Προ ημερών (9 Οκτ. 2016) παρακολούθησα στη Λευκωσία, στο Αρχοντικό Ιεροδιακόνου, μια ομολογουμένως καλοστημένη σκηνοθετικά από τον Αιμίλιο Χαραλαμπίδη και αξιόλογη ερμηνευτικά θεατρική παράσταση, με τίτλο Αφηγήσεις Γυναικών, βασισμένη στο βιβλίο της Νίκης Μαραγκού 18 Αφηγήσεις.

Δεν είχα διαβάσει προηγουμένως το βιβλίο και κατάπληκτος βρέθηκα κάποια στιγμή ενώπιον παρουσίασης γεγονότων που με αφορούσαν άμεσα.
Ιδού το κείμενο:
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ

Στο Κάτω Βαρώσι είχαμε Τούρκους που εδούλευκαν στα περβόλια. Όταν εξεκίνησεν η ΕΟΚΑ τζιαι οι φασαρίες, εμαζέψαν τους οι δικοί τους τζιαι οι πιο πολλοί έφυγαν τζιαι πήγαν στα τούρκικα. Δκυο οικογένειες έμειναν κοντά μας γιατί ήταν μαθημένοι τζιαι δεν ήθελαν να φύγουν. Ο άντρας μου επήγεν τζιαι εμίλησεν με τους υπεύθυνους ότι δεν θα πειράξoυν τους Τούρκους τζιαι έμειναν κοντά μας. Η πεθερά μου είχεν αρτηριοσκλήρωση τζιαι εφέρναμέν την στο σπίτι, έλoυνά την, εμιλούσα της, κάθε λλίον ερώτα με: “Το μωρό, πού ένι το μωρό;” “Ήρτεν ο παπάς του τζιαι επήρεν το” έλεά της, πάλε ερωτούσε: “Μα πού έν᾽το μωρό;” “Ήρτεν ο παπάς του τζιαι έπιαέν το” απαντούσα, “Ά τον συλλοϊσμένο”, έλεγε.Ο άντρας μου εσκέφτη να δώσει το παράσπιτο πίσω στον κήπο της πεθεράς στην μιαν οικογένεια των Τούρκων. Ήταν μιτσιοί, καμιά εικοσιπενταριά χρονών ο Αχμέτ, η Εμινέ, με δυο μωρά.
Η πεθερά μου με τα μωρά ησύχασεν, σαν που να ᾽γινεν θαύμα, ούλλη μέρα εχτένιζεν, επεριποιήτουν την κορού. Έκαμνέν της βρουλλούθκια, έβαλέν της κορδελούδες, έπλεκέν της τρικούθκια. Σαν να της επέρασεν η αρτηριοσκλήρωση με τζιείνα τα μωρά. Αφού πριν έν εμπορούσε ούτε να πλέξει. Φτωσιοί άθρωποι, ο άντρας μου έπαιρνέν τους φαϊ, εδιούσεν τους τζιαι λεφτά.
Ένα μεσημέρι επαίζαν τα μωρά, έρκεται ο Αχμέτης που το χωράφιν, εκρατούσεν ένα καρπούζι. Ήρταν που τα περβόλια τζιαι επαίξαν τον. Ο γιος του Πετρή, τζιείνος που έγινεν ύστερα ήρωας, επέθανεν τζιαι τζιείνος, κοπελλούθκια άμυαλα. Δίπλα ήταν ένας ταύρος που αγόρασεν ο άντρας μου για να τον σφάξει, αλλά είδαν τον οι Εγγλέζοι τζιαι του είπαν να τους τον πουλήσει για επιβήτορα, τόσο ωραίο ζώο ήταν. Επήραν τον τζιαι τζιείνον τα σκάγια.
Εγέμωσεν ο τόπος γαίματα, επήραν τον Αχμέτ στο νοσοκομείο, ο άντρας μου ήταν στην αγορά στο χασάπικο. Μόλις το έμαθε έτρεξε τζιαι έβαλε τις φωνές.
“Τί σας έφταιξε, ρε παλιόπαιδα, ο άθρωπος τζιαι αφήσατε τα μωρά του ορφανά, που τον είχα σαν αδερφό μου.”
Δέκα μέρες μετά κυκλοφόρησε φυλλάδιο από τον Γρίβα που έλεγε ότι ο άντρας μου τζιαι ο συνέταιρός του ο Χριστόδουλος είναι προδότες γιατί είπαν ότι ο Τούρκος είναι αδερφός. Ετρέμαμεν τζιαι εγώ τζιαι η γυναίκα του Χριστόδουλου. Εκείνη είχεν τρία μωρά. Τη νύχτα έβαλέν τα να κοιμηθούν, τζιαι επαρακάλεν: “Παναγία μου, μεν τα ξεσιεπάσεις τα μωρά μου.”
Επεράσαν πολλά χρόνια τζιαι άκουσα τον Κληρίδη να λέει ότι οι Τούρκοι είναι αδελφοί μας.
Στο εισαγωγικό σημείωμα η συγγραφέας διαβεβαιώνει ότι παραθέτει τις αφηγήσεις αναλλοίωτες στην ουσία τους: “Οι αφηγήσεις είναι απόλυτα δικές τους, η δική μου επέμβαση είναι να αφαιρώαυτά που δεν έχουν ενδιαφέρον, τις επαναλήψεις, να επεξηγώ κάτι που θα ήταν ακατανόητο, έτσι ώστε να βγαίνει ένα σφιχτό κείμενο που να έχει κάτι να πει. Από μια αφήγηση πολλών ωρών μπορούσε να καταλήξω σε μια ολιγόλεπτη αφήγηση, που να είναι όμως ουσιαστική” δηλώνει η Νίκη Μαραγκού.
Στρέφω λοιπόν αναγκαστικά την προσοχή μου προς την αφηγήτρια (παρότι και τα κριτήρια “επιλογών” ουσιώδους και επουσιώδους έχουν τεράστια σημασία) και, λαμβάνοντας υπ᾽όψιν μιαν ενστικτώδη, συνειδητή ή μη προσπάθεια για αποποίηση ευθυνών και απαλλαγή από ενοχές,επιχειρώ να φωτίσω τα γεγονότα εκείνης της εποχής, με βάση πάντα τα δεδομένα εκείνης της εποχής.
Στο διά ταύτα και με βάση το κείμενο:
Ποια είναι η “ουσία” από τα λεγόμενα της αφηγήτριας Ευαγγελίας, συζύγου Δ.Ζ.;

  1. Ο σύζυγος της αφηγήτριας ήταν πονετικός άνθρωπος, παραχώρησε το παράσπιτο της μητέρας του στο ζευγάρι των φτωχών Τουρκοκυπρίων που ήθελαν να ζουν μαζί μας, δούλευαν στα περβόλια του, τους πήγαινε φαγητό και τους έδινε και χρήματα.
  2. Ο σύζυγος της αφηγήτριας φρόντισε και για την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων προστατευομένων του, ζητώντας από τους “υπεύθυνους” της ΕΟΚΑ να μην τους πειράξουν. Η αφηγήτρια αφήνει να εννοηθεί ότι το θέμα αυτό “κανονίστηκε” αλλά δεν τηρήθηκε η “υπόσχεση”.
  3. Η παρουσία των παιδιών της Εμινέ και του Αχμέτ ήταν ευεργετική για την αρτηριοσκλήρυνση της πεθεράς της.
  4. Η αφηγήτρια χαρακτηρίζει αυτούς που πυροβόλησαν τον Αχμέτ “κοπελλούθκια άμυαλα”.
  5. Ο σύζυγος της αφηγήτριας έφυγε από το χασάπικό του, πήγε στον τόπο που πυροβολήθηκε ο Αχμέτ, έβαλε τις φωνές στα “κοπελλούθκια” που πυροβόλησαν τον Αχμέτ, ο οποίος δεν έφταιξε και τον είχε σαν αδελφό του.
  6. Εκτελεστής του Αχμέτ ήταν “ο γιος του Πετρή, τζείνος που εγίνην ύστερα ήρωας”.
  7. “Το φυλλάδιο του Γρίβα” χαρακτήριζε τον σύζυγό της και τον συνεταίρο του στο χασάπικο “προδότες” επειδή είπαν τον Τούρκο αδελφό τους.
  8. Έτρεμαν από φόβο, η ίδια η αφηγήτρια και η γυναίκα του συνεταίρου Χριστόφορου (αρχικά πραγματικού ονόματος Α.Ο.), μήπως κάνει κακό η ΕΟΚΑ στις οικογένειές τους.

Ηθικόν δίδαγμα: Οι Τούρκοι είναι αδέλφια μας, εμείς χαρακτηριστήκαμε προδότες και κινδυνέψαμε να χάσουμε τη ζωή μας επειδή το είπαμε και τους φερθήκαμε ως αδέλφια, χρειάστηκαν όμως πολλά χρόνια για να δικαιωθούμε, όταν δηλαδή το είπε και ο πρόεδρος Γλαύκος Κληρίδης.
Και τώρα οι απαραίτητες διευκρινίσεις:

  1. Ο Τουρκοκύπριος πράγματι δεν πήγε στον τουρκικό θύλακα όπως οι άλλοι ομοεθνείς του, παρέμεινε στο Κάτω Βαρώσι, ήταν κομμουνιστής, και ο σύζυγος της αφηγήτριας -παράγοντας του ΑΚΕΛ- τον ανέλαβε υπό την προστασία του. Σημειωτέον ότι το Κάτω Βαρώσι δεν ήταν μια οποιαδήποτε περιοχή με απλώς επικρατούν το Ακελικό στοιχείο. Στην ίδια τη γειτονιά των γεγονότων που αναφερόμαστε ζούσαν γνωστά ηγετικά στελέχη του κόμματος με έντονη δράση (π.χ. Αντρέας Φάντης, Μιχάλης Πουμπουρής, Διομήδης Χατζηχρήστου, Σάββας Μηνά, οικογ. Κίκη Γιάγκου, οικογ. Ζήσιμου κ.ά.)
  2. Είναι γνωστό ότι το ΑΚΕΛ τάχθηκε εναντίον του εθνικοαπελευθερωτικού αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ καθυβρίζοντας τους αγωνιστές και καλλιεργώντας τον φανατισμό, στάση για την οποία μέλη της ηγεσίας του δήλωσαν, εκ των υστέρων βέβαια και μετά την πάροδο πολλών ετών, το ΛΑΘΟΣ τους (βλ. σχετικές απόψεις Ανδρέα Φάντη: “Το μεγάλο μειονέκτημα και πέρα ως πέρα αρνητικό, που βαρύνει την ηγεσία του ΑΚΕΛ -και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου- έγκειται στο ότι κατρακύλησε σε ένα χαμηλό επίπεδο και χρησιμοποίησε για την ΕΟΚΑ και τους μαχητές της ανοίκειους υβριστικούς χαρακτηρισμούς – προβοκάτορες, βαρελότους, ψευδοδιγενήδες και μερικούς ακόμα και πράκτορες της Ιντέλιτζες Σέρβις”. Βλ. επίσης Ανδρέα Ζιαρτίδη: “Εκείνα περί “βαρελόττων” και περί “τραμπούκων” ήταν ένα πολύ σοβαρό λάθος, το οποίο διέπραξε τότε η ηγεσία του Κόμματός μας”).
  3. Ο σύζυγος της αφηγήτριας πράγματι ζήτησε από τον Ε.Κ. (εκ μητρός θείο “τζιείνου που εγίνην ύστερα ήρωας), τον οποίο θεωρούσε μέλος της ΕΟΚΑ, να φροντίσει ώστε να μην “πειράξει” η ΕΟΚΑ τον προστατευόμενό τους. Δεδομένου ότι η οργάνωση ήταν μυστική, ο Ε.Κ. εύλογα αρνήθηκε συμμετοχή στην οργάνωση αλλά και του δήλωσε ότι δεν είχε καμία δυνατότητα για να πράξει αυτό που του ζητούσε.
  4. Όπως είναι σε όλους γνωστό, Τουρκοκύπριοι συνεργάζονταν με τους Άγγλους για τη συντριβή της ΕΟΚΑ είτε ως πληροφοριοδότες, είτε ως επικουρικοί αστυνομικοί, είτε ως βασανιστές στις φυλακές και τα κρατητήρια, και η ΕΟΚΑ πραγματοποιούσε διμέτωπο αγώνα, με Άγγλους και Τούρκους.
  5. Ο συγκεκριμένος Τουρκοκύπριος θεωρήθηκε από την οργάνωση ως πληροφοριοδότης των Άγγλων και δόθηκε εντολή σε δύο μέλη του εκτελεστικού της ΕΟΚΑ να τον εκτελέσουν.
  6. Η απόπειρα έγινε, ο Τούρκος τραυματίστηκε, “τα κοπελλούθκια” εξαφανίστηκαν, ο σύζυγος της αφηγήτριας και άλλοι έπνεαν μένεα, ωρύονταν και απειλούσαν, ακόμη και κραδαίνοντας ππάλες από το χασάπικο. Έγιναν από τους Άγγλους ανακρίσεις, λήφθηκαν καταθέσεις από περιοίκους (όλοι φανατικοί Ακελιστές), οι οποίοι κατέδωσαν τον Παναγιώτη Τουμάζο του Θεοφίλου που γνώριζαν (τον δεύτερο, τον Μίκη Πουλλή του Θεοδούλου, δεν τον ήξεραν), με αποτέλεσμα να καταζητηθεί από τους Άγγλους σε μια περίοδο που, γνωστό τοις πάσι, η ποινή για απλή οπλοκατοχή ήταν ΘΑΝΑΤΟΣ διά απαγχονισμού.
  7. Εξοργισμένη συλλήβδην η Ακελική ηγεσία της περιοχής Κάτω Βαρωσίων για την απόπειρα εναντίον ενός ομοϊδεάτη, αδελφού εν ιδεολογία, επιτέθηκε δια αντιπροσωπείας φραστικά στον πατέρα του Παναγιώτη, Θεόφιλο Τουμάζο, ισχυριζόμενη εκ των υστέρων ότι τον προειδοποίησαν για να αποφύγει ο γιος του τη σύλληψη(!) – η οποία ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν να γίνει αν δεν τον είχαν προηγουμένως καταδώσει στις Αγγλικές Αρχές!!!
  8. Στην αφήγηση της Ευαγγελίας, συζύγου του Δ.Ζ., αναφέρεται ότι ο χαρακτηρισμός “προδότες” στο φυλλάδιο “του Γρίβα” οφείλεται στο ότι θεωρούσαν τον Αχμέτ “αδερφό τους” και αποσιωπάται το γεγονός ότι δόθηκαν ακριβέστατα στοιχεία για τον Παναγιώτη Τουμάζο στις Αγγλικές Αρχές = προδοσία. Χαρακτηριστικό είναι ότι, ενώ ο ίδιος ο τραυματισμένος Τουρκοκύπριος, όταν προσήχθη ενώπιόν του για αναγνώριση ο μεγαλύτερος αδελφός του Παναγιώτη, Γεώργιος (Κὀκος), υπέδειξε αυτόν ως το πρόσωπο που τον πυροβόλησε, ο Γεώργιος αφέθηκε ελεύθερος γιατί οι καταθέσεις των μαρτύρων περιέγραφαν με ακρίβεια τον Παναγιώτη Τουμάζο!
  9. Πράγματι, ο φόβος που τους διακατείχε δεν ήταν αδικαιολόγητος, αφού τακτική της ΕΟΚΑ ήταν η εκτέλεση των προδοτών. Δεν γνώριζαν όμως ότι ο Θεόφιλος και η Αρτεμισία Τουμάζου, όντας αγωνιστές της ΕΟΚΑ, ζήτησαν ως χάρη (που με μεγάλη δυσκολία έγινε δεκτή) από την Οργάνωση να μην εκτελεστεί κανένας για να μη γενικευθεί το κακό και σκωτονόμαστε μεταξύ μας (πραγματικά αδέλφια, κυριολεκτικά με το ίδιο αίμα).
  10. Η εν συνεχεία συμπεριφορά και πορεία όσων είχαν αναμιχθεί ενεργά στην υπόθεση (φυσικοί ή ηθικοί αυτουργοί) του Παναγιώτη Τουμάζου και είχαν ευθύνη για ό,τι επακολούθησε δεν ήταν ομοιόμορφη: η Σ.Α., σύζυγος Δ.Χ., ηγετικού στελέχους της ΠΕΟ Αμμοχώστου, κατέφυγε στην Αγγλία οικογενειακώς (σύνηθες καταφύγιο καταδοτών κατά τη διάρκεια του Αγώνα ως γνωστό), ο σύζυγος της αφηγήτριας συμπεριφερόταν ως να είχε επιτελέσει ύψιστο ιερό καθήκον, ο δε συνεταίρος του στο χασάπικο (συναισθανόμενος προφανώς το βάρος της όποιας ευθύνης του) δεν μπόρεσε μέχρι το 1974 να σηκώσει ποτέ το κεφάλι όταν αναγκαστικά περνούσε, πάντα σκυφτός, μπροστά από το σπίτι της οικογένειας Τουμάζου. Γέρος πλέον και πρόφυγας όπως όλοι μας, θέλησε να συναντήσει την Αρτεμισία Τουμάζου, πράγμα που έγινε. Πριν δύο χρόνια, βαριά άρρωστος και στο τέλος της ζωής του, έμαθε ότι η Αρτεμισία ειδοποίησε πως θα πάει να τον δει. Ανυπομονούσε, παρά τις δυσκολίες σηκώθηκε από το κρεβάτι, ξυρίστηκε και ντύθηκε περιμένοντάς την με αδημονία. Δεν πρόλαβαν όμως να ιδωθούν για τελευταία φορά.

“Ο γιος του Πετρή, τζείνος που εγίνην ύστερα ήρωας”, όπως με τόσο σεβασμό και εκτίμηση (!) αναφέρεται στο κείμενο του βιβλίου, ήταν ο αδελφός μου Παναγιώτης Τουμάζος, του Θεοφίλου και της Αρτεμισίας, που μετά την προδοσία “Ελλήνων Κυπρίων αδελφών” και την επικήρυξή του εντάχθηκε στις ανταρτικές ομάδες του τομέα Σολέας και σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Άγγλων κατακτητών τέτοιες μέρες, στις 22 Οκτώβρη του 1958, για να ζούμε εμείς ελεύθεροι, να αφηγούμαστε, να γράφουμε βιβλία, να τα μεταφέρουμε στο θέατρο και να τα παρακολουθούμε, θεωρώντας ότι επιτελούμε το χρέος μας για τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης.
Και επειδή οι Τέχνες, όπως η λογοτεχνία, το θέατρο κ.λπ. (παρότι δεν αποτελούν ιστορία ούτε άμεση πηγή της ιστορίας αλλά, αντίθετα, χαρακτηρίζονται από έντονη υποκειμενικότητα) συχνά ασκούν δυσανάλογη προς την αντικειμενικότητά τους επίδραση στο κοινό, η ευθύνη όσων τις υπηρετούν και καταπιάνονται με ιστορικά θέματα που διαμορφώνουν τη συλλογική μνήμη είναι τεράστια.
Το πόσο φιλαλήθεις είμαστε, πόσο διδαχτήκαμε από τα πάθη και τα παθήματά μας, πόση αντικειμενικότητα διαθέτουμε και με πόσο σεβασμό συμβάλλουμε στη διαμόρφωση της συλλογικής μνήμης είναι πάντα ζητούμενο και αντικείμενο προς διερεύνηση.
Ας είναι τουλάχιστον αυτές οι γραμμές, λόγω των ημερών, μνημόσυνο για τον Παναγιώτη Τουμάζο και τους άλλους πεσόντες συναγωνιστές του.
Άγιο το χώμα που τον σκεπάζει στον λεηλατημένο τάφο του στο Κάτω Βαρώσι και να αγιάσει το χώμα της Αυστραλίας που σκεπάζει τη χαροκαμένη και ξεριζωμένη μάνα που είχε τη μεγαλοψυχία να συγχωρέσει όσους, λιγότερο ή περισσότερο, έφταιξαν.

Ντίνος Τουμάζος