Επισκεπτόμενος κανείς τη Θεσσαλονίκη θα έχει παρατηρήσει το εμβληματικό μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO, το οποίο στέκει εδώ και αιώνες στην πόλη.

Ο λόγος για την Ροτόντα. Πρόκειται για θολωτό στρογγυλό κτίσμα του 4ου αιώνα, όμοιο με το Πάνθεον στη Ρώμη το οποίο κτίστηκε στα χρόνια του Καίσαρα Γαλέριου γύρω στο 304 μ.Χ. με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως ναός του Δία ή των Καβείρων, ή ως Μαυσωλείο του Γαλέριου.

Τελικά εξαιτίας του θανάτου του Γαλέριου το 311 μ.Χ., η Ροτόντα έμεινε κενή και δεν την χρησιμοποιούσαν ενώ λέγεται ότι αργότερα χρησιμοποιήθηκε με διαφορετική λειτουργία απο λαούς της εγγύς ανατολής.

Στα τέλη λοιπόν του 4ου αιώνα την εποχή του Θεοδόσιου Α’ και αφότου στη Θεσσαλονίκη είχε επικρατήσει ο Χριστιανισμός, η Ροτόντα μετατράπηκε σε χριστιανικό ναό αφιερωμένο πιθανότατα στους Ασωμάτους ή Αρχαγγέλους και τότε έγιναν στο μνημείο ορισμένες κατασκευές και αλλαγές που ήταν αναγκαίες για τη νέα λατρεία.

Όλα αυτά μέχρι το 1590 οπότε και η Ροτόντα μετατράπηκε σε τζαμί ενώ διατηρεί έως σήμερα τον μοναδικό μιναρέ που διασώθηκε από τα μουσουλμανικά μνημεία της πόλης.

Οι σεισμοί που έπληξαν την πόλη της Θεσσαλονίκης το 1978, προξένησαν σοβαρές βλάβες στο μνημείο και χρειάστηκαν πολλές αναστηλώσεις και επεμβατικές εργασίες τα επόμενα χρόνια.

Η Ροτόντα, η οποία έχει υποστεί πολλές αλλαγές και λειτουργίες ανά τους αιώνες είναι ένα άκρως εντυπωσιακό μνημείο με μεγαλοπρεπείς διαστάσεις.

Ο ισχυρός τοίχος του έχει πάχος 6,30 μέτρα, η εσωτερική διάμετρός του είναι 24,5 μέτρα και το ύψος του έως τον θόλο είναι 29,8 μέτρα. Αποτελεί, βέβαια, ένα περίκεντρο οικοδόμημα και σε αυτό οφείλει το όνομά της.

Η Ροτόντα έχει συμπεριληφθεί στα Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά μνημεία της Θεσσαλονίκης και αποτελεί σπουδαίο πολιτιστικό θησαυρό της Ελλάδας.

 

Ιστορία και Αρχιτεκτονική του μνημείου της Ροτόντας Θεσσαλονίκης

Αφορμή για να γράψω αυτό το άρθρο, απετέλεσε το γεγονός της επικείμενης παράδοσης του μνημείου χωρίς τις χρόνιες σκαλωσιές οι οποίες το περιβάλλουν, μετά τις ζημιές τις οποίες προκάλεσε ο σεισμός του 1978. Ως επωνυμία, είναι μεταγενέστερη και μαρτυρείται για πρώτη φορά σε ξένους περιηγητές του ΙΗ΄ αιώνα, λόγω του ρυθμού.

Μετά το 298 και την οριστική ήττα του Ναρσή της Περσίας (293-302) στην μάχη των Σατάλων, ο νικητής Γαλέριος (293-311), σφαγέας των Χριστιανών και γαμπρός του ετέρου σφαγέα Διοκλητιανού, μετέφερε την έδρα του από το Σίρμιο στη Θεσσαλονίκη, καθιστώντας την πόλη ως μια από τις 4 πρωτεύουσες της ρωμαϊκής τετραρχίας. Είτε με την επιστροφή κάπου στο 300, είτε μετά το 305, οπότε έγινε αύγουστος, προχώρησε στην ανοικοδόμηση του διάσημου γαλεριανού συγκροτήματος στη Θεσσαλονίκη. Η «Ροτόντα», αποτελούσε τμήμα αυτού και μάλιστα το μεγαλύτερο υψομετρικά.

Δεν είναι απόλυτα γνωστός, ο αρχικός σκοπός του κτίσματος. Εντούτοις γνωρίζοντας, πλέον: 1) την επιλογή της θόλου στις μυκηναϊκές βασιλικές ταφές, 2) την παράδοση των θολωτών βασιλικών μακεδονικών τύμβων (πρβλ. σχέση Δωριέων με Πελοπόννησο, καταγωγή Τημενίδων εξ Άργους), τους αφηρωισμούς και τις αποθεώσεις μετά τον Αλέξανδρο σε μνημειακούς τύμβους και ηρώα και την πιθανή επιρροή της μακεδονικής αρχιτεκτονικής στην ροτόντα του Πανθέου της Ρώμης, δεν μπορούμε παρά να σχετίσουμε την «Ροτόντα» με την αποθέωση της ρωμαϊκής τετραρχίας. Σε αυτήν την περίπτωση, θα έπρεπε να υπήρχε αφιέρωση στους επίσημους θεούς της Τετραρχίας, τον Δία και τον Ηρακλέα. Ο Γαλέριος πέθανε στη Σερδική (σημ. Σόφια) και ετάφη σε μαυσωλείο στην πατρίδα του Ρωμυλιανή, μαζί με την μητέρα του Ρωμύλη. Η εκδοχή, πάλι, να ήταν αίθουσα τελετών, μάλλον αντιβαίνει με το ότι το μνημείο είναι στο μεγαλύτερο υψομετρικό σημείο και το ότι βρέθηκαν ανακτορικές αίθουσες τελετών.

Η «Ροτόντα» ανήκει στον πολύ σπάνιο για την Ελλάδα της ρωμαϊκής κατοχής και της παλαιοχριστιανικής περιόδου, περίκεντρο κυκλικό ρυθμό. Η γαλεριανή αρχική φάση, είχε την μνημειώδη είσοδο στα νότια αντί της σημερινής δυτικής. Η πύλη αυτή, μέσω μιας μνημειώδους κιονοστήρικτης οδού, επικοινωνούσε με την «Καμάρα». Το αρχικό κτίριο, ήταν μικρότερο, καθώς δεν είχε περιμετρική στοά. Οι τοίχοι του, πάχους περίπου 6,30 μ., διαιρούνταν μέσω 8 «τυφλών» κογχών, η μία εκ των οποίων ήταν η, τότε, κύρια νότια πύλη. Πάνω από κάθε κόγχη, ανοίχτηκε, επίσης, ένα μικρότερο τοξωτό άνοιγμα. Ο τρούλος από οπτόπλινθο, υψώθηκε στα 29,80 μέτρα και είχε διάμετρο 24,5. Στο εσωτερικό, έφερε από την αρχική του φάση επένδυση πολύχρωμης ορθομαρμαρώσεως.

Πιθανότατα επί Θεοδοσίου του Α΄ (379-395), η «Ροτόντα» μετετράπη σε Χριστιανική Εκκλησία. Είναι άγνωστη η πρώτη χριστιανική αφιέρωση ως ναού. Θεωρώ πιο πιθανή την απόδοση του Ναού στο Χριστό (ή προς τις Θείες Δυνάμεις πρακτική την οποία εγκαινίασε ο Μέγας Κωνσταντίνος) εφόσον το μνημείο σχετίζονταν με την αποθέωση του αυτοκράτορα. Τον αυτοκράτορα ως divi filius (=υιός Θεού) και maximus pontificus (=μέγας αρχιερέας) αντικατέστησε ο Χριστός. Κατεξοχήν εκφραστές της προς τον Χριστό ομολογίας ώστε να ομολογήσει και αυτός προς τον Πατέρα, ήταν οι χριστιανοί μάρτυρες.

Έτσι μπορεί να ερμηνευθεί η παρουσία ψηφιδωτού εικονογραφικού κύκλου μαρτύρων, με αντιπροσωπευτικούς μάρτυρες από κάθε μήνα. Στην πορεία, βέβαια, το μνημείο κλήθηκε ως «των Ασωμάτων» και εξ αυτού το ίδιο η γύρω περιοχή και η ανατολική πύλη. Από την απόδοση, όμως, στους Ασωμάτους, βρίσκουμε πιθανότερο αυτό να σχετίζεται με τον σεισμό ο οποίος, προφανώς κατέστρεψε τον ψηφιδωτό Παντοκράτορα του τρούλου. Στο ψηφιδωτό αυτό έμειναν μόνο οι φέροντες τον Χριστό Άγγελοι, ενώ το ψηφιδωτό δεν επισκευάστηκε. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η φιλοτέχνηση στην κόγχη του ναού παραστάσεως θεοφανείας (Ανάληψη) αντί της Θεοτόκου, κάτι που δείχνει πως η καταστροφή αυτή έλαβε χώρα το αργότερο τον 9ο αιώνα. Ο προσκυνητής, πλέον, έβλεπε μόνο Ασώματους στον τρούλο.

Η αλλαγή χρήσης, επέβαλε συγκεκριμένες τροποποιήσεις, ούτως ώστε το κτίριο να ανταποκρίνεται στα νέα δεδομένα. Έτσι: 1) Διαπλατύνθηκε και διανοίχθηκε η ανατολική κόγχη, προκειμένου να δημιουργηθεί ιερό. Επιλογή, η οποία, όμως, κλόνισε την συνοχή του κτίσματος και της θόλου. Έτσι το Ιερό βήμα ξανακτίστηκε με παχύτερα τοιχώματα πιθανώς τον Θ΄ και έλαβε ως ενίσχυση 2 εξωτερικές αντηρίδες. Ενδιαφέρον είναι, το ότι διαμορφώθηκε σύνθρονο όχι αμφιθεατρικό, αλλά παράλληλο με τον βόρειο άξονα σε μορφή εδράνων θυμίζοντας εβραϊκή συναγωγή. 2) Κτίστηκε δεύτερος κυκλικός τοίχος σε απόσταση οκτώ μέτρων από τον αρχικό, ενώ αφαιρέθηκαν τα τοιχώματα των 8 μεγάλων κογχών, με αποτέλεσμα αυτές να γίνουν εσωτερικές πύλες και να δημιουργηθεί στοά, έτσι ώστε να μεταβληθεί ο πρώτος τοίχος σε εσωτερικό. 3) Διαμορφώθηκε κύρια είσοδος από την νότια κόγχη στο δυτικό τμήμα του ναού, όπως και νάρθηκας. Τόσο ο νάρθηκας, όσο και η εξωτερική στοά, καταστράφηκαν πριν την μετατροπή του μνημείου σε ισλαμικό τέμενος.

Μετά το 1430, οπότε και έχουμε την Οθωμανική κατάκτηση, η «Ροτόντα» συνέχισε ως χριστιανικός ναός για αρκετά χρόνια. Μάλιστα μεταξύ των ετών 1525 και 1590–1, υπήρξε ο μητροπολιτικός ναός της Θεσσαλονίκης. Τελικά, όμως, μετετράπη σε τζαμί το 1590–1 από το σεΐχη Σουλεϊμάν Χορτατζή Εφέντη, λαμβάνοντας και το όνομά του: Hortaci Baba Camii. Τον τάφο του συναντά σήμερα ο επισκέπτης στον περίβολο νοτιοανατολικά του ναού. Ο επίσημος λόγος της μετατροπής, ήταν ο φόβος για το τέλος του κόσμου. Το 1592, συνιστούσε το ισλαμικό έτος (Εγίρας) 1000. Την εποχής αυτής είναι ο μιναρές (ύψος 35,85), ο οποίος και είναι ο μοναδικός μιναρές σε μη εξ αρχής ισλαμικό μνημείο που σώθηκε και μάλιστα με παρέμβαση Βενιζέλου. Οι περισσότεροι μιναρέδες των Χριστιανικών Ναών κατεδαφίστηκαν με την απελευθέρωση του 1912, ενώ αυτοί των ισλαμικών τεμενών τα οποία επέζησαν των πυρκαγιών του 1890 και του 1917, κατά το 1925.

Το 1912, ο ναός επανήλθε στην χριστιανική του χρήση. Το 1914, πραγματοποιήθηκαν ανασκαφές από Γάλλους, ενώ το 1917, ο Βενιζέλος ανακήρυξε το χώρο «Μακεδονικό Μουσείο». Έτσι υποβαθμίσθηκε ο χριστιανικός λειτουργικός του χαρακτήρας, και το αργότερο από το 1920, χρησιμοποιήθηκε, κυρίως, ως Μουσείο ή αποθήκη αρχαιοτήτων της μεταχριστιανικής εποχής.

Ως χριστιανικός ναός λειτουργεί ως Άγιος Γεώργιος, αφού με το πέρασμα 320 περίπου χρόνων, λησμονήθηκε η αρχική αφιέρωσή του. Προφανώς δόθηκε το όνομα του παράπλευρου ναού του Αγίου Γεωργίου, μετοχίου της Ιεράς Μονής Γρηγορίου του Αγίου Όρους. Από τον σεισμό του 1978, η Ροτόντα βρίσκεται σε κατάσταση παρατεταμένης ανασκαφής και ανακατασκευής. Φυσικά είναι εξίσου γνωστές και οι διαμάχες για το διαχειριστικό καθεστώς της, μεταξύ της τοπικής Εκκλησίας και της Εφορίας Αρχαιοτήτων.

Κόττης Κωνσταντίνος
konstantinosoa@yahoo.gr