ΕΛΛΗΝΕΣ Η’ ΡΩΜΙΟΙ; ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ  ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΑΣ ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ

Η συγκρότηση εθνικής ταυτότητος και αυτοσυνειδησίας ενός έθνους είναι μία πολύπλοκη και πολυσύνθετη διαδικασία, πολλές φορές διαρκεί αιώνες και επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, ιστορικούς, πολιτικούς, πολιτισμικούς, γεωγραφικούς, θρησκευτικούς, ιδεολογικούς. Συχνά η διαμόρφωση εθνικής αυτοσυνειδησίας και ταυτότητος, η αίσθηση δηλ του συνανήκειν σε ένα έθνος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, είναι μία επώδυνη διαδικασία που περνά μέσα από αντιπαραθέσεις με άλλους λαούς και πολιτισμούς, διαπερνά ιστορικές περιόδους, γνωρίζει ήττες και οδυνηρές καταστάσεις. Όλα αυτά ισχύουν πολύ περισσότερο όταν ομιλούμε για το ελληνικό έθνος, με την πανάρχαια και πολυετή ιστορία του αλλά και τις πολλές ιστορικές περιπέτειες.

 


Ιδίως για το ελληνικό έθνος, το να καθορισθούν τα στοιχεία που συναποτελούν την ταυτότητά του, σημαίνει ότι όποιος το επιχειρήσει με σοβαρό και αξιόπιστο, αντικειμενικό και επιστημονικό τρόπο, οφείλει να είναι γνώστης της ελληνικής ιστορίας σε όλη την διαχρονία της, να αντιλαμβάνεται τις ιδεολογικές ζυμώσεις εντός του έθνους, να παρακολουθήσει την ιστορία των ιδεών και των πολιτιστικών ρευμάτων, και να καταλήξει στον προσδιορισμό κοινώς αποδεκτών στοιχείων ελληνικότητος.  Και επειδή η ελληνικότητα είναι

πολυσύνθετη και πολύπλοκη, εάν κάποιος υπερτονίζει κάποια γνωρίσματα παραλείποντας ή υποβαθμίζοντας κάποια άλλα, εάν κάνει επιλογή ιστορικών περιόδων και εκφάνσεων του ελληνισμού για να εξυπηρετήσει τα δικά του ιδεολογήματα, τότε αυτός εκπίπτει στο επίπεδο ενός φθηνού προπαγανδιστή και το όλο εγχείρημά του οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε με επιφυλακτικότητα.

Θα επιχειρήσουμε να ανιχνεύσουμε τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την ελληνική ταυτότητα και προσδίδουν την εθνική αυτογνωσία  στον ελληνισμό καθ’ όλην την διάρκεια της μακραίωνης του υπάρξεως. Θα διαρθρώσουμε την ιστορική αυτή περιδιάβαση σε τρεις καίριες για τον ελληνισμό ιστορικές περιόδους: αρχαιότητα, ελληνιστικοί χρόνοι, ρωμαιοκρατία,

            Η ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ  ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ, ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ

Το ελληνικό έθνος έχει ιστορική παρουσία και συνέχεια στον ελλαδικό χώρο και την ανατολική Μεσόγειο χιλιάδων ετών, χωρίς ωστόσο να αποτελεί διαρκώς μία ενιαία κρατική οντότητα. Στις απαρχές της ελληνικής εθνογένεσης θα συναντήσουμε ως κυρίαρχο τρόπο οργάνωσης τον κοινοτικό και φυλετικό, που στηρίζεται στην κοινή καταγωγή και αναφορά των αυτοχθόνων πελασγικών πληθυσμών σε μακρινούς κοινούς μυθικούς γενάρχες που χάνονται στα βάθη χιλιάδων ετών μυθιστορίας. Αυτή η χαλαρή φυλετική συγγένεια καθίσταται πιο συγκεκριμένη, καθώς οι ελληνικοί πληθυσμοί αυτοπροσδιορίζονται ως ανήκοντες σε ελληνικά φύλα, συγγενικά μεταξύ τους, ελκύοντα την καταγωγήν τους από τους γενάρχες των κυριοτέρων ελληνικών φύλων, Αχαιών, Δωριέων, Ιώνων, Αιολέων.

Εν συνεχεία, υπάρχει περαιτέρω κατάτμηση των ελληνικών πληθυσμών σε βασίλεια και ανεξάρτητες  μικρές πόλεις-κράτη, με αυτόνομο βίο, κοινοτική οργάνωση, και εν πολλοίς αλλησυγκρούμενα σε τοπικούς πολέμους.

Σημαντικός παράγων ανάπτυξης της εθνικής αυτοσυνειδησίας όλων αυτών των ελληνικών φύλων και των πόλεων-κρατών, υπήρξε η επαφή με τους άλλους, τους ξένους, η πολεμική σύγκρουση με τους ΄΄βαρβάρους΄΄, τους έχοντας άλλον πολιτισμό, γλώσσα, θρησκεία. Ιδίως οι μηδικοί πόλεμοι τον 5ο αι. συνέβαλαν στην προσωρινή συσπείρωση των Ελλήνων σε μία αμυντική συμμαχία εναντίον του πέρσου εισβολέως. Οι μηδικοί πόλεμοι επιτάχυναν την εμφάνιση της αυτοσυνειδησίας των ελληνίδων πόλεων-κρατών ότι ανήκουν σε ένα ευρύτερο έθνος, τον ορισμό και τα χαρακτηριστικά του οποίου μας δίδει ο ιστορικός Ηρόδοτος.

Το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόθρησκον και το ομότροπον, δηλ η κοινή φυλετική καταγωγή, η κοινή γλώσσα, τα κοινά ήθη, έθιμα, οι πανελλήνιοι αγώνες όπου επιτρεπόταν η συμμετοχή αποκλειστικώς ελλήνων αθλητών,  όπως στην Ολυμπία, η κοινή θρησκεία αποτελούσαν απτές και αναγκαίες παράμετροι για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανήκει στο ελληνικό έθνος.

Ωστόσο, κατά τον 5ο π.Χ. αι. μπορούμε να διακρίνουμε μία ευρύτερη αν και χαλαρή συνειδητοποίηση της ελληνικότητος, η οποία ασφυκτιούσε στα στενά τοπικιστικά όρια των πόλεων-κρατών. Οι κάτοικοι του ελληνικού χώρου αισθάνονονταν πρωτίστως πολίτες, Αθηναίοι, Σπαρτιάτες, Κορίνθιοι, Θηβαίοι, και δευτερευόντως Έλληνες. Θα χρειαστεί να έλθουμε στον 4ο π..Χ. αι  για να συναντήσουμε  να αναπτύσσεται μία κίνηση πανελληνίου ιδέας, πρώτον σε ιδεολογικό επίπεδο με κύριο εκφραστή του πανελληνισμού τον Ισοκράτη, που επιζητεί την πολιτική συνένωση των ελληνίδων πόλεων-κρατών έναντι των Περσών.

Σε πολιτικό επίπεδο, το αίτημα του πανελληνισμού εξέφρασε και επέτυχε ο Φίλιππος Β’ ο Μακεδών, και ο Μέγας Αλέξανδρος. Αυτοί συνένωσαν σε μία πανελλήνια πολιτική και κυρίως στρατιωτική συμμαχία τους Έλληνες κατά των Περσών. Ήταν η πρώτη φορά που ιστορικά τόσες πολλές ανεξάρτητες κρατικές οντότητες, πόλεις-κράτη συνενώθηκαν σε ένα πανελλήνιο σκοπό.

Το ιστορικό αποτέλεσμα της εκστρατείας του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Ασία, ενώ ξεκίνησε ως  μία ενωτική απόπειρα συνενώσεως των Ελλήνων, κατέληξε στην εξάπλωση του ελληνισμού, αλλά επέφερε σημαντικές αλλαγές στην ελληνική κοσμοαντίληψη και αυτοσυνειδησία.

Ο Έλληνας σπάει τα στενά τοπικιστικά όρια του πολίτη- οπλίτη σε μία πόλη- κράτος, και εντάσσεται ως υπήκοος σε ευρύτερα κρατικά μορφώματα των ελληνιστικών βασιλείων. Χάνεται η ευκαιρία οι Έλληνες να αποτελέσουν ένα ενιαίο έθνος-κράτος. Οι πολιτικές και κοινωνικές δομές του ελληνισμού των κλασσικών χρόνων, διαταράσσονται και εν πολλοίς καταρρέουν. Ο ελληνισμός εισέρχεται  σε μία νέα ιστορική φάση, πολιτική και ιδεολογική. Το κοινοτικό φυλετικό πρότυπο οργάνωσης των ελληνίδων πόλεων-κρατών υποχωρεί εμπρός σε ένα αυτοκρατορικό, πολυεθνικό μοντέλο συγκροτήσεως του ελληνισμού. Στους ελληνιστικούς χρόνους ο ελληνισμός γίνεται οικουμενικός και κοσμοπολίτικος. Εντάσσεται σε τεράστια ελληνιστικά βασίλεια, πολυεθνικά, ενσωματώνει άλλους λαούς, νέες θεότητες ανατολικές εισέρχονται στον θρησκευτικό βίο των Ελλήνων που ανταγωνίζονται το δωδεκάθεο του Ολύμπου, συνυπάρξουν ανταγωνιστικά ή συμπληρωτικά με τους ολύμπιους θεούς και άλλοτε τους εκτοπίζουν.

Στους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους και την περίοδο της ρωμαιοκρατίας ιερά ξένων ανατολικών θεοτήτων, όπως της Ίσιδος και του Όσιρι, δεσπόζουν μεγαλοπρεπώς στις ελληνιστικές πόλεις διεκδικώντας την πρωτοκαθεδρία από τους κλασσικούς δώδεκα θεούς του Ολύμπου, ακόμη και ίδιο το θρησκευτικό κέντρο των Μακεδόνων, το Δίον, ευρισκόμενον στους πρόποδες του Ολύμπου έχει ιερά αιγυπτιακών θεοτήτων. Η αττική διάλεκτος των κλασσικών χρόνων υφίσταται αλλοιώσεις για να μετατραπεί σε μία πιο εύχρηστη, την κοινή ελληνιστική γλώσσα.

Θα λέγαμε πως στους ελληνιστικούς χρόνους η εξάπλωση του ελληνισμού στα πέρατα της τότε γνωστής οικουμένης  επέφερε μία έκπτωση στην ΄΄καθαρότητα΄΄ του ελληνισμού των  κλασσικών χρόνων, τον μεταμόρφωσε  όμως ριζικά προσδίδοντάς του ένα ευρύτερο κοσμοπολίτικο και οικουμενικό χαρακτήρα, όπου πλέον  συνυπάρχουν Έλληνες και ξένοι, συμμέτοχοι, κοινωνοί και φορείς ενός κοινού ελληνικού πολιτισμού. Αυτή η εξάπλωση των Ελλήνων στους ελληνιστικούς χρόνους προσέδωσε στον ελληνισμό ένα ανώτερο εκπολιτιστικό προορισμό και αποστολή, ξεδίπλωσε την ζωτικότητα του ελληνικού πνεύματος, αλλά και πάλι δεν κατόρθωσε να υπερβεί την πολυδιάσπαση και τις αλληλοσυγκρούσεις, που τελικώς επέφεραν την αποδυνάμωση, την παρακμή και την υποδούλωση στους Ρωμαίους.

Με την Ρωμαιοκρατία εγκαινιάζεται μία επώδυνη περίοδος για την ελληνισμό και την αυτοσυνειδησία του. Μπορεί να διατηρεί την πολιτιστική του υπεροχή έναντι των Ρωμαίων, δεν παύει όμως να είναι υπόδουλος, χωρίς ανεξάρτητη κρατική υπόσταση, έρμαιος της θελήσεως του Ρωμαίου κατακτητή που όποτε θέλει λεηλατεί πόλεις, εκμεταλλεύεται οικονομικά τον ελλαδικό και ανατολικομεσογειακό χώρο, διαρπάζει αγάλματα, ιερούς θησαυρούς και αφιερώματα για να τα μεταφέρει σε ρωμαϊκούς θριάμβους στην Αιώνια Πόλη, την Ρώμη, την καρδιά της αυτοκρατορίας. Στον διαμορφούμενο ελληνορωμαϊκό πολιτισμό ο ελληνισμός συνεισφέρει δυσαναλόγως, αιμορραγεί οικονομικά, πολιτικά, δημογραφικά (η ελληνική ύπαιθρος και πολλές πόλεις-κράτη υφίστανται πρωτοφανή δημογραφική κατάρρευση και ερήμωση). Επιπλέον, η ρωμαιοκρατία επιφέρει πρωτοφανή κατάπτωση των ηθικών αξιών του ελληνισμού, πνευματική στασιμότητα, ανάπτυξη του ατομικισμού και καλλιέργεια μιας νοοτροπίας εθελοδουλείας προς τον Ρωμαίο κατακτητή, γνωστής ως γραικυλισμός. Γενικότερα, η περίοδος της Ρωμαιοκρατίας είναι περίοδος παρακμής και υποτέλειας του ελληνισμού, ο οποίος δεν διαθέτει ανεξάρτητη κρατική υπόσταση για να μπορέσει να αναπτυχθεί ελεύθερα και δυναμικά.

ΑΝΑΛΥΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥΣ

Κάθε έθνος προσδιορίζεται  εθνικά από πολλά στοιχεία, την ιστορία του, τον πολιτισμό, την γλώσσα, την θρησκεία, μα κατ’ εξοχήν από το όνομά του, που δηλώνει την ταυτότητα όσων ανήκουν σε αυτό. Έτσι, η ονομασία Έλλην δηλώνει τον ανήκοντα στο ελληνικό έθνος. Οι ονομασίες των εθνών έχουν την ετυμολογική τους προέλευση, που συνδέεται με τον χώρο και την ιστορία. Έτσι λ.χ. υπάρχουν έθνη που το όνομά τους δηλώνει κάποιον γεωγραφικό όρο, όπως Νότιος Αφρική, Ισημερινός, Νορμανδία (=χώρα του Βορρά), Ισλανδία (=χώρα των πάγων, Iceland),  ή ιδιότητες της χώρας, Αργεντινή (=χώρα του ασημιού, argent), Venezuela (=μικρή Βενετία, την ονόμασαν έτσι οι Ισπανοί διότι τους θύμιζε την Βενετία), Puerto Rico (=πλούσιο λιμάνι), Ταϋλάνδη (=χώρα των Τάι, των ελευθέρων ανθρώπων), είτε ακόμη με κάποια ιστορικό προσωπικότητα, κάποιον εθνικό ήρωα ή ιδρυτή, π.χ. Κολομβία, από τον εξερευνητή Χριστοφ. Κολόμβο, Βολιβία, από τον απελευθερωτή στρατηγό  Simon Bolivar.

Σε πολλά έθνη παρατηρείται το φαινόμενο κατά ιστορικές περιόδους να αλλάζουν εθνικές ονομασίες ή να συνυπάρχουν δύο ή και περισσότεροι  εθνικοί προσδιορισμοί π.χ. Βρεταννοί- Εγγλέζοι, Γάλλοι- Φράγκοι,  Γερμανοί- Αλαμανοί,  Ούγγροι- Μαγυάροι, Φινλανδοί- Σουόμι, Πέρσες- Ιρανοί, Οθωμανοί- Τούρκοι κ.ά.

Το ελληνικό έθνος, από τα αρχαιότερα και τα ιστορικότερα επί της γης, εμφανίζει πολλές παραλλαγές ως προς την εθνική του ονομασία, κατά περιόδους λιγότερο ή περισσότερο επικρατούσες, τις ακόλουθες Έλληνες, Ρωμιοί, Γραικοί. Ακόμη και σήμερα που το επίσημο εθνικό όνομα της κρατικής μας υποστάσεως είναι Ελλάς, Ελληνική Δημοκρατία, οι ξένοι εξακολουθούν να μας αποκαλούν Greece, Greeks (στα αγγλικά), Grece, Grecs (στα γαλλικά), Grecia, Greci (στα ιταλικά), Grecia, Griegos (στα ισπανικά),  Griechenland, Griechen (στα γερμανικά) Rum, Yunani οι Άραβες και οι Τούρκοι.

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να εντρυφήσουμε στις ιστορικές διαδρομές των εθνικών μας ονομασιών, που χάνονται στα βάθη της προϊστορίας και της ιστορίας, να επιχειρήσουμε μία ερμηνευτική τους προσέγγιση και να δούμε την πορεία τους μέσα στον χρόνο και τις ιστορικές περιπέτειες του ελληνισμού.

Θα διαιρέσουμε την προσπάθειά μας σε τέσσερεις χρονικές ιστορικές περιόδους για καθαρά λόγους μεθοδολογίας, αφού η πορεία του ελληνισμού είναι αδιαίρετη, αδιάσπαστη και διαχρονική, (α) την  αρχαία Ελλάδα, (β) την Ρωμαιοκρατία, (γ) την χριστιανική βυζαντινή περίοδο, (δ) Τουρκοκρατία και νεώτεροι χρόνοι.

(α) Αρχαία Ελλάς

Στον ελλαδικό χώρο κατοικούσαν διάφορα φύλα αυτόχθονα και συγγενικά μεταξύ τους. Για τους πρωτοέλληνες αυτούς, τους ονομαζομένους Πελασγούς, οι οποίοι στην περιοχή της Δωδώνης της Ηπείρου ονομάζονταν Σελλοί, και σύμφωνα με την μαρτυρία του Ομήρου, ήσαν ιερείς του μαντείου του Διός (Ιλιάς Π 233-235). Σύμφωνα τώρα με τον Αριστοτέλη ΄΄περί την Ελλάδαν την αρχαίαν. Αύτη δ’ έστιν η περί την Δωδώνην και τον Αχελώον…ώκουν γαρ οι Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δ’ Έλληνες΄΄ (Μετωρολογικά 1, 352 Α).

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Έλλην, ο γενάρχης των Ελλήνων, ήταν γιος του Δευκαλίωνος και της Πύρρας, την περίοδο του κατακλυσμού, όταν ο Δευκαλίων βασίλευε στην Θεσσαλία. Από τον Ησίοδο (8ος αι. π.Χ.) πληροφορούμαστε ότι ο Γραικός υπήρξε γιος του Διός και της Πανδώρας, κόρης του Δευκαλίωνος. Από το Πάριο Χρονικό (κείμενο επιγραφικό σε μάρμαρο που καταγράφει εν είδει χρονικού χρονολογικά και ιστορικά γεγονότα μέχρι το 253 π.Χ.) μαθαίνουμε ότι ΄΄Ελληνες ωνομάσθησαν, το πρότερον Γραικοί καλούμενοι΄΄.

Πάλι κατά την μυθολογία ο Έλλην είχε τρεις γιους, τον Αίολο, τον Δώρο, τον Ξούθο. Ο τελευταίος απέκτησε δύο γιους, τον Ίωνα και τον Αχαιό, γενάρχες των αντιστοίχων ελληνικών φύλων (Αιολέων, Δωριέων, Ιώνων, Αχαιών, Ηροδότου Ιστορίη Α ‘ 56).

Για τα βάθη της προϊστορίας και της απώτερης ιστορίας, οι μαρτυρίες που έχουμε, αν και προερχόμενες από μυθολογικές πηγές και από γραπτά κείμενα που απηχούν αυτές τις παραδόσεις, είναι πολύ σημαντικές. Δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε ή να τις απορρίψουμε αβασάνιστα ως μυθοπλασίες. Είναι άλλωστε γνωστό ότι μέσα στον μύθο περικλείονται ιστορικές μνήμες που χάνονται στα βάθη των αρχών της ιστορίας κάθε λαού και τόπου και διασώζουν πολύτιμες μαρτυρίες.

Από τα παραπάνω προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα, ότι οι ονομασίες Έλλην και Γραικός είναι αρχαιότατες, αποδίδονται σε πρόσωπα της ίδιας εποχής ( συνδέονται με τον Δευκαλίωνα και την μετά τον κατακλυσμόν περίοδο), εμφανίζονται να είναι της ίδιας περίπου περιόδου, και αποδίδονται σε πληθυσμιακές ομάδες, πελασγικά φύλα αυτόχθονα που έχουν αρχική τους κοιτίδα την περιοχή της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, και σταδιακά μεταναστεύουν στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που είναι γνωστός ως ελλαδικός ( Θεσσαλία, Μακεδονία, Στερεά, Πελοπόννησος, νησιά Αιγαίου, Μικρά Ασία). Οι μαρτυρίες αυτές που αποτελούν τις ιστορικές μνήμες της φυλετικής προελεύσεως των προγόνων μας, συνηγορούν ισχυρά υπέρ της αυτοχθονίας των Ελλήνων και καταρρίπτουν την επιστημονική, αν και αναπόδεικτη, θεωρία του 19ου αι. περί Ινδοευρωπαίων.

Αλλά και η ετυμολογική ερμηνεία των ονομάτων συνηγορεί υπέρ της αυτοχθονίας και της αρχαιότητας του ελληνικού έθνους. Η λέξη Σελλοί προέρχεται από την ρίζα σελ- σολ- που σημαίνει φωτεινός, πρβλ. σελήνη, σέλας= το φωτεινό βόρειο άστρο, sol(= ήλιος) στα λατινικά, εξ ού και τα σύγχρονα ιταλικό sole  και γαλλικό soleil για τον ήλιο. Το αρχικό σίγμα μετατρέπεται σε δασεία και έτσι έχουμε την λέξη Σελλάς- ‘Ελλάς (=χώρα του φωτός), πρβλ. σέλιος- ήλιος.

Παράλληλα με την ονομασία Έλλην συνυπήρχε και το Γραικός, από την ρίζα γραι- που σημαίνει τον γηραιό, τον παλιό, τον αρχαίο. Αμφότερες οι ονομασίες θα λέγαμε πως είναι πολύ ταιριαστές, κατάλληλες και αρκετά χαρακτηριστικές για το ελληνικό έθνος και τον ελλαδικό χώρο.

Οι Έλληνες είναι από τους αρχαιότερους και γηραιότερους λαούς του κόσμου με πολυχιλιετή ιστορία. Και όσο για την χώρα μας, τι καταλληλότερο όνομα από το Ελλάς, την χώρα του φωτός;

Αφήνοντας τους μυθικούς χρόνους και ερχόμενοι στο πιο στέρεο έδαφος των ιστορικών χρόνων, βλέπουμε πως ενώ η ονομασία Ελλάς αρχικά προσδιόριζε μία στενά περιορισμένη γεωγραφική περιοχή, και συγκεκριμένα, σύμφωνα με την μαρτυρία του Ομήρου το βασίλειο της Φθίας, στην περιοχή της Θεσσαλίας, πατρίδα του Αχιλλέως, που οι κάτοικοί της ονομάζονται Μυρμιδόνες και Έλληνες και Αχαιοί ( Ομήρου Ιλιάς Β’ 681-685, Ι’ 395, Π 595), σταδιακά η ονομασία Έλλην επικρατεί έναντι των υπολοίπων που υποχωρούν (π.χ. Γραικός) ή των ονομάτων που χαρακτηρίζουν τα επί μέρους ελληνικά φύλα ( Αχαιοί, Δωριείς, Ίωνες, Αιολοί), και φθάνει να προσδιορίζει το σύνολο των πληθυσμών του ελλαδικού χώρου.

Ήδη ο Ησίοδος, που γράφει τον 8ο αι. π.Χ. χρησιμοποιεί τον όρο Πανέλληνες (Έργα και Ημέραι, 528), που θα τον επαναλάβει τον 4ο αι. ο Ισοκράτης σε λόγους του που εγράφησαν με σκοπό να προωθήσει την εθνική και πολιτική ενοποίηση των ελληνίδων πόλεων κρατών υπό τον Φίλιππο Β’ της Μακεδονίας εναντίον των Περσών. Ήδη από την εποχή των Μηδικών πολέμων είχε επικρατήσει αδιαμφισβήτητα ο όρος Έλλην ως όνομα εθνικό. Έτσι η συμμαχία των ελληνικών πόλεων υπό τον Παυσανία μετά την νίκη στην μάχη των Πλαταιών (479 π.χ.) αφιέρωσε στους Δελφούς τρίποδα με το εξής επίγραμμα ΄΄Ελλήνων αρχηγός επεί στρατόν ώλεσεν Μήδων, Παυσανίας Φοίβω μνημ’ ανέθηκε τόδε΄΄ (Θουκυδίδου Ιστορία Α’ 132). Ένδεκα χρόνια πριν, οι Αθηναίοι εκαυχώντο για την νίκη τους στον Μαραθώνα (490 π.Χ.) σύμφωνα με το επίγραμμα του Σιμωνίδη ΄΄Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν΄΄.

Ο ελληνισμός εξαπλώθηκε πέρα από τα στενά ελλαδικά όρια με τις αποικίες που ιδρύθηκαν κατά τα μεγάλα κύματα αποικισμού (11ος αι. Αχαιοί σε Μικρά Ασία και ανατολική Μεσόγειο, 7ος και 6ος αι. Ίωνες και Δωριείς σε Εύξεινο Πόντο, Θράκη, Δυτική Μεσόγειο). Ήταν σε τέτοια έκταση ο αποικισμός ώστε να δημιουργηθούν νέα κέντρα ελληνισμού, πολλές φορές ισχυρότερα και πλουσιότερα από την μητέρα Ελλάδα, όπως στην Σικελία που επονομάσθηκε Μεγάλη Ελλάδα, Magna Grecia).

Αργότερα με τις κατακτήσεις του Μεγ. Αλεξάνδρου ο ελληνισμός εξαπλώθηκε τόσο πολύ, φθάνοντας μέχρι τα βάθη της Ασίας και την Ινδία. Είναι η ελληνιστική περίοδος των επιγόνων και διαδόχων του Μεγ. Αλεξάνδρου που κατέστησαν τον ελληνικό πολιτισμό οικουμενικό κτήμα όλης της ανθρωπότητος, για να γράψει αργότερα ο μεγάλος Αλεξανδρινός ποιητής Κων. Καβάφης ΄΄την γλώσσαν μου έδωσαν ελληνική΄΄και την έφεραν μέχρι τον Πόντο, την Σκυθία, την Ινδία, με αποτέλεσμα να καταστεί το όνομα Έλλην δηλωτικό όχι μόνον της εθνοφυλετικής καταγωγής, αλλά ποιοτικό στοιχείο της συμμετοχής στον ελληνικό πολιτισμό ΄΄οι της ημετέρας παιδείας μετέχοντες΄΄.

Πάνω σε αυτόν τον παγκοσμιοποιημένο οικουμενικό ελληνιστικό κόσμον θα ανθήσει αργότερα το οικουμενικό μήνυμα του χριστιανικού ευαγγελίου.

(β) Ρωμαιοκρατία.

Αντίθετα με την επικράτηση του όρου Έλλην, στην Ρώμη και γενικότερα στην Ιταλία και την Δύση εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται το όνομα Γραικός. Στην Ιταλία είχε ιδρυθεί από πολύ παλιά ελληνική αποικία από τους Γραιείς (=Γραικούς) η πόλις Γραία και εξ αιτίας αυτής της αποικίας οι Ρωμαίοι είχαν την αρχική τους επαφή με τους Έλληνες, τους γνώριζαν και είχαν επικοινωνία με αυτούς τους Έλληνες αποίκους που ονομάζονταν Γραιείς ή Γραικοί. Έτσι επεκράτησε η ονομασία αυτή, Graecia, Graeci, και έως σήμερα οι Δυτικοευρωπαίοι εξακολουθούν να μας αποκαλούν Γραικούς.

Με την ανάμειξη των Ρωμαίων στα ελληνικά ζητήματα και την ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ., με την έντονη πολιτιστική επιρροή των Ελλήνων στους Ρωμαίους, οι πολιτισμένοι Έλληνες κατέκτησαν τους αγροίκους Λατίνους. Οι εκλεπτυσμένοι τρόποι των Ελλήνων αλλά και η εκ μέρους πολλών εξ αυτών εκδηλώσεων υποτελείας και κολακείας προς τον Ρωμαίο κατακτητή, οδήγησαν στην εμφάνιση ενός νέου όρου με υποτιμητική έννοια, του Γραικύλου (Graeculus), που τον χρησιμοποίησε ο Κικέρων, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δίων ο Κάσσιος (48, 18, 1). Ακόμη και σήμερα η λέξη Γραικύλος εξακολουθεί να έχει την ίδια υποτιμητική έννοια.

Η ρωμαϊκή εξουσία προώθησε στοιχεία ενοποίησης των λαών και σταθερότητας της αυτοκρατορίας μέσω της λατρείας του αυτοκράτορος, της αφοσιώσεως στην Ρώμη και τον αυτοκράτορα, της διαδόσεως της λατινικής γλώσσας και πολιτισμού, όπως και της καλλιέργειας του αισθήματος των διαφορετικών λαών ότι συνανήκουν στην ίδια κρατική οντότητα.

Σταδιακά οι Ρωμαίοι επεξέτειναν την ιδιότητα του Ρωμαίου πολίτη χορηγώντας την σε ολοένα περισσοτέρους, σε αναγνώριση προσφοράς υπηρεσιών προς την Ρώμη, με τα αντίστοιχα δικαιώματα και προνόμια που συνεπαγόταν αυτή. Έτσι λ.χ. ο Απόστολος Παύλος επικαλείται την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη για να τύχη της προστασίας των αρχών (Πράξεις των Αποστόλων 22, 26-29 και 15, 8-12). Το 212 μ.Χ. με το αυτοκρατορικό διάταγμα (edictum) του Καρακάλλα, η ρωμαϊκή υπηκοότητα απονεμόταν σε όλους τους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Όλοι πλέον δικαιούνται να ονομάζονται Ρωμαίοι. Επομένως και οι Έλληνες λαμβάνουν το επίσημο κρατικό όνομα του Ρωμαίου πολίτη.

(γ) Χριστιανικοί και βυζαντινοί χρόνοι.

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού, για την Εκκλησία η χριστιανική ιδιότητα υπερτερεί υπερβαίνουσα τις επί μέρους εθνικές καταγωγές. ΄΄ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην εν Χριστώ Ιησού΄΄, γράφει ο Απόστολος Παύλος (Γαλάτας 3, 28). Στην Καινή Διαθήκη, όπου χρησιμοποιείται ο όρος Έλλην, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην τον έχοντα ελληνική καταγωγή. Ο όρος Έλλην δεν έχει τόσο την έννοια της εθνικής καταγωγής όσο της θρησκευτικής ή πολιτιστικής ταυτότητας. Έτσι γίνεται λόγος για ΄΄την διασπορά των Ελλήνων΄΄, δηλ. των  ελληνιζόντων Εβραίων που είχαν υιοθετήσει τον ελληνικό πολιτισμό (Ιωάννης 7, 35), ενώ αλλού ως Έλληνες ή ελληνιστές αποκαλούνται οι εκ των εθνικών ειδωλολατρών προερχόμενοι προσήλυτοι. ΄΄Ησαν δε Έλληνες τινές εκ των αναβαινόντων ίνα προσκυνήσωσιν εν τη εορτή…ο δε Ιησούς αποκρίνεται αυτοίς λέγων, ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο υιός του ανθρώπου΄΄ (Ιωάννης 12, 20-23). Η έννοια του χωρίου είναι ότι ο χριστιανισμός ανοιγόμενος στον ελληνικό κόσμο μέσω ελληνιζόντων προσηλύτων θα γνώριζε οικουμενική εξάπλωση. Και αυτό θα γινόταν αφού ΄΄δοξασθή ο υιός του ανθρώπου΄΄, μετά δηλ. την Σταύρωση και την ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου.

Στην πρώτη Εκκλησία υπήρχε ΄΄γογγυσμός Ελληνιστών προς Ιουδαίους΄΄ (Πράξεις 6, 1) που οδήγησε στην εκλογή των επτά διακόνων για να εξομαλυνθούν οι προστριβές ελληνιζόντων και ιουδαίων χριστιανών.

Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η Εκκλησία κινείται στα γεωγραφικά πλαίσια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και πάνω στο κυρίαρχο θρησκευτικό, φιλοσοφικό, πολιτιστικό υπόβαθρο, που συνθέτει τον ελληνιστικό κόσμο της Ανατολής. Όταν ο Παύλος ανοίγει το κήρυγμά του στους Έλληνες (Πράξεις 11, 20) και αναφέρει ότι ο εσταυρωμένος Χριστός είναι μωρία για τους Έλληνες, σκάνδαλο για τους Ιουδαίους ( Α’ Κορινθίους 1,23), δεν αναφέρεται κατ’ ανάγκην σε Έλληνες εξ απόψεως εθνοφυλετικής καταγωγής, αλλά κυρίως σε όσους έχουν ελληνική παιδεία, τρόπο σκέψης, ελληνική ειδωλολατρική θρησκεία. Με το ίδιο πνεύμα θα γράψει ο Μέγας Αθανάσιος λόγους ΄΄Κατά Ελλήνων΄΄και ΄΄Κατά Εβραίων΄΄ στρεφόμενος κατά της εθνικής ειδωλολατρείας και της εβραϊκής θρησκείας και όχι κατά των συγκεκριμένων εθνοτήτων.

Έτσι, σιγά σιγά το όνομα Έλλην υποχωρεί ταυτιζόμενο με την ειδωλολατρεία και χρησιμοποιείται με τρόπο απαξιωτικό. Αντιθέτως, εκείνο που κυριαρχεί ως επίσημο εθνικό και κρατικό όνομα είναι αυτό του Ρωμαίου. Οι χριστιανικοί πληθυσμοί της αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονται ως Ρωμαίοι, δηλ. υπήκοοι του αυτοκράτορος, πολίτες της χριστιανικής αυτοκρατορίας και χριστιανοί στην πίστη.

Η μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από την παλαιά Ρώμη στην Νέα Ρώμη, την Κων/πολη (330 μ.Χ.) σήμαινε και μεταφορά των κέντρων εξουσίας στην Ανατολή. Αργότερα η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία διαιρέθηκε από τον Θεοδόσιο Α’ (379-395) σε δύο τμήματα, το δυτικό και το ανατολικό, και δόθηκαν αντιστοίχως στους δύο γιους του, Αρκάδιο και Ονώριο. Όταν η δυτική ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατέρρευσε από τι επιδρομές των βαρβάρων το 476 μ.Χ. , το ανατολικό κράτος ταυτίσθηκε εξ ολοκλήρου με την ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ο αυτοκράτωρ που είχε την έδρα του στην Κων/πολη, εξ αρχής ήδη από τον Μέγα Κων/νο, είχε τον τίτλο ΄΄βασιλεύς και αυτοκράτωρ των Ρωμαίων΄΄.

Ο επισκοπικός θρόνος της Κων/πόλεως, που από την Β’ Οικουμενική Σύνοδο ανεβιβάσθη σε Πατριαρχείο και ο Πατριάρχης πήρε τον τίτλο ΄΄Αρχιεπίσκοπος Κων/πόλεως και Νέας Ρώμης΄΄. Ο επίσκοπος της παλαιάς Ρώμης έχων ως έδρα του την παλαιά πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και τόπο μαρτυρίου των αποστόλων Πέτρου και Παύλου, διατήρησε απλώς τα πρεσβεία τιμής, ως πρώτος μεταξύ ίσων ( primus inter pares) στο εκκλησιαστικό σύστημα της Πενταρχίας των Πατριαρχείων.

Με την κατάλυση του δυτικού ρωμαϊκού κράτους, τα γεωγραφικά όρια του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους ταυτίσθηκαν με την Ρωμαϊκή Οικουμένη, δηλ. το πολιτισμένο τμήμα του κόσμου που το κατοικούσαν άνθρωποι με επίγνωση της ταυτότητάς τους ως Ρωμαίοι υπήκοοι του αυτοκράτορος των Ρωμαίων, χριστιανοί που διατήρησαν την πίστη τους ανόθευτη από τις αιρέσεις πάνω στην ορθή διδασκαλία των Πατέρων, δηλ. Ορθόδοξοι, και πολιτισμικά απόγονοι και συνεχιστές της αρχαίας ελληνικής σκέψης και επιστήμης. Ο Πατριάρχης Κων/πόλεως, ως εδρεύων στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, την βασιλίδα πόλη των πόλεων, το κέντρο της Οικουμένης, πήρε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχου, επί πατριαρχείας Ιωάννου Δ’ του Νηστευτού ( 585- 595 μ.Χ.), προκαλώντας την αντίδραση του επισκόπου Ρώμης.

Έξω από τα όρια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, της Ρωμαϊκής δηλ. χριστιανικής Οικουμένης, κατοικούσαν λαοί βάρβαροι, απολίτιστοι, ειδωλολάτρες. Η αίσθηση της διαφοροποίησης αυτής ήταν έντονη για τους υπηκόους του αυτοκράτορος, που αυτοπροσδιορίζονται εθνικά ως Ρωμαίοι, και θρησκευτικά ως χριστιανοί ορθόδοξοι.

Το όραμα να αποκατασταθεί η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα αρχικά της όρια και να συμπεριλάβει εκ νέου στους κόλπους της το πρώην δυτικό τμήμα, το βαρβαροκρατούμενο, δεν είχε λησμονηθεί. Αυτό φαίνεται και από τις πολεμικές επιχειρήσεις που ανέλαβε ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός Α’ (527- 565) στην Βόρειο Αφρική, την Ιταλία και την Ισπανία. Η αποτυχία της φιλόδοξης αυτής προσπάθειας, που εξασθένησε οικονομικά και στρατιωτικά την αυτοκρατορία, οδήγησε στην εγκατάλειψη παρόμοιων προσπαθειών στο μέλλον.

Στο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας που συνέχιζε να υπάρχει, το ελληνικό και ελληνόφωνο στοιχείο αποτελούσε την πλειοψηφία και σιγά σιγά η χρήση της λατινικής γλώσσας υποχωρεί προς όφελος της ελληνικής. Η διοίκηση, η νομοθεσία εξελληνίζονται (πρβλ. Νόμοι, Νεαρές του Ιουστινιανού Α’), η ελληνική σκέψη και φιλοσοφία διδάσκονται και οι αρχαίοι συγγραφείς μελετώνται, και μόνον λίγες λέξεις, τίτλοι σε στρατιωτικούς και πολιτικούς αξιωματούχους, θυμίζουν την λατινική. Ωστόσο, ο όρος Έλλην δεν χρησιμοποιείται, εξακολουθεί να έχει μειωτική αξία και να ταυτίζεται με την ειδωλολατρεία. Σε χρήση όμως είναι η λέξη Ελλαδικός, ως γεωγραφικός προσδιορισμός των κατοίκων της κυρίως νοτίου Ελλάδος. Ο όρος απαντά στον χρονογράφο Θεοφάνη (9ος αι).

Οι αυτοκράτορες της Κων/πόλεως διατηρούσαν με υπερηφάνεια τον τίτλο του Ρωμαίου αυτοκράτορος στα επίσημα έγγραφα, τα χρυσόβουλα, τις αυτοκρατορικές αναφορές, τα νομίσματα, τις επιγραφές, και θεωρούσαν εαυτούς ως τους μοναδικούς συνεχιστές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας με το αποκλειστικό δικαίωμα και προνόμιο να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι (μία απολύτως ιστορικά κατοχυρωμένη αντίληψη), και κάθε προσπάθεια άλλων να εμφανισθούν ως Ρωμαίοι εθεωρείτο προσβολή και σφετερισμός του ονόματος που εστρέφετο ευθέως κατά του αυτοκράτορος.

Υπήρξαν προσπάθειες κυρίως Δυτικών για λόγους πολιτικού γοήτρου της εξουσίας τους να εμφανισθούν ως συνεχιστές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η αίγλη της αρχαίας Ρώμης ως προτύπου κρατικής οργάνωσης εξακολουθούσε να είναι ζωντανή στην Δύση. Και οι Πάπες της Ρώμης, θέλοντας να κινηθούν ανεξάρτητα από τον αυτοκράτορα της Κων/πόλεως και από προσωπικές φιλοδοξίες για ανύψωση του γοήτρου του παπικού θρόνου, ενίσχυαν τέτοιες τάσεις σφετερισμού του τίτλου του Ρωμαίου αυτοκράτορος. Έτσι, ο Πάπας Λέων Γ’ το 800 μ.Χ. στέφει στην Ρώμη τον Καρλομάγνο (768-814) αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προκαλώντας την αντίδραση των ανατολικών. Τελικά, επήλθε συμβιβασμός διπλωματικός και αναγνωρίσθηκε ο τίτλος του Καρλομάγνου με την συνθήκη του Ακυισγκράνου (812), και αποκαταστάθηκαν ειρηνικές σχέσεις. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία που ίδρυσε ο Καρλομάγνος διαλύθηκε το 924. Η ιδέα όμως δεν εγκαταλείφθηκε. Το 962 ο Πάπας Ιωάννης ΙΒ’ στέφει στην Ρώμη τον Γερμανό βασιλέα Όθωνα Α’ αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, κάτι που ο ανατολικός Ρωμαίος αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς θεώρησε προσβλητική κίνηση σφετερισμού και δεν την αναγνώρισε.

Στην Δύση, ενώ έως τότε η ονομασία των ανατολικών ως ρωμαίων ήταν αποδεκτή, με τις κινήσεις αυτές του 9ου και 10ου αι., όπου γίνεται προσπάθεια να εμφανισθούν οι Δυτικοί ως γνήσιοι συνεχιστές της Ρωμαϊκότητας, και ιδίως οι Πάπες ως γνήσιοι εκφραστές της Λατινικής Ρωμαϊκότητας (Latinitas Romanitas) , για να στηρίξουν πάνω της τις κοσμικές και πολιτικές φιλοδοξίες των Παπών, επαναφέρεται στην Δύση εν χρήσει ο όρος Graeci. Οι δυτικοί αποκαλούν στα έγγραφα τους ανατολικούς ως  Graeci και όχι Ρωμαίοι, και τον αυτοκράτορα ως Imperator Graecorum και όχι Imperator Romanorum (Στεφανίδου, Εκκλησιαστική Ιστορία, σελ. 323). Παράλληλα, από δυτικούς θεολόγους το όνομα Graeci ταυτίζεται εννοιολογικά με τους αιρετικούς. Γράφονται θεολογικές πραγματείες ΄΄κατά αιρετικών Γραικών΄΄ (βλ. Θωμά Ακινάτη Contra errores Graecorum).

Όμως, στην Ανατολή η συνείδηση της Ρωμαϊκότητας συνεχίζει να είναι ισχυρή και κυρίαρχη. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης, μητροπολίτης Αθηνών,( Ο Μιχαήλ Χωνιάτης ή Ακομινάτος γεννήθηκε περίπου το 1138 στις Χώνες της Φρυγίας. Νεαρός ακόμα πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου μορφώθηκε στην κλασική παιδεία Το 1175 χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και το 1182 έγινε μητροπολίτης Αθηνών)  αναφέρει για την Φραγκοκρατία του 1204, σχολιάζοντας τις καταστροφές της φραγκικής κατάκτησης, και ειδικώς της Θεσσαλονίκης (1185), γράφει: ΄΄Οία πόλις εάλω, πρώτη μετά την πρώτη και τοις αγαθοίς πασών Βασιλεύουσαν! Οίαν Ρωμαίων συμφοράν είδεν ο ήλιος!΄΄ (Σωζόμενα).

Καθ’ όλη την υπερχιλιετή ιστορία της αυτοκρατορίας ο θαυμασμός για το κλασσικό ελληνικό παρελθόν και η μελέτη των Ελλήνων συγγραφέων ποτέ δεν σταμάτησε. Οι ανώτερες τάξεις είχαν σε μεγάλη εκτίμηση ποιητές όπως ο Όμηρος, η φιλοσοφία του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους εξακολουθούσε να ασκεί γοητεία στους διανοουμένους και τους φιλοσόφους, οι ιστορικοί μιμούνταν το ύφος του Θουκυδίδου, άνδρες λόγιοι και μορφωμένοι της Εκκλησίας, όπως ο Πατριάρχης Μέγας Φώτιος, συλλέκτης  κειμένων αρχαίων συγγραφέων στην ΄΄Μυριόβιβλό΄΄ του, ο επίσκοπος Αρέθας, φιλόλογος και κριτικός εκδότης αρχαίων συγγραφέων, ο αρχιεπίσκοπος Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, σχολιαστής και ερμηνευτής του Ομήρου, αποδεικνύουν την γοητεία και την ισχύ του ελληνικού πνεύματος. Κανείς ωστόσο δεν διανοήθηκε να ονομασθεί Έλλην. Το Έλλην σήμαινε ασέβεια και υποψία ειδωλολατρείας. Έτσι, ο φιλόσοφος Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι) κατηγορήθηκε ΄΄επί ελληνισμώ΄΄, δηλ. αθεϊα και νεοπλατωνισμό. Το Ρωμαίοι είναι το κυρίαρχο εθνικό όνομα, και η αυτοκρατορία επισήμως ονομάζεται Ρωμανία.

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς (14ος αι) γράφει ΄΄Ρωμαϊκή Ιστορία΄΄ που καλύπτει τα γεγονότα μεταξύ 1204- 1359. Ακόμη δηλ. και στους ύστερους χρόνους της αυτοκρατορίας το επίσημο όνομα είναι Ρωμαίοι, και εξακολουθούν να υπάρχουν απόπειρες σφετερισμού του ονόματος, π.χ. ο Βούλγαρος Συμεών αυτοαναγορεύεται ΄΄αυτοκράτωρ Βουλγάρων και Ρωμαίων΄΄ (αρχές 10ου αι), ο Σέρβος Στέφανος Ντουσάν (1331-1355) αυτοαναγορεύεται ΄΄Αυτοκράτωρ Σερβίας και Ρωμανίας΄΄, και ιδρύει ελληνοσερβικό βασίλειο.

Καθώς η αυτοκρατορία περνάει τις τελευταίες δύσκολες στιγμές της, οι άνθρωποι που αγωνιούν για το μέλλον της και αντιλαμβάνονται την κρισιμότητα των περιστάσεων, στρέφονται στο ένδοξο παρελθόν αναζητώντας εκεί τις λύσεις για τα ιστορικά αδιέξοδα του παρόντος, ψάχνοντας τις δυνάμεις που θα αναζωογονούσαν την παραπαίουσα αυτοκρατορία. Ουμανιστές και αρχαιολάτρες της ύστερης Παλαιολόγειας αναγέννησης, λίγα χρόνια πριν την Άλωση του 1453, οραματίζονται αναβίωση του αρχαίου ελληνικού πνεύματος είτε στην κρατική οργάνωση του Δεσποτάτου του Μυστρά, με βάση την ΄΄Πολιτεία΄΄ και τους ΄΄Νόμους΄΄ του Πλάτωνος, όπως ο Βησσαρίων, μητροπολίτης Νικαίας και μετέπειτα καρδινάλιος, είτε με την επιστροφή στην αρχαία θρησκεία του Δωδεκαθέου, όπως ο φιλόσοφος Γεώργιος Πλήθων Γεμιστός.

Αυτοί επανέφεραν στο προσκήνιο το όνομα Έλλην υπερηφανευόμενοι για την καταγωγή τους και αυτοπροσδιορίοζονται ως Έλληνες. Έτσι, ο   Πλήθων Γεμιστός στον ΄΄Συμβουλευτικό περί της Πελοποννήσου΄΄, υπόμνημα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγο (1391-1425), γράφει: ΄΄εσμέν γαρ ουν ων ηγείσθε τέ και βασιλεύετε Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί΄΄ ( βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, τομ. Θ’, σελ. 287). Ο Βησσαρίων σε υπόμνημά του προς τον Κων/νο ΙΑ’ Παλαιολόγο, γράφει για ΄΄Ελληνες, το ημέτερον ήκμασε γένος και ων πάσα επιστήμη και γνώσις και τέχνη εβλάστησέ τε και ήνθησεν΄΄ (το αναφέρει ο Σπ. Λάμπρος, Νέος Ελληνομνήμων, τομ. Γ’, Αθήνα, 1906). Όπως το γένος των Ελλήνων στο παρελθόν, έτσι και τώρα μπορεί να ακμάσει και πάλι στις επιστήμες και την γνώση, ισχυρίζεται ο Βησσαρίων.

Λίγο πριν την Άλωση, οι όροι Έλλην και Ρωμαίος συνυπάρχουν. Για παράδειγμα, ο ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (1430-1490) προτιμά το Έλληνες στην εξιστόρησή του, ενώ ο ιστορικός της Αλώσεως Δούκας αναφέρει τους υπερασπιστές της Πόλεως ως Ρωμαίους, ενώ ο Γεννάδιος Σχολάριος απορρίπτει τον προσδιορισμό Έλλην του Πλήθωνος (όπου Έλλην= ειδωλολάτρης, εθνικός για τον Γεννάδιο), και υπερθεματίζει του ονόματος Ρωμαίος και Χριστιανός. Μάλιστα μυκτηρίζει τους συμπατριώτες του Ρωμαίους που εμπιστεύθηκαν στην Δύση την σωτηρία τους ξεπουλώντας την ορθοδοξία τους.

Η Άλωση της Πόλεως σφραγίζεται με τον δημώδη θρήνο που χρησιμοποιεί τον όρο Ρωμανία. ΄΄Η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία πάρθεν! Η Ρωμανία κι αν επέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο΄΄.

 

(δ) Οθωμανοκρατία και Νεώτεροι Χρόνοι. 

Μετά την Άλωση (1453), κατελύθη η αυτοκρατορία αλλά τα ονόματα Ρωμαίος, Ρωμανία εξακολουθούν να επιβιώνουν και στον υπόδουλο ελληνισμό, αν και μεταλλαγμένα. Οι Οθωμανοί ονόμασαν το σύνολο των ευρωπαϊκών τους κτήσεων Ρούμελη (=χώρα των Ρωμαίων), και το σύνολο των χριστιανών υπηκόων τους Ρουμ (=Ρωμαίοι). Επικεφαλής του Ρουμ-μιλέτ (=του έθνους των Ρωμαίων) ήταν ο Πατριάρχης. Το κάστρο που έχτισαν στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου το ονόμασαν Ρούμελη Χισάρ. Με τον γενικό όρο Ρουμ οι Οθωμανοί συμπεριλάμβαναν το σύνολο των χριστιανών ορθοδόξων υπηκόων. Στην λαϊκή γλώσσα το Ρουμ έγινε Ρωμιός (=Ρωμαίος) ως δηλωτικό ταυτόσημο της εθνικής και θρησκευτικής ταυτότητας των Ελλήνων. Αργότερα, στην οθωμανική διοίκηση ο όρος Ρούμελη περιορίσθηκε γεωγραφικά δηλώνοντας την Στερεά Ελλάδα.

Αλλά και στις βενετοκρατούμενες περιοχές επεβίωνε ο όρος Ρωμανία. Για παράδειγμα, οι Βενετσιάνοι ονόμαζαν Napoli di Romania (= Νεάπολη της Ρωμανίας) το Ναύπλιο.

Και οι υπόδουλοι Έλληνες έκαναν χρήση του ονόματος Ρωμαίοι, Ρωμιοί που τους συνέδεε με την θύμηση της ένδοξης αυτοκρατορίας. Συγγραφείς και λόγιοι, εκκλησιαστικοί και λαϊκοί (17ος, 18ος αι) ομιλούν για το γένος των Ρωμαίων ( Ηλίας Μηνιάτης, 1669-1714, Ευγένιος Βούλγαρις, 1716-1806, Δανιήλ Φιλιππίδης , Ρήγας Βελεστινλής, 1757-1798, στον ΄΄Θούριο΄΄, Ιωάννης Βηλαράς, 1771-1823, όπου με το έργο του ΄΄Η ρομέηκη γλόσα΄΄ εισηγείται κατάργηση της ορθογραφίας και καθιέρωση φωνητικής γραφής, πρόδρομος των ακραίων δημοτικιστών και ψυχαριστών).

Άλλοι λόγιοι, εξ επιδράσεων δυτικοευρωπαϊκών χωρών που ζούσαν, προτιμούν τον όρο Γραικός που χρησιμοποιούσαν οι Ευρωπαίοι ( Greci, Greeks, Grecs). Αυτή ήταν η γραμμή του Αδαμαντίου Κοραή (1748-1833). Υπό την επίδραση των ρευμάτων του Διαφωτισμού, του ρομαντισμού και του κλασσικισμού που κυριαρχούσαν στην Ευρώπη τέλη 18ου και αρχές 19ου αι., οι Έλληνες ανακαλύπτουν εκ νέου την ένδοξη αρχαία κληρονομιά τους, δίνουν αρχαιοελληνικά ονόματα στα παιδιά τους, επανασυγκροτούν την ελληνική τους ταυτότητα.

Με την Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του ανεξαρτήτου ελληνικού κράτους, ως επίσημο εθνικό όνομα επελέγη το Έλλην. Τα επαναστατικά συντάγματα μιλούσαν για το ΄΄Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος΄΄, το ανεξάρτητο κράτος αναγνωρίσθηκε ως ΄΄Βασίλειον της Ελλάδος΄΄, ενώ οι ονομασίες Γραικός και Ρωμιός περιορίσθηκαν στην λαϊκή χρήση χωρίς να εξαλειφθούν εντελώς μέχρι και σήμερα. Έτσι, στο δημοτικό τραγούδι του Αθαν. Διάκου λέει ΄΄εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω΄΄. Ο Μακρυγιάνης γράφει για το Ρωμέικο, ο Γ. Σουρής εξέδιδε το  σατιρικό έντυπο ΄΄Ο Ρωμηός΄΄, ο ποιητής Γ. Ρίτσος έγραψε την Ρωμιοσύνη που μελοποίησε ο Μ. Θεοδωράκης, υπάρχει το Ρουμελιώτης ως επίθετο και ως όνομα καταγωγής (Στερεά Ελλάδα, Ρούμελη), ενώ ακόμη και ο λαός μας μέχρι σήμερα έχει την φράση ΄΄καταλαβαίνεις ρωμέικα;΄΄.

Οι Τούρκοι σήμερα αποκαλούν τους Έλληνες χριστιανούς της Κων/πόλεως Ρουμ, Ρωμιούς, για να τους διακρίνουν από τους Έλληνες, τους Ελλαδίτες που τους αποκαλούν  Yunani (=Ίωνες)και το ελληνικό κράτος Yunanistan (=Ιωνία).

Και θα κλείσουμε την ιστορική μας διαδρομή με ορισμένα  παράδοξα της ιστορίας. Ενώ οι πρόγονοί μας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι και η αυτοκρατορία τους Ρωμαϊκή, Ρωμανία, έχει επικρατήσει διεθνώς ο όρος Βυζάντιο, Βυζαντινή αυτοκρατορία, κατά τρόπον αυθαίρετον και αντιεπιστημονικόν. Βυζαντινοί ήσαν οι κάτοικοι της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου, ενώ οι κάτοικοι της Κων/πόλεως και οι υπήκοοι του αυτοκράτορος ουδέποτε αυτοχαρακτηρίστηκαν ως ΄΄βυζαντινοί΄΄. Αν και γνωστοί ιστορικοί όπως ο  Edward Gibbon (1737-1794) στο έργο του ΄΄ Decline and Fall of the Roman Empire΄΄ (Παρακμή και Πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) καλύπτει τα γεγονότα ως το 1453, και ο J.B.Bury (1861-1927), καθηγητής του  Cambridge, γράφει ΄΄Ιστορία της Νεώτερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ΄΄ και καλύπτει τα γεγονότα ως το 800 μ.Χ., παρ’ όλο λοιπόν που μεγάλα ονόματα στην ιστοριογραφία συνέλαβαν τον ενιαίο χαρακτήρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ( Δυτικής και Ανατολικής), έχει δυστυχώς επικρατήσει ο όρος ΄΄Βυζάντιο΄΄ που τον πρωτοχρησιμοποίησε ο Γερμανός Ιερώνυμος Βολφ (1562), φιλόγος και κριτικός εκδότης ελληνικών χειρογράφων.

Στους νεώτερους χρόνους έχουμε και το εξής παράδοξο της γλωσσοπλασίας όρων για να χαρακτηρίσουν κρατικές οντότητες, όπως η Ανατολική Ρωμυλία ( 1880-1885) για την αυτόνομη περιοχή της Βορείου Θράκης με πρωτεύουσα την Φιλιππούπολη, που ιδρύθηκε με την συνθήκη του Βερολίνου (1880), και τελικώς προσαρτήθηκε παρανόμως στην Βουλγαρία, και την Ρουμανία ( Romania, Ρωμανία), για την ονομασία του νέου κράτους που προέκυψε μετά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1854-1857) από την ενοποίηση των παραδουνάβιων ηγεμονιών Μολδαβίας και Βλαχίας, κατόπιν προτάσεως του Γάλλου αυτοκράτορος Ναπολέοντος Γ’ ( Οι Ρουμάνοι αποτελούν ως έθνος απογόνους των Ρωμαίων που αναμείχθηκαν με τους Γετοδάκες αυτόχθονες και μιλούν μία νεολατινική γλώσσα, και με το όνομα Ρουμανία ήθελαν να δηλώσουν την λατινορωμαϊκή τους καταγωγή). Και για να μην ξεχάσουμε το σχέδιο για την πόλη που ιδρύθηκε στην Θράκη την δεκαετία του 1990 για να φιλοξενήσει τους παλλινοστούντες Ποντίους της Σοβετικής Ενώσεως, με το όνομα Ρωμανία.

Στο σημείο αυτό ολοκληρώνουμε την ιστορική μας περιδιάβαση στην πολυχιλιετή πορεία του ελληνισμού και τις κατά καιρούς εθνικές ονομασίες που περιεβλήθη, καταθέτουμε ταπεινά τις επιστημονικές μας θέσεις ως προσφορά εθνικής αυτογνωσίας και αφορμή περαιτέρω προβληματισμού και ενασχολήσεως με την εθνική ιστορία.

ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ

Αρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος

ιστορικός, Δρ.Θεολογίας, Υποψ. Δρ. Αρχαίας Ιστορίας


ΚΑΛΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΠΑΡΑΘΕΣΟΥΜΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΛΛΟ ΠΟΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑ  ΕΧΩΝΤΑΣ ΕΤΣΙ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΣ ΑΠΟΨΗΣ 

ΠΡΩΤΑ ΕΝΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ 

Mε την επικράτηση στη Σπάρτη του μεταρρυθμιστή Kλεομένη, αναζωπυρώθηκε το παλαιό μίσος των Δωριέων Λακεδαιμονίων κατά των Aχαιών, που διογκώθηκε λόγω της θεαματικής εξάπλωσης της «B΄ Aχαϊκής Συμπολιτείας». Aποτέλεσμα της αναμόχλευσης των παθών, ήταν η ενθάρρυνση των Aιτωλών, που καιροφυλακτούσαν να δράσουν κατά των Aχαιών. ΄Eτσι, επήλθε η πρώτη ρήξη με την «Aιτωλική Συμπολιτεία» (240 – 229 π.X.), την οποία ακολούθησε ο λεγόμενος «Kλεομενικός Πόλεμος» (229 – 222 π.X.) και στη συνέχεια ο επονομαζόμενος «Συμμαχικός Πόλεμος» (220 – 217 π.X.).
Oι πόλεμοι αυτοί, εξάντλησαν τις αντιμαχόμενες δυνάμεις, την περίοδο όπου η ρωμαϊκή ισχύς εμφανιζόταν όλο και πιο απειλητική για την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων.
Παρά την προσωρινή κορύφωση της ισχύος της «Aχαϊκής Συμπολιτείας», από το 191 π.X. περίπου, οι Pωμαίοι ήταν αυτοί που ρύθμιζαν τις εξελίξεις στις ελληνικές πόλεις, με βασικό τους στόχο τη μείωση της επιρροής των Aχαιών και τη μετατροπή τους σε υποχείρια της εξωτερικής πολιτικής τους.
Mάλιστα, η προκλητικότητα των Pωμαίων, έφθασε στο σημείο να ζητά τη συρρίκνωση της «Aχαϊκής Συμπολιτείας» και τον περιορισμό της στα γεωγραφικά όρια της Aχαΐας, ενώ παράλληλα με τον πακτωλό των χρημάτων τους κατάφεραν να εξαγοράσουν συνειδήσεις επώνυμων Aχαιών, όπως του Kαλλικράτη από το Λεόντιο.
Tελικά, το ολοκληρωτικό χτύπημα από τους Pωμαίους το δέχθηκε η «Aχαϊκή Συμπολιτεία» το 147 π.X., μετά τη συντριβή των στρατιωτικών της δυνάμεων από τις ρωμαϊκές λεγεώνες, στη μάχη της Σκάρφειας της Λοκρίδας.

Την επόμενη χρονιά ολόκληρη η Eλλάδα τέθηκε κάτω από τη δικαιοδοσία του Ρωμαίου στρατηγού της Mακεδονίας και μετονομάστηκε σε Aχαΐα, γιατί, σύμφωνα με τον Παυσανία, οι Pωμαίοι «… υποτάξανε τους Έλληνες διά μέσου των Aχαιών, που ήσαν τότε οι αρχηγοί της Eλλάδας …».
Παρά, όμως, τη σκληρότητα που επέδειξε ο κατακτητής Λεύκιος Mόμμιος επί των ηττημένων, με την καταστροφή της Kορίνθου, το γκρέμισμα των τειχών των πόλεων κ.λπ., αλλά και αργότερα (το 115 π.X.) με την καταστροφή της Δύμης, που είχε επαναστατήσει, οι αχαϊκές πόλεις και ιδιαίτερα η Πάτρα ωφελήθηκε από τους Pωμαίους.

Tο 48 π.X., ο Iούλιος Kαίσαρας ίδρυσε στη Δύμη στρατιωτική ρωμαϊκή αποικία βετεράνων, την επονομαζόμενη «Colonia Julia Augusta Dymaiorum», ενώ το 14 π.X., ο Oκτάβιος Aύγουστος Kαίσαρας ίδρυσε στην Πάτρα την αποικία «Colonia Augusta Aroe Patrensis», την οποία ανακήρυξε «ελεύθερη πόλη», που θα μπορούσε να έχει τα δικά της διοικητικά όργανα και νομίσματα. Mε πολλά άλλα μέτρα που έλαβαν οι Pωμαίοι, μετέτρεψαν την Πάτρα στην πιο ανθηρή πόλη.
Παράληλη ανάπτυξη προς εκείνη της Πάτρας, αν και μικρότερης έκτασης, παρουσίασαν το Aίγιο, η Δύμη, η Aιγείρα, οι Λουσοί, η Kερύνεια κ.ά., ενώ νομίσματα εξακολουθούσαν να κόβουν ο Kλείτορας και η Ψωφίδα, καθώς και η Kύναιθα, που έκοψε για πρώτη φορά.

Ρωμαιοκρατία και Τουρκοκρατία: Δύο ιστορικά παράλληλα

Συγγραφέας: Διονύσιος Ζακυθινός  

Άρδην τ. 65

Α. Η σημασία της ελληνιστικής περιόδου

[ ] Κατά τας παραμονάς της Ρωμαϊκής κατακτήσεως ο Ελληνισμός της κυρίως Ελλάδος ευρίσκεται εις προφανή κάμψιν. Αλλά το κέντρον του βάρους του έχει από μακρού μετατοπισθή προς ανατολάς. Η νέα αυτή περίοδος αρχίζει με την εποποιΐαν των εκστρατειών του Αλεξάνδρου (334-323). Η Αλεξάνδρειος (δεν λέγομεν Αλεξανδρινή) καμπή αποτελεί ορόσημον εις την παγκόσμιον ιστορίαν. Έκτοτε και μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων η ιστορία του Ευρασιατικού και Μεσογειακού πολιτισμού, παρά τα χάσματά της, παρουσιάζει μίαν ενότητα. Εάν δεν συλλάβωμεν το γεγονός τούτο, δεν θα δυνηθώμεν να ερμηνεύσωμεν ιστορικώς ούτε την Ελλάδα ούτε την Ρώμην ούτε την εξάπλωσιν του Χριστιανισμού ούτε το Βυζάντιον και, εν απωτάτη θεωρήσει, ουδ’ αυτάς τας καταβολάς του Ευρωπαϊκού πνεύματος. Προσφυώς ελέχθη ότι ο Αλέξανδρος υπήρξεν «εισηγητής ενός νέου πολιτισμού». Εάν η αυτοκρατορία του πολιτικώς διεσπάσθη, τα αποτελέσματά της υπήρξαν μόνιμα, διότι η αληθής σημασία της εκστρατείας συνίσταται εις το ότι «έδωκε ρωμαλέαν και αποφασιστικήν ώθησιν εις έν κίνημα, το οποίον είχεν αρχίσει προ αυτής, αλλά το οποίον είχε μέχρι τότε συντελεσθή εις περιωρισμένην ακτίνα: εις την εξάπλωσιν, πέρα του παλαιού Ελληνικού κόσμου, των Ελλήνων και του πολιτισμού των»1.

Από της δημοσιεύσεως της πρώτης εκδόσεως του κλασσικού έργου του J.G. Droysen, Geschichte des Hellenismus (1833-1843, η δευτέρα έκδοσις 1877-1878), η περίοδος των Διαδόχων του Αλεξάνδρου και των Ελληνιστικών βασιλείων αποκατεστάθη εις την καθολικήν ιστορίαν του Ελληνικού Έθνους. Έκτοτε η έρευνα προσεκόμισεν άφθονον νέον υλικόν, ιδίως εκ των επιγραφικών και των επί παπύρου πηγών. Νέοι ορίζοντες ανοίγονται σήμερον εις την ιστοριογραφίαν, εξαίρεται δε η όλη εποχή ως μία των μειζόνων περιόδων της ιστορίας του Ελληνικού πνεύματος. Εις τα Ελληνιστικά βασίλεια από του 323 μέχρι του 30 π.Χ. επιτελείται μία τεραστίας σημασίας μεταμόρφωσις: ο εξελληνισμός και η διά του εξελληνισμού ενοποίησις της Ανατολής. «H καταστροφή του Περσικού Κράτους», λέγει εις το πρόσφατον έργον του ο Eduard Will, «και η κατάκτησις αυτού υπό του Αλεξάνδρου αποτελεί μείζονα αλλαγήν εις τας τύχας του Ελληνικού πολιτισμού». Oι Έλληνες «δεν είχον ίδει να ανοίγεται ενώπιόν των τοιαύτη δυνατότης γεωγραφικής επεκτάσεως από του τέλους του αρχαϊκού αποικισμού (Η΄-ΣΤ΄ αιών)˙ ακόμη και η πρώτη εκείνη επέκτασις περιωρίζετο κατά τρόπον καίριον και συνεχή είς τινας παραλίους περιοχάς της Μεσογείου και των παρακειμένων θαλασσών, ενώ τώρα η απέραντος μάζα της Ασιατικής ηπείρου και της κοιλάδος του Νείλου ανοίγονται εις την Ελληνικήν παρουσίαν»2.

Aι βαθείαι μεταβολαί επηνέχθησαν εις τους πολιτικούς, τους κοινωνικούς και τους οικονομικούς θεσμούς του ούτως αυξηθέντος Ελληνικού κόσμου. Αλλ’ ο Ελληνιστικός πολιτισμός, ο Ελληνισμός (Hellenismus), «αποτελεί επίσης (διά πολλούς: κυρίως) νέον κεφάλαιον, το μακρότερον όλων, της ιστορίας του Ελληνικού πνεύματος»3. Εάν η Ελληνιστική εποχή δεν παρήγαγεν αθάνατα μνημεία εφάμιλλα των της κλασσικής, όμως δεν υπελείφθη ούτε κατά την ρώμην του πνεύματος ούτε κατά την τόλμην της διανοήσεως. Επομένως δεν θα ήτο δίκαιον να ομιλώμεν περί παρακμής, αλλά περί «διαφόρου προσανατολισμού της δημιουργικής δυνάμεως»4.

Η Τέχνη αναζητεί νέας μορφάς, ο λόγος τρέπεται κατά προτίμησιν προς ωρισμένα είδη, η «Στοά» ανακαινίζει την ηθικήν φιλοσοφίαν και –γεγovός εκτάκτου σημασίας– αι επιστήμαι, αι θετικαί και αι φιλολογικαί, καθώς και η τεχνική, εισέρχονται εις το αποφασιστικόν στάδιον της διαμορφώσεώς των5. Μείζονας διαστάσεις λαμβάνει η Ελληνιστική παιδεία διά τον ιστορικόν, τον θεώμενον τα πράγματα του πνεύματος όχι μόνον από της απόψεως του δημιουργήματος, λογοτεχνικού, καλλιτεχνικού ή επιστημονικού, αλλά από της υψηλοτέρας σκοπιάς των κοινωνικών φαινομένων, των συναντήσεων, των συγκρούσεων, των συγχωνεύσεων και τον συγκρητισμόν των πολιτισμών.Μία μορφή της Ελληνικής γλώσσης, η κοινή, γίνεται η μεγάλη διεθνής λεωφόρος της διακινήσεως των ιδεών, αποκλειστικόν όργανον διεθνούς επικοινωνίας και υψηλής παιδεύσεως6. [ ]

Β. Η εξέλιξη της ιστοριογραφίας

Κατά το έτος 1976 συνεπληρώθησαν διακόσια έτη από της εκδόσεως του πρώτου τόμου της History of the Decline and Fall of the Roman Empire (1776-1788) του Βρεττανού ιστορικού Εδουάρδου Γίββωνος (Gibbon), ενός των λαμπροτέρων μνημείων της Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας. κατά δε το 1977 θα συμπληρωθούν εκατόν έτη από της ενσωματώσεως υπό τον τίτλον History of Greece from its Conquest by the Romans to the Present Time (Β.C. 146-A.D. 1864), εις τόμους επτά, υπό H.F. Tozer, εν Λονδίνω, 1877, των επί μέρους έργων, τα οποία ο επίσης Βρεττανός ιστορικός Γεώργιος Finley αφιέρωσεν εις την ιστορίαν της Ελλάδος από του 146 π.Χ. μέχρι του 1864. Το αφορών εις την Ρωμαϊκήν κυριαρχίαν τμήμα (146 π.Χ. – 716 μ.Χ.) είχεν εκδοθή αυτοτελώς τώ 1844. Τα συγγράμματα ταύτα είναι διαφόρου εμπνεύσεως και διαφόρων προσανατολισμών, όμως αμφότερα επηρέασαν τα μέγιστα την παγκόσμιον Ιστοριογραφίαν.

Σήμερον δυνάμεθα να επισκοπήσωμεν το διανυθέν διάστημα και να διαπιστώσωμεν τας τεραστίας μεταβολάς, τας οποίας επέφερεν η ακολουθήσασα έρευνα όχι μόνον από της απόψεως του εμπλουτισμού των πηγών, αλλά και από της σκοπιάς των γενικωτέρων αντιλήψεων της συγχρόνου ιστορικής συνθέσεως περί του μεταγενεστέρου Ρωμαϊκού Κράτους, περί του Βυζαντίου, της Τουρκοκρατίας και της Λατινοκρατίας και αυτής της νεωτάτης Ιστορίας της Ελλάδος. Ειδικά έργα, εκδοθέντα ακριβώς επ’ ευκαιρία της διακοσιοστής επετείου της εκδόσεως της Ιστορίας του Γίββωνος, παρουσιάζουν εναργέστατα τον απολογισμόν των δύο αιώνων7.

Όσον αφορά ιδιαιτέρως εις την νεωτέραν Ελληνικήν Ιστοριογραφίαν πρέπει ενταύθα να παρατηρηθή ότι αύτη επί μακρόν ετήρησε στάσιν αρνητικήν έναντι της Ρωμαιοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Συγγραφείς του πρώτου ημίσεος του παρελθόντος αιώνος εθεώρησαν την μάχην της Χαιρωνείας ως το τέλος του αρχαίου κόσμου, την δε μετέπειτα ιστορίαν του Ελληνισμού μέχρι του 1821 ως σκοτεινήν εποχήν καταπτώσεως, την οποίαν επεσκίαζε «πέπλος μέλας δουλείας». Ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος ήνοιξαν διά των ρηξικελεύθων έργων των ευρείας οδούς προς ριζικάς αναθεωρήσεις. Όμως ακόμη και σήμερον αι πεπαλαιωμέναι εκείναι αντιλήψεις πλανώνται υπεράνω της ιστορικής επιστήμης, διαιωνίζουν εσφαλμένας γνώμας και παντοιοτρόπως επηρεάζουν την ιστορικήν παίδευσιν των Ελλήνων8.

Γ. Οι Έλληνες και η πόλις

Η Ρωμαιοκρατία και η Τουρκοκρατία, εκτιμώμεναι και κρινόμεναι υπό το φως των σημερινών δεδομένων της επιστήμης, αποδεικνύονται εποχαί μείζονες της Ελληνικής Ιστορίας. Τα διδάγματα, τα οποία αντλούμεν από την σπουδήν των, είναι φωτεινά και αισιόδοξα. Άπαξ διά παντός λέγομεν ότι δεν υποτιμώμεν τας συμφοράς, τους διωγμούς, την ανυπολόγιστον φθοράν των ανθρώπων και των πραγμάτων, τους εξανδραποδισμούς, τας πικρίας, τους χλευασμούς και τας ταπεινώσεις. Το μαρτυρολόγιον εις αμφοτέρας τας περιόδους είναι μακρόν. Αλλ’ αι μεγάλαι εποχαί δεν μετρούνται με το μέτρον των θυσιών. Είναι μεγάλαι εποχαί εκείναι, αι οποίαι μετουσιώνουν τας θυσίας, τας συμφοράς, τα ερείπια, τα δάκρυα εις κινούσας δυνάμεις, εις όργανα αναγεννήσεως, εις εθνικάς και υπερεθνικάς αξίας, ένθα δεσπόζει η ηγεμονία του πνεύματος.

Και επί Ρωμαιοκρατίας και επί Τουρκοκρατίας ο Ελληνισμός, μολονότι είχεν απολέσει την πρωτογενή του εξουσίαν και την ανεξαρτησίαν του, όχι μόνον διετήρησε την αυτοτέλειαν, την εθνικήν και έν τινι μέτρω την διοικητικήν, αλλά και επέτυχεν ό,τι δεν είχε κατορθώσει υπό ευμενεστέρας πολιτικάς συνθήκας: απήρτισε δηλονότι υπό την ξενικήν δουλείαν ευρείαν εθνικήν και ηθικήν κοινότητα. Η κοινότης αύτη επραγματοποιήθη κατά μεν τήν Ρωμαϊκήν περίοδον εντός της μικράς μονάδος της πόλεως, κατά δε την Οθωμανικήν εντός του αναπεπταμένου δικτύου της εκκλησιαστικής οργανώσεως.

Η πόλις με ολόκληρον το θρησκευτικόν, θεσμικόν και οικονομικόν, το παιδευτικόν και συναισθηματικόν της υπόβαθρον απέβη η κατ’ εξοχήν κυψέλη της συντηρήσεως και της δραστηριότητος των Ελλήνων επί Ρωμαιοκρατίας. Ο Αλέξανδρος και oι διάδοχοί του, oι βασιλείς των Ελληνιστικών κρατών, ανήγαγον εις περιωπήν την πολιτικήν της ιδρύσεως των αστικών κέντρων. Όσον και αν περιωρίσθησαν αι πολιτικαί των λειτουργίαι, ιδίως μετά τον Λαμιακόν πόλεμον (323/322) και ακολούθως επί Ρωμαίων, αι Ελληνικαί πόλεις διετήρησαν μέχρι τέλους την εκπολιτιστικήν και αφομοιωτικήν των ακτινοβολίαν και προς τους Ασιατικούς πληθυσμούς και προς αυτούς τους κατακτητάς.
Υπήρξεν ανυπολογίστου σημασίας διά την ιστορίαν της Ανθρωπότητος η δημιουργία του καθαρώς Ελληνικής εμπνεύσεως θεσμού της πόλεως και η αποδοχή του υπό των Ρωμαίων, διότι, ως χαρακτηριστικώς έγραψεν ο Oswald Spengler, η «παγκόσμιος ιστορία είναι η ιστορία των πόλεων»9. Όσον αφορά εις τους Ρωμαίους, ούτοι, αφού ευρέως επωφελήθησαν εκ του συστήματος του άστεως διά την επέκτασιν και την διατήρησιν της κυριαρχίας των, υπετάχθησαν εις τούτο. Το Ρωμαϊκόν Κράτος υπήρξε «συνοικισμός πόλεων (civitates-πόλεις), αυτοδιοικουμένων κοινοτήτων»10.

Δ. Ο «λατινικός ελληνισμός»

Πολύεδρος, πολυσχιδής, επιθετική και κατακτητική υπήρξεν η δράσις και η ακτινοβολία του Ελληνισμού κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής κατακτήσεως. Εάν ο Οράτιος δεν είχεν αποθάνει κατά το έτος 8 π.Χ., εάν ήτο δυνατόν να έβλεπε την ανίδρυσιν της Κωνσταντινουπόλεως, τω 324 μ.Χ., οι περίφημοι στίχοι του, προφητικοί τότε,

Graecia capta ferum victorem cepit et artes
intuelit agresti Latio…,

θα εφαίνοντο εις αυτόν κατά πολύ κατώτεροι των πραγμάτων. Κατά τους τελευταίους χρόνους το πρόβλημα των σχέσεων των δύο μεγάλων λαών της Αρχαιότητος, των Ελλήνων και των Ρωμαίων, απετέλεσε το αντικείμενον καινοτόμων ερευνών. Είς των διαπρεπεστάτων ρωμαϊστών, ο καθηγητής Α.Η.Μ. Jones, παρετήρησεν ότι «το πλέον εκπληκτικόν γνώρισμα της Ρωμαϊκής διακυβερνήσεως εν τη Ελληνική Ανατολή είναι ότι, παρά την μακράν διάρκειάν της, έσχε τόσον μικράν επίδρασιν επί του πολιτισμού της περιοχής». Και προσέθεσεν: «εν τη πραγματικότητι η επίδρασις ησκήθη κατ’ αντίθετον φοράν»11.

Εις την ιστορικήν των τροχιάν οι Έλληνες και oι Ρωμαίοι, παρά τας εκατέρωθεν αιτιάσεις12, δεν ήσαν λαοί αντίπαλοι. Η μέθεξις εις την Ελληνικήν παιδείαν είχε παρασκευάσει τους κατακτητάς διά την κοσμοϊστορικήν των στροφήν.

Έξω των ορίων του Ελληνορρωμαϊκού χώρου, εις την Ασίαν, εις την Αφρικήν, εις την βορειοτέραν Ευρώπην, κινείται εχθρικός ο κόσμος των Βαρβάρων, αλλαχού συντεταγμένος, αλλαχού ασύντακτος, ελεύθερος ή δυσηνίως φέρων τους δεσμούς του κυριάρχου, το δε γεγονός τούτο συνέβαλεν έτι μάλλον εις την προσέγγισιν των δύο λαών. Ούτω συν τω χρόνω, άνευ καθεστωτικής καθιερώσεως και ωμολογημένης αρχής, οιονεί σιωπηρώς και λεληθότως, οι Έλληνες παρεζεύχθησαν εις την οικουμενικήν μοναρχίαν της Ρώμης. Εις το περίεργον τούτο condominium εκάτερος παρέσχε την συμβολήν του και επετέλεσε τας κατακτήσεις του. Έλληνες συγγραφείς, ως ο Αίλιος Αριστείδης του δευτέρου μ.Χ. αιώνος και ο Θεμίστιος του τετάρτου, καθώρισαν τους ρόλους των δύο λαών. Εις τα όμματά των η δυαδική μοναρχία ενσαρκώνει την οικουμενικότητα της Ρωμαϊκής εξουσίας και την οικουμενικότητα του Ελληνικού λόγου και της Ελληνικής παιδείας13.

Η ηγεμονική πορεία της Ελληνικής γλώσσης υπό την Ρωμαϊκήν κυριαρχίαν συμβολίζει παραστατικώτατα τον μέγαν άθλον του εξελληνισμού. Συνομολογούν οι Ρωμαίοι συγγραφείς. Ο Σουητώνιος (περί το 75-150 μ.Χ.) αποδίδει εις τον αυτοκράτορα Κλαύδιον (41-54) την φράσιν uterque sermo noster, εννοούντα την Λατινικήν και την Ελληνικήν, συνήθης δε είναι παρά Ρωμαίοις η χρήσις utraque lingua, utraque oratio κ.τ.τ., παρά τοις Έλλησι δε αντιστοίχως η εκατέρα γλώττα, η ετέρα γλώττα. Μετά την κατάκτησιν των ανατολικών επαρχιών η Ελληνική εισήχθη εις την διοίκησιν, ούτω δε η Ελλάς, στερηθείσα των στενών πολιτικών της συνέδρων, απέκτησεν αναπεπταμένα γλωσσικά σύνορα. Το Ρωμαϊκόν Κράτος υπήρξε δίγλωσσον14.

Η Ρώμη ίδρυσε την παγκόσμιον αυτοκρατορίαν της επί Ελληνικών θεμελίων. Το Ρωμαϊκόν Κράτος διεμορφώθη διά της κατακτήσεως. Αντιθέτως προς παλαιοτέρας κατακτήσεις, ταύτης είχε προηγηθή η ενότης του πολιτισμού. Διά τούτο και τα αποτελέσματά της υπήρξαν ισχυρά και μόνιμα. Ως δε παρατηρεί ο Jacques Pirenne, εν κατακλείδι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπήρξε κράτος Ελληνιστικόν15. Επομένως «η ολοκληρωτική μελέτη του Ελληνιστικού πολιτισμού ή του Ελληνιστικού κόσμου θα ώφειλε να περιλαμβάνη την σπουδήν του Ρωμαϊκού πολιτισμού, τουλάχιστον κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, όχι δε μόνον εις τας ανατολικάς επαρχίας της Αυτοκρατορίας. Τούτο προφανώς δικαιώνει τους ιστορικούς εκείνους, οίτινες προεκτείνουν την ανάλυσιν του Ελληνιστικού πολιτισμού μέχρι της χριστιανικής περιόδου»16. Τολμηρότερος ο F.E. Peters, ωμίλησε τελευταίως περί «Λατινικού Ελληνισμού», «Latin Hellenism», και «Ελληνικού Ελληνισμού»: «Αμφότεροι οι κλάδοι, ο Λατινικός και ο Ελληνικός, προέκυψαν υπό την πολιτικήν κυριαρχίαν της οικουμενικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και οι οφθαλμοί των Ευρωπαίων εικότως στρέφονται προς την πορείαν, κατά την οποίαν ο Ελληνισμός σταδιακώς μετεμόρφωσε το Ρωμαϊκόν Κράτος και την Ρωμαϊκήν κοινωνίαν και ενδεχομένως παρήγαγε τους πολιτισμούς της Ευρώπης και της Αμερικής»17.

Η Ρωμαιοκρατία εν Ανατολή ανήκει εις την σφαίραν της Ελληνικής Ιστορίας˙ είναι ιδικός της χώρος αυθεντικός και αναπόσπαστος. Μεγάλη εποχή γενέσεων συνεχίζει αδιαταράκτως την παγκόσμιον αποστολήν των Αλεξανδρινών και των Ελληνιστικών χρόνων, συγχέεται μετ’ αυτής και παρασκευάζει τας νέας τύχας της Ανθρωπότητος. Εις τους κόλπους της εκυοφορήθη το Ελληνικόν Βυζάντιον. Διά τον συγκρητισμόν της παιδείας της επετεύχθη η προσέγγισις του Ελληνισμού μετά του Χριστιανισμού.

Σημειώσεις:

  1. André Aymard, L’ Orient et lα Grèce antique, Histoire Ganérale des Civilisations, τόμ. Α΄, Παρίσιοι, 1953, σελ. 387 κ.ε. Όντως πρωτοποριακά είναι όσα, ήδη τω 1852, έγραφεν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος περί της αποστολής του Αλεξάνδρου ως προς τον Ελληνισμόν και περί «συμπλάσεως Ελλάδος και Ανατολής»: Άσματα δημοτικά της Ελλάδος, Κέρκυρα, 1852, σελ. 37 κ.ε.

  2. Ε.Will – Cl. Mossé – Ρ. Goukowsky, Le monde grec et l’Orient, τόμ. Β΄: “Le IVe siècle et l’ époque hellénistique, Peuples et Civilisations”, Παρίσιοι, 1975, σελ. 337 κ.ε.

  3. Αυτόθι, σελ. 567.

  4. André Aymard, L’Orient et la Grèce antique, ένθ’ ανωτ., σελ. 499.

  5. Αυτόθι, σελ. 470 κ.ε., 499 κ.ε., E. Will, ενθ’ ανωτ., σελ. 567 κ.ε., 583 κ.ε., 608 κ.ε. (μετά βιβλιογραφίας).

  6. Πάντοτε θεμελιώδες το έργον του Antoine Meillet, Aper çu d’une histoire de la langue grecque, εβδόμη έκδοσις. Παρίσιοι, 1965. J.O. Hoffmann – A. Debrunner – A. Scherer, Geschichte der griechischen Sprache, τεύχη δύο, Βερολίνον, 1969. J. Humbert, Histoire de la langue grecque, Παρίσιοι, 1972.

  7. Lynn White, Jr., (έκδ.), The Transformation of the Roman World: Gibbon’s Problem after two Centuries, Medieval and Renaissancea Studies, Contributions: ΙΙΙ, Μπέρκλεϋ και Λ. Άντζελες, 1966. Karl Christ, Von Gibbon zu Rostovtzeff. Leben und Werk führender Althistoriker der Neuzeit, Ντάρμσταντ, 1972. Michel Baridon, Edward Gibbon et le mythe de Rome. Histoire et idéologie αu Siècle des Lumières, Παρίσιοι, 1977.

  8. Δ.Α. Ζακυθηνού, «Μεταβυζαντινή και Νεωτέρα Ελληνική Ιστοριογραφία», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 49 (1974), σελ. 97-103. Του αυτού, Σπυρίδων Ζαμπέλιος. «Ο θεωρητικός της Ιστοριονομίας». «Ο ιστορικός του Βυζαντινού Ελληνισμού», αυτόθι, σελ. 303- 328.

  9. Oswald Spengler, Le déclin de Ι’ Occident. Esquisse d’ une morphologie de l’ Histoire Universelle, μτφρ. από τα γερμανικά Μ. Tazerout, τόμ. Β΄, Παρίσιοι, 1948, σελ. 89.

  10. Α.Η.Μ. Jones, The Later Roman Empire 284-602. Α Social, Economic αnd Administrative Survey, τόμ. Β΄, Οξφόρδη, 1964, σελ. 712.

  11. Α.Η.Μ. Jones, The Greeks under the Roman Empire, Dumbarton Oaks Papers, 17 (1963), σελ. 1-19.

  12. Ν.Κ. Πετροχείλου, Roman Attitudes of the Greeks, Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, Αθήναι, 1974.

  13. Gilbert Dagron, “L’ Empire romain d’ Orient au IVe siècle et les traditions, politiques de l’ Hellénisme. Le témoignage de Thémistios”, εν Τraνaux et Mémoires, Centre de Recherche d’Histoire et de Civilisation Byzantines, τόμ. 3 (Παρίσιοι, 1968), σελ. 1-203. Του αυτού, “Αux origines de la Civilisation Byzantine: Langue de culture et langue d’ État”, εν Revue Historique, τόμ. 241 (Ιανουάριος – Μάρτιος 1969), σελ. 23-56. Πρβλ. Δ.Α. Ζακυθηνού, «Η Tabula Imperii Romani και η έρευνα της Ιστορίας του Ελληνισμού υπό την Ρωμαϊκήν κυριαρχίαν», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 47 (1972), σελ. 316 κ.ε.

  14. L. Lafoscade, “Influence du Latin sur le grec”, εν Jean Psichari, Études de Philologie néο-grecque, Bibliothèque de l’ École des Hautes Études. Sciences Philologiques et Historiques, τεύχος 92, Παρίσιοι, 1892, σελ. 117 κ.ε. Πρβλ. Henri -Ιrénée Marrou, Histoire de l’ Éducation dαns l’ Antiquité, έκδοσις τετάρτη, Παρίσιοι, 1958, σελ. 345 κ.ε., 542 κ.ε. Α.Η.Μ. Jones, The Later Rοmαn Empire 284-602, ενθ’ ανωτ., τόμ. Β΄, σελ. 986 κ.ε., τόμ. Γ΄, σελ. 330 κ.ε.

  15. Jacques Pirenne, “Les Empires du Proche – Orient et de la Méditerranée. Rapport de synthèse (Antiquité): Les grands Empires”, ενθ’ ανωτ., σελ. 18.

  16. Ε. Will, ενθ’ ανωτ., σελ. 343.

  17. F.E. Peters, The Harvest of Hellenism. Α Historγ of the Near East from Alexander the Great to the Triumph of Christianity, Λονδίνον, 1972, σελ. 22.

Άρδην τ. 65 Ιστορία 2007 Έλληνες και Ρωμαίοι Ζακυθινός, Διονύσιος