πίσω

ΤΟ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Β’

Συντάκτης     ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΤΤΑΡΙΔΗ  Αρχαιολόγος

Φωτογραφία του χώρου 2007

Στη νότια άκρη του μακεδονικού κάμπου, σκαρφαλωμένες στους πρόποδες των Πιερίων, βρίσκονται οι Αιγές, "ο τόπος με τα πολλά κοπάδια", η πρώτη πόλη των Μακεδόνων. Ένας χρησμός που λέγεται ότι δόθηκε στον Περδίκκα Α΄ αναφέρεται στην ίδρυση τους, συσχετίζοντας το όνομα της πόλης με τα κοπάδια των γιδιών: (Διόδ. 17.16.1.1) «..όπου θα δεις χιονόλευκες γίδες με λαμπερά κέρατα να κοιμούνται, στα χώματα εκείνης της γης, θυσίασε στους τρισμακάριστους θεούς και χτίσε το άστυ μιας πόλης». Tο πρώτο μακεδονικό αστικό κέντρο βρίσκεται στα νότια του Αλιάκμονα, στην καρδιά της περιοχής που ήταν για τον Ηρόδοτο η «Μακεδονίς γη», η κοιτίδα των Μακεδόνων. Το ποτάμι προστάτευε σαν φυσικό οχυρό την πόλη από τους κινδύνους του βορά και συγχρόνως εξασφάλιζε την άμεση επικοινωνία με τη θάλασσα που τότε βρισκόταν πολύ πιο κοντά, ενώ στο σημείο όπου βρισκόταν η πόλη, συναντιόταν ο κύριος οδικός άξονας που, διασχίζοντας τα Πιέρια, συνέδεε τη λεκάνη της Μακεδονίας με τη νότια Ελλάδα με τον δρόμο που, ξεκινώντας από τα λιμάνια της Πιερίας και παρακολουθώντας τις υπώρειες των βουνών, οδηγούσε στο βορά και στην ανατολή.

 

Η πρώτη εγκατάσταση έγινε στον κάμπο την τρίτη προχριστιανική χιλιετία. Στο τέλος της εποχής του χαλκού ο οικισμός, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση που επέβαλαν οι νέες συνθήκες, μετακινήθηκε προς τις υπώρειες του βουνού. Όπως δείχνει το αχανές νεκροταφείο με τους εκατοντάδες τύμβους που απλώνεται σε έκταση πολλών εκατοντάδων στρεμμάτων εντυπωσιάζοντας τον επισκέπτη ακόμη και σήμερα, στην πρώιμη εποχή του σιδήρου, (11ος-7ος αι. π.Χ.) είχε ήδη αναπτυχθεί εδώ ένα εξαιρετικά σημαντικό, πλούσιο και πολυάνθρωπο κέντρο. Κομψά γεωμετρικά αγγεία τεκμηριώνουν τις επαφές με τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο, ενώ τα πλούσια, κυρίως χάλκινα κοσμήματα, προϊόντα της ιδιαίτερα ανεπτυγμένης τοπικής μεταλλοτεχνίας, που ξεχωρίζουν όχι μόνον για τον πλούτο, αλλά και για την ποιότητα τους υπογραμμίζουν τον κεντρικό ρόλο και τη σημασία του συγκεκριμένου χώρου από τα πρώιμα αυτά χρόνια. Οικισμοί και νεκροταφεία διάσπαρτα στον κάμπο και κυρίως στους λόφους επιβεβαιώνουν αυτήν την διαπίστωση και μαρτυρούν την πυκνή κατοίκηση και χρήση της περιοχής που θα συνεχιστεί και στους αμέσως επόμενους αιώνες.

Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Περδίκκας Α΄, απόγονος του μυθικού βασιλιά του ’ργους Τήμενου καταφέρνει να αναρριχηθεί στον μακεδονικό θρόνο. Με τους Τημενίδες στην εξουσία οι Μακεδόνες θα επεκτείνουν την κυριαρχία τους και θα γίνουν κύριοι της πλούσιας χώρας που θα πάρει από αυτούς το όνομά της. Οι Αιγές, η καθέδρα των βασιλέων, η πόλη που η μοίρα της συνδέεται άρρηκτα με την τύχη της δυναστείας, όντας το κέντρο ενός από τα πιο ισχυρά κράτη της περιοχής, γνωρίζουν τον 6ο και τον 5ο αι. π.Χ. περίοδο μεγάλης ακμής και πλούτου που ανιχνεύεται κυρίως μέσα από τα εντυπωσιακά ευρήματα της νεκρόπολης.

Φωτ 2005

Την εποχή αυτή οι Αιγές είναι πραγματικά η πρώτη πόλη της Μακεδονίας, αφού εδώ χτυπά η καρδιά της εξουσίας, και η ζωή αγγίζει πρωτοφανή επίπεδα εκζήτησης και πολυτέλειας. Για τις ανάγκες του στρατού, για το ανάκτορο και τα νοικοκυριά των εκλεκτών, για τις κυρίες της αυλής οι ντόπιοι μεταλλουργοί και χρυσοχόοι παράγουν όπλα, πολύτιμα μετάλλινα σκεύη και κοσμήματα που συχνά είναι μικρά κομψοτεχνήματα, ενώ έμποροι και προϊόντα φτάνουν από όλες τις γωνίες του

κόσμου.

 

Στα χρόνια του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.) η αυλή των Αιγών θα γίνει κέντρο παραγωγής πολιτισμού, αφού θα τη λαμπρύνουν με την παρουσία τους μερικοί από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες και διανοητές της εποχής, ανάμεσά τους ο Ζεύξις, ο μέγιστος των ζωγράφων, οι ποιητές Χοιρίλος, Τιμόθεος και Αγάθων και ο ίδιος ο Ευριπίδης που θα γράψει και θα παρουσιάσει εδώ τις τελευταίες τραγωδίες του.

Το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. οι γενικότερες πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις θα οδηγήσουν στην μετατόπιση του διοικητικού κέντρου προς τη θάλασσα, στην Πέλλα. Ωστόσο οι Αιγές παραμένουν το πατροπαράδοτο κέντρο, όπου τελούνται οι κρίσιμες ιερές τελετές και γιορτάζονται οι μεγάλες γιορτές, ο τόπος όπου θάβονται οι βασιλιάδες. Στα χρόνια του Φίλιππου Β΄ (359-336 π.Χ.) η παλιά ιερή πρωτεύουσα γνωρίζει και πάλι μεγάλη ακμή που ανιχνεύεται παντού και συνοδεύεται από έντονη οικοδομική δραστηριότητα, η οποία συνεχίζεται και ολοκληρώνεται πριν από το τέλος του αιώνα. Το θέρος του 336 π.Χ. ο βασιλιάς αποφασίζει να γιορτάσει την παντοδυναμία του. ’οπλος, λευκοντυμένος, με το στεφάνι της γιορτής στο κεφάλι ακολουθεί την ιερή πομπή. Στο θέατρο των Αιγών θα συναντήσει τη μοίρα του. Χτυπημένος από το μαχαίρι του δολοφόνου ο Φίλιππος πέφτει νεκρός μπροστά στα μάτια των θεατών βάφοντας με το αίμα του το χώμα της ορχήστρας. Στον ίδιο τόπο ο Μεγαλέξανδρος ανακηρύσσεται βασιλιάς και ξεκινάει την πορεία που θα τον οδηγήσει στο θρύλο.

Στην εποχή των Διαδοχων το ενδιαφέρον μετατοπίζεται και η Πέλλα είναι πια το αδιαφιλονίκητο κέντρο. Μην έχοντας καίρια θέση στον γεωπολιτικό χάρτη του ελληνιστικού κόσμου, οι Αιγές περνούν στο περιθώριο. Μετά την ήττα του τελευταίου μακεδόνα βασιλιά Περσέα από τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ. η παλιά βασιλική πόλη καταστρέφεται. Τα τείχη ισοπεδώνονται, το ανάκτορο, το θέατρο και άλλα δημόσια και ιδιωτικά κτήρια καίγονται και γκρεμίζονται. Η παλιά ιεραρχία καταλύεται όμως η ζωή συνεχίζεται. Σπίτια χτίζονται στα ερείπια του τείχους και των παλιών δημόσιων κτηρίων χρησιμοποιώντας συχνά σαν δομικό υλικό τα μέλη τους. Μερικά ιερά επισκευάζονται, όμως το παλάτι, κέντρο και σύμβολο της καταλυμένης πια εξουσίας των μακεδόνων βασιλέων, και το γειτονικό του θέατρο απομένουν ερείπια για πάντα. Οι Αιγές φυτοζωούν δίπλα στη Βέροια που είναι η ευνοούμενη της νέας εξουσίας.

 

Αεροφωτογραφία του χώρου ανασκαφών.            Υπ.Πολ

Τον 1ο αι. μ.Χ. ύστερα από μια ξαφνική καταστροφή οι κάτοικοι μετακινούνται στον κάμπο στα βορειοανατολικά της νεκρόπολης σε έναν οικισμό που ως το τέλος της αρχαιότητας ήταν το διοικητικό κέντρο της περιοχής, όπως δείχνει η παλαιοχριστιανική βασιλική με βαπτιστήριο που χτίστηκε εδώ τον 5ο αι. μ.Χ.. Στο μεταξύ το όνομα των Αιγών έπαψε να υπάρχει. Το λίκνο των Τημενιδών παραδόθηκε στη λήθη των αιώνων και απόμεινε μόνον η ανάμνηση του παλατιού των Μακεδόνων βασιλιάδων να στοιχειώνει στο μεσαιωνικό όνομα ενός μικρού χωριού, τα «Παλατίτζια», που ζει ως τις μέρες μας και η Μεγάλη Τούμπα στην άκρη του κάμπου να φυλάγει στα σπλάχνα της το ακριβό μυστικό της.

  ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

 

Φωτ Υπ. Πολιτισμού

  Στα ριζά του λόφου της ακρόπολης, σε ένα υπερυψωμένο άνδηρο που δεσπόζει στο χώρο και σημαδεύεται από μια αιωνόβια βελανιδιά, σώζονται τα εντυπωσιακά ερείπια του ανακτόρου που σφραγίζουν με την επιβλητική παρουσία τους ακόμη και σήμερα την εικόνα των ερειπίων της πόλης.

  Το ανάκτορο των Αιγών που αποτελούσε βασικό πόλο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Φιλίππου Β΄ στην πόλη-λίκνο της δυναστείας, θα πρέπει να είχε ολοκληρωθεί πριν το 336 π.Χ., όταν ο βασιλιάς με πρόφαση τους γάμους της κόρης του με τον Αλέξανδρο της Ηπείρου γιόρτασε εδώ την παντοδυναμία του. Με έκταση περ. 9.250 τετρ. μ. στο ισόγειο, το κτήριο, μεγάλο τμήμα του οποίου ήταν διώροφο, είναι μεγαλύτερο από τα ελληνιστικά ανάκτορα της Δημητριάδος και του Περγάμου, ενώ σώζεται πολύ καλύτερα και η μορφή του είναι πολύ περισσότερο σαφής και ευανάγνωστη από «τα βασίλεια? της Πέλλας που γνώρισαν πολλές επεκτάσεις και τροποποιήσεις.

Ενταγμένο στην ίδια οικοδομική ενότητα με το θέατρο που βρίσκεται δίπλα του, το μεγάλο ορθογώνιο κτήριο είναι προσανατολισμένο σύμφωνα με τους γεωγραφικούς άξονες.

Η πρόσβαση γινόταν από την ανατολική πλευρά, όπου με τρόπο πρωτοποριακό για την εποχή διαμορφωνόταν η πρόσοψη με το μνημειακό πρόπυλο στο κέντρο μιας εντυπωσιακής δωρικής κιονοστοιχίας.

 Τα μαρμάρινα κατώφλια της τριπλής βασιλικής εισόδου σώζονται ακόμη στη θέση τους, ενώ τα λίθινα αρχιτεκτονικά μέλη που μιμούνται παραθυρόφυλλα και τα χαριτωμένα ιωνικά κιονόκρανα που βρέθηκαν πεσμένα εδώ θα πρέπει να προέρχονται από την πρόσοψη του ορόφου.

 

Ο συνδυασμός των ρυθμών, δωρικού και ιωνικού, τον οποίο βρίσκουμε ήδη στον Παρθενώνα, θα γίνει κυρίαρχη τάση για την μακεδονική αρχιτεκτονική που φαίνεται να την χαρακτηρίζει ο «λειτουργικός εκλεκτικισμός?.

 
επεξεργασμένη αναπαράσταση Αρχαιολογικής υπ.

 

Αναπαράσταση Αρχαιολογικής υπ.

Περνώντας το πρόπυλο φτάνει κανείς στην αυλή που παραδοσιακά αποτελούσε το κέντρο, γύρω από το οποίο αρθρώνονταν οι χώροι και οι λειτουργίες κάθε σπιτιού. Όπως η πρόσοψη έτσι και η αυλή που είναι ακριβώς τετράγωνη αποκτά εδώ μια απολύτως κανονική μνημειακή μορφή με ένα τεράστιο περιστύλιο, σε κάθε πλευρά του οποίου υπάρχουν 16 λίθινοι δωρικοί κίονες που επιστέφονται από την χαρακτηριστική δωρική ζωφόρο. Κατασκευασμένα από πωρόλιθο τα αρχιτεκτονικά μέλη καλύπτονταν από λεπτότατα κονιάματα που θα πρέπει να τα φανταστούμε να λάμπουν στο λευκό του μαρμάρου και να ποικίλλονται με ζωηρό γαλάζιο και κόκκινο.

Η αυλή που χωράει άνετα καθιστούς περισσότερο από δύο χιλιάδες ανθρώπους λειτουργούσε όχι μόνον σαν πνεύμονας του σπιτιού, αλλά κυρίως σαν χώρος όπου επικεντρωνόταν η πολιτική και κοινωνική ζωή του κράτους, Στην ανατολική πλευρά του ανακτόρου υπάρχει μία μεγάλη κυκλική αίθουσα, η λεγόμενη θόλος, στην οποία βρέθηκαν αναθηματικές επιγραφές που αναφέρουν τον «πατρώο Ηρακλή?, τον θεό που οι Μακεδόνες βασιλιάδες τιμούσαν σαν πρόγονό τους μαζί με τη βάση μιας κατασκευής που θα μπορούσε να είναι βωμός ή βάθρο. Οι χώροι στην περιοχή αυτή φαίνονται στο σύνολο τους να έχουν «ιερό? χαρακτήρα, εξυπηρετώντας τις αυξημένες λατρευτικές ανάγκες του βασιλιά που ήταν συγχρόνως και αρχιερέας .

 



Χώροι συμποσίων, ανδρώνες, με δάπεδα στρωμένα με ψηφιδωτά από βότσαλα υπήρχαν στην ανατολική και την βόρεια πλευρά όπου δύο διάδρομοι οδηγούσαν από το περιστύλιο στον εξώστη, μια ευρύχωρη βεράντα με πανοραμική θέα στην πόλη και σε ολόκληρη τη μακεδονική λεκάνη που αποτελεί μία ακόμη καινοτομία του ανακτόρου των Αιγών.

Ιδιαίτερα επίσημο χαρακτήρα φαίνονται να έχουν οι πέντε χώροι της νότιας πλευράς, από τους οποίους οι τρεις σχηματίζουν κλειστό σύνολο με πρόσβαση από τον μεσαίο που δίνει την εντύπωση προθαλάμου, καθώς ανοίγεται προς την αυλή με ένα ιδιαίτερα μνημειακό πολύθυρο με τρεις ιωνικούς αμφικίονες. Όλοι αυτοί οι χώροι είχαν ψηφιδωτά δάπεδα, ένα από τα οποία σώζεται σε καλή κατάσταση. Φτιαγμένο από μικροσκοπικά λευκά, μαύρα, γκρίζα, αλλά και κίτρινα και κόκκινα βότσαλα, το ψηφιδωτό αυτό θυμίζει χαλί με ένα εντυπωσιακό λουλούδι να ανθίζει στο κέντρο του, πλαισιωμένο από πολύπλοκα ελικωτά βλαστάρια και λουλούδια που εγγράφονται σε έναν κύκλο. Ο πολλαπλός μαίανδρος και ο σπειρομαίανδρος που στολίζουν την περιφέρεια του κύκλου μοιάζουν πολύ με αυτούς που βρίσκουμε στη χρυσελεφάντινη ασπίδα του Φιλίππου Β΄. Ξανθές νεράιδες, μισές γυναίκες-μισά λουλούδια, φυτρώνουν στις γωνίες, ποικίλλοντας με μια ευχάριστη νότα ζωντάνιας και χάρης το σύνολο που παρά τη φαινομενική πολυπλοκότητά του υποτάσσεται στην καθαρή γεωμετρία της αυστηρής συμμετρίας.

Γύρω από το ψηφιδωτό υπάρχει ένα πλατύ σκαλοπάτι, επάνω στο οποίο τοποθετούνταν οι κλίνες των συνδαιτυμόνων για τα συμπόσια. Ανάλογες κατασκευές υπήρχαν και στα υπόλοιπα δωμάτια του ανακτόρου και βεβαιώνουν ότι όλοι χρησιμοποιούνταν σαν χώροι συμποσίων. Περισσότερο λιτές είναι οι τρεις τεράστιες αίθουσες της δυτικής πλευράς με τα μαρμαροθετήματα. Υπολογίζεται πως στο ανάκτορο υπήρχε χώρος συνολικά για 278 κλίνες. Ο Φίλιππος δηλαδή μπορούσε να παραθέσει συμπόσιο σε περισσότερους από 500 καλεσμένους συγχρόνως, αριθμός πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα.

Εξοπλισμένο με όλες τις ανέσεις της εποχής το ανάκτορο διέθετε ένα άψογο σύστημα αποχέτευσης αλλά και ύδρευσης που έφερνε μέχρι εδώ το δροσερό νερό από τις πηγές του βουνού. Στον όροφο που υπήρχε στην ανατολική αλλά και στη δυτική πλευρά θα πρέπει να βρισκόταν, όπως συνήθως, τα διαμερίσματα των γυναικών και οι κοιτώνες. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή και πολυτελής ήταν η κορινθιακού τύπου κεράμωση των στεγών.

Συγχωνεύοντας με τρόπο εξαιρετικά εφευρετικό στοιχεία δημόσιας και ιδιωτικής αρχιτεκτονικής ο μεγαλοφυής αρχιτέκτονας του ανακτόρου των Αιγών καταφέρνει να δημιουργήσει ένα κτίριο μοναδικό, λιτό και λειτουργικό και συγχρόνως απόλυτα μνημειακό και επιβλητικό, δίνοντας πραγματική μορφή και υπόσταση στην ιδέα του δεσπόζοντος κέντρου από όπου εκπορεύεται κάθε εξουσία. Έτσι η κατοικία του βασιλιά των Μακεδόνων, του ηγεμόνα και αρχιστράτηγου των Πανελλήνων, το μόνο ανάκτορο της κλασικής Ελλάδας που γνωρίζουμε, όντας η έδρα της πολιτικής εξουσίας και συγχρόνως το κέντρο της πνευματικής δημιουργίας, γίνεται ένα αληθινό μνημείο μεγαλοπρέπειας, λειτουργικότητας και μαθηματικής καθαρότητας, το οποίο μέσα από την απόλυτη συνέπεια της γεωμετρίας του συνοψίζει την πεμπτουσία του ευ ζην, υλοποιώντας το πρότυπο της ιδανικής κατοικίας και αποτελώντας το αρχέτυπο του οικοδομήματος με περιστύλιο που θα σφραγίσει την αρχιτεκτονική της ελληνιστικής οικουμένης και θα επαναληφτεί χιλιάδες φορές σε ολόκληρο τον ελληνιστικό κόσμο, χωρίς ωστόσο καμιά από τις επαναλήψεις να φτάσει τη σαφήνεια, την πληρότητα και την απόλυτη καθαρότητα του πρωτοτύπου

Στα χρόνια των Αντιγονιδών, τον 3ο αι. π.Χ. μια νέα πτέρυγα με περίστυλη αυλή χτίστηκε στα δυτικά του ανακτόρου για να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες των ενοίκων. Μετά την κατάλυση του βασιλείου από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ. το ανάκτορο καταστρέφεται μαζί με την πόλη των Αιγών και δεν ξαναχτίζεται ποτέ. Ωστόσο, παρά την καταστροφή, ο χώρος φαίνεται πως κρατά στην συνείδηση των κατοίκων κάτι από την ιερότητά του και όχι μόνον δεν καταπατείται αλλά, όπως δείχνει ο βωμός και τα λείψανα των θυσιών των ύστερορωμαϊκών χρόνων που βρέθηκαν στο δωμάτιο με το ψηφιδωτό, γίνεται τόπος λατρείας.

Οι Αιγές εξαφανίζονται και ξεχνιούνται ωστόσο η ανάμνηση του βασιλικού οίκου εξακολουθεί να ζει στο βυζαντινό όνομα Παλατίτζια που στοιχειώνει τον τόπο ως σήμερα. (Στη Βυζαντινή Εποχή στην περιοχή υπάρχει μόνο ένα ασήμαντο χωριό που μνημονεύεται σε κάποιο έγγραφο του 14ου αι. σαν Παλατίτσια, μια ονομασία που προφανώς σχετίζεται με τα γειτονικά ερείπια του επιβλητικού ανακτόρου των Αιγών) Ακόμη και η λατρεία συνεχίζεται στο χώρο που στη συλλογική μνήμη καταγράφηκε σαν τόπος ιερός. Μετά τον ρωμαϊκό βωμό ήρθε η μικρή εκκλησούλα της Αγίας Τριάδας: χτισμένη στη σκιά της αιωνόβιας βελανιδιάς στα χρόνια της τουρκοκρατίας διαλύθηκε το 1961 για να προχωρήσει η ανασκαφή?.
Στο μεταξύ το ανάκτορο έγινε νταμάρι και χτίστηκαν με τις πέτρες του τα χωριά της περιοχής, τελευταία από όλα στη δεκαετία του είκοσι η ίδια η Βεργίνα?

 ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΤΤΑΡΙΔΗ  Αρχαιολόγος

 

ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΑ ΠΥΘΕΟΥ

Τα Ανάκτορα, που είχαν μήκος 78 μέτρα και ύψος 13,60 μ. και απλωνόταν σε έκταση συνολικά 12,5 στρεμμάτων, εικάζεται πως είναι έργο του κορυφαίου αρχιτέκτονα Πυθέου, ο οποίος σχεδίασε το περίφημο Μαυσωλείο της Αλικαρνασσού (355 – 350 π.Χ.), ένα από τα 7 θαύματα της αρχαιότητας, καθώς και το ναό της Αθηνάς Πολιάδος στην Πριήνη της Μικράς Ασίας!

Η κυρία Αγγελική Κοτταρίδου επισημαίνει σαν πολύ σημαντικό το ότι ο Φίλιππος διάλεξε αυτό το θέμα για το πιο επίσημο δωμάτιο του Ανακτόρου του, διότι όπως φαίνεται αντιλαμβανόταν τον εαυτό του σαν Ευρωπαίο Ηγεμόνα, γεγονός που, λαμβανομένων υπόψη των μοναδικών χαρακτηριστικών της δυναμικής, στρατηγικής και πολιτικής του προσωπικότητας, αλλά και του μεγαλεπήβολου και τολμηρότατου οράματός του για συντριβή του πανίσχυρου Περσικού Κράτους, δικαιώνει τα λόγια που έγραψε για εκείνον ο Θεόπομπος, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον σπουδαιότερο άνδρα της Ευρώπης«...Μηδέποτε ενηνοχέναι Ευρώπη τοιούτον άνδραν παράπαν οίον τον του Αμύντου Φίλιππον»!

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΑΝΑΚΤΟΡΟΥ

Το Ανάκτορο των Αιγών, ανακαλύφθηκε ξανά το 1855 από τον Φράγκο αρχαιολόγο Leon Heuzey, χάρη στις πληροφορίες που του έδωσε ένας παπάς της περιοχής! Έτσι ο Λέον Εζέ, έξι χρόνια αργότερα θα αρχίσει τις πρώτες ανασκαφικές του έρευνες στην περιοχή, που διήρκεσαν σαράντα ημέρες.

Φωτ.Από τοις ανασκαφές του Φράγκου αρχαιολόγου Leon Heuzey στον χώρο.

Σήμερα βρίσκεται ‘απαλλοτριωμένο’ στο μουσείο του Λούβρου

 

Στα 1938 το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης αποφάσισε, με πρόταση του Καθ. Αρχαιολογίας Κωνσταντίνου Ρωμαίου, τη συνέχιση της ανασκαφικής έρευνας στη Βεργίνα, που σταμάτησε όμως εκ νέου στο 1940.  Ο καθηγητής Ρωμαίος, στην ανασκαφική ομάδα του οποίου είχε βρεθεί και ο καθηγητής Ανδρόνικος, θα επανέλθει στο Ανάκτορο το 1954 και θα συνεχίσει τις ανασκαφικές του έρευνες ως το 1956, σε συνεργασία με τον έφορο Αρχαιοτήτων Χαράλαμπο Μακαρόνα, από το 1959 το έργο του θα το συνεχίσουν οι διάδοχοί του στο Πανεπιστήμιο Γεώργιος Μπακαλάκης και Μανόλης Ανδρόνικος. Από το 1972 την ανασκαφική έρευνα αναλαμβάνει πια ο Μανώλης Ανδρόνικος και συνεχίζει σήμερα η Αρχαιολόγος Αγγελική Κοτταρίδου με την ομάδα της.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ-[¨`Nick/www.greece-priv-]T-NL]-KOSINAS]  [ΕΛΛΗΝΩΝ.ΝΕΤ]

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ                                                                                                             

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock