Ο Νικήτας Χωνιάτης ή Ακομινάτος (περ. 1155 – περ. 1216) ήταν Βυζαντινός Έλληνας υψηλόβαθμος αξιωματούχος του βυζαντινού κράτους και ιστορικός, όπως ο μεγαλύτερος αδελφός του Μιχαήλ Χωνιάτης (Ακομινάτος) τον οποίο ακολούθησε από τον τόπο γέννησής τους, τις Χώνες (Κολοσσές) της Φρυγίας, στην Κωνσταντινούπολη για σπουδές.Θεωρείται ο σημαντικότερος βυζαντινός ιστορικός του 12ου αιώνα, όντας αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους στις 13 Απριλίου 1204.
Το κυριότερο έργο του είναι η Χρονική Διήγησις (Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως), όπου καλύπτονται γεγονότα που αφορούν την ιστορία της Κωνσταντινούπολης από το 1118 έως το 1207. Σε κάποιες από τις εκδοχές του το έργο του ακολουθείται από μια σύντομη περιγραφή των χάλκινων αγαλμάτων της Κωνσταντινούπολης, τα οποία έτηξαν οι Σταυροφόροι, για να κόψουν νομίσματα. Το κείμενο αυτό είναι γνωστό με την ονομασία De signis.

B.G. Niebuhr/Immanuel Bekker, 1835, Niketae Choniatae Historia (Ελληνικά και μετάφραση στα Λατινικά)

Η μαρτυρία του Νικήτα Χωνιάτη

Από όλους τους Βυζαντινούς συγγραφείς, και ιδίως όσους έζησαν τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου, ο Νικήτας Χωνιάτης έχει καταγράψει τις περισσότερες πυρκαγιές στην Κωνσταντινούπολη. Δεν πρόκειται βέβαια περί σύμπτωσης, αφού ο Χωνιάτης υπήρξε μάρτυρας των θυελλωδών γεγονότων στα χρόνια πριν και μετά την κατάκτηση της βυζαντινής πρωτεύουσας από τους σταυροφόρους. Πράγματι, η πιο γλαφυρή και εκτενής σχετική περιγραφή του αφορά την πυρκαγιά που ξέσπασε στην Κωνσταντινούπολη τον Αύγουστο του 1203, από εμπρησμό των σταυροφόρων. Αντίθετα, αναφέρεται μόνο συνοπτικά σε μια πυρκαγιά πριν από το 1194 και στην πυρκαγιά της 17ης Ιουλίου 1203.
Για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 ,ο Νικήτας Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας, περιγράφει τη φρίκη στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης μετά την είσοδο των σταυροφόρων στη Βασιλεύουσα στις 13 Απριλίου 1204. Γράφει ότι στους δρόμους ακούγονταν κλάματα, κραυγές, θρήνοι∙ στα σταυροδρόμια οδυρμοί, στις εκκλησίες αναφιλητά∙ άνδρες αδύναμοι από τη δυστυχία και τη θλίψη∙ γυναίκες που ωρύονταν διότι οι αλαζόνες επιδρομείς τις έσερναν στους δρόμους, τις αποσπούσαν από τους άνδρες τους και τις βίαζαν.5 Κατόπιν, στον ίδιο τόνο συνεχίζει πως πολλοί κουβαλούσαν στα άλογα γυναίκες τις οποίες είχαν βιάσει οι σταυροφόροι, τυλίγοντας ορισμένες από αυτές σε φαρδείς μανδύες και δένοντας τις μπερδεμένες μπούκλες τους και τα ανακατεμένα μαλλιά τους σε ένα κουβαράκι πίσω.6 Είναι γνωστή η φράση του Νικήτα Χωνιάτη ο οποίος για την ωμότητα των Λατίνων επιδρομέων στη βυζαντινή πρωτεύουσα έγραψε ότι και οι Σαρακηνοί ακόμα ήταν φιλάνθρωποι και ήμεροι σε σύγκριση με αυτούς τους άνδρες που έφεραν «τον σταυρόν επ’ ώμων».7

Ο Νικήτας Χωνιάτης, σύμφωνα με το μεσαιωνικό τρόπο σκέψης, πικρά θρηνεί και τονίζει πως κανένας οιωνός, ουράνιος ή γήινος –σε αντίθεση από πολλές παλαιότερες περιπτώσεις–, δεν ανήγγειλε την καταστροφή της βυζαντινής πρωτεύουσας. Ούτε ματωμένη βροχή έπεφτε από τον ουρανό, ούτε η σοδειά ήταν κόκκινη σαν το αίμα, ούτε πύρινοι λίθοι έπεφταν από τον ουρανό, ούτε οποιοσδήποτε άλλος οιωνός υπήρξε ο προάγγελος της επικείμενης δυστυχίας.8

Όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, λεηλατήθηκαν και αποσπάστηκαν πολύτιμοι θησαυροί του μεγαλύτερου καλλιτεχνικού κέντρου του τότε κόσμου και μεγάλο μέρος τους καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Ο Ροβέρτος του Κλαρί αναφέρεται στον τεράστιο πλούτο που έπεσε στα χέρια των κατακτητών· υπογραμμίζει ότι τέτοιος πλούτος δεν υπήρχε ούτε την εποχή του Αλεξάνδρου, ούτε του Καρλομάγνου, ούτε πριν ούτε μετά∙ δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί στις σαράντα πλουσιότερες πόλεις τόσος πλούτος όσος στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Εξάλλου, και οι Έλληνες υποστήριζαν ότι τα δύο τρίτα του γήινου πλούτου είχαν συγκεντρωθεί στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το υπόλοιπο ένα τρίτο ήταν διασκορπισμένο σε ολόκληρο τον κόσμο.9

Θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα η βάρβαρη συμπεριφορά των Λατίνων απέναντι στα μνημεία καλλιτεχνικής αξίας, τις βιβλιοθήκες και τους βυζαντινούς ιερούς χώρους. Εισβάλλοντας στους ναούς, οι σταυροφόροι στράφηκαν κατά των εκκλησιαστικών αντικειμένων και κοσμημάτων, παραβίαζαν κιβωτούς με λείψανα αγίων, έκλεβαν εκκλησιαστικά σκεύη, γκρέμιζαν και έσπαζαν πολύτιμα μνημεία, έκαιγαν χειρόγραφα. Η Κωνσταντινούπολη ποτέ δεν μπόρεσε να αναρρώσει από τη λατινική καταστροφή, διότι η αποδυναμωμένη Αυτοκρατορία δεν ήταν σε θέση να ανανεώσει τους ασύγκριτους χιλιετείς θησαυρούς που συγκεντρώνονταν από τον 4ο και 5ο αιώνα. Μνημεία της κλασικής τέχνης και ιερά αντικείμενα που ανάγονταν στην εποχή των Αποστόλων καταστράφηκαν ή διασκορπίστηκαν σε όλα τα σημεία της Ευρώπης. Θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο Νικήτας Χωνιάτης στο ιστορικό έργο του πρόσθεσε μικρό αφιέρωμα για τα μνημεία της Κωνσταντινούπολης που καταστράφηκαν όταν οι Λατίνοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη.10

Ο Νικήτας Χωνιάτης, ο οποίος έπειτα από πέντε ημέρες τρομερής αβεβαιότητας στην πόλη, που ήταν εκτεθειμένη στις καταστροφές των Λατίνων ιπποτών και ευγενών, κατόρθωσε να διαφύγει, περιγράφει τις συναντήσεις με τους κατοίκους των γύρω χωριών. Πρόκειται για συγκλονιστικές μαρτυρίες για τη βαθιά ρήξη στην τότε βυζαντινή κοινωνία. Αφηγείται την περιφρόνηση και το μίσος καθώς και τη χαιρεκακία με την οποία οι Θράκες χωρικοί υποδέχθηκαν τη δύστυχη και κάποτε τόσο περήφανη βυζαντινή αριστοκρατία. Οι κάτοικοι των χωριών κοντά στην Κωνσταντινούπολη όχι μόνο χλεύαζαν τη φτώχεια και τη γύμνια των προσφύγων αλλά λόγω του φανατισμού τους χαρακτήριζαν αυτή την κατάσταση ισότητα. Επέμεναν ότι η ανέχεια των μέχρι χθες ευγενών πλουσίων ήταν τώρα όμοια με τη δική τους, υπήρχαν δε και κάποιοι οι οποίοι ευχαριστούσαν το Θεό που τους δόθηκε η ευκαιρία να πλουτίσουν αγοράζοντας αγαθά πάμφθηνα από τους δυστυχείς συμπατριώτες τους.

ΔΕΙΤΕ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ . 1204-1261 μ. Χ.