Η μετάφραση του άρθρου μου για τις διαχρονικές ελληνο-αλβανικές σχέσεις, δημοσιευμένο στο πολύ γνωστό ένθετο «Milosao» στην αλβανική εφημερίδα «Gazeta Shqiptare», την προηγούμενη Κυριακή. Μια απάντηση που προηγήθηκε στην εθνικιστική ρητορική του Αλβανού Πρωθυπουργού.
Μπορείτε να μάθετε και αλήθειες τις οποίες έχουμε όλοι ανάγκη!

«Ορισμοί: Η μακραίωνη ιστορία των σχέσεων ανάμεσα σε Έλληνες και Αλβανούς εμφανίζει ένα πολύσημο και πολυσθενές από τα πιο απλά στη δομή τους, αλλά πολυδιάστατο ως προς το περιεχόμενο της πραγματικότητας στην οποία βρίσκονται. Το ελάχιστο που μπορούμε να πούμε, είναι ότι οι σχέσεις αυτές σε ιστορικό πλαίσιο, δεν έχουν χαρακτήρα αλληλο-εξαίρεσης. Και αν ακόμα δεν ακολουθούν ένα υπόστρωμα ομοιογενοποίησης, όπως στην περίπτωση των Αρβανιτών, έχουν στη βάση τους τη συνεργασία, την κατανόηση, την ανοχή, ως ουσιώδη μορφή της σταθερής πολύ-πολιτισμικότητας, ακόμα και σε περίοδο πολέμου. Πολιτικές διαστρωματώσεις που εξυπηρετούν εθνικές ή εφήμερες ανάγκες και γεωπολιτικά συμφέροντα, προσπαθούν, είτε να εμφανιστούν ως η

ουσία, είτε να εξαλείψουν την πραγματικότητα αυτή στις διμερείς σχέσεις, είτε να τις μετατρέψουν μονομερώς σε σχέσεις αντιπαλότητας. Στην πραγματικότητα όμως, ανεξάρτητα από το βάρος που έχουν οι πολιτικές διαστρωματώσεις, η πραγματικότητα στις σχέσεις αυτές παραμένει αναλλοίωτη.

Αντικειμενικότητα ανησυχιών του καθηγητή Μουζαφέρ Κορκούτι
Τελευταία, ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών της Αλβανίας, καθηγητής Μουζαφέρ Κορκούτι – Muzafer Korkuti, εξέφρασε δημοσίως την ανησυχία του για μια μαζική ανακύκλωση των ρομαντικών ιδεών του 19ου αιώνα σχετικά με την άμεση καταγωγή των Αλβανών από τους Πελασγούς, θέση την οποία επιδιώκουν να την προβάλουν είτε προσβάλλοντας (σ.σ: Με την έννοια πλήττοντας), μέχρι και την άρνηση, τον ελληνικό πολιτισμό, είτε προσπαθώντας ερασιτεχνικά να τον ιδιοποιηθούν. Ο καθηγητής Κορκούτι, αφού επισημαίνει ότι ανάμεσα σε Πελασγούς και εμφάνισης των Ιλλυριών μεσολαβεί τουλάχιστον μία χιλιετηρίδα και ότι θα πρέπει να απλώνουμε τα πόδια μας όσο έχουμε το πάπλωμα, υπογραμμίζει με μεγάλη ανησυχία ότι «δεν μπορεί να προστατευτεί η αρχαιότητα της αλβανικής γλώσσας και του αλβανικού λαού με ερασιτεχνισμό και από εθνικιστικές θέσεις».
Στην πραγματικότητα, είναι η τρίτη φορά που ανακυκλώνονται οι θέσεις αυτές, τη φορά αυτή όμως, με μεγαλύτερη καταχρηστική ένταση.

Η ΄΄ενοχή΄΄ των Αλβανών ρομαντικών στοχαστών του 19ου αιώνα
Εκείνοι που διατύπωσαν αυτή τη θέση, είναι οι στοχαστές του αλβανικού ρομαντισμού του 19ου αιώνα. Η θέση διατυπώθηκε απ΄ αυτούς για να ικανοποιήσουν το βασικό αίτημα της ιδεολογίας της εποχής για την διαμόρφωση του έθνους. Η αναφορά σε μια λαμπρή εθνο-γέννηση για τον αλβανικό λαό, βρέθηκε στην προσπάθεια ιδιοποίησης της δόξας του πολιτισμού της Δωδώνης και της αντίστοιχης ελληνικής μυθολογίας. Η μεταφορά αυτής της αφετηρίας από τους Ιλλυριούς στους Πελασγούς, έγινε διότι η μυθολογική ομίχλη σχετικά με τους Πελασγούς διασφάλιζε την απαιτούμενη λάμψη για μια φωτεινή εθνο-γέννηση.
Πρώτον, η εφεύρεση αυτή χαρακτηρίστηκε ως ομαλή, εφόσον οι αρχές της αλβανικής εθνικής ιδεολογίας, ήταν μια υιοθέτηση των αρχών της νέας ελληνικής εθνικής ιδεολογίας. Δεύτερον, εκείνη την εποχή, όπως παρατηρεί η Γαλλίδα βαλκανολόγος N. Clayer, η αλβανοσύνη καλλιεργούνταν μέσα από τον ελληνισμό. Τρίτον, οι Αλβανοί κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ζούσαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε χώρους με την πιο πλούσια και πιο δραστήρια κληρονομιά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, όπως ήταν ο πολιτισμός της Δωδώνης. Τέταρτον, οι περισσότεροι από τους ιδεολόγους της Αλβανικής Εθνικής Αναγέννησης φοίτησαν στα Ιωάννινα, είχαν ελληνική και όχι μόνο κουλτούρα.

Από την άλλη, η ιδιοποίηση αυτή δεν προκάλεσε την έχθρα της ελληνικής πλευράς, διότι αυτή είναι η οικουμενική αποστολή του ελληνικού πολιτισμού, να δείξει την υπεροχή του επιδεικνύοντας αδιαφορία για τους φορείς αυτής της ιδιοποίησης, οποίοι και αν είναι αυτοί. Αντίθετα, η αναμέτρηση με το μεγαλείο των αξιών αυτού του πολιτισμού, με σκοπό την ιδιοποίησή τους, προκάλεσε και έφερε στο φως το γνωστό κόμπλεξ της κατωτερότητας, το οποίο, τόσο για τη δημιουργία της απατηλής εγωκεντρικής πεποίθησης του πραγματικού δημιουργού και φορέα, όσο και για τον αφανισμό, στην αντίθετη περίπτωση, των αξιών αυτού του πολιτισμού, απαιτεί μεγάλη ενέργεια, και επιπλέον, καλλιεργεί έχθρα σε βάρος των αληθινών δημιουργών και κληρονόμων.
Η δεύτερη ανακύκλωση παρατηρήθηκε την περίοδο του κομμουνιστικού καθεστώτος. Με προσωπική πρωτοβουλία του δικτάτορα Χότζα, αφιερώθηκε προσοχή στο χειρισμό τέτοιων θεμάτων ως προς την επιστημονική τους πλευρά, αλλά ταυτόχρονα, πάλι με την δική του φροντίδα, τα θέματα αυτά, αποτελούσαν στην πράξη καθώς και στην λαϊκίστικη ιδεολογία που προσφέρονταν προς κατανάλωση, τις πιο δραστήριες θέσεις στην υπηρεσία της σύσφιγξης της εσωτερικής εθνικο-εθνικιστικής ενότητας, χρησιμοποιώντας ως τακτική την αντιπαράθεση με τους γείτονες και γαλουχώντας τους ανθρώπους με τις θεωρίες περί αρχαίας και υπερήφανης παράδοσης, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι γινόταν σύγχυση με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

Στην ανησυχητική διαπίστωση του καθηγητή κ. Κορκούτι, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε άλλη μία πτυχή, και αυτή από τον 19ο αιώνα. Στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, καλλιεργήθηκε στη Γερμανία η θεωρία των πολιτιστικών ινδο-γερμανικών κύκλων. Σκοπός ήταν να βρεθεί αποδεικτικό τεκμήριο της ανωτερότητας της γερμανικής φυλής, με άμεση προέλευση από την Αριανή φυλή και να διεκδικηθούν με τον τρόπο αυτό εδάφη, που βρίσκονταν εντός αυτών των κύκλων. Η θεωρία αυτή, η οποία μετά από έναν περίπου αιώνα, αποτέλεσε τη βάση της ναζιστικής ιδεολογίας, επεδίωκε να αρνηθεί την ελληνική ταυτότητα σε όσους κληρονόμησαν τον αρχαίο κόσμο, να αρνηθεί το δικαίωμα στους σύγχρονους Έλληνες να είναι απόγονοι και άμεσοι κληρονόμοι αυτού του πολιτισμού. Πρωτοστάτης αυτής της θεωρίας, την οποία απέρριψαν οι ίδιοι οι Γερμανοί φιλόσοφοι και άνθρωποι των γραμμάτων, ήταν ο ιστορικός Fallmerayer.

Τις ίδιες θέσεις χρησιμοποιούν σήμερα εκείνοι, τους οποίους ο καθηγητής κ. Κορκούτι αποκαλεί ερασιτέχνες, αλλά που αποδεικνύονται ωφέλιμοι στην καλλιέργεια ανθελληνικού κλίματος, κλίμα, το οποίο τώρα τελευταία, συμφέρει και στην αλβανική πολιτική. Οι θέσεις αυτές επιδιώκουν να ακυρώσουν την αρχαιότητα του ελληνικού έθνους, επιδιώκουν να αποκόψουν τη συνέχεια των σημερινών Ελλήνων και τη σχέση τους με την κληρονομιά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, επιδιώκουν να προβάλουν τους Αλβανούς ως δημιουργούς και άμεσους κληρονόμους του πολιτισμού αυτού.

Ο Τσαμπέϊ και η κωδικοποίηση των σχέσεων ανάμεσα σε Αλβανούς και Έλληνες
Τον πρώτο πραγματικό προσδιορισμό των σχέσεων ανάμεσα σε Έλληνες και Αλβανούς, πιστεύω ότι μας τον έδωσε ο καθηγητής Εκρέμ Τσαμπέϊ (σ.σ: Γλωσσολόγος). Στην διαρκή γεωγραφική επαφή ανάμεσά τους, ο Τσαμπέϊ υποστηρίζει ότι ο Ελληνισμός διείσδυσε στην Αλβανία, πρώτα απ΄ όλα στον τομέα του πολιτισμού, ενώ από φυλετικής άποψης, συνεχίζει, πιο ισχυροί χορηγοί ήταν οι Αλβανοί. Ο Τσαμπέϊ κωδικοποιεί για τους Αλβανούς, άλλες δύο ιδιότητες, αντίθετες η μία προς την άλλη, τις οποίες έχουν επισημάνει και άλλοι, κυρίως αλλοδαποί μελετητές. Τον συντηρητικό χαρακτήρα ως συνέπεια της αυτό-απομόνωσης και μόνιμης εγκατάστασης σε ένα μέρος, και τον φυγόκεντρο χαρακτήρα τους.

Ελληνισμός
Ο πολιτιστικός ΄΄χορηγός ή δωρητής΄΄ προς τους Αλβανούς, ο Ελληνισμός, δεν άλλαξε για καμία στιγμή τον χαρακτήρα του ως εκπολιτιστικού ΄΄κατακτητή΄΄, που επί το πλείστον, απορρέει από την πολιτιστική πραγματικότητα της Δωδώνης. Αποτελεί μια συνέχεια της αυτοκρατορίας του Μέγα Αλέξανδρου, της τύχης της Ρώμης που επαναλήφθηκε σε πολιτιστική και πολιτική μορφή στο Βυζάντιο. Είναι γνωστό επίσης, ότι λίγο πριν ξεσπάσει η Ελληνική Επανάσταση, μία από τις τρεις εκδοχές επικράτησης επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν η πολιτιστική της υποταγή (για να κληρονομηθεί ολόκληρη). Ως τέτοιος, ο Ελληνισμός, με τις εκπολιτιστικές του ιδιότητες, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν τον χρειάζονται γεωγραφικοί χώροι για να αναπτύξει τη δράση του, δεν υποτάσσεται σε κρατικές πολιτικές και στην υπεροχή που έχει η αποστολή του, στέκει αδιάφορος έναντι κάθε αντίδρασης, επιρροής είτε άλλης τοποθέτησης. Απ΄ αυτή την οπτική γωνία, κάθε φορά που το κράτος και η πολιτική θέλησαν να τον πειθαρχήσουν στα δικά τους μέτρα, απέτυχαν, ενώ ο ελληνισμός υπέστη ζημιές στον οικουμενικό του χαρακτήρα. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, ο Αρβανίτης Ιωάννης Κωλέτης, ένας από τους πολιτικούς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, προσπάθησε να εμβολιάσει στην Μεγάλη του Ιδέα (που τόσο αναθεματίζουν στην Αλβανία), τον οικουμενικό ελληνισμό με τον κρατικό ελληνισμό, αλλά δεν το κατόρθωσε. Σήμερα, όταν ο ελληνικός κρατικός ελληνισμός διέρχεται κρίση, η πολιτική, σε γεωπολιτικό πλαίσιο, επιδιώκει να φιμώσει το ελληνικό κράτος για δύο βασικά στοιχεία του Οικουμενικού Ελληνισμού – για τον μνημειακό τάφο της Αμφίπολης και για τη Δωδώνη. Το πρώτο έχει σχέση με την ταυτότητα του τάφου του Μέγα Αλέξανδρου, η αποκάλυψη του οποίου θα οδηγούσε σε κατάρρευση όλες τις επενδύσεις που έχουν γίνει για να στήσουν στα πόδια του, πάνω σε έναν ψευδή μύθο, το κράτος της ΠΓΔΜ. Το δεύτερο έχει σχέση με τη Δωδώνη. Εάν ανοίξει αυτό το κεφάλαιο, είναι βέβαιο ότι θα ανατραπούν οι μέχρι τώρα θεωρίες για τη Θεογονία, την Κοσμογονία, τον ινδο-ευρωπαϊσμό κ.α. (Εδώ δεν γίνεται καθόλου λόγος για τις αλβανικές διεκδικήσεις).
Υποχώρηση του ελληνισμού, απέναντι στην αλβανική φυγόκεντρη δύναμη και η ιδέα των αδελφών λαών.

Τα χαρακτηριστικά των Αλβανών, σύμφωνα με τον Τσαμπέϊ, εμφανίζονταν και αναπτύσσονταν κυρίως κάτω από την επίδρασή αυτή του ελληνισμού, ο οποίος από τη δική του πλευρά, δεχόταν επιρροή κάτω από το φυγόκεντρο βάρος των Αλβανών (γνωστοί μέχρι τον 18ο αιώνα ως Άρμπερ). Εντός του οικουμενικού του χαρακτήρα, ο ελληνισμός εγκατέλειπε χώρο και εδάφη.
Έτσι για παράδειγμα, η γραμμή Jireeek, στη μελέτη που έγινε για λογαριασμό του πανεπιστημίου της Βιέννης στα τέλη του 19ου αιώνα, τοποθετεί τα βόρεια σύνορα της ελληνικής επιρροής στη σημερινή αλβανική επικράτεια μέχρι τον 4ο αιώνα, κάπου κατά μήκους του άξονα που συνδέει τη Λέζα με την Ντίμπρα. Πρόκειται για έναν χώρο όπου ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός, μέσω του Βουθρωτού, της Φοινίκης, της Απολλωνίας, της Δρυϊνουπόλεως, του Δυρραχίου, της Αμάντιας, του Ορίκου, της Μέλανης κ.α. αναπτύσσονταν ομοιογενώς όπως και στις άλλες περιοχές της Ελλάδος.

Ο Suflai, τον οποίο πλήρωνε ο βασιλιάς Ζώγκου, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τον 14ο αιώνα, το βόρειο σύνορο της ελληνικής επιρροής εκπροσωπούσε ο Σκουμπίν (Γενούσσος) ποταμός. Ο Τσαμπέϊ μας λέει επίσης ότι στην γκέγκιγκη διάλεκτο της αλβανικής (σ.σ: Ομιλείται στη Βόρεια Αλβανία), υπάρχουν δανεισμοί από την αρχαία ελληνική.
Οι σχέσεις αυτές ήταν τόσο χειροπιαστές, που το 1907, ο Ισμαήλ Κεμάλ (σ.σ: Ο οποίος το 1912 διακήρυξε την ανεξαρτησία της Αλβανίας), παρουσία του Έλληνα Π/Θ Θεοτόκη, υπέγραψε δήλωσε γραμμένη από τον ίδιο στην ελληνική, όπου τόνιζε ότι τα νότια σύνορα ενδεχόμενου αλβανικού κράτους θα ξεκινούσαν σε κάποιο σημείο δυτικά της πόλης Μοναστήρι και θα κατέληγαν στα Ακροκεραύνια όρη, βόρεια της Χειμάρρας.

Από την άλλη, ήταν εμφανές το αντίθετο φαινόμενο, η μετατροπή σε Έλληνες όλων των Άρμπερ που διείσδυαν σε χώρους γύρω από ισχυρούς πόλους του ελληνισμού. Πρόκειται για τους Αρβανίτες που κατέβηκαν στην Ελλάδα, ιδίως κατά τις σταυροφορίες καθώς και με τη βοήθεια των Ελλήνων Δεσποτών της μεταγενέστερης εποχής του Βυζαντίου. Για να κατανοήσουμε την ευρεία έκταση εξελληνισμού των Αρβανιτών εκείνης ή και της μετέπειτα περιόδου, θα αναφέρουμε ένα γνωστό παράδειγμα από την Ελληνική Επανάσταση. Στην πολιορκία της Ακρόπολης, όπου στο πλευρό των δυνάμεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πολέμησαν και επτά χιλ. Αλβανοί, οι πολιορκητές κατέστρεφαν τα γλυπτά της Ακρόπολης για να αφαιρέσουν το μολύβι και να φτιάξουν βόλια εναντίον των υπερασπιστών της. Οι Έλληνες πολιορκημένοι, όπου ανάμεσά τους διακρίνονταν οι Αρβανίτες, έκαναν στους πολιορκητές το ακόλουθο αίτημα και προσφορά: ΄΄ Μην καταστρέφετε τα αγάλματα. Σαν δίνουμε εμείς μολύβι για τα όπλα σας να τα χρησιμοποιήσετε εναντίον μας! ΄΄
Αυτή η διαχρονική και αιώνια πραγματικότητα, εκφραζόμενη σε σημερινούς πολιτισμικούς όρους, χαρακτηρίζεται από ειρηνικές εξελίξεις, μέχρι του σημείου, που δικαιολογημένα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για αδελφούς λαούς.

Νέες πραγματικότητες από την ακραία άνοδο της φυγόκεντρης αλβανικής ισχύος
Ο χαρακτήρας αυτών των σχέσεων δεν θα αλλάξει ούτε την περίοδο που ακολούθησε, η οποία χαρακτηρίζεται από την ακραία φυγή των Αλβανών προς τα εδάφη του ελληνισμού, συνοδευόμενη με αιτήματα για πολιτικό ρόλο και μονομερή ηγεμονία, με την υποστήριξη όμως των στρατιωτικών δυνάμεων της εποχής.
Η περίοδος αυτή ξεκινά όταν οι φυλές των Σπάταϊ, των Λιόσαϊ, των Ζενεμπίσαϊ και άλλων (στις φλέβες των οποίων έρρεε και ελληνικό αίμα, λόγω των προηγούμενων μικτών γάμων), υπό τη σημαία του Στεφάν Ντουσάν, διείσδυσαν στρατιωτικά στην Ήπειρο και τη Βόρεια Ελλάδα.

Αυτή ήταν η νέα αρχή, διότι, σύμφωνα με τον Τσαμπέϊ, «οι Οθωμανοί έφεραν στο απόγειο και ολοκλήρωσαν την μεταναστευτική ορμή των Αλβανών, συμβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στον διασκορπισμό τους, όχι όμως σε απόλυτο βαθμό». Στην περίοδο που ακολούθησε, η ιστορία και η δημογραφία της Ηπείρου θα μετατρεπόταν σε μόνιμο αντικείμενο των διεισδύσεων και του εποικισμού των Αλβανών, όπως γράφει ο J.C. Hobhouse. Ενώ ο Eduard Evert, ο πρώτος Αμερικανός που επισκέφθηκε την Αυλή του Αλή Πασά το 1819, θα έγραφε ότι το πρόσωπο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Θεσσαλία και την Ήπειρου, θα μπορούσε να το δει κανείς στους Αλβανούς. Ο Αλή πασάς με τους γιους του διατηρούσε στις περιοχές αυτές 40 χιλ. Αλβανούς στρατιώτες, από τις βόρειες κυρίως περιοχές της Αλβανίας. Η ίδια η Οθωμανική Αυτοκρατορία έκανε επίμονες προσπάθειες ώστε μέσω των Αλβανών και των πληθυσμών που έφερε από την Ανατολία, όχι απλώς να αλλάξει τους δημογραφικούς συσχετισμούς, αλλά κατά πρώτο λόγο να κατέστρεφε, και εκεί όπου δεν μπορούσε, να ιδιοποιηθεί τις αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, όπως είναι ο διαχρονικός πολιτισμός της Δωδώνης.

Στο μεταξύ ο Τσαμπέϊ υποστηρίζει, όπως και ολόκληρη η αλβανική ιστοριογραφία, ότι οι Οθωμανοί ήταν η ασπίδα των Αλβανών εναντίον των βλέψεων των Ελλήνων και Σέρβων Ορθοδόξων. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για λανθασμένη ερμηνεία που γίνεται στην ιστορία, και γίνεται για να καλυφθεί η αλήθεια, η οποία λέει ότι οι Αλβανοί τέθηκαν υπό την υπηρεσία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ότι ενσωματώθηκαν σε μεγάλο βαθμό σ΄ αυτήν και ότι υπήρξε ταύτιση κοινών συμφερόντων τους στη Βαλκανική. Οθωμανική Αυτοκρατορία στα Βαλκάνια, παραδέχεται ο συγγραφέας Ισμάηλ Κανταρέ, ήταν οι Αλβανοί και οι Βόσνιοι. Το ίδιο αποδέχονται οι Εκρέμ Τσαμπέϊ, Εκρέμ μπεης Βλόρα, η Nathalie Clayer, σημερινοί ιστορικοί και Τούρκοι επίσημοι εκείνης της εποχής.

Ταύτιση συμφερόντων με την Υψηλή Πύλη και το κόμπλεξ της ενοχής
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η αλβανική γλώσσα έγινε η γλώσσα της πρακτικής ασκήσεως της στρατιωτικής, της οικονομικής και της διοικητικής εξουσίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα κατεχόμενα απ΄ αυτή την Αυτοκρατορία ελληνικά εδάφη. (Τόσο έντονη ήταν αυτή η εξουσία, που πολλοί χριστιανοί, στις συνθήκες που η έννοια ΄΄έθνος΄΄ ήταν ασήμαντη σε σύγκριση με τη θρησκεία και στις συνθήκες ενός πολύ-πολιτισμικού περιβάλλοντος, αποδέχθηκαν να υιοθετήσουν την αλβανική γλώσσα για να σώσουν την πίστη τους). ΄΄Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι στην Ήπειρο ήταν παλαιότερα ελληνόφωνες και υιοθέτησαν την ομιλούμενη αλβανική μόνο όταν, κάτω από τις πιέσεις που ασκούσε η Τουρκία, άλλαξαν την πίστη τους΄΄, γράφει ο Hammond. Η αλλαγή της θρησκείας και η αντιπαράθεση με τους ομογενείς στο όνομα της Αυτοκρατορίας, αλλά για προσωπικά συμφέροντα, προκάλεσαν το γνωστό κόμπλεξ της ενοχής, το οποίο, με το δικό του τρόπο τροφοδοτούσε το κόμπλεξ της κατωτερότητας, φαινόμενα τα οποία με τόσο ρεαλιστικό τρόπο τα περιγράφει ο Κανταρέ σε ορισμένα από τα τελευταία έργα του, όπως «Η διαφωνία» και «Η ταπείνωση στα Βαλκάνια».

Η ευρύτερη ενοποίηση των συμφερόντων των Αλβανών με τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, φάνηκε ιδιαίτερα την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821. Σημαντικό βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον της Ελληνικής Επανάστασης, αντιμετώπισαν δυνάμεις αποτελούμενες από Αλβανούς, οι οποίοι συχνά πολεμούσαν εναντίον των αδελφών τους του ίδιου αίματος, που είχαν ταχθεί στο πλευρό του ελληνικού λαού. Εδώ δεν πρόκειται μόνο για τους Αρβανίτες, οι οποίοι ήταν το μαχητικό συστατικό της ελληνικής εθνικής συνείδησης, αλλά για πολλούς άλλους Αλβανούς, χριστιανούς ή και μουσουλμάνους, οι οποίοι την ελευθερία που έφερνε η Ελληνική Επανάσταση, τη θεωρούσαν και δική τους ελευθερία.

Χειροπιαστή ιστορική απόδειξη των όσων αναφέραμε, αποτελεί το γεγονός ότι Αλβανοί, όπως ο Αμπενίν πασάς Ντίνο, ήταν εκπρόσωποι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στις διαπραγματεύσεις της Πρέβεζας το 1879 για την οριοθέτηση των συνόρων του νέου ελληνικού κράτους στην Ήπειρο, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Πιο πολύ αυτό εμφανίστηκε όταν πλησίασε το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στα ευρωπαϊκά εδάφη. Τα πλεονεκτήματα της στα εδάφη αυτά, στην Ελλάδα συγκεκριμένα, η Αυτοκρατορία προσπάθησε να τα διατηρήσει, παρουσιάζοντάς τα ως συμφέροντα των Αλβανών, και αυτό τη στιγμή που τους Αλβανούς, με το εθνικό τους όνομα, η Αυτοκρατορία τους αναφέρει σε επίσημα ντοκουμέντα για πρώτη φορά μόνο το 1888.

Η πραγματικότητα αυτή, έτσι όπως διαμορφώθηκε, έφερε για τους Αλβανούς, την αλλαγή κατεύθυνσης της αντιπαράθεσής τους με τρίτους, για έναν καλύτερο εθνικό αυτό-προσδιορισμό για τον εαυτό τους. Την αντιπαράθεση με τους τρίτους, με ΄΄εκείνους΄΄, δηλαδή με τους Οθωμανούς κατακτητές, την οποία είχαν επιλέξει όλοι οι υπόλοιποι λαοί των Βαλκανίων, οι Αλβανοί την αντικατέστησαν με την αντιπαράθεση με τους γείτονες, στην προκειμένη περίπτωση, με τους Έλληνες. Από τότε και μέχρι σήμερα, η φόρμουλα αυτή η οποία εκφράζεται ως ανθελληνισμός, χρησιμοποιείται σε κάθε περίπτωση όταν η αλβανική πολιτική στο εσωτερικό της χώρας, επιδιώκει να ενισχύει την εθνική ενότητα, να ξεπεράσει κάποια εσωτερική κρίση ή να κερδίσει κάποιες εκλογές.

Μόνη σταθερά, η ειρήνη, η συνεργασία, η κατανόηση….
Μολαταύτα, η πραγματικότητα αυτή ποτέ δεν αποδυνάμωσε τις πολύ στενές σχέσεις ανάμεσα σε Αλβανούς και Έλληνες. Η μοναδική σταθερά που προσδιόριζε την ειρήνη, την συναδέλφωση, τη συνεργασία, ήταν η φυσιολογική ανάγκη (καλλιεργημένη ανά τους αιώνες) να στηρίξουν την πολιτιστική ακεραιότητα, την πρόοδο και την ευημερία, στον ελληνισμό ως οικουμενική αξία.
Ακραία περίπτωση θα λέγαμε, αποτελούσε ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων. Όλος ο στρατός του αποτελούνταν από Αλβανούς, όλη η δημόσια διοίκηση όμως αποτελούνταν από Έλληνες. Ο ίδιος γνώριζε την αλβανική και την ελληνική, όχι όμως την τουρκική, και υιοθέτησε ως επίσημη γλώσσα την ελληνική. Ανεξάρτητα από τις συνεχείς αιματοχυσίες σε βάρος των Ελλήνων, στήριξε την πολιτιστική, εκπαιδευτική, θρησκευτική ανάπτυξη των Ελλήνων, διότι ήταν πεπεισμένος ότι μόνο με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να διασφαλίσει την εξουσία και την κυριαρχία του.

Επίσης εάν θα παρατηρήσουμε, οι ιδεολόγοι και η ιδεολογία της αλβανοσύνης, σύμφωνα με την Nathalie Clayer, ξεκίνησαν από την ελληνική πραγματικότητα, από ανθρώπους που θεωρούσαν την Ελλάδα μητέρα τους, είτε τουλάχιστον από ανθρώπους που δεν μπορούσαν να διανοηθούν την πολιτιστική τους ανάπτυξη έξω από το ελληνικό πλαίσιο. Και απ΄ αυτούς δεν μπορούμε να εξαιρέσουμε τους Θύμη Μίτκο, Ναούμ Βεκίλχαρτζι, Γιάννη Βρέτο, Κωνσταντίνο Χριστοφορίδη, την Ουρανία Ρούμπο, χωρίς να παραλείψουμε ασφαλώς τους Αργυροκαστρίτη και Μέξι. Η πρώτη ε/φ για το αλβανικό ζήτημα κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα στη Λαμία το 1860. Στην ελληνική έγραψε ο Ναϊμ Φράσερι το 1866 ο ποίημα «Ο αληθινός πόθος των Σκιπετάρηδων», το οποίο θα αποτελέσει, όχι μόνο το πολιτικό μανιφέστο για την αλβανική εθνική αναγέννηση αλλά και όλη την αλβανική εθνική ιδεολογία μέχρι τις μέρες μας. Σύμφωνα με την Nathalie Clayer, «μετά τον πόλεμο της Κριμαίας, ήταν η ώθηση που έδωσε ο Ελληνισμός και εντός της Ελλάδος και εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εκείνη που θα ενδυνάμωνε το ρεύμα στήριξης προς την αλβανική ταυτότητα, τόσο μέσω της ένωσης, όσο και μέσω της αντίδρασης».

Ελληνο-αλβανική Συνομοσπονδία, αιώνια προσπάθεια που την εμπόδισαν οι Μεγάλες Δυνάμεις
Από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, η οποία σήμανε την αρχή του τέλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Έλληνες και Αλβανοί σκέφθηκαν να ιδρύσουν κοινή ομοσπονδία, ανεξάρτητη από την Τουρκία. Πρωτεργάτης αυτής της ιδέας ήταν ένας από τους ηγέτες της Ελληνικής Επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος πρότεινε και τα σύμβολα στη σημαία, τα οποία θα ήταν σταυρός από τη μία πλευρά και ημισέληνος από την άλλη! Το 1829, περίπου 56 μπέηδες από τη Λαμπουριά επικεφαλής στρατού 4 χιλ. ανδρών, ζήτησαν από τον Καποδίστρια να πολεμήσουν κάτω από την ελληνική σημαία, για ένωση με την Ελλάδα!
Αποκορύφωμα της ιδέας αυτής αποτελεί η περίπτωση των Ζενέλ Γκιολέκα και Ράπο Χεκάλι . Το 1847 ο Γκιολέκα, εξ ονόματος των εκπροσώπων των περιοχών κάτω του Γενούσου ποταμού, έστειλε επιστολή στο βασιλιά Όθωνα και την ελληνική κυβέρνηση, με την οποία ζητούσε να τους αναγνωριστεί η ελληνική ταυτότητα.

Για την επίτευξη του ίδιου στόχου, το 1887 η κυβέρνηση των Αθηνών ήρθε σε άμεσες συνομιλίες με τους Αλβανούς στην Ήπειρο, που εκπροσωπούνταν από τον Αμπντύλ Φράσερι.
Προσπάθειες για την υλοποίηση αυτής της ιδέας έγιναν και δύο χρόνια μετά τον ελληνο-τουρκικό πόλεμο του 1897, στον οποίο οι Αλβανοί έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη νίκη της Τουρκίας επί της Ελλάδος. Επικεφαλής του κινήματος αυτού ήταν μεγάλα ονόματα, όπως οι Κονίτσα, Φαν Νόλι, Ισμαήλ Κεμάλι κ.α.

*Άρθρο του πρώην βουλευτή της ΟΜΟΝΟΙΑΣ και νυν καθηγητή της Νεοελληνικής στο Πανεπιστήμιο Αργυροκάστρου, Παναγιώτη Μπάρκα, το οποίο δημοσιεύτηκε στο ένθετο MILOSAO της κυριακάτικης εφημερίδας Γκαζέττα Σκιπτάρε.

Από το: www.pelasgoskoritsas.gr


Për artikullin në shqip klikoni këtu