωάννης είχε να αντιμετωπίσει πολλούς εχθρούς που είχαν περιζώσει την Αυτοκρατορία. Από τον Βορρά είχε τους Ούγγρους, τους Πατσινάκες και τους Σέρβους. Στην Ανατολή ήταν οι Σελτζούκοι, οι Δανισμεντίδες και οι νομάδες Τουρκομάνοι.

Στη Δύση οι εμπορικές πόλεις Βενετία, Πίζα και Γένοβα, με τους ισχυρούς τους στόλους, ήταν ένα «αγκάθι στα πλευρά» που απαιτούσε πλήθος οικονομικών και πολιτικών παραχωρήσεων. Επιπλέον το βασίλειο των Νορμανδών της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας αναζητούσε πάντα την ευκαιρία να επεκταθεί σε βάρος του Βυζαντίου. Στα νοτιοανατολικά, τέλος, βρίσκονταν οι Αρμένιοι της Κιλικίας και το Πριγκηπάτο της Αντιόχειας, δημιούργημα της Α’ Σταυροφορίας. Βασική επιδίωξη του Ιωάννη, όπως και του πατέρα του, ήταν η εκδίωξη των Τούρκων από τη Μικρά Ασία.
Την προσοχή του λοιπόν την αφιέρωσε στις ανατολικές περιοχές του κράτους, διακόπτοντας τον αγώνα του όταν οι περιστάσεις απαιτούσαν την παρουσία του σε άλλο σημείο της Αυτοκρατορίας. Μόλις το 1119 πέρασε στη Μικρά Ασία και αντιμετώπισε τους Τούρκους της Φρυγίας και της Παμφυλίας. Με συνεχείς εκστρατείες ανέκτησε μεγάλες και σημαντικές πόλεις, με μεγαλύτερη τη Φιλαδέλφεια, καθώς και πολλά οχυρά, που του επέτρεπαν τον έλεγχο της δυτικής Μικράς Ασίας και του Αιγαίου.

Τον μεγάλο Δομέστικο, Ιωάννη Αξούχ, τον έστειλε με δυνάμεις να καταλάβει τη Λαοδίκεια επί του ποταμού Λύκου, κοντά στη σημερινή πόλη της Τουρκίας Ντενιζλί. Ο Αξούχ την κατέλαβε αφού ο Εμίρης της Αμού Σαρά τράπηκε σε φυγή. Ο Ιωάννης διέταξε να προστατευθεί με νέα, ισχυρότερα τείχη. Μετά από μια βιαστική επιστροφή στην Πόλη (ίσως για την εξάρθρωση μιας συνωμοσίας) επέστρεψε στη Μικρά Ασία και κατέλαβε τη Σωζόπολη. Επίσης διέσπασε τον κλοιό των Τούρκων που περιέσφιγγε το σημαντικό λιμάνι της Αττάλειας, επιτρέποντάς της πάλι την επικοινωνία με την ενδοχώρα.

Οι Βυζαντινοί ήλεγχαν πλέον τις βόρειες, τις δυτικές και τις νότιες ακτές της χερσονήσου και όλα τα εδάφη βορειοδυτικά της γραμμής από το στόμιο του Μαιάνδρου (κοντά στην Εφεσο), ως λίγο πιο πέρα από την Τραπεζούντα. Νοτιοανατολικά της γραμμής αυτής βρίσκονταν οι Σελτζούκοι του σουλτάνου του Ικονίου Μασούντ. Ανατολικότερα βρίσκονταν οι Δανισμεντίδες Τούρκοι.

ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ – ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΒΕΡΟΗΣ

Οι επιτυχίες του Ιωάννη δεν έμελλε να συνεχιστούν στη Μικρά Ασία. Το 1122 οι Πετσενέγοι (ή Πατσινάκες) άρχισαν επιδρομές στην περιοχή της Θράκης. Η συντριβή τους το 1091 στο Λεβούνιο από τον στρατό του Αλεξίου Α’ ξεχάστηκε, καθώς την ηγεσία των νομάδων αυτών μετά από 30 χρόνια είχε αναλάβει η επόμενη γενιά. Ο Ιωάννης αρχικά προσπάθησε να προσεταιρισθεί τους αρχηγούς τους με πλούσια δώρα και χρηματικές παροχές. Ήθελε να εκμεταλλευθεί την ευνοϊκή κατάσταση που είχε δημιουργήσει στην Ανατολή. Η προσπάθειά του όμως απέτυχε. Οι Πετσενέγοι αρχηγοί συνέχισαν απτόητοι τις λεηλασίες τους.

 «Σύνοψη Ιστοριών » του Ιωάννου Σκυλίτση -Οι Ρωμαίοι στρατιώτες υποχωρούν για να παρασύρουν τους Πατσινάκες.
Έτσι ο Ιωάννης αναγκάστηκε να οργανώσει εκστρατεία το ίδιο έτος, αποφασισμένος για μια οριστική λύση του προβλήματος. Οι δύο στρατοί ήλθαν αντιμέτωποι στη Βερόη της Θράκης (σημερινή Στάρα Ζαγκόρα της Βουλγαρίας). Η μάχη αυτή αποτέλεσε σταθμό στην ιστορία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού, καθώς η απειλή των βαρβάρων αυτών νομάδων εξαφανίστηκε για πάντα. Η ήττα των Πετσενέγων υπήρξε συντριπτική. Βλέποντας την ανωτερότητα του Βυζαντινού στρατού κατέφυγαν στις άμαξές τους, τις οποίες είχαν παρατάξει ημικυκλικά.
 «Σύνοψη Ιστοριών » του Ιωάννου Σκυλίτση -Οι στρατιώτες της ρωμιοσύνης γυρνούν και κατασφάζουν τους Πατσινάκες
Ο τραυματισμένος Ιωάννης διέταξε την επίλεκτη φρουρά των Βαράγγων να εφορμήσει. Η ενέργεια αυτή έκρινε οριστικά τον αγώνα. Χιλιάδες νεκροί Πετσενέγοι κάλυψαν το πεδίο της μάχης και ακόμη περισσότεροι συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Τα υπολείμματά τους σταδιακά αφομοιώθηκαν από άλλα φύλα. Ο Ιωάννης εγκατέστησε τους αιχμαλώτους στην περιοχή της Αλμωπίας στη Μακεδονία. Πολλούς τους ενέταξε ως μισθοφόρους στον στρατό του. Για να γιορτάσει τη νίκη του καθιέρωσε ετήσια γιορτή ως «τελετή μνήμης», η οποία γινόταν ως τα τέλη του 12ου αιώνα.
Αναφορές για την ιστορική αυτή μάχη έχουν σωθεί στους Νορβηγικούς θρύλους, που πλάσθηκαν προφανώς από Νορβηγούς Βαράγγους οι οποίοι υπηρέτησαν στον Αυτοκρατορικό στρατό. Πριν συνεχίσει το έργο του στη Μικρά Ασία ο Αυτοκράτορας έπρεπε να τακτοποιήσει και ένα άλλο ζήτημα. Οι Σέρβοι, πληροφορούμενοι την εισβολή των Πετσενέγων, αποφάσισαν με την ηθική υποστήριξη της Ουγγαρίας να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους. Αν και είχαν πάψει επί δεκαετίες να αποτελούν εστία αναταραχής με τις εξεγέρσεις τους, θεώρησαν τις περιστάσεις ευνοϊκές.

Ο Ιωάννης, λοιπόν, με την αυτοπεποίθηση και το ηθικό του στρατού του σε υψηλά επίπεδα μετά τη νίκη της Βερόης, εξεστράτευσε εναντίον των Σέρβων με απόλυτη επιτυχία. Νίκησε τον στρατό τους και μέσα στο 1123 εξασφάλισε τη Βυζαντινή κυριαρχία στη Σερβία επί αρκετά χρόνια ακόμη. Ένα από τα μέτρα που έλαβε προκειμένου να εξουδετερώσει τη δύναμη των επαναστατών, ήταν και η μετακίνηση πληθυσμών στη Βιθυνία, στην περιοχή της Νικομήδειας.

ΟΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Β’

Είχε λιγότερη επιτυχία εναντίον των Βενετών. Στο δυτικό μέτωπο η ένωση από τον Ρογήρο Β΄(ανιψιό του Ροβέρτου Γυισκάρδου της κάτω Ιταλίας και της Σικελίας και η στέψη του στο Παλέρμο (1130) θορύβησε όχι μόνο τον Βυζαντινό αλλά και τον Γερμανό Αυτοκράτορα. Δημιουργήθηκε έτσι μια συμμαχία μεταξύ του Βυζαντίου, της Γερμανικής Αυτοκρατορίας και της Ιταλικής πόλης Πίζας με καθαρά αντινορμανδικό χαρακτήρα, η οποία έδωσε τη δυνατότητα στον Ιωάννη να προετοιμαστεί εναντίον των Φράγκων της Αντιόχειας.

Όμως ο θάνατός του κατά τη διάρκεια κυνηγιού το 1143 εμπόδισε την πραγματοποίηση αυτής της επιχείρησης. Στην εξωτερική πολιτική ο Ιωάννης Β’ είχε να αντιμετωπίσει τους Πετσενέγκους, τους Σέρβους και τους Ούγγρους στα Βαλκάνια, τους Νορμανδούς στη Σικελία και την Αντιόχεια, και τους Σελτζούκους Τούρκους στην Μικρά Ασία. Κατάφερε να συντρίψει τους Πετσενέγκους το 1122 και να τους καταστήσει ανίκανους να ξαναενοχλήσουν το Βυζαντινό κράτος.
Στη συνέχεια, αφού επέβαλε την κυριαρχία του στους Σέρβους και τους Ούγγρους (1128) σταθεροποιώντας το βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας, στράφηκε κατά των Τούρκων της Μικράς Ασίας. Η κατάλυση του Εμιράτου των Δανισμανιδών της Μελιτηνής, το 1135, και η υποταγή της ηγεμονίας της Μικρής Αρμενίας στην Κιλικία (1137), του άνοιξαν δρόμο για την κατάληψη του Λατινικού βασιλείου της Αντιόχειας, που παραδόθηκε στους Βυζαντινούς το 1137.
Έτσι ολοκλήρωσε την ανάκτηση της Μ. Ασίας, που ήταν και ο κύριος στόχος των ενεργειών του. Για την εσωτερική πολιτική του Ιωάννη Β’ οι πληροφορίες των πηγών είναι ελάχιστες. Από το Νικήτα Χωνιάτη μαθαίνουμε ότι, χάρις στη χρηστή διακυβέρνησή του, συγκεντρώθηκαν πολλά χρήματα στο δημόσιο ταμείο και ότι φρόντιζε για τις ανάγκες του στρατού. Σε γενικές γραμμές, με την πολιτική του ο Ιωάννης Β’ κατάφερε να ενισχύσει το κράτος, να επεκτείνει την κυριαρχία του τόσο στην Ανατολή όσο και στα Βαλκάνια.
Η Βενετία η πόλη -κράτος παράσιτο ,όλα τα οφείλει στην αυτοκρατορία της Ρωμανίας ,την μεγίστη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.Εάν το καταλάβαιναν οι Αυτοκράτορες και την εξαφάνιζαν κατά την δημιουργία της θα είχε αλλάξει η Ιστορία .
Ο Ιωάννης Β΄ από την αρχή της βασιλείας του αρνήθηκε να επικυρώσει στους Βενετούς τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο πατέρας του Αλέξιος Α΄. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα δύο κράτη να οδηγηθούν σε πολεμική ρήξη από το 1122, με τους Βενετούς να λεηλατούν τα νησιά (Κέρκυρα, Ρόδο, Χίο, Σάμο, Λέσβο, Άνδρο, Κεφαλληνία) και τα παράλια της Αυτοκρατορίας. Χωρίς να διαθέτει ακόμα ισχυρές ναυτικές δυνάμεις ο Ιωάννης Β΄ αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τη Βενετία επικυρώνοντας και ενισχύοντας τα προνόμια της τον Αύγουστο του 1126.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΔΥΣΗ
Ο γιος και διάδοχος του Αλέξιου, Ιωάννης Β’, υπήρξε ο τύπος του Αυτοκράτορα – στρατιώτη και διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η εξωτερική του πολιτική κυρίως αποτελεί συνέχεια της πολιτικής του πατέρα του, ο οποίος είχε ήδη επισημάνει τα σπουδαία Ευρωπαϊκά και Ασιατικά προβλήματα, τα οποία ενδιέφεραν την Αυτοκρατορία την εποχή αυτή. Ο Ιωάννης έθεσε ως σκοπό του την πρόοδο, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε ο πατέρας του.
Ο πατέρας του εμπόδισε τους εχθρούς να εισβάλλουν στην αυτοκρατορία  και ο γιος αποφάσισε «να πάρει πίσω από τους γείτονές του τις χαμένες Βυζαντινές επαρχίες επειδή οραματιζόταν την αποκατάσταση της Ανατολικής Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας ,της Ρωμανίας δηλαδή,στην παλιά της λαμπρότητα» (Ferdinand Chalandon ( Λυών , 10 Φεβρουαρίου 1875 – 31 Οκτωβρίου 1921, Λωζάνη , Ελβετία ) ήταν  Γάλλος (Φράγκος) μεσαιωνιστής και βυζαντινολόγος .). Αν και κατανοούσε καθαρά την κατάσταση της Ευρώπης, ο Ιωάννης ενδιαφερόταν πολύ λίγο για τα ζητήματά της. Αναγκάστηκε μερικές φορές να πολεμήσει στην Ευρώπη, αλλά οι πόλεμοι  εκεί υπήρξαν αυστηρά αμυντικής μορφής.
Νορμανδοί ιππείς του 11ου αι.
Μόνο στα τέλη της βασιλείας του, λόγω της απειλητικής ανάπτυξης των Νορμανδών, που εκδηλωνόταν με την ένωση της Ν. Ιταλίας με τη Σικελία και το σχηματισμό του βασιλείου της Σικελίας, τα θέματα της Ευρώπης έγιναν σημαντικά για το Βυζάντιο. Το κύριο ενδιαφέρον του Ιωάννη στην εξωτερική του πολιτική επικεντρώθηκε στη Μικρά Ασία. Σχετικά με τις σχέσεις του Ιωάννη με τη Δύση, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δημιουργούνταν συνεχώς νέα δυτικά Ευρωπαϊκά κράτη, με τα οποία το Βυζάντιο έπρεπε να έρθει σε επαφή.
Ο κίνδυνος των Νορμανδών ανάγκασε τον Αλέξιο να πλησιάσει περισσότερο τη Βενετία, που ανέλαβε την υποχρέωση να υποστηρίξει το Βυζάντιο με το στόλο της, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τελείως έκτακτα εμπορικά προνόμια. Οι πολυάριθμοι Βενετοί που πήγαν στο Βυζάντιο και κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, πλούτισαν και γρήγορα σχημάτισαν στην πρωτεύουσα μια Βενετική παροικία τόσο πλούσια και πυκνοκατοικημένη, που άρχισε να αποκτά σημαντική επιρροή.
Ενετοί έμποροι στο λιμάνι τουΓαλατά

Οι Βενετοί σιγά-σιγά ξεχνώντας ότι δεν ήταν ούτε στη χώρα τους ούτε σε μια κατακτημένη χώρα, άρχισαν να συμπεριφέρονται υπεροπτικά και με αυθάδεια όχι μόνο στις κατώτερες τάξεις, αλλά και στους ευγενείς του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να δημιουργούν στην Ρωμανία  μια έντονη δυσαρέσκεια. Τα μικρά εμπορικά προνόμια που έδωσε ο Αλέξιος στην Πίζα δεν ήταν τόσο σπουδαία που να ανησυχήσουν τους (Ενετούς) Βενετούς. Όσο ζούσε ο Αλέξιος οι σχέσεις μεταξύ Βενετίας και Ρωμανίας δεν είχαν ακόμα οξυνθεί πολύ. Μετά το θάνατό του όμως τα πράγματα άλλαξαν.

Μαθαίνοντας ότι η Απουλία βρισκόταν αντιμέτωπη με εσωτερικές ταραχές και θεωρώντας συνεπώς ότι ο κίνδυνος των Νορμανδών είχε εκλείψει, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακυρώσει την εμπορική συνθήκη που είχε κάνει με τη Βενετία. Αμέσως οι Βενετοί έστειλαν τον στόλο τους να λεηλατήσει τα Βυζαντινά νησιά της Αδριατικής και του Αιγαίου. Κρίνοντας ότι δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί αποτελεσματικά στο στόλο των Βενετών, ο Ιωάννης αναγκάστηκε, από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, να συνεννοηθεί με τη Βενετία και να επανέλθει στην εμπορική συνθήκη του 1082.

To  Φλάμπουρο της  Πίζας

Την εποχή του Ιωάννη οι άλλες ναυτικές πόλεις της Ιταλίας, όπως η Πίζα και ηΓένουα, απέκτησαν και αυτές μερικά εμπορικά προνόμια, τα οποία όμως φυσικά δεν μπορούσαν να συγκριθούν με αυτά της Βενετίας. Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη το πρόβλημα των Πατσινάκων λύθηκε οριστικά. Οι Πατσινάκοι, που την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού είχαν διωχθεί από τους Κομάνους, δεν ενόχλησαν από τότε το Βυζάντιο για 30 χρόνια.

Αλλά στις αρχές της βασιλείας του Ιωάννη, οι Πατσινάκοι, που είχαν κάπως συνέρθει από την ήττα τους, διέσχισαν τον Δούναβη κι εισέβαλαν στην περιοχή του Βυζαντίου, όπου όμως νικήθηκαν, το 1122, από τα Αυτοκρατορικά στρατεύματα στη Βερόη, τη σημερινή Στάρα-Ζαγορά. Σε ανάμνηση της νίκης του ο Ιωάννης καθιέρωσε μια ειδική τελετή «την των Πατσινάκων λεγομένη τελετή», η οποία, όπως λέει ο βυζαντινός ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, «γιορταζόταν μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα».

Η σφαγή ήταν τόσο άγρια και εξοντωτική, που, μετά από αυτήν την ήττα, οι Πατσινάκοι δεν είχαν καμιά απολύτως σημασία για την εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου και δεν εμφανίζονται ξανά στην ιστορία. Οι Πατσινάκοι όμως που συνελήφθησαν αιχμάλωτοι κι εγκαταστάθηκαν στο Βυζάντιο, αποτέλεσαν ιδιαίτερο τμήμα του ρωμέϊκου  στρατού και πολέμησαν με το μέρος της Ρωμανίας. Η τάση της Ουγγαρίας να επεκτείνει τις κτήσεις της προς την Αδριατική, είχε φέρει ήδη σε δύσκολη θέση τον Αλέξιο Κομνηνό, οι σχέσεις του οποίου με τους Ούγγρους είχαν οξυνθεί.

Φαινόταν ότι ο γάμος του Ιωάννη με μια πριγκίπισσα της Ουγγαρίας θα διευκόλυνε τις σχέσεις. «Αλλά αυτή συγγένεια», όπως λέει ο Ρώσος ιστορικός Grot, «δεν μπορούσε να ανατρέψει το αίσθημα της αμοιβαίας δυσπιστίας και του ανταγωνισμού που, με την πάροδο του χρόνου, αναπτυσσόταν και στις δύο γειτονικές χώρες». Εκτός όμως από την εγκατάσταση των Ούγγρων στις ακτές της Δαλματίας, που ήταν επικίνδυνη για ττην Ρωμανία, η προσέγγιση μεταξύ της Ουγγαρίας και της Σερβίας αποτελούσε πηγή δυσαρέσκειας για την Αυτοκρατορία της Ρωμανίας .
Οι Σέρβοι, που μαζί με τους Βούλγαρους αναγκάστηκαν να έρθουν στο Βυζάντιο στις αρχές του 11ου αιώνα, επί Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου, είχαν ήδη αρχίσει, στα μέσα του ίδιου αιώνα, να επαναστατούν. Τα τέλη του 11ου και οι αρχές του 12ου αιώνα, αποτέλεσαν την εποχή της πρώτης απελευθέρωσης της Σερβίας από την εξουσία του Βυζαντίου. Την εποχή του Ιωάννη μπορεί να σημειωθεί μια ιδιαίτερη προσέγγιση Σερβίας και Ουγγαρίας, η οποία ήταν έτοιμη να βοηθήσει τη Σερβία για την απόκτηση της ανεξαρτησίας της.
Μια πριγκίπισσα της Σερβίας παντρεύτηκε έναν πρίγκιπα της Ουγγαρίας και έτσι στα τέλη της βασιλείας του Ιωάννη παρουσιάστηκε στα Β.Δ, μια νέα αιτία ανησυχιών του Βυζαντίου με τη μορφή της στενής επαφής Ουγγαρίας και Σερβίας. Οι επιχειρήσεις εναντίον τους είχαν κάποια επιτυχία, αλλά δεν έδωσαν οριστικά αποτελέσματα. Ένας ανώνυμος «πανηγυριστής» του Ιωάννη υμνεί τις στρατιωτικές του ενέργειες στη Βαλκανική χερσόνησο με τα εξής πομπώδη λόγια:
«Πόσο ένδοξες είναι οι εκστρατείες μας εναντίον των λαών της Ευρώπης. Ο Ιωάννης νίκησε τους Δαλματούς, τρομοκράτησε τους Σκύθες και όλους τους λαούς που ζούσαν ανοργάνωτα και χρωμάτισε τα νερά του Δούναβη με άφθονο αίμα».
Τα τελευταία δέκα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη, οι σχέσεις με τη Ν. Ιταλία άλλαξαν τελείως. Στη χώρα αυτή, την περίοδο των ανωμαλιών διαδέχθηκε μια νέα εποχή δύναμης και δόξας. Ο Ρογήρος Β’ ένωσε τη Σικελία με τη Ν. Ιταλία και, τα Χριστούγεννα του 1130, στέφθηκε επίσημα, στο Παλέρμο, με το βασιλικό στέμμα.

Η κατάσταση περί το 1100 μ.Χ.

Λόγω της ένωσης αυτών των δύο περιοχών ο Ρογήρος Β’ έγινε αμέσως ένας από τους πιο δυναμικούς άρχοντες της Ευρώπης, πράγμα που αποτέλεσε ένα τρομερό χτύπημα για το Βυζάντιο. Έχοντας ακόμα θεωρητικά κάποια δικαιώματα στις νοτιο-Ιταλικές χώρες, ο Αυτοκράτορας θεώρησε πρόσκαιρη την κατάκτησή τους από τους Νορμανδούς. Η απόκτηση του βασιλικού τίτλου από τον Ρογήρο φαινόταν σαν μια επίθεση κατά της Αυτοκρατορικής αξιοπρέπειας, και η αναγνώρισή του θα σήμαινε την εγκατάλειψη όλων των δικαιωμάτων πάνω στις Ιταλικές επαρχίες.

Βασίλειο της Σικελίας-Η προέλευση του Βασιλείου της Σικελίας που χρονολογείται από το 1130,  δημιουργήθηκε από τον Αντίπαπα Anacleto II , και τον Roger II (Ρογήρο ) που περιλάμβανε, το νησί της Σικελίας, την Καλαβρία, την Απουλία και την Καμπανία, όπου η πρωτεύουσα πόλη ήταν η Νάπολη .

Το φλάμπουρο του Βασ Σικελίας στον Καταλανικό Χάρτη.
Η ξαφνική εξύψωση του Ρογήρου ήταν ανεπιθύμητη όχι μόνο στο Βυζάντιο αλλά και στο Γερμανό ηγεμόνα, που είχε σπουδαία συμφέροντα στην Ιταλία. Μπροστά στον κοινό κίνδυνο, ο Ιωάννης Β’ ήρθε σε συνεννόηση πρώτα με τον Λοθάριο της Γερμανίας και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του τελευταίου, με τον Κόνραντ Γ’ (Hohenstaufen). Η συνεννόηση αυτή κατέληξε αργότερα σε πραγματική συμμαχία των δύο Αυτοκρατοριών. Κύριος σκοπός της συνεννόησης αυτής και αργότερα της συμμαχίας, υπήρξε η καταστροφή της δύναμης των Νορμανδών στην Ιταλία.
Βασίλειο της Νάπολης
Το Βασίλειο της Νάπολης (Ιταλικά: Regno di Napoli, ναπολιτάνικη Nàpule Regno)και ήταν ένα βασίλειο  στα εδάφη της νότιας Ιταλίας (Νάπολη)  κατά τη διάρκεια ορισμένων περιόδων, ενώθηκε με το Βασίλειο της Σικελίας. Το 1442 ο Alfonso V,  βασιλιάς της Αραγωνίας, κατέκτησε Νάπολη, η οποία ήταν μια περιοχή της δυναστείας των Angevin από το 1266.

Η συμμαχία αυτή έγινε αξιόλογη την εποχή του διαδόχου του Ιωάννη, Μανουήλ. Αν ο Ιωάννης απέτυχε να κτυπήσει τη δύναμη του Ρογήρου, πέτυχε, το λιγότερο, να τον εμποδίσει να εισβάλει στο Βυζάντιο. Οι μεταγενέστεροι πόλεμοι του Ρογήρου με τον Μανουήλ έδειξαν καθαρά ότι το σχέδιο της εισβολής τον είχε αρκετά απασχολήσει. Τα πιο αξιόλογα λοιπόν σημεία της εξωτερικής πολιτικής του Ιωάννη στη Δύση υπήρξαν η στάση του απέναντι στο σχηματισμό του βασιλείου της Σικελίας και η δημιουργία της συμμαχίας των δυο Αυτοκρατοριών.

Στον Καταλανικό χάρτη βλέπουμε τα διάφορα φλάμπουρα των περιοχών στην ανατολική Μεσόγειο
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ
Στη Μικρά Ασία ο Ιωάννης επιχειρούσε με επιτυχία σχεδόν κάθε χρόνο εκστρατείες και την 4η δεκαετία του 12ου αιώνα πέτυχε να αποδώσει στην Αυτοκρατορία τις περιοχές που είχαν χαθεί από καιρό. Πιστεύοντας ότι η δύναμη των Τούρκων είχε αρκετά μειωθεί, ο Ιωάννης σκεφτόταν ότι, χωρίς να επηρεάσει τα συμφέροντα του κράτους, θα μπορούσε να διακόψει τις εχθρικές του ενέργειες κατά των Τούρκων και να αναλάβει μια νέα και πιο μακρινή εκστρατεία στα Ν.Α εναντίον της Αρμενικής Κιλικίας και του πριγκιπάτου της Αντιόχειας.
Χάρτης των Λατινικών Κρατών της Ανατολής.

Η Αρμενική Κιλικία, ή Μικρή Αρμενία, είχε ιδρυθεί στα τέλη του 11ου αιώνα από τους πρόσφυγες της κυρίως Αρμενίας που είχαν φύγει από τη χώρα τους λόγω της προώθησης των Τούρκων.

Ανάμεσα στις άλλες οικογένειες των Αρμενίων, η οικογένεια των Rupen (Ruben) άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στη διοίκηση της νέας χώρας. Η Μικρή Αρμενία, που είχε εκτείνει την περιοχή της σε βάρος του Βυζαντίου, ήρθε σε στενές σχέσεις με τους Λατίνους πρίγκιπες της Ανατολής, δείχνοντας έτσι τις εχθρικές της διαθέσεις προς την Αυτοκρατορία.

Τότε ο Ιωάννης Κομνηνός κατευθύνθηκε προς τη Μικρή Αρμενία για να την τιμωρήσει και στη συνέχεια να λύσει τις διαφορές του με το πριγκιπάτο της Αντιόχειας, το οποίο την εποχή των πρώτων Σταυροφοριών δεν κράτησε τους όρκους του προς τον Αυτοκράτορα, ενώ αργότερα αρνήθηκε να υποταχθεί στον Ιωάννη παρά τη συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του Αλέξιου Κομνηνού και του Βοημούνδου.
Η εκστρατεία του Ιωάννη υπήρξε επιτυχής. Η Κιλικία καταλήφθηκε και ο πρίγκιπας της Αρμενίας με τους γιους του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Η περιοχή του Βυζαντίου αυξήθηκε με την προσάρτηση της Μικρής Αρμενίας και έφτασε μέχρι τα σύνορα του πριγκιπάτου της Αντιόχειας, εναντίον του οποίου ο Ιωάννης ανέλαβε έναν επίσης επιτυχή αγώνα.

Η πολιορκημένη Αντιόχεια αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη, που ο Ιωάννης παραχώρησε με τον όρο ότι το πριγκιπάτο της Αντιόχειας θα αναγνώριζε την επικυριαρχία της Αυτοκρατορίας. Ο πρίγκιπας δέχτηκε να ορκιστεί πίστη στον Αυτοκράτορα και σαν δείγμα της υποταγής του να υψώσει την Αυτοκρατορική σημαία πάνω από την ακρόπολη της Αντιόχειας.

Ένα χρόνο αργότερα, επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, ο Αυτοκράτορας ως επικυρίαρχος μπήκε στην πόλη θριαμβευτικά, περιστοιχιζόμενος από τα παιδιά του, τους αυλικούς, τους αξιωματούχους και τους στρατιώτες του. Η θριαμβευτική παράταξη βάδισε μέσα από τους διακοσμημένους δρόμους της πόλης, ενώ στο πλευρό του Αυτοκράτορα βρισκόταν ο πρίγκιπας της Αντιόχειας. Στις πύλες της πόλης ο Αυτοκράτορας έγινε δεκτός από τον Πατριάρχη και τον κλήρο και κατόπιν, ανάμεσα από ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων που έψελναν ύμνους και ψαλμούς με τον ήχο μουσικής, ο Ιωάννης πήγε πρώτος στη μητρόπολη και στη συνέχεια στο ανάκτορο.

Μετά από τον θρίαμβο αυτό τα σχέδια του Ιωάννη επεκτάθηκαν μέχρι το σημείο να οραματιστεί την επανίδρυση της δύναμης του Βυζαντίου στην κοιλάδα του Ευφράτη και την επέμβασή του στις υποθέσεις του βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Πολύ πιθανόν, στη σκέψη του Ιωάννη το σχέδιο για μια τέτοια επέμβαση να στηρίχθηκε πάνω στη δυνατότητα να αναγνωρίσει ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ την Αυτοκρατορική επικυριαρχία. Αναφερόμενος στα σχέδια αυτά, ο υμνητής του Ιωάννη γράφει: «Έχετε θάρρος όσοι αγαπάτε τον Χριστό και όσοι είστε »ξένοι και παρεπίδημοι (επί της γης)» χάριν του Χριστού».
«Μη φοβάστε πια τα εγκληματικά χέρια. Ο Αυτοκράτορας που αγαπά τον Χριστό τα έχει αλυσοδέσει. Ενώ συγχρόνως έκανε κομμάτια το άδικό τους ξίφος. Άνοιξες μπροστά στου (ω Αυτοκράτορα) τον θείο και ευρύ δρόμο που οδηγεί στην ουράνια και ιερή Ιερουσαλήμ». Παρόλα αυτά, όμως, τα σχέδια αυτά απέτυχαν. Το 1143, βαδίζοντας εναντίον των Τούρκων και κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, στα βουνά της Κιλικίας, ο Ιωάννης τραυματίστηκε στο μπράτσο από ένα δηλητηριασμένο βέλος και πέθανε μακριά από την πρωτεύουσα.
Πεθαίνοντας όρισε διάδοχό του τον νεώτερο γιο του Μανουήλ, αφού πέρασε μια ζωή αφιερωμένη στους πολέμους κατά των εχθρών της Αυτοκρατορίας. Παρέδωσε στον διάδοχό του ένα κράτος πιο ισχυρό και πιο μεγάλο από εκείνο που παρέλαβε από τον δραστήριο και ικανό πατέρα του. Ο πανηγυριστής του Ιωάννη, τον θεωρεί ανώτερο από τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα και τον Αννίβα εξυμνώντας τον κατάλληλα.
ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΜΕ ΒΕΝΕΤΟΥΣ ΚΑΙ ΟΥΓΓΡΟΥΣ
Ο Ιωάννης Β΄ από την αρχή της βασιλείας του αρνήθηκε να επικυρώσει στους Βενετούς τα προνόμια που τους είχε παραχωρήσει ο πατέρας του Αλέξιος Α΄. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα δύο κράτη να οδηγηθούν σε πολεμική ρήξη από το 1122, με τους Βενετούς να λεηλατούν τα νησιά (Κέρκυρα, Ρόδο, Χίο, Σάμο, Λέσβο, Άνδρο, Κεφαλληνία) και τα παράλια της Αυτοκρατορίας. Χωρίς να διαθέτει ακόμα ισχυρές ναυτικές δυνάμεις ο Ιωάννης Β΄ αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη με τη Βενετία επικυρώνοντας και ενισχύοντας τα προνόμια της τον Αύγουστο του 1126.
Δυο χρόνια αργότερα ο Αυτοκράτορας ενεπλάκη σε πόλεμο με τους Ούγγρους. Ο Ούγγρος βασιλιάς Στέφανος Β΄ επιτέθηκε και κατέλαβε τις πόλεις Βρανίτζοβα και Βελέγραδα, επειδή οι Βυζαντινοί είχαν προσφέρει άσυλο στον φυγάδα αδελφό του, Αλμόζη. Ο Ιωάννης Β΄ το 1128 σε μια σειρά μαχών νίκησε τους Ούγγρους και ανακατέλαβε όλα τα χαμένα εδάφη, έως ότου το 1129 οι δυο αντίπαλοι συνθηκολόγησαν. Οι νίκες του Ιωάννη Β΄ σταθεροποίησαν τα βόρεια σύνορα του κράτους και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις καλών σχέσεων με την Ουγγαρία την επόμενη δεκαετία 1131 – 1141.
 
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΥΓΓΑΡΙΑ
Το Ουγγρικό βασιλικό στέμμα (Ελληνικό από την Κωνσταντινούπολη ) του Αγίου Στεφάνου. Αυτό ήταν το στέμμα στέψης που χρησιμοποιείται από το Βασίλειο της Ουγγαρίας για το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής του. . Ο βασιλιάς της Ουγγαρίας δεν θεωρείται ότι ήταν πραγματικά νόμιμος χωρίς να στεφθεί με αυτό. Στην ιστορία της Ουγγαρίας, περισσότεροι από πενήντα βασιλιάδες στέφθηκαν με αυτό (οι δύο βασιλιάδες που δεν στέφθηκαν ήταν ο Ιωάννης Β Σιγισμούνδος και Ιωσήφ II).

Οι Ούγγροι εγκαταστάθηκαν στον χώρο της σημερινής Ουγγαρίας προερχόμενοι από τις Ρωσικές στέπες. Γύρω στον 10ο αιώνα προσχώρησαν στον Χριστιανισμό. Η θέση της χώρας τους ήταν σημαντική διότι αποτελούσε σταυροδρόμι μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η ανάπτυξη του χερσαίου και του ποτάμιου εμπορίου έφερε ως επακόλουθο και την πολιτική δύναμη. Οι πρώτες επαφές των Βυζαντινών με τους Ούγγρους χρονολογούνται από τον 10ο αιώνα. Ο Αλέξιος Α’ Κομνηνός, ως διορατικός πολιτικός που ήταν, θέλησε να αναπτύξει σχέσεις καλής γειτονίας με τους Ούγγρους.

Το στέμμα παρουσιάζεται πάντα από αυτήν την όψη
Είναι ένα Βυζαντινό στέμμα του 11ου αι. κατασκευασμένο στην Κωνσταντινούπολη  Γνωστό ,  από το 1265, ως «To Ιερά στέμμα της Ουγγαρίας »  ζυγίζει λίγο πάνω από 2 κιλά είναι οβάλ και αρκετά μεγαλύτερο από το κεφάλι ενός άνδρα. Βρίσκεται στο Κτίριο του Ουγγρικού Κοινοβούλιου .
Έτσι το 1104 τα δύο κράτη απέκτησαν στενότερες σχέσεις με το συνοικέσιο του Ιωάννη Β’ και της κόρης του Ούγγρου βασιλιά Λαδισλάου Α’, Πιρίσκας, η οποία κατά τη συνήθεια έλαβε το πιο Ελληνικό όνομα Ειρήνη. Όμως η διάθεση για ειρηνική συμβίωση μεταξύ των δύο κρατών γρήγορα εξέλιπε. Οι Ούγγροι εφάρμοσαν επεκτατική πολιτική σε περιοχές υπό Βυζαντινή κυριαρχία, όπως η Κροατία και η Δαλματία, ξεσηκώνοντας παράλληλα και τους Σέρβους, όπως είδαμε παραπάνω. Η κατάσταση πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις όταν αποκαλύφθηκε η παρέμβαση του Ιωάννη Β’ στα εσωτερικά του Ουγγρικού οίκου.
Η άλλη όψη όπου εδώ βλέπουμε την ελληνική γραφή επί του στέμματος
Ο βασιλιάς Στέφανος Β’ (1114 – 1131) ανερχόμενος στην εξουσία τύφλωσε τον ετεροθαλή αδελφό του Άλμο, ο οποίος κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιωάννης δεν άφησε ένα τέτοιο «δώρο» ανεκμετάλλευτο. Δώρισε στον Άλμο κτήματα στη Μακεδονία και τον έθεσε υπό την προστασία του. Γρήγορα τα κτήματα αυτά έγιναν πόλος έλξης των δυσαρεστημένων Ούγγρων, οι οποίοι έθεταν τον εαυτό τους στη διάθεση του Αυτοκράτορα. Όπως ήταν φυσικό, ο Στέφανος διαμαρτυρήθηκε και απαίτησε την εκδίωξη του Αλμου από την Αυτοκρατορία. Ο Ιωάννης αρνήθηκε και οι Ούγγροι, έχοντας αυτό ως αφορμή, διέβησαν τον Δούναβη το 1128.

Βαθύτερη αιτία της σύγκρουσης αυτής ήταν φυσικά ο ανταγωνισμός των δύο κρατών στην περιοχή των Βαλκανίων, που υπέβοσκε επί δεκαετίες. Αφού κατέλαβαν την πόλη Βρανίτζοβα και το Βελιγράδι οι Ούγγροι, προχώρησαν στη λεηλασία της περιοχής της Ναϊσσού (Νις) και της Σερδικής (Σόφιας). Επειτα κατευθύνθηκαν πάλι βόρεια. Η αντίδραση του Ιωάννη υπήρξε άμεση και επιτυχημένη. Με συνδυασμένες επιχειρήσεις στρατού και στόλου περιόρισε τους εισβολείς και τους εξανάγκασε να δώσουν την αποφασιστική μάχη σε περιοχή που επιθυμούσε.

Η σύγκρουση έγινε στο φρούριο Χράμο και ήταν για άλλη μια φορά νικηφόρα για τα Βυζαντινά όπλα. Οι Ούγγροι κατατροπώθηκαν και έχασαν όλες τις αρχικές τους κατακτήσεις. Ο βασιλιάς τους, Στέφανος Β’, υποχρεώθηκε να συνάψει ειρήνη με την Αυτοκρατορία. Ο Ιωάννης μετά από αυτή την επιτυχία του, εξασφάλισε τα βόρεια σύνορά του και δημιούργησε, με την ηπιότητα των όρων που επέβαλε, τις προϋποθέσεις για ειρηνική συμβίωση με τους Ούγγρους. Οι τελευταίοι, ιδίως με τη διαδοχή του Στεφάνου Β’ από τον Βέλα Β’ (1131 – 1141), δεν ενόχλησαν πάλι τους Βυζαντινούς επί της βασιλείας του.
Η ΨΗΦΙΔΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ
 
Αυτοκρατορική αναθηματική παράσταση με κεντρική μορφή την Παναγία που εικονίζεται όρθια με το μικρό Χριστό στην αγκαλιά της. Στο πλάι της στέκουν μετωπικοί ο Ιωάννης Β και η Αυτοκράτειρα Ειρήνη, κρατώντας τα σύμβολα των δωρεών τους. Η ραδινή μορφή της Παναγίας, ντυμένη με γαλάζιο μαφόριο, έχει νεανικό πρόσωπο με καλογραμμένα αρμονικά χαρακτηριστικά. Με ακρίβεια σχεδιάζονται τα πρόσωπα των Αυτοκρατόρων, ενώ η σάρκα, σε πολύ χαμηλούς τόνους, είναι σχεδόν επίπεδη.
Καλλιγραφική διάθεση και έμφαση δίδεται στα διακοσμητικά στοιχεία της βαρύτιμης Αυτοκρατορικής ενδυμασίας καθώς και στα χαρακτηριστικά του προσώπου της Αυτοκράτειρας Ειρήνης με την ξενική καταγωγή. (Ειρήνη της Ουγγαρίας) που προδίδουν τα καστανόξανθα μακριά μαλλιά της και οι καλογραμμένες ψιμμυθιές στις πλατιές παρειές. Το Αυτοκρατορικό αυτό αφιέρωμα χρονολογείται γύρω στο 1118, έτος ανόδου στο θρόνο του Ιωάννη Κομνηνού.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ

Το φαινόμενο της οικονομικής και εμπορικής διείσδυσης των Ιταλικών πόλεων στον χώρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και η παραχώρηση ευνοϊκότατων προνομίων στους εμπόρους τους έλαβαν διαστάσεις κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα. Επί των πρώτων Κομνηνών το Βυζαντινό κράτος είχε ακόμη τη δυνατότητα να ελέγχει τη δραστηριότητά τους. Παρόλα αυτά επρόκειτο για την αρχή μιας πορείας που οδήγησε υπό τον ιταλικό έλεγχο όλες τις θαλάσσιες εμπορικές αρτηρίες της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Οι πρώτοι που απέκτησαν μεγάλα προνόμια ήταν οι Βενετοί.

Η Βενετία το 1486 από τον Breidenbach, Ήδη υπάρχουν οι κλεμμένοι από αυτούς  στύλοι του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινουπόλεως
Ο Αλέξιος Α’ εμπρός στη Νορμανδική απειλή και στερούμενος πολεμικού στόλου κατέφυγε στη λύση της συμμαχίας με τη δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, ο στόλος της οποίας αποτελούσε εχέγγυο για επιτυχία. Το 1082 εξέδωσε χρυσόβουλο με το οποίο παραχωρούσε σημαντικά εμπορικά προνόμια στους Βενετούς. Τελικά όμως η συμβολή των τελευταίων δεν ήταν η αναμενόμενη στον πόλεμο εναντίον των Νορμανδών. Ο Ιωάννης Β’, βλέποντας ότι δεν υπήρχε πλέον ο λόγος για την προνομιακή μεταχείριση των Βενετών εμπόρων, προσπάθησε να απαλλαγεί.
Το 1119 ανακοίνωσε στον νέο Δόγη της Βενετίας, Μικιέλι, ότι αρνείτο την επικύρωση του χρυσόβουλου του 1082. Από την άλλη πλευρά όμως μείωσε τις δαπάνες για τον πολεμικό στόλο, με αποτέλεσμα τις Βενετικές επιδρομές στα παράλια της Αυτοκρατορίας από το 1122 ως το 1126. Τότε λεηλατήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα νησιά Ρόδος, Σάμος, Κως και Κέρκυρα. Μετά την τελευταία επιδρομή ο Ιωάννης αναγκάστηκε να επικυρώσει το πολύκροτο χρυσόβουλο, προσθέτοντας μια σημαντική φράση:

Στο εξής θα απαλλάσσονταν από τους δασμούς όχι μόνο οι Βενετοί, αλλά και οι Ελληνες έμποροι που συναλλάσσονταν με τους Βενετούς. Η προσθήκη αυτή φυσικά υπήρξε μεγάλη επιτυχία για τη Βενετία, η οποία οδήγησε την προνομιακή θέση των εμπόρων της στα όρια της Αυτοκρατορίας.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Β΄ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΣΕΡΒΩΝ
Λεπτομέρεια από μια τοιχογραφία του 14ου αιώνα, γνωστή ως «Οι Σαρακηνοί», από την εκκλησία του Αγίου Αρχαγγέλου, στο Λέσνοβο.

Ὅτι ὁ ἄρχων Σερβλίας ἐξ ἀρχῆς, ἤγουν ἀπὸ τῆς βασιλείας Ἡρακλείου τοῦ βασιλέως, δουλικῶς ἐστιν ὑποτεταγµένος τῷ Ῥωµαίων βασιλεῖ, καὶ οὐδέποτε τῷ ἄρχοντι Βουλγαρίας καθυπετάγη.Η παραπάνω φράση, γραµµένη από τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, συνοψίζει µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις σχέσεις του Βυζαντίου µε τους Σέρβους από την εµφάνισή τους στη Βαλκανική Χερσόνησο, ύστερα από πρόσκληση του Αυτοκράτορα Ηρακλείου, έως τουλάχιστον την εξεταζόµενη σε αυτό το άρθρο περίοδο, δηλαδή τη βασιλεία του Ιωάννη Β΄ Κοµνηνού.

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία θεωρούσε στρατηγικής σηµασίας την περιοχή εγκατάστασης των Σέρβων και δεν ήταν πρόθυµη να παραιτηθεί των διεκδικήσεων της. Κάθε φορά που κάποιος τοπικός Σέρβος ηγεµόνας εξέφραζε αποσχιστικές τάσεις, ο εκάστοτε Αυτοκράτορας φρόντιζε για την αποκατάσταση της τάξης. Βασικός αντίπαλος του Βυζαντίου στην περιοχή µέχρι τον 11ο αιώνα ήταν οι Βούλγαροι, οι οποίοι επίσης προσπαθούσαν να ασκήσουν την εξουσία τους, αλλά συνήθως οι προσπάθειες τους ήταν ανεπιτυχείς.
Το Βυζάντιο κατόρθωσε µέχρι τον θάνατο του Μανουήλ Α΄ Κοµνηνού (1180) να διατηρήσει τον έλεγχο επί των Σερβικών ηγεµονιών. Οι σχέσεις των Σέρβων µε το Βυζάντιο κατά τη βασιλεία του Ιωάννη Κοµνηνού εστιάζονται κυρίως στις αποσχιστικές τάσεις των πρώτων έναντι του Βυζαντίου. Είναι γεγονός ότι η Αυτοκρατορία δρούσε ως επικυρίαρχος της περιοχής.

Ήδη από την εποχή του Αλεξίου Α΄, οι προσπάθειες των Σέρβων για απόσχιση άρχισαν να εντείνονται, µε αποτέλεσµα ο Αυτοκράτορας να αναµειγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις τους και να στηρίζει ενεργά υποψήφιους και ανταπαιτητές του Σερβικού θρόνου. Οι Σέρβοι από την πλευρά τους, µε το ιδιαίτερο σύστηµα της ζουπανίας, αναλώνονταν σε διαµάχες για την κατάληψη της αρχής και τον έλεγχο µεγαλύτερων περιοχών. Στο Βυζάντιο έβλεπαν τη δύναµη που θα µπορούσε να τους εξασφαλίσει την εξουσία, αλλά και την απειλή της αυτονοµίας τους.

Πεζικό της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας
Η εξέταση των εκστρατειών του Ιωάννη Β΄ εναντίον των Σέρβων έχει διττό νόηµα, καθώς αφενός καθίσταται σαφής η αποφασιστικότητα του αυτοκράτορα να διατηρήσει τον έλεγχο της περιοχής και αφετέρου η επιµονή των Σέρβων, την συγκεκριµένη περίοδο, να ανεξαρτητοποιηθούν από τον Βυζαντινό έλεγχο, παρόλο που απέτυχαν, προλείανε το έδαφος για την εµφάνιση ενός ισχυρού ηγεµόνα που θα δηµιουργήσει δυναστεία, του Στέφανου Νεµάνια, και την απώλεια της Βυζαντινής κυριαρχίας στην περιοχή µετά την πτώση της Κοµνήνειας δυναστείας.
Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ιωάννη Β΄ (1118 – 1143), δύο φορές προσπάθησαν οι Σέρβοι να αποµακρυνθούν από τη Βυζαντινή κηδεµονία, χωρίς όµως το Βυζάντιο να χάσει τελικά τον έλεγχο της περιοχής. Οι δύο κύριες Βυζαντινές πηγές της περιόδου αναφέρονται παρεµπιπτόντως και παρενθετικά στους Σέρβους. Το βασικό πρόβληµα, που ακόµη δεν έχει λυθεί, είναι αν ο Ιωάννης αναγκάσθηκε να αντιµετωπίσει τους επαναστατηµένους Σέρβους µία ή δύο φορές.
Αν µελετήσει κανείς µία τρίτη πηγή -τον Ιερέα της ∆ιόκλειας-, εύκολα µπορεί να συµπεράνει ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές επιχειρήσεις, µε διαφορά επτά ετών η µία από την άλλη. Έτσι, λύνεται τόσο το πρόβληµα της χρονολόγησής τους όσο και τα ερωτήµατα που προκύπτουν από τις δύο Βυζαντινές πηγές. Πιο συγκεκριµένα, ο Χωνιάτης αναφέρει ότι, λίγο µετά τη νίκη του Ιωάννη Β΄ επί των Πετσενέγων, το 1122, οι Σέρβοι επαναστάτησαν, αλλά ο Αυτοκράτορας τούς νίκησε κατά κράτος και επέβαλε αρχηγό της αρεσκείας του.
Επιπλέον, συνέλαβε αιχµαλώτους τους οποίους µετέφερε στη Νικοµήδεια και τους ενέταξε στο Βυζαντινό στράτευµα και το Βυζαντινό φορολογικό σύστηµα. Ο Ιερέας της ∆ιόκλειας είναι πιο λεπτοµερής στην περιγραφή των γεγονότων. Αναφέρει συγκεκριµένα ότι, µετά τον θάνατο του Βλαδίµηρου, ανέλαβε την εξουσία ο Γεώργιος, γιος της βασίλισσας Γιακβίντα. Στον δεύτερο χρόνο της βασιλείας του, θέλησε να συλλάβει τους γιους του Βρανισλάβου που είχαν εισβάλει στην περιοχή του. Οι τελευταίοι κατέφυγαν στο ∆υρράχιο, στον θείο τους Γκοϊσλάβο. Μόνο ο Γκρουµπέσσα συνελήφθη και µεταφέρθηκε στο Σκούταρι.
Χάρτης των ακτών της Αδριατικής με τον ρου των ποταμών Μποζάνα και Ντριν. Στο κέντρο είναι η περιοχή Σκουτάρι
Τότε, ο δούκας Καλοϊωάννης Κουµάνος αποφάσισε να αναµειχθεί και, µαζί µε τον Γκοϊσλάβο και τους εγγονούς του, επιτέθηκαν εναντίον του Γεωργίου, ο οποίος ηττήθηκε και κατέφυγε στο Obliquum, ενώ ο Αυτοκράτορας κατέλαβε το Σκούταρι και απελευθέρωσε τον Γκρουµπέσσα. Ο Γκρουµπέσσα ανακηρύχθηκε rex από τον Ιωάννη Β΄ Κοµνηνό και ο τελευταίος κατευθύνθηκε στο ∆υρράχιο, όπου και παρέµεινε για λίγο. Ο Γεώργιος προσπάθησε να αντεπιτεθεί και κατέφυγε στη Rassam (Ῥᾶσον). Η µητέρα του συνελήφθη στο Κατάρον και µεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε.
Είναι φανερό από την αφήγηση ότι ο δούκας Καλοϊωάννης Κουµάνος είναι ο Ιωάννης Β΄ Κοµνηνός. «Καλοϊωάννης» εξάλλου ήταν το προσωνύµιο µε το οποίο ήταν γνωστός ο Ιωάννης Β΄, τόσο στους Βυζαντινούς όσο και στους υπόλοιπους λαούς. Ο όρος «Κουµάνος» έχει δύο πιθανές εξηγήσεις. Είτε πρόκειται για παραφθορά του «Κοµνηνός», είτε πρόκειται για προσωνύµιο που του δόθηκε µετά την νίκη του επί των Πετσενέγων, το 1122, τους οποίους οι συγγραφείς της εποχής συγχέουν µε τους Κουµάνους.
Αν υιοθετήσουµε τη δεύτερη άποψη -η οποία, είναι και η πλέον πιθανή- µπορούµε µε ασφάλεια να συµπεράνουµε ότι η ανάµειξη του Βυζαντίου στις υποθέσεις της Σερβίας έγινε αµέσως µετά τη νίκη του Ιωάννη επί των Πετσενέγων, εξ ου και ο χαρακτηρισµός «Κουµάνος». Η άποψη αυτή συµφωνεί και µε τον Χωνιάτη, ο οποίος σηµειώνει ότι η επέµβαση του Αυτοκράτορα στη Σερβία έγινε λίγο µετά την νίκη του επί των Πετσενέγων. Συνεπώς, τα παραπάνω γεγονότα έλαβαν χώρα το 1122 ή 1123

Η πρώτη επέµβαση του Ιωάννη θα πρέπει να τοποθετηθεί χρονικά περί το 1122, εφόσον έτσι υπάρχει συµφωνία µε τον Κίνναµο, ο οποίος περιγράφει τον πόλεµο µε τη Σερβία κατά τη διάρκεια του Βυζαντινο-Ουγγρικού πολέµου, και µε τον Ιερέα της ∆ιόκλειας, που αναφέρει ότι η επόµενη σύγκρουση έγινε αφού πέρασαν επτά έτη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δεύτερη επέµβαση του Βυζαντίου εναντίον της Σερβίας µπορεί να τοποθετηθεί χρονικά στο έτος 1129, ενώ συνεχιζόταν ο πόλεµος µε την Ουγγαρία.

Έτσι, το 1129 και ενώ ο Ιωάννης αντιµετώπιζε τον Στέφανο Β΄, νέα αναταραχή ξέσπασε στη Σερβία, η οποία ίσως υποκινήθηκε από τους Ούγγρους. Είναι εξάλλου περίεργη η χρονική σύµπτωση µεταξύ της Σερβικής εξέγερσης και των στρατιωτικών επιχειρήσεων των Βυζαντινών εναντίον των Ούγγρων, ενώ δεν µπορεί να αµφισβητηθεί και το ενδιαφέρον της Ουγγαρίας για την περιοχή. Ο Γεώργιος, που έχει αναφερθεί παραπάνω, έχοντας συγκεντρώσει γύρω του αρκετούς υποστηρικτές και µε τη συµµετοχή των κατοίκων της Ρασίας, επιτέθηκε εναντίον του Γκρουµπέσσα.
Κατά τη διάρκεια µάχης στην Αντίβαριν, ο τελευταίος έχασε τη ζωή του. Ο Γεώργιος συνέχισε τον πόλεµο εναντίον του ενός από τους τρεις αδελφούς του αποθανόντος, του Γκραντίτσνα. Ως συµπαραστάτες είχε τους άλλους δύο αδελφούς του, τον Ντραγκίτσνα και τον Ντραγκέλο, στους οποίους παραχώρησε Ζουπανίες στη ∆ιόκλεια. Ο Γεώργιος ήλπιζε ότι και ο Γκραντίτσνα θα συµµαχούσε τελικά µαζί του, όµως κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Έτσι, ο Γεώργιος µετέφερε τον πόλεµο στο Ράσον, εκδιώκοντας από εκεί τον Γκραντίτσνα (ο οποίος βρήκε καταφύγιο στη Chelmania) και εγκαθιστώντας ως ζουπάνο της Ρασίας τον Ούρος.
Κατά την περίοδο ηγεµονίας του (1115 δεκαετία 1130 ή 1140), ο Ούρος προσπάθησε να ασκήσει ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και να απαλλαγεί από την επιρροή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αν κρίνουµε από την υποστήριξη που παρείχε κατά τη δεκαετία του 1120 στον Γεώργιο εναντίον του φιλοβυζαντινού ηγεµόνα της ∆ιόκλειας και από το γεγονός ότι περί το 1129 ή 1130 πάντρεψε την κόρη του Ελένη (Jelena) µε τον Βελά (Béla), µετέπειτα βασιλιά της Ουγγαρίας (1131 – 1141). Λίγο αργότερα ο Γεώργιος αποφάσισε να συλλάβει τους δύο αδελφούς, και µέχρι τότε συµµάχους του, καθώς και τον Μιχαήλ.
Ωστόσο, κατόρθωσε να συλλάβει µόνο τον Ντραγκέλο και τον Μιχαήλ, ενώ ο Ντραγκίτσνα κατάφερε να διαφύγει στο ∆υρράχιο. Εκείνη τη χρονική στιγµή αποφάσισε να επέµβει και το Βυζάντιο. Με τη συνδροµή του δούκα του ∆υρραχίου, τον οποίο ο Ιερέας της ∆ιόκλειας αποκαλεί Πυρογκόρντι, οι Γκραντίτσνα και Ντραγκίτσνα κατόρθωσαν να καταλάβουν τη Vuranea και την Αντίβαριν. Ο Αυτοκράτορας ανακάλεσε τον δούκα ∆υρραχίου στην Κωνσταντινούπολη, για λόγους τους οποίους µπορούµε µόνο να υποθέσουµε, αποστέλλοντας στη θέση του τον Αλέξιο Κοντοστέφανο, ο οποίος νίκησε τον Γεώργιο· ο τελευταίος κατέφυγε στην Cermeniza.
Ο Γκραντίτσνα, σύµµαχος του Βυζαντίου, κατεδίωξε τον αποστάτη και τότε ο Γεώργιος κλείστηκε σε έναν πύργο στο Obolon. Ο Βυζαντινός αξιωµατούχος κατόρθωσε τελικά να συλλάβει τον Γεώργιο και τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε. Έτσι, ο Γκραντίτσνα, ο οποίος επέδειξε φιλοβυζαντινή στάση µε τη συµµετοχή του στην ανατροπή του Γεωργίου, έγινε κύριος της περιοχής -µε τις ευλογίες του Βυζαντίου, η στήριξη του οποίου ήλθε ως ανταµοιβή για τη φιλοβυζαντινή πολιτική του- εξουσία την οποία διατήρησε για τα επόµενα 11 χρόνια.
Ο Chalandon, ο οποίος υπήρξε από τους ελάχιστους νεότερους µελετητές που υποστήριξαν ότι οι επεµβάσεις του Βυζαντίου στη Σερβία την περίοδο διακυβέρνησης του Ιωάννη Κοµνηνού ήταν δύο, σφάλλει, στη χρονολόγηση: τοποθετεί στο ίδιο χρονικό πλαίσιο τις αφηγήσεις του Χωνιάτη και του Κιννάµου και υποθέτει ότι ο ένας από τους δύο (ο Χωνιάτης) λανθάνει στη χρονική τοποθέτηση. Έτσι, υιοθετεί τη χρονολόγηση του Κιννάµου και τοποθετεί το πρώτο επεισόδιο στην περίοδο 1129 µε 1130. Στη συνέχεια, αναφέρει ότι η βασιλεία του Γκρουµπέσσα διήρκησε επτά έτη, εποµένως η δεύτερη επέµβαση του Βυζαντίου έγινε το 1137.
Αν υιοθετήσει κανείς την άποψη του Chalandon επί του θέµατος, θα πρέπει να θεωρήσει ότι αµφότεροι ο Χωνιάτης και ο Ιερέας της ∆ιόκλειας κάνουν λάθος στη χρονολόγησή τους (και µάλιστα ο τελευταίος δύο φορές) και ότι οι Χωνιάτης και Κίνναµος µιλούν για το ίδιο επεισόδιο όταν αναφέρονται στους Σέρβους. Αν όµως υποθέσουµε ότι και οι τρεις ιστορικοί µας είναι ακριβείς -συνεπώς ο Κίνναµος και ο Χωνιάτης αναφέρονται σε διαφορετικά γεγονότα- λύνεται ένα πρόβληµα που ταλάνιζε για δεκαετίες τους σύγχρονους ερευνητές.
Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι ο Ιωάννης επενέβη δύο φορές στη Σερβία και ότι σε αµφότερες τις περιπτώσεις βρισκόταν ήδη στην ευρύτερη περιοχή: την πρώτη µετά τη νίκη του εναντίον των Πετσενέγων και τη δεύτερη κατά τη διάρκεια του πολέµου µε τους Ούγγρους. Εξάλλου, ούτε από τη µεριά των Σέρβων η χρονική σύµπτωση µπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Στην πρώτη περίπτωση, ίσως θέλησαν να εκµεταλλευτούν το γεγονός ότι ο Αυτοκράτορας µόλις είχε ολοκληρώσει την εκστρατεία του εναντίον των Πετσενέγων.
 
Εποµένως ο στρατός του θα ήταν καταπονηµένος και άρα πιο εύκολα ο ανταπαιτητής του Σερβικού θρόνου Γεώργιος θα πραγµατοποιούσε τα σχέδιά του για ανεξάρτητη από το Βυζάντιο κυριαρχία στην περιοχή. Στη δεύτερη περίπτωση, ο Ιωάννης Β΄ βρισκόταν ήδη σε πόλεµο µε την Ουγγαρία και είτε η τελευταία παρακίνησε τον Γεώργιο είτε αυτός έδρασε αυτοβούλως, υποθέτοντας ότι θα ήταν δύσκολο για τον Βυζαντινό αυτοκράτορα να πολεµήσει ταυτοχρόνως σε δύο µέτωπα.

Η επισκόπηση των γεγονότων που αφορούν στις σχέσεις του Βυζαντίου µε τους Σέρβους µας επιτρέπει να συµπεράνουµε ότι, παρόλο που η Αυτοκρατορία δεν είχε τον άµεσο έλεγχο της περιοχής, ο Ιωάννης τους θεωρούσε υπηκόους του και ως τέτοιους τους συµπεριφερόταν. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας ήταν φυσικό να θεωρεί τους Σέρβους υπηκόους του. Από τη µία πλευρά, οι ίδιοι οι Σέρβοι ενθάρρυναν αυτή την αντιµετώπιση µε τις συνεχείς κρούσεις τους στο Βυζάντιο για παρέµβαση στις εσωτερικές τους υποθέσεις.

Κλιβανοφόροι της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας
Έξαλλου, ήδη από την εποχή του Ηρακλείου, όταν οι Σέρβοι έφτασαν στον χώρο ύστερα από πρόσκληση του Αυτοκράτορα (τουλάχιστον αυτό υποστήριζαν µεταγενέστεροι Βυζαντινοί συγγραφείς όπως ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος), το Βυζάντιο τους θεωρούσε υποτελείς του. Η υποτέλεια αυτή δεν ήταν απλώς θεωρητική, όπως συχνά συνέβαινε µε τους Βουλγάρους, αλλά πραγµατική, καθώς το Βυζάντιο µπορούσε εύκολα, όπως δείχνουν και τα γεγονότα που εξιστορήθηκαν, να επιβάλλει µε τα όπλα τη θέληση του.
Ο Αλέξιος Α΄ κατόρθωσε µεταξύ των ετών 1085 – 1090 να αποκαταστήσει τη Βυζαντινή επικυριαρχία στην περιοχή, ύστερα από µια σύντοµη προσπάθεια των Σέρβων για ανεξαρτησία. Έτσι, ο Ιωάννης Β΄ το 1122 και 1129 δεν είχε κανέναν λόγο να µη θεωρεί τους Σέρβους υποτελείς του, κάτι για το οποίο εκείνοι δεν µπορούσαν να αντιδράσουν αποτελεσµατικά, καθώς αντιµετώπιζαν σοβαρά εσωτερικά προβλήµατα. ∆εν είναι άλλωστε τυχαίο ότι, µετά τη νίκη του 1122, ο Ιωάννης µετέφερε αιχµαλώτους στη Νικοµήδεια και τους ενέταξε όχι µόνο στον στρατό, αλλά και στο Βυζαντινό φορολογικό σύστηµα.

Μόνον οι υπήκοοι του Βυζαντίου -όπως είναι φυσικό- υπέκειντο σε φορολόγηση και άρα οι Σέρβοι που µεταφέρθηκαν στην Ανατολή θεωρούνταν υπήκοοί του. Επιπλέον, ο Γεώργιος και η µητέρα του µεταφέρθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου και φυλακίστηκαν, καθώς αυτή ήταν η τυπική Βυζαντινή συµπεριφορά απέναντι στους αποστάτες. Εποµένως, αν και η επικυριαρχία της Αυτοκρατορίας στην περιοχή ήταν χαλαρή -γεγονός που φαίνεται και από τις συνεχείς αλλαγές των ηγεµόνων και τις αναταραχές στον ίδιο χώρο- ο Ιωάννης δεν ήταν διατεθειµένος να την αφήσει να ξεφύγει από τον έλεγχό του, για τον λόγο αυτόν και επενέβαινε όποτε παρουσιαζόταν ανάγκη.

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΔΑΝΙΣΜΕΝΤΙΔΩΝ 1130-1135
Κατά την περίοδο της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ μεγάλος αντίπαλος των Βυζαντινών στη Μικρά Ασία δεν ήταν οι Σελτζούκοι του Ικονίου αλλά οι Δανισμεντίδες (Τανισμάνιοι στις βυζαντινές πηγές) ηγεμόνες οι οποίοι είχαν κυριαρχήσει σε μεγάλο μέρος της κεντρικής και ανατολικής Μικράς Ασίας.
Οι φιλοδοξίες του Δανισμεντίδη Αμίρ Γαζή Γκιουμουστεγκίν (ο Τανισμάνος των Βυζαντινών πηγών), ο οποίος είχε καταλάβει τη Μελιτηνή (1124) την Άγκυρα, την Καισάρεια και την Κασταμονή (1126 – 1127), εδάφη της Μικράς Αρμενίας και είχε νικήσει τους Φράγκους του πριγκιπάτου της Αντιόχειας το 1130, σε μάχη κατά την οποία σκοτώθηκε ο Νορμανδός πρίγκιπας Βοημούνδος Β΄ ανησύχησαν τον Αυτοκράτορα, ο οποίος την ίδια χρονιά έστρεψε όλη την προσοχή του στο ανατολικό σύνορο.
Το 1130 ο Ιωάννης Β΄ προέλασε με ισχυρές δυνάμεις στη Μικρά Ασία και κατέλαβε την Κασταμονή ενώ στη συνέχεια διεξήγαγε μεγάλες επιχειρήσεις σε περιοχές πέραν του Άλυ ποταμού, όπου κατέλαβε πολλά φρούρια και συνέλαβε μεγάλο αριθμό Εμίρηδων. Η επιστροφή του όμως στην Κωνσταντινούπολη, έδωσε την ευκαιρία στον Αμίρ Γαζή ν΄ανακαταλάβει το 1133 την Κασταμονή. Το επόμενο έτος (1134) ο Αυτοκράτορας ξεκίνησε νέα εκστρατεία εναντίον των Δανισμεντιδών ενώ παράλληλα σύναψε και συμμαχία με το σουλτάνο του Ικονίου Μασούτ Α΄.

Το αποτελέσματα ήταν να καταλάβει εκ νέου την Κασταμονή (1135) ενώ η Γάγγρα έπεσε στα χέρια του ύστερα από σφοδρό πολιορκητικό αγώνα (1135) . Το 1136 εξουδετέρωσε τους Αρμένιους στον Ταύρο. Στη συνέχεια στράφηκε κατά των Δανισμενδιτών (1130 – 1135) όσο και κατά των Σελτζούκων (1137). Καθ’ οδόν απελευθέρωσε πλήθος Μικρασιατικών πόλεων από τα νότια παράλια μέχρι τον Πόντο. Το 1139 συνέχισε προς τα νότια για τις πόλεις Χάμα, Χαλέπι, Σεϋζάρ.

Οι Ντανισμεντίδες ή Δανισμεντίδες κυριάρχησαν στην κεντρική και ανατολική Μικρά Ασία κατά την περίοδο 1071-1178, χωρισμένοι σε δύο μεγάλους κλάδους: της Σεβάστειας (1071-1174) και της Μελιτηνής (1142-1178). Ήταν οι πρώτοι που οργάνωσαν μουσουλμανικό κράτος στη Μικρά Ασία με την ονομασία «Ρουμ» (δηλαδή χώρα των Ρωμαίων) και κυριάρχησαν κατά διαστήματα και στις πόλεις Καισάρεια και Κασταμονή του Πόντου. Ύστερα από πολυετείς συγκρούσεις με το Βυζάντιο και με τους Σελτζούκους του Ικονίου, υποτάχτηκαν το 1178 στο Σελτζούκο σουλτάνο του Ρουμ, Κιλίτζ Αρσλάν Β’.

Η ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 12ου ΑΙΩΝΑ – ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ
Η Μικρά Ασία από το τέλος του 11ου και κατά το μεγαλύτερο μέρος του 12ου αιώνα αποτέλεσε πεδίο πρωτοφανών συγκρούσεων και πολεμικών ανταγωνισμών. Η εισβολή και η εγκατάσταση των Τούρκων στις δυτικές περιοχές της, από το τελευταίο τέταρτο του 11ου αιώνα κι έπειτα, προξένησαν μεγάλες πληγές στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Έλληνες και Τουρκικά φύλα είχαν επιδοθεί σε ανελέητο και αδιάκοπο αγώνα, με ασαφή όρια δράσης. Οι Έλληνες έφθαναν με τις επιδρομές τους ως την έδρα του Σουλτανάτου των Σελτζούκων, το Ικόνιο, ενώ οι Τούρκοι και οι Τουρκομάνοι ως τις δυτικές ακτές τις Μικράς Ασίας.

Οι πόλεις άλλαζαν κυρίαρχο πολλές φορές μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Μέχρι την ανάρρηση του Αλεξίου Α’ Κομνηνού στον θρόνο οι Τούρκοι είχαν εγκατασταθεί σε αρκετές περιοχές στα παράλια του Αιγαίου. Οι επιτυχίες, όμως, του τελευταίου, ειδικά μετά τη νίκη του εναντίον των Σελτζούκων στο Φιλομήλιο το 1116, περιόρισαν τους Τούρκους στο μεγαλύτερο τμήμα του κεντρικού Μικρασιατικού υψιπέδου και στις ανατολικότερες περιοχές, προς το σημερινό Αζερμπαϊτζάν και τον Ευφράτη ποταμό. Οι Βυζαντινοί πέτυχαν να ανακτήσουν όλες τις παράκτιες περιοχές και το δυτικό τμήμα του υψιπέδου.

Μάχη Βυζαντινών και Σελτζούκων
Οι συνεχείς επιδρομές των άτακτων Τουρκικών νομαδικών στιφών, γνωστών ως Τουρκομάνων, ήταν δύσκολο να αντιμετωπιστούν. Αυτοί κατέστρεφαν και λεηλατούσαν πόλεις και περιουσίες, έσπευδαν να αποσυρθούν με την εμφάνιση του Βυζαντινού στρατού και επέστρεφαν στο έργο τους όταν αυτός απουσίαζε. Οι Σελτζούκοι του Ικονίου μόνο θεωρητικά ασκούσαν κάποια κυριαρχία στους βάρβαρους νομάδες. Αυτές ακριβώς οι επιδρομές είχαν φέρει το τέλος κάθε σταθερού πολιτικού ελέγχου στις περισσότερες περιοχές.
Στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία Έλληνες, Αρμένιοι, Τουρκομάνοι, Λατίνοι, Κούρδοι και Άραβες είχαν επίσης επιδοθεί σε αδιάκοπη πολεμική αναμέτρηση. Το σχέδιο που ακολούθησε ο Ιωάννης Κομνηνός ήταν ίδιο με εκείνο του πατέρα του, Αλεξίου: εκμετάλλευση των διαμαχών που αποδυνάμωναν τους αντιπάλους του, ώστε να ανακαταλάβει τα Μικρασιατικά εδάφη είτε με διπλωματικά μέσα, είτε με πολεμικές αναμετρήσεις. Αυτή ήταν η κατάσταση την οποία είχε να αντιμετωπίσει ο Ιωάννης μετά τη διευθέτηση των ζητημάτων στη χερσόνησο του Αίμου.
Όμως κατά τη δεκαετή απουσία του στην Ευρώπη είχε συντελεσθεί μια αλλαγή στη δυναμική των αντιπάλων του στη Μικρά Ασία. Οι Δανισμεντίδες Τούρκοι, που κατείχαν το βορειοανατολικό μέρος της Μικρασιατικής χερσονήσου, εξαπλώθηκαν σε βάρος του Σουλτανάτου του Ικονίου και ο Εμίρης τους, Γκαζί Β’, κατέλαβε τις σημαντικές πόλεις Άγκυρα, Κασταμονή, Καισάρεια, Μελιτηνή και (την οχυρή) Γάγγρα. Τον Φεβρουάριο του 1130 στις όχθες του ποταμού Πυράμου της Κιλικίας ο Εμίρης των Δανισμεντιδών συνέτριψε τον στρατό του Πριγκηπάτου της Αντιόχειας.
Ο βασιλιάς Βοημούνδος Β’ έπεσε στο πεδίο της μάχης και το κεφάλι του εστάλη από τον Γκαζί ως δώρο στον χαλίφη της Βαγδάτης. Φυσικό ήταν, λοιπόν, ο Ιωάννης να εστιάσει την προσοχή του στον τομέα αυτό. Με μια σειρά από εκστρατείες από το 1130 ως το 1135 έδιωξε τους Τούρκους που είχαν εισδύσει κατά την απουσία του στις βόρειες περιοχές της χερσονήσου (Παφλαγονία, Γαλατία) και στα παράλια του Πόντου. Τότε κατέλαβε και απελευθέρωσε μεγάλες και σημαντικές πόλεις όπως η Άγκυρα και η Κασταμονή, από όπου κατάγονταν οι Κομνηνοί, και υπέταξε τοπικούς Εμίρηδες, μεταξύ αυτών εκείνους της Γάγγρας και της Αμάσειας.
Ο θρίαμβος του αυτοκράτορα Τσιμισκή  αποτυπωμένο στην «Σύνοψη Ιστοριών » του Ιωάννου Σκυλίτση
Το 1133 επέστρεψε για να οργανώσει θρίαμβο στην Πόλη. Επρόκειτο για τον πρώτο μετά τον θρίαμβο του Τσιμισκή εναντίον των Ρώσων το 972. Όπως ο Τσιμισκής, έτσι και ο Ιωάννης, τοποθέτησε την εικόνα της Θεοτόκου στο τέθριππο άρμα και ο ίδιος ακολούθησε από πίσω. Την επόμενη χρονιά άρχισε νέα εκστρατεία, την οποία αναγκάστηκε να διακόψει λόγω του αιφνίδιου θανάτου της αγαπημένης του γυναίκας. Μετά την ταφή της τέθηκε εκ νέου επικεφαλής των στρατευμάτων του.
Το ίδιο έτος (στα τέλη του καλοκαιριού του 1134) πέθανε και ο Εμίρης Γκαζί Β’, ενώ ο Ιωάννης συνέχιζε να αποσπά εδάφη της επικρατείας του. Στις αρχές του 1135 ο τελευταίος επέστρεψε στην Πόλη. Ηταν έτοιμος να ασχοληθεί με τους Αρμένιους της Κιλικίας και το Πριγκηπάτο της Αντιόχειας. Οι Τούρκοι ήταν πλέον αποκομμένοι από τα παράλια της Μικράς Ασίας και του Ευξείνου Πόντου. Οι αγώνες κατά των Δανισμεντιδών κορυφώθηκαν με την εκστρατεία των ετών 1139 – 1140 εναντίον της Νεοκαισάρειας και του νέου εμίρη Μαλίκ Μαχμούτ, γιου του Γκαζί Β’. Σύμμαχός τους ήταν και ο δούκας της Τραπεζούντας, Κωνσταντίνος Γαβράς.
Η θέα και μόνο του ισχυρότατου Βυζαντινού στρατού αρκούσε για να σπείρει τον πανικό. Ενδεικτική είναι η περιγραφή του ιστορικού Μιχαήλ του Σύρου. Όταν ο Ιωάννης ξεκίνησε την εκστρατεία του εναντίον της Νεοκαισάρειας οι Τούρκοι σκότωναν όποιον άκουγαν να προφέρει το όνομα του Αυτοκράτορα, εξανδραπόδιζαν την οικογένειά του και δήμευαν την περιουσία του. Ο Αυτοκράτορας προήλαυνε ασταμάτητος. Ο Γαβράς υπέκυψε και ο Μαχμούτ κλείστηκε στο φρούριο της Νεοκαισάρειας.
Η άγρια και ορεινή φύση, σε συνδυασμό με την αποφασιστικότητα των υπερασπιστών, δεν επέτρεψαν στον Ιωάννη να καταλάβει την πόλη και έτσι αυτός αναγκάστηκε να λύσει την πολιορκία. Στην εκστρατεία αυτή διακρίθηκε ο διάδοχός του, Μανουήλ Α’. Αυτό υπήρξε το αποκορύφωμα της Βυζαντινής ισχύος στη Μικρά Ασία στη μετά Ματζικέρτ εποχή. Αν και δεν πέτυχε τον αντικειμενικό σκοπό του, που ήταν η κατάληψη της πόλης, ο Ιωάννης έσπειρε τέτοιον πανικό στους Δανισμεντίδες ώστε αυτοί δεν επιχείρησαν έκτοτε εναντίον του το παραμικρό. Σε αυτό συνέβαλε και ο θάνατος του Δανισμεντίδη ηγεμόνα Μαχμούτ το 1142.
Το κράτος διανεμήθηκε στους τρεις γιους του, οι οποίοι αμέσως ξεκίνησαν τις πατροπαράδοτες έριδες. Ετσι αντί ενός ισχυρού κράτους δημιουργήθηκαν τρεις αντιμαχόμενες δυναστείες. Αν δεν τον προλάβαινε ο θάνατος, ίσως ο Ιωάννης να είχε καταφέρει να συντρίψει τους Δανισμεντίδες. Γεγονός είναι πάντως ότι η ευκαιρία αυτή πέρασε ανεκμετάλλευτη. Ο διάδοχος του Ιωάννη, Μανουήλ Α’, έδωσε βαρύτητα στις δυτικές υποθέσεις (εκστρατεία στη Σικελία, Β’ σταυροφορία). Ετσι την κατάσταση εκμεταλλεύθηκαν οι Σελτζούκοι, που άρχισαν να περιορίζουν τους ομοφύλους τους εδαφικά και πολιτικά.

Συγχρόνως άρχισαν να εμφανίζονται αλλαγές στην ιδεολογία των Χριστιανών της Μικράς Ασίας, όπως αποδεικνύει περίτρανα ένα περιστατικό κατά την τελευταία εκστρατεία του Ιωάννη, το 1142 – 1143. Οι Έλληνες κάτοικοι των νήσων της λίμνης Πουσγούσης, διατηρώντας εμπορικές σχέσεις με τον Σουλτάνο του Ικονίου, αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την επικυριαρχία του Αυτοκράτορα και υποτάχθηκαν σε αυτόν ύστερα από πολιορκία. Η αντίστροφη μέτρηση για τον εξισλαμισμό της Μικράς Ασίας είχε αρχίσει.

ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΚΙΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ

Το 1135 ο Ιωάννης διέκοψε προσωρινά τους αγώνες του εναντίον των Δανισμεντιδών για να ασχοληθεί με τα νοτιοανατολικά σύνορα της Αυτοκρατορίας. Νωρίτερα φρόντισε να εξασφαλίσει τα νώτα του στη Δύση. Ο Ρογήρος, ο Νορμανδός βασιλιάς της Σικελίας, έδειχνε επικίνδυνα ενδυναμωμένος. Ο Ιωάννης έστειλε πρέσβεις στον βασιλιά της Γερμανίας Λοθάριο για να κλείσει μαζί του συμφωνία. Αυτή προέβλεπε ότι έναντι μεγάλης χρηματικής αμοιβής οι Γερμανοί θα επιτίθεντο στους Νορμανδούς την άνοιξη του 1137 με σκοπό τη συντριβή τους.

Η πόλη Ταρσός στην Κιλικία.1838

Στον αντινορμανδικό συνασπισμό προσχώρησε το 1136 και η Πίζα, έναντι εμπορικών προνομίων στα λιμάνια της Αυτοκρατορίας. Η παρουσία των Αρμενίων στην Κιλικία άρχισε στα τέλη της ένδοξης βασιλείας του Βασιλείου Β’. Μετά την ειρηνική ενσωμάτωση της Αρμενίας στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ο Βουλγαροκτόνος και οι διάδοχοί του πρότειναν στους Αρμένιους αριστοκράτες ανταλλαγή των κτημάτων τους στην Αρμενία με πιο εύφορα στην περιοχή της Κιλικίας. Υπήρξε συμφωνία και έτσι ξεκίνησε μια σταθερή ροή Αρμενίων προς την Κιλικία.

Η ροή αυτή έγινε χείμαρρος μετά τη μάχη του Ματζικέρτ και την εγκατάσταση των Τούρκων στην Αρμενία. Οι νέοι κάτοικοι της Κιλικίας δημιούργησαν σιγά-σιγά ημιαυτόνομα κράτη και ονόμασαν την περιοχή «Μικρά Αρμενία». Μετά την εγκατάστασή τους στη Συρία και στην Παλαιστίνη οι σταυροφόροι θέλησαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους την περιοχή της Κιλικίας, η οποία αποτελούσε σύνδεσμο γι’ αυτούς με τη Δύση. Τα κατάφεραν σχετικά εύκολα. Υπέταξαν όλους τους Αρμένιους ηγεμόνες της περιοχής, με μια εξαίρεση: την επικράτεια του Λέοντα Ρούπεν.

Ο τελευταίος διατεινόταν πως ήταν απόγονος του τελευταίου Βαγρατίδη βασιλιά της Αρμενίας. Στις σχέσεις του ήταν διπρόσωπος και τυχοδιώκτης. Δεν ήταν ευρείας αποδοχής από τον λαό του. Παρόλα αυτά κατείχε τις σημαντικότερες πόλεις της Κιλικίας, την Ταρσό, τα Άδανα και τη Μομψουεστία. Ο νέος πρίγκηπας της Αντιόχειας, Ραϋμούνδος του Πουατιέ, συγκρούστηκε μαζί του το 1136 και τον νίκησε. Ο Λέοντας Ρούπεν (ο Λεβούνιος των Βυζαντινών ιστορικών), φυλακίστηκε και χρειάστηκε να δώσει πολύ χρυσό και τις πόλεις Άδανα και Μομψουεστία για να αποκτήσει την ελευθερία του.

Ο Ρωμαϊκός στρατός της ανατολικής αυτοκρατορίας πολιορκεί την  Μομψουεστία

Ο Ραϋμούνδος φαινόταν ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος της περιοχής. Την άνοιξη του 1137 όμως πληροφορήθηκε έντρομος ότι ο αυτοκράτορας Ιωάννης Β’ Κομνηνός προήλαυνε εναντίον του επικεφαλής μιας μεγάλης και εμπειροπόλεμης στρατιάς, που παρέσυρε τα πάντα στο πέρασμά της. Οι τρεις μεγάλες πόλεις της Κιλικίας τις οποίες προαναφέραμε άλλαξαν αμέσως χέρια, το ίδιο και η Σελεύκεια και το απόρθητο φρούριο της Αναζάρβου. Ο Λέων διέφυγε στον Ταύρο αρνούμενος να παραδοθεί.

Τοπογραφικό διάγραμμα της Ανάζαρβου.

Ο Ιωάννης επιθυμώντας να κερδίσει χρόνο τον άφησε και συνέχισε την προέλασή του. Στις 29 Αυγούστου στρατοπέδευσε εμπρός από τα τείχη της Αντιόχειας. Η Αντιόχεια έπειτα από τον θάνατο του Βοημούνδου Β’ από τον Γκαζί Β’ στον ποταμό Πύραμο, περιέπεσε σε δυναστικές περιπέτειες. Τελικά νέος κύριός της ορίστηκε ο Ραϋμούνδος του Πουατιέ. Οι Βυζαντινοί άρχισαν την πολιορκία της με συνεχές σφυροκόπημα των τειχών. Σωτηρία δεν φαινόταν για το πριγκηπάτο. Ο Ραϋμούνδος έστειλε μυστικά αγγελιαφόρο στον Ιωάννη προτείνοντάς του να παραμείνει αντιβασιλιάς στην πόλη, αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του Αυτοκράτορα.

Τα  Βυζαντινά τείχη της Αντιόχεις από την δυτική πλευρά .1838
Ο Ιωάννης απέρριψε τις προτάσεις. Ήθελε παράδοση άνευ όρων. Ο Ραϋμούνδος απάντησε ότι δεν είχε τέτοια εξουσία και έπρεπε να συμβουλευτεί τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ, Φούλκων. Ο τελευταίος γνώριζε ότι τα κράτη των σταυροφόρων θα υπέκυπταν στη Μουσουλμανική πίεση αργά ή γρήγορα, αν δεν λάμβαναν βοήθεια από τη μοναδική Χριστιανική δύναμη της Ανατολής, τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Ετσι απάντησε στον Ραϋμούνδο ότι η Αντιόχεια ανήκε, βάσει της συμφωνίας Αλεξίου Α’ και σταυροφόρων, στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα.

Πριν την καταλάβουν οι Τούρκοι ήταν πόλη της Αυτοκρατορίας, συνεπώς το σωστό ήταν να επιστραφεί από τους σταυροφόρους στους Έλληνες. Έτσι οι πύλες της πόλης άνοιξαν και ο Ιωάννης είδε με συγκίνηση να κυματίζει περήφανα το λάβαρο της Αυτοκρατορίας στα τείχη και στην ακρόπολή της. Ο Ραϋμούνδος είχε υποχρεωθεί προηγουμένως να μεταβεί πεζός στο στρατόπεδο του Αυτοκράτορα και να ορκιστεί υποταγή. Ο Ιωάννης έδειξε για άλλη μια φορά τη μεγαλοψυχία του. Εδωσε στον Ραϋμούνδο πλούσια δώρα και τον διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να επιστρέψει μαζί του στην πόλη.

Παράλληλα έκανε και τον εξής διακανονισμό μαζί του: θα εκστράτευαν μαζί εναντίον των Μουσουλμάνων και αν κατελάμβαναν το Χαλέπι και τις γύρω πόλεις θα του το παραχωρούσε σε αντάλλαγμα της ολοκληρωτικής υποταγής της Αντιόχειας στους Βυζαντινούς. Η Αυτοκρατορική πολιτική ήταν σχεδόν πάντα ρεαλιστική. Ήταν ασύνετο να επιχειρήσει ο Ιωάννης να διώξει τους Νορμανδούς και τους Φράγκους από την Αντιόχεια χωρίς αντάλλαγμα. Επιπλέον με βάση τη συμφωνία περιστοίχιζε την πόλη με υποτελή κράτη που θα απορροφούσαν τις Μουσουλμανικές επιθέσεις.

Ο Ραϋμούνδος δεν είχε βέβαια πολλά περιθώρια επιλογής. Επειδή πλησίαζε ο χειμώνας, ο Ιωάννης προτίμησε να ασχοληθεί με τον Λέοντα Ρούπεν. Τον κατεδίωξε στις χιονισμένες κορυφές του Ταύρου, τον συνέλαβε με την οικογένειά του και τούς έκλεισε όλους στις φυλακές της Κωνσταντινούπολης. Την άνοιξη του 1138 ήταν έτοιμος να ξεκινήσει από την Αντιόχεια την εκστρατεία του εναντίον των Μουσουλμάνων της Συρίας. Λίγες εβδομάδες πριν συνελήφθησαν όλοι οι έμποροι και οι ταξιδιώτες από το Χαλέπι και τις γύρω περιοχές για να μην προδοθούν τα σχέδια και οι ετοιμασίες.

Η κατάληψη της Έδεσσας στη Συρία από τον βυζαντινό στρατό και την αραβική αντεπίθεση.

Στον στρατό του Κομνηνού προστέθηκαν οι δυνάμεις του Ραϋμούνδου, Ναϊτες ιππότες και δυνάμεις του κόμη της Έδεσσας, Ζοσλέν Β’. Ο Ιωάννης, αφού κατέλαβε κάποια οχυρά, άρχισε να πολιορκεί το Χαλέπι. Διαβλέποντας ότι η πολιορκία θα διαρκούσε αρκετά κατευθύνθηκε νοτιότερα, στην πόλη – κλειδί Σεζέρ, τη Λάρισα της Συρίας των αρχαίων χρόνων. Οι πολιορκητικές μηχανές που είχε μαζί του ο Αυτοκρατορικός στρατός ήταν θαύματα μηχανικής. Η πόλη θα έπεφτε αν βοηθούσαν και οι Φράγκοι ηγεμόνες.

Καταπέλτης του αυτοκρατορικού στρατού του Βυζαντίου 11-12 αι.
Αυτοί όμως προτίμησαν όχι μόνο να απέχουν επιδεικτικά παίζοντας ζάρια στη σκηνή τους, αλλά και να δημιουργούν προβλήματα υποσκάπτοντας την ενότητα του Χριστιανικού στρατού. Ενώ Μουσουλμανικά στρατεύματα από τον χαλίφη της Βαγδάτης έσπευδαν προς βοήθεια της πόλης, ο Ιωάννης κατάφερε να κυριεύσει ένα μέρος της. Ο Εμίρης της Σεζέρ προσέφερε στον Ιωάννη την επικυριαρχία της πόλης, μεγάλη πολεμική αποζημίωση, ετήσιο φόρο υποτέλειας και κάποια προσωπικά αντικείμενα του Ρωμανού Διογένη από τη μάχη του Ματζικέρτ.

Ο Ιωάννης δέχθηκε την προσφορά του Εμίρη και επέστρεψε στην Αντιόχεια καταλαμβάνοντας κι άλλα Μουσουλμανικά οχυρά. Βλέποντας από την τελευταία εκστρατεία του ότι δεν μπορούσε να υπολογίζει στους δύο συμμάχους του, πραγματοποίησε χρήση του δικαιώματος της επικυριαρχίας. Ζήτησε από τον Ραϋμούνδο να του παραχωρήσει την ακρόπολη της Αντιόχειας για να φυλάξει τους θησαυρούς του και να διαχειμάσουν ο ίδιος και η ακολουθία του ετοιμάζοντας τη νέα του εκστρατεία. Ο Ραϋμούνδος δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Το φρούριο της Έδεσσας στη Σανλί Ούρφα της σημερινής Τουρκίας.1864
Ο Ζοσλέν της Έδεσσας όμως διέδωσε στην πόλη ότι ο Αυτοκράτορας είχε σκοπό να διώξει τους Φράγκους από την Αντιόχεια. Όπως ήταν αναμενόμενο, επικράτησε αναταραχή στους δρόμους της πόλης, για την οποία ο Ιωάννης ειδοποιήθηκε. Ο Αυτοκράτορας γνωρίζοντας τη διπροσωπία των συμμάχων του, αντιλήφθηκε την παγίδα που του είχαν στήσει. Δεν θέλησε όμως να χρησιμοποιήσει τον στρατό του για την καταστολή της ανταρσίας. Αρκέσθηκε μόνο στην ανανέωση των όρκων των υποτελών και των «συμμάχων» του και μετά από λίγες μέρες αναχώρησε για την πρωτεύουσα. Εκεί πληροφορήθηκε ευχάριστα νέα.
Ο αδελφός του Ισαάκιος και ο γιος του Ισαακίου, Ιωάννης, οι οποίοι επί χρόνια συνεργάζονταν με τους Τούρκους για την ανατροπή του Αυτοκράτορα, βλέποντας το μάταιο των κόπων τους εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους. Ζήτησαν συγχώρεση από τον Ιωάννη, ο οποίος δεν την αρνήθηκε. Η δημοτικότητα του Ιωάννη είχε φθάσει πλέον στα ύψη και ήταν ο αγαπημένος του λαού και του στρατού. Ακόμα και οι εχθροί του δεν αρνούντο τις αρετές και τις ικανότητές του.

Το 1139 – 1140 στράφηκε πάλι, όπως είδαμε, εναντίον των Δανισμεντιδών. Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας αυτής ο ανηψιός του Ιωάννης προσχώρησε οριστικά στους Τούρκους. Ασπάσθηκε τον Ισλαμισμό και νυμφεύθηκε την κόρη του Σελτζούκου Σουλτάνου Μασούντ. Ο ίδιος είχε ζητήσει συγχώρεση από τον Αυτοκράτορα λίγο καιρό πριν για τη συνεργασία του με τους Μουσουλμάνους.

Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός με θριαμβευτική στολή και αυτοκρατορικά σύμβολα εξουσίας.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ
Το 1142 ο Ιωάννης ήταν έτοιμος για μια νέα εκστρατεία στη Συρία, που έμελλε να είναι και η τελευταία του. Είχε φροντίσει προηγουμένως να ανανεώσει τη συμμαχία του με τον νέο Γερμανό αυτοκράτορα, Κορράδο Γ’, διάδοχο του Λοθαρίου. Η συμμαχία επισφραγίστηκε με τον αρραβώνα της κουνιάδας του Κορράδου, Βέρθας του Σούλτσμπαχ, με τον νεώτερο γιο του Ιωάννη, Μανουήλ. Επιπλέον εξασφαλίστηκε και η ουδέτερη στάση των Ιταλικών ναυτικών πόλεων κατά τη διάρκεια της απουσίας του.
Μαζί του πήρε και τους τέσσερις γιους του. Πρώτος στόχος του ήταν η Αττάλεια, που κινδύνευε πάλι να αποκλειστεί από την ενδοχώρα. Απώθησε τους Τουρκομάνους από τα εδάφη της Αυτοκρατορίας και ενίσχυσε τα οχυρά και τις φρουρές τους. Στην Κιλικία τον κτύπησε μια νέα τραγωδία. Ο πρωτότοκος, πολυαγαπημένος γιος του Αλέξιος, ο οποίος προοριζόταν για διάδοχος, αρρώστησε βαριά και πέθανε σε λίγες ημέρες. Ο Ιωάννης συντετριμμένος ζήτησε από τους δυο μεγαλύτερους γιους του, Ανδρόνικο και Ισαάκιο, να συνοδεύσουν τη σορό διά θαλάσσης στην Κωνσταντινούπολη.
Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο Ανδρόνικος προσβλήθηκε από την ίδια ασθένεια και πέθανε. Ο Ιωάννης παρά τα κτυπήματα της μοίρας συνέχισε την προέλασή του. Μήνυσε στον Ραϋμούνδο της Αντιόχειας ότι αξίωνε την άμεση παράδοση της πόλης. Ο Ραϋμούνδος γνώριζε ότι δεν είχε δυνατότητα να αντισταθεί, ούτε να τον εξαπατήσει. Οι Βασάλοι του όμως τού είπαν ότι δεν είχε δικαίωμα να παραδώσει την πόλη, διότι βασίλευε σε αυτήν ως σύζυγος της νόμιμης κληρονόμου. Ο Ιωάννης αντιλήφθηκε ότι μοναδική του επιλογή ήταν ο πόλεμος.
Επειδή ήταν χειμώνας, προτίμησε να καταλάβει τα τελευταία φρούρια των Δανισμεντιδών στην περιοχή και να οργανώσει καλύτερα την εκστρατεία του για την επόμενη άνοιξη. Τότε ήλθε το μοιραίο. Τον Μάρτιο του 1143, σε ένα κυνήγι αγριόχοιρων στον Ταύρο, πληγώθηκε στο χέρι από βέλος. Αρχικά δεν έδωσε σημασία, αλλά η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Το τέλος δεν φαινόταν μακριά. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, φρόντισε για τις τελευταίες λεπτομέρειες και κυρίως για τη διαδοχή του. Μοίρασε απλόχερα δώρα σε όσους τον είχαν υπηρετήσει πιστά επί τόσα χρόνια και σε τόσες εκστρατείες
Από τους δύο γιους που του απέμεναν, τον Ισαάκιο και τον Μανουήλ, επέλεξε ως διάδοχό του τον Μανουήλ, ως ικανότερο. Έστειλε μάλιστα τον μέγα Δομέστικο Ιωάννη Αξούχ στην Κωνσταντινούπολη για να προετοιμάσει τη διαδοχή ομαλά, πριν φθάσει εκεί η είδηση του θανάτου του. Ήταν Κυριακή του Πάσχα, 4 Απριλίου του 1143, όταν ο Ιωάννης με τα αδύναμα χέρια του έστεψε με δυσκολία τον Μανουήλ. Στις 8 Απριλίου εξομολογήθηκε για τελευταία φορά σε έναν μοναχό από την Παμφυλία και μετέλαβε των Αχράντων Μυστηρίων. Το βράδυ της ίδιας ημέρας άφησε την τελευταία του πνοή, έχοντας τη συνείδησή του ήσυχη ότι είχε αγωνιστεί όσο λίγοι για το καλό της Αυτοκρατορίας και των υπηκόων του.
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΔΙΑΔΟΧΟΥ ΜΑΝΟΥΗΛ
Αν ο Ιωάννης στην εξωτερική του πολιτική έστρεψε όλη του την προσοχή στην Ανατολή, ο διάδοχός του Μανουήλ, λόγω των σχέσεών του με τους Νορμανδούς και των προσωπικών του συμπαθειών με τη Δύση, ασχολήθηκε κυρίως με αυτήν, πράγμα που είχε θλιβερές συνέπειες για την Αυτοκρατορία. Ο κίνδυνος των Σελτζούκων, που δε συνάντησαν αρκετή αντίσταση, έγινε πάλι πολύ απειλητικός στα ανατολικά σύνορα. Η συνοριακή περιοχή της Μικράς Ασίας ήταν σχεδόν συνεχώς εκτεθειμένη στις καταστροφικές επιθέσεις των Μουσουλμάνων, που εξολόθρευαν τον Χριστιανικό πληθυσμό.
Λεπτομέρειες από τον διάκοσμο των τειχών του Ικονίου, με ανάγλυφα, αγάλματα και αρχιτεκτονικά στοιχεία από διάφορες ιστορικές περιόδους, σύμφωνα με την πρακτική της ενσωμάτωσης των αρχαιοτήτων στα τείχη, η οποία διακρίνει την αρχιτεκτονική των Σελτζούκων.

Ο Μανουήλ θέλοντας να εξασφαλίσει την τάξη και την ασφάλεια στις συνοριακές περιοχές, ανήγειρε και κατασκεύασε αρκετά οχυρά, κυρίως στα μέρη εκείνα που ενοχλούνταν περισσότερο από τους εχθρούς. Δεν μπορεί όμως να λεχθεί ότι ήταν επιτυχείς οι εχθρικές ενέργειες του Μανουήλ εναντίον των Τούρκων. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του συμμάχησε με τους Μουσουλμάνους Εμίρηδες της Καππαδοκίας και άρχισε να πολεμά τον Σουλτάνο του Ικονίου.

Άποψη των τειχών του Ικονίου. Διακρίνεται αρχαίο άγαλμα και άλλα στοιχεία διακόσμου από διάφορες ιστορικές περιόδους, σύμφωνα με την πρακτική της ενσωμάτωσης των αρχαιοτήτων στα τείχη, η οποία διακρίνει την αρχιτεκτονική των Σελτζούκων.

Τα Αυτοκρατορικά στρατεύματα με επιτυχία έφτασαν στην κύρια πόλη του Σουλτανάτου, το Ικόνιο, αλλά πιθανόν επειδή έμαθαν ότι ο Σουλτάνος έλαβε ενισχύσεις, λεηλάτησαν μόνο τα περίχωρα κι αποσύρθηκαν για να υποστούν, όταν γύριζαν, μια φοβερή ήττα από τους Σελτζούκους, που τέλειωσε με μια πραγματική καταστροφή.

Ερείπια του ανακτόρου των Σελτζούκων Σουλτάνων του Ρουμ στο Ικόνιο.

Τα νέα όμως της Σταυροφορίας, τα οποία ήταν απειλητικά για τον αυτοκράτορα όσο και για το Σουλτανάτο, ανάγκασαν και τους δύο να επιδιώξουν ειρήνη, την οποία τελικά πέτυχαν.

ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΩΝ
Νορμανδοί του 11ου αι.

Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ, η πολιτική του προς τη Δύση, όπως και αυτή των προκατόχων του, ρυθμιζόταν από την ιδέα μιας συμμαχίας με τη Γερμανία που έγινε πραγματικότητα, κάτω από την πίεση του κοινού κινδύνου που δημιουργούσε η αυξανόμενη δύναμη των Νορμανδών της Ιταλίας. Ανανεώθηκαν οι συνεννοήσεις που έγιναν με τον Κόνραντ Γ’ της Γερμανίας και είχαν διακοπεί με το θάνατο του Ιωάννη. Το ζήτημα του γάμου του Μανουήλ με τη Βέρθα Sulzbach, αδελφή της γυναίκας του Κόνραντ, που είχε συζητηθεί επί Ιωάννη, και πάλι επί τάπητος.

Σ’ ένα του γράμμα προς τον Μανουήλ ο Κόνραντ γράφει ότι ο γάμος αυτός θα αποτελούσε εγγύηση μιας μόνιμης συμμαχίας και σταθερής φιλίας, καθώς και του ότι ο Γερμανός άρχοντας θα ήταν «φίλος των φίλων της Αυτοκρατορίας και εχθρός των εχθρών της». Το γεγονός αυτό θα ήταν μια εγγύηση του ότι σε περίπτωση κινδύνου της Αυτοκρατορίας, η Γερμανία δε θα έστελνε απλά ενισχύσεις, αλλά θα έσπευδε σε βοήθεια με όλο της το στρατό με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα.
Η Γερμανική  αριστερά με το φλάμπουρό της και δεξιά η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία με τα φλάμπουρα της  .Χάρτης του Waldseemuller του 1507
Ο γάμος του Μανουήλ με τη Βέρθα, η οποία στο Βυζάντιο πήρε το όνομα Ειρήνη, επισφράγισε τη συμμαχία των δύο Αυτοκρατοριών. Η συμμαχία αυτή έδωσε στον Μανουήλ την ελπίδα να απαλλαγεί από τον κίνδυνο του Ρογήρου Β’. Φυσικά ο Ρογήρος αντιμετωπίζοντας δυο τέτοιους εχθρούς συγχρόνως, όπως το Βυζάντιο και τη Γερμανία, δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει την έναρξη ενός πολέμου με το Βυζάντιο, ελπίζοντας, όπως παλιά, να πετύχει.
Ένα όμως απροσδόκητο γεγονός κατέστρεψε τα όνειρα του Μανουήλ και τις πολιτικές του προσδοκίες. Η Β’ Σταυροφορία άλλαξε ριζικά την κατάσταση, για ένα διάστημα τουλάχιστον, στερώντας το Βυζάντιο από την υποστήριξη της Γερμανίας και εκθέτοντας την Αυτοκρατορία στο διπλό κίνδυνο των Σταυροφόρων και των Νορμανδών.
Η Β’ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1147 – 1149)

Μετά την Α’ Σταυροφορία, οι Χριστιανοί άρχοντες της Ανατολής, δηλαδή ο Αυτοκράτορας του Βυζαντίου και οι Λατίνοι άρχοντες της Αντιόχειας, της Έδεσσας και της Τρίπολης, καθώς και ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, αντί να επιχειρήσουν να χτυπήσουν ενωμένοι τη δύναμη των Μουσουλμάνων, ήταν απασχολημένοι με τις εσωτερικές τους διαμάχες, βλέποντας με καχυποψία την πολιτική ενίσχυση των γειτόνων τους. Οι εχθρικές σχέσεις κυρίως μεταξύ του Βυζαντίου, της Αντιόχειας και της Έδεσσας υπήρξαν καταστροφικές για το κοινό καλό.

Οι συνθήκες αυτές έδωσαν τη δυνατότητα στους Μουσουλμάνους, οι οποίοι είχαν εξασθενήσει και υποχωρήσει μετά την Α’ Σταυροφορία, να αναλάβουν και να απειλήσουν και πάλι, από τη Μεσοποταμία, τις κτήσεις των Χριστιανών. Το 1144 ο Zangi, ένας από τους Μουσουλμάνους άρχοντες, πολιόρκησε την Έδεσσα. Ένα ανώνυμο χρονικό της Συρίας περιγράφει με λεπτομέρεια την πολιορκία και την κατάκτησης της Έδεσσας. Ο Zangi, όπως λέει ο χρονογράφος, «εγκατέλειψε την Έδεσσα 4 μέρες μετά την κατάληψη της πόλης.

Έδεσσα -Το κάστρο της Βίρθας πάνω στον ποταμό Ευφράτη,
Οι κάτοικοι της Έδεσσας έσπευσαν να ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους τους και ο πληθυσμός επανήλθε στην πόλη. Ο κυβερνήτης Zain-ed-Din, που ήταν ένας καλός άνθρωπος, φέρθηκε στους κατοίκους της πόλης πολύ καλά» (Chabot). Μετά το θάνατο όμως του Zangi, το 1146, ο πρώην κόμης της Έδεσσας Joscelin, επανέκτησε την πόλη, αλλά ο γιος του Zangi, Nur-ad-Din, την κατέκτησε και πάλι εύκολα και την κατέστρεψε σχεδόν τελείως, αφού έσφαξε τους Χριστιανούς και πούλησε τις γυναίκες και τα παιδιά τους σαν σκλάβους.
Το κτύπημα ήταν βαρύ για τον Χριστιανισμό της Ανατολής. Ούτε η Ιερουσαλήμ, ούτε η Αντιόχεια, ούτε η Τρίπολη μπορούσαν να βοηθήσουν τον πρίγκιπα της Έδεσσας. Λίγο μετά την πτώση της Έδεσσας, οι Λατινικές κτήσεις, κυρίως η Αντιόχεια, άρχισαν να απειλούνται σοβαρά. Η πτώση της Έδεσσας έκανε μεγάλη εντύπωση στη Δύση και ανανέωσε το ενδιαφέρον για τους Αγίους Τόπους.
Βερνάρδος του Κλαιρβώ,

Ο Πάπας όμως της περιόδου αυτής, Ευγένιος Γ’, δεν μπορούσε να αναλάβει ή να διαδώσει την ιδέα μιας νέας Σταυροφορίας, λόγω της δημοκρατικής κίνησης που ξέσπασε την 5η δεκαετία στη Ρώμη και που έκανε επισφαλή τη θέση του Πάπα στην Αιώνια Πόλη, αναγκάζοντάς τον ακόμα να εγκαταλείψει τη Ρώμη για ένα χρονικό διάστημα. Ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ’ φαίνεται να υπήρξε ο πραγματικός εμπνευστής της Σταυροφορίας και κήρυκας της ιδέας του έγινε ο μοναχός Βερνάρδος του Κλαιρβώ, που με τις θερμές του εκκλήσεις πήρε πρώτα απ’ όλα με το μέρος του τη Γαλλία.

Στη συνέχεια πέρασε στη Γερμανία και έπεισε τον Κόνραντ Γ’ να πάρει τον Σταυρό, ενώ συγχρόνως ενέπνευσε τους Γερμανούς να συμμετάσχουν στην εκστρατεία. Οι λαοί όμως της Δύσης, έχοντας αποκτήσει πικρή πείρα από την Α’ Σταυροφορία, που τους είχε απογοητεύσει με τα αποτελέσματά της, δεν έδειξαν τον παλιό τους ενθουσιασμό και στη συνάντηση που έγινε στη Βουργουνδία οι Γάλλοι φεουδάρχες τάχθηκαν κατά της Σταυροφορίας. Τελικά όμως, αν και με κάποια δυσκολία, ο Βερνάρδος τους πήρε με το μέρος του, πείθοντάς τους με το πάθος και την ευγλωττία του.
O Γερμανός βασιλιάς Κόνραντ Γ’

Στην αντίληψη του Βερνάρδου, το αρχικό σχέδιο του Λουδοβίκου Ζ’ ευρυνόταν. Χάρη στο Βερνάρδο συγχρόνως με τη Σταυροφορία οργανώθηκαν άλλες δύο εκστρατείες, μια κατά των Μουσουλμάνων, που την εποχή εκείνη κατείχαν τη Λισσαβόνα στη χερσόνησο των Πυρηναίων και μια άλλη κατά των ειδωλολατρών Σλάβων, στο Βορρά, στον ποταμό Έλβα. Οι ιστορικοί αποδοκιμάζουν έντονα την ιδέα του Βερνάρδου να συμπεριλάβει τη Γερμανία στη Σταυροφορία.

Ο Γερμανός Kugler, που ενδιαφερόταν ειδικά για τη Β’ Σταυροφορία, τη θεωρεί σαν μια άτυχη ιδέα, ενώ ο Ρώσος Uspensky την ονομάζει «μοιραίο διάβημα και μεγάλο λάθος του Βερνάρδου» και αποδίδει τα θλιβερά αποτελέσματά της στη συμμετοχή των Γερμανών. Στην πραγματικότητα ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Γερμανών στη διάρκεια της Σταυροφορίας, υπήρξε ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που δεν μπορούσε να συμβάλλει στην επιτυχία της.

Τα νέα της Σταυροφορίας ανησύχησαν τον Μανουήλ, ο οποίος είδε σ’ αυτήν ένα κίνδυνο για το κράτος του και την επιρροή του στην Ανατολή, επειδή οι πρίγκιπες της Ανατολής και κυρίως της Αντιόχειας, μπορούσαν με την υποστήριξη της Δύσης να αγνοούν τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Επίσης η συμμετοχή της Γερμανίας στη Σταυροφορία στέρησε από το Βυζάντιο την εγγύηση στην οποία στηρίχθηκε η συμμαχία των δύο Αυτοκρατοριών.

O Γερμανός βασιλιάς Κόνραντ Γ’
Αν ο Αυτοκράτορας της Γερμανίας άφηνε τη χώρα του για την Ανατολή, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορούσε να φροντίσει για τα δυτικά συμφέροντα του Βυζαντίου, το οποίο έμενε ανοικτό στη διάθεση των φιλόδοξων σχεδίων του Ρογήρου. Γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνοι ήταν για την πρωτεύουσα οι πρώτοι Σταυροφόροι, ο Μανουήλ διέταξε να επισκευαστούν τα τείχη κι οι πύργοι της, μη έχοντας εμπιστοσύνη στους φιλικούς και συγγενικούς δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Κόνραντ.
Κατά τον Vasilievsky, «αναμφίβολα ο Μανουήλ έλπιζε να γίνει αρχηγός όλου του Χριστιανικού στρατού εναντίον των κοινών εχθρών του Χριστιανισμού». Εκτός από το γεγονός ότι το Βυζάντιο ενδιαφερόταν πολύ για το μέλλον του Ισλάμ στην Ανατολή, ο Μανουήλ, την εποχή της Β’ Σταυροφορίας είχε επίσης ειδικούς λόγους να ελπίζει να γίνει Γενικός Αρχηγός, γιατί την περίοδο αυτή ο Χριστιανικός κόσμος είχε ένα μόνο αυτοκράτορα, τον Μανουήλ, επειδή ο Κόνραντ δεν είχε στεφθεί από τον Πάπα στη Ρώμη και συνεπώς δεν είχε τον τίτλο του Αυτοκράτορα.

Το 1147 οι ηγέτες της Σταυροφορίας αποφάσισαν να πάνε στη Κωνσταντινούπολη μέσω ξηράς, ακολουθώντας το δρόμο που είχαν πάρει οι πρώτοι Σταυροφόροι. Πρώτος ξεκίνησε, μέσω Ουγγαρίας, ο Κόνραντ κι ένα μήνα αργότερα ο Λουδοβίκος ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Την πορεία των Σταυροφόρων προς το Βυζάντιο την ακολουθούσε η ίδια τακτική βίας και λεηλασίας, την οποία είδαμε και κατά την Α’ Σταυροφορία.

Ο Λουδοβίκος Ζ΄των Φράγκων
Όταν τα Γερμανικά στρατεύματα έφτασαν κάτω από τα τείχη της πρωτεύουσας, ο Μανουήλ κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τα μεταφέρει στην Ασία πριν φτάσει ο γαλλικός στρατός και τελικά, ύστερα από μερικές φιλονικίες με τον συγγενή και σύμμαχό του Κόνραντ, πέτυχε το σκοπό του. Στη Μικρά Ασία οι Γερμανοί άρχισαν αμέσως να υποφέρουν από έλλειψη τροφίμων και στη συνέχεια ηττήθηκαν από τους Τούρκους και καταστράφηκαν. Μόνον ένα μικρό υπόλειμμα του Γερμανικού στρατού επέστρεψε στη Νίκαια.
Μερικοί ιστορικοί αποδίδουν την αποτυχία της Γερμανικής εκστρατείας στις σκευωρίες του Μανουήλ και ισχυρίζονται ότι ήρθε σε συνεννόηση με τους Μουσουλμάνους, καθοδηγώντας τους να κτυπήσουν τους Σταυροφόρους. Μερικοί ιστορικοί, όπως ο Sybel και ο Uspensky, μιλούν ακόμα και για συμμαχία του Μανουήλ με τους Σελτζούκους. Όμως, οι πιο σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να πιστέψουν ότι τέτοιες κατηγορίες εναντίον του Μανουήλ δεν έχουν σοβαρές βάσεις και ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος για την αποτυχία των Γερμανών (Chalandon).
Οι Γάλλοι που έφτασαν στην πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποβίβαση των Γερμανών στη Μικρά Ασία ανησύχησαν τον Μανουήλ ακόμα περισσότερο. Ο Μανουήλ αμφέβαλε πολύ για τον Λουδοβίκο, με τον οποίον, λίγο πριν από τη Σταυροφορία, ο Ρογήρος είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις, προτρέποντάς τον να πάει στην Ανατολή μέσω των κτήσεών του στην Ιταλία. Στο πρόσωπο του Λουδοβίκου ο Μανουήλ έβλεπε ένα μυστικό σύμμαχο του Ρογήρου ή «τον ανεπίσημο σύμμαχο της Σικελίας», πράγμα που είχε σοβαρούς λόγους να το πιστεύει.
Γνωρίζοντας ότι την εποχή αυτή ο Μανουήλ ήταν τελείως απασχολημένος με τη Σταυροφορία και τις σχέσεις του με τους Σταυροφόρους, ο Ρογήρος εγκατέλειψε τα γενικά συμφέροντα του Χριστιανισμού, ακολουθώντας μόνο τους πολιτικούς σκοπούς κατέλαβε ξαφνικά την Κέρκυρα και λεηλάτησε μερικά άλλα νησιά του Βυζαντίου. Στη συνέχεια οι Νορμανδοί αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα και κατέλαβαν τη Θήβα και την Κόρινθο, που την εποχή εκείνη ήταν ξακουστή για τα εργοστάσια του μεταξιού και τα μεταξωτά της προϊόντα.
Μη ικανοποιημένοι με τη λεηλασία μεγάλης ποσότητας μεταξωτών ειδών, «οι Νορμανδοί, ανάμεσα στους πολλούς άλλους αιχμαλώτους, πήραν μαζί τους στη Σικελία τους πιο ικανούς υφαντές μεταξιού, άνδρες και γυναίκες». Δεν είναι όμως αλήθεια ότι, όπως αναφέρεται μερικές φορές στα ιστορικά έργα, οι υφαντές που μεταφέρθηκαν στο Παλέρμο, υπήρξαν οι δημιουργοί της παραγωγής μεταξιού και της σχετικής με αυτό βιομηχανίας της Σικελίας. Η παραγωγή μεταξιού ήταν γνωστή εκεί από πριν. Η άφιξη όμως των Ελλήνων αιχμαλώτων έδωσε νέα ώθηση στη βιομηχανία. Οι Νορμανδοί δεν λυπήθηκαν ούτε την Αθήνα.
Όταν τα νέα της επιτυχημένης εισβολής των Νορμανδών στην Ελλάδα έφτασαν στους Γάλλους (Φράγκους)  που βρίσκονταν κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, αυτοί, ερεθισμένοι ήδη από τις διαδόσεις σχετικά με τις συνεννοήσεις του Μανουήλ με τους Τούρκους, ταράχθηκαν και μερικοί από τους αρχηγούς του Λουδοβίκου πρότειναν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο αυτόν ο Αυτοκράτορας έστρεψε την προσοχή του στη μεταφορά των Γάλλων στη Μικρά Ασία.
Κυκλοφορούσε μια φήμη, ότι οι Γερμανοί είχαν επιτυχίες στη Μικρά Ασία κι ο Λουδοβίκος δέχθηκε να διασχίσει τον Βόσπορο και να ορκιστεί πίστη στον Μανουήλ. Μόνον όταν έφτασε στη Μικρά Ασία, ο Λουδοβίκος έμαθε την καταστροφή του Γερμανικού στρατού. Οι ηγεμόνες συναντήθηκαν και προχώρησαν μαζί. Τα Γαλλο-Γερμανικά στρατεύματα όμως απέτυχαν τελείως στη Δαμασκό. Ο απογοητευμένος Κόνραντ άφησε την Παλαιστίνη και με ένα Ελληνικό πλοίο έφτασε στη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε την εποχή αυτή ο Μανουήλ, προετοιμάζοντας την επίθεσή του κατά των Νορμανδών.
Ο Μανουήλ και ο Κόνραντ συναντήθηκαν εκεί, εξέτασαν τη γενική κατάσταση και συνήψαν μια οριστική συμμαχία κατά του Ρογήρου. Μετά από αυτό ο Κόνραντ γύρισε στη Γερμανία. Στο μεταξύ η Σταυροφορία απέτυχε. Ο Λουδοβίκος, που παρέμεινε στην Ανατολή, αντιλήφθηκε την αδυναμία του να πετύχει κάτι μόνος του και, λίγους μήνες αργότερα, γύρισε στη Γαλλία, μέσω της Ν. Ιταλίας, όπου συναντήθηκε με τον Ρογήρο. Έτσι η Β’ Σταυροφορία, που άρχισε με τόση λαμπρότητα, τέλειωσε με τον πιο ελεεινό τρόπο.
Οι Μουσουλμάνοι της Ανατολής, όχι μόνο δεν εξασθένησαν, αλλά και απέκτησαν θάρρος αρχίζοντας να ελπίζουν ακόμα και την καταστροφή των χριστιανικών κτήσεων της Ανατολής. Εκτός από αυτό, ο αγώνας μεταξύ Γάλλων και Γερμανών, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ των Χριστιανών της Παλαιστίνης και των Χριστιανών της Ευρώπης δεν έκανε καλό στους Σταυροφόρους. Ο Μανουήλ όμως ήταν ευχαριστημένος βλέποντας το τέλος της Σταυροφορίας, γιατί τώρα πια, ενισχυμένος από τη συμμαχία του με τη Γερμανία, μπορούσε ελεύθερα να προχωρήσει κατά του Ρογήρου.
Παρόλα αυτά δεν είναι δίκαιο να ρίχνουμε όλες τις ευθύνες της αποτυχίας των Σταυροφόρων στον Μανουήλ, που πρέπει μάλλον να αποδοθούν στην έλλειψη γενικής πειθαρχίας κι οργάνωσης των Σταυροφόρων. Ο Ρογήρος επίσης με τις επιθέσεις του στα νησιά της Αδριατικής και στην Ελλάδα επηρέασε μοιραία την υπόθεση των Σταυροφόρων. Γενικά η θρησκευτική βάση των Σταυροφοριών υποχωρούσε και προβάλλονταν όλο και πιο πολύ τα «κοσμικά» πολιτικά ελατήρια.

ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Β’ ΚΟΜΝΗΝΟΥ

Στην εποχή του Ιωάννου Β’ κόπηκαν χρυσά υπέρπυρα, εξ ηλέκτρου άσπρα τραχέα, εκ κράματος άσπρα τραχέα και χαλκά τεταρτηρά. Μερικά φτιάχθηκαν και στο νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης, όπου κόπηκαν και χάλκινα ημίσεα τεταρτηρών. Στο υπέρπυρον εικονίζεται στη μέση πατριαρχικός σταυρός που τον κρατούν στα δεξιά η Θεοτόκος και στα αριστερά ο Ιωάννης Β’. Η πρώτη φορεί πάλλιον και μαφόριον, ο Αυτοκράτωρ φέρει στέμμα, φορεί λώρον και κρατεί ακακία ενώ επάνω από το κεφάλι του τον ευλογεί η χείρα του Θεού. Οι μορφές είναι από τη μέση και επάνω. Επιγραφή ΜΡ ΘV και ΙΩΑΝΝΗ ΔΕCΠΟΤΗ ΤΩ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΩ.
 
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 

Σύμφωνα με τη γνώμη των συγχρόνων αλλά και των μεταγενέστερων ιστορικών, Ελλήνων και μη, ο Ιωάννης υπήρξε ένας μεγάλος Αυτοκράτορας. Συνδύαζε φρόνηση με εύστοχη δράση, ενώ με τη σταθερότητα του χαρακτήρα και τη μεγαλοψυχία του υπερτερούσε κατά πολύ έναντι των συγχρόνων του. Ήταν προσιτός, ήπιος και δίκαιος και έγινε αγαπητός στον λαό όσο λίγοι Αυτοκράτορες. Χαρακτηριστικό της αγάπης του λαού ήταν το προσωνύμιο που του έδωσε: «Καλοϊωάννης». Ο ίδιος απείχε από κάθε καλοπέραση, ζώντας το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του σαν απλός στρατιώτης.

Έλεγε για τον εαυτό του, κατά τον Έλληνα Ρωμιό ιστορικό Νικήτα Χωνιάτη: «Ολίγα τοις ανακτόροις προσέμεινα. Ο βίος σχεδόν μοι άπας επί σκηνής και το αιθριάζειν αεί μοι περιεσπούδαστο». Ο ίδιος ιστορικός επιβεβαιώνει τα φιλάνθρωπα αισθήματά του διαβεβαιώνοντας ότι ουδέποτε καταδίκασε κάποιον σε θάνατο ή ακρωτηριασμό, ακόμα και αυτούς που συνέλαβε να επιβουλεύονται τη ζωή του. Κρατούσε τα μέλη της οικογενείας του μακριά από τις κρατικές υποθέσεις. Επέλεγε μάλιστα τους συμβούλους και τους υπουργούς του από άτομα ταπεινής καταγωγής.
Μεγαλύτερη εμπιστοσύνη έδειξε στον Ιωάννη Αξούχ, άνθρωπο Τουρκικής καταγωγής. Το 1097 οι σταυροφόροι, κατά την πολιορκία της Νίκαιας, αιχμαλώτισαν σε παιδική ηλικία τον Αξούχ και τον έστειλαν ως δώρο στον Αλέξιο Κομνηνό. Εκείνος τον μεγάλωσε δίπλα στον Ιωάννη και τον βάπτισε Χριστιανό, δίνοντάς του το όνομα του γιου του. Τα παιδιά συνδέθηκαν με στενή φιλία και μόλις ο Ιωάννης ανέλαβε τα σκήπτρα απένειμε στον Αξούχ τον τίτλο του μεγάλου Δομέστικου, του αρχιστρατήγου των ενόπλων δυνάμεων.
Ο Αξούχ συνήθως έμενε στην Πόλη για τις κρατικές υποθέσεις όταν ο Αυτοκράτορας βρισκόταν σε εκστρατεία. Ο Ιωάννης δεν ήταν ιδιαίτερα όμορφος εξωτερικά, αλλά η ψυχή του ξεχείλιζε από ευπροσηγορία και ευσέβεια. Ήταν αυστηρός στα ήθη, δεν ανεχόταν την αισχρολογία και την πολυτέλεια. Τα μέλη της Αυλής του ήταν υποχρεωμένα να συζητούν μόνο σοβαρά θέματα, τουλάχιστον μπροστά του. Απεχθανόταν την υποκρισία, ήταν έντιμος και ειλικρινής. Η περίοδος της βασιλείας του υπήρξε γόνιμη για την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το « Βυζάντιο ».
Ο ίδιος μόχθησε για να απαλλάξει τον ζωτικό χώρο του Βυζαντίου, τη Μικρά Ασία, από τους Τούρκους, τους οποίους έδιωξε από πολλές περιοχές. Εξουδετέρωσε για πάντα τους Πετσενέγους, κατέστειλε την εξέγερση των Σέρβων, συνέτριψε τους Ούγγρους καθιστώντας σεβαστή την εξουσία του σε μια από τις ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής. Επέβαλε τη θέλησή του στους Αρμένιους της Κιλικίας και έκανε υποτελή του τον πρίγκηπα της Αντιόχειας. Υπήρξε τυχερός σε σχέση με τον προκάτοχό του, Αλέξιο Α’, και τον διάδοχό του, Μανουήλ Α’, στο ότι δεν αντιμετώπισε μια σταυροφορία.
Ωστόσο δεν επαναπαύθηκε στα όσα κληρονόμησε από τον πατέρα του. Συνέχισε με τόλμη και συνέπεια το πρόγραμμά του και κατέστησε πάλι την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπερδύναμη της εποχής και ρυθμιστή των ζητημάτων της Ανατολής. Κανένας δεν μπορούσε πλέον να αγνοήσει τη θέληση του αυτοκράτορα της στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιωάννης Β’ Κομνηνός παρέδωσε στον γιο του την Αυτοκρατορία πιο μεγάλη και πιο δυνατή απ’ ότι την παρέλαβε. Δεν κατάφερε όμως να ολοκληρώσει το έργο του. Το κυνήγι στα βουνά της Κιλικίας το 1143 υπήρξε μοιραίο γι’ αυτόν και κατά συνέπεια για την πορεία του Μεσαιωνικού Ελληνισμού.

ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ

  1.           Παναγιώτης Γκόνης – Στρατιωτική Ιστορία τεύχος 95 Ιουλιος 2004
  2.           ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ- ΕΩΑ ΚΑΙ ΕΣΠΕΡΙΑ 8 (20082012)
  • ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΩΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Β΄ ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΣΕΡΒΩΝ
  • To Chronikon tou Ierea tis Diokleias (Priest Of Dioclia, Gesta Regum Sclavorum)
  1. ΙΔΡΥΜΑ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ
  2. ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΟΝΑ
  3.  «Σύνοψη Ιστοριών » του Ιωάννου Σκυλίτση
  4. Muir’s Historical Atlas (1911)

Από τον ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝΑ για το ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ