πίσω

ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ Α' ΚΟΜΝΗΝΟΣ 

 

Ο Ανδρόνικος Κομνηνός (ο “Σατανάς”), από το Οιναίο του Πόντου όπου τον είχε περιορίσει ο ξάδελφος του, ο αυτοκράτωρ Μανουήλ, επειδή δε σταματούσε ποτέ να προκαλεί συνωμοσίες, σκάνδαλα και γενικώς προβλήματα, καταφτάνει στη Βασιλεύουσα, κερδίζει την αγάπη του λαού με δημαγωγίες, όπως πχ οι κατηγορίες εναντίον των Λατίνων (= Δυτικών) πάροικων.

Στην πραγματικότητα, ο Ανδρόνικος είναι κοσμοπολίτης, αφού λόγω της κακής του διαγωγής, ως προς τον αυτοκράτορα ξάδελφό του αλλά και γενικότερα, έζησε για πολλά χρόνια εκτός των ορίων της Ρωμανίας, όπως π.χ. στο Γκαλίς (ρωσική Γαλικία ή Ρουθηνία), την Αντιόχεια, την Τυφλίδα, την Ιερουσαλήμ (όπου διορίστηκε άρχων της Βηρυτού), τη Δαμασκό, αλλά και το Ικόνιο, όπου κατοικούσε και ο αδελφός του, ο Ιωάννης Κομνηνός Τζελεπης, φημισμένος λόγιος, γαμπρός του Σελτζούκου σουλτάνου Ρουκναλντίν Μασούτ, αλλά και του Αρμένιου άρχοντα των Ορέων, Λέοντα. 

Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α' Κομνηνός, γιος του Ισαάκιου Κομνηνού, έμεινε στο θρόνο από το 1183 μέχρι το 1185, οπότε και φημολογείται η δολοφονία του —υπάρχει και η εκδοχή ότι εξορίστηκε στην Κύπρο.

Η προσωπικότητα του Ανδρόνικου Κομνηνού κατέχει ιδιαίτερη θέση στη βυζαντινή ιστορία. Πέρασε τη ζωή του ως τυχοδιώκτης, περιπλανώμενος στις ανατολικές περιοχές του κράτους υπό τις στρατιωτικές εντολές του εξαδέλφου του Αυτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνού. Είχε μεγάλη αδυναμία προς το αντίθετο φύλο, μαρτυρία δε αυτού είναι οι θυελλώδεις έρωτες και αποπλανήσεις πριγκιπισσών και άλλων ευγενών γυναικών. Είχε επίσης σαφή ροπή προς την ευζωία, αλλά και τη χρήση σκληρής βίας. Ήδη πριν τη στέψη του όμως, είχε δώσει σαφή δείγματα ηγετικών και διοικητικών ικανοτήτων στις διάφορες αποστολές που του είχε αναθέσει ο εξάδελφός του.

Μετά το θάνατο του Μανουήλ, το γεγονός ότι ο μόνος διάδοχος του θρόνου ήταν ανήλικος, καθώς και η, ως απογόνου αυτοκράτορα, φιλοδοξία του για την αναρρίχηση στον βυζαντινό θρόνο, τον οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού πρώτα έγινε συν-Αυτοκράτορας του ανήλικου ανιψιού του, με μηχανορραφίες και συνωμοσίες απομάκρυνε τον Αλέξιο και τη μητέρα του Μαρία της Αντιοχείας. Στη συνέχεια πιθανώς ο Αλέξιος και η μητέρα του στραγγαλίστηκαν από τον Ανδρόνικο. Ο Ανδρόνικος, αν και ηλικίας 65 ετών, δε δίστασε να παντρευτεί την μόλις 12 ετών χήρα του Αλέξιου Γαλλίδα πριγκίπισσα Άννα.[1]

 

 

ΝΟΜΙΣΜΑ ΜΕ ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ  ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Α΄ ΚΟΜΝΗΝΟΥ  

Μετά την ανάληψη του θρόνου ο Ανδρόνικος φέρεται να άλλαξε πλήρως τον τρόπο ζωής του και εξ'ου και του δόθηκε η προσωνυμία «Λαόφιλος». Ο έντονος εθνισμός και απολυταρχισμός του τον οδήγησαν το 1182 στο να διατάξει τη σφαγή όποιου διέπραττε αδίκημα ή υπεξαιρούσε χρήματα ή κώλυε το κράτος, και τη σφαγή όλων των Λατίνων κατοίκων της Πόλης (στους οποίους τα δικαιώματα που είχαν παραχωρηθεί λόγω προηγούμενων καταστάσεων εξουθένωναν όλο και περισσότερο το κράτος), γεγονός που συγκλόνισε Ανατολή και Δύση. Ταυτόχρονα όμως τα άδεια αυτοκρατορικά θησαυροφυλάκια γέμισαν, και οι καταπιεσμένοι πολίτες βρήκαν μία ανάπαυλα. Διατάχθηκαν επίσης οι κατασκευές οχυρών και κάστρων, με παράδειγμα το κάστρο της Λήμνου.

Η τελευταία εντολή του Ανδρονίκου ως αυτοκράτορα φαίνεται να είναι προς τους πλούσιους γαιοκτήμονες, καθώς τους διέταξε να κάνουν ανακαταμερισμό της γης, ώστε να μην υπάρχει άνθρωπος χωρίς ένα κομμάτι γης να καλλιεργήσει. Με αφορμή αυτή τη διαταγή, ο Οίκος των Αγγέλων (οι επόμενοι αυτοκράτορες των Κομνηνών, ευτυχώς με την πιο σύντομη στα χρονικά διάρκεια βασιλείας στην αυτοκρατορία) χρησιμοποιεί τη δύναμη των ήδη ταλαιπωρημένων από τον Ανδρόνικο γαιοκτημόνων και ανατρέπει τον Ανδρόνικο από το θρόνο. Στη συνέχεια ο Ανδρόνικος προσπαθεί ανεπιτυχώς με τη νεαρή σύζυγό του Άννα να δραπετεύσει στην Κριμαία. Συλλαμβάνεται και βρίσκει μαρτυρικό θάνατο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ κατά άλλη παράδοση τον λυντσάρουν ή εξοστρακίζουν στην Κύπρο (η συνήθης ιστορία θέλει να τον λυντσάρουν). 

 

Ο τελευταίος αυτοκράτορας της δυναστείας των Κομνηνών ήταν ευφυής, ικανότατος, αλλά ταυτόχρονα και απερίσκεπτος και βίαιος. Ελάττωσε τους φόρους, πέτυχε βελτίωση της ζωής των ασθενέστερων τάξεων, μείωσε τα κρατικά έξοδα και βελτίωσε τη διοίκηση. Είχε όλα τα προσόντα να γίνει ο καλύτερος των Κομνηνών, κάτι που δεν του το επέτρεψε τελικά η έλλειψη σύνεσης και ηθικών φραγμών. Ταυτόχρονα έδειξε αδιαφορία στην αντιμετώπιση εχθρών του κράτους του που εμφανίσθηκαν στην εποχή του, όπως οι Νορμανδοί, που κυρίευσαν την Θεσσαλονίκη έκαναν πολλές λεηλασίες στο δρόμο τους προς την Κωνσταντινούπολη, την οποία και θα κυρίευαν αν δεν ανατρεπόταν ο Ανδρόνικος από τον θρόνο.

 

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ .ΕΘΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΠΑΡΙΣΙ 

11 Σεπτεμβρίου 1185. Ο λαός της Κωνσταντινούπολης, αγανακτισμένος από την πολιτική του Ανδρόνικου Κομνηνού, αρχίζει να συγκεντρώνεται με απειλητικές διαθέσεις έξω απ’ το παλάτι των Βλαχερνών. Ο Ανδρόνικος αντιλαμβάνεται ότι οι ώρες του είναι μετρημένες. Φυγαδεύεται από το παλάτι με τη βοήθεια μερικών πιστών του υπηρετών και τη συνοδεία των δύο γυναικών του, της συζύγου του και της ερωμένης του, κι αποπειράται να διαφύγει στα κρυφά στην Κριμαία με το πλοίο. Δεν έχει προλάβει εντούτοις να σαλπάρει το πλοίο όταν η θάλασσα, θαρρείς αγανακτώντας κι εκείνη εναντίον του, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Χωνιάτης, αρχίζει να οργίζεται. Αμέσως σηκώνεται μια τρικυμία τρομερή που ξεβράζει το πλοίο στην ακτή. Εκεί συνελήφθη ο Κομνηνός. Ναυαγισμένος, με τις δυο γυναίκες του, στις ξέρες. Του δέσανε τα χέρια, του δέσανε τα πόδια, του πήραν και το ξίφος. Και πιάνοντας παλιά του τέχνη κόσκινο άρχισε να θρηνεί ο Κομνηνός και να οδύρεται και να παρακαλεί σαν επιδέξιος θεατρίνος τους δεσμώτες του ποιος ναν τον σπλαχνιστεί. Αλλά εις μάτην. Όσα κι αν μηχανευόταν το πολύτροπο μυαλό του τ’ ανόσια του έργα χώρο δεν άφηναν στους δεσμώτες του για οίκτο• ήτανε τα αυτιά τους θαρρείς και βουλωμένα με κερί να μην ακούν τον ήχο των Σειρήνων. Με διπλή τον δέσανε λοιπόν παχιά αλυσίδα, του την περάσανε στον τράχηλο σφιχτά και τον ξεσύρανε μπροστά στον δήμιο δέσμιο.  

Ο Νικήτας Χωνιάτης και ο Ανδρόνικος Κομνηνός 

Μια νέα δυναμική αναπτύσσεται στον τομέα της ερωτικής συγγραφής, στο ύστερο τμήμα της αποκαλούμενης μεσοβυζαντινής περιόδου, δηλαδή κατά την εποχή των αυτοκρατόρων της δυναστείας των Κομνηνών (1081-1185) και της δυναστείας των Αγγέλων (1185-1204).

Κατά πρώτον διαπιστώνεται, ότι η τέχνη της ερωτικής νουβέλλας μέσα στην ιστορική συγγραφή -αν και χρησιμοποιεί περισσότερο λιτά λογοτεχνικά μέσα- αποχτά έναν συνεχιστή, στο πρόσωπο του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη. Ό,τι ήταν για τον Ψελλό η Ζωή και η Σκλήραινα, είναι γι’ αυτόν κατά προτίμηση ο Ανδρόνικος Κομνηνός, ο μεταγενέστερος αυτοκράτορας Ανδρόνικος Α΄, ο Δον Ζουάν του 12ου αι., από την αμφιλεγόμενη γοητεία του οποίου ο Χωνιάτης μάταια προσπαθεί να ξεφύγει. Ποτέ δεν καταλήγει σε συνεκτική κρίση, ακόμη και για τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο. ακόμη κι όταν τονίζει τα μεγαλύτερα ελαττώματά του, αναγκάζεται κατόπιν και πάλι να ιστορήσει πράγματα που προκαλούν τη συμπάθειά μας. 
Ο Ανδρόνικος ήταν εξάδελφος του αυτοκράτορα Μανουήλ Α΄, και οι δυο τους ήταν εγγονοί του αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Ο Ανδρόνικος όμως διασκέδαζε, και αυτό το έδειχνε φανερά με το παιγνίδι των πολιτικών δολοπλοκιών εναντίον του εξαδέλφου του, όπου δεν ορρωδούσε ακόμη και μπροστά στην έσχατη προδοσία. Όμως αυτή τη διασκέδαση την πλαισίωνε, όσο μπορούσε περισσότερο, με συζυγικές απιστίες. Έτσι συνήψε αιμομικτικές ερωτικές σχέσεις _όλη η Αυλή το γνώριζε_ με μια ανηψιά του αυτοκράτορα, που ήταν βέβαια και δική του ανηψιά. Μ’ αυτό δεν παραβίαζε προφανώς τις συνήθειες των διαφόρων οικογενειακών κλάδων των Κομνηνών. Όταν κλήθηκε σε απολογία, απάντησε εντελώς αθώα, για ποιο λόγο ως καλός βυζαντινός πολίτης δεν θα ’πρεπε να ακολουθήσει το παράδειγμα του αυτοκράτορά του, που μοιραζόταν το κρεβάτι του με μια ανηψιά του. έτσι κι αλλιώς, στο ίδιο εργαστήρι, όλα τα αγγεία κατασκευάζονται από τον ίδιο πηλό! 
Φυλακισμένος κάποτε από τον αυτοκράτορα, ανακαλύπτει στο δάπεδο ένα κρυφό άνοιγμα, εξαφανίζεται μέσα απ’ αυτό σ’ ένα υπόγειο που είναι όμως κλειδωμένο και περιμένει εκεί ήσυχος. Φαντάσθηκαν ότι διέφυγε και η γυναίκα του κατέστη ύποπτη ότι συνήργησε στη φυγή του, συνελήφθη λοιπόν και ρίχθηκε στην ίδια φυλακή, που στο μεταξύ ο Ανδρόνικος είχε εγκαταλείψει για το υπόγειο. Φυσικά, τη νύχτα η γυναίκα δέχεται την επίσκεψη του συζύγου της και εδώ λέγεται μάλιστα ότι συνέλαβε έναν από τους γιους του. Ύστερα από την τελική φυγή, άλλες συλλήψεις και νέα δραπέτευση, κάτω από τις πιο κωμικές περιστάσεις. μεταβαίνει στις μακρινές επαρχίες του κράτους, συνάπτει όμως ερωτικές σχέσεις στο πλαίσιο της αυτοκρατορικής οικογένειας. Πρώτα συνευρίσκεται με μια νύφη του αυτοκράτορα, ύστερα με κάποια εξαδέλφη. Όπου κι αν φθάσει, στη διάρκεια της φυγής του, ο γόης αυτός γίνεται δεκτός με ανοικτές αγκάλες και στρωμένα κρεβάτια, κι αυτό προκαλεί την ατέλειωτη οργή του εξαδέλφου-αυτοκράτορα.

Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΧΩΝΙΑΤΗΣ

Τελικά ανέρχεται κι ο ίδιος στον θρόνο ύστερα από μια σύντομη μεσοβασιλεία του γιου του αυτοκράτορα Μανουήλ. Δεν έχει τίποτε πιο επείγον να κάνει από το να νυμφευθεί τη σχεδόν ενδεκάχρονη μνηστή του προκατόχου του, τον οποίο είχε ο ίδιος παραμερίσει από τον δρόμο του. ο πατριάρχης ήταν, εννοείται, έτοιμος να ευλογήσει αμέσως τον γάμο και να αποδεσμεύσει τον αυτοκράτορα από τον όρκο πίστεως στον προκάτοχο του.  

  
...καὶ οὐκ ᾐσχύνετο Κρονίων ἀπόζων ἀνεψιοῦ γυναικὶ μιλτοπαρήῳ καὶ τρυφερᾷ καὶ μήπω τὸ ἐνδέκατον ἔτος ἐξηνυκυίᾳ μέλλων ἀθεμίτως συγκατακλίνεσθαι καὶ παραγκαλίζεσθαι ὁ πέπων τὴν ὀμφακίζουσαν, ὁ ὑπέρωρος τὴν ἡλικίαν τὴν ὀρθοτίτθιον νεανίδα, ὁ ρικνὸς καὶ χαλαρὸς τὴν ῥοδοδάκτυλον καὶ  δρόσον ἔρωτος στάζουσαν.
(Αυτός ο μνηστήρας που μύριζε μούχλα από τα γηρατειά δεν ντρεπόταν να πλαγιάζει αιμομικτικά δίπλα σε ένα ροδομάγουλο, τρυφερό κορίτσι. Δεν δίσταζε να τρυγά, ο ίδιος ζαρωμένος και σάπιος, αυτό το άγουρο σταφύλι, να αγκαλιάζει, ο ίδιος υπερήλικας και τσακισμένος, την τρυφερόστηθη παρθένα, να ορέγεται, ο ίδιος κυρτός και άκαμπτος, τη ροδοδάκτυλη μικρή, που πάνω της έλαμπε ακόμη η δροσιά του έρωτα).
Όμως κι αυτό δεν του ήταν αρκετό: Γάμος εδώ, γάμος εκεί, η χαρούμενη ζωή έμελλε να συνεχισθεί.
Όμως η δυνατότητα αυτή δεν υπήρχε στην πόλη.


321-322: Ἔνθεν τοι καὶ τῆς πόλεως πολλάκις ἀπανιστάμενος μετὰ χορείας ἑταιρίδων καὶ παλλακῶν ἐφιλοκρίνει τὰ τῶν τόπων ἐρημικώτερα... ὡς ὄρνιθας κατοικιδίους ἀλεκτρυὼν ἢ αἶγας τράγος ἡγούμενος αἰπολίου ἢ καθάπερ ὁ Σεμέλης Διόνυσος τὰς Θυάδας, Σοβάδας, Βάκχας εἶχεν ἑπομένας τὰς ἐρωμένας μόνον οὐ νεβρίδα ἐξημμένος καὶ τὸν κροκωτὸν ἐνδυόμενος... 
(Έτσι εγκατέλειπε πολύ συχνά την πόλη, συνοδευόμενος από ένα σμήνος πορνών, επικεφαλής των οποίων προπορευόταν, «όπως ο κόκκορας μπροστά από τις κότες ή όπως ο τράγος μπροστά από το κοπάδι με τις γίδες. Για να βελτιώσει τη σεξουαλική ικανότητά του, άλειφε το μέλος του με κάθε είδους αφροδισιακά και έτρωγε εμετικά πράγματα. Κατόπιν τελούσε διονυσιακά όργια με Θυιάδες, Σοβάδες, Μαινάδες και Βάκχες, μόνο που δεν είχε κρεμάσει γύρω από τον ώμο του δέρας από ελάφι κλπ.).


Πέρα από το γεγονός, ότι οι αφηγήσεις αυτές μας δίνουν διαφωτιστικές πληροφορίες, οι οποίες δεν μας παρέχονται από άλλες πηγές, σχετικά με τις ερωτικές δραστηριότητες της ανώτερης βυζαντινής κοινωνίας, προδίδουν απέναντι στην παλαιότερη ιστοριογραφία ένα χαλαρό και ατομικιστικό τρόπο παρουσιάσεως κι ακόμη την ολοφάνερη τέρψη του ιστοριογράφου και ταυτόχρονα την ανταπόκρισή του σε αναγνώστες που διψούσαν για σκάνδαλα. Οι αφηγήσεις αυτές ήταν τουλάχιστο το ίδιο ενδιαφέρουσες όπως τα μυθιστορήματα του Ηλιοδώρου και του Τατίου, και δεν υστερούσαν πολύ από τα ερωτικά επιγράμματα.

Ο Ανδρόνικος Κομνηνός με μια τολμηρή ματιά των σημερινών ανθρώπων

                                                                                                                              

WWW.FULLMOON-MAG.GR  - ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: EVIL ONE 

Το κείμενο παρατίθεται ως έχει 

Πρώτη περίοδος.

Στέψη Μανουήλ και οι σχέσεις των δύο εξαδέλφων. 

Η ιστορία του, που συμπίπτει ίσως με την περίοδο της πιο επικής ελληνικής μεσαιωνικής ιστορίας, 12ο αιώνα δηλαδή, αρχίζει περίπου το 1122 στην Κωνσταντινούπολη όπου γεννιέται, ανηψιός του Αυτοκράτορα Ιωάννη και ξάδερφος φυσικά του τέταρτου γυιού του, Μανουήλ, με τον οποίο είναι σχεδόν συνομήλικοι. Τον πρώτο καιρό της βασιλείας του Μανουήλ , που άρχισε το 1143 - ο πατέρας του τού εμπιστεύτηκε το θρόνο καθώς οι δύο πρεσβύτεροι γυιοί του είχαν πεθάνει, ενώ ο τρίτος ήταν μάλλον χάλια περίπτωση μπροστά στον άξιο βενιαμίν - ο Ανδρόνικος τον πέρασε αιχμάλωτος(;) των Τούρκων, ώσπου ο νέος Αυτοκράτορας πλήρωσε τα υπέρογκα λύτρα για να τον ελευθερώσει. Το ερωτηματικό πάει στο ότι, λίγο καιρό πριν, ο Ιωάννης, αδερφός του Ανδρόνικου, προσβεβλημένος από τον συνονόματό του Αυτοκράτορα είχε αυτομολήσει στους Τούρκους κατά τη διάρκεια της εκστρατείας και αλλαξοπίστησε. Κι ο ίδιος ο Ανδρόνικος όμως δεν φάνηκε να κακοπέρασε… 

Πίσω στην Πόλη, ο ανταγωνισμός του Μανουήλ με τον ξάδερφό του συνεχίστηκε. Ο Αυτοκράτορας παντρεύτηκε μία Γερμανίδα από ανάγκη για να συγγενέψει με τον Γερμανό Αυτοκράτορα Κορράδο, αλλά πηδούσε και την ανηψιά του, Θεοδώρα. Κανένα πρόβλημα για τον Ανδρόνικο που αρκέστηκε στην αδερφή της Ευδοκία. Κι ενώ για τον πρώτο ήταν όλα επιτρεπτά, παρά τα μουρμουρητά της Αυλής και τις διαμαρτυρίες του Πατριάρχη, για τον άλλο, που ήταν και λιγότερο διακριτικός από τη φύση του, το σκάνδαλο ήταν μεγάλο. Τέτοιο που ο αδερφός της “τυχερής”, Ιωάννης κι αυτός, έφτασε στο σημείο να τον εχθρεύεται ανοιχτά και να επιβουλεύεται και τη ζωή του. 

Εκστρατεία κατά του Αρμένιου Τερόζη. 

Απτόητος όμως ο Ανδρόνικος στις ασωτείες, όταν ο Αυτοκράτορας του ανέθεσε την αρχηγία μας εκστρατείας στην νότια Μικρασία για να νικήσει τους Αρμένιους που ενώ είχαν υποσχεθεί υποταγή στον πατέρα του Μανουήλ, τώρα υπό την ηγεσία του γιγαντιαίου Τερόζη επιδίδονταν σε λεηλασίες και για να τρομάξει με την παρουσία του τους πάντα απείθαρχους Δυτικούς της Αντιόχειας (ένα από τα σταυροφορικά κράτη υπό την ηγεσία του δούκα Ραιμούνδου τότε), αυτός πήρε μαζί του χορεύτριες, πόρνες και διασκεδαστές και άρχισε τα δικά του χωρίς να πολυνοιάζεται για την τύχη τς εκσττρατείας. Ο πολιορκούμενος Τερόζης καθημερινά του υποσχόταν διάφορα για να τον καλοπιάσει, όμως ο Κομνηνός περίμενε να πέσει η πόλη του (Μοψουεστία) σαν ώριμο μήλο. Αυτό που κατάφερε ήταν, μία νύχτα που ο στρατός του κοιμόταν και ο ίδιος διασκέδαζε, να τους πάρει τα σώβρακα ο Τερόζης σε μία έξοδο. Ο Ανδρόνικος πολέμησε γενναία και γλύτωσε αλλά έπεσε σε δυσμένεια όταν τον ίδιο καιρό ο “αντίπαλος” και ανηψιός του Ιωάννης έπαιρνε τίτλους και κέρδιζε την εύνοια του εξαδέλφου του. Αυτά τα γεγονότα συνέβησαν το 1153. 

Δυσμένεια, μηχανορραφίες και φυλάκιση. 

Από κείνη την περίοδο ο Ανδρόνικος άρχισε ή τουλάχιστον γνωρίζουμε ότι άρχισε να επιβουλεύεται το θρόνο. Οδήγησε βέβαια σ’ αυτό και η σύγκρουσή του με τον Μανουήλ στα θέματα της δύσης. Όλοι έβλεπαν πως οι Λατίνοι, όπως λέγονταν όλοι γενικά οι δυτικοί, είχαν πάρει τα πάνω τους επί Μανουήλ. Μια εκστρατεία για την ανακατάληψη της Κέρκυρας από τους Νορμανδούς στην οποία ο Αυτοκράτορας ζήτησε τη βοήθεια των Βενετών παραχωρώντας τους προνόμια και ατέλειες, ο υπερβολικός τρόπος που ο ίδιος υποδέχτηκε τους ξένους βασιλιάδες, τον Λουδοβίκο της Γαλλίας και τον Κορράδο της Γερμανίας (που αποκαλούνταν κι αυτός Αυτοκράτορας των Ρωμαίων αλλά για τους βυζαντινούς δεν ήταν παρά ο βασιλιάς των Αλαμανών) και η εν γέγει του “φιλοδυτική” συμπεριφορά δεν άρεσε σε κανέναν στην Αυλή. Κανείς όμως πλήν Ανδρόνικου δεν είχε το παράστημα να αντιλέξει. 

Ο Ανδρόνικος άρχισε αλληλογραφία με τους Ούγγρους και τον βασιλιά τους, Γεϊζά, όσο είχε το αξίωμα του Δούκα της Ναϊσσού και έμενε στην Καστοριά. Δεν υπήρξε όμως τυχερός, οι μηχανοραφίες του αποκαλύφθηκαν και οι επιστολές έφτασαν σε λάθος προορισμό. Τελικά ο άτακτος αυτοκρατορικός εξάδελφος κατέληξε στη φυλακή, σ’ ένα πύργο στα περίχωρα της Πόλης. Ήταν πλέον τριανταπέντε χρονών και φάνηκε για πρώτη φορά στη ζωή του να ηρεμεί. Ο δε Μανουήλ δεν φρόντισε να τον τυφλώσει, κατά τις συνήθειες εκείνης της εποχής. Ίσως και να’ πρεπε να το είχε κάνει… 

Με τον Ανδρόνικο υπό επιτήρηση, τον πόλεμο με τους Νορμανδούς να έχει λήξει χωρίς κέρδη ούτε και απώλειες εκτός από τις πολυέξοδες εκστρατείες, με τους Τούρκους ήσυχους και τους Αλαμανούς-Γερμανούς με τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα, ο Μανουήλ μπόρεσε επιτέλους να κανονίσει μια και καλή με τους Αρμένιους του Τερόζη και να δει ξανά την Αντιόχεια - που οι σταυροφόροι είχαν υποσχεθεί στον παππού του Αλέξιο - μια επαρχία της Αυτοκρατορίας το 1156. 

Δύο φορές προσπάθησε ο Ανδρόνικος να αποδράσει τα επόμενα εννέα χρόνια - και τη δεύτερη τα κατάφερε - όταν όλοι πίστευαν πλέον ότι δεν απείχε καθόλου από τον μοναχισμό. Διάβαζε θεολογία και τις γραφές και ζούσε ειρηνική ζωή, όμως αυτόν τον άνθρωπο δεν τον κρατούσαν δεσμά. 

Την πρώτη φορά, έχοντας παρατηρήσει ότι κάποια κεραμύδια σε μια γωνιά του δωματίου του είχαν ραγίσει, τα έβγαλε και δημιούργησε μια κρυψώνα όπου μπήκε με τις προμήθειες που κρατούσε μέρα με τη μέρα. Όταν οι φύλακες έλεγξαν το δωμάτιο υπέθεσαν φυσικά πως είχε αποδράσει. Ο Μανουήλ διέταξε να συλλάβουν τη γυναίκα του, ανηψιά του όμως καθώς ήταν δεν μπορούσε να τη βασανίσει για να του μαρτυρήσει τον Ανδρόνικο. Έτσι τη φυλάκισε στον ίδιο πύργο που βρισκόταν κι ο άνδρας της! Για λίγες μέρες έμειναν μαζί (μπορούμε κάλλιστα να φανταστούμε τι έκαναν εκεί μέσα…) και μοιράζονταν το φαγητό. Όταν τα μέτρα φύλαξης χαλάρωσαν μιας και η Ευδοκία δεν ήταν πραγματικά επικίνδυνη, ο Ανδρόνικος κατόρθωσε να διαφύγει. 

Απόδραση, διαφυγή στους Ρως

και θριαμβευτική επιστροφή. 

Εκείνη τη φορά ατύχησε. Όχι όμως και τη δεύτερη, παρά τα αυξημένα μέτρα. Ένας υπηρέτης του φρόντισε ν’ αποτυπώσει σε κερί τα κλειδιά του πύργου και η γυναίκα του και τα παιδιά του φρόντισαν να του τα περάσουν όπως και ένα σκοινί. Μιά βάρκα τον περίμενε στο Βόσπορο και σύντομα ο δραπέτης είχε περάσει το Δούναβη (όχι με τη βάρκα!). Από ’κει βρέθηκε στο Κίεβο, όχι φυσικά χωρίς περιπέτειες και απρόοπτα, γιατί λογικά κανείς βυζαντινός που σεβόταν τον εαυτό του δεν θ’ αναζητούσε την τύχη του στους βαρβάρους. Ο μέγας Δούκας των Ρως, Γιαροσλάβ, μόλις έμαθε ποιον είχε φιλοξενούμενο πετούσε απ’ τη χαρά του. Ο Ανδρόνικος κέρδισε όμως τους πανύψηλους και χειροδύναμους βαρβάρους όχι μόνο με τ’ όνομα αλλά και με τις πράξεις του. Σεβάστηκε τα έθιμά τους, απέδειξε την ανδρεία του και για το διάστημα των τριών χρόνων που έζησε στο βορρά έγινε ένα μ’ αυτούς. 

Εκείνη την εποχή, ο Ούγγρος βασιλιάς, ο Γεϊζάς, είχε πεθάνει αφήνοντας δύο γυιούς (σαν παραμύθι δεν ακούγεται;), τον Στέφανο, που άρχισε πόλεμο με τους Ρωμαίους-Βυζαντινούς και τον Βελά που ο Μανουήλ τον είχε αρραβωνιάσει με το μοναχοπαίδι του, τη Μαρία, και τον προόριζε για διάδοχο, έχοντας βάλει στο μάτι φυσκά και τα ούγγρικα εδάφη. 

Στον πόλεμο με τους Ουγγρους, εμφανίστηκε -ποιος άλλος;- ο Ανδρόνικος με τον Γιαροσλάβ και τους Ρως τους οποίους είχε πείσει να βοηθήσουν τον Αυτοκράτορα αντί να πλιατσικολογούν όπως συνήθιζαν κατεβαίνοντας στη βαλκανική, λέγοντας πως ο Μανουήλ θα τους αποζημίωνε πλουσιοπάροχα για τον κόπο τους. Έτσι κι έγινε. Ο Στέφανος νικήθηκε και συνθηκολόγησε - μόνο που δεν ήταν και τόσο απελπισμένος ώστε ν’ αναγνωρίσει τον Βελά ως βασιλιά - κι ο Ανδρόνικος γύρισε στην πρωτεύουσα μάλλον το 1166 και ο Μανουήλ του απέδωσε την περιουσία του και τον συγχώρεσε. 

Καινούργια μπλεξίματα στην Κιλικία

και τους Αγίους Τόπους.

Τερόζης και πάλι, Φιλίππα της Αντιόχειας

και Θεοδώρα Κομνηνή. 

Έστω και με διακριτική παρακολούθηση και επιτήρηση, ο Ανδρόνικος ανέκτησε όσα του είχαν λείψει τόσον καιρό. Συνέχισε όμως να πέφτει πάνω στα μπλεξίματα όπως τα μυγάκια στο φως. 

Ήταν καιρός που ο Αυτοκράτορας είχε μείνει χήρος και διάδοχο δεν είχε. Υπήρχε βέβαια ο Βελάς, αλλά αυτός ήταν αλλόφυλος και ίσως δεν το πολυένιωθε κι ο Μανουήλ όταν ζήτησε από τους ευγενείς του να τον αναγνωρίσουν ως διάδοχο. Φυσικά ο Ανδρόνικος αρνήθηκε μα και άλλοι το ίδιο θα’ λεγαν αν τολμούσαν να μιλήσουν. Έμμεσα ο Αυτοκράτορας αποδέχτηκε τη δυσαρέσκεια του λαού του και αποφάσισε να ξαναπαντρευτεί. Εκλεκτή θα ήταν η μία από τις δύο κόρες της Κωνσταντίας της Αντιοχείας, με το όνομα Αγνή. Πανέμορφη η γαλλίδα, πανέμορφη και η αδερφή της Φιλίππα, και όπως το’ χανε συνήθειο τα ξαδέρφια να πηδάνε αδερφές, βρέθηκε λίγο καιρό αργότερα η δεύτερη στα δίχτυα του Ανδρόνικου (δίχτυα τα λέμε τώρα…). 

Ήταν την εποχή που ο Μανουήλ, ίσως για να του δώσει μια νέα ευκαιρία, ίσως για να δώσει μια σπίθα στο περιπετειώδες πνεύμα του - που δεν ήθελε και πολύ - του έδωσε την Κιλικία να διοικήσει με έδρα την Ταρσό και με ολόκληρο τον ετήσιο φόρο της Κύπρου, προφανώς για να μπορεί να συγκεντρώνει στρατό. Αυτά έγιναν το 1170. Ο Ανδρόνικος βρήκε τον παλιό villain Τερόζη, τον Αρμένιο, πιο ισχυρό από ποτέ ο οποίος μια συνεργαζόταν μια πολεμούσε με τους τοπικούς εμίρηδες και δημιουργούσε πολλά προβλήματα στα επόμενα σχέδια του Αυτοκράτορα: την κατάκτηση της Αιγύπτου με τη μικρή έστω βοήθεια που θα μπορούσαν να προσφέρουν τα λατινικά κράτη.

Πολέμησε ο Ανδρόνικος τον Τερόζη, όχι όμως μέχρις εσχάτων και αρκούμενος στις σάπιες διαβεβαιώσεις του Αρμένιου ότι είναι πάντοτε πιστός δούλος του Αυτοκράτορα, πήγε να ξεχειμωνιάσει στην αγκαλιά της νεαρής Φιλίππα στην Αντιόχεια κι από τότε δεν ξανασχολήθηκε με τον απείθαρχο αντίπαλό του. Το επόμενο καλοκαίρι γευόταν τις χάρες της Φιλίππα, τα πανηγύρια και τις κονταρομαχίες των λατίνων όπου φυσικά διέπρεπε. Δεν άργησε να μάθει ο Μανουήλ ότι ο ξάδερφός του με τις μαλακίες του πήγαινε να του τορπιλίσει την εκστρατεία κι επιπλέον τον είχε κάνει γι’ άλλη μια φορά ρεζίλι κι έστειλε διαταγή να τον συλλάβουν. Είχε όμως ο πονηρός Κομνηνός τις πληροφορίες του που έφτασαν πριν τους διώκτες του και χωρίς να ξεχάσει να πάρει το φόρο της Κύπρου την έκανε για τα Ιεροσόλυμα. Πάει κι η Φιλίππα. 

Οι Άγιοι Τόποι δεν άλλαξαν τον μόνιμο κυνηγό της περιπέτειας και των γυναικών. Βρέθηκε με τα πολλά στην Άκρα που κυβερνούσε η Θεοδώρα η Κομνηνή, εικοσάχρονη χήρα του βασιλιά της Ιερουσαλήμ Βαλδουίνου και δισέγγονη του Αλέξιου του Κομνηνού, του Αυτοκράτορα και παππού του (δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη συνονόματή της στην Κωνσταντινούπολη). Η συγγένεια δεν εμπόδισε τον Ανδρόνικο όπως και άλλες φορές να ρίξει στο κρεβάτι τη νεαρή βασιλοπούλα την οποία παραδόξως φαίνεται πως αγάπησε. Το ίδιο και αυτή. Δεν ήταν δύσκολο άλλωστε, μιας και η φήμη του πήγαινε πάντα σε κάθε πολιτεία πριν απ’ αυτόν. Η Άκρα όμως δεν ήταν παρά ένα βασίλειο υποτακτικό του Αυτοκράτορα κι έτσι ήταν φανερό ότι δεν θα μπορούσε να είναι ασφαλής ούτε εκεί. 

Κυνηγημένος με τη Θεοδώρα.

Ληστής και δουλέμπορος.

Συμφιλίωση με το Μανουήλ. 

Αυτή τη φορά έφυγε μαζί με την εκλεκτή του και η Θεοδώρα από βασίλισσα έγινε για χάρη του μία απλή γυναίκα που επρόκειτο να υποστεί τα κυνηγητά και τις περιπέτειές του στην Ανατολία τα επόμενα σχεδόν δέκα χρόνια. Το εντυπωσιακό αυτό ζευγάρι, τόσο σε καταγωγή, όσο και σε εμφάνιση, θα περιφερόταν από εμίρη σε εμίρη μέχρι να εγκατασταθεί στα εδάφη του σουλτάνου της Κολώνειας (όχι της Γερμανίας!). Η Θεοδώρα είχε στο μεταξύ χαρίσει στον Ανδρόνικο δύο παιδιά και ο πιστός σύζυγος κέρδιζε το ψωμί του όπως κάθε λογικός Τούρκος ηγεμόνας: λεηλατώντας χριστιανικές περιοχές και πουλώντας σκλάβους. Τουλάχιστον δεν αλλαξοπίστησε. 

Κάποια μέρα, όταν ο Ανδρόνικος γύρισε στο κάστρο του, δεν βρήκε ούτε τη Θεοδώρα ούτε τα παιδιά του. Είχαν συλληφθεί και οδηγηθεί στην Κωνσταντινούπολη. Έσπευσε και ο ίδιος να παραδωθεί στον ξάδερφό του και με μια καλή παράσταση συντετριμμένος τον έπεισε για την απόλυτη ήττα του. Είτε το εννοούσε είτε όχι, του Μανουήλ του αρκούσε να τον βλέπει επιτέλους απόλυτα στο έλεός του. Είχαν προηγηθεί και η αποτυχημένη εκστρατεία στην Αίγυπτο αλλά και η καταστροφή από τους Τούρκους στο Μυριοκέφαλο και ο Αυτοκράτορας ήταν πλέον κουρασμένος. Είχε τουλάχιστον αποκτήσει εδώ και χρόνια ένα γυιο, τον Αλέξιο -ο Ανδρόνικος τον είχε προλάβει πριν φύγει- και ο τελευταίος ορκίστηκε πίστη σ’ αυτόν και το διάδοχό του. Το 1180 ο Μανουήλ Κομνηνός αρρώστησε και πέθανε και ο Αλέξιος Κομνηνός έγινε Αυτοκράτορας. 

Αλέξιος Κομνηνός

και οι ραδιουργίες για την εξουσία. 

Στην πραγματικότητα, το δωδεκάχρονο τότε παιδί δεν κυβερνούσε φυσικά. Αντί γι’ αυτόν, κυβερνούσε η μητέρα του, η δεύτερη γυναίκα του Μανουήλ, Αγνή, και βαφτισμένη Μαρία πλέον, με τον εραστή της, τον Ιωάννη Κομνηνό (άλλος Ιωάννης αυτός). Οι Φράγκοι είχαν πλέον την τιμητική τους στο παλάτι, κάτι που δεν άρεσε τόσο στους ντόπιους όσο και στην πρωτότοκη κόρη του Μανουήλ , τη Μαρία που κι αυτή πλέον ήταν παντρεμένη με δυτικό, το Ρενιέρη Μομφεράτο (ή του Μομφερρά) από τη Λομβαρδία. Οι δυο φατρίες πάλεψαν μέχρις εσχάτων μεταξύ τους για την εξουσία, αλλά λογάριαζαν χωρίς τον ξενοδόχο. Έφτασε λοιπόν η μέρα που η Φράγκισσα με τον Ιωάννη κατείχαν το παλάτι, η Μαρία με τον Λομβαρδό της είχαν ταμπουρωθεί στην Αγία Σοφία, ενώ την ίδια στιγμή ο Ανδρόνικος με τους γιούς του βρίσκονταν απέναντι από την ευρωπαϊκή ακτή της Πόλης με στρατό που μαζεύτηκε αυθόρμητα στο πλευρό του. 

Ο Ανδρόνικος επιτέλους στο Θρόνο. Πτώση και λυντσάρισμα. 

Η Αυτοκρατορία έπεσε στα χέρια του σαν ώριμο φρούτο, μιας και ο πονηρός Κομνηνός εμφανιζόταν ως ο προστάτης του νόμιμου Αυτοκράτορα, του μικρού Αλεξίου, όπως είχε ορκιστεί στον πατέρα του πριν πεθάνει. Κι έτσι, όταν έκανε το θρίαμβό του, το 1183, άρχισε ουσιαστικά η βασιλεία του. Δε δίστασε να σκοτώσει τη λατίνη γυναίκα του Μανουήλ, δε δίστασε όμως και να σκοτώσει και τον ίδιο του τον ανιψιό. Από ’κει και πέρα, παντρεύτηκε και την αρραβωνιαστικιά του, την κόρη του βασιλιά της Φραγκιάς (Γαλλίας), Αγνή κι αυτή στο όνομα, που θα μπορούσε να την περάσει κανείς για εγγονή του καθώς η μικρή ήταν δεκαπέντε ενώ αυτός είχε περάσει τα εξήντα! 

Όσο για τη βασιλεία του, αυτή κράτησε πολύ λίγο και έληξε φρικτά. Μέσα σε δύο χρόνια κατόρθωσε να δημιουργήσει άπειρους εχθρούς στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, αλλά και από τους Λατίνους που όσους απ’ αυτούς ζούσαν στην Πόλη και αλλού τους πέρασε από φωτιά και σίδερο. Το κακό με τον Ανδρόνικο, που στο τέλος της ζωής του έμοιαζε τελείως αδυσώπητος, ήταν πως προσπάθησε να διεκπεραιώσει πολλά πράγματα που είχε επισημάνει ότι έτρωγαν την Αυτοκρατορία, αλλά έβαζε το μαχαίρι στο κόκκαλο και το έτριβε κιόλας. Βασίλεψε σαν πραγματικός lawful evil, να λυπάται τίποτε και κανένα. Επόμενο ήταν μια μέρα που συνέβη να είναι η 12η του Σεπτεμβρίου του 1185, ο λαός, υποκινούμενος και από τους δυνατούς που είχαν πληγεί από τις πράξεις του, να τον συλλάβει, να τον οδηγήσει στον ιππόδρομο, να του βγάλει τα μάτια, να του ξεριζώσει τα γένεια, να τον κάψει, να τον λόγχίσει και να τον σκοτώσει μέσα σε γενικό παραλήρημα.

 

Ο Ανδρόνικος Κομνηνός σίγουρα δεν υπήρξε Άγιος, ακόμα και στις καλές του μέρες. Υπήρξε όμως μια πραγματική φυσιογνωμία με περιπέτειες που σε πλήθος και ένταση ξεπερνούν κι αυτές του πιο high level χαρακτήρα μας.

ΤΕΛΟΣ

 

Norwich, J.J., Byzantium, Τόμ. III-The Decline and Fall

Vasiliev, A., History of the Byzantine Empire, 324–1453

Ostrogorsky, G., History of the Byzantine State

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Η. G. Beck* Απόσπασμα από το βιβλίο του  Βυζαντινόν Ερωτικόν, Εκδ. Στέφανος Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1999, σσ. 204-207.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΡΔΗΝ

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock