H Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας υπήρξε ένα από τα ανεξάρτητα κρατίδια που προέκυψαν μετά την προσωρινή διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από την Τέταρτη Σταυροφορία των Εσπέριων το 1204. Μπορεί να ειπωθεί ότι στην Ανατολή ήταν η διάδοχη κατάσταση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας μετά την κατάλυσή της από τους Σταυροφόρους της Παπικής Εσπερίας .

Ελληνικό νόμισμα από την αρχαιότητα της Τραπεζούντας όπου δείχνει ένα τραπέζι με καρπούς επάνω του . Είναι του 4ου αι. π.Χ.

Ελληνικό νόμισμα από την αρχαιότητα της Τραπεζούντας όπου δείχνει ένα τραπέζι με καρπούς επάνω του . Είναι του 4ου αι. π.Χ.

Ιδρύθηκε από τους αδελφούς Αλέξιο και Δαβίδ Κομνηνό, εγγονούς του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού, με τη βοήθεια της θείας τους, της βασίλισσας Θάμαρ της Γεωργίας. Πρωτεύουσά της ήταν η ελληνική Τραπεζούντα και σύμβολό της, σημαία της, ο αετός των αρχαίων Σινωπέων. Ο αετός των Σινωπέων, ήταν ο αετός των αρχαίων Μιλησίων. Η Αρχαία Μίλητος ήταν ο αρχικός τόπος των αποικιστών του Πόντου και συγκεκριμένα της Σινώπης, της Τραπεζούντας κ.ά.Στην αρχή της ύπαρξής της έγινε προσπάθεια για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, αλλά όταν αυτό αποδείχθηκε ότι ήταν αδύνατο, οι ηγεμόνες της περιόρισαν τις φιλοδοξίες τους στην περιοχή του Πόντου. Για αρκετά χρόνια ήταν φόρου ημί-υποτελείς είτε στους Σελτζούκους του Ικονίου, είτε στους Ιλχανίδες Μογγόλους της Περσίας. Ήταν δε το τελευταίο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος που καταλύθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους. Με την πτώση της Τραπεζούντας καταλύθηκε και το τελευταίο απομεινάρι της άλλοτε κραταιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,[Charles Diehl, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας: Μεγαλείο και Παρακμή, εκδόσεις Ηλιάδη, τόμος Α, σελ.104] το 1461.

Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και ο ευρύτερος χώρος μετά την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από την Νίκαια (1265).

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήταν ένα από τα τρία ελληνικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τις ανακατατάξεις που ακολούθησαν, μαζί με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας και το Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Οχύρωση στις πλαγιές του όρους  Ζάγκνος στην ΤραπεζούνταΟ Αλέξιος Κομνηνός, ο εγγονός του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Α΄ Κομνηνού και γιος της Γεωργιανής Ρουσουδάν, κόρης του Γεώργιου Γ΄ της Γεωργίας, έκανε την Τραπεζούντα πρωτεύουσα του βασιλείου του και ανακήρυξε τον εαυτό του Αυτοκράτορα και νόμιμο διάδοχο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η Τραπεζούντα σε χάρτη του 4ου αιώνα μ.Χ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ ΧΑΘΕΙ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΓΝΩΣΤΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΝΤΙΓΡΑΦΑ 800 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Ο Αυτοκράτορας  Ανδρόνικος Α’

Μεγαλοκομνηνός Ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α’ εκδιώχτηκε, ύστερα από στάση, από τον βυζαντινό θρόνο και δολοφονήθηκε βάναυσα το 1185. Ο γιος του Μανουήλ τυφλώθηκε εκείνο το διάστημα και ίσως να υπέκυψε στους τραυματισμούς του. Σύμφωνα με τις πηγές, η Ρουσουδάν, η σύζυγος του Μανουήλ και μητέρα του Αλέξιου και του Δαυίδ, εγκατέλειψε εσπευσμένα την Κωνσταντινούπολη με τα παιδιά της, ώστε να αποφύγει τις διώξεις από τον ανερχόμενο Αυτοκράτορα Ισαάκ Β΄ Άγγελο. Δεν είναι σαφές αν η Ρουσουδάν κατέφυγε στην Γεωργία ή στις νότιες ακτές του Εύξεινου Πόντου, από που κατάγονταν η οικογένεια των Κομνηνών. Υπάρχουν πάντως ενδείξεις ότι οι Κομνηνοί είχαν δημιουργήσει ημι-ανεξάρτητο κράτος σ’ αυτή την περιοχή, με έδρα την Τραπεζούντα πριν από το 1204.Κάθε άρχοντας της Τραπεζούντας αυτοαποκαλούνταν: Μέγας Κομνηνός (ή Μεγαλοκομνηνός σύμφωνα και με την Ποντιακή παράδοση) και αρχικά διεκδικούσε τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Μετά, όμως, το 1282, ο επίσημος τίτλος του άρχοντα της Τραπεζούντας άλλαξε σε: «Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας», τίτλος που διατηρήθηκε ως το 1461. Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ονομάζονταν και κράτος των Κομνηνών, λόγω της άρχουσας δυναστείας.Οχύρωση  της Τραπεζούντας Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας ήλεγχε την παράκτια περιοχή του Εύξεινου Πόντου, μεταξύ Σινώπης και Σωτηριούπολης. Τον 13ο αιώνα η Τραπεζούντα ήλεγχε την Περάτεια, δηλαδή τις απέναντι ακτές της Χερσώνας στην Κριμαϊκή χερσόνησο (αρχαία Ταυρική). Ο Δαυίδ Κομνηνός, ο νεώτερος γιος του Αλέξιου, επεκτάθηκε γρήγορα προς τα δυτικά, καταλαμβάνοντας την Σινώπη, την Ηράκλεια (Ποντοηράκλεια), μέχρι που απέκτησε κοινά σύνορα με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας του Θεόδωρου Α΄ Λάσκαρη. Αυτά τα εδάφη δεν διατηρήθηκαν, καθώς την Σινώπη την κατέλαβε η Νίκαια το 1206 και τελικά έπεσε στα χέρια των Σελτζούκων το 1214.Ανδρόνικος Α΄Κομνηνός 1222-1235 Η Τραπεζούντα βρίσκονταν σε συνεχή πόλεμο με τους Σελτζούκους του Ικονίου και αργότερα με τους Οθωμανούς Τούρκους, όπως και με τους Βυζαντινούς και τα ιταλικά κρατίδια, ιδιαίτερα τους Γενουάτες. Ήταν στην ουσία μια Αυτοκρατορία κατ’ όνομα, επιβιώνοντας συνάπτοντας στρατηγικές συμμαχίες και γάμους σκοπιμοτήτων με άρχοντες γειτονικών κρατών.Η καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους το 1258Η καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους το 1258, κατέστησε την Τραπεζούντα το δυτικό τέρμα του δρόμου του μεταξιού. Κάτω από την προστασία των Μογγόλων η πόλη απέκτησε σημαντικά πλούτη, λόγω του εμπορίου μεταξιού. Εκείνη την εποχή, ο Μάρκο Πόλο, επέστρεψε στην Ευρώπη δια μέσου της Τραπεζούντας το 1295. Αυτοκράτορας Τραπεζούντας Αλέξιος Γ΄ Κομνηνός 1349-1390Επί του Αυτοκράτορα Τραπεζούντας Αλέξιου Γ΄ (1349-1390) η πόλη ήταν ένα από τα κύρια εμπορικά κέντρα του τότε κόσμου και ήταν ξακουστή για τον σημαντικό πλούτο και τις τέχνες τις.
Η μικρή σε έκταση Αυτοκρατορία, αρχικά προσάρτησε αρκετά εδάφη, επί Αλέξιου Α’ (1204-1222) και ιδιαίτερα επί του αδελφού του Δαυίδ που πέθανε στο πεδίο της μάχης το 1214. Αυτοκράτορας Τραπεζούντας Μανουήλ Β΄Κομνηνός 1238-1263 Ο δευτερότοκος γιος του Αλέξιου, Μανουήλ Α΄ Κομνηνός (1238-1263) εξασφάλισε την εσωτερική συνοχή του κράτους και απέκτησε το κύρος του αξιόλογου στρατιωτικού διοικητή, παρόλο που η Αυτοκρατορία του έχασε εδάφη από τους Τουρκομάνους και αναγκάστηκε να μείνει για ένα διάστημα φόρου υποτελείς στους Σελτζούκους του Ικονίου και αμέσως μετά στους Μογγόλους της Περσίας.Ιωάννης Β΄Κομνηνός 1280-1297 Ταραχώδης ήταν η βασιλεία του Ιωάννη Β΄ (1280-1297), όπου πραγματοποιήθηκε η συμφιλίωση με το Βυζάντιο και η άρση των βλέψεων επί της Κωνσταντινούπολης. Η Τραπεζούντα στα χρόνια του Αλέξιου Β΄ (1297-1330) έφτασε στο απόγειο της ακμής, του πλούτου και της επιρροής της.Αλέξιος Β΄ Μεγαλοκομνηνός 1297-1330 Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Όμως στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου Γ΄ ως το 1355, σημειώθηκαν πολλές εσωτερικές ταραχές, με δολοφονίες αριστοκρατών και εσωτερικές έριδες. Η Αυτοκρατορία ποτέ δεν κατάφερε να επανακάμψει πλήρως από αυτές τις εσωτερικές προστριβές, ούτε οικονομικά ούτε εδαφικά. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΕΡΙ ΤΟ 1400  Ο Μανουήλ Γ΄ (1390-1417), διαδέχτηκε τον Αλέξιο Γ’ και συμμάχησε με τον Ταμερλάνο, ο οποίος συνέτριψε τους Οθωμανούς στην Μάχη της Άγκυρας το 1402. Αλέξιος Δ΄ Κομνηνός 1417 Ο γιος του Αλέξιος Δ΄ (1417-1429) πάντρεψε δύο από τις κόρες του με ηγεμόνες γειτονικών τουρκικών φυλών (Μαυροπροβατάδων και Ασπροπροβατάδων), ενώ η μεγαλύτερη κόρη του παντρεύτηκε τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ιωάννη H΄ Παλαιολόγο.Προσωπογραφίες της Ειρήνης Παλαιολογίνας, του Αλεξίου Γ΄ Κομνηνού και της Θεοδώρας Καντακουζηνής στη Μονή Θεοσκεπάστου στα περίχωρα της Τραπεζούντας.Ένας Ισπανός ταξιδιώτης της εποχής (ο Πέτρος Ταφούρ)που επισκέφτηκε την Τραπεζούντα το 1437 ανέφερε ότι η άμυνα της πόλης αποτελείται από λιγότερο από 4.000 στρατιώτες.ΣΤΡΑΤΙΏΤΗΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ 11-12ΟΥ ΑΙΩΝΑ
-ΦΩΤΟΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΧΡ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Ιωάννης Δ΄ (1429-1459) δεν είχε την δυνατότητα να ενισχύσει την άμυνα της Κωνσταντινούπολης και να αποτρέψει την Άλωση της το 1453. Ιωάννης Δ΄  Μεγαλοκομνηνός 1429-1459

Ο Οθωμανός Σουλτάνος Μουράτ Β΄, προσπάθησε να καταλάβει την Τραπεζούντα από θαλάσσης το 1442, όμως η τρικυμία που επικρατούσε καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε αποβατική ενέργεια.Βυζαντινό κάστρο στην περιοχή της Τραπεζούντας Δεξιά η μυστική έξοδος.Ο επόμενος Σουλτάνος, ο Μωάμεθ Β΄, ήταν απασχολημένος με τις εκστρατείες του στην Ευρώπη, όμως εν τω μεταξύ ο Οθωμανός διοικητής της Αμάσειας επιτέθηκε στην Τραπεζούντα. Η επίθεση αυτή αποκρούστηκε, όμως πολλοί κάτοικοι αιχμαλωτίστηκαν και το ποσό των λύτρων για την απελευθέρωση τους ήταν υπέρογκο.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΌ ΚΌΣΜΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟΝΟΚΈΦΑΛΟ ΑΕΤΌ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

ΒΥΖΑΝΤΙΝΌ ΚΌΣΜΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ
ΜΟΝΟΚΈΦΑΛΟ
ΑΕΤΌ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

Ο Ιωάννης Δ΄, φρόντισε να θωρακίσει την Τραπεζούντα συνάπτοντας συμμαχίες. Πάντρεψε την κόρη του με τον Τουρκμένο ηγεμόνα της φυλής των Ασπροπροβατάδων, ως αντάλλαγμα για μελλοντική στρατιωτική βοήθεια. Επίσης, σύναψε συμφωνίες και με τα τουρκμενικά  κρατίδια της Σινώπης και της Καραμανίας και με το βασίλειο της Γεωργίας.Όμως μετά τον θάνατο του Ιωάννη το 1459, ο διάδοχος και αδελφός του Δαυίδ δεν έκανε σωστή χρήση των υφιστάμενων συμμαχιών. Μάλιστα προσέγγισε διάφορες Ευρωπαϊκές χώρες για βοήθεια κατά των Οθωμανών, κάνοντας λόγο για υπερβολικά φιλόδοξα σχέδια, ακόμη και για κατάκτηση των Ιεροσολύμων.
Ο Μωάμεθ Β’ αντιλήφθηκε αυτές τις κινήσεις και ξεκίνησε εκστρατεία για να υποτάξει τα κράτη της περιοχής. Το καλοκαίρι του 1461, με αρκετό στρατό ξεκίνησε από την Προύσα.
Αρχικά κινήθηκε προς την Σινώπη, της οποίας ο Τούρκος Εμίρης την παρέδωσε και εν συνεχεία κινήθηκε προς την Αρμενία καθυποτάσσοντας όλα τα τούρκικα κρατίδια της περιοχής και κυκλώνοντας έτσι την Τραπεζούντα.
Αμέσως μετά ξεκίνησε την πολιορκία της πόλης, η οποία μετά από ένα μήνα παραδόθηκε από τον Αυτοκράτορα  Δαυίδ, στις 15 Αυγούστου 1461.

Μαρμάρινο χαρακτικό από την Τραπεζούντα -Ναός Αγ.Σοφίας  -Βυζ. Μουσείο Θεσ/νικηςΜε την πτώση της Τραπεζούντας, το τελευταίο κατάλοιπο της Ρωμαϊκής (που μετέπειτα ονομάστηκε Βυζαντινή από τους ιστορικούς) Αυτοκρατορίας (Ρωμανίας), έπαψε να υφίσταται.
Η δυναστεία των Κομνηνών κυβέρνησε την  Βυζαντινή Αυτοκρατορία από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1185. Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τα μέλη της οικογένειας που ήταν ηγεμόνες της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας  1204-1461.

Οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας αρχικά έφεραν τον τίτλο «Αυτοκράτωρ Ρωμαίων». Ο τίτλος αυτός εξ ορισμού ενείχε βλέψεις για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Από τις αρχές του 14ου αιώνα, για να μην υπάρχει ρήξη με την ανασυσταθείσα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία των Παλαιολόγων, υιοθετήθηκε ο τίτλος: «Αυτοκράτωρ πάσης Ανατολής, Ιβηρίας και Περατείας ( Ταυρικής ή Κριμαίας)». Οι ηγέτες της αυτοκρατορίας, διαδοχικά ήταν οι εξής:1204-1222 Αλέξιος Α΄ Μέγας Κομνηνός
1222-1235 Ανδρόνικος Α΄ Γίδος
1235-1238 Ιωάννης Α΄ Μέγας Κομνηνός ο αξούχος
1238-1263 Μανουήλ Α΄ Μέγας Κομνηνός
1263-1266 Ανδρόνικος Β΄ Μέγας Κομνηνός
1266-1280 Γεώργιος Μέγας Κομνηνός
1280-1297 Ιωάννης Β΄ Μέγας Κομνηνός
1297-1330 Αλέξιος Β΄ Μέγας Κομνηνός
1330-1332 Ανδρόνικος Γ΄ Μέγας Κομνηνός
1332-1332 Μανουήλ Β΄ Μέγας Κομνηνός
1332-1340 Βασίλειος Μέγας Κομνηνός
1340-1341 Ειρήνη Παλαιολογίνα
1341-1342 Άννα Μεγάλη Κομνηνή
1342-1344 Ιωάννης Γ΄ Μέγας Κομνηνός
1344-1349 Μιχαήλ Μέγας Κομνηνός
1349-1390 Αλέξιος Γ΄ Μέγας Κομνηνός
1390-1416 Μανουήλ Γ΄ Μέγας Κομνηνός
1416-1429 Αλέξιος Δ΄ Μέγας Κομνηνός
1429-1459 Ιωάννης Δ΄ Μέγας Κομνηνός ο Καλοϊωάννης
1459-1461 Δαυίδ Μέγας Κομνηνός

Αξιομνημόνευτοι Τραπεζούντιοι της εποχής

Βασίλειος Βησσαρίων
Γεώργιος εκ Τραπεζούντος
Μιχαήλ Πανάρετος
Γεώργιος Αμοιρούτζης
Γρηγόριος Χωνιάδης
Ιωάννης Η΄ Ξιφιλίνος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Μεσαιωνικός χάρτης που δείχνει μεταξύ των άλλων το φλάμπουρο της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας με τον μονοκέφαλο αετό στραμμένο( επί του κυρίως χάρτου) ανατολικά 

Η ζωή στην αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Η ίδρυση της Τραπεζούντας ως αποικίας των Σινωπέων ανάγεται στον 7ο αι. π.Χ. Η μοναδική αναφορά του Ξενοφώντα «επί θάλασσαν εις Τραπεζούντα, πόλιν ελληνίδα…» σπάει τη σιωπή των αρχαίων κειμένων για την πόλη. Μετέπειτα, στην Ελληνιστική και τη Ρωμαϊκή εποχή, γνωρίζουμε ότι η Τραπεζούντα ήταν σημαντικό οικονομικό κέντρο της Μικράς Ασίας «urbis maximus illustris» (πόλη μεγίστη, ένδοξη).

Τραπεζούς

Τραπεζούς

Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες εμφανίζονται οι πρώτοι μάρτυρες της πόλης, με προεξάρχοντα τον πολιούχο άγιο Ευγένιο. Τότε ανάγονται κατά την παράδοση και οι ιδρύσεις μεγάλων μονών. Στους επόμενους αιώνες η «θεόσωστη και θεοσυντήρητη» πόλη της Τραπεζούντας θα δοκιμάσει την ένταση των πολεμικών συγκρούσεων, άλλοτε ως βάση των Βυζαντινών στη Μαύρη Θάλασσα και άλλοτε αποτελώντας η ίδια ή η ευρύτερη περιοχή της το θέατρο των πολεμικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, ο διοικητικός της ρόλος αναβαθμίζεται με την αναγωγή της σε πρωτεύουσα του θέματος Χαλδίας, ενώ ήδη από το 10ο αιώνα αποτελεί σημαντικό εμπορικό κέντρο της περιοχής.
Οι προσπάθειες αυτονόμησης της περιοχής από μέλη της οικογένειας των Γαβράδων, γύρω στα τέλη του 11ου και κατά το 12ο αιώνα, αντικατοπτρίζουν τη δυναμική του χώρου αλλά και την αδυναμία του Βυζαντινού αυτοκράτορα να ελέγξει αποτελεσματικά και να προασπίσει την περιοχή. Πρόκειται για μια ταραγμένη εποχή, στη διάρκεια της οποίας οι αγώνες κατά των απίστων γεννούν μάρτυρες της θρησκείας και θρυλικούς ήρωες.
Η ίδρυση της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών το 1204 θεωρείται απόρροια μακροχρόνιων διεργασιών και όχι γέννημα της ιστορικής συγκυρίας. Για δυόμισι περίπου αιώνες η Τραπεζούντα, ως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, θα διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο, όχι μόνο ως πολιτική δύναμη αλλά κυρίως ως οικονομικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο
Μια περιήγηση στην πόλη της Tραπεζούντας, τις παραμονές της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς (1461), αποκαλύπτει ένα σφύζον εμπορικό κέντρο, ένα χώρο με εμφανή τα ίχνη του χρόνου και τα αποτυπώματα των περασμένων γενεών, μια πόλη που καλείται εκτός των άλλων να εκπληρώσει το ρόλο της πρωτεύουσας μιας αυτοκρατορίας.
Από τη μεριά της θάλασσας, η Τραπεζούντα προβάλλει στα μάτια του ταξιδιώτη αφού παραπλεύσει το ακρωτήριο Σαργάνα και τα Πλάτανα. Αρχικά διακρίνεται η μικρή Μονή της Aγίας Bαρβάρας και το λαξευτό μοναστήρι της Mαγκλαβίτα, που βρίσκεται σε λόφο χαμηλότερα από την Kιθάραινα.
Το δυτικό όριο της πόλης σηματοδοτεί η περίφημη Μονή της Aγίας Σοφίας. Mπροστά της απλώνονται οι οπωρώνες των δυτικών προαστίων και πιθανόν το Tζυκανιστήριον.
Σχεδιάγραμμα της πόλης της Tραπεζούντας,του 19ου αιώνα

Σχεδιάγραμμα της πόλης της Tραπεζούντας,του 19ου αιώνα

Το τειχισμένο τμήμα, που αποτελεί την κυρίως πόλη, διακρίνεται στην κάτω πόλη, τη μέση και την ακρόπολη. Στην κάτω πόλη οι απλές ξύλινες κατοικίες προδίδουν το σχετικά χαμηλό βιοτικό επίπεδο των κατοίκων της, ενώ στη μέση πόλη ξεχωρίζει ο μητροπολιτικός ναός της Παναγίας Xρυσοκεφάλου. Στο υψηλότερο σημείο του οχυρωμένου λόφου δεσπόζει η ακρόπολη, όπου βρισκόταν το λαμπρό παλάτι των Kομνηνών. Στη νοτιοανατολική γωνία της ακρόπολης, ο πύργος του αυτοκράτορα Iωάννη Δ΄ Kομνηνού οριοθετεί την είσοδό της από νότο.
Από τα λιμάνια της Τραπεζούντας το λεγόμενο «αυτοκρατορικό» είχε πιθανότατα ανακαινιστεί από το Ρωμαίο αυτοκράτορα Aδριανό. Το κατεξοχήν εμπορικό λιμάνι ήταν, ωστόσο, το λιμάνι του Δαφνούντος.
Άποψη του Δαφνούντα, του κατεξοχήν εμπορικού λιμανιού της Tραπεζούντας. Φωτογραφία του 1893.

Άποψη του Δαφνούντα, του κατεξοχήν εμπορικού λιμανιού της Tραπεζούντας. Φωτογραφία του 1893.

Η περιοχή που εκτείνεται από τις ανατολικές πύλες των τειχών μέχρι το Δαφνούντα, το ανατολικό δηλαδή προάστιο, αποτελεί το εμπορικό και βιοτεχνικό κέντρο της Τραπεζούντας και συνιστά το πιο πυκνοκατοικημένο τμήμα της. Από εκεί διέρχεται η αυτοκρατορική οδός, η οποία καταλήγει στη μεγάλη κεντρική πλατεία, τη γνωστή στα μεταγενέστερα χρόνια ως «Mαϊτάνιν».
Το Μαϊτάνιν υπήρξε το εμπορικό κέντρο της πόλης μέχρι τους Νεότερους χρόνους, καθώς εδώ συγκεντρώνονταν τα καραβάνια που έρχονταν από την Aνατολή και διαπεραιώνονταν τα προϊόντα προς την Ευρώπη και αντίστροφα. Στα χρόνια των Μεγάλων Κομνηνών φαίνεται πως σε αυτό συγκεντρώνονταν οι κάτοικοι της Τραπεζούντας το Πάσχα, προκειμένου να επευφημήσουν τους αυτοκράτορές τους.
Η βόρεια ζώνη του ανατολικού προαστίου είχε παραχωρηθεί στους Ιταλούς· εκεί βρίσκονταν οι ιταλικές εμπορικές εγκαταστάσεις, το Bενετικό κάστρο και η εμπορική βάση των Γενουατών, το Λεοντόκαστρο. Στην περιοχή μεταξύ της αυτοκρατορικής οδού και της θάλασσας, ο Bησσαρίων μαρτυρεί την ύπαρξη καταστημάτων. Υπήρχαν επίσης εργαστήρια, αποθήκες, χάνια, αρμενικοί ναοί και αδελφότητες δυτικών μοναστικών ταγμάτων. Eδώ βρισκόταν και ο ναός του Aγίου Θεοδώρου του Γαβρά, του περιώνυμου τοπικού αγίου.
H περιοχή νότια της αυτοκρατορικής οδού ήταν πιθανότατα η αριστοκρατική συνοικία, στην οποία εντοπίζονται οι σημαντικότεροι ναοί της πόλης: ο ναός του πολιούχου Αγίου Eυγενίου, η Aγία Άννα, η Παναγία Θεοσκέπαστος και στις πλαγιές του Mινθρίου ο Άγιος Σάββας. Πίσω από τις βόρειες πλαγιές του βουνού, εκεί όπου συνέχιζε ο δρόμος των καραβανιών, υψωνόταν το αρμενικό μοναστήρι του Σωτήρα. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν και το θρυλικό Δρακοντοπήγαδον, το σημείο όπου ο Aλέξιος B’ Mεγαλοκομνηνός σκότωσε το φοβερό δράκο που απειλούσε την πόλη.
Το ανατολικό όριο της Τραπεζούντας συνιστά το δέλτα που σχηματίζει ο ποταμός Πυξίτης εκβάλλοντας στη Μαύρη Θάλασσα. Η περιοχή στα δυτικά του υπήρξε ομοίως πολυσύχναστο εμπορικό λιμάνι.

Οι αυτοκράτορες  της Τραπεζούντας εν συντομία

Η δυναστεία των Μεγάλων Κομνηνών, ο αυτοκρατορικός οίκος που για δυόμισι αιώνες κυριάρχησε στη διοικητική και κοινωνική ιεραρχία του κράτους της Τραπεζούντας, αριθμεί δεκάδες μέλη, από τα οποία είκοσι περίπου ανέβηκαν στο θρόνο. Καθένας από τους ηγεμόνες άφησε, περισσότερο ή λιγότερο, τη σφραγίδα του στην ταυτότητα της αυτοκρατορίας. Ο Βησσαρίων, σχολιάζοντας την καταγωγή, τις ικανότητες και το μεγαλείο των αυτοκρατόρων της Τραπεζούντας, τους χαρακτηρίζει «άξιους του ονόματος της βασιλείας», ενώ το Χρονικό του Μιχαήλ Παναρέτου κατέγραψε τα σημαντικότερα γεγονότα της βασιλείας τους. Ας ακολουθήσουμε λοιπόν τα ίχνη τους με οδηγό το έργο του Παναρέτου.
Ο Αλέξιος Α΄ Μεγάλος Κομνηνός, που σε ηλικία 22 μόλις χρόνων ανέλαβε τα ηνία της νέας αυτοκρατορίας, αναγκάστηκε να δεχτεί τη φορολογική υποτέλειά της στους Τούρκους, η οποία διατηρήθηκε για 20 περίπου χρόνια, μέχρι που ο Ανδρόνικος Α΄ Γίδων βρέθηκε αντιμέτωπος -για μια ακόμη φορά στην ιστορία της πόλης- με επίθεση των Σελτζούκων. Η αγωνιώδης προσπάθεια για τη σωτηρία της Τραπεζούντας έχει αποτυπωθεί σε διηγήσεις της εποχής και συνδέεται με τη θαυματουργή επέμβαση του αγίου Ευγενίου, αλλά και με το σπουδαίο καθίδρυμα της Παναγίας Χρυσοκεφάλου.
Μερικά χρόνια αργότερα, το 1238, ανέβηκε στο θρόνο ο Μανουήλ Α΄ Μεγάλος Κομνηνός. Ο «στρατηγικώτατος» και «ευτυχέστατος» Μανουήλ οδήγησε το κράτος σε ευημερία. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι ο εν λόγω αυτοκράτορας χορήγησε την ανέγερση και διακόσμηση του ναού της Αγίας Σοφίας, ενός καθιδρύματος λαμπρού από κάθε άποψη.
Μετά το 1261, όταν στο θρόνο της αυτοκρατορίας βρισκόταν πια ο Ιωάννης Β΄ Μεγάλος Κομνηνός, οι σχέσεις Κωνσταντινούπολης και Τραπεζούντας εισήλθαν σε μια κρίσιμη φάση. Ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, προσφέροντας την κόρη του Ευδοκία ως σύζυγο στον Τραπεζούντιο ηγεμόνα, πέτυχε να τον πείσει να εγκαταλείψει τον τίτλο του αυτοκράτορα Ρωμαίων. Στην Τραπεζούντα ξέσπασαν αντιδράσεις και ξεκίνησε μια μακρά περίοδος εσωτερικής αναταραχής και διαμάχης.
Τον Ιωάννη Β΄ διαδέχθηκε ο Αλέξιος Β΄ Μεγάλος Κομνηνός, η βασιλεία του οποίου συνδέεται με σημαντικά βήματα στις σχέσεις της αυτοκρατορίας με τους Γενουάτες και τους Βενετούς. Και ενώ από τη μια πλευρά οι Ιταλοί αποκτούσαν σημαντικά προνόμια, ο Αλέξιος ενίσχυε από την άλλη τα τείχη της Τραπεζούντας, επεκτείνοντάς τα ως τη θάλασσα και ιδρύοντας το σώμα των «νυκτοταλαλίων», δηλαδή των νυχτοφυλάκων. Ο Αλέξιος κρίθηκε από τους συγχρόνους του σημαντικός αυτοκράτορας και στη λαϊκή φαντασία πήρε μυθικές διαστάσεις: έγινε ο ήρωας που σκότωσε το δράκοντα που μάστιζε την περιοχή του Αχάντακα, στον Άγιο Κήρυκο.
Στα μέσα του 14ου αιώνα ο εμφύλιος πόλεμος στην Τραπεζούντα κορυφώθηκε. Τα δραματικά γεγονότα της περιόδου οδήγησαν τελικά στην άνοδο του Ιωάννη Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού στο θρόνο. Πηγές της εποχής μάς πληροφορούν ότι η στέψη του πραγματοποιήθηκε στο σημαντικότερο ναό της πόλης, αλλά και ολόκληρης της αυτοκρατορίας, στην Παναγία Χρυσοκέφαλο.
Από το 1349 και για παραπάνω από σαράντα χρόνια την εξουσία στην Τραπεζούντα άσκησε ο σπουδαιότερος ίσως αυτοκράτορας που γνώρισε το κράτος του Πόντου, ο Αλέξιος Γ΄ Μεγάλος Κομνηνός. Στα χρόνια της βασιλείας του η Τραπεζούντα ανάγεται σε σπουδαίο κέντρο εμπορίου, επιστημών, γραμμάτων και τεχνών. Ταυτόχρονα η παρουσία Βενετών, Γενουατών, Γεωργιανών και Τουρκομάνων γίνεται όλο και πιο έντονη. Δεν είναι τυχαίο που ο Αλέξιος έχει συνδέσει το όνομά του με τρία μεγάλα θρησκευτικά καθιδρύματα της πόλης: θεωρείται ο ανακαινιστής του Αγίου Ευγενίου, η προσωπογραφία του κοσμούσε την Παναγία Θεοσκέπαστο και ο τάφος του βρίσκεται στην Παναγία Χρυσοκέφαλο. Ο Αλέξιος Γ΄ υπήρξε εξάλλου ο κτήτορας της αγιορείτικης μονής Διονυσίου, γεγονός ενδεικτικό της εμβέλειας και της οικονομικής ισχύος του ιδίου και της αυτοκρατορίας.
Η παρουσία του δυτικού στοιχείου στην Τραπεζούντα ενισχύθηκε στα χρόνια που ακολούθησαν τη βασιλεία του Αλεξίου Γ΄. Ο διάδοχός του Αλέξιος Δ΄ Μεγάλος Κομνηνός δολοφονήθηκε από φρουρούς του γιου του και μετέπειτα αυτοκράτορα Ιωάννη Δ΄ Μεγάλου Κομνηνού, με συγκαλυμμένη βοήθεια Γενουατών και Γεωργιανών. Η παράσταση του Ιωάννη και του πατέρα του εκατέρωθεν της Θεοτόκου στον πύργο του περιβόλου της Αγίας Σοφίας κρύβει αναμφίβολα πολιτικές προεκτάσεις, ενώ δηλώνει ίσως και μια προσπάθεια εξιλέωσης του αυτοκράτορα. Με τον Ιωάννη συνδέεται και ο ομώνυμος πύργος που ακόμη σώζεται στην ακρόπολη της Τραπεζούντας.
Οι δύο τελευταίες δεκαετίες της αυτοκρατορίας της σημαδεύτηκαν από τη δραματική προσπάθεια αντίστασης στους Τουρκομάνους και στους Οθωμανούς. Το καλοκαίρι του 1461 ο Μωάμεθ Β΄, που οκτώ χρόνια πριν είχε καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, έφτασε προ των πυλών. Η πόλη παραδόθηκε στο θριαμβευτή σουλτάνο. Η συμβολή μιας μερίδας της αριστοκρατίας που ήταν πρόθυμη να δεχτεί την τουρκική κυριαρχία στάθηκε καθοριστική γι’ αυτή την εξέλιξη. Ο τελευταίος αυτοκράτορας της Τραπεζούντας Δαβίδ Β΄ Μεγάλος Κομνηνός οδηγήθηκε και εγκαταστάθηκε μαζί με την οικογένειά του στην περιοχή του Στρυμόνα. Δύο χρόνια αργότερα, ο Δαβίδ, οι επτά από τους οκτώ γιους του και ο ανιψιός του εκτελέστηκαν στην Κωνσταντινούπολη με την κατηγορία της συνωμοσίας εναντίον του σουλτάνου.

Η ΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΟΥΜΕΛΑ 

Ένα χρυσόβουλλο έγγραφο που εξέδωσε ο Ιωάννης Β΄ (1280-1297) είναι η αρχαιότερη γραπτή μαρτυρία για τη Μονή. Εκεί περιγράφονται, με κάθε λεπτομέρεια, τα κτήματα και τα χωριά που της παραχωρεί κι αναφέρονται ονομαστικά οι σαράντα αρχηγοί των οικογενειών που θα δουλεύουν ως πάροικοι στα κτήματά της και θα φρουρούν τα περάσματα… Το προνομιακό καθεστώς, τη μεγάλη περιουσία, την απαλλαγή από τους φόρους και την υπαγωγή της Μονής στη «βασιλική αυθεντία» διατήρησαν με σεβασμό και οι Οθωμανοί κατακτητές μετά το 1461. Πέρα από τα πολιτικά κίνητρα αυτής της έγνοιας που είχε αποκτήσει, η Παναγία η Σουμελιώτισσα άγγιζε κάθε θεοφοβούμενο…».
H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεφτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Μερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο το 644. Τη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Τραπεζούντας Ιωάννης Β΄ Κομνηνός (1285-1293), Αλέξιος Β΄ Κομνηνός (1293-1330), Βασίλειος Α΄ Κομνηνός (1332-1340).Μεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Μανουήλ Γ΄ Κομνηνός (1390-1417), και ο Αλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τίμιο ξύλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Καστανιά της Βέροιας. O Αλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Μεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Της χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Κτήτωρ». Μέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Κομνηνός Αλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Βασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Μέγας / Αεισέβαστος, Eυσεβής, Αυτοκράτωρ / Πάσης Ανατολής τε και Iβηρίας / Κτήτωρ πέφυκε της Μονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».

Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Κομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Τουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ Α΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.
H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Χαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Αλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Αλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Αναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ Α΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής. ΠΗΓΗ H πλούσια γη του Πόντου συντέλεσε στην αυτάρκεια των κατοίκων σε γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. Μικρογραφία χειρογράφου, που προέρχεται από εργαστήριο της Tραπεζούντας και απεικονίζει γεωργική σκηνή. Χρονολογείται στα 1346.  Άγιο Όρος, Μονή Βατοπεδίου, κώδ. 1199, φ. 476β.

ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ

 Η αγροτική παραγωγή και η εμπορική δραστηριότητα υπήρξαν οι δύο άξονες στους οποίους στηρίχτηκε η ανθηρή οικονομία της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών και της πόλης της Τραπεζούντας ειδικότερα. Η πλούσια γη του Πόντου, με τις εύφορες κοιλάδες, τα μεγάλα δάση και λιβάδια, αποτέλεσε τη βάση της αυτάρκειας των κατοίκων σε γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, καθώς και σε ξυλεία απαραίτητη στην οικοδομική και τη ναυπηγική. Πολλά από αυτά τα προϊόντα ήταν εξαγώγιμα, όπως και μέρος των αλιευμάτων των παραλίων. Η κατανομή της γης στην περιοχή της Τραπεζούντας ακολουθούσε τα σχήματα που επικρατούσαν και στο υπόλοιπο Βυζάντιο, ενώ αντίστοιχη ήταν η φορολογία και η νομοθεσία που ρύθμιζε κατά καιρούς την εκμετάλλευση της γης. Από τα έγγραφα της περιοχής συμπεραίνεται ότι η μικρή ιδιοκτησία, που αρχικά συνυπήρχε με τη μεγάλη, απορροφήθηκε σταδιακά μέχρι τα τέλη του 13ου αιώνα από τις κτήσεις των μεγάλων οικογενειών, της Εκκλησίας, της αυτοκρατορικής οικογένειας και του αυτοκράτορα. Ωστόσο, στην περιοχή της Τραπεζούντας -αντίθετα από το υπόλοιπο Βυζάντιο και κυρίως τη Μικρά Ασία- η μεγάλη γαιοκτησία δεν αναπτύχθηκε υπερβολικά, λόγω της ορεινής διαμόρφωσης του εδάφους που δεν επέτρεπε τη δημιουργία πολύ μεγάλων κτημάτων, αλλά και ως αποτέλεσμα της πολιτικής των Μεγάλων Κομνηνών. Στις πόλεις, και προπάντων στην Τραπεζούντα, ποικίλες ήταν οι «τέχνες» και τα «επιτηδεύματα» που ασκούσαν οι κάτοικοι. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Ιωάννη Ευγενικού στην αυτάρκεια της Τραπεζούντας και στις δυνατότητες που παρείχε σε γεωργούς, βιοτέχνες και επαγγελματίες: «Μόνη γαρ ήδε πόλις, ή κομιδή γε συν ολίγαις, πάσιν έργοις και πάσαις επιστήμαις διαρκεί, και τα παρ’ εαυτής απάσαις τέχναις και επιτηδεύμασι χορηγεί […] τοις εμπόροις δε παν, ό,του δέοιντο […]»

.ΕΜΠΟΡΙΟ 

H ζηλευτή στρατηγική θέση της Τραπεζούντας, που της εξασφάλιζε άνετη πρόσβαση στη νότια Ρωσία, στα βάθη της Ασίας αλλά και στη Δύση, την ανέδειξε σε αδιαμφισβήτητο κέντρο του εξαγωγικού και διαμετακομιστικού εμπορίου. Μέχρι το 12ο αιώνα εξάγονταν από την πόλη της Τραπεζούντας και την ευρύτερη περιοχή του Πόντου προς την Κωνσταντινούπολη και προς άλλα κέντρα αρώματα και φαρμακευτικά είδη, βαφές, υφάσματα, ξυλεία, κρασί, οπωρικά, ορυκτά και μεταλλεύματα. Από το 12ο αιώνα και εξής οι εμπορικοί δρόμοι διευρύνθηκαν προς την Κριμαία, την Ιβηρία του Καυκάσου και τη Μολδαβία και τελικά προς τη Δύση, με κύριους διάμεσους Γενουάτες και Βενετούς εμπόρους. Στη φάση αυτή η Τραπεζούντα εξήγε τα προϊόντα της, ενώ εισήγε σιτηρά και άλλα τρόφιμα απαραίτητα για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών των κατοίκων της.
Το πιο επικερδές για την πόλη ήταν το διαμετακομιστικό εμπόριο, δεδομένου ότι για τους Δυτικούς ο δρόμος προς την Ανατολή περνούσε μέσω της Χαλδίας και της Τραπεζούντας. Η ιστορική συγκυρία υπήρξε ευνοϊκή, καθώς μετά την καταστροφή της Βαγδάτης από τους Μογγόλους η Τραπεζούντα έγινε ο μοναδικός σύνδεσμος ανάμεσα στους δρόμους των καραβανιών της κεντρικής Ασίας και στα λιμάνια της Ρωσίας και της Δυτικής Ευρώπης. Έτσι, μέσω της πόλης διεξαγόταν, σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα, το εμπόριο ειδών πολυτελείας.
Στις εμποροπανηγύρεις της Τραπεζούντας και προπάντων στην περίφημη του αγίου Ευγενίου προσέρχονταν «έμποροι πλείστοι και όλβιοι». Ο Ιωάννης Ευγενικός και κυρίως ο Βησσαρίων έχουν περιγράψει εναργώς τις σφύζουσες από ζωή και κίνηση αγορές της πόλης, όπου συναντιόνταν έμποροι κάθε προέλευσης: Ρώσοι, Αρμένιοι, Γεωργιανοί, Άραβες, Εβραίοι, Βενετοί και Γενουάτες.
Εξαίρετη θέση μεταξύ αυτών κατείχαν οι Ιταλοί έμποροι, οι κυρίαρχοι του θαλάσσιου εμπορίου που διεξαγόταν στην ανατολική Μεσόγειο κατά την εποχή εκείνη. Οι Βενετοί και κυρίως οι Γενουάτες, βάσει προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Μεγάλους Κομνηνούς, διέθεταν δικές τους συνοικίες στην πόλη και ιδιωτικές αποθήκες τόσο στην Τραπεζούντα, όσο και σε άλλα λιμάνια της αυτοκρατορίας. Την ίδια εποχή ανάλογης προνομιακής μεταχείρισης έχαιραν οι Ιταλοί έμποροι και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, με αντάλλαγμα την οικονομική βοήθεια ή τη συμμαχία των πόλεών τους. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι οι Ιταλοί δεν είχαν ποτέ φορολογική ατέλεια στην Αυτοκρατορία των Μεγάλων Κομνηνών, γεγονός ενδεικτικό τόσο για την πολιτική όσο και για την οικονομική κατάστασή της.

ΤΑ ΝΟΜΙΣΜΑΤΑ 

Αν και το βυζαντινό νομισματικό σύστημα προέβλεπε την ύπαρξη πολλών νομισματοκοπείων διασκορπισμένων ανά την επικράτεια, μέχρι τον 11ο αιώνα δε μαρτυρείται η λειτουργία νομισματοκοπείου, έστω και τοπικού, στον Πόντο, γεγονός που οφειλόταν πιθανότατα στη μειωμένη ασφάλεια της περιοχής, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσης και των εχθρικών επιδρομών.
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι μια ομάδα νομισμάτων κόπηκαν στην Τραπεζούντα κατά τη διάρκεια της κυριαρχίας του Θεοδώρου Α΄ Γαβρά. Πρόκειται για μικρά χάλκινα νομίσματα που κατατάσσονται στις ανώνυμες βυζαντινές κοπές του 11ου αιώνα, αν και μερικά από αυτά αναφέρουν τον αυτοκράτορα Αλέξιο Α΄ Κομνηνό. Η άποψη αυτή ωστόσο έχει δεχτεί έντονη αμφισβήτηση από την επιστημονική κοινότητα.
Νομισματική δραστηριότητα, ενδεικτική της ευημερίας της περιοχής και της έντασης των εμπορικών συναλλαγών, εμφανίζεται κατά το 13ο και 14ο αιώνα στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Τα ασημένια νομίσματα της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών ονομάστηκαν από τους συγχρόνους τους «άσπρα», προφανώς λόγω του χρώματός τους. Τουλάχιστον από το 14ο αιώνα ονομάζονταν και «Κομνηνάτα» (Cominiati στα λατινικά), λόγω της προέλευσής τους. Ο πρώτος αυτοκράτορας ο οποίος έκοψε χάλκινο νόμισμα που έφερε το όνομά του ήταν ο Ανδρόνικος Α΄ Γίδων.

Ανδρόνικος Α΄ Γίδος ή Γίδων 1222-1235

Ανδρόνικος Α΄ Γίδος ή Γίδων 1222-1235

Στο Μανουήλ Α΄ Μεγάλο Κομνηνό αποδίδονται οι πρώτες κοπές σε πολύτιμο μέταλλο. Πρόκειται για ασημένια κυρτά νομίσματα, με την παράσταση της ένθρονης Παναγίας στον εμπροσθότυπο και τη μορφή του αυτοκράτορα ισταμένου στον οπισθότυπο. Τα νομίσματα αυτά θεωρούνται εξέλιξη βυζαντινών κοπών του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Τα διαδέχτηκαν επίπεδα νομίσματα με την παράσταση του αγίου Ευγενίου στον εμπροσθότυπο. Ο τύπος αυτός, με την απεικόνιση του πολιούχου αγίου στη μια πλευρά και του αυτοκράτορα στην άλλη, καθιερώθηκε με ελάχιστες εικονογραφικές παραλλαγές στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Το βάρος των νομισμάτων ήταν 2,9 γραμμάρια, γεγονός που παραπέμπει περισσότερο στο μουσουλμανικό dirhem ή σε σύγχρονες αρμενικές κοπές παρά στο βυζαντινό νομισματικό σύστημα. Η καθαρότητα σε ασήμι έφτανε γενικά το 95%. Στη διάρκεια της βασιλείας του Ιωάννη Β΄ και των διαδόχων του ωστόσο, το βάρος και η καθαρότητα των ασημένιων νομισμάτων μειώθηκαν σταδιακά, ακολουθώντας την παρακμή της αυτοκρατορίας.
Οι κοπές της Τραπεζούντας διέφεραν κατά πολύ από αυτές των κρατών που προέκυψαν μετά την άλωση της Πόλης το 1204, δηλαδή της Ηπείρου, της Θεσσαλονίκης και της Νίκαιας. Η επιλογή του ασημιού ως βασικού μετάλλου έγινε κατ’ επίδραση των νομισματικών συστημάτων γειτονικών περιοχών και λόγω της δυνατότητας εξόρυξης του μετάλλου σε ορυχεία της περιοχής. Ας σημειωθεί ότι παρά το μονομεταλλικό χαρακτήρα του συστήματος η κοπή των ασημένιων νομισμάτων έβαινε παράλληλα με την κοπή αντίστοιχων χάλκινων κυρτών, απομιμήσεων παλαιοτέρων βυζαντινών νομισμάτων. Οι κοπές αυτές ονομάζονταν πιθανότατα από τους συγχρόνους τους «τραχέα», όπως και τα αντίστοιχα βυζαντινά νομίσματα. 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας σε ισχυρή δύναμη αναδείχθηκαν οι μεγάλες αριστοκρατικές οικογένειες, οι οποίες πολύ συχνά επισκίαζαν τους αυτοκράτορες και υπαγόρευαν τη διαδοχή στο θρόνο. Η ενδυνάμωση των μεγάλων ντόπιων οικογενειών ήρθε ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των γαιοκτησιών και της δυνατότητας ελέγχου των δρόμων της ενδοχώρας από τους μεγαλογαιοκτήμονες.
 Παράλληλα, οι ευγενείς των ανακτόρων, οι οποίοι προέρχονταν κυρίως από την οικογένεια των Σχολαρίων, εξέφραζαν μια πολιτική στάση φιλικά προσκείμενη στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι συσχετισμοί δυνάμεων μεταξύ των οικογενειών μεταβάλλονταν και οι διαμάχες μεταξύ τους, που συχνά λάμβαναν διαστάσεις εμφύλιου πολέμου, ταλάνιζαν για μεγάλο διάστημα την αυτοκρατορία και εκτονώθηκαν μόνο με την επικράτηση του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού.
Η ίδρυση του ποντιακού κράτους των Μεγάλων Κομνηνών ισχυροποίησε και τη θέση της Μητρόπολης Τραπεζούντος.
Κατά καιρούς κάποιοι από τους Μεγάλους Κομνηνούς προσπάθησαν ανεπιτυχώς να αυτονομήσουν την Εκκλησία της Τραπεζούντας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ωστόσο, η Μητρόπολη Τραπεζούντος κατείχε υψηλή θέση στην ιεραρχία των μητροπόλεων του Πατριαρχείου, ενώ διακεκριμένοι εκκλησιαστικοί άνδρες χρημάτισαν αρχιερείς της.
Παράλληλα, η μακρά μοναχική παράδοση του Πόντου αλλά και οι δαψιλείς χορηγίες των Μεγάλων Κομνηνών είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη σημαντικών μονών στην ευρύτερη περιοχή και στην πόλη της Τραπεζούντας. Πέρα από λαμπρά θρησκευτικά καθιδρύματα οι μονές αυτές υπήρξαν κέντρα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, αλλά και της ανάπτυξης και διάσωσης του πολιτισμού.
Εκτός του Πόντου, οι αγιορείτικες Μονές Μεγίστης Λαύρας και Διονυσίου ακτινοβολούν ομοίως τη θρησκευτική παράδοση της περιοχής, η πρώτη καθώς ιδρύθηκε από τον όσιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη και η δεύτερη ως λαμπρό καθίδρυμα του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού.

Ένα άλλο κτίσμα  χωρίς σαφείς πληροφορίες ανάγει στην αυτοκράτειρα Ειρήνη και ίσως παλαιότερα βρέθηκαν επιγραφές του 1340-1341 ότι αυτό το κτίσμα  λέγεται ότι χτίστηκε ως τόπος συνάντησης από την αριστοκρατία της Τραπεζούντας. παχιά τοιχώματα ενθέτουν το  ύψος του κτιρίου που αποτελείται από δύο κυκλικούς πύργους, είναι γνωστό  για χρήση ως αποθήκη πυρομαχικών το 1877. Κατά τη διάρκεια της Ρωσικής κατάκτησης της Τραπεζούντας (1916-1918) χρησιμοποιείται ως οπλοστάσιο, για να καταστραφεί σε μια έκρηξη το 1918. Αριστερά ο  πύργος και πλάι του ένα αστυνομικό τμήμα ( η φωτογρ. Αναφέρει έτος 1920) .

Σήμερα επιχειρηματίες το ανακαίνισαν για τουριστική χρήση

Σήμερα επιχειρηματίες το ανακαίνισαν για τουριστική χρήση

ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Πρώτος κήρυκας του ευαγγελίου στην περιοχή του Πόντου ευρύτερα, και στην Τραπεζούντα ειδικότερα, θεωρείται ο απόστολος Ανδρέας. Με τη διάδοση του χριστιανισμού δημιουργήθηκαν και οι πρώτες επισκοπές. Τον 4ο αιώνα η Επισκοπή Τραπεζούντος μαρτυρείται στα πρακτικά της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325), καθώς και στις τοπικές Συνόδους της Άγκυρας, της Νεοκαισάρειας και των Γαγγρών. Πιθανόν αμέσως μετά τη δημιουργία του θέματος Χαλδίας η Τραπεζούντα αναδείχθηκε σε μητρόπολη, αφού αποσπάστηκε από τη μητρόπολη του Πολεμωνιακού Πόντου στην οποία υπαγόταν ως επισκοπή. Ο πρώτος ιεράρχης Τραπεζούντας που φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη είναι ο Χριστόφορος (γύρω στο 787). Στην εποχή του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού η Τραπεζούντα κατείχε την 33η θέση στην ιεραρχία των μητροπόλεων, με επτά και αργότερα με δεκαπέντε υποκείμενες επισκοπές. Κατά την ταραγμένη περίοδο του 12ου αιώνα ο χριστιανικός πληθυσμός του Πόντου μειώθηκε δραματικά. Μεταξύ των λίγων μητροπόλεων που απέμειναν εν ενεργεία μόνο της Τραπεζούντας φέρεται να είχε δύο επισκοπές. Πρόβλημα αποτελεί για την έρευνα ο γεωγραφικός εντοπισμός των περισσότερων επισκοπών της Μητρόπολης Τραπεζούντος, η ταύτισή τους με οικισμούς και ο καθορισμός των ορίων τους. Επίσης, αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η πλειονότητα των ονομάτων των επισκοπών είναι βαρβαρικά.
Η Εκκλησία της Τραπεζούντας θα πρέπει να συμμετείχε στον εκχριστιανισμό ορισμένων φύλων που ζούσαν στην ενδοχώρα της. Πρόκειται για τους Τζάνους, τους Λαζούς, τους Αψιλίους, τους Μόσχους ή Μέσχους και τους Αβασγούς, ο εκχριστιανισμός των οποίων γινόταν παράλληλα με την επέκταση του βυζαντινού κράτους ανατολικότερα, κατά τον 6ο αιώνα.
Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους το 1204, το εξόριστο στη Νίκαια Οικουμενικό Πατριαρχείο αντιτάχθηκε στη δραστηριότητα των Αλεξίου Α΄ και Δαβίδ, ιδρυτών της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών. Το γεγονός αυτό επέφερε κρίση στις σχέσεις του Πατριαρχείου με τη Μητρόπολη Τραπεζούντος, η οποία εκτονώθηκε μόλις το 1261 με την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης και την επιστροφή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην έδρα του. Οι μεταξύ τους σχέσεις συσφίχθηκαν αργότερα, γύρω στο 1280, μετά την παραίτηση των Μεγάλων Κομνηνών από τον τίτλο του «βασιλέως Ρωμαίων». Παρ’ όλα αυτά οι αντιθέσεις αναζωπυρώνονταν κάθε φορά που δημιουργούσαν την αφορμή επιμέρους θέματα, κοσμικά ή εκκλησιαστικά. Οι Μεγάλοι Κομνηνοί επιχείρησαν, ήδη από την αρχή της δυναστείας τους, να ανεξαρτητοποιήσουν τη Μητρόπολη Τραπεζούντος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο τελικά δέχτηκε να ψηφίζεται και να χειροτονείται ο μητροπολίτης Τραπεζούντος στην έδρα του, χωρίς να μεταβαίνει στη Νίκαια ή στην Κωνσταντινούπολη.
Στην ταραγμένη εποχή της Αυτοκρατορίας των Μεγαλοκομνηνών, ο μητροπολίτης Τραπεζούντος πολλές φορές ποίμανε άλλες χηρεύουσες μητροπόλεις. Από το 14ο αιώνα έφερε και τον τίτλο του «υπερτίμου και εξάρχου πάσης Λαζικής», ενώ «επείχε τον τόπον» (κατείχε τη θέση στην ιεραρχία του Οικουμενικού Πατριαρχείου) του μητροπολίτη Καισαρείας. Εξαιτίας της υψηλής του θέσης στην ιεραρχία και του γεγονότος ότι ήταν προκαθήμενος της Εκκλησίας της Τραπεζούντας, πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας, ο Τραπεζούντος Δωρόθεος συμμετείχε στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/9). Ας σημειωθεί επίσης ότι η Τραπεζούντα είχε υπάρξει πολλές φορές το καταφύγιο των ανθενωτικών της Κωνσταντινούπολης, όπως μετά τη βίαιη επιβολή της ένωσης των Εκκλησιών από το Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1274).
Μεταξύ των προκαθημένων της Εκκλησίας της Τραπεζούντας διακρίνονται ο όσιος Αθανάσιος ο Δαιμονοκαταλύτης (περ. 867-886) και ο Ιωσήφ Λαζαρόπουλος (1351-1364), ενώ από την ίδια πόλη έλκουν την καταγωγή τους εξέχουσες εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως ο όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, ο πατριάρχης Ιωάννης Η΄ Ξιφιλίνος, ο όσιος Δωρόθεος ο Νέος και ο μητροπολίτης Νικαίας και κατόπιν καρδινάλιος Βησσαρίων.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της Αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών, καθολικοί και Αρμένιοι είχαν ιδρύσει θρησκευτικά καθιδρύματα (ναούς, παρεκκλήσια, μονές) στην Τραπεζούντα, αλλά και σε άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας, και ασκούσαν απρόσκοπτα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα.

Η Μονή του Aγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, ενός από τα σημαντικότερα μοναστηριακά συγκροτήματα του Πόντου. Επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ού αιώνα.

ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ 

Ο χριστιανισμός και ο μοναχισμός έχουν μακρά ιστορία στον Πόντο. Στις δύσβατες και απόκρημνες περιοχές του, και κυρίως στον ευρύτερο χώρο της Τραπεζούντας, οργανώθηκαν από νωρίς μοναχικές κοινότητες. Ο Ιωάννης Ευγενικός στην έκφραση της Τραπεζούντας, στην εγκωμιαστική περιγραφή της πόλης, σχολιάζει τις ιδανικές προϋποθέσεις που παρέχει για την καλλιέργεια του μοναχισμού «ότι και τοις εν τω βίω πάσαν τε αφθονίαν των αναγκαίων επιχορηγεί και μέντοι και ζην κατά μοναχούς τω πλέονι παρέχεται τω ερημικώ και ηρέμω των προαστείων».
Σπουδαία αυτοτελή μοναστικά ιδρύματα με θαυμαστή θρησκευτική ζωή οργανώθηκαν τελικά στον Πόντο. Οι μοναστικές αυτές κοινότητες πραγματοποίησαν πολυσχιδές και πολυσήμαντο έργο, φιλανθρωπικό και πολιτιστικό. Εμπνευσμένος από το παράδειγμα της πατρίδας του, ο τραπεζουντιακής καταγωγής όσιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης ίδρυσε το πρώτο αγιορείτικο μοναστήρι, τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, ενώ η Μονή Διονυσίου, μία άλλη αγιορείτικη μονή, ιδρύθηκε χάρη στη γενναιόδωρη χορηγία του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού.Η Μονή του Aγίου Γεωργίου Περιστερεώτα,σήμερα -Φωτ.Ν.Μαγγίνας

Άγνωστος παραμένει ο ακριβής συνολικός αριθμός των μοναστηριών της Τραπεζούντας και της περιοχής της. Ανάμεσα σε αυτά εξέχουσα θέση κατέχει η Μονή Θεοσκεπάστου, μοναστήρι στενά συνδεδεμένο και με το αυτοκρατορικό περιβάλλον. Αναμφισβήτητα όμως η μεγάλη φήμη του ποντιακού μοναχισμού, η οποία ξεπέρασε τα όρια της Τραπεζούντας, του Πόντου και της Μικράς Ασίας, εδραιώθηκε στην ύπαρξη και λειτουργία τριών μοναστηριών: του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος, του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και κυρίως της Μονής Σουμελά

Τραπεζούντα . Το μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος,

Τετραβάγγελο του οσίου Χριστοφόρου. Kειμήλιο του ποντιακού ελληνισμού, που μεταφέρθηκε από τη Μονή Σουμελά στην Ελλάδα. Σώζεται μόνο η στάχωση με διακοσμητικά στοιχεία από το 14ο έως τον 17ο αιώνα.

Τετραβάγγελο του οσίου Χριστοφόρου. Kειμήλιο του ποντιακού ελληνισμού, που μεταφέρθηκε από τη Μονή Σουμελά στην Ελλάδα. Σώζεται μόνο η στάχωση με διακοσμητικά στοιχεία από το 14ο έως τον 17ο αιώνα.

ΟΨΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Άνθηση της παιδείας, των γραμμάτων και των τεχνών παράλληλα με την οικονομική και εμπορική ακμή -και σε ένα βαθμό εξαιτίας της- παρατηρείται στην Τραπεζούντα των Μεγάλων Κομνηνών. Η άνθηση αυτή τεκμαίρεται τόσο από τα υλικά κατάλοιπα, όσο και από τη δράση και τα έργα σημαντικών λογίων, οι οποίοι κατά κανόνα διακρίθηκαν και σε υψηλά διοικητικά ή εκκλησιαστικά αξιώματα.
Η ανάπτυξη των φυσικών επιστημών συνδέθηκε με τα ονόματα του Κωνσταντίνου Λουκίτη, του Γρηγορίου Χιονιάδη, του Γεωργίου Χρυσοκόκκη, του Ανδρέα Λιβαδηνού, του ιερέα Μανουήλ και άλλων. Εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής τους οι παραπάνω λόγιοι δίδαξαν στις «σχολές» της Τραπεζούντας και άφησαν πλούσιο συγγραφικό και επιστολογραφικό έργο.
Συγχρόνως με το ενδιαφέρον που υπήρχε για τις θετικές επιστήμες, φαίνεται πως και οι κλασικές σπουδές ήταν ακμάζουσες, όπως προκύπτει από τα έργα του Χιονιάδη και του Λιβαδηνού. Ιδιαίτερη θέση κατείχε και η θεολογία, γεγονός που γίνεται σαφές από τις ομολογίες πίστεως των ιδίων ή την αλληλογραφία του Ιωάννη Δ΄ Μεγάλου Κομνηνού με τον πάπα Ευγένιο Δ΄, με θέμα την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Από τα έργα αυτά φαίνεται ωστόσο ότι η καλλιέργεια της θεολογίας γινόταν με τη στενή εποπτεία της Εκκλησίας.
Εκπρόσωπος της χρονογραφίας στην Τραπεζούντα υπήρξε ο πρωτοσεβαστός και πρωτονοτάριος της αυλής των Μεγάλων Κομνηνών Μιχαήλ Παναρέτου. Το έργο του Παναρέτου Περί των της Τραπεζούντος βασιλέων, των Μεγάλων Κομνηνών, όπως και πότε και πόσον έκαστος εβασίλευσεν, γνωστό ως Χρονικό, αποτελεί την ασφαλέστερη πηγή για την περίοδο 1204-1390.

O καρδινάλιος Bησσαρίων, μία από τι ς σημαντικότερες πνευματικές μορφές του 15ου αιώνα.

O καρδινάλιος Bησσαρίων, μία από τι ς σημαντικότερες πνευματικές μορφές του 15ου αιώνα.


Με την πνευματική ατμόσφαιρα της Τραπεζούντας έχει συνδεθεί το πολυδιάστατο έργο λαμπρών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως ο Βησσαρίων (μητροπολίτης Νικαίας και κατόπιν καρδινάλιος), ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, ο Ιωσήφ Λαζαρόπουλος, (μητροπολίτης Τραπεζούντος) και ο Ιωάννης Ευγενικός. Από τα έργα που έχουν συγγράψει άμεση σχέση με το χώρο και την ιστορία της πόλης έχουν τα εγκώμια της Τραπεζούντας του Βησσαρίωνος και του Ιωάννη Ευγενικού και η ταξιδιωτική περιγραφή της πόλης από τον Ανδρέα Λιβαδηνό. Στον τομέα της αγιολογίας αξίζει να αναφερθεί το Εγκώμιον εις τον άγιον μεγαλομάρτυρα του Χριστού Ευγένιον και τους συνάθλους αυτού, Κανίδην, Ουαλεριανόν και Ακύλαν, τους εν Τραπεζούντι μαρτυρήσαντας του Κωνσταντίνου Λουκίτη, καθώς και οι δύο παραλλαγές του βίου και των θαυμάτων του αγίου Ευγενίου από τον Ιωσήφ Λαζαρόπουλο. Μία πρωιμότερη εξιστόρηση του μαρτυρίου του πολιούχου αγίου ανάγεται ωστόσο στον 11ο αιώνα και γράφτηκε από τον πατριάρχη Ιωάννη Η΄ Ξιφιλίνο.
Πολυδιάστατο ήταν και το έργο του Τραπεζούντιου Γεωργίου Αμιρούτζη, ο οποίος διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πολιτική σκηνή της εποχής του, ενώ εκτός Τραπεζούντας στη Δύση έδρασε ο τραπεζουντιακής καταγωγής Γεώργιος Τραπεζούντιος.

Γεώργιος Τραπεζούντιος

Γεώργιος Τραπεζούντιος

Στο πλαίσιο της δράσης σημαντικών λογίων και με δεδομένη την οικονομική ευρωστία της πόλης, είναι εύλογη και αναμενόμενη η λειτουργία εργαστηρίου αντιγραφής και εικονογράφησης χειρογράφων, η οποία μαρτυρείται στο χώρο της Mονής του Αγίου Ευγενίου.
Η αργυρή λειψανοθήκη που βρίσκεται στον Άγιο Μάρκο της Βενετίας (14ος-15ος αιώνας) και απεικονίζει τον άγιο Ευγένιο και τους συναθλητές του αποτελεί σπάνιο δείγμα της λειτουργίας εργαστηρίων μικροτεχνίας στην πόλη. Επίσης, η φορητή εικόνα που δωρίστηκε από τον Αλέξιο Γ΄ Μεγάλο Κομνηνό στην αγιορείτικη Mονή Διονυσίου και χρονολογείται το 1375 θεωρείται ότι προέρχεται από το καλλιτεχνικό περιβάλλον της Τραπεζούντας.
Στον τομέα της μνημειακής τέχνης η Τραπεζούντα μπορεί να επιδείξει σπουδαία έργα ζωγραφικής, γλυπτικής και ψηφιδωτά από το 13ο μέχρι το 15ο αιώνα. Πρόκειται για έργα σπάνιας καλλιτεχνικής ποιότητας, άλλα από τα οποία παρακολουθούν τις καλλιτεχνικές τάσεις της εποχής τους και μπορούν να συγκριθούν με σύγχρονα μνημεία της βυζαντινής τέχνης, ενώ άλλα προδίδουν τη δραστηριότητα τοπικών εργαστηρίων. Η Τραπεζούντα αποτέλεσε το σημείο συνάντησης διαφορετικών καλλιτεχνικών παραδόσεων και το πεδίο της γόνιμης συνομιλίας τους, ενώ η υψηλή ποιότητα των έργων δεν είναι άσχετη με τις δαψιλείς χορηγίες των Μεγάλων Κομνηνών και τη γενικότερη οικονομική ευρωστία της πόλης.

ΘΕΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ 

Η πρώτη μαρτυρία για την καλλιέργεια και τη διδασκαλία των θετικών επιστημών στην Τραπεζούντα ανάγεται στον 7ο αιώνα. Στη βιογραφία του περίφημου Κωνσταντινουπολίτη δασκάλου Τυχικού ο μαθητής του Ανανίας ο Σιρακηνός, πατέρας των θετικών επιστημών στην Αρμενία, παρέχει τη σπάνια μαρτυρία για τη λειτουργία μιας σχολής στην Τραπεζούντα, όπου μεταξύ άλλων διδάσκονταν μαθηματικά και άλλες επιστήμες. Στην άτυπη αυτή σχολή του Τυχικού, η οποία διέθετε και αρκετά πλούσια βιβλιοθήκη, συνέρρεαν επίλεκτοι φοιτητές από πολλά μέρη της αυτοκρατορίας και από την Κωνσταντινούπολη. Από τον 7ο μέχρι το 14ο αιώνα δε διαθέτουμε μαρτυρίες για ανάλογη δραστηριότητα στην πόλη. Στην εποχή των Μεγάλων Κομνηνών ωστόσο έδρασαν λαμπρές προσωπικότητες της εποχής που συνέδεσαν το όνομά τους με την καλλιέργεια των θετικών σπουδών και ειδικότερα των μαθηματικών, της αστρονομίας, της ιατρικής αλλά και της γεωγραφίας.

Στην Τραπεζούντα των Μεγάλων Κομνηνών αναπτύχθηκε ιδιαίτερα η μελέτη των φυσικών επιστημών. Εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής έδρασαν στην πόλη, καλλιεργώντας τα μαθηματικά, την αστρονομία, την ιατρική, τη γεωγραφία. Στην εικόνα, Χαλδαίοι αστρολόγοι παρατηρούν τον ουρανό. Μικρογραφία χειρογράφου του 12ου αιώνα.  Άγιο Όρος, Μονή Παντελεήμονος, κώδ. 6 (Γρηγορίου του Θεολόγου οι 16 Λόγοι), φ. 165α.

Ας σημειωθεί ότι κατά το 14ο αιώνα το ενδιαφέρον για τα μαθηματικά, την αστρονομία, τη μηχανική και την ιατρική έγινε ιδιαίτερα έντονο, όχι μόνο στην περιοχή της Τραπεζούντας αλλά και ευρύτερα στο βυζαντινό χώρο. Το έδαφος είχε προετοιμαστεί ήδη από το 13ο αιώνα από τα συγγράμματα μαθηματικών και φυσικής σημαντικών πνευματικών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, ο Μάξιμος Πλανούδης και ο Γεώργιος Παχυμέρης. Έτσι το 14ο αιώνα ένας σημαντικός αριθμός λογίων ασχολήθηκαν με τις παραπάνω επιστήμες και έγραψαν μαθηματικές και αστρονομικές μελέτες, όπως ο Ισαάκ Αργυρός, ο Θεόδωρος Μελιτηνιώτης, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Νικηφόρος Χούμνος και ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ενώ οι γιατροί Γεώργιος Χρυσοκόκκης και Γρηγόριος Χιονιάδης ενδιαφέρθηκαν για τα μαθηματικά και την αστρονομία.
Στην Τραπεζούντα των Μεγάλων Κομνηνών έδρασαν σπουδαίες προσωπικότητες, όπως ο Γρηγόριος Χιονιάδης, ο Κωνσταντίνος Λουκίτης, ο Γεώργιος Χρυσοκόκκης, ο Ανδρέας Λιβαδηνός, ο ιερέας Μανουήλ και προφανώς και άλλοι λιγότερο γνωστοί. Άλλοι απ’ αυτούς είναι Τραπεζούντιοι, ενώ άλλοι, όπως ο Χιονιάδης ή ο Λουκίτης, έδρασαν για κάποιο διάστημα στην Τραπεζούντα, διδάσκοντας μαθηματικά ή αστρονομία και αλληλογραφώντας παράλληλα με σημαντικές προσωπικότητες από την Kωνσταντινούπολη, με τους οποίους μοιράζονταν τις ίδιες πνευματικές ανησυχίες. Αξιοσημείωτο είναι ότι κάποιοι από τους παραπάνω λογίους αποτελούσαν εξέχοντα πρόσωπα της τραπεζουντιακής κοινωνίας και διετέλεσαν αξιωματούχοι, είτε διοικητικοί είτε εκκλησιαστικοί, όπως ο πρωτονοτάριος και πρωτοβεστιάριος Κωνσταντίνος Λουκίτης ή ο πρωτοταβουλάριος και χαρτοφύλαξ της Μητροπόλεως Τραπεζούντος Ανδρέας Λιβαδηνός.
Οι πηγές αναφέρουν ότι μαθήματα αστρονομίας διδάσκονταν στις Μονές του Αγίου Ευγενίου και της Αγίας Σοφίας. Δε γνωρίζουμε ωστόσο το καθεστώς λειτουργίας των «διδακτηρίων» αυτών. Παλαιότερα μάλιστα είχε υπερβολικά υποστηριχτεί από κάποιους μελετητές πως στην πόλη της Τραπεζούντας υπήρχε αστρονομική ακαδημία και αστεροσκοπείο, το οποίο θα πρέπει να αναζητηθεί στον πύργο της Aγίας Σοφίας, γεγονός που ωστόσο δεν έχει αποδειχτεί επιστημονικά μέχρι σήμερα.

Θέσεις των μνημείων της πόλεως

Τραπεζούς .Το Λεοντόκαστρο

 

ΟΧΥΡΩΣΕΙΣ 

H κατάληψη της Kωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204 σηματοδότησε την αρχή της εδραίωσης των ιταλικών ναυτικών δυνάμεων στην ανατολική Mεσόγειο. Mετά την ανακατάληψη της Kωνσταντινούπολης το 1261 από το Mιχαήλ H΄ Παλαιολόγο οι Iταλοί, κυρίως οι Γενουάτες και οι Bενετοί, κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν εμπορικά προνόμια και να προσαρτήσουν βυζαντινά εδάφη με στρατηγική και οικονομική σημασία, με σκοπό τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών.
Tα προνόμια που τους είχαν χορηγήσει οι ίδιοι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες διευκόλυναν την ελευθερία διακίνησης προσώπων και εμπορευμάτων. Παρέχοντας ως αντάλλαγμα στρατιωτική βοήθεια ή συμμαχία, οι ιταλικές πόλεις κατάφερναν να ανανεώνουν συχνά τις σχετικές συνθήκες με τους Bυζαντινούς.
Παράλληλα τους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να δημιουργήσουν εμπορικούς σταθμούς, όπου ήταν αυτόνομοι, έχοντας τη δική τους κυβέρνηση, τους δικούς τους τόπους διαμονής και χώρους λατρείας, τα δικά τους μέτρα, σταθμά και δικαστήρια. Oι εδαφικές αυτές κτήσεις έπαιξαν, όπως ήταν φυσικό, σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του ιταλικού εμπορίου.

ΤΟ ΦΛΑΜΠΟΥΡΟ ΤΩΝ ΓΕΝΟΥΑΤΩΝ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ ΣΤΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ

Oι Bενετοί εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ οι Γενουάτες αρχικά στη Θεσσαλονίκη και στο Δουκάτο των Αθηνών και στη συνέχεια στην Kωνσταντινούπολη, όπου κέντρο της δραστηριότητάς τους υπήρξε το προάστιο του Γαλατά, το οποίο από το 1267 και μετά γνώρισε σημαντική οικιστική και οικονομική ανάπτυξη. Aπό τα τέλη του 13ου αιώνα οι Γενουάτες επεκτάθηκαν σε πολλά λιμάνια του Aιγαίου και της Mαύρης Θάλασσας, απειλώντας έτσι έντονα τους Βενετούς εμπόρους.
Στην Tραπεζούντα η παρουσία των Γενουατών ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Στα πρώτα χρόνια του 14ου αιώνα τούς δόθηκε από τους Mεγάλους Kομνηνούς το σημαντικότερο στρατηγικό και εμπορικό σημείο της πόλης, το Λεοντόκαστρο, δηλαδή το ισχυρό κάστρο που βρισκόταν στην νοτιοδυτική άκρη του εμπορικού λιμανιού του Δαφνούντος. Eδώ οι Γενουάτες δημιούργησαν μια μικρογραφία του Γαλατά της Kωνσταντινούπολης, όπου είχε την έδρα του ο πρόξενος και το προσωπικό του και υπήρχαν εμπορικά καταστήματα, φούρνοι και πανδοχεία για τους Γενουάτες εμπόρους που έφταναν στην πόλη.

ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ 

Το παλάτι των Μεγάλων Κομνηνών βρίσκεται στην ακρόπολη της Τραπεζούντας. Η απουσία συστηματικής ανασκαφικής έρευνας δεν επιτρέπει τη διατύπωση ασφαλών πορισμάτων για το χώρο. Στο οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο χρονολογείται αδρομερώς το 13ο αιώνα, οδηγούσε η νότια είσοδος της ακρόπολης: γύρω από μια πλατεία, τη γνωστή ως «Επιφάνεια», οργανώνονταν τα διοικητικά κτήρια και οι κατοικίες των Μεγάλων Κομνηνών. Η εντυπωσιακή περιγραφή του παλατιού της Τραπεζούντας, που σώζεται από τις αρχές του 15ου αιώνα στο Εγκώμιον Τραπεζούντος του Βησσαρίωνος, τονίζει την οχυρή θέση των βασιλικών διαμερισμάτων και εξαίρει τη μεγαλοπρέπεια των εσωτερικών χώρων.  . «Σε κάθε πλευρά έχει αφεθεί ένας ελεύθερος χώρος για τα δωμάτια των υπηρετών του αυτοκράτορα, ενώ το παλάτι υψώνεται στο κέντρο και έχει μια είσοδο προσιτή με σκαλοπάτια, τα οποία τη μετατρέπουν σε άνοδο. Καθώς ο επισκέπτης εισέρχεται, αμέσως τον «υποδέχονται» στη μία πλευρά λαμπροί διάδρομοι και αίθουσες μεγάλης ομορφιάς και μεγέθους τέτοιου ώστε να χωρούν μεγάλο αριθμό ατόμων.

Η ακρόπολη της Τραπεζούντας. Σχέδιο στο οποίο σημειώνονται η περιοχή του παλατιού, ο πύργος του Ιωάννη Δ΄ και η πλατεία Επιφάνεια

Οι αίθουσες περιβάλλονται από εξώστες προς όλες τις κατευθύνσεις, εκτεθειμένους σε όλα τα είδη των ανέμων. Στην άλλη πλευρά, απλώνεται ένα μακρόστενο και πολύ όμορφο οικοδόμημα. Το δάπεδό του είναι όλο στρωμένο με λευκό μάρμαρο, ενώ η οροφή του λάμπει από τη ζωγραφική διακόσμησή της, με τα χρυσά και τα ποικίλα άλλα χρώματα. Ολόκληρη η οροφή είναι γεμάτη αστέρια και ακτινοβολεί, σε μια ζωγραφική μίμηση του ουρανού, που έχει αποδοθεί με εξαιρετική τέχνη. Τριγύρω στους τοίχους υπάρχουν ζωγραφιστές οι προσωπογραφίες των αυτοκρατόρων μας, και αυτών που μας έχουν κυβερνήσει αλλά και των προγόνων τους. Έχουν ακόμα ζωγραφιστεί οι κίνδυνοι που πέρασε η πόλη μας, καθώς και εκείνοι οι εχθροί που με την επίθεσή τους ετοίμασαν τη δική τους καταστροφή. Ψηλά, στην άκρη του κτηρίου, εμφανίζεται ένα στεγασμένο αυτοκρατορικό βήμα με πυραμιδοειδή οροφή στηριγμένη σε τέσσερις κίονες. Και αυτό περιβάλλεται από λευκό μάρμαρο, απομονώνοντας έτσι τον αυτοκράτορα από τους υπηκόους του, σαν κιγκλίδωμα. Είναι εκεί κυρίως που ο αυτοκράτορας κάνει την εμφάνισή του, συναλλάσσεται και διαπραγματεύεται με τους υπουργούς του, συνδιαλέγεται με τους πρεσβευτές, μιλά, αλλά και είναι προσιτός να του μιλήσουν.

Τα ερείπια του παλατιού των Μεγάλων Κομνηνών στην Τραπεζούντα.

Προχωρώντας, συναντά κανείς και δεύτερο βασιλικό βήμα, μία αίθουσα εντυπωσιακού πλάτους και ύψους, στεγασμένη και περίστυλη. Σ’ αυτόν το διακοσμημένο με τοιχογραφίες χώρο ανεβαίνει ο αυτοκράτορας, και είναι εδώ που με λαμπρότητα δέχεται τους υπουργούς και άλλους υπηκόους του.

Την αριστερή πλευρά καταλαμβάνουν πολλά δωμάτια και ανάμεσά τους ένα ξεχωρίζει, καθώς σ’ αυτό διακρίνονται (ζωγραφισμένες;) σκηνές από τη Δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου. Στα δεξιά υπάρχουν πολλές αίθουσες, διάδρομοι, εξώστες, κοιτώνες και θάλαμοι, ενώ μεσολαβούν συνεχείς κιονοστοιχίες. Όλα έχουν ένα αξεπέραστο μέγεθος και η κατασκευή τους χαρακτηρίζεται από ανείπωτη ομορφιά και αρμονία. Εκεί έχει ανεγερθεί και ναός, διακοσμημένος με εξαίρετες τοιχογραφίες και ιερά αφιερώματα, τα οποία, αν και δε διακρίνονται για τον αριθμό τους, είναι εξαιρετικής ομορφιάς. Ίσως η εκκλησία υπολείπεται σε μέγεθος, η ομορφιά της όμως αναπληρώνει αυτή την έλλειψη».

ΤΕΙΧΗ 

Τα τείχη της Τραπεζούντας σώζονται ακόμη και σήμερα σε αρκετά καλή κατάσταση, παρά τις μεγάλες απώλειες που υπέστησαν με το πέρασμα του χρόνου. Η ιστορία τους είναι συνυφασμένη με εκείνη της πόλης.
Η τειχισμένη πόλη αποτελείται από τρία τμήματα που διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους, φαινόμενο ιδιαίτερα συνηθισμένο στις βυζαντινές πόλεις, όπως για παράδειγμα ο Μυστράς ή τα Σέρβια. Η οργάνωση του αστικού χώρου σε δύο ή τρία μέρη δεν ήταν τυχαία, αλλά σχετιζόταν με τη λειτουργία των τμημάτων αυτών και τα κοινωνικά στρώματα που κατοικούσαν στο καθένα. Το ανώτερο τμήμα, η ακρόπολη, το Κάστρο των Βυζαντινών, περιέκλειε συνήθως το διοικητικό κέντρο της πόλης. Το μεσαίο, η Άνω ή Μέση Χώρα, ήταν η κατοικία των αρχόντων, ενώ το τρίτο κατώτερο τμήμα, το οποίο συνήθως τειχιζόταν αργότερα, μετά την αύξηση του πληθυσμού, προοριζόταν για τους υπόλοιπους κατοίκους της πόλης.
Στην πόλη της Τραπεζούντας συναντάμε πρώτο το τμήμα εκείνο των τειχών που χτίστηκε τελευταίο. Πρόκειται για το Εξώκαστρον, την κάτω πόλη, η οποία δεν ήταν οχυρωμένη μέχρι τις αρχές του 14ου αιώνα, οπότε ο Αλέξιος Β΄ Μεγάλος Κομνηνός (1297-1330) αποφάσισε να οχυρώσει το χώρο. Αυτή την ενέργεια φαίνεται ότι υπαγόρευσαν μεταξύ άλλων και οι σελτζουκικές επιθέσεις που είχαν προηγηθεί, από τις οποίες είχε φανεί ότι το τμήμα της πόλης που ήταν ήδη τειχισμένο ήταν εξαιρετικά περιορισμένο. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι κατά την ίδια αυτή περίοδο (πρώτη δεκαετία του 14ου αιώνα), οι Βενετοί και οι Γενουάτες ενίσχυσαν την προστασία των δικών τους εγκαταστάσεων στα ανατολικά προάστια της Τραπεζούντας. Η δραστηριότητα αυτή θα έδωσε στον Αλέξιο ένα επιπλέον κίνητρο για τη διεύρυνση των οχυρωματικών έργων. Η ανέγερση των εξωτερικών τειχών από το συγκεκριμένο αυτοκράτορα περιγράφεται και από τις φιλολογικές πηγές της εποχής.
Σε αντίθεση με την κάτω πόλη, στη μεσαία πόλη και στην ακρόπολη έχουν εντοπιστεί κατάλοιπα οχύρωσης ήδη από τους Ρωμαϊκούς χρόνους.

Χάρτης Ελληνικού Αρχιπελάγους (1421) –Ο δημιουργός του χάρτη είναι ο Francesco de Cesanis, απεικονίζει τα σημαντικότερα λιμάνια του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Οι διάφορες πόλεις είναι χρωματισμένες ενδεχομένως σαν ένδειξη του εξουσιαστή τους. Απεικονίζονται και οι σημαίες των σημαντικότερων κρατών της εποχής. Η σημαία της Κωνσταντινούπολης με τον σταυρό και τα 4 «Β», η λευκή με τον ερυθρό σταυρό της Γένοβας, ο αετός της αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, ο λέοντας της αρμενικής Κιλικίας και οι σημαίες με το «άστρο του Δαβίδ» (ή την «ασπίδα του Σολομώντα» για τους μωαμεθανούς) που φαίνεται ότι ήταν εκτός από το σύμβολο του Εμιράτου των Καραμανιδών (Karamanoğlu) και το σύμβολο κάποιου άλλου σελτζούκικου εμιράτου της Μ.Ασίας.

Ανεβαίνοντας από το Εξώκαστρον προς τη μέση πόλη βρίσκεται κανείς στην περιοχή όπου δέσποζε ο ναός της Παναγίας Χρυσοκεφάλου. Σε επίσημο έγγραφο του 14ου αιώνα ο ναός αναφέρεται ως «ecclesia beate Marie Crisocofole», ενώ ορίζεται και το πού βρίσκεται «sita in castro Trapesonde». Σε πηγές του 14ου και του 15ου αιώνα, ο μεσαίος αυτός χώρος της οχυρωμένης πόλης μνημονεύεται ως «κάστρον» και αναφέρεται συχνά με τους προσδιορισμούς «μέγα» και «παλαιόν».
Στην κορυφή της τειχισμένης Τραπεζούντας δέσποζε η ακρόπολη, ο «κουλάς», όπως διαβάζουμε στις πηγές. Πρόκειται για το κατεξοχήν συνδεδεμένο με την αυτοκρατορική εξουσία τμήμα της πόλης, καθώς εδώ βρίσκονταν τα ανάκτορα, ο τόπος κατοικίας και το διοικητικό κέντρο των Μεγάλων Κομνηνών. Σε μία σειρά χαμένων σήμερα επιγραφών μνημονεύονταν διάφοροι από τους αυτοκράτορες της δυναστείας των Μεγάλων Κομνηνών, οι οποίοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, με επεμβάσεις και προσθήκες, θέλησαν να αφήσουν τα ίχνη τους σε αυτή την περίοπτη θέση της Τραπεζούντας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο πύργος του Ιωάννη Δ΄ Μεγάλου Κομνηνού που σώζεται ως τις μέρες μας.


ΑΛΛΑ ΜΝΗΜΕΙΑ 

η Παναγία Χρυσοκέφαλος,

Η «Μεγάλη Εκκλησία» της Τραπεζούντας και ίσως ο σημαντικότερος ναός της αυτοκρατορίας,  εντοπίζεται στη μέση πόλη, στο κέντρο ενός ευρύτερου κτηριακού συγκροτήματος.

Άποψη της Παναγίας Χρυσοκεφάλου, ενός από τους σημαντικότερους ναούς της Τραπεζούντας.

Η παράδοση αποδίδει την επωνυμία «Χρυσοκέφαλος» είτε στη χάλκινη κάλυψη των πλακών του τρούλου του ναού, που από μακριά φάνταζε χρυσός, είτε στην ύπαρξη σε αυτόν εικόνας της Θεοτόκου με ανάλογη χρυσή επένδυση. Επειδή όμως ο ναός αναφέρεται στις πηγές με την επωνυμία «Χρυσοκέφαλος» ήδη από τον 11ο αιώνα, ενώ ο τρούλος χρονολογείται στο 12ο ή ακόμα και στο 14ο αιώνα, η εκδοχή που αναφέρεται στην εικόνα πρέπει να θεωρηθεί πιο πιθανή. Πρόκειται για μια εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας που υπήρχε στο ναό προσαρτημένη ίσως σε έναν πεσσό. Γνωρίζουμε από φιλολογική πηγή του 14ου αιώνα ότι, μετά την επιτυχημένη αντιμετώπιση της τουρκικής επίθεσης στην πόλη το 1223, η εικόνα κοσμήθηκε από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α΄ Γίδωνα με «λίθους τιμίους και μαργάρους λαμπρούς», «θέλων απονείμαι τη Θεοτόκω […] τα εικότα». Ο ίδιος αυτοκράτορας δώρισε στο ναό και ένα πολυτελώς διακοσμημένο ευαγγέλιο. Μαρτυρείται μάλιστα ότι ο Ανδρόνικος είχε περάσει στη Χρυσοκέφαλο την αγωνιώδη νύχτα πριν από τη θετική έκβαση του αγώνα. Οι πηγές της εποχής με γλαφυρότητα περιγράφουν την κρισιμότητα της κατάστασης και την επίκληση της θεϊκής βοήθειας από τον αυτοκράτορα: «τον περικαλλή και θείον νεών της πανυμνήτου κόρης κατελάμβανε, παννυχίους ύμνους και αιτήσεις συν ολοφυρμοίς δακρύων αναπέμπων Θεώ και τη Θεομήτορι».
Είναι κρίμα που σήμερα δεν έχει διασωθεί η εντυπωσιακή, όπως φαίνεται, εσωτερική διακόσμηση αυτού του εξαιρετικά σημαντικού ναού.

Παναγία Θεοσκέπαστος Τραπεζούντας

Ο λαξευτός ναός της Παναγίας Θεοσκεπάστου, ένα καθίδρυμα που συνδέθηκε στενά με την οικογένεια του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού (1349-1390), φέρει έντονη τη σφραγίδα της ταφικής λειτουργίας του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση άλλων σημαντικών εκκλησιαστικών ιδρυμάτων της Τραπεζούντας.

Ο ναός ανήκει σε ένα ευρύτερο μοναστηριακό συγκρότημα, που εντοπίζεται στις πλαγιές του όρους Μίνθριον, στα μισά του δρόμου ανάμεσα στο λιμάνι και στην ακρόπολη της Τραπεζούντας.

.Ο τειχισμένος χώρος, εκτός από την κεντρική σπηλαιώδη εκκλησία, περιλαμβάνει κελιά και μικρότερους ναούς και στεγάζει χώρους ταφής.
Ο ρόλος της οικογένειας των Μεγάλων Κομνηνών και η σχέση της με το μνημείο είχε αποτυπωθεί και σε κτητορική παράσταση σε τοίχο του ναού που απεικόνιζε τον Αλέξιο Γ΄ Μεγάλο Κομνηνό, τη σύζυγό του Θεοδώρα και τη μητέρα του Ειρήνη. Η τελευταία, μάλιστα, παριστανόταν ως η κύρια χορηγός, καθώς κρατούσε ομοίωμα του ναού, στοιχείο που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα συνήθη εικονογραφικά χαρακτηριστικά των βυζαντινών κτητορικών απεικονίσεων.
Ο πιο ενδιαφέρων από τους τάφους είναι σίγουρα του δεσπότη Ανδρονίκου, νόθου γιου του Αλεξίου Γ΄ Μεγάλου Κομνηνού, όχι λόγω της διαμόρφωσής του αλλά λόγω των συνθηκών θανάτου του. Όπως μας πληροφορούν πηγές της εποχής, ο Ανδρόνικος σκοτώθηκε πολύ νέος πέφτοντας από ένα παράθυρο του παλατιού στην Τραπεζούντα και ενταφιάστηκε στο νάρθηκα της Μονής Θεοσκεπάστου. Το γεγονός αυτό, καθώς και το νεαρό της ηλικίας του νεκρού, μνημονεύεται στην επιτύμβια επιγραφή της Θεοσκεπάστου: «Αλλά τι πεπόνθαμεν δεινόν εντεύθεν;/ Των ανακτόρων κατακρημνισκόμενος/ εκθνήσκει, βαβαί, ο ταλαίπωρος δεσπότης/ […] / τον εικοστόν δεύτερον ανύων χρόνον». Στην επιγραφή άλλωστε εξιδανικεύονται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα του αδικοχαμένου νέου και τονίζεται η βασιλική καταγωγή του, ίσως σε μια προσπάθεια ένταξής του στην αυτοκρατορική δυναστεία: «Είπατε τόνδε τον σθεναρόν γεννάδαν/ ήρωα […]/ εκ βασιλικής οσφύος κατηγμένον/ Ούτος του κλεινού ην υιός Αλεξίου/ αυτοκράτορος φίλιος και χαρίεις/ παρ’ ου κυδρούται βαθμώ τω του δεσπότου/ […]/ ο Κομνηνανθής Ανδρόνικος ο μέγας». Όλη αυτή η προσπάθεια θα μπορούσε να οφείλεται σε προσωπική πρωτοβουλία και δραστηριοποίηση του αυτοκράτορα, προκειμένου να εξασφαλίσει την υστεροφημία του αγαπημένου, όπως φαίνεται, γιου του. Στη μονή εξάλλου βρίσκονται και οι τάφοι των δύο νόμιμων παιδιών του Αλεξίου Γ΄, του Μανουήλ Γ΄ και του Αλεξίου Δ΄ Μεγάλου Κομνηνού, δε διαθέτουμε όμως στοιχεία για τις σχετικές ταφικές επιγραφές.
Δυστυχώς, όλα τα παραπάνω -προσωπογραφίες, συνοδευτικές επιγραφές ταύτισης των μορφών, επιτύμβια επιγραφή- αποτελούν υλικό οριστικά χαμένο για τη σύγχρονη έρευνα. Το 1843, στο πλαίσιο μιας ανακαίνισης του μνημείου, έγιναν εκτεταμένες επεμβάσεις: το έμμετρο ταφικό επίγραμμα του Ανδρονίκου αντικαταστάθηκε από ένα λογιότερο και ξαναζωγραφίστηκαν οι μορφές των κτητόρων, μεταξύ των οποίων «εμφανίστηκε» και ο Ανδρόνικος, ενώ αντίθετα «εξαφανίστηκε» η Ειρήνη. Έτσι, η περιγραφή της πρώτης φάσης του μνημείου στηρίζεται σε μαρτυρίες -φωτογραφίες, σχέδια, αποτυπώσεις- μελετητών-περιηγητών του 19ου αιώνα.
Σε αυτή την αρχική φάση, που σύμφωνα με τα συνδεόμενα πρόσωπα χρονολογείται στο β΄ μισό του 14ου αιώνα, ανήκουν και οι τοιχογραφίες του ναού. Οι μελετητές τους, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, σημειώνουν την αυστηρότητα των μορφών και την απλοποιημένη απόδοση των αρχιτεκτονημάτων. Η κατάσταση των τοιχογραφιών σήμερα δεν επιτρέπει την εξέταση του εικαστικού αυτού συνόλου.

Στη βόρεια πλαγιά του όρους Μίνθριον, ένα συγκρότημα ταπεινών θρησκευτικών καθιδρυμάτων αφιερωμένων στον άγιο Σάββα έχει αποδειχτεί πολύτιμο για την ιστορία της τέχνης.

Οι σωζόμενες τοιχογραφίες στο ναό του Αγίου Σάββα Τραπεζούντας αποτελούν σημαντική πηγή πληροφόρησης για την εξέλιξη της υστεροβυζαντινής τέχνης στη Μικρά Ασία. Τοιχογραφία από το ναό του Αγίου Σάββα στην Τραπεζούντα.

Aγία Άννα Τραπεζούντας, ανατολική όψη. Ο ναός αυτός, ένας από τους παλαιότερους της πόλης, έχει ιδρυθεί τον 9ο αιώνα

Αν και πρόκειται για απλά σπήλαια που θα λειτουργούσαν ως παρεκκλήσια ενός ευρύτερου μοναστηριακού συγκροτήματος ή ερημητηρίου, οι τοιχογραφίες που σώζονται αποσπασματικά σε αυτά εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για τη μνημειακή ζωγραφική των τριών τελευταίων αιώνων της βυζαντινής τέχνης. Η σημασία της συνεισφοράς αυτών των τοιχογραφιών στη διεύρυνση των γνώσεων για την υστεροβυζαντινή τέχνη γίνεται κατανοητή αν ληφθεί υπόψη η σπανιότητα και η ανεπαρκέστατη διατήρηση των σωζόμενων παραδειγμάτων αυτής της περιόδου από την ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας. Ταυτόχρονα, αν η ζωγραφική των παρεκκλησίων του Αγίου Σάββα συνεξεταστεί με τις τοιχογραφίες της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντας, συγκροτεί ίσως το πιο ολοκληρωμένο εικαστικό σύνολο της τελευταίας φάσης της βυζαντινής ζωγραφικής στη Μικρά Ασία.
Πιο συγκεκριμένα, τα κατάλοιπα των τοιχογραφιών στις σπηλαιώδεις διαμορφώσεις του Αγίου Σάββα ανήκουν σε διαφορετικές περιόδους, από το 13ο ως το 15ο αιώνα, και ακολουθούν ποικίλες τάσεις, με παραλλαγές και απλοποιήσεις. Από το 13ο αιώνα σώζονται απεικονίσεις που ακολουθούν τον κλασικισμό της εποχής, με φωτεινά χρώματα και απαλές διαβαθμίσεις στην απόδοση της σάρκας, πλαστικότητα και κλασική πτυχολογία. Η ποιότητα και τα χαρακτηριστικά τους άλλοτε παραπέμπουν στα σημαντικά μνημεία που αποτελούν σημεία αναφοράς γι’ αυτή την περίοδο και βρίσκονται στο σερβικό χώρο (Άγιοι Απόστολοι στο Pec, Αγία Τριάδα στη Sopocani) και άλλοτε προδίδουν τη δραστηριοποίηση τοπικών εργαστηρίων. Ανάλογη αλλά ασαφέστερη εμφανίζεται η κατάσταση στο 14ο αιώνα, καθώς σώζονται πολύ περιορισμένα δείγματα. Τέλος, στις τοιχογραφίες του 15ου αιώνα συνυπάρχουν τοπικές ιδιαιτερότητες και υψηλή ποιότητα. Η συσσώρευση πολλών επιμέρους στοιχείων -αρχιτεκτονήματα, πρόσωπα, ομάδες προσώπων- οδηγεί σε συνθέσεις που στερούνται συνοχής, διαπιστώνεται παράθεση ποικίλων χρωματικών τόνων και προσπάθεια απόδοσης της σωματικότητας, ενώ μόνο στις μεμονωμένες μορφές επιτυγχάνεται η μνημειακότητα.
Έτσι, όπως προκύπτει και από την περίπτωση του Αγίου Σάββα, η Τραπεζούντα εμφανίζεται ως ένα καλλιτεχνικό κέντρο που παρακολουθεί τις ευρύτερες τάσεις και εξελίξεις, προχωρώντας μάλιστα στην καλλιέργεια και μετάπλασή τους ανάλογα με την προέλευση, την αρτιότητα και την εικαστική εμβέλεια των τεχνιτών της περιοχής.

Η Αγία Άννα είναι η πρωιμότερη από τις εκκλησίες που σώζονται σήμερα στην Τραπεζούντα. Αποτελεί ένα μνημείο άμεσα συνδεδεμένο με τη δράση αξιωματούχων, οι οποίοι σε διάφορες περιόδους συνεισέφεραν στην ανακαίνισή του ή έκαναν απλές δωρεές. Τη σημασία του ναού υπογραμμίζει και η διαχρονικότητά του: για περίπου 700 χρόνια, από τον 9ο ως το 15ο αιώνα, γίνονταν σ’ αυτόν επεμβάσεις και δωρεές, όπως μαρτυρούν οι επιγραφές.

Ο κοιμητηριακός χαρακτήρας -τάφοι και επιγραφές που μνημονεύουν τη χρονολογία θανάτου συγκεκριμένων προσώπων- κυριαρχεί στην Αγία Άννα. Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και σε άλλους, πολύ σημαντικούς ναούς της Τραπεζούντας: στην Αγία Σοφία, στη Θεοσκέπαστο, στη Χρυσοκέφαλο. Αν όμως τα τρία τελευταία μνημεία είναι συνυφασμένα με την τοπική αυτοκρατορική δυναστεία των Μεγάλων Κομνηνών, η Αγία Άννα φαίνεται να συνιστά το ταφικό καθίδρυμα των τοπικών αξιωματούχων.
Το σωζόμενο οικοδόμημα, μια τρίκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική με κρύπτη για τάφους, οφείλεται στη χορηγία ενός τοπικού αξιωματούχου, του πρωτοσπαθαρίου Αλεξίου, για την ανακαίνιση του ναού το 884/5. Το περιεχόμενο της επιγραφής που τον μνημονεύει αποτελεί εντυπωσιακή και πολύτιμη ιστορική πληροφορία, καθώς σε αυτή συναναφέρονται οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες της μακεδονικής δυναστείας, Βασίλειος Α΄, Λέων ΣΤ΄ και Αλέξανδρος. Πρόκειται για μια μοναδική μαρτυρία για την επαφή αυτής της απομακρυσμένης επαρχίας με το βυζαντινό κέντρο.
Η ιστορία λοιπόν του μνημείου ξεκινάει πολύ πριν από την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών κατά το 13ο αιώνα.

Ωστόσο, κατά το 14ο και 15ο αιώνα το καθίδρυμα συνδέθηκε με το θάνατο, και κατά πάσα πιθανότητα με την ταφή, εκκλησιαστικών κυρίως αξιωματούχων.

Η ανέγερση της Aγίας Άννας συνδέεται με τη χορηγία αξιωματούχων της Τραπεζούντας. Για τον κτήτορα αλλά και για τη χρονολόγηση του ναού μάς πληροφορεί αφιερωματική επιγραφή πάνω από τη νότια είσοδο του ναού. 

Συνολικά επτά επιγραφές από το διάστημα αυτό, στην πλειοψηφία τους ταφικές και σε μερικές περιπτώσεις συνοδευόμενες από τις προσωπογραφίες των νεκρών προσώπων, είναι ενδεικτικές για την ατμόσφαιρα που θα κυριαρχούσε στο εσωτερικό του ναού. Δυστυχώς, το υλικό που συνθέτει την παραπάνω εικόνα σήμερα θεωρείται οριστικά χαμένο. Μια ιδέα ωστόσο μπορεί να μας δώσει μόνο το φωτογραφικό υλικό και τα σχέδια δημοσιεύσεων του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα.
Ακριβώς επειδή το μνημείο δέχτηκε πολλές επεμβάσεις και προσθήκες στο πέρασμα του χρόνου, η ζωγραφική διακόσμησή του ανάγεται σε διάφορες περιόδους. Έτσι, εκτός από την πρώτη φάση τοιχογράφησης, η οποία έχει χρονολογηθεί στο 12ο αιώνα, έχουν διαπιστωθεί ζωγραφικά στρώματα του 13ου, του 14ου αλλά και του 15ου αιώνα. Σήμερα δεν είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε αυτές τις τοιχογραφίες, αφού ήδη από τις αρχές του αιώνα σώζονταν σε κακή κατάσταση. Σίγουρα όμως η ύπαρξη και μόνο των νεκρικών προσωπογραφιών του 14ου και του 15ου αιώνα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Επίσης, σύμφωνα και με την αφιέρωση του ναού, στις τοιχογραφίες εντοπίζεται και ένας κύκλος σκηνών με πρωταγωνιστές τους γονείς της Παναγίας, τον Ιωακείμ και την Άννα. Η απεικόνιση του θανάτου τους μάλιστα αποτελεί μια σπάνια σύνθεση για τα δεδομένα της βυζαντινής τέχνης. Εκτός από αυτό, όμως, συνεισφέρει στην άποψη περί ταφικής χρήσης του μνημείου και συνδυάζεται αρμονικά με τα νεκρικά πορτρέτα.

Η Αγία Σοφία Τραπεζούντας, ναός με εξέχουσα θέση τόσο ανάμεσα στα μνημεία του Πόντου, όσο και ανάμεσα

Ο ναός και ο πύργος του συγκροτήματος της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντας.

Ο ναός και ο πύργος του συγκροτήματος της Αγίας Σοφίας Τραπεζούντας.

στα βυζαντινά μνημεία ευρύτερα, οφείλει τη σημασία της στη σύνδεσή της με ποικίλες ιστορικές και αρχαιολογικές παραμέτρους. Πρώτα απ’ όλα αποτελεί ένα μνημείο σαφώς συνυφασμένο, ήδη από την ίδρυσή του, με την τοπική αυτοκρατορική δυναστεία των Μεγάλων Κομνηνών. Ταυτόχρονα, ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται τα επιμέρους στοιχεία της αρχιτεκτονικής διαμόρφωσης, της ζωγραφικής, της ψηφιδωτής και της γλυπτής διακόσμησής του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ασυνήθιστος και ίσως μοναδικός. Αυτή η μοναδικότητα έγκειται κυρίως στη συνύπαρξη ετερόκλητων επιδράσεων, οι οποίες παραπέμπουν άλλοτε στη Δύση (σε σχέση με τη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή) και άλλοτε στην Ανατολή.

Αγία Σοφία Τραπεζούντος Εξωτερικά και εσωτερικά

Χτισμένος έξω από τα τείχη της Τραπεζούντας, αλλά σε κοντινή τους απόσταση, ο ναός της Αγίας Σοφίας -σύνθετος σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο, νάρθηκα και τρία εντυπωσιακά πρόπυλα- αποτελεί το κέντρο ενός ευρύτερου οχυρωμένου οικοδομικού . Πλαισιώνεται από έναν πύργο με παρεκκλήσι, καθώς και από κατάλοιπα μιας μικρότερης εκκλησίας, αλλά και άλλων κτισμάτων, κατά πάσα πιθανότητα μοναστηριακών. Φιλολογικές πηγές του 14ου αιώνα μνημονεύουν τη μονή «της του Θεού Λόγου Σοφίας», αλλά και «την μονήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ήγουν την Αγίαν Σοφίαν». Επιπλέον, εντυπωσιακά εμφανής και κυρίαρχη στη διαμόρφωση της ταυτότητας του μνημείου είναι η ταφική λειτουργία του, η οποία τεκμαίρεται από τις νεκρικές κόγχες και τις επιτύμβιες επιγραφές που φιλοξενούνται στο ναό. Η λειτουργία πάντως του ναού ως κοιμητηριακού φαίνεται να περιλαμβάνεται στους στόχους της αυτοκρατορικής χορηγίας, όταν ιδρύθηκε είτε από το Μανουήλ Α΄ Μεγάλο Κομνηνό (1238-1263) είτε από τους άμεσους απογόνους του.ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ

  • Αλέξης Σαββίδης, ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ (1204-1461), Εκδ. ΑΦΟΙ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, 2009
  • ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ
  • ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ -www.ime.gr/

ΕΠΙΣΗΣ
ΤΟ ΦΡΟΝΤIΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ