πίσω

Η ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ

Η βυζαντινή τέχνη όπως αναφέρει η Αικ. Χριστοφιλοπούλου «...υπηρετεί δύο ιδεώδη, την αυτοκρατορικήν ιδέαν και το χριστιανικόν βασίλειον αφ' ενός, την χριστιανικήν θεολογία και την εκκλησία αφ' ετέρου.»[1] και έχει διπλό στόχο για μεν το Χριστιανισμό να διδάξει τις αφηρημένες ιδέες της νέας θρησκείας για δε την πολιτεία και τον κύριο εκπρόσωπό της να εξάρει της αρετές και τους θριάμβους του προκειμένου να προπαγανδίσει την «υπερχρονική και υπεράνθρωπη διάσταση της αυτοκρατορικής εξουσίας»[2] .

Στο πλαίσιο αυτό θα μελετηθούν τρεις απεικονίσεις του αυτοκράτορα. Αφού περιγραφούν, θα γίνει προσπάθεια να σχολιαστούν τεχνοτροπικά, λαμβάνοντας υπόψη - όπου αυτό είναι εφικτό - τις κύριες συνθετικές αρχές της βυζαντινής τέχνης, και να αναγνώστούν τα μηνύματα που οι παραστάσεις αυτές μετέδιδαν στον θεατή σχετικά με τον βυζαντινό μονάρχη. Στη συνέχεια θα διερευνυθεί αν οι απεικονίσεις του βυζαντινού αυτοκράτορα-και η ιδεολογία που τον περιβάλλει-επηρέασαν απεικονίσεις ηγεμόνων άλλων κρατών.  

σάρωση000322.JPG

εικόνα 1

Το "δίπτυχο Barberini", ελεφαντοστό, πρώτο μισό του 6ου αι.,

Παρίσι, Μουσείο Λούβρου. 

Η πρώτη εικόνα η οποία θα μελετηθεί είναι το λεγόμενο δίπτυχο Barberini (εικ. 1),  χαρακτηριστικό δείγμα της αυτοκρατορικής εικονογραφίας το οποίο βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι και η κατασκευή του οποίου χρονολογείται από το πρώτο μισό του 6ου αι.[3] Θα μπορούσε κανείς να πει ότι στο δίπτυχο αυτό περικλείεται όλη η φιλοσοφία των Βυζαντινών όσον αφορά στον αυτοκράτορα, και σε ό,τι αυτός εκπροσωπούσε. Κοιτώντας το προσεκτικά παρατηρούνται τα εξής: στο κεντρικό διάχωρο ο αυτοκράτορας, πιθανόν ο Ιουστινιανός[4], απεικονίζεται έφιππος και θριαμβευτής. Η μορφή του αυτοκράτορα κυριαρχεί σε όλο το δίπτυχο όπως κι η εξουσία του σε όλη την οικουμένη. Μπροστά από τον έφιππο εν κινήσει αυτοκράτορα φτερουγίζει η προσωποποίηση της νίκης η οποία φαίνεται να κρατά στο αριστερό της χέρι φύλλα δάφνης. Κάτω από τα πόδια του αλόγου, του νικητή αυτοκράτορα βλέπουμε προσωποποίηση της Γης η οποία προτείνει το χέρι της για να πατήσει ο ένας και μοναδικός άρχοντας της οικουμένης.[5] Πίσω από τον αυτοκράτορα παρατηρούμε ένα βάρβαρο στρατιώτη ο οποίος κρατά το δόρυ του πρώτου σε ένδειξη υποταγής, Ο αυτοκράτορας φορά τη στρατιωτική στολή η οποία αποτελείται από το χρυσό θώρακα, το χιτώνα με το διάδημα στη μέση και τη χλαμύδα με τη φίβλα (πόρπη) στο δεξιό ώμο. Στο κεφάλι φέρει «στέφανο διάλιθο» ενώ στα πόδια φορά τα τζαγγία , ένα είδος κοντής μπότας από ιμάντες  που έφθανε μέχρι το μέσον της κνήμης, άφηνε ελεύθερα τα δάχτυλα και είναι η μετεξέλιξη των ρωμαϊκών στρατιωτικών κοθόρνων.[6]

Στο αριστερό διάχωρο ένας στρατιώτης προσφέρει στον αυτοκράτορα ένα αγαλματίδιο της Νίκης που κρατά στεφάνι. Η ελαφρά κλίση της κεφαλής του φαίνεται να δηλώνει θαυμασμό και υποταγή.

   Στο πάνω διάχωρο δύο άγγελοι κρατούν μετάλλιο με προτομή του Χριστού ο οποίος ευλογεί τον αυτοκράτορα. Μ' αυτόν τον τρόπο δηλώνεται ο ρόλος του ως υπερασπιστή της Πίστης. Ο αυτοκράτορας είναι για τους βυζαντινούς  ο εκλεκτός του Θεού, ο αντιπρόσωπός του πάνω στη γη και έχει το προνόμιο να εξουσιάζει ολόκληρο το χριστιανικό κόσμο, γι' αυτό κάθε προσχώρηση αλλοθρήσκων σε αυτό τον κόσμο συνεπάγεται την αναγνώριση, από αυτούς, της εξουσίας του Βυζαντινού μονάρχη. Είναι θεόπνευστος, δίκαιος, ανεξίκακος, φιλάνθρωπος, ελεήμων, παράλληλα όμως είναι γενναίος προστάτης της πίστεως και σωτήρας της οικουμένης, «αεί νικητής»[7]. Στο κάτω διάχωρο οι βάρβαροι λαοί με τις περίεργες ενδυμασίες τους και τα βαρβαρικά χαρακτηριστικά τους προσφέρουν τιμές και δώρα στον νικητή αυτοκράτορα.

Στο δίπτυχο Barberini παρατηρούμε πολλές από τις αρχές της σύνθεσης που χαρακτηρίζουν την βυζαντινή τέχνη. Η διαφοροποίηση της κλίμακας είναι μια από αυτές. Ο αυτοκράτορας εικονίζεται εμφανώς σε μεγαλύτερη κλίμακα από τις άλλες μορφές κυρίως δε από τους υποταγμένους βαρβάρους που εμφανίζονται στο κάτω μέρος της παράστασης. Η σύνθεση είναι ευανάγνωστη και όλα τα στοιχεία της δομούνται σε ταινίες οι οποίες παρατίθενται συμμετρικά γύρω από τον κεντρικό άξονα που καταλαμβάνεται από το κεντρικό διάχωρο και στο οποίο κυριαρχεί η μορφή του αυτοκράτορα. Δεν έχουμε καμιά αίσθηση της τρίτης διάστασης, όλες οι μορφές εμφανίζονται σε πρώτο επίπεδο. Με αυτό τον τρόπο οι Βυζαντινοί προσπαθούσαν μέσα από την αφαίρεση να αναδείξουν την ιδέα που το εικονιζόμενο πρόσωπο εκπροσωπούσε και όχι να αποτυπώσουν με νατουραλιστικό τρόπο την ίδια τη μορφή[8].

Το συγκεκριμένο αντικείμενο[9] θα μπορούσε να είναι είτε ένα δώρο του Ιουστινιανού σε κάποιον άλλο ηγεμόνα στο πλαίσιο μιας διπλωματικής επαφής, είτε δώρο ενός υψηλόβαθμου αξιωματούχου προς τον αυτοκράτορα ή ακόμα και παραγγελία του ίδιου του αυτοκράτορα σε ανάμνηση μιας σημαντικής του νίκης[10].

 

 

800px-Meister_von_San_Vitale_in_Ravenna_00322.JPG

εικόνα 2

Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός και η συνοδεία του. Ψηφιδωτή παράσταση από το βόρειο τοίχο του ιερού στον Άγιο Βιτάλιο στη Ραβένα. 547 

Μία διαφορετική προσέγγιση στην αυτοκρατορική εικονογραφία συναντάται στο ψηφιδωτό του ναού του Αγίου Βιταλίου (Ραβέννα) (εικ. 2). Ο αυτοκράτορας (Ιουστινιανός) περιβάλλεται από διακόνους, επισήμους και φρουρούς σε μία επίσημη τελετή θρησκευτικού χαρακτήρα. Ο Ιουστινιανός διακρίνεται από την κεντρική του θέση. Φορά την στρατιωτική στολή περιόδου ειρήνης, η οποία αποτελείται από λευκό χιτώνα, τη ζώνη την πορφυρή χλαμύδα με χρυσοκέντητο «τάβλιον», και φέρει στο κεφάλι διάδημα, στολισμένο με πλούσια κοσμήματα και φωτοστέφανο (εικ. 3) προκειμένου να αναδειχθεί η αυτοκρατορική ισχύς του και η σχέση του με την εκκλησία[11]. Κρατά  ένα μεγάλο φιαλόσχημο δίσκο, ως δώρο στην εκκλησία την ημέρα των εγκαινίων της. Δίπλα στον αυτοκράτορα, με ένα διάλιθο σταυρό λιτανείας στα χέρια, στέκεται όπως δηλώνει η επιγραφή που βρίσκεται πάνω από το κεφάλι του, ο επίσκοπος της Ραβέννας Μαξιμιανός («MAXIMIANVS»)(εικ. 4), κατά τη θητεία του οποίου εγκαινιάστηκε ο ναός[12]. Τον αυτοκράτορα συνοδεύουν τρεις αξιωματούχοι και έξι στρατιώτες οι οποίοι στέκουν σε δεύτερο επίπεδο. Οι αξιωματούχοι  φορούν λευκό  μανδύα διακοσμημένο με πορφυρό «τάβλιον» ο οποίος συγκρατείται στο δεξιό ώμο από χρυσή πόρπη (εικ. 5), ενώ οι στρατιώτες,  πιθανόν η αυτοκρατορική φρουρά, φορούν πολύχρωμες ενδυμασίες και στέκονται πίσω από μια ασπίδα που κρατά ένας εξ αυτών και φέρει πάνω της το σύμβολο « » με το οποίο οι χριστιανοί έγραφαν συμβολικά το όνομα του Χριστού. Τον επίσκοπο συνοδεύουν δύο διάκονοι με ευαγγέλιο και θυμιατό. Η παρουσία του αυτοκράτορα στον Άγιο Βιτάλιο συμβολίζει την αποκατάσταση της βυζαντινής μεγαλοπρέπειας και της θρησκευτικής κυριαρχίας στη χώρα. Ο ναός του Αγίου Βιτάλιου χτίστηκε ανάμεσα στο 530 και το 547 με χορηγία του Ιουστινιανού[13]. Την περίοδο αυτή η Ιταλία βρισκόταν ακόμη υπό οστρογοτθική κυριαρχία. Όταν εγκαινιάστηκε το 547, η Ιταλία βρισκόταν και πάλι υπό τη βυζαντινή κατοχή. Οι Οστρογότθοι υποστήριζαν τον Αρειανισμό, μία αίρεση που καταδικάστηκε από τη βυζαντινή εκκλησία. Επομένως η επιστροφή της Ιταλίας σε βυζαντινό έλεγχο,  σήμαινε και την επιστροφή της στην Ορθοδοξία[14].

455px-Meister_von_San_Vitale_in_Ravenna_00422.JPG

εικόνα 3

λεπτομέρεια από την εικόνα 2

455px-Meister_von_San_Vitale_in_Ravenna_01322.JPG

εικόνα 4

λεπτομέρεια από την εικόνα 2

457px-Meister_von_San_Vitale_in_Ravenna_00522.JPG

εικόνα 5

λεπτομέρεια από την εικόνα 2

Η εικόνα, αν εξαιρέσει κανείς τα πρόσωπα των μορφών στα οποία γίνεται προσπάθεια να αποδοθούν τα χαρακτηριστικά του κάθε εικονιζόμενου (εικ. 3,4,5), χαρακτηρίζεται από μετωπικότητα και στατικότητα (εικ.2). Εμπεριέχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται διαχρονικά, στην γνήσια  βυζαντινή τεχνοτροπία. Συγκεκριμένα η όλη σύνθεση, η οποία τοποθετείται εντός πλαισίου διακοσμητικών ταινιών, αναπτύσσεται γύρω από έναν άξονα και συγκεκριμένα γύρω από τη μορφή του αυτοκράτορα ενώ οι υπόλοιπες μορφές διατάσσονται συμμετρικά δεξιά και αριστερά του, είναι εξόχως ευανάγνωστη, είναι δε εμφανής η ιεράρχηση των αξιών που κάθε μορφή πρεσβεύει (αυτοκράτορας, επίσκοπος, αξιωματούχοι, διάκονοι, στρατιώτες)[15] ανάλογα με το που κάθε μορφή στέκεται σε σχέση με τον αυτοκράτορα, δίπλα ή πίσω.  

σάρωση0002222.JPG

εικόνα 6

Ο Χριστός ευλογεί τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο,

κωδ. 1 (Χρυσόβουλλο), 1301.  Αθήνα, Βυζαντινό Μουσείο. 

Η τρίτη εικόνα που έχει επιλεγεί είναι μια μικρογραφία η οποία κοσμεί την αρχή χειρογράφου (εικ. 6). Προέρχεται από ένα χρυσόβουλλο το οποίο εκδόθηκε το 1301 από τον Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο και αναφέρεται στα προνόμια που δόθηκαν στη Μητρόπολη Μονεμβασιάς[16]. Η μικρογραφία αυτή ανήκει στην υστεροβυζαντινή περίοδο (1261-1453) κατά τη διάρκεια της οποίας, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες, η βυζαντινή τέχνη και κυρίως η ζωγραφική αναπτύσσεται ιδιαίτερα και εξαπλώνεται πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας[17].  Στη μικρογραφία αυτή η οποία θεωρείται ένα από τα ωραιότερα δείγματα της τέχνης του Παλατιού[18], με διαστάσεις 27Χ23 εκ.[19], απεικονίζονται τα εξής: μέσα σε ερυθρό πλαίσιο και πάνω στο χρυσό κάμπο ο οποίος στην Βυζαντινή τέχνη συμβολίζει  την υπερβατικότητα, ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος ο Β΄ αριστερά, προσφέρει το χρυσόβουλλο στον Χριστό στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναός της Μονεμβασιάς. Οι δύο μορφές στέκονται με ελαφρά κλίση η μια προς την άλλη. Γενικά η απεικόνιση των μορφών χαρακτηρίζεται από μετωπικότητα χαρακτηριστικό του τρόπου σύνθεσης της βυζαντινής ζωγραφικής. Ο αυτοκράτορας φορά την επίσημη[20] (από το 14ο 15ο αι.) αυτοκρατορική στολή η οποία περιλαμβάνει σάκκο, διάλιθο λώρο, κόκκινα υποδήματα και στέμμα το οποίο φέρει πρεπενδούλια από μαργαριτάρια. Κρατά με το δεξί χέρι σταυροφόρο σκήπτρο, ενώ με το αριστερό προτείνει στο Χριστό το χρυσόβουλλο με τα προνόμια. Το φωτοστέφανο υποδηλώνει τη θεϊκή προέλευση της αυτοκρατορικής εξουσίας. Ο αυτοκράτορας στέκει πάνω σε ερυθρό μαξιλάρι διακοσμημένο με δύο δικέφαλους αετούς, έμβλημα των Παλαιολόγων[21]. Πάνω σε υποπόδιο η μορφή του Χριστού είναι εμφανώς μεγαλύτερη από αυτή του αυτοκράτορα προκειμένου μέσω της κλίμακας να αποδοθεί η ιεράρχηση των αξιών.  Ο βυζαντινός αυτοκράτορας δεν θεοποιείται, αφού ο Θεός είναι ένας και μοναδικός, αλλά κυβερνά «ελέω Θεού» ιδεά που διαφένεται από την ευλογία που του χαρίζει ο Χριστός. Είναι ο απεσταλμένος Του στη γη και αυτός που ορίστηκε από Αυτόν για να κυβερνήσει τη γη ως «έμψυχος Νόμος», όπως ακριβώς Εκείνος κυβερνά τον ουρανό[22].

Μέσα από τις εικονιστικές παραστάσεις που αναλύθηκαν, προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα: ο αυτοκράτορας ως μιμητής του Θεού εικονίζεται ως αντανάκλαση της εικόνας του Θεού. Η αυτοκρατορική παρουσία στην τέχνη έγινε αντικείμενο σεβασμού ή και λατρείας ακόμη.[23] Παράλληλα, η απεικόνιση του αυτοκράτορα αποτελεί αναφορά στη νόμιμη εξουσία, προβάλλει το αυτοκρατορικό ιδεώδες και αποβλέπει στη δημοσιοποίηση του αυτοκρατορικού προτύπου.   

σάρωση0001222.JPG

εικόνα 7

Ο αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ Βουλγαροκτόνος, πλαισιωμένος από στρατιιωτικούς αγίους,

δέχεται τα σύμβολα της εξουσίας του από τον Χριστό και τους αρχαγγέλους,

φΙΙΙα, κωδ. Gr. 17 (Ψαλτήριο), π. 1004. Βενετία, Biblioteca Nazionale Marciana.

Μέσα από μια σειρά συμβολισμών εκφράζονταν η θρησκευτική αποστολή του αυτοκράτορα, ο ρόλος του επί της γης, η πηγή της δύναμής του, το πολιτικό του κύρος[24]. Έτσι βλέπουμε τον αυτοκράτορα να εικονίζεται, άλλοτε φορώντας στρατιωτική θριαμβευτική εξάρτηση με περικεφαλαία ή στέμμα, κρατώντας σκήπτρο, προκειμένου να αναδειχθεί η στρατιωτική και πολιτική εξουσία του[25] (εικ. 1), άλλοτε να δέχεται τα αυτοκρατορικά διάσημα από το Χριστό και τους  αρχαγγέλους (εικ. 7), ή να φέρει φωτοστέφανο προκειμένου να γίνει σαφής η πηγή της δύναμής του (εικόνες 2, 6), άλλοτε κρατώντας μια σφαίρα, συμβολίζοντας την κοσμοκρατορία του[26] (εικόνα 8), άλλοτε πάλι προσφέροντας δώρα ή χρυσόβουλα (εικόνα 6) ή ως παρευρισκόμενος σε οικουμενικές συνόδους, προκειμένου να καταδειχθεί η άμεση σχέση τους με την Εκκλησία σε όλα τα επίπεδα.

σάρωση000622222222222.JPG

εικόνα 8

Ο Ιωάννης Β΄ Κομνηνός με θριαμβευτική στολή και αυτοκρατορικά σύμβολα εξουσίας.

Μαρμάρινο tondo, 12ος αι. Washington, DC, Dumbarton Oaks, Byzantine Collection, αρ. Ευρ. 37.23 

Η πολιτική και οικονομική ισχύς του βυζαντίου, η πολιτισμική ακτινοβολία της Κωνσταντινούπολης καθώς και η οργάνωση του βυζαντινού κράτους, επηρέασαν  και πολλά άλλα κράτη του μεσαιωνικού κόσμου τα οποία για διάφορους λόγους και με διάφορους τρόπους έρχονταν σε επαφή με το Βυζάντιο (διπλωματία, επιδρομές, εμπορικές συναλλαγές, εκριστιανισμός, γάμοι κλπ). Έτσι συχνά ξένοι ηγεμόνες καλούσαν βυζαντινούς καλλιτέχνες για τη διακόσμηση σημαντικών μνημείων των κρατών τους[27] θέλοντας να μιμηθούν την λάμψη της βασιλεύουσας. Οι Δανοί ηγεμόνες έκοβαν νομίσματα όπως αυτά των Βυζαντινών προκειμένου να στηρίξουν την εξουσία τους[28], άλλοι πάλι όπως οι Σέρβοι οι Σλάβοι και οι Ρώσοι οργάνωναν την αυλή και το τυπικό τους σύμφωνα με το βυζαντινό πρότυπο[29].  Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της αντιγραφής των βυζαντινών προτύπων από άλλους λαούς του μεσαιωνικού κόσμου οι απεικονίσεις του βυζαντινού αυτοκράτορα και η ιδεολογία που τον περιβάλλει επηρέασαν και τις απεικονίσεις ηγεμόνων άλλων κρατών με το ίδιο περιεχόμενο.

83px-Martorana_RogerII222.JPG

εικόνα 9

Ο Χριστός στέφει τον Νορμανδό, βασιλιά Ρογήρο Β΄.

Εντοίχιο ψηφιδωτό. 1146-1151.

 

Παλέρμο, ναός της Παναγίας του Ναυάρχου (Μαρτοράνα)

Συναντάμε λοιπόν συχνά απεικονίσεις ξένων ηγεμόνων (ηγεμόνων του Καυκάσου, Νορμανδών βασιλέων της Σικελίας αλλά και άλλων ηγεμόνων της υπόλοιπης Ευρώπης και της Ανατολής) οι οποίοι μιμούνται ή αντιγράφουν πιστά τα βυζαντινά αυτοκρατορικά διάσημα[30]. Όπως οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, οι ηγεμόνες αυτοί εμφανίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να τονίζεται η θρησκευτική αποστολή τους,  ο ρόλος τους επί της γης, η πηγή της δύναμής τους, το πολιτικό τους κύρος.  Έτσι στο εντοίχιο ψηφιδωτό που βρίσκεται στο Παλέρμο, στο ναό της Παναγίας του Ναυάρχου (Μαρτοράνα)ο Νορμανδός βασιλιάς Ρογήρος Β΄ δέχεται από τον ίδιο το Χριστό τα διάσημα της βασιλείας του (εικ. 9) φορώντας ακριβές αντίγραφο της επίσημης αυτοκρατορικής στολής (σάκκος, λώρος, στέμμα), προκειμένου να γίνει σαφής η πηγή της δύναμής του.

nemanje_saints222.JPG

εικόνα 10

Η ρίζα της ηγεμονικής οικογένειας των Νεμάνια.

Τοιχογραφία, 1350, Decani, ναός Παντοκράτωρα.

 

Το ίδιο παρατηρείται και στην τοιχογραφία από το Decani (εικ. 10). Απεικονίζεται το γενεαλογικό δένδρο των σέρβων ηγεμόνων της δυναστείας Νεμάνια που υπό την επιρροή της χριστιανικής διδασκαλίας μιμείται την απεικόνιση της ρίζας του Ιεσσαί[31]. Επιπλέον οι σέρβοι ηγεμόνες αντιγράφοντας τον αυτοκράτορα και την ιδεολογία που τον περιέβαλε εικονίζονται όπως αυτός και φορούν ενδύματα όμοια με αυτόν.

Συμπερασματικά ύστερα από την μελέτη των παραπάνω παραστάσεων θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: Η ανάγκη να διασφαλιστεί το κύρος του αυτοκράτορα και η κοσμοκρατορία του τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων του Βυζαντινού κράτους οδήγησε στην αποτύπωση μιας ιδεατής «εικόνας» του, η οποία υπήρξε συχνά πρότυπο και για άλλους λαούς προκειμένου να διασφαλιστούν από τους ηγεμόνες τους οι αντίστοιχοι σκοποί.  

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ.

R. Browning, «Ο αιώνας του Ιουστινιανού», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Γ. Χριστόπουλου) τ.Ζ, Αθήνα, 1978.

Γ. Γαλάβαρη, «Πρωτοβυζαντινή Τέχνη», στο:Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Γ. Χριστόπουλου) τ.Ζ, Αθήνα, 1978.

Γ. Γαλάβαρη, «Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων», ,(σειρά Ελληνική Τέχνη),  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995.

Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

Μαρία Ευαγγελάτου, Λήμμα 53, στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

Jorgen  Steen Jensen, λήμματα 114-119 στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

Ε. Παπαστάυρου, «Η ακτινοβολία της Βυζαντινής τέχνης στη Δύση», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

Β. Πέννα, «Βυζαντινοί θεσμοί», στο: Ελληνική Ιστορία Βυζάντιο και Ελληνισμός, ΕΑΠ, Πάτρα 1999.

St. Runciman , Η Βυζαντινή Θεοκρατία, (μτφρ. Ι. Ροηλίδης),εκδ. Δομός,Αθήνα 1991, σελ

Ε. Σαράντη, «Η οικουμενικότης του Βυζαντίου», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

A. Skovran, «Η επίδραση του Βυζαντίου στους Σλάβους» στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

T. Velmans, «Το Βυζάντιο και η Ανατολική περιφέρεια του Βυζαντινού κόσμου» στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001.

Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Α΄324-610,  Αθήνα 1975.

Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Το Βυζαντινό πολίτευμα», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Γ. Χριστόπουλου), τ.Ζ,  Αθήνα 1978.

Ν. Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά, (σειρά Ελληνική Τέχνη),  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1994.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

1, 8, 10 από το: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001

2, 3,4, 5 από το: Ν. Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά,,(σειρά Ελληνική Τέχνη),  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1994

6,7 από το:  Γ. Γαλάβαρη, «Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων», σειρά Ελληνική Τέχνη

9 από το:  Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999

 

[1] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Α΄324-610,  Αθήνα 1975 σελ.371

[2] Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ.25

[3] Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 93.

[4]Περίτεχνα αντικείμενα από ελεφαντοστό ήταν αντικείμενα πολυτελείας και ήταν ιδιαίτερα ακριβά. Κατασκευάζονταν σε εξειδικευμένα εργαστήρια της Κωνσταντινούπολης κατόπιν παραγγελίας και μπορούσαν λόγω του υψηλού κόστους της κατασκευής τους να αποκτηθούν μόνο από τον αυτοκράτορα, την εκκλησία ή την αριστοκρατία, συνήθως για να προσφερθούν ως δώρο σε ανάμνηση ενός σπουδαίου γεγονότος του δωρητή ή του αποδέκτη τους.Αικ. Χριστοφιλοπούλου, «Το Βυζαντινό πολίτευμα», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Γ. Χριστόπουλου), τ.Ζ,  Αθήνα 1978, σελ 259 και Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ.92-93.

[5] Ε. Σαράντη, «Η οικουμενικότης του Βυζαντίου», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 24

[6] Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ.63-75

[7] Β. Πέννα, «Βυζαντινοί θεσμοί», στο: Ελληνική Ιστορία Βυζάντιο και Ελληνισμός, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 34-50

[8] Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ.32-34

[9] Αικ. Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινή Ιστορία Α΄324-610, Αθήνα 1975 σελ. 334-335

[10] Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 144.

[11] Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ.63-75

[12] Ν. Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά,,(σειρά Ελληνική Τέχνη),  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1994, σελ. 228.

[13]Ν. Χατζηδάκη, Βυζαντινά ψηφιδωτά,,(σειρά Ελληνική Τέχνη),  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1994, σελ. 228 και Γ. Γαλάβαρη, «Πρωτοβυζαντινή Τέχνη», στο:Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Γ. Χριστόπουλου) τ.Ζ, Αθήνα, 1978, σελ 388-391

[14]R. Browning, «Ο αιώνας του Ιουστινιανού», στο: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, (εκδ. Γ. Χριστόπουλου) τ.Ζ, Αθήνα, 1978, σελ 173-189.

[15]  Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ.32-34

[16] Μαρία Ευαγγελάτου, Λήμμα 53, στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 144-146

[17] Τζ. Αλμπάνη, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή τέχνη, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ..127-139

[18] Γ. Γαλάβαρη, Ζωγραφική Βυζαντινών Χειρογράφων,(σειρά Ελληνική Τέχνη),  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1995, σελ. 261

[19] Μαρία Ευαγγελάτου, Λήμμα 53, στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ 144

[20] Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ.65.

[21]Μαρία Ευαγγελάτου, Λήμμα 53, στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ.144

[22]St. Runciman , Η Βυζαντινή Θεοκρατία, (μτφρ. Ι. Ροηλίδης),εκδ. Δομός,Αθήνα 1991, σελ. 11-14

[23] Ε. Σαράντη, «Η οικουμενικότης του Βυζαντίου», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 24

[24] Β. Πέννα, «Βυζαντινοί θεσμοί», στο: Ελληνική Ιστορία Βυζάντιο και Ελληνισμός, ΕΑΠ, Πάτρα 1999, σελ. 34-50

[25] Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 74

[26]Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 74

[27]A. Skovran, «Η επίδραση του Βυζαντίου στους Σλάβους» στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ 203.- 209 και T. Velmans, «Το Βυζάντιο και η Ανατολική περιφέρεια του Βυζαντινού κόσμου» στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 211-217 και Ε. Παπαστάυρου, «Η ακτινοβολία της Βυζαντινής τέχνης στη Δύση», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 219 229.

[28]Jorgen  Steen Jensen, λήμματα 114-119 στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ. 240-243

[29]A. Skovran, «Η επίδραση του Βυζαντίου στους Σλάβους» στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ 206.

[30] Ν. Γκιολέ, «Τα Βυζαντινά Αυτοκρατορικά Διάσημα», στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ.63.

[31]A. Skovran, «Η επίδραση του Βυζαντίου στους Σλάβους» στο: Το Βυζάντιο ως οικουμένη, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα 2001, σελ.209.

πηγή

Φερενίκης Τσαμπαρλή 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ 2010 μ.Χ.

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock