21 Οκτωβρίου 1912 ο Συνταγματάρχης Ιππικού Παναγιώτης Σπηλιάδης εισέρχεται έφιππος στην Πρέβεζα και οι Τούρκοι παρατεταγμένοι στην παραλία με τα όπλα στο Εδαφος του παραδίδουν τας πολεμικάς σημαίας. Η Πρέβεζα μετά από 500χρονια είναι και πάλι Ελληνική

 

Η Μάχη της Νικόπολης.

 

Η Νικόπολη ας θυμήσουμε ότι κτίστηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο, σε ανάμνηση της ναυμαχίας του Ακτίου που έγινε στις 2/9 του 31 π.Χ. μεταξύ του Γαΐου Οκταβιανού (μετέπειτα Καίσαρα Αυγούστου) και του ΜάρκουΑντωνίου και τη Κλεοπάτρα, που μετά τη δολοφονία του Καίσαρα διεκδικούσαν το θρόνο της απέραντης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το κύριο σώμα αμύνης οι Τούρκοι το είχαν τοποθετήσει έξω από τη Νικόπολη και σε ένα πλάτος 700 μέτρων, όπου διασχίζεται από αρχαίες τάφρους που τα χρησιμοποίησαν σαν χαρακώματα. Για να προκαλέσουν σύγχυση στους Έλληνες που έκαναν επιθέσεις, μπροστά από τα χαρακώματα τοποθέτησαν πέντε μοντέρνα πεδινά πυροβόλα. Η φρουρά της Πρέβεζας είχε μια δύναμη 600 ανδρών, ενισχυμένη από τουρκαλβανούς τσάμηδες, και από Οθωμανούς της Πρέβεζας που είχαν το δικαίωμα να έχουν όπλα, αυτοί οπλίστηκαν από την αποθήκη πολεμικού υλικού των Τούρκων στην Πρέβεζα. Τελικά η συνολική δύναμη των τούρκων στην Πρέβεζα ήταν περίπου 1000 άνδρες. Στον κόλπο της Πρέβεζας ήταν και το αντιτορπιλικό«Αττάλεια» με δύο ατμακάτους σε ασφαλές σημείο αγκυροβολημένα.

ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΙΠΠΕΙΣ 1882 ΠΡΕΒΕΖΑ

ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΙΠΠΕΙΣ 1882 ΠΡΕΒΕΖΑ



Ο επιτιθέμενος ελληνικός στρατός αφού εξασφάλισε τα νώτα του μέχρι και την τοποθεσία Πέντε Πηγάδια στο Βουνό Ξηροβούνι. Επικεφαλής της δύναμης ήταν ο ταγματάρχης του μηχανικού Σπηλιάδης, με επιτελείς τον ίλαρχο Γαβριελάκη και τον ανθυπίλαρχο Μεκά. Το μεσημέρι της 19 ης Οκτωβρίου αποφασίστηκε να γίνει η επίθεση κατά των τουρκικών γραμμών της Νικόπολης. Η δύναμη έφθασε το απόγευμα της ίδια ημέρας στο ύψωμα του Αγίου Κωνσταντίνου απέναντι από την τουρκική γραμμή άμυνας των Τούρκων.
Εγκατεστάθηκαν προφυλακές και ο καταυλισμός των ανδρών και ήταν ετοιμοπόλεμοι.
Το ξημέρωμα της 20/10/1912 οι άνδρες παρατάχθηκαν για επίθεση. Στο δεξί άκρο παρατάχθηκαν οι Κρήτες αντάρτες του Μάνου, στο αριστερό άκρο τα Ηπειρωτικά τμήματα και τη κεντρική γραμμή ο τακτικός στρατός με ένα τάγμα του 15 ου Συντάγματος. Πίσω από τους πεζούς υπήρχαν δύο πυροβολαρχίες με διοικητές τους Χαβίνη και Μπούφη. Σε επικουρία υπήρχαν στο Ιόνιο πέλαγος και μοίρα ελαφρών σκαφών του στόλου, που απέκλειαν τα λιμάνια σ’ όλη την Ηπειρωτική ακτή..
Ο άνδρες αδημονούν μέχρι να δοθεί η διαταγή επίθεσης από τον Σπηλιάδη.
Στις 7.00 πμ. δόθηκε η διαταγή και τα άκρα άρχισαν την επίθεση πυροβολώντας όρθιοι και μετακινούμενοι προς την τουρκική γραμμή. Σε λίγο όλη η ελληνική παράταξη είχε πλησιάσει τις τουρκικές θέσεις. Οι Τούρκοι μάχονται αλλά δεν κατορθώνουν να σταματήσουν τους επιτιθέμενους. Οι ηγέτες της επίθεσης έφιπποι κινούνταν συνεχώς δίνονταν διαταγές και εμψυχώνοντας τους άνδρες τους. Ο Σπηλιάδης μετά από μιας ώρας μάχη διέταξε ο 10 ος λόχος του λοχαγού Φιλιππόπουλου να κάνει επίθεση. Ο λόχος με σφοδρό πυρ και με τη βοήθεια από τα άκρα.
Οι τούρκοι ήταν μέσα στα χαρακώματα και αντιστέκονταν καρτερικά. Πολλές οβίδες του πυροβολικού έπεφταν χωρίς να βρουν το στόχο τους. Τραυμάτισαν όμως τα άλογα του Σπηλιάδη, του Γαβριελάκη και του Μελά. Αυτό συντέλεσε όμως η μάχη να γίνει ακόμη πιο λυσσαλέα από τους Έλληνες. Το «Εμπρός» του Σπηλιάδη ακούγεται συνεχώς και οι στρατιώτες ενθουσιώδεις ακολουθούν τη διαταγή. Μερικοί δεκανείς και λοχίες στο κέντρο τραυματίζονται, αλλά οι άνδρες συνεχίζουν την επίθεση.
Στις 11 π.μ. από την πλευρά της θάλασσας μία ατμάκατος άρχισε να πολυβολεί κατά των επιτιθεμένων ανεπιτυχώς. Η πυροβολαρχία Χαβίνη έστρεψε προς τα εκεί τις κάνες των πυροβόλων, μετά από δέκα βολές μια στήλη καπνού έδειξε ότι το σκάφος βυθίστηκε, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από τους αξιωματικούς με τις διόπτρες τους. Η είδηση μεταδόθηκε αστραπιαία και έσπειρε τον ενθουσιασμό στους άνδρες. Η πυροβολαρχία συνέχισε τις βολές και τα υπόλοιπα σκάφη απομακρύνθηκαν για αν κρυφτούν στον όρμο του Αγίου Σπυρίδωνα.


Η εξέλιξη της μάχης είναι σε κρίσιμο σημείο. Τα πυρά των μάουζερ και των μάνλιχερ των ανδρών αντηχούν και τα σφυρίγματα των οβίδων από τα πυροβόλα που είναι τοποθετημένα στα υψώματα του Αγίου Γεωργίου, του Παντοκράτορα και της Βρυσούλας που περνούν από πάνω τους το δείχνουν.
Οι Κρητικοί του Μάνου συνεχίζουν την επίθεση με στόχο να φτάσουν τα τουρκικά χαρακώματα και να βάλουν τη σημαία τους εκεί. Ο Κώστας Μάνος μαχόμενος πληγώνεται στο χέρι, αλλά δεν τον σταματάει τίποτε. Με την ψυχραιμία που διακρίνει τους ηγήτορες κάνει ένα πρόχειρο δέσιμο της πληγής και συνεχίζει.
Στις 12 το μεσημέρι τα πυρομαχικά έχουν εξαντληθεί και γίνεται διανομή νέων πυρομαχικών. Σε μισή ώρα όλοι έχουν λάβει τα πυρομαχικά και η επίθεση συνεχίζεται. Οι πυροβολαρχίες πλησιάζουν και σφυροκοπούν τις τουρκικέ θέσεις. Οι οβίδες σκορπίζουν το θάνατο και προκαλούν σύγχυση στον εχθρό. Το παρατηρούν τα άγρυπνα μάτια του Σπηλιάδη και του διοικητή του τάγματος Δούλη και διατάσσουν προέλαση.
Οι διμοιρίες κάνουν άλματα. Στις 2 μ.μ. η μάχη είναι σε κρίσιμη καμπή. Οι Τούρκοι που μάχονται κοντά στα ερείπια της Νικόπολης αποδεκατίζονται από τα εύστοχα πυρά και υποχωρούν προς τον ελαιώνα της Πρέβεζας. Οι Κρήτες καταλαμβάνουν τη δεξιά πλευρά ώστε οι αμυνόμενοι να βρεθούν σε διασταυρούμενα πυρά και αναγκάζονται να εγκαταλήψουν τις θέσεις τους και να υποχωρήσει άτακτα.


Όλη η γραμμή αμύνης διασπάται και οι Τούρκοι πετούν τας όπλα και τρέχουν μέσα από τον ελαιώνα με κατεύθυνση προς την Πρέβεζα.
Καταλαμβάνονται τα χαρακώματα και οι άνδρες ακολουθούν τους φεύγοντες. Οι Κρήτες πρώτοι καταλαμβάνουν τα υψώματα και υψώνουν την ελληνική σημαία.
Τα λάφυρα είναι 5 πεδινά πυροβόλα και άφθονα πολεμοφόδια.
Οι άνδρες ανασυντάσσονται σε λίγα λεπτά και επιδίδονται στην καταδίωξη του εχθρού που απομακρύνεται προς την Πρέβεζα. Τους ακολουθούν κατά πόδας μέχρι σχεδόν τις πύλες των φρουρίων και των οχυρωμάτων της Πρέβεζας. Σταματούν όμως την προέλαση διότι γινόταν στόχος από τα πυροβολεία του φρουρίου.
Ο στρατός καταυλίστηκε στα οχυρώματα της Νικόπολης όπου και έγινε σίτιση τους. Είναι γεμάτοι χαρά για το θρίαμβο τους.
Ο Σπηλιάδης δεν ήθελε να αφίσει ούτε στιγμή τους εχθρούς να ησυχάσουν, διέταξε την πυροβολαρχία του Χαβίνη να συνεχίσει να βάλει κατά του φρουρίου. Ο πανικός εκεί είναι έντονος και θα έφερνε εύκολα αποτέλεσμα για την παράδοση της πόλης.
 • 1900 μΧ: Η Οθωμανική Πρέβεζα: Η Πρέβεζα είναι πόλη υπό Οθωμανική Αυτοκρατορία και διαθέτει έξι Προξενεία: Ελληνικό, Ρωσικό, Αγγλικό, Γαλλικό, Ιταλικό, και Αυστριακό. Ο μικτός πληθυσμός, Ελληνες, Τούρκοι, και Αλβανοί, διαβιούν σχετικώς ήρεμα. Υπάρχει στην πόλη ένα σημαντικό για την εποχή λιμάνι, αναπτυγμένη γεωργία, ελαιώνας, κτηνοτροφία στην περιφέρεια και αρκετές υπηρεσίες στα πλαίσια της Οθωμανικής διοίκησης που στεγάζεται στο μεγαλοπρεπές διατηρούμενο κτίριο της οδού Ελ. Βενιζέλου 1 στην παραλία, σήμερα Δικαστικό Μέγαρο.
Οι κάτοικοι της Πρέβεζας αγωνιούν. 

Οι κάτοικοι της Πρέβεζας και ιδιαίτερα οι μουσουλμάνοι από τὸ πρωί της ημέρας της μάχης της Νικόπολης άκουγαν τους κρότους των πυροβόλων και των όπλων. Όλοι τους πίστευαν ότι ο στρατός τους ο παρατεταγμένος στα χαρακώματα και επάνω στα ερείπια της Νικόπολης.


Είχαν πεισθεί ότι η ορμητικότητα των Ελλήνων με τη λόγχη έκανε κάθε αντίσταση μάταια. Για το λόγο αυτό προσπαθούσαν να πείσουν τον ταγματάρχη διοικητή να παραδώσει την πόλη της Πρέβεζας στον ελληνικό στρατό. Επίσης οι μουσουλμανικές οικογένειες ζητούσαν βοήθεια από φιλικές χριστιανικές να τις φιλοξενήσουν για να αποφύγουν όποια βία από τον ελληνικό στρατό. Οι χριστιανικές οικογένειες χωρίς να διατηρούν όποια μνησικακία για τα φοβερά μαρτύρια που υπέφεραν οι χριστιανοί στα χωριά που κατελάμβανε ο τουρκικός στρατός και οι τουρκαλβανοί έδειχναν κάθε αγριότητα, τους προσέφεραν άσυλο στο σπίτι τους.


Χάρτης της Πρέβεζας όπου σημειώνονται τα τρία κάστρα της: Το βενετικό κάστρο του Αγίου Ανδρέα, το οθωμανικό κάστρο Γενί καλέ, σήμερα κάστρο του Αγίου Γεωργίου, και το οθωμανικό κάστρο Ουτς καλέ, σήμερα κάστρο του Παντοκράτορα.


Ο ελληνικός πληθυσμός της Πρέβεζας γνωρίζοντες το αποτέλεσμα της μάχης της Νικόπολης, προσπαθούσαν να κρύψουν τη χαρά τους. Οι περισσότεροι είχαν ετοιμάσει κρυφά ελληνικές σημαίες με ότι ύφασμα είχαν.
Αυτή ήταν η κατάσταση της πόλης της Πρέβεζας. Οι Τούρκοι αγωνιούσαν και φοβούνταν από τις λεηλασίες των Κρητών ιδιαίτερα. Ο στρατιωτικός διοικητής της πόλης δεν συμφωνούσε με την γνώμη αυτών που πρότεινα την παράδοση της πόλης. Σχεδίαζε να προτάξει άμυνα πριν από τις οχυρώσεις της πόλης και από το φρούριο, με όλη τη δύναμη και με όσους μπορούσαν να λάβουν τα όπλα.


Στις 4 μ.μ. της 20/10-1912 κάλεσε το Δήμαρχο της Πρέβεζας Χαλήλ βέη και του ανακοίνωσε την απόφαση του. Ο Χαλήλ ήταν και ο πρόεδρος της Νεοτουρκικής Λέσχης στην Πρέβεζα αλλά ήταν και λογικός άνθρωπος που εννοούσε ότι κάθε αντίσταση δεν θα είχε θετικό αποτέλεσμα και μόνο φθορές και θύματα. Αλλά δεν μπορούσε να μη συμμορφωθεί στην στρατιωτική διαταγή. Συγκάλεσε αμέσως στο Δημαρχείο το Δημοτικό Συμβούλιο για να τους ανακοινώσει ότι ο διοικητής ήθελε να αμυνθεί ο τουρκικός στρατός.

Ο Χαλήλ συνέστησε να μεταφερθούν οι οικογένειες που διέμεναν κοντά στην τάφρο προς το κέντρο της πόλης για να αποφευχθούν θύματα. Επίσης τους πληροφόρησε ότι ο ίδιος σαν δήμαρχος απέβλεπε στο συμφέρον των δημοτών της πόλης και θεωρούσε μάτεη κάθε άμυνα. Συνέστησε να γίνουν διαβήματα προς τον διοικητή από τους προκρίτους. Οι πρόκριτοι συμφώνησαν και ενώ αποχωρούσαν από το Δημαρχείο, τρείς οβίδες έπεσαν μέσα στην πόλη. Οι κάτοικοι έτρεχαν αναζητούντες ασφαλές μέρος προστασίας. Σκηνές απελπισίας σε όλη την πόλη καθώς αναζητούσαν ασφαλές άσυλο. Πολλοί πήγαν στο Τζαμί του Αγίου Ανδρέα στο κάστρο, όπου είχαν ελπίδα να έχουν σχετική ασφάλεια.
 Οι άνδρες κάτοικοι που φοβούνταν πιθανή ισοπεδώση της πόλης από το πυροβολικό των Ελλήνων, διαμαρτύρονταν στο διοικητή ο οποίος ήταν ανένδοτος στην απόφαση του. Οι πρόκριτοι πιεζόμενοι πήγαν στον Δεσπότη της Πρέβεζας Ιωακείμ Βαλασιάδη και τους ξένους προξένους και τους ικέτευαν να συμβάλουν ώστε να μεταπειστεί ο διοικητής.

Οι πρόξενοι συσκέφτηκαν έχοντας πρόεδρο τον πρόξενο της Αυστρίας Μάϊξνερ και συνέταξαν έγγραφο που έστειλαν στο διοικητή. Στο έγγραφο του εφιστούσαν την προσοχή για τον άμεσο κίνδυνο που διέτρεχε η πόλη και ο άμαχος πληθυσμός, τον παρακαλούσαν να εξασφαλίσει τους αμάχους αν δεν μπορούσε να παραδώσει την πόλη κα έπρεπε να αμυνθεί.


Άποψη της Πάργας με το βενετικό κάστρο.1855

Ο διοικητής τους απάντησε ότι στο έγγραφο αυτό ότι δεν είχε λάβει διαταγή από τον προϊστάμενο του να παραδώσει την πόλη, διότι είχε αρκετά εφόδια με τα οποία θα μπορούσε να αμυνθεί. Εάν την ελάμβανε θα την παρέδιδε. Οι πρόξενοι οργίστηκαν από την απάντηση αυτή κι’ εξεβίασαν τον διοικητή να δεχθεί την παράδωση της πόλης.

Ο διοικητής ζήτησε να συντάξουν οι ίδιοι την επιστολή και να ζητήσουν επίσημα την παράδοση της πόλης. Στην αρχή δεν αποδέχονταν να συντάξουν οι ίδιοι την επιστολή, αλλά ο Δεσπότης τους μετέπεισε και συνέταξαν το έγγραφο. Ο Δεσπότης συγκάλεσε στο λιμεναρχείο όλους τους προκρίτους τούρκους και έλληνες και όλες τις υπόλοιπες αρχές και τους ανέγνωσε το έγγραφο. Ακολούθησε μια μακριά συζήτηση, στην οποία οι έλληνες δεν ήθελαν ν’ αναγραφεί ότι οι έλληνες ζητούν την παράδοση, μια και οι Τούρκοι ζητούσαν από φόβο και πανικό την παράδοση για ν’ αποφύγουν τα τυχόν αντίποινα από τον ελληνικό στρατό.
 Η γνώμη αυτή επεκράτησε και ειδοποιήθηκε ο διοικητής ο οποίος δήλωσε ότι παραδίδει τη πόλη υπό τον όρο της εξασφάλισης της ζωής τιμής και περιουσίας των κατοίκων. Έγιναν μερικές ακόμη διορθώσεις στο έγγραφο, υπογράφηκε και το παρέλαβαν οι πρόξενοι για να το επιδώσουν στην Έλληνα διοικητή στη μέση της νύχτας.

 Έτσι στις 3 π.μ. οι πρόξενοι Αγγλίας Κονεμένος, Ρωσσίας Κέφερης, Αυστρίας Μαϊξνερ και ο αρχιγραμματέας της διοίκησης με λευκή σημαία πήγαν στη Νικόπολη ζητώντας να παρουσιασθούν στον αξιωματικό υπηρεσίας Κοσμόπουλο. Ο Κοσμόπουλος τους οδήγησε στον ταγματάρχη Δούλη, ο οποίος στη συνέχεια τους οδήγησε στο διοικητή Σπηλιάδη.

Επί τόπου αμέσως και μεταξύ των προξένων και του Σπηλιάδη υπεγράφη το πρωτόκολλο της παράδοσης με τους παρακάτω όρους:
(1) να παραδοθούν όλοι οι αξιωματικοί, στρατιώτες και αντάρτες. (2) να επιτραπεί στους αξιωματικούς να φέρουν τα ξίφη τους μέχρι το πλοίο που θα επιβιβάζονταν και (3) να προστατευθεί η τιμή, η ζωή και η περιουσία όλων των κατοίκων ανεξάρτητα από το θρήσκευμα τους. 

Συμφωνήθηκε η είσοδος του ελληνικού στρατού να γίνει στις 2 μ.μ. της ίδιας ημέρας. Μετά από αυτό ανεχώρησαν οι πρόξενοι για να φέρουν την είδηση στη πόλη. Με αυτό και οι Τούρκοι της Πρεβέζης ήταν ικανοποιημένοι διότι διέφευγαν τους κινδύνους οι οποίοι τους έζωναν. Στο στρατόπεδο της Νικόπολης η είδηση μεταδόθηκε στόμα με στόμα και προκάλεσε πανηγυρισμό από όλους του γεγονότος.
Με την αυγή που δεν άργησε να φανεί από τις κορυφές των βουνών του Βάλτου οι άνδρες του νικηφόρου στρατεύματος και πάλι άρχισε να ετοιμάζεται να εισέλθει στην Πρέβεζα με το μέτωπο ψηλά, οι άνδρες το εόρταζαν με τραγούδια και χορούς μαζί με τους αξιωματικούς τους.

Η Είσοδος του Στρατού στην πόλη της Πρέβεζας.

Μετά την υπογραφή του πρωτοκόλλου παράδοσης της πόλης και την επιστροφή των προξένων στην πόλη από το στρατόπεδο της Νικόπολης η τουρκική αστυνομία της Πρέβεζας ήταν σαν να μην υπήρχε και βρήκαν την ευκαιρία ορισμένα κακοποιά στοιχεία να δράσουν. Οι Έλληνες πρόκριτοι συναντήθηκαν πρωϊ και αποφάσισαν να σχηματιστεί προσωρινή πολιτοφυλακή. Οι ομάδες αυτές των πολιτών περιφρούρησαν την πόλη μέχρι τη στιγμή που το άγημα του ναυτικού κάτω από τις διαταγές του αξιωματικού του ναυτικού Ρίτσου αποβιβάστηκε από το ΑΜΒΡΑΚΙΑ και την Κανονιοφόρο Β’ και παρέλαβε τη φρούρηση της πόλης, οι ατμομυοδρόμονες παρέμειναν εκτός του λιμανιού για φρούρηση του στενού αλλά και διότι λόγω μεγάλου βυθίσματος και του αβαθούς του λιμανιού αδυνατούσαν να προσεγγύσουν στην προβλήτα. Μετά το μεσημέρι ξεκίνησε ο στρατός από τη Νικόπολη για να εισέλθει στην Πρέβεζα.


Οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν στους δρόμους για να δώσουν εορταστική μορφή στην είσοδο του απελευθερωτικού στρατού, πρώτος ο Μητροπολίτης Ιωακείμ και ο κλήρος προϋπάντησαν τους στρατιώτες. Μαζί με τους Έλληνες κατοίκους εξήλθαν και επιτροπές των Τούρκων και Εβραίων κατοίκων για να δηλώσουν υποταγή εις την Ελληνική διοίκηση.


Στις 12.45 μ.μ. ο διοικητής του ΙΙΙ/15 τάγματος με τους 9ο, 10ο και 12ο λόχους μαζί με την 6 η Πεδινή πυροβολαρχία ξεκίνησαν από τη Νικόπολη. Στις 14.00 άρχισε η είσοδος στην πόλη.

Ο στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη. Οι κάτοικοι αγκάλιαζαν και φιλούσαν τους στρατιώτες. Από τα μπαλκόνια οι γυναίκες έρραιναν με λουλούδια τους στρατιώτες. Τα σπίτια είχαν στολιστεί με Σημαίες ή ότι άλλο ύφασμα είχαν με γαλανόλευκο χρώμα. Η χαρά και ο ενθουσιασμός των κατοίκων που επικρατούσαν στην πόλη ήταν απερίγραπτα. Στη συνάντηση του λαού με το στρατό, ο Μητροπολίτης προσεφώνησε τον στρατό και έκανε ευχή να είναι το ίδιο επιτυχημένη και η απελευθέρωση των υπόλοιπων υποδούλων Ελλήνων που στέναζαν κάτω από το ζυγό της δουλείας. Στην προσφώνηση αυτή απάντησε ο Σπηλιάδης και τον ευχαρίστησε. Εν τω μεταξύ άνδρες κατέλαβαν το Διοικητήριο και άλλοι φρόντισαν για τον αφοπλισμό των Τούρκων στρατιωτών και των ατάκτων τουρκαλβανών και των φιλάρχων τους.


Η είσοδος στην Πρέβεζα τηλεγραφήθηκε στο Υπουργείο Στρατιωτικών από τον Διοικητή του Στρατού Ηπείρου Στρατηγό Σαπουντζάκη, ο οποίος μαζί με τον υπασπιστή του Γρίβα και τον Μάνο έφθασαν με αυτοκίνητο από την Άρτα. Τον Στρατηγό ακολουθούσαν με άλλα αυτοκίνητα και οι πολιτικές αρχές Σαχτούρης, Φορέστης και Καραπάνος. Ο στρατηγός έγινε επίσης δεκτός με ενθουσιασμό και του προσφέρθηκε στεφάνι από δάφνη από τους προεστούς και τον Μητροπολίτη σε ειδική σύντομη τελετή. Επί τόπου μετά από ενημέρωση υπέβαλε και νέα λεπτομερή πλέον αναφορά προς το Υπουργείο. Μετά την 16.00 ώραν εισήλθαν και τα υπόλοιπα στρατεύματα στην πόλη μαζί και τα σώματα των Προσκόπων και των Κρητών του Κ. Μάνου.



Ο Στρατηγός διέταξε να επανέλθει στην πόλη ο απομακρυνθείς λόγω πολέμου πρόξενος στην Πρέβεζα (μάλλον από τη Λευκάδα) ο οποίος ήταν γνώστης προσώπων και πραγμάτων και θα βοηθούσε το στράτευμα και οι αρχές να εγκατασταθούν. Η ναυτική μοίρα Ιονίου με ατμομυοδρόμονες μετέφερε τους αιχμαλώτους στη Λευκάδα. Ανέθεσε στην αστυνομία Λευκάδας να περιφρουρησει τους αφικνουμένους αιχαμλώτους. Επίσης και στο Φρουραρχείο Πατρών να μεριμνήσει για τη μεταφορά και συντήρηση των αιχμαλώτων. Οι Τούρκοι αξιωματικοί έφεραν το ξίφος τους όπως είχε συμφωνηθεί μέχρι την επιβίβαση στα πλοία..
Οι Τούρκοι είχαν βυθίσει στον Αμβρακικό το αντιτορπιλικό ΑΤΤΑΛΕΙΑ, ενώ οι δύο ατμάκατοι είχα βυθιστεί λόγω του κανονιοβολισμού από τα ελληνικά πυροβόλα.


Στο Άκτιο σταλθηκε φρουρά 30 άνδρών και η Εθνοφρουρά του Ακτίου μεταφέρθηκε στη Σαλαώρα για τη φύλαξη του εγκατεληφθέντος πολεμικού υλικού. Πολλά κακοποιά στοιχεία κινούντα ύποπτα για το λόγο δύο λόχοι υπό τον λοχαγό Πετροπουλάκη ανέλαβαν την τήρηση της τάξης και της ασφαλείας μέχρι την άφιξη αστυνομικών οργάνων.

Το άγημα των ναυτών που αρχικά είχε αναλάβει τις πρωτες ώρες τη φρούρηση ήταν ανεπαρκές και γι’ αυτό ένισχύθηκε με 100 άνδρες του Εμπέδου Ευζώνων για να είναι δυαντή η εναλλαγή των φυλάκων για σίτηση και ανάπαυση. Παράλληλα αιτήθηκε η αποστολή αστυνομικών από διάφορα αστυνομικά τμήματα της χώρας για να αναλάβουν τήρηση της τάξης, ώστε να απαγγιστρωθούν οι μάχιμοι άνδρες για τις επιχειρήσεις το ταχύτερον.
 Οι Κρήτες επιβιβάστηκαν σε ατμόπλοιο γιά την Κόπραινα και στη συνέχεια για το μέτωπο του Ξηροβουνίου -Μπουράτσα -Τερρόβου. Η Εφορία υλικού πολέμου διατάχθηκε να αποστείλει ειδικούς φροντιστές αξιωματικούς για καταμέτρηση, αναγνώρηση και τακτοποίηση του υλικού το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιηθεί άμεσα από το στράτευμα.


Μετά από τακτοποίηση λεπτομεριών ο Στρατηγός και οι υπόλοιποι συνοδοί του ανεχώρησαν για επιστροφή στην Άρτα και συνέχιση των επιχειρήσεων στο Ανώγειο.

Οι απώλειες Ελλήνων και Τούρκων.

Οι απώλειες των Τούρκων δεν εξακριβώθηκαν αλλά κατά τους υπολογισμούς ήταν 30 νεκροὶ και 100 τραυματίες. Ο ι Έλληνες είχαν 10 νεκρούς και 59 τραυματίες.
Από τον τακτικό στρατό τραυματίες ήσαν μεταξύ άλλων και οι : ο Ανθ/γός Κ. Βάρφης, οι λοχίες του πεζικού :Ανδρέας Σαμοσάκης και Φώτιος Σκιαδαρέσης. Οι δεκανείς : Γρ. Βαλαμόντες και Ιωαν. Ξένος. Οι στρατιώτες :Παν. Καβαλιέρης, Δημ. Παπαδούκας, Κ. Σύρος, Π. Πετρόπουλος, Γ. Αθανασίου, Δ. Ραχιώτης, Ν. Γράψας, Αθ. Κιτσικέλης, Γεωρ. Φαμάκης, Ι Καραγεώργος, Δημ. Λάμπρου, Φωκ. Σπαθής, Σπυρ. Μπρούμας, Σπ. Μπογιάκος, Σπ. Τούμπας, Κ. Κοκιάς, Αθ. Καρατσούλης, Νικ. Ζολώτας, Βασ. Μαστρογιάννης, Νικ. Τζερεμές, Γαβρ. Σκυλοδήμος, Γ. Τέγκας, Θεοχ. Κατσάνος, Γεωρ. Καλογήρου, Θ. Μωραΐτης, Ανδρ. Κοντογιάννης, Γερασ. Ροσόλυμος, Ευστ. Φερεντίνος, Νικ. Μητσάκης, Δ. Χαβιάς, Κ. Τσούνης, Δημοσθ. Παπανικολάου, Σπ. Κατερέγος, Δ. Κικελής, Γ. Σωτηρόπουλος, Δ. Ζαράγκος, Περ. Τζανάτος, Θεμ. Ζαμίχας, Γ. Πάνος, Φρ. Κομιτσόπουλος, Σωτ. Βασιλάτος, Αθ. Μαγγίνας, Αθ. Καντερές, Δημ. Πιτσίλης, και Α. Πανάγος που ανήκαν στο 15ο Σύνταγμα.
Τραυματίες από τα ανταρτικά τάγματα ήταν οι: Θωμάς Πρίφτης, Ιωαν. Χατζημανώλης, Α. Γιακουμάκης, Ε. Λεβάκης, Δ. Βεργιαντής, Ανδρ. Πουλάκης, Θ. Γιακουράκης, Δ. Παρασνάκης και Χ. Παπαδοκωσταντάκης.
Στην Πρέβεζα οι αιχμάλωτοι Τούρκοι ήταν 810. Οι 660 ήταν του τακτικού στρατού, από τους οποίους οι 58 ήταν αξιωματικοὶ. Οι υπόλοιποι 150 ήταν τουρκαλβανοί αντάρτες.


Ο νικηφόρος στρατός παρέλαβε όλο το υλικό που άφησαν οι απελθόντες Τούρκοι. Οι αποθήκες ήταν γεμάτες πολεμοφόδια, που υπολογίστηκε η αξία τους σε 8.000.000 γαλλικά φράγκα. Επίσης στη Νικόπολη κατασχέθηκαν πέντε πεδινά πυροβόλα και το μισοβυθισμένο αντιτορπιλλικό «ΑΤΤΑΛΕΙΑ» γιά ανέλκυση.


Η άλωση της Πρέβεζας από το στρατό είχε μεγάλη σημασία για τον αγώνα που διεξάγονταν στην Ήπειρο. Το λιμάνι της Πρέβεζας είχε μεγάλη σημασία για τη μεταφορά στρατευμάτων και εφοδίων. Για το λόγο αυτό εγκαταστάθηκε η υπηρεσία εφοδιασμού και εφοδιοπομπών στην Πρέβεζα για τα πλεονεκτήματα που παρείχε το λιμάνι. Πριν οι αποστολές στρατευμάτων και εφοδίων γινόταν από την Κόπραινα που δεν είχε λιμενικές εγκαταστάσεις. Αλλά και τα δέκα σπίτια δεν ήταν δυνατόν να προσφέρουν οποιαδήποτε υποστήριξη στα αποβιβαζόμενα στρατεύματα. Ούτε μια πρόχειρη στέγη και καταστήματα για προμήθειες.

Η Πρέβεζα ήταν μια οργανωμένη πόλη με πολλά οικήματα και καταστήματα για την εξυπηρέτηση των στρατευμάτων αλλά και τη μεταφορά των τραυματιών από το μέτωπο αργότερα για μεταφορά στον Πειραιά με το πλωτό νοσοκομείο «ΑΛΒΑΝΙΑ» υπό τη διεύθυνση της Πριγκήπισσας Μαρίας μέσα σε 24 ώρες.

Σύντομο σημείωμα για τον Κωστή Μάνο και το εθελοντικό του σώμα Κρητών.

Στις δύο επαναστάσεις στην Κρήτη του 1886 και 1896 ο Μάνος ήταν οπλαρχηγός σε ηλικία 20 ετών. Ο άνθρωπος της κοσμικής ζωής, και των ακαδημαικών εδράνων, μπόρεσε να δρά στο βουνό και στον πόλεμο, έτσι οι συμπολεμιστές του θυσιάζονταν γι’ αυτὸν. Μειλίχιος και απλός είχε σαν φίλους του τους συμπολεμιστές του. Στην επανάσταση του Θερίσου ήταν υπαρχηγός του Ελ. Βενιζέλου.
Μετά την απελευθέρωση της Κρήτης επιδόθηκε στον πολιτικό βίο και έγινε βουλευτής στη Βουλή της Κρήτης. Μετά την επανάσταση του 1909 στου Γουδί, έβαλε υποψηφιότητα για την αναθεωρητική Βουλή και εξελέγη.
Η γνώσεις του στην αρχαία ελληνική γλώσσα τον οδήγησαν στη μετάφραση της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή. Με παραδειγματική χρήση της δημοτικής γλώσσας και την καλλιέπεια των στίχων που αποδίδει τη ζωή στο έργο.
Το ανταρτικό σώμα του Μάνου συνέχισε να συμμετέχει στις μάχες του πολέμου στη Ήπειρο μέχρι και τις μάχες γύρω από τη Μανωλιάσα, όταν αποφασίστηκε η διάλυση των εθελοντικῶν σωμάτων. Ο ίδιος παρέμεινε στη Φιλιππιάδα με την ανταρτική του στολή και ανέμενε να κληθεί να πολεμήσει. Αλλά μέχρι και την πτώση των Ιωαννίνων δεν χρειάστηκε και έτσι επέστρεψε στην Αθήνα.
Μετέβη στη Θεσσαλονίκη όπου συνεχιζόταν ο αγώνας της απελευθέρωσης της Μακεδονίας και στις μάχες κατά των Βουλγάρων.


Η αγάπη του στην περιπέτεια τον έφερε κοντά στα νεοαφιχθέντα αεροπλάνα και τον αεροπόρο Αργυρόπουλο. Το μεσημέρι της 5/4-1913 πραγματοποίησαν αναγνωριστική πτήση με τον Αργυρόπουλο στην περιοχή του Λαγκαδά. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες και ο δυνατός αέρας ανέτρεψε το εύθραυστο αεροσκάφος και οι δύο έπεσαν με το αεροπλάνο σε βράχους και βρέθηκαν ατυχώς νεκροί. Ο θάνατος του Κωστή Μάνου σε ηλικία 44 ετών ήταν άξιος για έναν ριψοκίνδυνο άνδρα με τόλμη που τόσο τον τραβούσε. Ο θάνατος του λύπησε όλο τον ελληνικό κόσμο και όχι μόνο την Κρήτη. Αιωνία τους η μνήμη.-

www.ipirotikietaireia.grΙΔΡΥΜΑ ΕΥΓΕΝΙΑΣ ΛΑΣΚΑΡΙΔΗ

Απελευθέρωση Πρέβεζας (1912 μΧ), 



ΠΡΕΒΕΖΑ 1860



 του Χαράλαμπου Γκούβα
Εποχή Μεσοπολέμου (1912 – 1939 μΧ)
• 1900 μΧ: Η Οθωμανική Πρέβεζα: Η Πρέβεζα είναι πόλη υπό Οθωμανική Αυτοκρατορία και διαθέτει έξι Προξενεία: Ελληνικό, Ρωσικό, Αγγλικό, Γαλλικό, Ιταλικό, και Αυστριακό. Ο μικτός πληθυσμός, Ελληνες, Τούρκοι, και Αλβανοί, διαβιούν σχετικώς ήρεμα. Υπάρχει στην πόλη ένα σημαντικό για την εποχή λιμάνι, αναπτυγμένη γεωργία, ελαιώνας, κτηνοτροφία στην περιφέρεια και αρκετές υπηρεσίες στα πλαίσια της Οθωμανικής διοίκησης που στεγάζεται στο μεγαλοπρεπές διατηρούμενο κτίριο της οδού Ελ. Βενιζέλου 1 στην παραλία, σήμερα Δικαστικό Μέγαρο.


• 1900 μΧ: Φωτογράφοι στην Πρέβεζα: Η πρώτη χημική φωτογραφία στην ιστορία  αποτυπώθηκε από τον Nicéphore Niépce, το έτος 1826 στη Γαλλία. Απαιτήθηκαν συνολικά 8 ώρες έκθεσης. Αργότερα, ο ζωγράφος Louis Jacques Mande Daguerre και εφευρέτης του προδρόμου του κινηματογράφου (Diorama), μετά το θάνατο του Niépce, το 1833, επιδόθηκε στην τελειοποίηση της μεθόδου του και τελικά τα κατάφερε, επινοώντας τη μέθοδο της νταγκεροτυπίας, την οποία ανακοίνωσε και επίσημα το 1839 στην Ακαδημία Επιστημών και στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Η ίδια μέθοδος φέρεται και σαν Καλοτυπία (Kalotypie). Τον Ιούλιο του 1888 πραγματοποιήθηκε η επαναστατική για την εποχή ανακάλυψη του φιλμ σε ρολό. Η ιδέα ανήκε στον Aμερικανό George Eastman, τραπεζικό υπάλληλο, ο οποίος κατασκεύασε έτσι την πρώτη φωτογραφική μηχανή-κουτί (box camera), την οποία και ονόμασε Kodak. Η μηχανή αυτή χαρακτηριζόταν από μικρό βάρος (περίπου ένα κιλό), είχε μικρές διαστάσεις και διέθετε ένα σταθερό διάφραγμα. Η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Φωτογραφικές μηχανές κατασκεύασαν οι Γερμανοί (Agfa) οι Ιταλοί και οι Γάλλοι.


Ηδη η Αθήνα είχε φωτογράφο τον Φίλιππο Αρβανίτη, από το έτος 1865 (δαγκεροτυπίες) στον οποίο οφείλουμε αρκετές φωτογραφίες της τότε Βασιλικής οικογένειας του Όθωνα και της αστικής τάξης των Αθηνών. Το 1895 ήρθε Γάλλος φωτογράφος στην Αθήνα και φωτογράφησε αρκετά σημεία όπως και την ομάδα 120 ληστών με επικεφαλής τον λήσταρχο Νταβέλη στην Πεντέλη.
Επίσης το 1895 άγνωστος φωτογράφος επισκέφθηκε την Πρέβεζα και ποιοτικές φωτογραφίες του βρίσκονται στη συλλογή Andre Panagiotou στο Παρίσι. Η μία διαθέσιμη δείχνει την «Αραπόπορτα της Νικόπολης», και η άλλη «αμαξάς με δύο άλογα στα Βαγένια της Νικόπολης».


Το έτος 1900 ο ιταλός περιηγητής κόμης Fransesco Guicciardini, βουλευτής από την Τοσκάνη, επισκέφθηκε την Πρέβεζα με πλοίο και εκινείτο με κλειστή ιππήλατη άμαξα. Κάποιες μη ποιοτικές φωτογραφίες του διεσώθησαν και δημοσιεύθηκαν στο βιβλίο «Ηπειρωτών Κοινόν», τόμος Α, από τον Γερμανό κάτοικο Κρανιάς Πρέβεζας Michael Stork. Είναι οι φωτογραφίες «Πρέβεζα», «Κεντρική οδός Πρέβεζας-Μητροπολιτικό Μέγαρο», «Μουλάρι φορτωμένο σε λιθόστρωτη κεντρική οδό Πρέβεζας», «Βενετσιάνικο Κάστρο», «Κεντρική οδός Πρέβεζας 2», «Πύλη (πόρτα) της Πρέβεζας», «Ελαιώνας», «Ξύλινη γέφυρα πάνω από την τάφρο», «στη Νικόπολη», «Το τζαμί της Πρέβεζας, Ιτς Καλέ», «το Γενή τζαμί Πρέβεζας»,», «το τουρκικό κοιμητήριο Πρέβεζας», «έφιππος τούρκος χωροφύλακας φρουράς Πρέβεζας», «Τούρκοι χωροφύλακες φρουράς Πρέβεζας», «το τζαμί του Λούρου» (εννοεί Φιλιππιάδα), «χορταρένια καλύβια Λούρου», «χωρικοί στο Λούρο», «Ιερέας και χωρικοί στο Λούρο», «το Κάρο-άμαξα του Guicciardini», «το διοικητήριο της Πρέβεζας», «Ιταλικό Προξενείο Πρέβεζας με γηραιό φρουρό»(εκδόσεις Danes Roma).


Στις 21 Οκτωβρίου 1912 κατέφθασε στην Πρέβεζα και ανώνυμος φωτογράφος που συνόδευε τα στρατεύματα απελευθέρωσης του Παναγιώτη Σπηλιάδη και πήρε αρκετές φωτογραφίες μεταξύ των οποίων «Ψήσιμο ψωμιού για το στρατό», «το βαρύ τοπομαχικό του Παντοκράτορα», «Η Μαρία Βοναπάρτη στην Πρέβεζα», «στρατιώτες σε ξεκούραση», «Η Θάλεια Φλώρα Καραβία δημοσιογράφος στην Πρέβεζα», κλπ (συλλογή Νίκου Καράμπελα).
Frederic Boissonas Etiene Labrache
Το έτος 1913 κατέφθασε στην Πρέβεζα ο διάσημος Ελβετός Φωτογράφος Frederic Boissonas o οποίος πήρε αρκετές ποιοτικές φωτογραφίες της Πρέβεζας, της Καμαρίνας, της αρχαίας Κασσώπης, του Φαναρίου, της Πανδοσίας, της Αμμουδιάς, αλλά κυρίως της Πάργας.


Την ίδια χρονιά 1913 ήρθε ο επίσης Γάλλος φωτογράφος Etiene Labrache και πήρε φωτογραφίες στην Πρέβεζα. Μερικές από αυτές είναι «Η Βάση του ρολογιού της Πρέβεζας», «στρατιώτες στη Νικόπολη» «πηγές σκάλας Λούρου», «εκβολές ρέματος Καστροσυκιά», κλπ (συλλογή Ν.Καράμπελα).
Το έτος 1925 εγκαταστάθηκε στην Πρέβεζα ο Ελληνας εκ Σινώπης Τουρκίας, διπλωματούχος φωτογράφος (σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη) Νικόλαος Θωμαίδης (1875-1952) ο επονομαζόμενος και “φωτογράφος του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ”. Φαίνεται ότι μάλλον ο Νικόλαος Θωμαίδης είναι ο μοναδικός επαγγελματίας φωτογράφος της Πρέβεζας την εποχή του μεσοπολέμου, και πιθανότατα είναι αυτός που τράβηξε τη φωτογραφία του νεκρού Κώστα Καρυωτάκη. Ομοίως είναι άγνωστος ο φωτογράφος που «τράβηξε» τις φωτογραφίες του Κώστα Καρυωτάκη στην Κυανή Ακτή και στη Βρυσούλα. Φωτογραφίες του Νικόλαου Θωμαίδη βρίσκονται ίσως σε αρκετά σπίτια της Πρέβεζας. Ορισμένες φωτογραφίες του 1930-1935 έχουν δημοσιευθεί σε λευκώματα της Πρέβεζα, αλλά αγνοείται ο φωτογράφος επειδή μάλλον ο Θωμαίδης Δεν σφράγιζε τις φωτογραφίες από πίσω όπως συνηθίζεται. Ο Νικόλαος Θωμαίδης μάλλον συνταξιοδοτήθηκε ή απεσύρθη πρίν το 1940 και στην Γερμανοϊταλική κατοχή δεν πρέπει να διέθετε επαγγελματία φωτογράφο η Πρέβεζα. Βεβαίως υπήρχαν από την προπολεμική περίοδο ιδιωτικές κάμερες χειρός σε 2-3 Πρεβεζάνους, αλλά ήταν δύσκολη η εμφάνιση και εκτύπωση φωτογραφιών ελλείψει φίλμ και χημικών πρώτων υλών.


Το έτος 1937 επισκέφθηκε την Πρέβεζα ο διάσημος φωτογράφος Σπύρος Μελετζής με τον βοηθό του και όπως έγραψε στα απομνημονεύματά του «βγάλαμε 2.000 πλάκες και γεμίσαμε χρήμα». Αυτό σημαίνει ότι η Πρέβεζα το 1937 δεν είχε φωτογράφο. Αρκετές από αυτές τις αρκετά ποιοτικές φωτογραφίες του Σπύρου Μελετζή έχουν δημοσιευθεί σε λευκώματα. Μια από αυτές είναι «γυναίκες Συρρακιώτισσες στον ελαιώνα σε καλύβες», «Ο Αχέρων Ποταμός», κλπ. (συλλογή Μουσείου Μπενάκη).
Ο επόμενος φωτογράφος της Πρέβεζας είναι ο μεταπολεμικός χοροδιδάσκαλος Σάββας Τσιλικίδης του οποίου αγνοείται το αρχείο.
Μεταγενέστερα (1960-2000) κάλυψε φωτογραφικά την Πρέβεζα ο ιστορικός φωτογράφος Χρήστος Αράπης (1925-2009) που όλοι θα τον θυμούνται από τον φωτογραφικό τρίποδα στην παραλία και την αποθανάτιση των παρελάσεων. Ομοίως το αρχείο του Χρήστου Αράπη αγνοείται. Μετά τη μεταπολίτευση, δεκάδες ή εκατοντάδες πολίτες της Πρέβεζας κατέχουν φωτογραφικές κάμερες. Σε επαγγελματικό επίπεδο  κυριαρχούν ο Χρήστος Αράπης στην κλασσική επαγγελματική φωτογραφία και ο Σπύρος Ντούσκος στην έγχρωμη καλλιτεχνική φωτογραφία.


Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας στην Πρέβεζα φαίνεται να είναι του αείμνηστου γυναικολόγου Πολυχρόνη Βερυκοκάκη «Λουλούδια στις αυλές της Πρέβεζας» (1989). Ακολουθεί αυτή του Χαράλαμπου Γκούβα «Τριάντα χρόνια φωτογραφίας» (1990).  Ο Χαράλαμπος Γκούβας (Photo Harry Gouvas) αργότερα εκτύπωσε τα δύο γνωστά πόστερ «Λίμνη του Ζηρού» (1000 αντίτυπα) και «Χαράδρα του Αχέροντα» (3000 αντίτυπα) κάνοντας πασίγνωστες στο πανελλήνιο τις δύο αυτές ομορφιές του νομού μας. Πέραν αυτού «γέμισε» το διαδίκτυο με φωτογραφίες του από κάθε αρχαιολογικό χώρο της Πρέβεζας. Ακολουθεί μετά ο Σπύρος Ντούσκος (Photo Spyros Douskos) με την έκθεση «Ομορφιές  και τοπία της Πρέβεζας» (1991) που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο και αργότερα ακολουθούν ομαδικές εκθέσεις. Ηδη από το 1988 εγκαθίστανται στην Πρέβεζα οι αδελφοί Χρήστος και Ευάγγελος Γιωτόπουλος (Photo Giotopoulos) με το πρώτο αυτόματο εργαστήριο PhotoLab, και αργότερα με σύστημα μεγάλων εκτυπώσεων σε Plotter και καμβά. Περί το 1996 εγκαθίσταται ως φωτογράφος στην πρέβεζα ο Θωμάς Τσεκούρας (1963 – ) πτυχιούχος φωτογράφος των Σχολών Σταυράκου, που διακρίνεται για τις υπέροχες λήψεις στα βουνά, και για την ψηφιακή επεξεργασία. Λίγο αργότερα αρχίζει το επάγγελμα του φωτογράφου ο τεχνολόγος Γιώργος Καρράς, ειδικός στην ψηφιακή φωτογραφία, με το εργαστήριο PhotoDigitalLab. Την τελευταία δεκαετία δραστηριοποιείται στο χώρο με έδρα τα Ιωάννινα ο επαγγελματίας φωτογράφος Σπύρος Βαγγελάκης (Art Vangelakis) με σημαντικό έργο που κυρίως απορροφήθηκε από το Δήμο και τη Νομαρχία.


Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η φωτογραφία στο Νομό Πρέβεζας έχει ιστορία 100 ετών περίπου, πέρασε απο πολλά στάδια, κατέγραψε σημαντικά ιστορικά γεγονότα, υπηρετήθηκε από διάσημους αλλά και ανώνυμους φωτογράφους και παρέδωσε και παραδίδει στην πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής μας την «εικόνα που χάνεται». Γιατί η «εικόνα» είναι προσωρινή. Η «Φωτογραφία» είναι παντοτινή.
Χαράλαμπος Γκούβας: Παράγραφος από την «ιστορία του νομού Πρέβεζς», ετοιμαζόμενη έκδοση Β
• 1912 μΧ, Οκτώβριος 09: Α Βαλκανικός Πόλεμος: Μετά τη προηγηθείσα συμμαχία των Βαλκανικών κρατών, δηλαδή Σερβία, Μαυροβούνιο, Ελλάδα, και Βουλγαρία, στις 30 Σεπτεμβρίου του 1912 οι βαλκανικές αυτές χώρες έστειλαν συλλογικά τελεσίγραφο στην Τουρκία με το οποίο ζητούσαν την διασφάλιση της αυτονομίας των εθνικών μειονοτήτων τους, που ζούσαν στο έδαφός της. Η Τουρκία όπως ήταν φυσικό απέρριψε το τελεσίγραφο αυτό, που έμεινε στην ιστορία γνωστό ως «Διακοίνωση των Τεσσάρων Χριστιανικών Κρατών» με αποτέλεσμα η σύγκρουση να είναι πλέον αναπόφευκτη. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν ραγδαίες. Ο πόλεμος αυτός κηρύχθηκε επίσημα στις 9 Οκτωβρίου του 1912, ακριβώς ημερομηνία που εξέπνεε το τελεσίγραφο, πλην όμως οι επιστρατεύσεις στις σύμμαχες χώρες ξεκίνησαν πέντε ημέρες πριν, στις 4 Οκτωβρίου 1912. Αξίζει να αναφερθεί επίσης ότι την τελευταία στιγμή η Οθωμανική αυτοκρατορία πρότεινε στην Ελλάδα να μη συμμετάσχει στον πόλεμο, με αντάλλαγμα την οριστική εκχώρηση της Κρήτης στην Ελλάδα. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου το 1913, που συνομολογήθηκε μεταξύ των νικητών συμμάχων, Ελλάδας-Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου και Σερβίας αφενός και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’. ΓΕΣ: «Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων», έκδοση 1970, ΓΕΣ. Πανεπιστήμιο Cambridge: «The diplomacy of the Balkan Wars, 1912-1912». Cambridge. Harvard University Press, 1938.


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 05: Η Ελλάδα κηρύσσει τον Πόλεμο στην Τουρκία. Η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο κατά  της Τουρκίας στις 9 Οκτωβρίου 1912, όπως προαναφέρθηκε. Σκοπός του πολέμου αυτού, ήταν η απελευθέρωση των σκλαβωμένων Ελλήνων της Ηπείρου, της Μακεδονίας, της Θράκης, των νησιών του Αιγαίου και της Κρήτης. Τότε τα σύνορα της Ελλάδας στην Ήπειρο ήταν στον ποταμό Άραχθο μέχρι τη γέφυρα Σκλούπου. Από εκεί γύριζαν ανατολικά και μέσω του χωριού Καλαρρύτες, έφθαναν στην Καλαμπάκα Θεσσαλίας. Η Θεσσαλία ήταν ολόκληρη ελεύθερη, εκτός από την επαρχία της Ελασσόνας. Πρωθυπουργός της Ελλάδας και υπουργός των Στρατιωτικών ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχιστράτηγος ο Διάδοχος Κωνσταντίνος και αρχηγός του Στρατού Ηπείρου ο Υποστράτηγος Σαπουντζάκης. Έδρα του Στρατηγείου του Στρατού Ηπείρου ήταν η Άρτα.
• 1912 μΧ, Οκτώβριος 06: Η Επίθεση των Ελλήνων στην Ήπειρο: Οι στρατιωτικές δυνάμεις που διατέθηκαν στην αρχή για την απελευθέρωση της Ηπείρου ήταν οι εξής: Το 15ο Σύνταγμα Πεζικού. Το 3ο Τάγμα Ευζώνων (Τσολιάδων). Το 3ο Ανεξάρτητο Τάγμα Ευζώνων. Το 7ο Τάγμα Ευζώνων και το 10ο Τάγμα Ευζώνων. Επί πλέον υπήρχαν δύο μοίρες πεδινού και ορειβατικού πυροβολικού, ένας λόχος Μηχανικού, μία ίλη Ιππικού, μονάδες εφοδιασμού και χειρουργείων. Πέραν τούτων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με εθελοντικά αντάρτικα σώματα Ηπειρωτών και εθελοντικά σώματα Κρητών. Επίσης, σε κάθε χωριό της σκλαβωμένης Ηπείρου, ιδίως στα ορεινά της παραμεθορίου περιοχής, υπήρχαν αντάρτες εξοπλισμένοι μυστικά από το Ελληνικό Κράτος για την προστασία των πληθυσμών από τις Αλβανικές συμμορίες. Όλες αυτές οι δυνάμεις των Ελλήνων ανέρχονταν σε 11.000 περίπου στρατιώτες, έναντι 20.000 των Τούρκων. Η επίθεση των Ελλήνων στην Ήπειρο άρχισε στις 6 Οκτωβρίου 1912. Τα πρώτα Ελληνικά τμήματα διάβηκαν την πολυτραγουδισμένη πέτρινη γέφυρα της Άρτας στις 2 το μεσημέρι και απώθησαν πέραν αυτής τα Τουρκικά φυλάκια και τις ολιγάριθμες περιπολίες. Στη συνέχεια εδραιώθηκαν στην περιοχή των Κωστακιών, του Μαρατίου και στα υψώματα του Γριμπόβου. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’.


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 07-09: Μάχη στό Γοργόμυλο και Αμμότοπο: Τις επόμενες δύο ημέρες, στις 7 και 8 Οκτωβρίου 1912, οι Ελληνικές δυνάμεις διάβηκαν τη γέφυρα της Άρτας επιπλέον μονάδες του στρατού, οι οποίες κατέλαβαν και οχύρωσαν τα χωριά Πλαισιούς, Κιρκιζάτες, Χαλκιάδες, Ρόκκα και Αμμότοπο. Το μέτωπο που σχηματίστηκε, χωρίστηκε σε τρεις τομείς ευθύνης: α) του Γριμπόβου, με ηγέτη τον διοικητή του 15ου Συντάγματος, αντ/χη Γεώργιο  Πολυμενάκο, β) των πεδινών χωριών, με ηγέτη τον διοικητή του 3ου Τάγματος Ευζώνων, αντ/ρη Αλέξανδρο Κοντούλη και γ) του Αμμότοπου, με ηγέτη τον διοικητή του 7ου Τάγματος Ευζώνων ταγματάρχη Καπετανάκη. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν από την εισβολή και άρχισαν να μεταφέρουν στρατό από τα Ιωάννινα μέσω των οδών Ιωάννινα – γέφυρα Ζήτα – Φιλιππιάδα και Ιωάννινα – «Πέντε Πηγάδια» – Αμμότοπος. Ο στρατός αυτός συγκεντρωνόταν στην γέφυρα Καλογήρου, στη Φιλιππιάδα, στην Στρεβίνα (Καμπή), όπου υπήρχε και μεγάλος στρατώνας και στο Γοργόμυλο. Από τις 6 μέχρι τις 8 Οκτωβρίου 1912 η σύγκρουση των δύο αντιπάλων περιοριζόταν σε αραιούς κανονιοβολισμούς των μεν επί των θέσεων των δε. Το πρωί της 9ης Οκτωβρίου 1912 τα Ελληνικά τμήματα τα κατέχοντα τον Αμμότοπο επιτέθηκαν κατά των Τούρκων που κατείχαν το Καστρί (= αρχαίο Όρραον, Γυμνότοπος Πρέβεζας) και τις νοτιοδυτικές πλαγιές του Γοργομύλου. Η επίθεση δεν είχε αποτέλεσμα, διότι ο εχθρός αντιστάθηκε και κράτησε τις θέσεις του. Το πρωί της 10ης Οκτωβρίου 1912, οι Τούρκοι ενισχυθέντες με 3.000 άνδρες πραγματοποίησαν σφοδρή αντεπίθεση, με αποτέλεσμα τα Ελληνικά τμήματα που αποτελούνται από τρεις λόχους (600 άνδρες περίπου) να υποχωρήσουν προς τις πλαγιές των υψωμάτων Τσούκα και Πύργος, δίδοντας σκληρές μάχες. Έτσι, κατά τις τρεις το απόγευμα, οι Τούρκοι κατέλαβαν τον Αμμότοπο, συνέλαβαν όσους κατοίκους δεν πρόφθασαν να φύγουν και μετά από φρικτά βασανιστήρια, δολοφόνησαν πολλούς άνδρες. Επίσης τη νύχτα κατακρεούργησαν νέους άνδρες του Αμμότοπου, αφού πρώτα τους χρησιμοποίησαν ως οδηγούς, για ν’ ανέβουν στο ύψωμα Πύργος. Μετά λεηλάτησαν και έκαψαν το χωριό. Τις βράδυνες και νυχτερινές ώρες συνέχισαν τις επιθέσεις και επεκτάθηκαν μέχρι το Κορφοβούνι. Βιβλιογραφία: «Η Ιστορία της Φιλιππιάδας», έκδοση συλλόγου Φιλιππιαδωτών,  έτος 1988. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’.


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 10-11: Η Μάχη στό Γρίμποβο: Το χωριό Γρίμποβο, παλιά Γρύμποβο, και Γκρίμποβο, βρίσκεται 6Km ανατολικά της Φιλιππιάδας και 7Km βόρεια της Άρτας, σήμερα δε ανήκει στό Δήμο Βλαχερνών Ν.Αρτας. Ανατολικά έχει υπέροχη θέα προς την τεχνητή λίμνη Πουρναρίου της ΔΕΗ.  Στην περιοχή Γκριμπόβου (Γρίμποβο) την ημέρα αυτή, στις 10 Οκτωβρίου 1912, δεν εκδηλώθηκε καμία επιθετική ενέργεια του εχθρού. Οι Τούρκοι, για να παραπλανήσουν τους Έλληνες, μετακινούσαν φανερά και με τρόπο επιδεικτικό στρατό προς τη γέφυρα Καλογήρου, προσποιούμενοι ότι δήθεν από εκεί θα πραγματοποιούσαν την αντεπίθεση, γεγονός όπερ ανάγκασε το Ελληνικό Στρατηγείο να ενισχύσει περισσότερο τον πεδινό τομέα της Άρτας. Στην πραγματικότητα, προσεκτικά, αθόρυβα και καμουφλαρισμένα συγκέντρωναν στρατό στα υψώματα της Στρεβίνας (Καμπής), με σκοπό να επιτεθούν από εκείνη την κατεύθυνση. Έτσι τις εσπερινές ώρες της 10ης Οκτωβρίου 1912, οι δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν στο χωριό Στρεβίνα (Καμπή), επωφελούμενες από το πυκνό σκοτάδι, τους θυελλώδεις ανέμους και τις καταρρακτώδεις βροχές, κατευθύνθηκαν προς τα υψώματα του Γριμπόβου. Εμπροσθοφυλακή είχαν 10-15 Τούρκους που γνώριζαν καλά Ελληνικά. Πλησίασαν τις διπλές σκοπιές των Ελλήνων στρατιωτών και με άνανδρο, ύπουλο και δόλιο τρόπο, τους εξαπάτησαν, τους παραπλάνησαν, τους αιφνιδίασαν και τούς κατέσφαξαν με γιαταγάνια και τσεκούρια. Ακολούθησαν πυκνές μάζες φανατισμένων στιφών με άγριους αλαλαγμούς, σαλπίσματα και τυμπανοκρουσίες, με αποτέλεσμα να εκτοπίζουν τα Ελληνικά τμήματα που κατείχαν τα βόρια υψώματα του Γριμπόβου. Μετά στράφηκαν προς τα νότια υψώματα του αυχένα Γριμπόβου με την αυτήν αγριότητα, ορμή και επιθετικότητα. Αλλά εκεί ο στρατός μας, με ηγέτη το διοικητή του 15ου Συντάγματος αντισυνταγματάρχη Γεώργιο Πολυμενά¬κο, αντιστάθηκε γενναία και ηρωικά και σταμάτησε την προέλαση του αφιονισμένου ασκεριού. Ολόκληρη τη νύχτα το Γρίμποβο άστραφτε και βρόνταγε από καταιγιστικούς πολυβολισμούς, τους ακατάπαυστους τουφεκισμούς και τις θανατερές εκρήξεις των χειροβομβίδων. Ο στενός αυτός χώρος αποτελούσε πεδίο φοβερών συγκρούσεων και άγριων τιτανομαχιών, με τους Τούρκους να προσπαθούν με λυσσαλέες επιθέσεις να διασπάσουν τη γραμμή των Ελλήνων και τους Έλληνες να αμύνονται με αυταπάρνηση, αυτοθυσία και ηρωισμό, μέχρι θανάτου. Το πρωί της 11ης Οκτωβρίου 1912, κατέφθασε για βοήθεια το 3ο Τάγμα Ευζώνων υπό τον διοικητή του, αντισυνταγματάρχη Αλ. Κοντούλη. Τώρα το 15ο Τάγμα Ευζώνων ενισχυμένο, αλλά και υπό το φως της ημέρας που βοηθούσε στον εντοπισμό των θέσεων του εχθρού, πραγματοποίησε κεραυνοβόλα και ορμητική έφοδο από τα νότια και τα βορειοδυτικά και κατόρθωσε μέχρι τις 10 το πρωί, να τρέψει σε άτακτη και πανικόβλητη φυγή τους Τούρκους προς τα υψώματα της Στρεβίνας (Καμπή), από τα οποία ξεκίνησαν το προηγούμενο βράδυ. Επί τόπου οι Τούρκοι άφησαν 70 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Από την πλευρά των Ελλήνων στις μάχες Γριμπόβου φονεύθηκαν 27 στρατιώτες και τραυματίστηκαν 58.


Όμως, τα Τουρκικά στρατεύματα που είχαν καταλάβει τον Αμμότοπο και το Κορφοβούνι βρίσκονταν ακόμα εκεί. Το 3ο τάγμα Ευζώνων, αμέσως μετά την εκδίωξη του εχθρού από το Γρίμποβο,  έλαβε διαταγή του Στρατηγείου να συνεχίσει τη μάχη προς τα βόρεια. Το τάγμα ενισχυμένο και μία διλοχία του 10ου τάγματος Ευζώνων προχώρησε προς το Κορφοβούνι, αλλά συνάντησε τη μανιώδη αντίσταση των Τούρκων. Μάλιστα σ’ ένα ύψωμα, κοντά στην τοποθεσία Πηγάδι Μάνου, έγινε φοβερή γιγαντομαχία, κατά την οποία ο στρατός μας, μόνο με εφ’ όπλου λόγχη κατόρθωσε να το καταλάβει. Όταν νύχτωσε, οι μάχες σταμάτησαν για την επόμενη ημέρα. Οι απώλειες των Ελλήνων στις μάχες Αμμότοπου – Κορφοβουνίου ήταν 12 νεκροί και 83 τραυματίες. Βιβλιογραφία: «Η Ιστορία της Φιλιππιάδας», έκδοση συλλόγου Φιλιππιαδωτών,  έτος 1988. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 12: Η εξαφάνιση των Τούρκων: Με το λυκαυγές της 12ης Οκτωβρίου 1912, ο Ελληνικός στρατός της περιοχής, δηλαδή το 3ο και 10ο τάγματα Ευζώνων καθώς και δύο τάγματα του 15ου Συντάγματος, άρχισαν τις ετοιμασίες για την συνέχιση της επίθεσης. Οι εμπροσθοφυλακές και οι ανιχνευτικές περίπολοι, που προχωρούσαν μπροστά, δεν δέχτηκαν πυρά. Προχώρησαν μέχρι τις κορυφές της Τσούκας και του Πύργου, που το προηγούμενο βράδυ ήταν γεμάτες από Τουρκικό στρατό, αλλά τώρα δεν υπήρχε ούτε ψυχή. Οι Τούρκοι είχαν εξαφανισθεί. Είχαν φύγει τη νύχτα χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Είχαν φύγει, όχι μόνον από την περιοχή Κορφοβουνίου – Αμμότοπου, αλλά και από τη Φιλιππιάδα, τη γέφυρα Καλογήρου, την Καμπή και το Καστρί. Γιατί άραγε; Πώς εξαφανίστηκαν έτσι απρόοπτα και αναπάντεχα; Ποιος λόγος τους εξανάγκασε να φύγουν, χωρίς να δώσουν μάχη;  Γιατί ο Τουρκικός στρατός εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από την περιοχή Φιλιππιάδας – Αμμότοπου τη νύχτα 11 προς 12 Οκτωβρίου 1912, χωρίς να δώσει μάχη; Η απροσδόκητη φυγή των Τούρκων οφείλεται στο εξής περιστατικό: Στις 10 Οκτωβρίου 1912 αργά τη νύχτα, όταν διεξάγονταν οι φοβερές μάχες Γρι¬μπόβου, ένα μικρό απόσπασμα από 150 Ευζώνους που ανήκαν στο 3ο και 3ο ανεξάρτητο τάγμα Ευζώνων, κατέλαβε το Ανώγειο κατόπιν διαταγής του Στρατηγείου. Το μικρό αυτό τμήμα, με τη συνδρομή και τις υποδείξεις Ανωγειατών ανταρτών που γνώριζαν καλά τα κατατόπια, οργάνωσε τέλεια την άμυνα σε όλες τις διαβάσεις των δυτικών κορυφών που οδηγούσαν στο χωριό. Οι Τούρκοι που γνώριζαν τη στρατηγική θέση του Ανωγείου για την ασφάλεια των στρατευμάτων τους στο νότο, το επόμενο πρωί, 11 Οκτωβρίου 1912, προσπάθησαν να το καταλάβουν με μανιασμένες επιθέσεις που εξαπέλυσαν από το Γοργόμυλο, τα Χαλάσματα, τον Άγιο Θεόδωρο, τα «Πέντε Πηγάδια»  και τη Σκλίβανη. Παρά τις ολοήμερες προσπάθειες, δεν κατόρθωσαν να διασπάσουν τη γραμμή και άπρακτοι επέστρεψαν στις παλαιές τους θέσεις κάτω στο Δερβένι. Με το σούρουπο, ένα μικρό τμήμα αποτελούμενο από ευζώνους και αντάρτες,  επιτέθηκε ξαφνικά στο Φρούριο των Πέντε Πηγαδιών με αποτέλεσμα οι Τούρκοι να αιφνιδιαστούν και πανικόβλητοι να τραπούν σε φυγή προς τα Πεστά, εγκαταλείποντας τα πάντα πίσω τους. Μόλις ο αρχιστράτηγος των Τούρκων Εσάτ Πασάς έμαθε ότι καταλήφθηκε το Ανώγειο από τον Ελληνικό στρατό και εγκαταλείφτηκε το Οθωμανικό Φρούριο στα «Πέντε Πηγάδια» από τον δικό του στρατό, διέταξε την άμεση και ταχύτατη υποχώρηση του Τουρκικού στρατού που βρισκόταν στην περιοχή Φιλιππιάδος – Αμμότοπου προς τα Γιάννενα, από φόβο μήπως αποκοπεί, εγκλωβισθεί και εξοντωθεί στη στενωπό της περιοχής του Οθωμανικού Φρουρίου των Πέντε Πηγαδιών και την κοιλάδα του ποταμού Λούρου. Χάρις στην έξυπνη αυτή κίνηση των Ευζώνων στό Ανώγειο και στα «Πέντε Πηγάδια», η Φιλιππιάδα απελευθερώθηκε αναίμακτα.


Οι αξιωματικοί, αφού βεβαιώθηκαν ότι οι Τούρκοι είχαν εξαφανισθεί από την περιοχή, ανέφεραν αμέσως το γεγονός στο Στρατηγείο. Ο Σαπουντζάκης που δεν πίστευε στα μάτια του… έδωσε εντολή στην ίλη ιππικού να προβεί σε αναγνώριση προς όλες τις κατευθύνσεις και προπαντός προς την περιοχή της γέφυρας Καλογήρου και την Φιλιππιάδα. Πράγματι στις 12.00 το μεσημέρι της 12ης Οκτωβρίου 1912 ο υπίλαρχος Γιαννόπουλος, κάλπασε με έναν ουλαμό από τους Χαλκιάδες προς την τότε πέτρινη γέφυρα Καλογήρου. Εκεί ανίχνευσε όλη τη γύρω περιοχή και διαπίστωσε ότι οι Τούρκοι ήταν άφαντοι και τα πολυβολεία κενά. Βιβλιογραφία: «Η Ιστορία της Φιλιππιάδας», έκδοση συλλόγου Φιλιππιαδωτών,  έτος 1988. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 12: Η Απελευθέρωση της Φιλιππιάδας: Αμέσως ο υπίλαρχος Γιαννόπουλος συνέταξε και έστειλε στο Στρατηγείο το κάτωθι ανακοινωθέν: «Γέφυρα Καλογήρου 12 Οκτωβρίου 1912, ώρα 13.10 μ.μ. Στρατηγείον: Η διάβασις της γέφυρας ελευθέρα, τα πολυβολεία κενά. Η γέφυρα έχει ανάγκη επιδιορθώσεως προς διάβασιν πυροβολικού, καθότι το ξύλινο κατάστρωμά της έχει καταστραφεί εις πολλά μέρη. Άφησα τμήμα τι προς φρούρησιν της γέφυρας και με το υπόλοιπο του ουλαμού βαίνω προς Φιλιππιάδα». Αφού άφησε τη φρουρά στη γέφυρα, κάλπασε με την υπόλοιπη δύναμη προς την Φιλιππιάδα. Όταν έφθασαν στο Ελευθεροχώρι, όπου οι κάτοικοι ήταν όλοι Έλληνες, έτυχαν υποδοχής ηρώων. Τους δέχτηκαν με ζητωκραυγές, με θερμές αγκαλιές και με δάκρυα ευγνωμοσύνης. Οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά και τα πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Επί τέλους μετά από 450 χρόνια μαύρης σκλαβιάς από κατακτητή άξεστο, βάρβαρο και αιμοβόρο, ήταν πλέον ελεύθεροι. Στη συνέχεια ο υπίλαρχος Γιαννόπουλος προχώρησε προς τη Νέα Φιλιππιάδα στην οποία τότε κατοικούσαν μόνο Τούρκοι. Την βρήκε άδεια από κατοίκους, γιατί από φόβο ακολούθησαν τον Τουρκικό στρατό. Τέλος έφτασε στην Παλαιά Φιλιππιάδα στην οποία κατοικούσαν εξ ολοκλήρου Έλληνες. Οι λεβέντες του ιππικού έγιναν και εδώ δεκτοί με τα ίδια συναισθήματα χαράς, ευγνωμοσύνης και ανακούφισης, όπως στο Ελευθεροχώρι. Ήταν όμως και μερικοί ανήσυχοι και αναστατωμένοι, διότι οι Τούρκοι φεύγοντας, είχαν πάρει μαζί τους ως ομήρους συγγενικά τους πρόσωπα. Παρά ταύτα, όλοι ζητούσαν με βουλιμία να μάθουν για την πολεμική ρωμαλεότητα του Στρατού μας και εάν τώρα η πατρίδα είναι καλά προετοιμασμένη για τη νικηφόρα έκβαση του πολέμου. Ήταν και  τούτο απαύγασμα της θλιβερής ανάμνησης του προ 15ετίας άτυχου πολέμου του έτους 1987 που τόσο πολύ τους είχε ταλαιπωρήσει. Έπειτα έδωσαν όλες τις πληροφορίες που γνώριζαν για την ξαφνική νυχτερινή φυγή των Τούρκων προς τα Γιάννενα.


Ο υπίλαρχος Γιαννόπουλος αμέσως στέλνει στο Στρατηγείο το παρακάτω λιτό ανακοινωθέν: «Φιλιππιάς 12 Οκτωβρίου 1912, ώρα 02.25′ μ.μ. Στραγηγείον. Φιλιππιάς τελείως ελευθέρα. Ευρίσκομαι εν αυτή αναμένων διαταγάς σας». Μόλις ο στρατηγός Σαπουντζάκης έλαβε το ανακοινωθέν, διέταξε το 2ο Τάγμα του 15ου Συντάγματος να μεταβεί και να καταλάβει τη Φιλιππιάδα και το 1ο  Τάγμα του ιδίου Συν/τος να καταλάβει την Καμπή. Παρόμοιες διαταγές έδωσε και στα άλλα στρατιωτικά τμήματα για την κατάληψη άλλων τοποθεσιών στην περιοχή Γριμπόβου – Κορφοβουνίου – Αμμότοπου. Όντως στις 4.00 το απόγευμα της ίδιας ημέρας 12 Οκτωβρίου 1912 το 2ο τάγμα υπό την διοίκηση του Ταγματάρχη Γκιταράκου, ξεκίνησε πεζοπορία από τους Χαλκιάδες (σήμερα Φιλοθέη) και έφθασε στη Φιλιππιάδα τις βραδινές ώρες, χωρίς καμιά ενόχληση. Οι κάτοικοι έζησαν νέες χαρές και νέες συγκινήσεις, γιατί έβλεπαν ότι οι ελπίδες τόσων αιώνων γίνονταν τώρα πραγματικότητα.


Ο ταγματάρχης Γκιταράκος αφού έλαβε όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την τάξη και την ασφάλεια της Κωμόπολης, έστειλε στο Στρατηγείο το εξής ανακοινωθέν: «Φιλιππιάς 12-10-12, ώρα 11 νυκτός. Αρχηγείον Στρατού. Εκτελούντες διαταγήν σας, κατέλαβον Φιλιππιάδα, λαβόντες παν μέτρον κατάλληλον προς εξασφάλισιν της τάξεως, θέσαντες φρουρούς εις τα δημόσια καταστήματα, αναβάλλοντες δι’ αύριον την καταγραφήν των εν αυτοίς ειδών ως εκ του προκεχωρηκότος της ώρας… Εν γένει δε τα μέτρα της ασφάλειας εξετελέσθησαν τη επιβλέψει λοχαγού Αντωνιάδου». Τρεισήμισι ώρες αργότερα, ο λοχαγός Αντωνιάδης που ρύθμισε τα μέτρα ασφαλείας, έστειλε και αυτός στο Στρατηγείο το ακόλουθο ανακοινωθέν: «Φιλιππιάς 13-10-1912, ώρα 2.30′ πρωίας. Αρχηγείον. Κατελάβομεν Φιλιππιάδα, Ελευθερο¬χώρι. Πολλά πολεμοφόδια, τρόφιμα και  12 αιχμάλωτοι εις χείρας μας. Ουλαμός κατέχει γέφυραν Καλογήρου, 6ος λόγος πρωτοφυλακή προς Παντάνασσαν, 7ος λόχος εις Ελευθεροχώρι, 8ος  πρωτοφυ¬λακή προς Πρέβεζαν».


Η ενημέρωση του Ελευθερίου Βενιζέλου: Ο αρχηγός του Στρατού Ηπείρου υποστράτηγος Σαπουντζάκης με δύο διαδοχικά ανακοινωθέντα ένα στις 12 και ένα στις 13 Οκτωβρίου, ενημέρωσε τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο για τη φυγή των Τούρκων και την κατάληψη της Φιλιππιάδας. Παρατίθενται κατά σειράν τα ανακοινωθέντα:


1ον ανακοινωθέν: «Άρτα 12-10-1912, Υπουργείον Στρατιωτικών – Αθήνας. 8ον Δελτίον. Απεσύρθη σήμερον ο εχθρός εκ Κιάφας, θέσεως εφ’ ης επί τριήμερον διεξήγητο επίμονος αγών, καθ’ ον ο εχθρός υπέστη μεγάλας απωλείας. Κατόπιν αναγνωρίσεως προς Φιλιππιάδα, διέταξα όπως ανάλογον στράτευμα καταλάβη την ειρημένην πόλιν περί εσπέραν ταύτης. Περί 5ην ώραν μ.μ. της σήμερον ήρξατο η κατάβασις εκ Γριμπόβου αναλόγου δυνάμεως ημών προς κατάληψιν Στρεβίνας. Αναγνώρισις ενεργείται προς χωρίον και στενωπόν Κουμουτζάδων(=Αμμότοπος). Οι κάτοικοι του χωρίου Κουμουτζάδων κατά την νύχτα της προχθές καθ’ ην διεξήγετο μάχη υπέστησαν κατά πληροφορίας διασωθέντος και προσελθόντος ενταύθα Χριστιανού εκ Κουμουτζάδων φρικώδη βασανιστήρια εκ μέρους των Τούρκων. Οι νεώτεροι των ανδρών του χωρίου ανερχόμενοι εις 25 περίπου δεθέντες δια σχοινίων προσήχθησαν επί του πεδίου της μάχης, όπου τουφεκίσθησαν εκ των όπισθεν φονευθέντες άπαντες πλην δύο, οίτινες εσώθησαν προσποιηθέντες τον νεκρόν. Επίσης γυναικόπαιδα του ειρημένου χωρίου εγκλεισθέντα εν μια οικία υπέστησαν φρικώδη βασανιστήρια. Τούτων αγνοείται η τύχη. Ταύτα πάντα εγένετο τη διαταγή αυτού του διοικούντος τον εκεί Τουρκικόν στρατόν, όστις κατά θετικάς πληροφορίας ήτο αξιωματικός α¬νώτερος. Επίσης κατά πληροφορίας κατοίκων Φιλιππιάδος, νέοι της πόλεως ταύτης δεθέντες οδηγούνται παρά του υποχωρήσαντος στρατού εις Ιωάννινα όπως φονευθώσι».


2ον ανακοινωθέν: «Άρτα 13-10-1912. Υπουργείων Στρατιωτικών Αθήνας». 9ον Δελτίον. Χθες την 5.30 μ.μ. κα¬τελάβομεν την Φιλιππιάδα, τον Λούρον, Ελευθεροχώρι και γέφυραν Παντανάσσης, την δε 7ην εσπερινήν ώρας κατελά¬βομεν την Στρεβίναν. Ο Τουρκικός στρατός φεύγων εγκατέλειψε πάμπολλα πολεμοφόδια, τρόφιμα και άλλα υλικά, ων το ποσόν θέλομεν αναφέρει άμα τη καταγραφή των. Συνελήφθησαν 12 αιχμάλωτοι, ως εις αξιωματικός. Διέταξα τα δέοντα δια την ασφάλειαν των κατοίκων των καταληφθέντων μερών, ανεξαρτήτως θρησκεύματος».


Η Φιλιππιάδα από την ημέρα της απελευθέρωσης της στις 12 Οκτωβρίου 1912, μέχρι την ημέρα απελευθέρωσης ολόκληρης της Ηπείρου στις 21 Φεβρουαρίου 1913, αποτέλεσε σταθμό σημαντικών γεγονότων. Σ’ αυτήν μεταφέρθηκε και εγκαταστάθηκε το Ελληνικό Στρατηγείο, ιδρύθηκε Νοσοκομείο περίθαλψης και διακομιδής τραυματιών, εγκαταστάθηκαν κέντρα εφοδιασμού του στρατού, ήρθαν και διέμεναν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο διάδοχος Κωνσταντίνος, κλπ. Βιβλιογραφία: «Η Ιστορία της Φιλιππιάδας», έκδοση συλλόγου Φιλιππιαδωτών,  έτος 1988. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 20: Η Μάχη της Νικοπόλεως: Μετά την απελευθέρωση της Φιλιππιάδας, ο Ελληνικός Στρατός περνάει το Τουρκικό φυλάκιο Φλάμπουρων, το οποίο καταλαμβάνει εύκολα και φτάνει στη Νικόπολη, 8 Κm από την Πρέβεζα. Εκεί υπάρχει τουρκική φρουρά. Γίνεται μικρή μάχη στην οποία σκοτώνεται στις 20 Οκτωβρίου 1912 ο Ελληνας εθελοντής έφεδρος Ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Μπάλκος (στο μαρμάρινο Ηρώο Πεσόντων Πρέβεζας αναφέρεται ως οπλαρχηγός) και αρκετοί Τούρκοι. Το όνομα του Κωνσταντίνου Μπάλκου είναι γραμμένο σε αναμνηστική μαρμάρινη επιγραφή στό σημερινό Δημαρχείο Πρέβεζας. Ο αδελφός του Βασίλειος Μπάλκος διετέλεσε στη συνέχεια Δήμαρχος Πρέβεζας επί τρείς θητείες. Η οδός που διέρχεται από την τέως λαϊκή αγορά Πρέβεζας (βιβλιοπωλείο Τσουτσάνη) φέρει το όνομα του Βασιλείου Μπάλκου. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’.


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 21: Η Απελευθέρωση της Πρέβεζας: Η Πρέβεζα είναι πλέον περικυκλωμένη από Ελληνικά στρατεύματα. Ο Τούρκος Ταγματάρχης Διοικητής της δύναμης Πρέβεζας Mehmet Asaf, δεν πανικοβάλλεται και όπως γράφουν τα ιστορικά αρχεία «επιμένει να αμυνθεί μέχρις ενός. Μόνον κατόπιν επιμόνων πιέσεων που εδέχθη εις την σύσκεψιν που εγένετο εις τό παραλιακόν Τουρκικόν Λιμεναρχείον, αλλάζει γνώμιν και αποφασίζει την ειρηνικήν παράδοσιν της πόλεως». Στη σύσκεψη αυτή παραβρέθηκαν πέραν του Mehmet Asaf, οι  Πρόξενοι της Αγγλίας, της Ρωσίας, και της Αυστρίας, ο Δήμαρχος Χαλήλ Εφένδης, Προύχοντες, κλπ. Το πρωτόκολλο παράδοσης de Jure της Πρέβεζας στον Ελληνικό Στρατό υπογράφεται ώρα 03.00 τη νύχτα της 20ής προς 21η Οκτωβρίου 1912 στη Νικόπολη, μεταξύ Παναγιώτη Σπηλιάδη, του εκπροσώπου του Mehmet Asaf διερμηνέα Σελιαλεντίν,  και των Προξένων Δ.Σκέφερη, Καλ. Κονεμένου, και Jules Meischner. Την επόμενη ημέρα 21η Οκτωβρίου 1912 το μεσημέρι ο συνταγματάρχης Παναγιώτης Σπηλιάδης εισέρχεται έφιππος στην σημαιοστολισμένη πόλη της Πρέβεζας. Οι Έλληνες ζητωκραυγάζουν και οι Τούρκοι στρατιώτες παρατάσσονται στην παραλία με τα όπλα στο έδαφος. Ο Ελληνικός Στρατός με τα πρώτα στρατιωτικά οχήματα εισέρχεται στό Φρούριο του Αγίου Ανδρέα Πρέβεζας. Η Τουρκική Φρουρά Πρέβεζας ήταν 810 στρατιώτες και οι οποίοι παραδόθηκαν στο 111/15 Ελληνικό τάγμα πεζικού, με αποτέλεσμα η πόλη να περάσει στα χέρια των Ελλήνων. Σε λίγες μέρες οι Τούρκοι στρατιώτες προωθήθηκαν με πλοία στην Τουρκία, βάσει της Συμφωνίας παράδοσης de jure. Πολύ λίγοι Τούρκοι και Τουρκάλες παρέμειναν στην Πρέβεζα, είτε για λόγους τακτοποίησης των περιουσιακών στοιχείων είτε επειδή είχαν παντρευτεί Χριστιανούς, παρέμειναν όμως ορισμένοι Αλβανοί που δεν εμπεριέχονταν στην Συμφωνία. Ως συνέπεια της ανταλλαγής πληθυσμών του 1923 αποχώρησαν απο την Πρέβεζα περίπου 750 Τούρκοι πολίτες ενώ παρέμειναν οι Αλβανοί πολίτες, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκαν στην αστική τάξη καθώς και 250 Εβραίοι. Στην περίοδο 1913-1940, στoν πληθυσμό της Πρέβεζας περιλαμβάνονταν ακόμα Μουσουλμάνοι. Σύμφωνα με τα πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου Πρέβεζας της 26η Μαίου 1926, ο αριθμός τω Τούρκων που αντηλλάγησαν ανέρχεται σε 750 άτομα, σύμφωνα με κατάλογο της Νομαρχίας Πρέβεζας. Το Διοικητήριο του Οθωμανού Διοικητή Πρέβεζας είναι τα σημερινά δικαστήρια, ενώ η οικία του ήταν στο κτίριο της οδού Σπηλιάδου 10, μετέπειτα Νομαρχία Πρεβέζης. O Οθωμανός Δήμαρχος Πρέβεζας Χαλήλ Εφένδης, παραμένει στη θέση του μέχρι το έτος 1913, οπότε και διορίζεται ο Παναγιώτης Καρυτσινός. Το Δημαρχείο Πρέβεζας το έτος 1912 στεγαζόταν στο κτίριο όπου αργότερα αναγέρθηκε το 1ο Δημοτικό Σχολείο. Αργότερα, το Δημαρχείο Πρέβεζας μεταφέρθηκε στο κτίριο Τσώκου,  παραδοσιακό κτίριο της οδού Εθνικής Αντιστάσεως 1 (σήμερα βιβλιοπωλείο Αυδίκου). Στο σημερινό Δημαρχείο Πρέβεζας επί της παραλίας κτίσθηκε το έτος 1977, εκεί όπου υπήρχε το τότε Οθωμανικό Λιμεναρχείο. Μια μαρμάρινη επιγραφή, στην πρόσοψη του σημερινού Δημαρχείου διορθωθείσα κατόπιν παρεμβάσεως του Λάζαρου Συνέσιου, γράφει: «Εδώ τα μεσάνυχτα της 21ης Οκτωβρίου 1912, οι Τούρκοι συμφώνησαν την παράδοσιν της Πρεβέζης εις τον Ελληνικόν Στρατόν» εννοώντας την προηγηθείσα σύσκεψη Mehmet Asaf και των τριών Προξένων. Στα Φλάμπουρα Πρέβεζας, το λιθόκτιστο διώροφο κτίριο του Εμίν Αγά είναι σήμερα διατηρητέο κτίριο και κατοικείται από ιδιώτες. Βιβλιογραφία: Λάζαρος Συνέσιος: «Παράθυρο στην Ιστορία μας», Ιωάννης Ρέντζος: «Ημερολόγιον Πρέβεζας», Δ. Σκέφερης: «Έκθεσις Παραδόσεως της Πρεβέζης», Πρέβεζα 1912. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 21: Η ζωγράφος Θάλεια Φλωρά-Καραβία στην Πρέβεζα: Η ζωγράφος Θάλεια Φλωρά-Καραβία γεννήθηκε στη Σιάτιστα το έτος 1871 και πέθανε στην Αθήνα το 1960. Ηταν μία από τις πρωτοπόρους ελληνίδες ζωγράφους. Σπούδασε ζωγραφική στο Μόναχο, κοντά στον Νικόλαο Γύζη και τον Γεώργιο Ιακωβίδη, και κατόπιν στο Παρίσι. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, ακολούθησε τον Ελληνικό Στρατό στις εκστρατείες του, ως ανταποκρίτρια της εφημερίδας που εξέδιδε ο σύζυγός της, και απεικόνισε πάμπολλα πολεμικά στιγμιότυπα σε σχέδια με κάρβουνο, κιμωλία και παστέλ. Στις 21 Οκτωβρίου 1912 έφτασε και παρέμεινε γά λίγο στην Πρέβεζα όπου υπάρχει σχετική φωτογραφία της με έναν Εύζωνο (αρχείο Γ. Μπόντα). Τις εμπειρίες της από τα γεγονότα της εποχής εκείνης τις περιέγραψε αργότερα στο βιβλίο της Εντυπώσεις από τον πόλεμο του 1912-1913: Μακεδονία-Ήπειρος (τυπογραφείο  Μωυσιάδου – Μάρδα, Αθήνα 1936). Ακολούθησε επίσης τον Ελληνικό Στρατό στην Μικρά Ασία (1918–1922). Τέλος, αποθανάτισε σκηνές από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940–1941. Στην Ελλάδα επέστρεψε οριστικά με τον σύζυγό της το 1939. Πέθανε πλήρης ημερών στην Αθήνα το 1960. Βιβλιογραφία: Δέσποινα Τσουργιάννη:  «Η ζωγράφος Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960)», μονογραφία. Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2005, 173 σελ. ISBN 960630843X.


• 1912 μΧ, Οκτώβριος, 27: Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης: Στις 25 Οκτωβρίου 1912 οι Ευρωπαίοι πρόξενοι της Θεσσαλονίκης και ο Τούρκος στρατηγός Σαδίλκ παρουσιάστηκαν στις εμπροσθοφυλακές του Ελληνικού στρατού στην περιοχή Τοπσίν (νυν Γέφυρα) έξω από την Θεσσαλονίκη και ζήτησαν να παραδώσουν υπό όρους τη Θεσσαλονίκη στον Ελληνικό στρατό. Ο Κωνσταντίνος Α απέρριψε δύο φορές τους όρους του Τούρκου αρχιστράτηγου Χασάν Ταξίν πασά με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος και να επίκειται η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τον βουλγαρικό στρατό. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος διέταξε τον διάδοχο Κωνσταντίνο να καταλάβει άμεσα την Θεσσαλονίκη, καθιστώντας τον προσωπικά υπεύθυνο για ενδεχόμενη απώλειά της. Τελικά ο Ταξίν πασάς αποδέχθηκε τους όρους του Κωνσταντίνου. Την νύχτα της 26 Οκτωβρίου-27 Οκτωβρίου 1912 οι αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού Ιωάννης Μεταξάς και Βίκτωρ Δούσμανης στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό. Την επόμενη ημέρα (27 Οκτωβρίου 1912) υπογράφηκε συμπληρωματικό πρωτόκολλο με το οποίο παραδίνονταν στους Έλληνες, όλη η φρουρά της Θεσσαλονίκης η οποία ανέρχονταν σε 25.000 στρατιώτες και 1.000 αξιωματικούς με όλο τον βαρύ και ατομικό οπλισμό τους και το απόγευμα μπήκαν στην πόλη δύο ευζωνικά τάγματα της Ζ’ μεραρχίας, ενώ οι Α’, Β’, Γ’, Δ’ μεραρχίες με την υπόλοιπη δύναμη της Ζ’ έλαβαν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη. Βάσει του πρωτοκόλλου παράδοσης όλοι οι Οθωμανοί Αξιωματικοί θα κρατούσαν τον οπλισμό τους. Επίσης οπλισμένη θα παρέμενε η Οθωμανική χωροφυλακή, για την διατήρηση της Τάξης. Βιβλιογραφία: Γενικόν Επιτελείον Στρατού: «Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913». Τόμοι Α’-Γ’. ΓΕΣ: «Έκθεσις της Πολεμικής Ιστορίας των Ελλήνων», έκδοση 1970, ΓΕΣ. Πανεπιστήμιο Cambridge: «The diplomacy of the Balkan Wars, 1912-1912». Cambridge. Harvard University Press, 1938.


• 1912 μΧ, Οκτώβριος 30: Απελευθέρωση του Φαναρίου Πρέβεζας: Ο Ελληνικός Στρατός σε συνεργασία με τους οπλαρχηγούς Τζίμα και Κουτούπη και με διοικητή το Τάκη Μπότσαρη, μετέπειτα στρατηγό και υπουργό, νικούν τους Τούρκους στό χωριό Μουζιακάτες (Μουζακαίϊκα) Φαναρίου. Σύντομα το Φανάρι ελευθερώνεται από τους Τούρκους. Όμως παραμένει μια μειονότητα που αποκαλείται ιστορικά «Τουρκοτσάμηδες», η οποία και δημιούργησε σοβαρά προβλήματα κατά την Ιταλική και Γερμανική κατοχή.
• 1912 μΧ, Νοέμβριος 05: Ο Ελληνικός Στρατός στην Αλβανία: Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης της 27ης Οκτωβρίου 1912, στις 5 Νοεμβρίου 1912, μικρή δύναμη με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Σπύρο Σπυρομήλιο αποβιβάστηκε στην Χειμάρα της Αλβανίας και στις 7 Δεκεμβρίου 1912 ο Ελληνικός στρατός Μακεδονίας εισήλθε από άλλη κατεύθυνση στην Κορυτσά (Korce). Ο Ελληνικός Στρατός σύντομα απελευθερώνει από τους Τούρκους τους Αγ. Σαράντα, στις 27 Φεβρουαρίου 1913 εισέρχεται στο Αργυρόκαστρο, στο Δέλβινο και στο Τεπελένι. Στις μάχες αυτές της Βορείου Hπείρου σκοτώνεται αργότερα, το Μάρτιο του 1914 ο Πρεβεζάνος δεκανέας Αγραφιώτης Ανδρέας.
• 1912 μΧ, Νοέμβριος 10: Νοσοκομείο ΕΕΣ στην Πρέβεζα: Συγκροτείται στην Πρέβεζα το Στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (ΕΕΣ) το Νοέμβριο του 1912, λίγες μέρες μετά την Απελευθέρωση της πόλης.
• 1913 μΧ, Ιανουάριος 05:  Νοσοκομείο Φιλιππιάδας: Στη Φιλιππιάδα ο Ερυθρός Σταυρός ιδρύει Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού Φιλιππιάδας, για την περίθαλψη των τραυματιών του πολέμου και των ασθενών. Τα επισκέπτεται ο διάδοχος Κωνσταντίνος Α με το Στρατηγό Δαγκλή και η πριγκίπισσα Μαρία.
• 1913 μΧ, Ιανουάριος: Απελευθέρωση της Πάργας: Ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει ειρηνικά την Πάργα από τους Οθωμανούς.
www.mypreveza.gr/