Ίναχος (μυθολογία)

Ανιχνεύοντας τις πρώτες γενεαλογικές ρίζες του Ινάχου, μπαίνουμε όλο και βαθύτερα στα σκοτεινά μονοπάτια του χρόνου, μέχρι που αγγίζουμε τις απαρχές της εθνοφυλετικής μας γενέσεως.

Ο Ίναχος είναι γενάρχης της βασιλικής δυναστείας των Ιναχιδών, που πρώτη εγκαθίδρυσε την βασιλεία στο Άργος και από αυτόν ξεκινά η μυθολογία του Άργους.

Από τον Ίναχο αρχίζει η μυθολογική παράδοση, αλλά και η πανάρχαια ιστορική διαδρομή της Ιναχίας γης, όπως ήταν η αρχική ονομασία του τόπου, αλλά και όλης της Πελοποννήσου κατά τον τραγικό ποιητή Σοφοκλή[1].


Όπως μας πληροφορεί ο Παυσανίας, «στην ονομαζομένη σήμερα Ἀργολίδα δέν ὑπάρχουν μνñμες παλαιότερες ἀπό τόν  Ἴναχο».

Η συνύφανση ιστορίας και μύθου που αναφέρονται στις απαρχές του αρχαίου Άργους και της πρώτης βασιλικής γενιάς του, ξεκινούν από το απώτατο παρελθόν, από την δυναστεία του Ουρανού – της φύτρας των θεών – και της Γαίας, οι οποίοι «᾽Ωκεανόν…καί Τηθύν ἐποίησαν τñς γενέσεως πατέρας».

« Αλλά κατόπιν (η γη) με τον Ουρανό επλάγιασε και γέννησε τον βαθυστρόβιλο Ωκεανό…και την γλυκόθωρη Τηθύα˙και η Τηθύς εγέννησε στον Ωκεανό τους Ποταμούς με τα νερά τα γοργοστρόβιλα… Είναι πολύ κοπιαστικό τα ονόματα όλων να αραδιάση ανθρώπου γνώση˙ξέρουνε τον καθένα αυτοί που ολόγυρά τους κατοικούνε»[2]

Ο ποταμός Ίναχος

Παιδί του Ωκεανού και της Τιτανίδας Τηθύος μητέρας των ποτάμιων θεών, ήταν και ο Ίναχος, από τον οποίο πήρε το όνομά του ο ποταμός του Άργους. Κατά τους αρχαίους ιστορικούς εγκατέστησε την βασιλεία του στο Άργος πολλές γενεές προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος[3].

Ένας παλαιότερος κατακλυσμός που συνέβη στα χρόνια του, πλημμύρισε την αργολική πεδιάδα, μετατρέποντάς την σε μιαν απέραντη λίμνη, καθώς τα νερά της ενώθηκαν με αυτά του γειτονικού Αργολικού κόλπου.

Η Λάρισα, η κατοπινή ακρόπολη του Άργους, ο γιγάντιος βράχος που ορθωνόταν νότια (το Παλαμήδι), η Τίρυνθα, και πιο απόμακρα οι Μυκήνες, πρόβαλαν μοναχικά βραχονήσια μέσα στο θολό, απέραντο, υγρό στοιχείο. Οι λιγοστοί κάτοικοι τρομαγμένοι, άφησαν τον κάμπο και ζήτησαν σωτηρία ψηλά, στα σπήλαια των γύρω βουνών.

Όταν σταμάτησε ο κατακλυσμός κι άρχισαν να αποτραβιούνται τα νερά, πρόβαλαν λίγες οάσεις στεριάς, ανάμεσα σε αμέτρητα μικρά και μεγάλα ποτάμια. Ο Ίναχος κατέβασε τους ανθρώπους στα πεδινά και τους οδήγησε να μαζέψουν τα νερά των μικρών ποταμών στην κοίτη του μεγαλύτερου, που είχε βρει διέξοδο στη θάλασσα.

Η πεδιάδα ξανάπαιρνε σιγά σιγά ζωή. Για να τιμήσουν οι Αργείοι τον ευεργέτη τους Ίναχο, έδωσαν το όνομά του σ’ αυτό το ποτάμι που συγκέντρωσε όλα τα νερά και τα έστρεψε στον Αργολικό κόλπο[4].

Προηγουμένως – γράφει ο Απολλόδωρος – ονομαζόταν Καρμάνωρ και κατόπιν Αλιάκμων, ονομασίες που κατά την τοπική παράδοση σήμαιναν «ο ακαταπονήτως και μετά σπουδής ρέων προς την θάλασσαν».[5]

Ο ποταμός Ίναχος υπήρξε αντικείμενο λατρείας για τους πανάρχαιους κατοίκους της περιοχής και καθιερώθηκε ως ποτάμια θεότητα, γιατί σ’ αυτόν οφειλόταν όχι μόνο η ευφορία αλλά και η δημιουργία της ποταμογενούς αργολικής πεδιάδας, που ο Όμηρος ονομάζει «ούθαρ αρούρης», μαστάρι της γης. Καθώς έρεε αδιάκοπα από τα κατάφυτα και χιονοσκεπή αρκαδικά όρη και γονιμοποιούσε την πεδιάδα, της έδινε μια μεγαλοπρεπή και μαγευτική εικόνα.

Μετά από εξήντα χρόνια βασιλείας του Ινάχου, του οποίου η επικράτεια εκτεινόταν σε όλη σχεδόν την Βαλκανική χερσόνησο, ακολούθησαν άλλοι οκτώ Ιναχίδαι με πρώτο τον γιο του Φορωνέα που τον διαδέχθηκε:

Πελασγός: Κι όλα τα μέρη που ο αγνός περνάει Στρυμόνας

κι αφήνει δυτικά, στην εξουσία μου έχω.

Κι ακόμα ορίζω και των Περραιβών τη χώρα

και τα κείθ’ απ’ τον Πίνδο προς την Παιονία,

και της Δωδώνης τα βουνά, ως εκεί που κόβει

της θάλασσας το σύνορο˙ αυτούς τους τόπους ορίζω

κάτω ίσαμ’ εδώ.[6]



Φορωνέας (μυθολογία)

ο Φορωνέας (Φορωνεύς) ήταν ήρωας και ο γενάρχης των Πελασγών της Πελοποννήσου, και βασιλιάς του Άργους.

Ο Φορωνέας

Phoroneus, roi mythique d’Argos qui personnifie la Législation

Από την Ωκεανίδα Μελία (ή Αργεία) ο Ίναχος απέκτησε τον Φορωνέα, τον Αιγιαλέα και την Ιώ. Ως παιδιά του αναφέρονται ακόμη ο Φηγεύς, ο Πελασγός, ο Άργος και η Μυκήνη. Ο Φορωνεύς που διαδέχτηκε τον Ίναχο, θεωρείται ο γενάρχης της Πελασγικής φυλής. Η βασιλεία του συνέπεσε με τον μεγάλο κατακλυσμό του Ωγύγου:

«Πρώτος παρ’ Αθηναίοις μνημονεύεται Ώγυγος καθ’ όν Έλλησιν ο μέγας και παλαιός ιστορείται κατακλυσμός. Τούτο λέγεται συγχρονίσαι Φορωνεύς ο Ινάχου, Αργείων βασιλεύς»[1].

Ο Παυσανίας διασώζει πληροφορίες από το αρχαιότερο έπος Φορωνίς, σύμφωνα με το οποίο ο Φορωνεύς μετά από αυτόν τον κατακλυσμό, ήταν ο πρώτος που συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε έναν τόπο, και τους δίδαξε τον τρόπο του κοινωνικού βίου, ιδρύοντας έτσι την πρώτη πόλη:

«Ο Φορωνεύς δε ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν σκόρπιοι ο καθένας μόνος του στα δάση και στα βουνά. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά μαζεύτηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν»[2]

Προηγουμένως ζούσαν σκόρπιοι και απομονωμένοι όπως οι Κύκλωπες, για τους οποίους ο Όμηρος γράφει:

«Δεν έχουν προεστών βουλές, μήτε από νόμους ξέρουν

και κατοικούνε στων βουνών κατακόρυφα τις ράχες,

μέσα σε βαθουλές σπηλιές και τα παιδιά του ορίζει

καθείς και τη γυναίκα του και δεν ψηφάει τους άλλους»[3]

Ακόμη για χάρη των ανθρώπων ο Φορωνεύς μεταφέρει τη φωτιά από τον ουρανό με τη συναίνεση του Δία και διδάσκει τους ανθρώπους να την χρησιμοποιούν, κυρίως για να προσφέρουν θυσίες:

«Πιο πέρα από το ομοίωμα (του Βίτωνος) υπάρχει ένας τόπος όπου καίνε φωτιά, που τη λένε φωτιά του Φορωνέα, γιατί οι Αργείοι δεν παραδέχονται πως ο Προμηθεύς έδωσε στους ανθρώπους τη φωτιά, αλλά αποδίδουν την εύρεσή της στο Φορωνέα».[4]

Την φωτιά αυτή διατηρούσαν οι Αργείοι άσβεστη στον ναό του Λυκίου Απόλλωνος και την ονόμαζαν Φορωνικόν πυρ. Ακόμη, όπως γράφει ο Παυσανίας, οι Αργείοι πρόσφεραν θυσίες στον τάφο του Φορωνέα, μέχρι τα δικά του χρόνια.[5]

Από τον Φορωνέα και τη νύμφη Τηλεδίκη γεννήθηκαν ο Άπις και η Νιόβη. Στο μικρό χρονικό διάστημα που βασίλεψε στο Άργος ο Άπις, όλη η Πελοπόννησος ονομαζόταν Απία και οι κάτοικοί της Απιδόνες.

Η Νιόβη ήταν η πρώτη θνητή γυναίκα με την οποία έσμιξε ο Δίας. Από την ένωση αυτή γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος. Από αυτόν τον γιό του Δία και της Νιόβης η πολιτεία αλλά και όλη η Πελοπόννησος μετονομάστηκε από Απία σε Άργος.



Άργος (Βασιλιάς του Άργους)

Ο Άργος ήταν ο τέταρτος κατά σειρά μυθικός βασιλιάς του Άργους, στον οποίο κατά πάσα πιθανότητα, χωρίς να αποκλείουμε και τις άλλες εκδοχές, οφείλεται η ονομασία της πόλεως [1], η οποία φέρει από εκείνους τους χρόνους μέχρι σήμερα το ίδιο πολυθρύλητο όνομα.

Κατά τον Ακουσίλαο [2], ήταν γιος  του Δία και της Νιόβης [3], της πρώτης θνητής γυναίκας με την οποία συνευρέθηκε ο Δίας. Ήταν εγγονός του Φορωνέα εκ θηλυγονίας και ανιψιός του Άπι [4], τον οποίο και διαδέχτηκε στη βασιλεία του Άργους [5]. Ο Άργος παντρεύτηκε την Ευάνδη, κόρη του Στρυμόνα και της Νεαίρας [6] (σύμφωνα με άλλη εκδοχή τη Πειθώ), και απέκτησαν πέντε παιδιά : τον Έκβασο, τον Κρίασο, τον Πείρασο (ή Πείρανθο ή Πείραντα, ή Πειρήνα), τον Επίδαυρο και τον Λίκυμνο, (κατά άλλους την Τίρυνθα).

Ο Άργος παρουσιάζεται και ως επώνυμος ήρωας του Άργους εξαιτίας των κατορθωμάτων του. Ειδικότερα, λέγεται ότι ήταν ο πρώτος που δίδαξε την καλλιέργεια των δημητριακών, του σίτου και εξασφάλισε σπόρους από τη Λιβύη. Θέλοντας οι Αργείοι να τον τιμήσουν για τις πράξεις του αφιέρωσαν το άλσος γύρω από την πόλη και ανήγειραν γι’ αυτόν τύμβον, δηλαδή ταφικό μνημείο.

Επιπλέον, ο Άργος εξετέλεσε και πολλούς άθλους, όπως το φόνο του Αρκαδικού Ταύρου, το φόνο της Εχίδνας, η οποία ήταν κόρη του Φόρκυος και της Κητούς (σύμφωνα με άλλη εκδοχή ήταν κόρη του Τάρταρου και της Γης), και το μισό σώμα της ήταν παρθένο με αστραφτερά μάτια, ενώ το άλλο μισό ήταν φίδι καλυπτόμενο από ακανθώδεις φωλίδες, αυτή κατασπάραζε τους περαστικούς. Αυτή την πέτυχε στον ύπνο και την ξέκανε. Τέλος, δάμασε το Σάτυρο, ο οποίος αφαιρούσε τα βοσκήματα των Αρκάδων και εκδικήθηκε για το φόνο του Άπιδος, σκοτώνοντας τους υπεύθυνους.

Υπάρχει και μία δεύτερη εκδοχή όπου οι συγκεκριμένοι άθλοι αποδίδονται στον Άργο τον Πανόπτη, ο οποίος ήταν εγγονός του Έκβασου, γιος του Αγήνορα. Λέγεται ότι, ο Άργος ο Πανόπτης είχε σε όλο του το σώμα μάτια (ή σε όλο του το κεφάλι), τα οποία άνοιγαν κατά την ανατολή των άστρων και έκλειναν κατά τη δύση. Ήταν ισχυρός, είχε πάρα πολλή δύναμη και πιστεύεται ότι ο Πανόπτης ελευθέρωσε τη Πελοπόννησο από τα τέρατα και τα άγρια ζώα.

Για την εκδοχή αυτή στην Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», σελ. 167, τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986, διαβάζουμε: Το να είναι ο Πανόπτης Άργος άλλος από τον βασιλιά Άργο δεν είναι πιθανόν αν σκεφτούμε το εξής: η εκδίκηση για το φόνο του Άπη, του άκληρου βασιλιά, ταιριάζει στο γιο της αδερφής του, που γίνεται και διάδοχός του και όχι σε έναν ήρωα τέταρτης γενιάς. Ακόμη, όλα αυτά τα ανδραγαθήματα αρμόζουν σε έναν ήρωα και όχι σε ένα τέρας. Από αυτά η εξόντωση του ταύρου της Αρκαδίας είναι ίσως  το πρότυπο για την εξόντωση του ταύρου του Μαραθώνα από τον Θησέα, ενώ ο τρόπος που ο Άργος  σκοτώνει την Έχιδνα, μας θυμίζει τον άθλο του Περσέα με τη Μέδουσα. Από τον Άργο κατάγεται η φυλή Αργαδείς. Τον βασιλιά Άργο τον διαδέχτηκε ο πρωτότοκος γιος του Έκβασος.



Έκβασος

Ο Έκβασος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς), εγγονός του Δία και της Νιόβης. Ήταν αδερφός του Πειράσου, του Κριάσου, του Επιδαύρου και του Λικύμνου[1].

Οι πληροφορίες για τη ζωή του Έκβασου είναι πενιχρές. Γνωρίζουμε ότι, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο, στη βασιλεία του Άργους, πέθανε άτεκνος και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κρίασος.

Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).



Περσέας

Ο Δίας πέφτει σαν χρυσή βροχή στα πόδια της Δανάης.

Μυθικός ήρωας του Άργους, γιος του Δία και της Δανάης, κόρης του Ακρίσιου. Σύμφωνα με το μύθο, κάποιος χρησμός προειδοποιούσε τον Ακρίσιο, που ήταν βασιλιάς στο Άργος, ότι ο εγγονός του θα του άρπαζε το θρόνο σκοτώνοντάς τον. Τότε ο Ακρίσιος αποφάσισε να κλειδώσει την κόρη του σε υπόγειο χάλκινο δωμάτιο, για να εμποδίσει την ένωσή της με κάποιον άνδρα. Αλλά ο Δίας αγάπησε την όμορφη και γλυκιά Δανάη και μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο με τη μορφή χρυσής βροχής. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε ο Περσέας. Κατατρομαγμένος ο Ακρίσιος έκλεισε την κόρη του και το μωρό σε κιβωτό και διέταξε τους ναύτες να την πετάξουν στο πέλαγο. Όμως, τα κύματα παρέσυραν την κιβωτό μέχρι τη Σέριφο, όπου μητέρα και γιος βρήκαν σωτηρία· κάποιος ψαράς τους ανέσυρε από τα κύματα και ο βασιλιάς του νησιού Πολυδέκτης τους προσέφερε φιλοξενία.

Ο Πολυδέκτης στη συνέχεια αγάπησε τη Δανάη και θεωρώντας τον Περσέα εμπόδιο στον έρωτά του, του αναθέτει να αποκεφαλίσει τη δαιμονική γοργόνα Μέδουσα.

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Σ’ αυτή την επικίνδυνη αποστολή ο νέος είχε συμπαραστάτες τον Ερμή και την Αθηνά. Η Μέδουσα, ένα από τα τέρατα της ελληνικής μυθολογίας, ήταν θνητή κόρη του Φόρκυος και της Κητούς, που μαζί με τις δύο αθάνατες αδελφές της Σθεννώ και Ευρυάλη κατοικούσαν πέρα από τον Ωκεανό, στις εσχατιές της Δύσης.

Με κεφάλι γεμάτο φολίδες φιδιού, τεράστια δόντια, χάλκινα χέρια και χρυσά φτερά η Μέδουσα* απολίθωνε όποιον τολμούσε να την κοιτάξει. Ο Περσέας ακολουθώντας τις συμβουλές του Ερμή συνάντησε πρώτα τις Γραίες, που όπως και οι Γοργόνες ήταν κι αυτές κόρες του Φόρκυος και της Κητούς.

Ο Περσέας παίρνοντάς τους το μοναδικό μάτι και δόντι που είχαν και οι τρεις και μοιράζονταν μεταξύ τους, τις ανάγκασε να του δείξουν το δρόμο για τις Νύμφες, που κατείχαν τα απαραίτητα μαγικά αντικείμενα για να νικήσει τη Μέδουσα: την περικεφαλαία του Άδη, που όποιος τη φορούσε γινόταν αόρατος, τα φτερωτά σανδάλια, ένα ξίφος (τη χαλύβδινη άρπη) κι ένα σακίδιο. Μ’ αυτά τα αντικείμενα έφτασε στον τόπο που ζούσαν οι Γοργόνες και σκότωσε τη Μέδουσα την ώρα που κοιμόταν, αλλά για να μην απολιθωθεί από το βλέμμα της, την κοιτούσε μέσα από την χάλκινη ασπίδα της Αθηνάς.

Ο Περσέας έκοψε με το μαγικό ξίφος το κεφάλι της Μέδουσας, το έριξε στο σακίδιο και αόρατος από τη μαγική περικεφαλαία, εξαφανίστηκε με τα φτερωτά σανδάλια. Οι αδελφές της Μέδουσας δεν μπόρεσαν να τον καταδιώξουν. Από τον κορμό της αποκεφαλισμένης Μέδουσας ξεπήδησαν οι θεϊκοί ίπποι Χρυσάωρ και Πήγασος, καρποί και οι δύο της ένωσης της Μέδουσας με τον Ποσειδώνα, ενώ η θεά Αθηνά περισυνέλεξε το αίμα της που είχε τη δυνατότητα να σώζει ή να καταστρέφει ζωές και το δώρισε στον Εριχθόνιο ή τον Ασκληπιό.

Η Ανδρομέδα με τον Περσέα, σε τοιχογραφία της Πομπηίας.

 

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ο Περσέας πέρασε από την Αιθιοπία, όπου απελευθέρωσε την Ανδρομέδα,** που ο πατέρας της, ο βασιλιάς Κηφέας, μετά από χρησμό του Άμμωνα Δία αναγκάστηκε να δέσει σ’ ένα βράχο, βορά σ’ ένα τέρας που έστειλε ο Ποσειδώνας, αφού η γυναίκα του Κηφέα, η Κασσιόπεια, καυχήθηκε πως ήταν πιο όμορφη από τις Νηρηίδες. Ο Περσέας παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, την πήρε μαζί του στην Ελλάδα κι απόκτησαν επτά παιδιά.

Επιστρέφοντας στη Σέριφο και βρίσκοντας τη μητέρα του Δανάη και το σωτήρα τους Δίκτυ ικέτες στο βωμό του Δία για να γλιτώσουν από τον Πολυδέκτη, ο Περσέας απολίθωσε με το κεφάλι της Μέδουσας το διώκτη τους και έχρισε βασιλιά το Δίκτυ.

Όταν επανήλθε στο Άργος με τη μητέρα του, ο παππούς Ακρίσιος κατέφυγε στη Λάρισα, φοβούμενος για τη ζωή του. Ο Περσέας ήθελε να γνωρίσει τον παππού του και τον ακολούθησε με αγαθές προθέσεις. Στη Λάρισα όπου τον συνάντησε, έλαβε μέρος σε νεκρικούς αθλητικούς αγώνες και πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

Έθαψε τον παππού του με τιμές αλλά επειδή δεν ήθελε να τον διαδεχθεί στον θρόνο του, έκανε συμφωνία με τον ξάδελφο του Μεγαπένθη, γιο του Προίτου, να ανταλλάξουν τα βασίλεια τους. Έτσι πήρε το βασίλειο της Τύρινθος αντί του Άργους και αργότερα έκτισε τις Μυκήνες.

Όταν ο Περσέας πέθανε, οι θεοί δεν τον έστειλαν στον Άδη, αλλά στα άστρα. Μαζί του καταστέρισαν την Ανδρομέδα και τους γονείς της Κηφέα και Κασσιόπη. Έτσι δημιουργήθηκαν οι αστερισμοί του Περσέα, της Ανδρομέδας, της Κασσιόπης και του Κηφέα, αποτυπώνοντας την ιστορία τους στον ουράνιο θόλο.

Ο μύθος της Δανάης και του Περσέα είναι από τους πιο όμορφους. Γι’ αυτό και οι καλλιτέχνες εμπνέονται απ’ αυτόν, ιδιαίτερα από την ένωση της Δανάης με το Δία και από τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας. Ο μεγάλος λυρικός ποιητής και επιγραμματοποιός Σιμωνίδης ο Κείος*** έγραψε ένα τρυφερό και χαριτωμένο ποίημα, όπου φαντάζεται μάνα και γιο να ταξιδεύουν στο πέλαγος κάτω από τη βουή των κυμάτων. Η τραγική μάνα έχει χάσει τις μυθικές της διαστάσεις· είναι η απλή γυναίκα που υπομένει τον πόνο της, η τρυφερή και στοργική μάνα και ανεξίκακη κόρη, που δε μνησικακεί για τη σκληρότητα του πατέρα.

Παραθέτουμε ορισμένους στίχους. (Η Δανάη απευθύνεται στο μωρό της):

… Γιε μου, καημό που νιώθω! Όμως εσύ κοιμάσαι!

Πα’ στ’ άχαρα σανίδια αυτά η μικρούλα σου καρδιά

γαλήνια υπνώνει. Ξαπλωμένο μου λάμπεις στο βαθύ

σκοτάδι μέσα και στη νυχτιά τη χαλκοκαρφοπλούμιστη.

Περνά του ανέμου ο βόγκος κι η άχνη του κυμάτου

απ’ τα μαλλιά σου απάνω, όμως εσύ, ως πλαγιάζει

σε πορφυρά στρωσίδια το γλυκό σου πρόσωπο,

έγνοια καμιά δεν έχεις… (μτφρ. Ι. Θ. Κακριδή)


Διομήδης 

Ο Διομήδης, γιος του Τυδέα και σύζυγος της Αιγιάλειας, ανήκε στη γενιά των Επιγόνων μαζί με τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Οι τρεις τους έφτασαν στην Τροία με ογδόντα πλοία επανδρωμένα με άντρες από το Άργος.

Ο βασιλιάς του Άργους και άλλων αργολικών πόλεων είναι ο ευνοούμενος ήρωας του Ομήρου, ο οποίος αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της Ε’ ραψωδίας για να εξυμνήσει τα ηρωικά κατορθώματά του. Ως μνηστήρας της Ελένης, είχε χρέος μετά την απαγωγή της να είναι κι αυτός παρών, όπως είχε υποσχεθεί με όρκο στον πατέρα της.  Η μορφή του κυριαρχεί από την αρχή της Ιλιάδας και συναγωνίζεται σε ανδρεία τον Αχιλλέα και τον Αίαντα, μετά τους οποίους θεωρείται “ο ανδρειότατος καν στρατηγικότατος των πάντων”.

Στις μάχες εισορμούσε στις εχθρικές φάλαγγες χωρίς να νοιάζεται αν τον ακολουθεί ο στρατός του και τις διέτρεχε σκορπώντας το θάνατο και διασκορπίζοντάς τες. Απελπισμένος ο Έκτωρ παρακαλούσε την Αθηνά να τον πάρει μακριά από τις μάχες.[1]

Ο Όμηρος για να εξάρει την ανδρεία του, σε κανένα μέρος της Ιλιάδας δεν βάζει τον Αχιλλέα και τον Διομήδη να πολεμούν μαζί. Όταν διαπρέπει ο ένας στο πεδίο της μάχης, ο άλλος απουσιάζει είτε γιατί έχει τραυματιστεί, είτε για κάποια άλλη αιτία.

Για την γενναιότητα του είχε διακριθεί επίσης και στην “εκστρατεία των επτά επιγόνων” κατά των Θηβών, όπως μνημονεύει επίσης ο Όμηρος {Ιλ. Δ, 405}.

Στον Τρωικό πόλεμο πήρε μέρος με 80 πλοία και άνδρες από όλη την επικράτειά του, που εκτός από το Άργος επεκτεινόταν στην Τίρυνθα, την Ασίνη, την Ερμιόνη, την Αίγινα, την Επίδαυρο, την Τροιζήνα και άλλες πολιτείες:

“Οι δ’ Άργος τ’ είχον Τίρυνθα τε τειχιόεσσαν,

Ερμιόνην Ασίνην τε, βαθύν κατά κόλπον εχούσας,

Τροιζήν’ Ηϊόνας τε καί αμπελόεντ’ Επίδαυρον,

οί τ’ έχον Αίγιναν Μάσητά τε κούροι Αχαιών,

των αύθ’ ηγεμόνευε βοήν αγαθός Διομήδης

και Σθένελος, Καπανήος αγακλειτού φίλος υιός”.[2]

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Όταν γύρισε από την Τροία, βρήκε και αυτός τον οίκο του αλλοτριωμένο. Ο γιος του Ναυπλίου Οίαξ είχε ξεκινήσει από την Κλυταιμνήστρα και την Αιγιάλη σύζυγο του Διομήδη, το εκδικητικό έργο του πατέρα του για τον άδικο θάνατο του Παλαμήδη. Στο διάβημά του αυτό ο Οίαξ βρήκε σύμμαχό του την Αφροδίτη, που ήθελε κι αυτή την τιμωρία του Διομήδη, γιατί στη διάρκεια μιας μάχης στην Τροία την είχε τραυματίσει. (Ιλιάς Ε 335).

Έτσι και με θεϊκή επέμβαση, η Αιγιάλη, αφού συνδέθηκε με πολλούς εραστές, κατέληξε στον γιο του Σθένελου Κομήτη, στον οποίο ο Διομήδης είχε εμπιστευθεί την φροντίδα του οίκου του. Ο Κομήτης και η Αιγιάλη είχαν αποφασίσει να τον εξοντώσουν, στήνοντάς του ενέδρα μόλις γύριζε στο Άργος.

Η πολεμική πείρα έσωσε τον Διομήδη από την προδοσία, όταν χωρίς τους συντρόφους του ξεκίνησε μόνος και επιφυλακτικός για το παλάτι. Εκεί δέχτηκε την αιφνιδιαστική επίθεση του Κομήτη και των φρουρών του. Απέκρουσε με το ξίφος του την παγίδα και οπισθοχωρώντας πρόλαβε και κατέφυγε ικέτης στον βωμό της Αθηνάς, όπου δεν τόλμησε να τον πλησιάσει ο Κομήτης. Όταν νύχτωσε βγήκε κρυφά για να βρει τους συντρόφους του, που περίμεναν στα πλοία.

Θα ήταν πολύ εύκολο για τον πορθητή των Επτάπυλων Θηβών και τους παλαίμαχους άνδρες του να πολιορκήσουν το Άργος και να το κυριεύσουν, για να τιμωρήσει όπως τους άξιζε την άπιστη Αιγιάλη και τον αγνώμονα σφετεριστή του θρόνου του Κομήτη. Δεν βαστούσε όμως η καρδιά του να αιματοκυλίσει την δοξασμένη πόλη, που ήταν άλλοτε το βασίλειό του.

Έτσι την ίδια νύχτα παίρνοντας μαζί του στα Αργείτικα πλοία όσους συντρόφους θέλησαν να αφήσουν και αυτοί την πατρίδα τους και να τον ακολουθήσουν, έφυγε αναζητώντας μια νέα γη για να εγκατασταθεί και να ιδρύσει ένα νέο βασίλειο στη μακρινή Εσπερία.
Για το τέλος του υπάρχουν διάφορες παραδόσεις.

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους. Αττική πελίκη του «Ζωγράφου του Hasselmann», περ. 420 π.Χ.

Σύμφωνα με την επικρατέστερη παραλλαγή ο Διομήδης αποβιβάστηκε στην Απουλία, χώρα της Αδριατικής. Ο βασιλιάς της Δαύνος βρισκόταν σε πόλεμο με τους Μεσσάπιους και ζήτησε τις πολεμικές υπηρεσίες του. Σε αντάλλαγμα του υποσχέθηκε μέρος του βασιλείου του και την κόρη του Ευίππη για σύζυγο. Αφού έλαβε όμως τη βοήθεια, δεν τήρησε την υπόσχεση του.

Τότε ο Διομήδης κυριεύει την χώρα μόνος του, σημαδεύοντας τα σύνορα του δυτικού βασιλείου του με πέτρες από τα τείχη της Τροίας, που τις είχε χρησιμοποιήσει για έρμα στα καράβια του. Εκεί ίδρυσε πόλεις και την πρώτη την ονόμασε Άργος Ίππιον, (Argirippa) τα δε κοντινά νησιά ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, η διαμάχη του με τον Δαύνο απέβη μοιραία, αφού ο τελευταίος κατάφερε με δόλο να τον σκοτώσει. Ο Διομήδης θάβεται σ’ ένα κοντινό νησί που πήρε το όνομά του. Στον τάφο του χάραξαν το εξής επίγραμμα: “Τον πάντεσι κράτιστον επιχθονίοις Διομήδην ήδ’ ιερά κατέχει νήσος επωνυμίη”.[3]

Η Αθηνά όμως του χάρισε την αθανασία, και οι σύντροφοί του επειδή θρηνούσαν απαρηγόρητοι, μεταμορφώθηκαν από την θεά σε ερωδιούς: “έν ή καί τόν Διομήδη μυθεύουσιν αφανισθήναι τίνες καί τούς εταίρους απορνιθωθήναι…[4]

Την παράδοση αυτή μνημονεύει και ο Πίνδαρος, ο οποίος τον αποκαλεί πολέμοιο νέφος (αστραποσύννεφο πολέμου): τον Διομήδη η γλαυκομάτα ξανθιά θεά, θεό τον κάνει…[5]

Τα πουλιά – σύντροφοι του Διομήδη – πετούσαν πάνω από τα γύρω νησιά, που γι’ αυτό ονομάστηκαν Διομήδειαι νήσοι. Κάθε φορά – λέει η παράδοση – που αγκυροβολούσαν η περνούσαν από εκεί Ελληνικά πλοία, τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα γύρω τους, πλησίαζαν τους Έλληνες ναύτες και άφηναν να τα χαϊδεύουν και να τα ταΐζουν, ενώ απέφευγαν τα πληρώματα των βαρβαρικών πλοίων:

(Υπάρχει ένα νησί που λέγεται Διομήδεια, και έχει πολλούς ερωδιούς. Αυτοί, λένε, πως τους βαρβάρους ούτε αποστρέφονται αλλά ούτε και τους πλησιάζουν. Εάν όμως φθάσει εκεί Έλληνας ταξιδιώτης, σαν από θεία χάρη τον πλησιάζουν και απλώνοντας τα φτερά τους σαν χέρια, τους καλωσορίζουν και τους αγκαλιάζουν. Και όταν οι Έλληνες τους χαϊδεύουν, δεν φεύγουν αλλά κουρνιάζουν άφοβα στην αγκαλιά τους σαν να υποδέχονται αγαπητούς καλεσμένους.

Λέγεται λοιπόν ότι αυτοί είναι οι σύντροφοι του Διομήδη, που πήραν μαζί του μέρος στον πόλεμο της Τροίας, και μετά αλλάξανε την προηγούμενη φύση τους και γίνανε πουλιά, αλλά ακόμη και τώρα διαφύλαξαν το να είναι Έλληνες και Φιλέλληνες).[6]

Στη χώρα που κατέφυγε, σε πολλά μέρη των ανατολικών ακτών της Ιταλίας, στη Βενετία, στη Σαλαμίνα της Κύπρου, στην Κέρκυρα καν σε άλλα μέρη της Ελλάδας, λατρεύτηκε σαν θεός.

Υπάρχει ακόμη και μια παράδοση που συναντούμε σε λατίνους συγγραφείς (Pompeious Trogus, Siculus Flaccus), ότι οι Κέλτες θεωρούν τον Διομήδη πρόγονό τους και μυθικό αρχηγό τους κατά τις μεταναστεύσεις τους προς την Απουλία.

Συγκεκριμένα ο S. Flaccus στο έργο του “De condicio nibus agrorum” (= Περί της καταστάσεως των χωρών μας) γράφει: “Συνέβη μετά πλήθη ανθρώπων να βρίσκονται σε συνεχή μεταναστευτική κίνηση, συχνά αλλάζοντας τόπο στην Ιταλία και στις επαρχίες, όπως οι Τρώες στο Lazio, όπως ο Διομήδης με τους Γαλάτες στην Απουλία”.[7]

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΊναχοςΥποσημειώσεις- Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.

[1] Ηλέκτρα, 1

[2] Ησιόδου Θεογονία, από 125, μετ. Π. Λεκατσά

[3] Αθ. Σταγειρίτου Ωγυγία τομ. Δ’ σελ.443

[4] Παυσανίου Κορινθιακά, 15,5: « Ίναχον δε βασιλεύοντα τον τε ποταμόν αφ’ αυτού λέγουσιν ονομάσαι και θύσαι τη Ήρα».

[5] Αλιάκμων:άλς (=θάλασσα) + ακμαίνω (χτυπώ) > ο χτυπών με τα ορμητικά νερά του τη θάλασσα.

[6] Αισχύλου Ικέτιδες, στιχ. 255-260, μετ. Ι. Γρυπάρη, εκδ. Εστίας:

Πελασγός: Στρυμών, το προς δύνοντος ηλίου κρατώ

«Ορίζομαι δε την Περραιβών χθόνα πέλας,

όρη τε Δωδωναία συντέμνει δ’ όρος

υγράς θαλάσσης των δε επί τόδε κρατώ».

Βλέπε επίσης Ιωάν. Κοφινιώτη:  «Όταν δε εβασίλευεν ο Ίναχος εν τω Άργει, εξουσίαζε και όλην την χώραν δι ής ο Άλγος (Αξιός) και ο Στρυμών ρεί.

Ώστε ο Ίναχος ήρχε και της Ηπείρου ήτις τότε Περραιβών εκαλείτο χώρα και είχεν εν εαυτή τα Κεραύνια (Δωδωναία) όρη παρά τα οποία τότε ευρίσκοντο οι Παίονες, και επομένως των Πελασγών το κράτος ορίζετο επί Ινάχου βορείως διά της σειράς του Αίμου, κατά δε τα επίλοιπα κύκλωθι μέρη υπό θαλάσσης, δηλαδή της από Ευξείνου μέχρι του Αδρίου εκτεταμένης θαλάσσης». (Ιστορία του Άργους σελ. 124)

Σημ. Ο τραγικός ποιητής Σοφοκλής είχε γράψει έργο με τίτλο «Ίναχος», αποσπάσματα του οποίου βρέθηκαν σε παπύρους της αρχαίας Αιγυπτιακής πόλης Οξυρρύγχου και φυλάσσονται στην Οξφόρδη. (Βλέπε Ελένης Νικολαΐδου Σοφοκλής ο μεγάλος τραγικός, εκδ. Σαββάλα, σελ.88).

Φορωνέας -Υποσημειώσεις- – Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003.

[1] Ευσέβιος Καισαρείας, Χρονικών Α.

[2] Παυσανίου Κορινθιακά, XV,5, Εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας ˙και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν».

[3] Οδύσσεια, Ι, 108, Ο.Ε.Σ.Β, μετ. Ι. Σιδέρη.

[4] Παυσαν. Κορινθιακά, XIX, 5, Εκδ. Ι. Ζαχαροπούλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου. «Εξής δε της εικόνος ταύτης (του Βίτωνος) πυρ καίουσιν, ονομάζοντας Φορωνέως είναι˙ ού γάρ τί ομολογούσι δούναι πυρ Προμηθέα ανθρώποις, αλλ’ ες Φορωνέα του πυρός μετάγειν εθέλουσι την εύρεσιν».

[5] Παυσανίου Κορινθιακά, XX, 2, εκδ. Ζαχαρόπουλου, μετ. Γιάννη Κορδάτου: «εναγίζουσι δε και ες ημάς έτι τω Φορωνεί».

Σύμφωνα με αυτή την πληροφορία του Παυσανία, οι Αργείοι τιμούσαν τον τάφο του Φορωνέα από την εποχή του κατακλυσμού του Ωγύγου μέχρι τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

Άργος- Υποσημειώσεις-Ελένη Μουζακιώτη Φιλόλογος

[1] Από αυτή την πόλη ο Όμηρος ονομάζει όλους τους Έλληνες Αργείους, διότι για τον επικό ποιητή, Άργος σημαίνει ό,τι ακριβώς και Ελλάς.

[2] Ο Ακουσίλαος ήταν ιστορικός, μυθογράφος και φιλόσοφος του 5ου αιώνα π.Χ., ο οποίος έγραψε το έργο “Γενεαλογίες”, από το οποίο έχουν διασωθεί μόνο αποσπάσματα.

DIOG. I, 41-42 (7 Weise). Ἔνιοι προστιθέασιν ᾿Ακουσίλαον Κάβα ἢ Σκάβρα ᾿Αργεῖον. (42) ῞Ερμιππος δ᾿ ἐν τῶι Περὶ τῶν σοφῶν (fr. 8; FHG III, 37) ἑπτακαίδεκά φησιν, ὧν τοὺς ἑπτὰ ἄλλους ἄλλως αἱρεῖσθαι· εἶναι δὲ Σόλωνα, Θαλῆν, Πιττακόν, Βίαντα, Χίλωνα, (Μύσωνα), Κλεόβουλον, Περίανδρον, ᾿Ανάχαρσιν, ᾿Ακουσίλαον, ᾿Επιμενίδην (68 A), Λεώφαντον, Φερεκύδην (7 A2a) ᾿Αριστόδημον, Πυθαγόραν, Λᾶσον Χαρμαντίδου ἢ Σισυμβρίνου, ἢ ὡς ᾿Αριστόξενος Χαβρίνου, ῾Ερμιονέα, ᾿Αναξαγόραν.

SUID. s.v. ᾿Ακουσίλαος· Κάβα υἱὸς ᾿Αργεῖος, ἀπὸ Κερκάδος πόλεως οὔσης Αὐλίδος πλησίον, ἱστορικὸς πρεσβύτατος. Ἔγραψε δὲ Γενεαλογίας ἐκ δέλτων χαλκῶν, ἃς λόγος εὑρεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ ὀρύξαντά τινα τόπον τῆς οἰκίας αὐτοῦ.

[3] Νιόβη: ήταν κόρη του Φορωνέα και της Λαοδίκης. Πρόκειται για την πρώτη θνητή που αγάπησε ο Δίας. Από την ένωσή τους γεννήθηκαν ο Πελασγός και ο Άργος, ο οποίος έδωσε το όνομά του στην πόλη.

[4] Ο Άπιος πέθανε χωρίς απογόνους. Οι ομοιότητες στο όνομα και οι προσθήκες στο μύθο της Ιώς έκαναν να ταυτιστεί ο Άπις του Άργους με τον Άπη της Αιγύπτου. Μετέπειτα δημιουργήθηκε μύθος για μετάβαση του Άπη από το Άργος στην Αίγυπτο.

[5] Ο Παυσανίας δεν αναφέρει τη βασιλεία του Άπιου μεταξύ του Φορωνέα και του Άργου, μνημονεύεται όμως από άλλους συγγραφείς. Συγκεκριμένα γράφει : «Άργος δε Φορωνέως θυγατριδούς (Νιόβης) βασιλεύσας μετά Φορωνέα αφ’ αυτού την χώραν» (Παυσ. Β, ΧVΖ, 1).

[6] Απολλοδ. Β΄ 3.

Πηγές

Ελληνική Μυθολογία, «Οι ήρωες, Τοπικές Παραδόσεις», υπ. Ιωάννης Κακριδής,  τόμ. 3ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1986.

Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων, μετά προσθηκών και βελτιώσεων», Αθήναι, ³1996.

Έκβασος – Υποσημείωση   Ελένη Μουζακιώτη  Φιλόλογος

[1]  Απολλόδωρος Β΄, 1,2).

Πηγές

Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008.

Περσέας Υποσημειώσεις

  • Η Μέδουσα στην ελληνική μυθολογία αναφέρεται ως μία από τις τρεις Γοργόνες. Από τις τρεις αδελφές η Μέδουσα ήταν η θνητή. Το άλλο της όνομα ήταν Γοργώ, που σημαίνει άγρια ματιά. Κόρη του Φόρκυ ή Φορκέα και της Κητούς, αδελφή των Γοργόνων Σθενώ και Ευρυάλη, και των Γραιών Δεινώ, Ενυώ και Πεφρηδώ, ήταν στην αρχή Κενταύρισσα. Κατά μια εκδοχή ήταν τόσο όμορφη που ο Ποσειδώνας ήθελε να ενωθεί μαζί της. Μεταμορφωμένος σε άλογο βρέθηκε σε επαφή μαζί της, στον ιερό χώρο της Αθηνάς. Η θεά, εξοργισμένη με το γεγονός, δεν μπορούσε να έρθει σε ρήξη με τον Ποσειδώνα και έτσι ξέσπασε πάνω στην Μέδουσα. Την μεταμόρφωσε σε απεχθές τέρας, που αντί για μαλιά είχε φίδια. Η ασχήμια της ήταν τέτοια, που όποιος την κοιτούσε στο πρόσωπο πέτρωνε. Τελικά τη σκότωσε ο Περσέας, με την βοήθεια της Αθηνάς. Το κεφάλι της, το περίφημο “Γοργόνειο”, το παρέλαβε η θεά από τον ήρωα και το επίθεσε στην ασπίδα της, επειδή το κεφάλι της, ακόμη και νεκρό, πέτρωνε όποιον το κοίταζε.

Ανδρομέδα (Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης)

** Η Ανδρομέδα ήταν κόρη του Κηφέα και της Κασσιόπης, βασιλέων του Φοινικικού βασιλείου της Αιθιοπίας. Η Κασσιόπη, θεωρούσε ότι ήταν τόσο όμορφη όσο και οι Νηρηϊδες, γεγονός που προκάλεσε την οργή του Ποσειδώνα, ο οποίος έριξε λιμό στη χώρα και έστειλε ένα θαλάσσιο κτήνος που κατέτρωγε το λαό και τη χώρα. Σύμφωνα με το χρησμό του μαντείου του Άμμωνα η σωτηρία θα ερχόταν μόνο αν ο βασιλιάς παρέδιδε την κόρη του Ανδρομέδα στο κτήνος. Έτσι η Ανδρομέδα βρέθηκε δεμένη στο βράχο, στο έλεος του κτήνους.

*** Σιμωνίδης ο Κείος:  Μεγάλος λυρικός ποιητής της ελληνικής αρχαιότητας (556 – 468 π.Χ.). Γεννήθηκε στη μικρή πόλη Ιουλίδα του νησιού Κέω (σημερινή Τζιά). Το δώρο της ποίησης το κληρονόμησε από τον πατέρα και τον παππού του και το καλλιέργησε από τη νεανική του ηλικία. Γρήγορα η φήμη του έφτασε και στην Αθήνα, όπου τον προσκάλεσε ο Πεισιστρατίδης Ίππαρχος, ο οποίος τον είχε διαρκώς μαζί του και τον τιμούσε πολύ. Μετά το θάνατο εκείνου πήγε στη Θεσσαλία, όπου τον δέχτηκαν με φιλόφρονα αισθήματα οι Σκοπάδες και οι Αλευάδες και τους οποίους εγκωμίαζε με αμοιβή. Επειδή κατά την εισβολή των Περσών οι Θεσσαλοί μήδισαν, ο Σιμωνίδης  επέστρεψε στην Αθήνα και, μετά τη νίκη στο Μαραθώνα, νίκησε σε ποιητικό διαγωνισμό τον Αισχύλο, γράφοντας ελεγεία για τους υπερασπιστές της πατρίδας. Αργότερα ύμνησε τις νίκες των Ελλήνων στο Αρτεμίσιο, στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές. Οι ελεγείες και τα επιγράμματά του αυτά τον έκαναν διάσημο και τον αντάμειψαν με τη φιλία του Θεμιστοκλή, του Αριστείδη και του Παυσανία.

Πηγές

Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Larousse, «Θρησκεία – Μυθολογία», τομ. 9, Τα Νέα 2008.

 

Διομήδης –Υποσημειώσεις   Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003

[1] Αθ. Σταγειρίτου, Ωγυγία. Βίβλος Β’ σελ 425.

[2] Ιλιάς, Β 559-564.

[3] Αθ. Σταγερίτου, Ωγυγία, Βίβλος Β’, σελ.430.

[4] Στράβωνος, Γεωγραφικά, C, 284, βιβλ. ΣΤ’

[5] Νέμεα 10,8, Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, μετ. Β. Τάσσου:  “Διομήδεα δ’ άμβροτον ξανθά ποτέ Γλαυκώπις έθηκε θεόν…”

[6] Κλαυδίου Αιλιανού (2ος αι μ.Χ), “Περί Ζώων Ιδιότητος”, ελεύθερη απόδοση.

“Καλείται τις Διομήδεια νήσος, καί ερωδιούς έχει πολλούς. Ούτοι φασί τούς βαρβάρους ούτε αδικούσιν ούτε αυτοίς προσίασιν˙ εάν δε Έλλην κατάρη ξένος, οί δέ θεία τινί δωρεά προσιάσι πτέρυγας απλώσαντες οιονεί χείρας τινές ές δεξίωσιν τε καί περιπλοκάς. Καί απτομένων των Ελλήνων ούχ υποφεύγουσιν, αλλ’ ατρέμουσι καί ανέχονται, καί καθημένων ές τούς κόλπους καταπέτονται, ώσπερ ούν επί ξένια κληθέντες. Λέγονται ούν ούτοι Διομήδους εταίροι είναι καί σύν αυτώ των όπλων των επί τήν Ίλιον μετασχηκέναι, είτα τήν προτέραν φύσιν ές τό των ορνίθων μεταβαλλόντες είδος, όμως έτι καί νύν διαφυλάττειν τό είναι Έλληνες καί Φιλέλληνες.

[7] Μηνιαίο περιοδικό “Αναγέννηση”, τεύχη 272- 275, 2001.

ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ