Αθανάσιος Δέμος

Ταξιδεύοντας κανείς σήμερα στην ύπαιθρο της Ηπείρου διαπιστώνει ότι τα περισσότερα βουνά είναι γυμνά από δάση. Πιο πολύ μάλιστα στα μέρη εκείνα, όπου διαδραματίστηκαν γεγονότα μεγάλης ιστορικής σημασίας και κέντρα πολιτισμού, όπως η Δωδώνη κ.α.. Δημιουργείται έτσι η εντύπωση ότι τα ηπειρωτικά βουνά ήταν έτσι κακοτράχαλα και ολόγυμνα από τα αρχαία χρόνια. Κι όμως, δεν είναι έτσι.
Από πολλές μαρτυρίες μαθαίνουμε ότι όλα τα γυμνά βουνά ήταν κάποτε σκεπασμένα με πυκνά δάση. Στα περισσότερα μέρη δε κυριαρχούσαν οι βελανιδιές (δρύες).


Ο κορμός της βελανιδιάς πρόσφερε τα πιο χρήσιμα ξύλα για την κατασκευή, εκτός των άλλων καραβιών. Μάλιστα δε τα μέροδρα, (η) μέροδρα (=ήμεροι δρύες) ήταν το πολυτιμότερο ξύλο (μερόδρια, τα λέει σήμερα ο λαός).

Οι ιστορικές περιπέτειες, όμως, της χώρας είχαν τις συνέπειές τους και στο θέμα αυτό. Πάνω από τριανταπέντε αιώνες μέχρι σήμερα δούλεψε σαν αδυσώπητος εχθρός ο«σίδηρος», το τσεκούρι. ΚΑΙ ΑΦΗΣΕ ΟΛΟΓΥΜΝΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ. Οι ολόισιες και σιδερόκορμες βελανιδιές των ηπειρωτικών δασών ήταν περιζήτητος θησαυρός. Το μήκος τους πολλές φορές περνούσε τα σαράντα μέτρα. Σκανδάλιζαν πραγματικά την απληστία των εκμεταλλευτών. Οι βελανιδιές προπάντων των ξηρών και πετρωδών εδαφών ήταν ιδεώδεις για τους ναυπηγούς. Δεν τις τρώει το σαράκι του ξύλου και αντέχουν σαν σίδερο.

Ο στόλος των Θεσπρωτών, που ήταν πολύτιμοι φίλοι του πολυμήχανου Οδυσσέα, από τα δάση αυτά κατασκευάζονταν. Ο Όμηρος (Οδύσσεια ξ, 334-336) μας πληροφορεί ότι οι Θεσπρωτοί ήταν καλοί φίλοι. Αλλά και ο στόλος του βασιλιά της Ιθάκης «οι αντίπερα ενέμοντο» (Ιλ. Β, 750-51), από τα δάση αυτά προμηθεύονταν την ξυλεία.

Από δρυς της Δωδώνης που είχαν ψυχή και μιλούσαν με ανθρώπινη φωνή, ακολουθώντας τη συμβουλή της θεάς Αθηνάς προμηθεύτηκε ο γιος του Φρίξου και ανιψιός της Έλλης, Άργος, τα δοκάρια της Αργούς. Ήταν και εκείνα μαντικά και μιλούσαν και φανέρωναν τις βουλές του θεού στην τρικυμισμένη θάλασσα, όπως και στις χιονισμένες δασωμένες χαράδρες (τις Βήσσες) και τις πλαγιές του Τομάρου προτού κοπούν.

Σ’ αυτά τα άγια και ιερά ξύλα της Δωδωναίας δρυός απηύθυναν οι ναύτες μας την δέησή τους, όταν τους περικύκλωναν σε άξενους πόντους και βάρβαρα ακρογιάλια, μαύροι και φοβεροί κίνδυνοι. Τα ξύλα εκείνα έδιναν στους ναύτες μας οδηγίες και χρησμούς. Στα«Αργοναυτικά» στίχοι 261 και εξής, υπάρχει η δέηση του προϊστορικού ποντοπόρου μας.

Τη δέηση κάνει ο Αργοναύτης Ορφεύς, ο οποίος εμάγευε με τη λύρα του τα δέντρα στους δρυμούς, τα δάση και τα φαράγγια: «Αργώ, καράβι σφιχτοδεμένο με πεύκινα και δρύινα δέντρα, επάκουσε την περίτρομη κραυγή μου. Εσύ και άλλοτε επήκουσες τη δέησή μου, όταν έθελγα με τη λύρα μου τα δέντρα στα πυκνοδασωμένα βουνά… Γεμίζοντας τότε με κρότους τον αέρα και τριγμούς που γίνονταν πιο δυνατοί, με τη συμβουλή της Παλλάδας (Αθηνάς), επήκουσε τη δέησή μου η φηγός (=βελανιδιά) του ΤΟΜΑΡΟΥ, που την είχε βάλει ο Άργος ως τρόπιδα (καρίνα) του μαύρου και φοβερού καραβιού».
Μπορεί να έχουν μυθολογική επένδυση τα παραπάνω, η αλήθεια όμως δεν κρύβεται: Η ξυλεία έχει προέλευση την περιοχή Δωδώνης και Τομάρου…

Ο διαχρονικός αφανισμός των δασών της Ηπείρου
Δεν είναι δυνατό να παρακολουθήσουμε την κατάσταση και τον αφανισμό των μεγαλοπρεπών ηπειρωτικών δασών σε διάστημα τριάντα και πλέον αιώνων. Θα περιοριστούμε μόνον, να αναφέρουμε, όσα μπορούν να γίνουν γνωστά από τους χρόνους της τουρκοκρατίας και τους θαλασσοκράτορες Βενετούς. Ο Γάλλος διπλωμάτης Πουκεβίλ στο έργο του «Ταξίδια στην Ελλάδα» (τόμος Β’ σελ. 425 και εξής, Παρίσι 1826), γράφει:

«Ο Γάλλος πρόξενος στην Άρτα, υποσκελίζων κατά το έτος 1797 την Βενετία, που εξεμεταλλεύετο «κυριαρχικώ δικαίω», και χωρίς αντάλλαγμα τα ηπειρωτικά δάση, εγκαινίασε την εξαγωγήν δασικών προιόντων και προπαντός ναυπηγησίμου εκ δρυών ξυλικής με αντάλλαγμα την εισαγωγήν καφέδων και κυανής βαφής. Υπέβαλε δε κατά την περίστασιν εκείνην εις το Υπουργείον του (στη Γαλλία) εμπεριστατωμένην έκθεσιν εις την οποίαν περιγράφεται ο θησαυρός των ηπειρωτικών δασών.

Συνόδευε, μάλιστα, την έκθεσή του και με ένα πολύ εύγλωττον πειστήριον: με τριακόσια τεμάχια μεγάλων δρυών που είχαν κοπεί εις την περιοχήν μισής τετραγωνικής λεύγας από τα δάση του Λούρου (μια λεύγα 4 χιλιόμετρα). Τα δέντρα παραδόθηκαν ως πολύτιμον υλικόν εις τα ναυπηγεία της Τουλώνος. Εις αυτήν υπεγραμμίζετο ότι όλα τα τμήματα της περιοχής εκείνης του Λούρου ήσαν εμπλουτισμένα με παρόμοιες δρυς. Ήταν δε δυνατόν να αγοράζονται μόνον από αυτά τα δάση ογδόντα χιλιάδες κυβικοί πόδες αρίστης ξυλικής.

Το ποσόν, όμως, τούτο ανήρχετο κατά την εκτίμησιν ειδικού ξυλουργού εις διακοσίας χιλιάδας κυβικούς πόδας αρίστης ξυλουργικής καταλλήλου δια τα μεγάλα και σπουδαιοτέρα τμήματα των πολεμικών καραβιών. Ο Υπουργός επληροφορείτο συγχρόνως ότι ξυλική πρώτης ποιότητος ηδύνατο να εξαχθεί από τα δάση του Μακρυνόρους, διότι το έδαφός του ήτο ξηρόν και πετρώδες, ενώ η ξυλική των υγρών περιοχών του Λούρου υπέκειτο εις διάβρωσιν από τον σκώληκα…».

Και η έκθεση τελείωνε με την υπενθύμιση ότι τα δάση της Ηπείρου ήταν αστείρευτη πηγή ξυλείας καταλλήλου για ναυπήγηση πολεμικών σκαφών, των 50 έως 60 τηλεβόλων.

Αλλά, έχουμε μαρτυρίες και για τους Άγγλους οι οποίοι στο θέμα αυτό εκμεταλλεύτηκαν απάνθρωπα την τραγωδία των Παργινών. Είναι γνωστό ότι η Αγγλία το 1819 πούλησε την Πάργα στον Αλή Πασά. Και είναι, επίσης, γνωστό ότι πήραν χρήματα από τον τύραννο της Ηπείρου. Δεν είναι, όμως, γνωστό ότι οι Άγγλοι, εκτός από τα χρήματα, απαίτησαν από τον Αλή να τους επιτραπεί η ξύλευση από τα δάση της Ηπείρου. Έτσι και έγινε.

Ο Ελβετός στην καταγωγή και τότε Βρετανός φρούραρχος της Πάργας, τίμιος και γενναίος συνταγματάρχης ο De Bosset στο βιβλίο του «Η Πάργα και τα Ιόνια νησιά»γράφει: «… πείθεται τέλος ο Αλής να δώσει στους Άγγλους ναυπηγήσιμα ξύλα για να του παραχωρηθεί η Πάργα…». Και ναυπηγήσιμα ξύλα εσήμαινε να υλοτομούν ελεύθερα οι Άγγλοι στα βουνά της Ηπείρου εξασφαλίζοντας άριστη ύλη για τα πολεμικά τους πλοία. Δεν ενδιαφέρονταν για τα χρήματα του Αλή οι Άγγλοι, η ναυπηγήσιμη ύλη των ηπειρωτικών βουνών ήταν ο στόχος τους.

Έτσι, οι Άγγλοι κατά την δραματική εκείνη ώρα εξασφάλιζαν την ξυλεία των δασών της Ηπείρου για τα ναυπηγεία τους πουλώντας τους Παργινούς: «σαν γίδια, σαν γελάδια…».

Είναι η εποχή που διάφοροι Ευρωπαίοι επισκέπτονται την Ελλάδα, με σκοπό κάτι να αρπάξει καθένας. Άλλος ξυλεία, άλλος αρχαίους θησαυρούς. Οι Ευρωπαίοι δεν άφηναν καμία ευκαιρία να περάσει χωρίς να αρπάξουν κάτι από τη σκλαβωμένη Ελλάδα: «Της Ελλάδος πεσούσης, πας Ευρωπαίος εξυλεύετο». Γίνεται ευρύτατα λόγος για τα Ελγίνεια Μάρμαρα, τα γλυπτά του Παρθενώνα που κατέχουν οι Άγγλοι. Για τα δάση που μας ρήμαξαν οι Γάλλοι, οι Βενετοί, οι Άγγλοι και ποιος ξέρει πόσοι και ποιοι άλλοι, τι να πούμε; Εδώ έχουμε τη μαρτυρία του Πουκεβίλ για όσα λεηλάτησαν οι Γάλλοι και του De Bosset για τους Άγγλους. Ποιος ξέρει πόσοι άλλοι έκαναν την ίδια δουλειά και πολλές άλλες αρπαγές…

Άλλος λόγος καταστροφής των ηπειρωτικών δασών είναι η πυρπόλησή τους από τους Τούρκους για να καταστρέψουν τα λημέρια των κλεφτών. Στα αδιαπέραστα αυτά δάση οι κλέφτες είχαν τα λημέρια τους. Για να γλυτώσουν οι Τούρκοι από αυτούς έβρισκαν την εύκολη λύση της φωτιάς. Έτσι, γυμνώθηκε το Μιτσικέλι και τα γύρω βουνά. Έτσι καταστράφηκαν τα δάση της Βήσσανης και υποχρεώθηκαν οι κάτοικοι των πέντε μικρών χωριών (οικισμών) που υπήρχαν εκεί να εγκατασταθούν στη σημερινή περίοπτη θέση.

Ο Πουκεβίλ μας δίνει και μία άλλη όψη του θέματος: Τα χωριά Σαδοβίτσα, Γραμμένο, Μουρσίνα κ.λπ., από την μεγάλη φτώχεια ξεχέρσωσαν δασική έκταση για να την κάμουν χωράφια και τώρα ξεριζώνουν και αυτά τα ριζοβλάσταρα και τα απομεινάρια των πουρναριών και τα πουλούν. Μένουν ευχαριστημένοι από την τιμή που εισπράττουν, αν και βλέπουν ότι μια μέρα θα στειρεύσει κάθε γεωργική τους πηγή με την επίδραση των βροχών και των χειμάρρων που παρασύρουν τα βασικά στοιχεία της βλαστήσεως που συγκρατούσαν έως τότε τα δέντρα και οι ρίζες τους.

Εάν προσθέσουμε και άλλους δύο λόγους ολοκληρώνεται η εικόνα της καταστροφής των δασών της Ηπείρου. Οι στέγες των σπιτιών, αντί για κεραμίδια, καλύπτονταν με πέτρινες πλάκες, ολόκληρους σχιστόλιθους. Για να αντέξει η στέγη όλο το βάρος, μάλιστα τα παλαιότερα χρόνια, που γίνονταν άκομψα τα σπίτια, χρησιμοποιούσαν ολόκληρους κορμούς δέντρων.

Τα ξύλα ήταν η μόνη καύσιμη ύλη για τις ανάγκες της καθημερινής ζωής και κυρίως οι βαρείς χειμώνες, που ήταν τότε, έκαιγαν συνεχώς δάση ολόκληρα.

Παρατηρούμε ότι τα περισσότερα δάση-οάσεις που διατηρήθηκαν και σώθηκαν βρίσκονται γύρω από μοναστήρια και εξωκκλήσια. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι Τούρκοι δεν πείραζαν τα δάση αυτά, διότι η συνθήκη, που υπογράφτηκε μεταξύ Σουλτάνου και Πατριάρχη, μετά την άλωση της Κων/πόλεως υποχρέωνε τους Τούρκους να σέβονται τα θρησκευτικά ιδρύματα και τις εκκλησιαστικές περιουσίες (Βακούφια) των χριστιανών.

Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Πουκεβίλ: «Στις αρχές του 18ου αιώνα, η αριστοκρατία της Βενετίας προσπάθησε να αποσπάσει δασικές περιοχές της Ηπείρου. Επρότεινε στην Τουρκική Κυβέρνηση την ανταλλαγή της νήσου των Κυθήρων με αντάλλαγμα την παραχώρηση των Καδηλικίων Ξηρομερίου και των Ρωγών Ηπείρου».

Η Βενετία υπολόγιζε ότι με την ανταλλαγή θα γινόταν κάτοχος δασών που θα ήταν αρκετά, αν ρυθμίζονταν η υλοτομία με πνεύμα οικονομίας, να τροφοδοτούν για πάντα τα ναυπηγεία με άριστη ξυλεία. Λογάριαζαν, όμως, «χωρίς τον ξενοδόχο». Οι κάτοικοι των περιοχών αυτών αντιστάθηκαν υποστηρίζοντας ότι τα δάση εκείνα «ήταν γαίαι εκκλησιαστικαί» και επομένως ήταν αναπαλλοτρίωτες. Η στάση αυτή των κατοίκων«επέφερε την διακοπήν των διαπραγματεύσεων».

Με τα ολίγα που αναφέραμε πιο πάνω είδαμε σε γενικές γραμμές τα αίτια της εξαφάνισης των δασών που κάλυπταν κάποτε τη γη της Ηπείρου. Συγχρόνως προκαλεί αηδία και αγανάκτηση η στάση των Ευρωπαίων που καραδοκούσαν να βρουν ευκαιρία να αρπάξουν ό,τι μπορούν από τη χώρα που τους έδωσε τα φώτα του πολιτισμού.