Από τις αρχές Οκτωβρίου του 1912 η Ελλάδα βρισκόταν σε πόλεμο με την παραπαίουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ως συμμάχους τη Βουλγαρία και τη Σερβία (Α’ Βαλκανικός Πόλεμος). Θέατρο των επιχειρήσεων, η περιοχή της Μακεδονίας.
Ο ελληνικός στρατός βάδιζε από νίκη σε νίκη στη Δυτική Μακεδονία. Όμως, από την αρχή των εχθροπραξιών σοβούσε σοβαρή διαφωνία μεταξύ του αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου.

Ο διάδοχος επιθυμούσε πρώτα την κατάληψη του Μοναστηρίου προς Βορρά, ενώ ο Βενιζέλος, βλέποντας την πιθανότητα να καταληφθεί η Θεσσαλονίκη από το βουλγαρικό στρατό, πίεζε τον Κωνσταντίνο να κατευθυνθεί προς τη φυσική πρωτεύουσα της Μακεδονίας, μια περιοχή με στρατηγική σημασία, η απελευθέρωση της οποίας αποτελούσε διακαή πόθο του ελληνισμού. «Καθιστώ υμάς υπευθύνους διά πάσαν αναβολήν έστω και στιγμής» του τηλεγραφεί επιτακτικά.

Τελικά, ο Κωνσταντίνος πείθεται με τη μεσολάβηση του πατέρα του βασιλιά Γεωργίου Α’ και στις 25 Οκτωβρίου η εμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού φθάνει προ των πυλών της Θεσσαλονίκης. Είχε προηγηθεί η καθοριστική νίκη στη Μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Δεκεμβρίου), που είχε κάνει ευκολότερη την προέλαση του ελληνικού στρατού. Ο Χασάν Ταξίν Πασάς που υπερασπιζόταν τη Θεσσαλονίκη δεν είχε άλλη δυνατότητα, παρά να ζητήσει μια έντιμη συμφωνία για την παράδοση της πόλης.

Στις 25 Οκτωβρίου οι απεσταλμένοι του ζήτησαν από τον Κωνσταντίνο να επιτραπεί στον Ταξίν να αποσυρθεί με το στρατό και τον οπλισμό του στο Καραμπουρνού και να παραμείνει εκεί μέχρι το τέλος του πολέμου. Ο Κωνσταντίνος, φυσικά, απέρριψε τον όρο του και του πρότεινε την παράδοση του στρατού του και τη μεταφορά του στη Μικρά Ασία με δαπάνες της ελληνικής κυβέρνησης.

Ο Ταξίν Πασάς υπογράφει τα πρωτόκολλα παράδοσης της Θεσσαλονίκης.

Ο Ταξίν Πασάς υπογράφει τα πρωτόκολλα παράδοσης της Θεσσαλονίκης.

Ο Οθωμανός αξιωματούχος δέχθηκε, τελικά, τους όρους του Κωνσταντίνου και στις 11 το βράδυ της 26 Οκτωβρίου ανήμερα της εορτής του Αγίου Δημητρίου, οι πληρεξούσιοι αξιωματικοί Ιωάννης Μεταξάς (ο κατοπινός άνθρωπος του «ΟΧΙ») και Βίκτωρ Δούσμανης μεταβαίνουν στο Διοικητήριο της Θεσσαλονίκης και υπογράφουν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης της πόλης στον ελληνικό στρατό.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο, παραδίνονταν ως αιχμάλωτοι 25.000 τούρκοι στρατιώτες και 1.000 αξιωματικοί. Στην κατοχή του ελληνικού στρατού περιέρχονταν όλος ο βαρύς και ελαφρύς οπλισμός του σχηματισμού (70 πυροβόλα, 30 πολυβόλα, 70.000 τυφέκια και πυρομαχικά). Το πρωί της 27ης Οκτωβρίου εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη δύο τάγματα ευζώνων και ύψωσαν την ελληνική σημαία στο Διοικητήριο, ενώ οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις άρχισαν να λαμβάνουν θέσεις στα υψώματα γύρω από την πόλη.

Στις 11 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1912 ο Κωνσταντίνος εισήλθε με το επιτελείο του στη Θεσσαλονίκη και το μεσημέρι έγινε πανηγυρική δοξολογία στο ναό του Αγίου Μηνά. Την ίδια μέρα, κατέφθασαν έξω από τη Θεσσαλονίκη και οι Βούλγαροι, όμως για τους γείτονες ήταν ήδη αργά. Ο επικεφαλής της μεραρχίας τους στρατηγός Τεοντορόφ ζήτησε να εισέλθει στην πόλη για να στρατοπεδεύσει. Εισέπραξε την αρνητική απάντηση του Κωνσταντίνου και ύστερα από διαπραγματεύσεις, επιτράπηκε να μπουν στην πόλη για ολιγοήμερη ανάπαυση δύο τάγματα με επικεφαλής τους βούλγαρους πρίγκιπες Βόρι και Κύριλλο. Επικράτησε, όμως, σύγχυση και τελικά εισήλθε στη Θεσσαλονίκη ένα ολόκληρο βουλγαρικό σύνταγμα, γεγονός που εκνεύρισε τον Βενιζέλο. Οι Βούλγαροι δήλωναν εμφαντικά παρόντες στις εξελίξεις στη Μακεδονία. Ο σπόρος του Β’ Βαλκανικού Πολέμου είχε ριχτεί.

Στις 29 Οκτωβρίου ήταν η σειρά του βασιλιά Γεωργίου Α’ να εισέλθει στην πόλη και να επισημοποιήσει την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από τους έλληνες κατοίκους της, με απάθεια ανάμικτη με φόβο του από το μουσουλμανικό στοιχείο, ενώ οι Εβραίοι που ήταν η πολυπληθέστερη πληθυσμιακή ομάδα της πόλης δεν έκρυψαν την απογοήτευσή τους, καθώς προωθούσαν σχέδιο διεθνοποίησης της Θεσσαλονίκης.
sansimera.gr

Απελευθέρωση Θεσσαλονίκης 1912

Μέσα από το αρχείο του Γεωργίου Κωνσταντινίδη

Tου Γεώργιου Κωνσταντινίδη
Εισαγωγή, επιμέλεια αφιερώματος: Στέλιος Κούκος

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης τον Οκτώβριο του 1912 ήταν ένα γεγονός ευρωπαϊκού και παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Άλλωστε η εκδίωξη των οθωμανών, οι οποίοι είχαν καταλάβει την πόλη το 1430, δεν ήταν μία απλή βεντέτα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, με τη συγκυρία να κλείνει πλέον το μάτι στους Έλληνες… Έπειτα λοιπόν από 482 χρόνια από την άλωση της Θεσσαλονίκης και λίγα χρόνια μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 η βαλκανική σύμπραξη των χριστιανικών λαών της περιοχής έπεφτε σαν καταιγίδα πάνω στο Μεγάλο Ασθενή, την Τουρκία. Ωστόσο Ελλάδα, Σερβία, Βουλγαρία και Μαυροβούνιο δεν είχαν κάποιο ευρύτερο όραμα συνεργασίας και συνύπαρξης, όπως για παράδειγμα αυτό του Ρήγα Βελενστινλή, απλώς συμφώνησαν να επιτεθούν στην Τουρκία και να την αποψιλώσουν…

Και όσο κι αν η πολεμική αρετή σχετίζεται με την κατάληψη εδαφών, εκτάσεων και λοιπών περιοχών, η πιο ουσιαστική στρατιωτική επέμβαση αφορά την απελευθέρωση ανθρώπων από τη σκλαβιά. Είναι γνωστό πως οι ποικίλες εθνότητες που κατοικούσαν στην αχανή οθωμανική αυτοκρατορία ένιωθαν πολύ έντονα αυτή τη σκλαβιά, ενώ κάθε προσπάθεια για συνταγματική επίλυση του ζητήματος είχε αποτύχει. Το ίδιο και η… πολλά υποσχόμενη κίνηση των Νεοτούρκων, η οποία αποδείχτηκε η πιο οδυνηρή, αφού αυτοί διέπραξαν τις γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ελλήνων, των Ασσυρίων…

Έτσι η είσοδος του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη σήμανε τη νεκρανάσταση του ελληνισμού της περιοχής…
Την αναστάσιμη χαρά της απελευθέρωσης που έζησαν οι Θεσσαλονικείς αλλά και όλος ο ελληνισμός μάς θυμίζει ο Γιώργος Κωνσταντινίδης μέσω του κειμένου του, το οποίο στηρίχτηκε σε νέα στοιχεία που ανέσυρε από το «Αρχείο Κωνσταντινίδη».
Από εκεί και το ιδιαίτερα ενδιαφέρον απόσπασμα που ακολουθεί και αφορά τη στάση των νικητών έναντι των ηττηθέντων οθωμανών: «Συμπαθήσωμεν τους ηττηθέντας εχθρούς μας αποφεύγοντες την επιδείνωσιν της ήδη δεινώς τρωθείσης καρδιάς των, αντί δ’ υβριστικών φράσεων και προπηλακισμών ν’ ανταποδίδωμεν τα ίσα. Ευσπλαχνισθώμεν τους αστέγους και λιμώττοντας πρόσφυγας και τα λοιπά θύματα του πολέμου, παρηγορούντες και βοηθούντες αυτοίς, συμμορφούμενοι προς την εντολήν Εκείνου, ειπόντος ‘αγαθοποιείτε τους κακοποιούντας υμάς ποτίζοντες και τρέφοντες τους εχθρούς σας, όταν διψούν ή πεινούν’». (Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια», 3 Νοεμβρίου 1912).

1. Πριν από την απελευθέρωση

α. Ο ρόλος των εφημερίδων%ce%b1%ce%be%ce%b9%cf%89%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf%ce%b9-%cf%84%ce%bf%cf%85-50%ce%bf%cf%85-%cf%83%cf%85%ce%bd%cf%84%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b1

Από την κήρυξη του Α’ Βαλκανικού Πολέμου οι στρατιωτικές επιχειρήσεις προχωρούσαν εξαιρετικά μετά τις ένδοξες νίκες του ελληνικού στρατού. Δεν πέρασαν πολλές ημέρες και ο στρατός μας βρισκόταν στα πρόθυρα της Θεσσαλονίκης και διαπραγματευόταν με τον τούρκο διοικητή Χάσαν Ταχσίν πασά την παράδοση της πόλης.
Ενώ όμως συνέβαιναν αυτά, οι τουρκικές εφημερίδες που εκδίδονταν στην πόλη, με πρωτοστατούσα την Asr, δημοσίευαν ενθουσιώδη άρθρα για τις δήθεν επιτυχίες του οθωμανικού στρατού. Η Αγγελική Μεταλλινού-Τσιώμου, σημαντική συγγραφέας της περιόδου και ανταποκρίτρια στη Θεσσαλονίκη των τότε εκδιδόμενων περιοδικών «Ελλάς» και «Παρνασσός», αναφέρει χαρακτηριστικά: «Μεταξύ πολλών άλλων δήθεν πολεμικών επιτυχιών περιέγραφον περιλάμπρους νίκας εις Σαραντάπορον, Γενιτσά και Βαρδάρην του γενναίου Οθωμανικού στρατού, πάντοτε προελαύνοντος και δρέποντος απανταχού δάφνας».
Η τουρκική λογοκρισία είχε φθάσει σε τέτοια επίπεδα, ώστε οι τουρκικές εφημερίδες παραποιώντας τα γεγονότα και παρουσιάζοντάς τα ρόδινα προσπαθούσαν να φανατίσουν τα πλήθη και στην περίπτωση του απευκταίου, της κατάληψης δηλαδή της Θεσσαλονίκης από τον ελληνικό στρατό, γεγονός που οι επίσημες αρχές του Οθωμανικού κράτους ανέμεναν από στιγμή σε στιγμή, να ελπίζουν ως μόνη λύση στη σφαγή των Χριστιανών προς ικανοποίηση του φαύλου και αγράμματου στοιχείου των συμπατριωτών τους.
Για τους ίδιους λόγους οι αρχές απαγόρευσαν την κυκλοφορία της πρωινής εφημερίδας «Μακεδονία», με τη δικαιολογία ότι αναφέρθηκε σε κάποια δολοφονία Ελλήνων από τον τουρκικό στρατό στην Κατερίνη και ύψωσε φωνή διαμαρτυρίας.
Ο αείμνηστος Κ. Βελλίδης όμως, εκδότης της και από τους στυλοβάτες της εθνικής ιδέας, δεν πτοήθηκε καθόλου και εξακολούθησε την έκδοση της εφημερίδας υπό τον τίτλο «Παμμακεδονική», η οποία αγωνίστηκε για τα εθνικά δίκαια μέχρι την άφιξη του ελληνικού στρατού στην πόλη.

Για τους εθνικούς σκοπούς αγωνίστηκε και ο Ιωάννης Κούσκουρας, ιδρυτής και ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Νέα Αλήθεια», και ο Αντώνιος Οικονομίδης, ιδρυτής και ιδιοκτήτης της εφημερίδας «Εμπρός», που εκδιδόταν την περίοδο εκείνη στη Θεσσαλονίκη.
Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας ο φόβος είχε κυριεύσει τον ελληνικό πληθυσμό της πόλης, καθώς είχε πικρή εμπειρία από τουρκικές αυθαιρεσίες. Οι καταστηματάρχες διέκοπταν τη λειτουργία των μαγαζιών με τη δύση του ηλίου και κανείς δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει. Τα καφενεία ήταν κλειστά και οι δρόμοι έρημοι. Στην περίπτωση που τύχαινε να κάθεται κάποιος έξω, όπως συνήθιζαν οι γυναίκες στις συνοικίες της πόλης, με την εμφάνιση της τουρκικής περιπόλου απομακρυνόταν και έκλεινε την πόρτα του σπιτιού του.

β. Έντονη κινητικότητα εκ μέρους των τουρκικών αρχών

Περίπου δέκα ημέρες πριν από την άφιξη του ελληνικού στρατού μία ασυνήθιστη κίνηση παρατηρήθηκε. Στρατοπέδευσε σε διάφορα ανοικτά μέρη της πόλης με σκηνές και τα σχετικά τουρκικός στρατός. Η επίσημη εκδοχή των αρχών ήταν ότι οι εν λόγω ενέργειες συνέβαιναν για λόγους προληπτικούς και για την ασφάλεια των κατοίκων. Παράλληλα εκείνες τις ημέρες παρατηρούταν έντονη κινητικότητα νυχθημερόν. «Μυστηριώδη στρατιωτικά αυτοκίνητα με ιλιγγιώδη ταχύτητα διέσχιζον τας κυριωτέρας οδούς της Θεσσαλονίκης, Εγνατίας, Χαμηδιέ, Στρατού, Παραλιακής και Πύργων με εκκωφαντικόν κρότον προελαύνοντα από της ενάτης νυκτερινής και επέκεινα», αναφέρει η Μεταλλινού. Μεγάλη κίνηση παρατηρούταν επίσης στην τουρκική αστυνομία, στο φρουραρχείο και στη χωροφυλακή, η οποία πρόσφατα είχε ενισχυθεί σημαντικά. «Οι γαντοφορεμένοι χωροφύλακες και οι αστυνομικοί ζαπτιέδες, Κομισέριδες και λοιποί φορούντες επιδεικτικώς τα λευκά χειρόκτιά των προσέβλεπον βλοσυρώς πάντα χριστιανόν (Γκιαούρ)», παρατηρεί η Μεταλλινού.
Δικαιολογημένος ήταν επομένως ο φόβος των Ελλήνων της πόλης, που υποπτεύονταν αντίποινα, χριστιανικές σφαγές και λεηλασίες περιουσιών εκ μέρους των αρχών και του τουρκικού όχλου για τις ήττες του οθωμανικού στρατού. Καθώς λοιπόν έπεφτε το σκοτάδι στην πόλη, οι λάμπες των σπιτιών έσβηναν και αντικαθίσταντο από κεριά, καντήλια και λυχνίες.

γ. Τούρκοι πρόσφυγες καταφθάνουν στην πόλη

Καθημερινά έφθαναν στην πόλη καραβάνια ολόκληρα τούρκων προσφύγων, ξυπόλητων, ρακένδυτων και πεινασμένων, οι οποίοι κατέκλυαν τους παραβαρδάριους χώρους προκαλώντας «την φρίκην και τον πόνον συγχρόνως των κατοίκων», όπως περιγράφει η Μεταλλινού. Προέρχονταν από τα μέρη που είχε καταλάβει ο προελαύνων ελληνικός αλλά και ο βουλγαρικός στρατός. Για την προσωρινή τους εγκατάσταση χρησιμοποιήθηκαν διάφορα δημόσια κτίρια και όλα τα τζαμιά. Με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους, οι δυστυχείς αυτοί διηγούνταν τα κακουργήματα των Βουλγάρων των βορείων περιοχών, ιδίως της Στρώμνιτσας. Από αυτούς τους πρόσφυγες λοιπόν οι κάτοικοι της πόλης πληροφορήθηκαν ότι από την πλευρά αυτή κατέρχεται προς τη Θεσσαλονίκη τροχάδην και άλλος στρατός, «λεηλατών και πυρπολών», όπως αναφέρει ο Νικόλαος Χριστόδουλου, δείγμα συμμαχικής απιστίας. Εξαιτίας λοιπόν των πληροφοριών αυτών περί αιφνιδιαστικής καθόδου των Βουλγάρων η αγωνία του ελληνικού πληθυσμού ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Άλλωστε το κατόρθωμα του Βότση εντός του λιμένα της Θεσσαλονίκης είχε δημιουργήσει την πεποίθηση σε όλους ότι η άμυνα της πόλης δεν θα διαρκούσε πολύ.

δ. Η εορτή του Αγίου Δημητρίου

Υπό αυτές τις συνθήκες λοιπόν πλησίαζε η εορτή του Αγίου Δημητρίου, το προαύλιο του οποίου και ο ναός είχαν γεμίσει από τούρκους πρόσφυγες. Είχαν ήδη σιγήσει οι ομοβροντίες των τηλεβόλων της μάχης των Γιαννιτσών και παρά τις ανακοινώσεις των τοπικών κυβερνητικών εφημερίδων, όπως προαναφέραμε, μεταξύ των Ελλήνων διαδιδόταν ευχάριστη πληροφορία ότι τμήμα του ελληνικού στρατού (η 7η Μεραρχία) προχωρώντας κατά μήκος της παραλίας οδεύει γοργά προς την πόλη. Οι ευχές στις εκκλησίες ανταλλάσσονταν μυστικά μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού, το ίδιο δε συνέβαινε και στις ολίγες φιλικές επισκέψεις.
Μέσα στο γενικότερο κλίμα ανησυχίας και επιφυλακτικότητας, σε καθεστώς απόλυτης εχεμύθειας και με την ελπίδα της ταχείας αφίξεως του ελληνικού στρατού οι Έλληνες αποσύρθηκαν στα σπίτια τους το βράδυ της εορτής του Αγίου Δημητρίου. Εκεί συζητούσαν έως αργά για τα γεγονότα, χωρίς να γνωρίζουν ότι ήδη η πόλη είχε παραδοθεί και πως ομάδα συνδέσμων αξιωματικών βρισκόταν στο ξενοδοχείο «Όλυμπος Παλάς» της πλατείας Ελευθερίας.

2. Η απελευθέρωση

α. Οι διαπραγματεύσεις και ο ρόλος του Χασάν Ταχσίν πασά

Μετά την πανωλεθρία των τουρκικών στρατευμάτων στη μάχη των Γιαννιτσών πολλές συσκέψεις πραγματοποιούνταν στο διοικητήριο της πόλης ανάμεσα στις τουρκικές πολιτικές αρχές, τους θρησκευτικούς αρχηγούς και τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες δεν κατέληγαν πουθενά, διότι ο αρχιστράτηγος Χασάν Ταχσίν πασάς αρνούταν να παραδώσει την πόλη. Μάλιστα ο Χασάν Ταχσίν, ανένδοτος ως προς το θέμα αυτό, συγκέντρωσε τις διασπαρμένες δυνάμεις του κοντά στον Αξιό και κατέστρεψε τη γέφυρα του ποταμού θεωρώντας έτσι την υπεράσπιση της πόλης εξασφαλισμένη. Τα ελληνικά όμως στρατεύματα διέβησαν τον ποταμό μέσω πρόχειρων γεφυρών. Οι τουρκικές αρχές της πόλης, παρακολουθώντας την εξελισσόμενη εις βάρος τους κατάσταση, συνεννοήθηκαν με τους προξένους και τους θρησκευτικούς αρχηγούς και έπεισαν τον αρχιστράτηγο να διαπραγματευτεί την παράδοση της πόλης.
Το πρωί της 25ης Οκτωβρίου οι πολιτικές αρχές της πόλης, το διοικητικό συμβούλιο του βιλαετιού και το δημοτικό συμβούλιο, σε συνεδρίαση στην οποία παρίστατο και ο Ταχσίν πασάς, εξουσιοδοτούν τους προξένους να μεταφέρουν τους όρους του τούρκου αρχιστράτηγου στο γενικό στρατηγείο των Ελλήνων. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων και τον ταξίαρχο Chefik πασά, φρούραρχο της Θεσσαλονίκης, μεταβαίνουν στο ελληνικό στρατηγείο στο Τόψιν (σημερινή Γέφυρα), για να παραδώσουν το έγγραφο της παράδοσης. Μετά την ανάγνωση του εγγράφου και λόγω των επαίσχυντων όρων του Χασάν Ταχσίν πασά, που αξίωνε να διατηρήσει ο τουρκικός στρατός τα όπλα του και να παραμείνει ουδέτερος μέχρι το τέλος του πολέμου στο φρούριο του Καραμπουρνού, ο ρώσος πρόξενος αποχωρεί αναφέροντας τα εξής: «Εξοχώτατε, εγώ δεν δύναμαι να μεταβώ εις το Ελληνικόν Στρατηγείον υπό τοιούτους όρους, οίτινες είναι μάλλον νικητού ή ηττημένου. Λυπούμαι πολύ δι’ αυτό». Με παράκληση του Χασάν Ταχσίν οι υπόλοιποι πρόξενοι μεταβαίνουν στον αρχιστράτηγο των ελληνικών στρατευμάτων, διάδοχο Κωνσταντίνο, παραδίδοντας το έγγραφο, το οποίο βεβαίως τους επιστρέφεται με ολιγόωρη προθεσμία για την εκπόρθηση της πόλης. Οι όροι του διάδοχου ήταν οι ακόλουθοι: Η παράδοση των όπλων και του στρατού 25.000 ανδρών, ο οποίος έπρεπε να κλειστεί αιχμάλωτος στο Καραμπουρνού. Μόνο οι αξιωματικοί επιτρεπόταν να φέρουν τα ξίφη τους και να παραμείνουν ελεύθεροι με την υπόσχεση «επί τω λόγω της τιμής τους» ότι δεν θα λάβουν μέρος στον παρόντα πόλεμο.

Η παράδοση της πόλης

Χαράματα της 26ης Οκτωβρίου ο Ταχσίν πασάς αποστέλλει εκ νέου τον Chefik πασά μαζί με το διευθυντή πολιτικών υποθέσεων του βιλαετιού Καραμπιπέρη με νέα πρόταση και ζητά τη διατήρηση 5.000 όπλων, που ούτε αυτή γίνεται αποδεκτή. Έπειτα από διαδοχικές χρονοτριβές, που πιθανολογείται ότι οφείλονταν σε προσδοκία ευρωπαϊκής παρέμβασης εκ μέρους των Τούρκων, και αφού είχε παρέλθει η προθεσμία που είχε θέσει ο διάδοχος, διατάσσεται η μεν 7η Μεραρχία υπό τη διοίκηση του μεράρχου Κλεομένους και ευζωνικό απόσπασμα υπό τον αντισυνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο να καταλάβει την πόλη. Κατά τις 4 το απόγευμα ο τούρκος αρχιστράτηγος, αφού εν τω μεταξύ είχε ενημερωθεί για την ψυχική και επιχειρησιακή κατάσταση του τουρκικού στρατεύματος, αποδέχεται την άνευ όρων παράδοση της πόλης, του τουρκικού στρατού και του φρουρίου Καραμπουρνού. Η εφημερίδα «Εμπρός» της Θεσσαλονίκης (27/10/1912) αναφέρει χαρακτηριστικά: «O Χασάν Ταχσίν πασάς μαθών την επέλασιν της Μεραρχίας του κ. Κλεομένους έσπευσε να δηλώση ότι παραδίδεται υπό τους όρους ους έταξεν ο Διάδοχος. Ούτω δε έληξεν η μεγάλη παλληκαριά του Τούρκου στρατάρχου».

Κατόπιν τούτων αργά το βράδυ εισέρχονται στην πόλη οι αξιωματικοί Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς, για να συντάξουν το σχετικό πρωτόκολλο κατάθεσης των όπλων και παράδοσης της πόλης. Το πρωτόκολλο υπογράφεται στη 1.30 π.μ., τις πρωινές ώρες της 27ης Οκτωβρίου. Όμως ως ώρα υπογραφής τίθεται η 11.30 μ.μ. της 26ης Οκτωβρίου κατόπιν επιμονής του Μεταξά να τιμηθεί ο πολιούχος της πόλης, αλλά και να τεκμηριωθεί ότι η πόλη κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό μία ημέρα νωρίτερα για διαπραγματευτικούς λόγους έναντι στις απαράδεκτες απαιτήσεις των «συμμάχων» Βουλγάρων. Η Θεσσαλονίκη είναι πλέον ελληνική!
Στην ομαλή αυτή εξέλιξη της καταστάσεως πάντως συνετέλεσε και το κατόρθωμα του Βότση, ο οποίος στις 18 Οκτωβρίου τορπίλισε την τουρκική ναυαρχίδα «Φετχί Μπουλέντ» και έκαμψε το ηθικό του αντιπάλου. Οι Τούρκοι, όταν πληροφορήθηκαν το κατόρθωμα του Βότση, αναστατώθηκαν. Η τουρκική εφημερίδα «Asr» σχολιάζοντας το γεγονός έγραφε τα εξής: «Βρε αυτό είναι το Καραμπουρνού που μας έλεγαν ότι κανένας στόλος δεν ημπορεί να παραβιάση; Και ημείς εκοιμώμεθα ήσυχα. Φτου! Να χαθήτε! Και τι εκάματε, όταν εισήλθε το Ελληνικόν τορπιλοβόλον; Εκοιμάσθε;».

β. «Νίκο, σήκω, ήλθαν οι δικοί μας! Ήλθε ο στρατός! Ήλθαν οι Έλληνες»!

Στο αρχείο του Γεωργίου Κωνσταντινίδη έχουμε την τύχη να διαθέτουμε το άρθρο του επιφανούς Θεσσαλονικέα, μετέπειτα δημοτικού συμβούλου και αντιπροέδρου του Γυμναστικού Συλλόγου «Ηρακλής» Νικολάου Χριστοδούλου με τίτλο «Πώς είδα την είσοδον των Ελλήνων εις την Θεσσαλονίκην προ 50 ετών, ήτοι την 26η Οκτωβρίου 1912». Βασιζόμενοι λοιπόν στις αναφορές ενός λογίου ανθρώπου, που ασχολήθηκε ενδελεχώς με την ιστορία της πόλης και έζησε τα γεγονότα ως αυτόπτης μάρτυρας, παραθέτουμε την περιγραφή του, που αφορά την 27η Οκτωβρίου 1912, ημέρα που οι Έλληνες συνειδητοποίησαν πως η Θεσσαλονίκη μετά 482 χρόνια σκλαβιάς ήταν πλέον ελληνική και ελεύθερη: «Ο εξάδελφός μου Δημήτριος Κοντορέπας, όστις ήτο άνθρωπος του Προξενείου, εσηκώθη λίαν ενωρίς και εξήλθε να πληροφορηθή σχετικώς. Επανήλθεν εσπευσμένως, εκτύπησε το παράθυρόν μου φωνάζων ‘Νίκο, σήκω, ήλθαν οι δικοί μας! Ήλθε ο στρατός! Ήλθαν οι Έλληνες’ και εχάθη. Εντός δύο λεπτών ήμουν στην στενήν τότε ΕΓΝΑΤΙΑΝ, εις το τότε λεγόμενον «φαρδύ» προ της εκκλησίας του Αγ. Αθανασίου, όπου η κατοικία μας. Τα μαγαζιά ήσαν ημίκλειστα. Ο κόσμος ήτο διάχυτος και όλοι διηρωτώντο τι συμβαίνει; Την στιγμήν εκείνην διέρχονται δύο διαγγελείς καλπάζοντες, εις στρατιώτης και ο έτερος χωροφύλαξ. Η πρώτη εμφάνησις Ελλήνων στρατιωτικών εις την περιοχήν. Ο κόσμος ώρμησε επάνω των να ασπάζεται αυτούς και τα άλογά των. Μετά δυσκολίας ελευθερώθησαν και προχώρησαν προς την Καμάραν. Την ίδιαν στιγμήν Έλλην τροχιοδρομικός μας πληροφορεί ότι ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τον σιδηροδρομικόν σταθμόν.

Όλος ο κόσμος ώρμησε προς τον σιδηροδρομικόν σταθμόν. Ενωθήκαμε και ημείς 4-5 φίλοι, μέλη του Γυμναστικού Συλλόγου ‘Ο Ηρακλής’ και βαδίζομεν δρομέως προς τον σιδηροδρομικόν σταθμόν.
Εις την στάσιν Κολόμβου μάς σταματά μία άμαξα, εντός της οποίας Θεσσαλονικείς ησπάζοντο έναν οπλοφόρον. Κάποιος γνωστός μας από αυτούς μας φωνάζει ‘Είναι ο Κύριος Ματσούκας’. Χαιρετώμεν τον αποκαλούμενο εθνικόν μας ποιητήν (ο οποίος ακολουθούσε τον στρατό μας), όστις φωνάζει ‘παιδιά, πρώτα στην εκκλησίαν’. Και όλοι μαζί ενισχυθέντες εν τω μεταξύ αριθμητικώς συνοδεύομεν την άμαξαν του ποιητού μέχρι του Αγ. Μηνά. Εντός λεπτού ο Ναός κατεκλύσθη από τον κόσμον. Εκεί ο ποιητής ησπάσθη τους ιερείς, απήγγειλε εμπνευσμένα πατριωτικά τραγούδια και ευχαριστήρια προς την Θείαν Πρόνοιαν και όλο το πλήθος εκείνο με τον Ματσούκαν και τους ιερείς επί κεφαλής κατηυθύνθη προς την πλατείαν Ελευθερίας.
Εκεί ο Ματσούκας ανήλθεν εις τον εξώστην του ξενοδοχείου ‘Μεγάλη Βρετανία’ (άνωθεν του ζυθοπωλείου του Νιόνιου) -πρόκειται για το περίφημο ξενοδοχείο της περιόδου ‘Grand Hotel d’ Angleterre’ στην πλατεία Ελευθερίας- και ήρχισε να ψάλλη εθνικά τραγούδια, εκ των οποίων ακόμη ενθυμούμαι τα εξής:

Ξυπνάτε από τα μνήματα αδικοσκοτωμένοι
Να δήτε την πατρίδα σας απελευθερωμένη.
Ξυπνάτε από τα Μνήματα, δεν είσθε ποια ραγιάδες
Ξυπνάτε κι ήρθ’ η λευθεριά, έφυγαν οι αγάδες.

Εκείνην την στιγμήν διήρχετο από το κάτω μέρος της πλατείας Ελευθερίας άμαξα στρατιωτική (κάρο) με τέσσερας Έλληνας αξιωματικούς πωγωνάτους. Ο ενθουσιασμός του κόσμου έφθασεν εις κατακόρυφον, διότι αυτοί ήσαν γνωστοί εις τους Θεσσαλονικείς. Ήσαν προξενικοί και μετέβαινον να καταλάβουν το προξενείον (κείμενον παραπλεύρως της Ι. Μητροπόλεως), να εγκατασταθούν εκεί και να υψώσουν την σημαίαν. Η υποδοχή που τοις εγένετο ήτο αφάνταστος.

Το απόγευμα η ομάς μας μετέβη εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν και εχαιρετίσαμεν την εκεί φρουράν. Σημειωτέον ότι ήρχισαν ήδη να εμφανίζωνται εις τα Ελληνικά σπίτια και εις τα Ελληνικά καταστήματα αι ελληνικαί σημαίαι, τας οποίας ο πληθυσμός ητοίμαζε κατά τας προηγουμένας κρυφά μετά συγκινήσεως. Εις τον σταθμόν επληροφορήθημεν ότι από την άλλην πλευράν πέρα από το Μπεχτσινάρη, προς τον Χατζή Μπαχτσέ, ήτο το πυροβολικόν. Αμέσως κατευθυνόμεθα προς την πλευράν εκείνην. Ενώ όμως διηρχόμεθα την γέφυραν επί του χειμάρρου προ του σταθμού της Κ/πόλεως, αντικρύσαμε προβάλλοντα δύο ευζωνικά τάγματα με την σημαίαν επί κεφαλής, τα οποία ως επληροφορήθημεν μετέβαινον προς του στρατώνας. Ήτο ο πρώτος στρατός ο εισερχόμενος εις την πόλιν επισήμως. Οι άνδρες καταλασπωμένοι, λόγω της βροχής, με υπέροχον και συγκινητικόν ενθουσιασμόν εδέχοντο τας εκδηλώσεις του κόσμου.

Εσυνεχίσαμεν κατόπιν την πορείαν πέρα από το Μπεχτσινάρ, προς τους μπαξέδες, εις τας κατασκηνώσεις του πυροβολικού. Εκεί εχαιρετίσαμεν τους πυροβολιτάς και τους αξιωματικούς, μεταξύ των οποίων ήτο και ο κ. Δραγούμης, γνωστός από τα αθλητικά με ωρισμένους της παρέας μας. Παρεμείναμεν εκεί έως το βράδυ, οπότε ηναγκάσθημεν να επιστρέψωμεν εις τα σπίτια μας, αφ’ ενός μεν διότι είχε τότε νυκτώσει αρκετά, και μία από τας πρώτας διατάξεις του στρατού κατοχής απηγόρευεν την κυκλοφορίαν κατά τας νυκτερινάς ώρας, αφ’ ετέρου δε διότι υπό της διευθύνσεως των εργοστασίων ζυθοποιίας ‘Όλυμπος’ εδηλώθη εις όλον εκεί τον πανηγυρίζοντα λαόν και στρατόν ότι ο ζύθος του εργοστασίου εξηντλήθη».

γ. Η είσοδος του διαδόχου Κωνσταντίνου στην πόλη

Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου έφθασε στο σιδηροδρομικό σταθμό Μοναστηρίου η αμαξοστοιχία που μετέφερε το διάδοχο με το επιτελείο του. Κατευθύνθηκε στο διοικητήριο, όπου υψώθηκε για πρώτη φορά η ελληνική σημαία, και στη συνέχεια οργανώθηκε η έπαρση της σημαίας στο Λευκό Πύργο, για να επισφραγιστεί η ελληνική κυριαρχία. Στις 8 π.μ. συναντήθηκε με τον Ταχσίν πασά και μέλη του προξενικού σώματος. Ο τούρκος αρχιστράτηγος με επίσημη περιβολή και σε κλίμα συγκινησιακής φόρτισης άρθρωσε λίγες λέξεις, παρέδωσε και επίσημα την πόλη και αποχώρησε. Κατά τις 11 π.μ. ο διάδοχος έφιππος, φέροντας στολή αντιστρατήγου εκστρατείας και ακολουθούμενος από τους επίσης έφιππους πρίγκιπες Νικόλαο, Ανδρέα, Χριστόφορο και Γεώργιο, τον επιτελάρχη Δαγκλή, ανώτερους έφιππους αξιωματικούς, ιππικό και την 1η Μεραρχία, διήλθε μέσω των οδών Βαρδαριού (σημερινής Εγνατίας), Αγοράς και Σαμπρή πασά (σημερινής Βενιζέλου) και κατέληξε στο σημαιοστολισμένο ναό του Αγίου Μηνά, όπου λόχος ευζώνων παρατεταγμένων φύλασσε την τάξη. Ακολούθησε δοξολογία παρουσία πολλών επισήμων, ανάμεσα στους οποίους οι πρόξενοι της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Γερμανίας, της Ρωσίας, της Αυστρίας, της Περσίας και της Δανίας κατά τη Μεταλλινού.

Ο Περικλής Αργυρόπουλος, που εν τω μεταξύ είχε οριστεί νομάρχης, αναφέρει πως παρέστη μόνον ο πρόξενος της Ιταλίας, η οποία την τελευταία τριετία ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Τουρκία. Παραβρέθηκαν επίσης ο μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος, ο πρωθιερέας της Αρμενικής Κοινότητας, ο σέρβος πρωθιερέας, ο βούλγαρος αρχιμανδρίτης, ο αρχιραβίνος και οι αντιπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας. Όλους τους επίσημους υποδέχθηκαν και καθοδήγησαν στις θέσεις τους οι επιφανείς Θεσσαλονικείς και εθνικοί εργάτες Αθ. Μάνος, Γ. Διβόλης και Δ. Κοντορέπας, κοσμήτορες του γεγονότος. Μετά το πέρας της δοξολογίας ο διάδοχος επέστρεψε στο διοικητήριο και κατά τη 1.30 μ.μ. πραγματοποιήθηκε ενώπιόν του παρέλαση του ελληνικού στρατού, ήτοι της 1ης Μεραρχίας, που είχε εισέλθει πριν από λίγες μόνο ώρες στην πόλη. Εν συνεχεία δέχθηκε στη μεγάλη αίθουσα του πρώτου ορόφου τις αρχές της πόλης, τους θρησκευτικούς αρχηγούς και τους προξένους. Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Χριστοδούλου: «Και τότε είχομεν την ευτυχή στιγμήν του βίου μας να χαιρετίσωμεν την επίσημον είσοδον του Στρατηγείου, με επί κεφαλής τον Διάδοχον Κωνσταντίνον, ηκολούθει δε στρατός, κατά το πλείστον από περιοχάς της Θεσσαλίας με επί κεφαλής την στρατιωτικήν μουσικήν, παιανίζουσαν το θούριον ‘Μαύρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά’. Δεν κατορθώσαμεν να εισέλθωμεν εις τον Ναόν, μας εδόθη όμως η ευκαιρία να χαιρετίσωμεν τους αξιωματικούς και τους στρατιώτας της θριαμβευτικής αυτής παρελάσεως». Ο διάδοχος και οι πρίγκιπες κατέλυσαν στο ξενοδοχείο «Σπλέντιτ».

δ. Είσοδος ελληνικού στρατού – Οι επευφημίες του κόσμου

Ήδη από τις 27 Οκτωβρίου εισήλθαν στην πόλη τμήματα του ελληνικού στρατού (η 7η Μεραρχία κατά τις 8 το πρωί σταμάτησε στο σιδηροδρομικό σταθμό Μοναστηρίου – Θεσσαλονίκης, περιοχή που θεωρούταν εκείνη την εποχή προάστιο, και εγκατέστησε το στρατηγείο της). Ο κύριος όγκος όμως έφθασε στις 28 του μήνα. Περί ώρα 10.30 π.μ. στην πόλη εισήλθε η ένδοξη 1η Μεραρχία, οι άνδρες της οποίας είχαν λάβει μέρος σε όλες τις μάχες. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας διατάχθηκε να εισέλθει στην πόλη και η δεύτερη.

Επικρατούσε διαρκής βροχή. Οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες ήταν σχεδόν ρακένδυτοι και ταλαιπωρημένοι λόγω των κακουχιών που είχαν αντιμετωπίσει κατά τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων που προηγήθηκαν. Διότι εκτός των πολεμικών πυρών, της κούρασης και της πείνας είχαν να αντιμετωπίσουν και τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Είχαν όμως το σθένος, αν και «περίβρεκτοι μέχρις όστεων», να ανταποκρίνονται στους ενθουσιώδεις χαιρετισμούς των πολιτών.

Οι μόνοι που απείχαν των έξαλλων πανηγυρισμών των τελευταίων δύο ημερών, της 27ης και της 28ης Οκτωβρίου, ήταν οι τουρκικές αρχές και οι περιπολίες, που κατηφείς και περίλυπες παρατηρούσαν τα τεκταινόμενα ως απλοί θεατές. Οι συμπολίτες Ισραηλίτες παρά την αρχική τους επιφυλακτικότητα, αφού συνειδητοποίησαν το δεδομένο της κατάληψης της πόλης από τον ελληνικό στρατό, άρχισαν και αυτοί να μετέχουν της γενικής χαράς.

Περιγράφει η Μεταλλινού: «Διερχόμενοι την οδόν Εγνατίας εδέχοντο βροχήν ανθέων, δαφνών, κουφέτων και ζητοκραυγών. Άπαντες οι εξώσται και τα παράθυρα ήσαν υπερπλήρη κόσμου ωσαύτως και οι οδοί κατάμεστοι, παρακωλύοντες την ελευθέραν διέλευσιν των λεβέντηδων. Άπαντες οι στρατιώται καίτοι υποφέροντες εξ υπερκοπώσεως και μεθ’ όλων των πολεμικών εξαρτημάτων επ’ ώμου, ευσταλείς και με το χαμόγελο στα χείλη αντεχαιρέτουν τους πάντας. Όπως ήσαν αξύριστοι, οι δυστυχείς κατάμαυροι εκ του πυρός και του σιδήρου, καταλασπωμένοι και σχεδόν ρακένδυτοι εκ των εχθρικών οβίδων και βλημάτων, κατησπάζοντο καθ’ οδόν πάντας και εδέχοντο τα συγχαρητήρια των κατοίκων. Παραπλεύρως αυτών ευθυτενείς διακρίνοντο οι αξιωματικοί αυτών, οι ανώτεροι αυτών, έφιπποι εχαιρέτων διά της κλίσεως της σπάθης των, το ακράτητον εξ ενθουσιασμού και σχεδόν εκ παραφροσύνης εκ πατριωτισμού πλήθος».

Ο δε ιταλός δημοσιογράφος Μοτέτι αναφέρει ότι στη Θεσσαλονίκη υποδέχθηκε ο κόσμος τον ελληνικό στρατό, όπως υποδέχονται έναν σωτήρα, και συνεχίζει: «Όπου και αν εισήρχετο Έλλην στρατιώτης, σε κατάστημα, σε ξενοδοχείον, σε καφενείον, οι ιδιοκτήται τον υπεδέχοντο εγκαρδιώτατα και του παρείχον πάσαν περιποίησιν αφιλοκερδέστατα».
Τέλος αντιπροσωπευτικό της λαχτάρας όλων των Ελλήνων να συμμετέχουν σε αυτή τη μοναδική εορτή είναι και το δημοσίευμα της εφημερίδας «Εμπρός» της Θεσσαλονίκης (27/10/1912), που αφορούσε στους στοιχειοθέτες της: «Αύριο θα εξεδίδομεν το ‘Εμπρός’. Αλλ’ οι εργάται στοιχειοθέται μας δεν συγκρατούνται από ενθουσιασμόν και θέλοντες να παρακολουθήσουν την θριαμβευτικήν είσοδον του Στρατού μας δεν εννοούν να εργασθούν. Δεν τους αδικούμεν! Πότε άλλοτε θα δυνηθούν να παρακολουθήσουν το ένα τόσον μέγα εθνικόν και ιστορικόν γεγονός; Δεν μπαίνει τροπαιούχος και νικηφόρος καθ’ εκάστην ο ελληνικός στρατός εις Θεσσαλονίκην. Ας μας συγχωρήσωσιν λοιπόν οι αναγνώσται και ας δικαιολογήσουν επί τέλους και τους στοιχειοθέτας μας δικαίως επιθυμούντες να θεραπεύσωσι μιαν Εθνικήν έφεσιν».

ε. Η είσοδος του βασιλέως Γεωργίου στην πόλη

Από το πρωί της Δευτέρας 29 Οκτωβρίου άρχισαν οι προετοιμασίες για την υποδοχή του βασιλέως Γεωργίου. Η άμαξα έφτασε στο σιδηροδρομικό σταθμό Μοναστηρίου κατά τις 10.30 π.μ. Εύζωνοι, ιππείς και στρατός ήταν παρατεταγμένοι στο σιδηροδρομικό σταθμό αλλά και εκατέρωθεν των πεζοδρομίων, σε κάθε οδό απ’ όπου θα περνούσε η πομπή παρά τη συνεχόμενη και ορμητική βροχή. Με την άφιξη της αμαξοστοιχίας, που έφερε το βασιλέα, η στρατιωτική μουσική παιάνισε τον εθνικό ύμνο υπό τα χειροκροτήματα του συγκεντρωμένου πλήθους. Τον Γεώργιο ανέμεναν ο διάδοχος με τους πρίγκιπες, οι μητροπολίτες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι επιτελείς αξιωματικοί, οι μέραρχοι, ο κοινοτικός αντιπρόσωπος και διευθυντής της εφημερίδας «Νέας Αλήθειας» Ιωάννης Κούσκουρας, οι ελληνικές αρχές της πόλης, τοπικοί άρχοντες και κάποιοι πρόξενοι. Ο βασιλέας, αφού επιθεώρησε τμήμα ευζώνων, έφιππος, ηγήθηκε στρατιωτικής πομπής έχοντας στο πλάι του το διάδοχο. Προηγούταν και επόταν ύλη ιππικού. Η πομπή διέσχισε την οδό 26ης Οκτωβρίου, πέρασε από το Βαρδάρι, την Εγαντία, τη Σαμπρί πασά (σημερινή Βενιζέλου), την παραλιακή και κατέληξε στο πεδίο του Άρεως (σημερινό Γ’ Σώμα Στρατού). Όλα τα παράθυρα και τα μπαλκόνια σε κάθε σημείο της διαδρομής ήταν γεμάτα από κόσμο που έφερε ελληνικές σημαίες και έραινε με άνθη τον έλληνα ηγέτη. Αναφέρει χαρακτηριστικά η Μεταλλινού: «Ο ενθουσιασμός ο καταλαβών το πλήθος ήτο ανώτερος πάσης περιγραφής. Σημαίαι εσείοντο διαρκώς, πίλοι ερρίπτοντο εις τον αέρα και χειροκροτήματα ατελεύτητα μετά ζητοκραυγών εδόνουν τον αέρα, επί τη θέα του Βασιλέως, όστις εχαιρέτα στρατιωτικώς τους πάντας μειδιών».

Την ώρα που η πομπή περνούσε από το Λευκό Πύργο, υψώθηκε η ελληνική σημαία, η οποία χαιρετίστηκε με 21 κανονιοβολισμούς. Κατά το γνωστό συγγραφέα και ιστοριοδίφη της πόλης μας Γιάννη Μέγα την έπαρση της σημαίας ανέλαβε ο τότε αξιωματικός, μετέπειτα υπουργός, Αλέξανδρος Ζάννας κατά περιγραφή του ιδίου. Η περιγραφή όμως του Ζάννα είναι ασαφής, διότι μνημονεύει το πρωινό της εισόδου του βασιλέως και της βασιλικής οικογένειας στην πόλη μεν, γεγονός που παραπέμπει στην 29η Οκτωβρίου, στη συνέχεια όμως αναφέρεται σε χρονική περίοδο 36 ωρών ελληνικής κατοχής της πόλης, στοιχείο που παραπέμπει στην 28η Οκτωβρίου. Σύμφωνα επίσης με όσα ο ίδιος καταμαρτυρεί ανέβηκε στο Λευκό Πύργο και είδε πως οι Τούρκοι είχαν αφαιρέσει το σκοινί από τον ιστό. Βρέθηκε από τα τριγύρω καράβια ένας μούτσος, ο οποίος παρά το επικίνδυνο του εγχειρήματος ανέβηκε στον ιστό με επιτηδειότητα και ταχύτητα και πέρασε το σχοινί. Εφόσον η σημαία είχε υψωθεί, όπως είναι και το πιο πιθανόν για πρώτη φορά στις 28 Οκτωβρίου, στις 7 το πρωί, κατόπιν εντολής του διαδόχου, όπως αναφέραμε σε προηγούμενο κεφάλαιο, η απώλεια του σχοινιού από τον ιστό θα γινόταν αντιληπτή τότε για πρώτη φορά. Κατά τη γνώμη μου λοιπόν ο Ζάννας είχε συμβολή στην ανύψωση της σημαίας, αυτή όμως αφορά την πρώτη φορά, στις 28 του μήνα. Δεν πρέπει τέλος να αγνοήσουμε αυτά που καταθέτει η Μεταλλινού, ότι στις 29 του μήνα ο εθνικός μας ποιητής Σπύρος Ματσούκας, εμψυχωτής και μαχητής των πεδίων των μαχών, ανύψωσε στον ιστό του Λευκού Πύργου την κυανόλευκο.
Ο βασιλέας εγκαταστάθηκε στον «πατριαρχικόν οίκον» του Περικλή Χατζηλαζάρου επί της λεωφόρου των Εξοχών (σημερινή Βασιλίσσης Όλγας).
Χρονικό των γεγονότων

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 1912

Το τορπιλοβόλο 11 με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Νικόλαο Βότση βυθίζει την τουρκική κανονιοφόρο Φετχί Μπουλέντ (Καλή Νίκη) μέσα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ο Βότσης, επιχειρώντας από τη Σκάλα Ελευθεροχωρίου αργά το βράδυ, εισέρχεται στον οχυρωμένο κόλπο του Θερμαϊκού, χωρίς να γίνει αντιληπτός από τους προβολείς των φρουρίων του Καραμπουρνού. Εντοπίζει το τουρκικό θωρηκτό κατά τις 11.20 μ.μ., εκτοξεύει τρεις τoρπίλες και πλήττει καίρια το λεβητοστάσιο του σκάφους.

Σάββατο 19/Κυριακή 20 Οκτωβρίου 1912

Ελληνική νίκη στη μάχη των Γιαννιτσών, που ανοίγει το δρόμο για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, καθώς αποτελούσε την τελευταία γραμμή άμυνας, απέχοντας μόλις οκτώ ώρες πεζή από τη μακεδονική πρωτεύουσα. Ο ελληνικός στρατός απωθεί δύναμη 30.000 ανδρών του τουρκικού στρατού, οχυρωμένη σε ύψωμα δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, και εισέρχεται νικητής στα Γιαννιτσά, ιερή πόλη των μουσουλμάνων κατά την περίοδο εκείνη. Η πόλη παραδίδεται στις φλόγες πλην της χριστιανικής συνοικίας.

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 1912

Μουσουλμανικός όχλος προβαίνει σε θορυβώδεις διαδηλώσεις κατά των χριστιανών και σε λιθοβολισμό των ελληνικών καταστημάτων. Οι ξένοι υπήκοοι προσφεύγουν για προστασία στα προξενεία.

Τετάρτη 24/Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 1912

Ο τουρκικός στρατός της Μακεδονίας διαβαίνει τον Αξιό ποταμό. Σημειωτέον ότι οι Τούρκοι είχαν καταστρέψει όλες τις γέφυρες. Το Γενικό Στρατηγείο μετακινείται στην έπαυλη Τόψιν, όπου διεξάγονται διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους του τούρκου αρχιστράτηγου Χασάν Ταχσίν πασά για την παράδοση της πόλης. Στις 25 Οκτωβρίου τα ελληνικά στρατεύματα προελαύνουν και καταυλίζονται στην Πέλλα, στους Αγίους Αποστόλους και νοτιοανατολικά στις όχθες του Γαλλικού ποταμού.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 1912

Άνευ όρων παράδοση της πόλης στον ελληνικό στρατό, ο οποίος αρχίζει την προώθησή του προς αυτήν. Έπειτα από μακρές διαβουλεύσεις με τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Ρωσία) ο Ταχσίν πασάς πείθεται να εγκαταλείψει και τις τελευταίες αξιώσεις του για διατήρηση οπλισμού 5.000 τούρκων στρατιωτών. Αργά το βράδυ εισέρχονται στην πόλη οι έλληνες αξιωματικοί Βίκτωρ Δούσμανης και Ιωάννης Μεταξάς και υπογράφουν μαζί με τον τούρκο διοικητή το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης.

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 1912

Εισέρχονται στην πόλη ελληνικά τμήματα στρατού. Αιχμαλωτίζονται 25.000 τουρκικού στρατού, ενώ οι περίπου 1.000 αξιωματικοί διατηρούν τα ξίφη τους και αφήνονται ελεύθεροι. Ο μητροπολίτης Γεννάδιος μαζί με τον πρωτοσύγκελο της ιεράς μητροπόλεως μεταβαίνει εις Τόψιν, για να συγχαρεί εκ μέρους της ελληνικής κοινότητας τον ένδοξο στρατηλάτη Κωνσταντίνο και τον ελληνικό στρατό. Ο λοχαγός του πυροβολικού Εξαδάκτυλος (γνωστός Μακεδονομάχος και πρώην υπάλληλος του προξενείου) και ο Ίωνας Δραγούμης υψώνουν την ελληνική σημαία στον ιστό του προξενείου.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 1912

Βουλγαρικά τμήματα υπό το στρατηγό Θεοδορόφ (Todorov) κατευθύνονται προς την πόλη. Οι ελληνικές στρατιωτικές αρχές ειδοποιούν τα τμήματα αυτά για την κατάληψη της πόλης και παρεμβάλλουν μεταξύ των Βουλγάρων και της πόλης την 7η Μεραρχία. Η 1η Μεραρχία καταφθάνει στην πόλη. O αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος εισέρχεται στη Θεσσαλονίκη και κατευθύνεται στο διοικητήριο. Υψώνεται η ελληνική σημαία και στη συνέχεια ο διάδοχος με τη συνοδεία του διασχίζει τις οδούς Βαρδαρίου, Αγοράς, Σαμπρή πασά και καταλήγει στο σημαιοστολισμένο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Μηνά, όπου ψάλλεται η ευχαριστήρια δοξολογία χοροστατούντος του μητροπολίτη Γενναδίου. Το διάδοχο και τους επισήμους υποδέχονται και καθοδηγούν οι επιφανείς Θεσσαλονικείς και εθνικοί εργάτες Αθ. Μάνος, Γ. Δίβολης και Δ. Κοντορέπας. Υψώνεται η ελληνική σημαία στο Λευκό Πύργο.

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 1912

Ο βασιλεύς Γεώργιος ο Α’ καταφθάνει στη Θεσσαλονίκη συνοδευόμενος από το διάδοχο και τους λοιπούς πρίγκιπες. Γνωρίζει την αποθέωση από τους έλληνες κατοίκους έστω και υπό βροχή. Η έφιππη βασιλική ακολουθία διέρχεται την πόλη μέσω της παραλιακής οδού και καταλήγει στην οικία Χατζηλαζάρου, που θα χρησιμοποιούταν ως βασιλική κατοικία και φρουρούταν από την ανακτορική φρουρά. Στρατιωτικός διοικητής ορίζεται ο πρίγκιπας Νικόλαος. Παράλληλα την ίδια ημέρα κατόπιν αδείας βουλγαρικός στρατός υπό το στρατηγό Θεοδορόφ (Todorov) μαζί με το διάδοχο Βορίδα (Boris) και τον πρίγκιπα Κύριλλο (Cyril) εισέρχεται στη Θεσσαλονίκη. Εκτός του βουλγαρικού εισέρχεται στην πόλη και ελάχιστος σερβικός στρατός. Το μεγαλύτερο τμήμα των βουλγαρικών μονάδων αναχωρεί πέντε ημέρες αργότερα.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 1912

Εξ Αθηνών εισέρχεται στην πόλη με το ατμόπλοιο «Αρκαδία» ως εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης ο μακεδόνας υπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Ρακτιβάν και διορίζεται γενικός διοικητής των καταληφθεισών χωρών. Συνοδεύεται από επιτελείο ανώτερων διοικητικών, δικαστικών, οικονομικών και διπλωματικών υπαλλήλων για την αντιμετώπιση τοπικών διοικητικών θεμάτων. Μαζί του αφικνούνται και 168 άνδρες της Κρητικής Χωροφυλακής με επικεφαλής τον αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Ανδρέα Μομφεράτο, επιφορτισμένοι με το έργο της τήρησης της τάξης και της ασφάλειας στην πόλη.

Δημοσιεύτηκε στη «Μακεδονία της Κυριακής» στις 23 Οκτωβρίου 2016

Ο Νικόλαος Βότσης και η βύθιση του Τουρκικού θωρηκτού Φετχί-Μπουλέντ στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (18 Οκτωβρίου 1912)

Εισαγωγή – Το Ελληνικό ναυτικό στον Ά Βαλκανικό Πόλεμο

Με την έκρηξη του Ά Βαλκανικού Πολέμου, οι Ελληνικές ναυτικές δυνάμεις ενισχυμένες από την παρουσία του θωρηκτού Αβέρωφ, δεν τήρησαν αμυντική στάση έναντι του σαφώς ισχυρότερου Τουρκικού στόλου, αλλά αντιθέτως ακολούθησαν μια άκρως επιθετική πολιτική. Το σύνολο του Ελληνικού στόλου υπό την ηγεσία του Πλοιάρχου Κουντουριώτη απέπλευσε από το Φάληρο στις 5 Οκτωβρίου και έπλευσε απευθείας προς την Λήμνο την οποία απελευθέρωσε αιφνιδιαστικά, μόλις 24 ώρες μετά την κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου.

Το λιμάνι της απελευθερωμένης Λήμνου, λόγω της στρατηγικής του σημασίας στην «καρδιά» του Βόρειου Αιγαίου και κοντά στα Δαρδανέλια, θα αποτελούσε το ορμητήριο του Ελληνικού στόλου καθ΄ όλη τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου, ο Ελληνικός στόλος με επικεφαλής το θωρηκτό «Αβέρωφ» διεξήγαγε συνεχώς περιπολίες στο Βόρειο Αιγαίο περιμένοντας την έξοδο του Τουρκικού στόλου από τα Δαρδανέλια, ενώ μικρότερες Ελληνικές ναυτικές μοίρες εκμεταλλευόμενες την Τουρκική αδράνεια αποβίβαζαν αγήματα ναυτών και απελευθέρωναν διαδοχικά τα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου.

Ο Νικόλαος Βότσης και τα προηγηθέντα της βύθισης

Νικόλαος Βότσης
Ο πλοίαρχος Κουντουριώτης είχε αναθέσει σε μια μοίρα του στόλου να επιτηρεί την θαλάσσια ζώνη ανάμεσα στο Λιτόχωρο, την Κατερίνη και τον κόλπο του Θερμαϊκού προσφέροντας βοήθεια και ανεφοδιασμό στον προελαύνοντα Ελληνικό στρατό. Στην μοίρα αυτή είχαν ενταχθεί μικρές και χαμηλής δυναμικότητας ναυτικές μονάδες όπως το παλιό ναρκοβόλο «Κανάρης» που το χρησιμοποιούσαν ως πλοίο εφοδιασμού, η ναρκοθέτιδα «Άρης» και το «τορπιλοβόλο 11» με πλοίαρχο τον Νικόλαο Βότση1.

Ο Βότσης ήταν ένας αρκετά έμπειρος και μορφωμένος αξιωματικός καθώς είχε φοιτήσει στην σχολή Ναυτικών Δοκίμων από το 1892 έως το 1896 ενώ είχε λάβει μέρος και στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 υπηρετώντας στο θωρηκτό «Ύδρα». Από την έναρξη του πολέμου δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από τα «εύκολα» και ακίνδυνα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί. Έτσι ζητούσε επίμονα την άδεια τόσο από τον ναύαρχο του στόλου Παύλο Κουντουριώτη, όσο και από το Υπουργείο Ναυτικών, να δοκιμάσει μια παράτολμη επίθεση κατά Τουρκικών πλοίων, είτε στο λιμάνι της Σμύρνης, είτε στα Δαρδανέλια είτε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Τελικώς, το Υπουργείο Ναυτικών, μετά από δισταγμούς λόγω του μεγάλου βαθμού δυσκολίας του εγχειρήματος, έδωσε άδεια στον Βότση να δοκιμάσει τον τορπιλισμό του «Φετχί Μπουλέντ» που ήταν αγκυροβολημένο εντός του λιμανιού της Θεσσαλονίκης.

Στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, από την έναρξη του πολέμου, ήταν αγκυροβολημένα πολλά πολεμικά πλοία Ευρωπαϊκών Χωρών, με κύρια αποστολή την προστασία των Ευρωπαίων που βρίσκονταν στην πόλη εν όψει των ραγδαίων και απρόσμενων εξελίξεων. Ανάμεσα σε αυτά βρισκόταν και το παλαιό Τουρκικό θωρηκτό (θωρακοδρόμων) «Φετχί Μπουλέντ» (Feth-i-Bulend)2. Το πλοίο είχε παραγγελθεί και ναυπηγηθεί το 1871 στην Αγγλία και είχε επισκευασθεί εκ νέου το 1907 για να χρησιμοποιηθεί στον Ιταλοτουρκικό πόλεμο. Κατά την επισκευή αυτή, το πλοίο εξοπλίστηκε με νεότερα τηλεβόλα τύπου Κρουπ μεγάλης εμβέλειας. Το Θωρηκτό δεν βρισκόταν με τον υπόλοιπο Τουρκικό στόλο στα Δαρδανέλια αφού ουσιαστικά είχε τεθεί εκτός υπηρεσίας τα τελευταία χρόνια, ενώ τα πυροβόλα του είχαν αφαιρεθεί από το κατάστρωμα του και είχαν τοποθετηθεί στο Καραμπουρνού, (όπως και οι 90 ναύτες του πληρώματος που τα χειρίζονταν), για να ενισχύσουν την άμυνα του λιμανιού. Ουσιαστικά οι Οθωμανικές αρχές χρησιμοποιούσαν το «Φετχί Μπουλέντ» ως πλοίο διοίκησης και τυπικά κυβερνήτης του ήταν ο εκάστοτε ναυτικός διοικητής της Θεσσαλονίκης.

Η βύθιση του «Φετχί Μπουλέντ» στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Τορπιλοβόλο του ελληνικού ναυτικού

Την νύχτα της 18ης Οκτωβρίου, ο υποναύαρχος Βότσης αποφάσισε να εισέλθει με το «τορπιλοβόλο 11» στον Θερμαϊκό κόλπο και να βυθίσει το απαρχαιωμένο Τουρκικό θωρηκτό. Το εγχείρημα αυτό φαινόταν ακατόρθωτο, καθώς τα στενά του λιμανιού της Θεσσαλονίκης φυλάσσονταν από το φρούριο του Καραμπουρνού το οποίο ήταν εξοπλισμένο με μεγάλου διαμετρήματος τηλεβόλα, τα νερά στο στόμιο του κόλπου ήταν αβαθή και ναρκοθετημένα, ενώ ένας μεγάλος προβολέας σάρωνε την περιοχή και επιτηρούσε άγρυπνα την είσοδο του λιμανιού.

Ο Βότσης όμως δεν δίστασε μπροστά στις δυσκολίες αυτές, ενθαρρυμένος από έγκυρες πληροφορίες που του έδωσαν Έλληνες πεπειραμένοι ναυτικοί (Νικόλας Βλαχόπουλος, Μιχάλης Κουφός) της περιοχής που γνώριζαν τα νερά αποφάσισε να δοκιμάσει το ακατόρθωτο. Αργά την νύχτα κατάφερε με την καθοδήγηση των δύο ψαράδων που βρίσκονταν ανάμεσα στο πλήρωμα, να εισέλθει στο Θερμαϊκό με το «τορπιλοβόλο 11» χωρίς να γίνει αντιληπτός από τα παραθαλάσσια Τουρκικά φρούρια, ελισσόμενος ανάμεσα σε νάρκες, αποφεύγοντας κάποια αβαθή σημεία του κόλπου χάρις το μικρό βύθισμα που είχε το πλοίο του.

Ο Βότσης είχε ακριβείς πληροφορίες για τη θέση στο λιμάνι που ήταν αραγμένο το «Φετχί Μπουλέντ» από τον αξιωματικό του Ελληνικού ναυτικού Αντώνη Κριεζή που είχε υπηρετήσει ως ναυτικός ακόλουθος στην Ελληνική πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη. Για τον λόγο αυτό, έπλευσε αμέσως προς το Τουρκικό θωρηκτό από ανατολικά καθώς μόνο από εκεί μπορούσε να το χτυπήσει χωρίς να διακινδυνέψει να πετύχει πλοία άλλων χωρών, κάτι που θα προκαλούσε αναμφίβολα σοβαρό διεθνές διπλωματικό επεισόδιο.

Το Ελληνικό τορπιλοβόλο πλησίασε το «Φετχί Μπουλέντ» και από απόσταση 150 μέτρων το έπληξε με τρεις παλαιού τύπου τορπίλες3 κατασκευής του 18704. Παρά την παλαιότητά τους, οι δύο από τις τρεις τορπίλες έπληξαν με μεγάλη ακρίβεια το παροπλισμένο Τουρκικό Θωρηκτό σε καίριο σημείο στην μέση του σκάφους προκαλώντας του ανεπανόρθωτες ζημιές.

Τα υπολείμματα του Φετχί Μπουλέντ όπως φαίνονταν στον Θερμαϊκό

Το Τουρκικό πλοίο άρχισε να μπάζει νερά και να βυθίζεται ταχύτατα γέρνοντας προς τα δεξιά. Η τρίτη τορπίλη δεν βρήκε τον στόχο της αλλά εξερράγη πάνω στον κυματοθραύστη δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο που ξάφνιασε και κατατρόμαξε τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης λόγω και του νυχτερινού της ώρας. Οι εφημερίδες της εποχής ανέφεραν ότι η λάμψη από την ανατίναξη του «Φετχί Μπουλέντ» φώτισε σαν στιγμιαίο πυροτέχνημα την νύχτα της πόλης. Οι απώλειες του πληρώματος ήταν 13 ναύτες νεκροί καθώς και ο ιμάμης του σκάφους.

Το «τορπιλοβόλο 11» υπό τον Βότση έσπευσε να βγει από τον Θερμαϊκό εκμεταλλευόμενο και τον πλήρη αιφνιδιασμό των Τούρκων από την απρόσμενη και «θρασύτατη» αυτή επίθεση. Τα τηλεβόλα του Καραμπουρνού έριξαν βολές προς το « τορπιλοβόλο 11» οι οποίες όμως ήταν όλες άστοχες. Χαρακτηριστικό της ευτολμίας του Ελληνικού πληρώματος και του διοικητή του, ήταν ότι το «τορπιλοβόλο 11» ανέκρουσε πρύμνη και απάντησε με βολές στα πυρά αυτά.

Συμπέρασμα

Αναμφίβολα, το παροπλισμένο θωρηκτό «Φετχι Μπουλέντ» δεν είχε την παραμικρή υπηρεσιακή αξία για το τουρκικό ναυτικό την εποχή εκείνη. Για τον λόγο αυτό, η βύθισή του από τον Βότση δεν επηρέασε αποφασιστικά την πορεία των θαλασσίων επιχειρήσεων στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο. Είναι όμως επίσης σίγουρο πως η τολμηρή αυτή επίθεση του Βότση εντός του σημαντικότερου λιμανιού της πρωτεύουσας της Μακεδονίας που θεωρητικώς ήταν απολύτως ασφαλές, κατάφερε μεγάλο πλήγμα στο ηθικό των Τούρκων εξυψώνοντας αντιστοίχως το φρόνημα των πληρωμάτων του Ελληνικού στόλου, αλλά και του Ελληνικού λαού γενικότερα5.

Η σημασία του τορπιλισμού για τους Έλληνες φαίνεται και από το γεγονός ότι μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, οι Ελληνικές Αρχές χρησιμοποίησαν το κατάρτι του «Φετχί Μπουλέντ» ως ιστό για την Ελληνική σημαία που υψώθηκε στον Λευκό Πύργο και που συμβόλιζε την Ελληνική κυριαρχία στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας, ιστός που μάλλον παραμένει εκεί ως και σήμερα.

Η μεγάλη αυτή ναυτική επιτυχία αποτέλεσε τον μικρό ταιριαστό πρόλογο για τις δύο μεγάλες ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου που ακολούθησαν και που εδραίωσαν τον Ελληνικό στόλο ως απόλυτο κυρίαρχο της θάλασσας του Αιγαίου, σηματοδοτώντας την απελευθέρωση των νησιών του Αιγαίου. Επίσης η επιτυχία του Βότση, προανήγγειλε την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τον επελαύνοντα Ελληνικό στρατό που επετεύχθη λίγες μέρες μετά τον τορπιλισμό.

I. B. Δ.

Επίμετρον 1

Το άγαλμα του Ν. Βότση μπροστά στον Λευκό Πύργο
Να πώς περιγράφει το γεγονός ο ίδιος ο υποπλοίαρχος Βότσης σε αναφορά του προς το τότε υπουργείο Ναυτικών την καταδρομική επιχείρηση του τορπιλοβόλου 11 και την βύθιση του τούρκικου θωρηκτού στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης:

“Απέπλευσα εκ Λιτοχώρου την πρωίαν και κατέπλευσα εις Σκάλαν Ελευθεροχωρίου, όπου παρέμεινα μέχρι 9ης εσπέρας, οπότε απέπλευσα διά την επίθεσιν. ”Το Καραμπουρνού εφώτιζε συνεχώς την θάλασσαν διά των προβολέων του, αλλά διήλθον απαρατήρητος μεταξύ Καραβοφανάρου και Βαρδάρη. Κατόπιν έφθασα εις τον λιμένα της Θεσσαλονίκης και την 11 και 20΄ διέκρινα άνευ αμφιβολίας το Τουρκικόν θωρηκτόν ανάπρωρον (εστραμμένον) προς τον πνέοντα Μέσην (Β.Α.) εις την δυτικήν άκραν του κυματοθραύστου. ”Εις την αντίθετον δεξιάν άκραν (συνήθη τόπον αγκυροβολίας) υπήρχε Ρωσσικόν πολεμικόν, υποθέτω και άλλα. Εχώρησα ήρεμα, πάντοτε απαρατήρητος και κατηύθυνα την πρώραν εις το μέσον του Τουρκικού θωρηκτού. Εξεσφενδόνισα πρώτον την δεξιάν πρωραίαν τορπίλην την 11 και 35΄ από αποστάσεως 150 μέτρων. Έστρεψα είτα ολίγον αριστερά προχωρών και εξεσφενδόνισα την αριστεράν. Ανεπόδισα τότε ολοταχώς όπως απομακρυνθώ της εκρήξεως. Της πρώρας του πλοίου μου στρεφούσης ήδη αριστερά, εξεσφενδόνισα και την του καταστρώματος τορπίλλην, ήτις όμως εξέκλινε και εξερράγη, μετά τας πρώτας ταυτοχρόνους εκρήξεις, επί του κυματοθραύστου μετά κρότου μεγάλου, ον προς στιγμήν ενομίσαμεν ως πυροβολισμόν εκ ξηρας.

Άμα τη πρώτη εκρήξει παρετηρήθη κίνησις φώτων επί του εχθρικού πλοίου και συρίγματα. Τα διαμερίσματα των αξιωματικών ήσαν φωτισμένα. Η έκρηξις εγένετο ολίγον πρώραν της καπνοδόχου δεξιά. Καπνός εξήλθεν άφθονος εκ της καπνοδόχου.

Ολοταχώς πλέων τότε εξείλθον, άνωθεν της γραμμής των έξω του λιμένος βυθισμένων τορπιλλών, στηριζόμενος εις το βύθισμα του πλοίου μου και διήλθον προ του Καραμπουρνού, το οποίο ειδοποιηθέν φαίνεται εν τω μεταξύ εκ Θεσσαλονίκης ήναψε πάντας τους προβολείς του. Διήλθον εν τούτοις και πάλιν απαρατήρητος και καθ΄ην στιγμήν εβρισκόμην απέναντι του Καραμπουρνού, κατά προηγούμενη υπόσχεσιν στους πυροβολητάς μου, διέταξα και έρριψαν επ΄ αυτού βολήν δια του ταχυβόλου των 37mm από απόστασιν 2.500 μέτρων…”

Πηγές

Κρόφορντ Πράις, Οι Βαλκανικοί Αγώνες», εκδόσεις Εκάτη

Βασίλειος Αναστασόπουλος, Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος (η μεγάλη εξόρμηση), εκδόσεις Περισκόπιο

Παντελής Καρύκας, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, εκδόσεις «Επικοινωνίες Α.Ε.»

Σόλων Γρηγοριάδης, Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913, εκδόσεις Φυτράκης

Στέλιος Κούκος, Ο Νικόλαος Βότσης και η βύθιση του «Φετχί Μπουλέντ, εφημερίδα Μακεδονία

1 Ο Νικόλαος Βότσης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1877, ο πατέρας του ήταν ο γιατρός Ιωάννης Βότσης και ήταν ανιψιός του Παύλου Κουντουριώτη, ενώ ο παππούς του Νικόλαος Βότσης ήταν ένας από τους πλέον φημισμένους αξιωματικούς του ναυτικού Αγώνα του 1821.

2 Το όνομα «Φετχί Μπουλέντ» σήμαινε στα Τουρκικά «καλοτυχία».

3 τύπου Whitehead

4 Να σημειωθεί ότι οι τορπίλες που χρησιμοποιήθηκαν στην επίθεση ήταν τόσο απαρχαιωμένες που αρχικώς στον ναύσταθμο δεν έβρισκαν θρυαλλίδα για να τις πυροδοτήσουν.

5 Η επιτυχία του Βότση αποθεώθηκε από τις εφημερίδες της εποχής.

www.istorikathemata.com

 

26 Οκτωβρίου 1912: Η Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

 

  • Φωτογραφία από την κατάληψη της Θεσσαλονίκης σε καρτ-ποστάλ της εποχής: Άνδρες του ελληνικού ιππικού εισέρχονται θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη.
Η κήρυξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου τον Οκτώβριο του 1912 αποτέλεσε τη συσσωρευμένη έκρηξη των παθών που οι βαλκανικοί λαοί είχαν επί αιώνες συσσωρεύσει εναντίον των Οθωμανών. Παρά τις αρχικές προβλέψεις, η κατάρρευση της Υψηλής Πύλης υπήρξε αναπάντεχα σύντομη. Τα μέτωπα του πολέμου υπήρξαν δύο, εκείνο της Θράκης με «έπαθλο» την ίδια την Κωνσταντινούπολη, και εκείνο της Μακεδονίας με κορύφωση την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης.
Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης υπήρξε, πριν ακόμη από την έναρξη του πολέμου, στρατηγική επιδίωξη των Ελλήνων.
Δεν ήταν μόνο τα απαράγραπτα ιστορικά δίκαια του ελληνισμού στην περιοχή, αλλά και η αδήριτη γεωστρατηγική ανάγκη για προσάρτηση των εύφορων μακεδονικών εδαφών που θα συντελούσαν αποφασιστικά στην οικονομική επιβίωση του έθνους. Για τους λόγους αυτούς οι εντολές του πρωθυπουργού Βενιζέλου προς τη στρατιωτική ηγεσία ήταν από την αρχή ξεκάθαρες και αποφασιστικές. Κεντρικός στόχος της στρατιάς Θεσσαλίας θα ήταν η απελευθέρωση της μακεδονικής πρωτεύουσας. Ο στόχος αυτός επιβεβαιώθηκε όταν απελευθερώθηκε η Κοζάνη, και κατέστη εφικτός αμέσως μετά την επική μάχη των Γιαννιτσών (19-20 Οκτωβρίου 1912).
Τα τελευταία συγκλονιστικά εικοσιτετράωρα πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έχουν συνοπτικά ως εξής: Στις 25 Οκτωβρίου 1912 το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο με επικεφαλής τον Αρχιστράτηγο και Διάδοχο Κωνσταντίνο εγκαταστάθηκε σε κτήριο στο χωριό Τόψιν (σημερινή Γέφυρα), λίγα μόλις χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη. Το αγρόκτημα ανήκε στον εβραίο μεγαλοκτηματία και τραπεζίτη Σαούλ Μοδιάνο.
Είχαν προηγηθεί οι κρίσιμες στιγμές της προέλασης του ελληνικού στρατού από τα Γιαννιτσά στη Θεσσαλονίκη υπό καταρρακτώδη βροχή. Ο ποταμός Αξιός είχε πλημμυρίσει, εμποδίζοντας την κίνηση των ελληνικών στρατιωτικών μονάδων. Ταυτόχρονα, πληροφορίες ανέφεραν ότι Βούλγαροι στρατιώτες βάδιζαν γοργά προς τη Θεσσαλονίκη.
Στις 3 τα ξημερώματα της 25ης Οκτωβρίου ο πρωθυπουργός Βενιζέλος τηλεφώνησε στον βασιλιά Γεώργιο, που βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια, ζητώντας του να διατάξει τον γιο του να προελάσει άμεσα προς τη Θεσσαλονίκη. «Σας καθιστώ προσωπικώς υπευθύνους διά την βραδύτητα με την οποία διεξάγετε τας επιχειρήσεις, αι οποίαι κινδυνεύουν να φέρουν τους Βουλγάρους πρώτους εις Θεσσαλονίκην», του έγραφε.
Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Έξι ελληνικές μεραρχίες, μονάδα ιππικού και ένα απόσπασμα Ευζώνων είχαν κυκλώσει τη Θεσσαλονίκη, έτοιμες να επιτεθούν μόλις λάμβαναν τη σχετική εντολή. Ένα λουτρό αίματος στη μακεδονική πρωτεύουσα ήταν πλέον πολύ πιθανό.
Την ίδια στιγμή οι οθωμανικές Αρχές της Θεσσαλονίκης, με τη μεσολάβηση των προξένων πολλών μεγάλων δυνάμεων, ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης. Τελικά, μετά από αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις, στις 17:30 το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου 1912 ο λοχαγός Αλέξανδρος Μαζαράκης παρέδωσε στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο επιστολή του Χασάν Ταξίν Πασά, διοικητή της 8ης στρατιάς του Οθωμανικού Στρατού, με την οποία γνωστοποιούνταν ότι οι οθωμανικές Αρχές της πόλης είχαν αποφασίσει την παράδοση της πόλης στους Έλληνες.
Ο Χασάν Ταξίν Πασάς (φωτ. αριστερά) επικρίθηκε έντονα –αλλά άδικα κατά τη γνώμη μου– τα επόμενα χρόνια για την απόφασή του να παραδώσει αμαχητί τη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος στις αναμνήσεις του δικαιολογεί εκείνη την απόφασή του και χαρακτηρίζει τραγική την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η οθωμανική φρουρά της πόλης. «Βρέθηκα μπροστά στο τραγικό δίλημμα της έσχατης αντίστασης ή της παράδοσης υπό όρους με την ευχή του λαού της πόλης, των πολιτικών Αρχών και των προξένων», σημειώνει. «Αφού αντιλήφθηκα με βαθύτατη ψυχική οδύνη ότι ήταν αδύνατο να συνεχισθεί ο αγώνας και ότι κάθε περαιτέρω προσπάθεια ήταν μάταιη, πήρα την τραγική αλλά αναπόφευκτη πλέον απόφαση να διαπραγματευθώ με τον αντίπαλο».
Αμέσως μόλις του επιδόθηκε η επιστολή του Ταξίν Πασά, ο Κωνσταντίνος διέταξε τον αντιστράτηγο Βίκτωρα Δούσμανη και τον Ιωάννη Μεταξά να μεταβούν στη Θεσσαλονίκη για να συντάξουν και να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Ταυτόχρονα, ο Κωνσταντίνος έστειλε επιστολή στον διοικητή των βουλγαρικών στρατιωτικών δυνάμεων, στρατηγό Θεοδορόφ, ενημερώνοντάς τον για την παράδοση της Θεσσαλονίκης στον ελληνικό στρατό.
Ήταν 21:30 το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912, ανήμερα του πολιούχου της Θεσσαλονίκης Αγίου Δημητρίου, όταν ο Δούσμανης και ο Μεταξάς έφτασαν στο Διοικητήριο προκειμένου να συναντήσουν τον Χασάν Ταξίν Πασά και να υπογράψουν το πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης. Λίγες ώρες αργότερα, στη 1:30 το πρωί, το πρωτόκολλο –που είχε συνταχθεί στα γαλλικά– υπογράφηκε από τους Οθωμανούς και τους Έλληνες. Το όνειρο των Ελλήνων και η πρόβλεψη του Βενιζέλου πως σε είκοσι μόλις μέρες ο ελληνικός στρατός θα απελευθέρωνε τη Θεσσαλονίκη, είχε γίνει πραγματικότητα.
Την ίδια στιγμή που οι Μεταξάς και Δούσμανης κατευθύνονταν στο Διοικητήριο, ενθουσιώδεις Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες κατευθύνονταν προς την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Ο Αλέξανδρος Ζάννας ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στη Θεσσαλονίκη, το βράδυ της 26ης Οκτωβρίου 1912. Μαζί του ήταν και αρκετοί Εύζωνες που επισκέφθηκαν αμέσως στο καφενείο Όλυμπος, βασικό σημείο συνάντησης των Θεσσαλονικέων.
Ο Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος Αρίστος Χασηρτζόγλου αφηγείται την αγωνία και την αδημονία των Θεσσαλονικέων για την επικείμενη είσοδο του ελληνικού στρατού: «Μα γιατί καθυστερούν, πρωί δεν μας είπαν και βράδυασε. Ξαφνικά γοργά ποδοβολητά αλόγων ακούστηκαν έξω από το μεγάλο εκείνο κέντρον κι ευθύς αμέσως ύστερα άνοιγε διάπλατα η βαρειά δρύινη και δίφυλλη τζαμόπορτα της μπυραρίας. Ήταν ένας αξιωματικός. Ένας Έλληνας αξιωματικός. Και ύστερα ένας άλλος. Και ύστερα και τρίτος. Γεια σας, είπαν λεβέντικα και βρόντηξαν τα σπιρούνια. Τόσο απλά, τόσο απλά και συνηθισμένα ήρθε στους ραγιάδες της Θεσσαλονίκης το πρώτο μήνυμα της ελευθερίας».
Εκείνο το βράδυ της 26ης προς 27η Οκτωβρίου 1912 κανένας από τους Έλληνες της πόλης δεν κοιμήθηκε. Τα νέα της εμφάνισης του ελληνικού στρατού διαδόθηκαν ταχύτατα και πλήθος από ελληνικές σημαίες γέμισαν τα μπαλκόνια της Θεσσαλονίκης. Στις 27 Οκτωβρίου ο Ίων Δραγούμης και ο λοχαγός Αθανάσιος Εξαδάκτυλος ύψωσαν την ελληνική σημαία στο κτήριο του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη. Λίγο αργότερα ο ποιητής Σπύρος Ματσούκας, συνοδευόμενος από τον ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό, έφτασε στο ναό του Αγίου Μηνά και απήγγειλε πατριωτικά ποιήματα, την ίδια ώρα που το συγκεντρωμένο πλήθος έψαλε το Χριστός Ανέστη. Η ιστορική εφημερίδα Μακεδονία του Ιωάννη Βελλίδη κυκλοφόρησε με τυπωμένη σε ολόκληρη την πρώτη σελίδα της την ελληνική σημαία, ενώ η Νέα Αλήθεια του Γιάννη Κούσκουρα είχε πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο «Ευλογημένος ο ερχόμενος». Την Κυριακή, 28η Οκτωβρίου 1912, εισήλθε στην πόλη και ο διάδοχος Κωνσταντίνος και εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, όπου υψώθηκε η ελληνική σημαία. Μια μέρα αργότερα έφθασε στην πόλη και ο βασιλιάς Γεώργιος. Η αρχή του ελεύθερου εθνικού βίου για τους Έλληνες της Θεσσαλονίκης είχε μόλις αρχίσει.
Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης,
Αναπληρωτής καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, ΑΠΘ.
  • Εικονογράφηση: Καρτ-ποστάλ από τη συλλογή της οικογένειας Ποταμιάνου (balkanwars.gr).

www.pontos-news.gr