Του Πόλυ Κυριάκου

Γεννιέσαι σ’ αυτήν την πανάρχαια γη καθώς μαζί σου κουβαλάς χίλιους αιώνες στην πλάτη σου. Αυτόματα! Γεννιέσαι σε τούτη τη συγκεκριμένη κουκκίδα του πλανήτη, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους, με κληρονομιές που ελάχιστοι λαοί κατέχουν. Με ένα φορτίο που κράτησε και κρατάει -ακόμα, ευτυχώς- βαρύ σαν ιστορία. Δεν είναι μόνο το γαλάζιο του ουρανού, δεν είναι μόνο η ομορφιά του νησιού που ολοκληρώνει την τέλεια ζωγραφιά, δεν είναι μόνο οι κατακτητές που κέντησαν τόσο έντεχνα το χρυσοποίκιλτο φόρεμα της εναλίας γης Κύπρου…

Σ’ αυτό το όμορφο πακέτο ξεχωρίζει και κυριαρχεί το πολύ ιδιαίτερο, το πολύ μελωδικό και εύηχο περιτύλιγμα: H γλώσσα μας. Η λαλιά μας. Η ντοπιολαλιά μας. Η θαυμαστή και πανάρχαια γλώσσα μας. Η διάλεκτός μας η Κυπριακή! Δεν θα δούμε τις λεπτομέρειες αυτής της γλώσσας σ’ αυτήν εδώ τη στήλη, μιας και αυτό το θέμα χρήζει ανάλυσης από ειδικούς και γλωσσολόγους.

Θα μιλήσουμε όμως για το «μπέρδεμα», για τη «σύγχυση» που κυριαρχεί ανάμεσά μας, για το κοινό μυστικό που βασανίζει και δεν ομολογείται συχνά: Ποια είναι η γλώσσα μας; Αυτή που μαθαίνουμε στο σχολείο; Η γλώσσα μας είναι η Ελληνική; Η γλώσσα μας είναι η Κυπριακή; Πότε χρησιμοποιούμε τη μια, πότε χρησιμοποιούμε την άλλη; Γιατί γράφουμε στην Eλληνική; Γιατί μας «ξεφεύγει» να μιλούμε στην Kυπριακή;..

Είμαστε περήφανοι και για τις δυο «γλώσσες» μας; Μήπως η κυπριακή διάλεκτoς μάς κάνει κάποτε να νιώθουμε άβολα; Ετούτο το διπλό «λλ», το διπλό «ππ», το διπλό «νν» ακούγεται όμορφα ή άσχημα αισθητικά;.. Πώς ακουγόμαστε όταν «ξεχνιόμαστε», καθώς μιλάμε στα κυπριακά σε φίλους Ελλαδίτες; Μήπως (μήπως, λέω) ακουγόμαστε «χωριάτες»;..
Λέξεις λοιπόν, συνονθυλεύματα από αρχαία ελληνική, γαλλική, αγγλική, τουρκική και πάει λέγοντας…

Λέξεις που αναδεύτηκαν στο μίξερ του χρόνου και γέννησαν τούτον εδώ τον ήχο. Δίχως σχολεία λοιπόν, δίχως δασκάλους και πανεπιστήμια ετούτο το λεξιλόγιο βρήκε παρακλάδια κι έφτιαξε καινούργιους ποταμούς γενιά τη γενιά, από στόμα σε στόμα… Κύπριοι ποιητές υποκλίθηκαν στην ντοπιολαλιά μας κι έγραψαν εξαιρετικά ποιήματα. Ο Δημήτρης Λιπέρτης, ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο Καρνέρας και τόσοι άλλοι υπέροχοι σημερινοί ποιητές… Τσιαττιστά που βγήκαν απ’ τα σπλάχνα του λαού μας… Ποιητάρηδες και τραγουδιστάδες που κράτησαν τη γλώσσα ζωντανή. Το «Τραούιν του Διγενή», «Η Αροδαφνούσα», η «Νεκαλιστή Αβκορίτισσα», η «Τριανταφυλλένη»…

Μέχρι σήμερα λοιπόν! Μέχρι αυτήν εδώ τη στιγμή χρησιμοποιούμε τη ζωντανή κυπριακή διάλεκτο… Θα έλεγα ότι δεν έχει σημασία να αναλύσουμε, ούτε να τοποθετηθούμε μπροστά σε αυτό το μεγαλείο. Διότι όταν η γλώσσα βγαίνει στους δρόμους, σαν καταιγίδα παίρνει και παρασέρνει τα πάντα μαζί της. Ας έχουμε έρθει απ’ τους Αρκάδες, όπως λένε, όπως παραδεχόμαστε… Ας έχουμε εμποτιστεί από κατακτητές και κατακτητές. Ας έχουμε περάσει τα χίλια μύρια κύματα… Πόσο όμορφο να ακούς ένα παιδάκι δυο ετών να φωνάζει στη μητέρα του «μάμμα». Πόσο όμορφο να ακούς την αδερφή σου να αναφέρεται στη μητέρα και να της λέει «μανά»… με τον τονισμό στη λήγουσα… Πόσο όμορφο να ακούς τη λέξη «τζιαι»… ξανά τζιαι ξανά… Τζιαι τζείνον το «πόθθεν είσαι»…

Ας σκύψουμε λοιπόν επάνω στην περιουσία μας. Επάνω στο χώμα μας, επάνω στην αρχαία κληρονομιά μας. Επάνω στη δημοτική μας μουσική. Και πάνω απ’ όλα επάνω στην ιδιαίτερη ετούτη γλώσσα που βρεθήκαμε να κουβαλάμε και να συλλαβίζουμε!… Κι ας μην την έχουμε διδαχθεί ποτέ! Ας γράψουμε τα τραγούδια μας με τις παράξενες λέξεις με τα διπλά και τα τριπλά σύμφωνα, κι ας φαίνονται, κι ας ακούγονται αστείες! Ας συνεχίσουμε χωρίς καμίαν αιδώ την ιστορία μας. Γιατί η γλώσσα άμα δεν είναι ιστορία, τι είναι άραγε;
Σημερινή