πίσω

Ο ΚΥΝΟΣ των ΟΠΟΥΝΤΙΩΝ ΛΟΚΡΩΝ

Ένα μικρό καράβι, σαν εκείνα του μυκηναϊκού στόλου που άνοιξαν τα πανιά τους από το αρχαίο λιμάνι της Κύνου στη Λοκρίδα για τον Τρωικό Πόλεμο. Ο Κύνος είναι ιδιαίτερα σημαντικός διότι μας παρείχε αδιάψευστα στοιχεία για την εξέλιξη του πολιτισμού στην Κεντρική Ελλάδα κατά το κρίσιμο διάστημα του τέλους της Εποχής του Σιδήρου, στοιχεία τα οποία ανοίγουν νέες ερμηνευτικές δυνατότητες για την ιστορία ολόκληρου του Ελληνικού Πολιτισμού την ίδια εποχή.

 

Ο Κύνος αναφέρεται από τον 'Ομηρο, ως μια από τις πόλεις της ανατολικής Λοκρίδος που μετείχαν στην Τρωική εκστρατεία (Ιλιαδα, ΙΙ, 531-533). Η ανατολική Λοκρίδα αποτελούσε τμήμα του μυκηναϊκού κόσμου και ο Κύνος ήταν το κυριότερο λιμάνι της, που σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές κατοικήθηκε από τον Δευκαλύωνα και την Πύρρα (Στράβων ΙΧ, 4,2) ή από τον ήρωα Λοκρό που έδωσε το όνομά του στην περιοχή. Σε χαμηλό παραθαλάσσιο λόφο στη θέση Πύργος ή Πάτι στην παραλία Λιβανατών, βορειοανατολικά της σύγχρονης κοινότητας, οικοδομικά λείψανα ταυτίστηκαν με την αρχαία ομηρική πόλη Κύνο, το σπουδαιότερο λιμάνι της Οπουντίας Λοκρίδας. Ανασκαφική διερεύνηση στο βορειοδυτικό τμήμα του λόφου έδειξε ότι η θέση χρησιμοποιήθηκε συνεχώς από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3000-2800 π.Χ.) μέχρι τους Βυζαντινούς χρόνους (5ος - 6ος αι. μ.Χ.). 

 

Ο Αρχαιολογικός χώρος του Κύνου

Τα καλύτερα σωζόμενα αρχιτεκτονικά λείψανα ανήκουν στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ, δηλαδή στο 12ο αι. π.Χ. Οι προγενέστερες περίοδοι της Ύστερης Εποχής του Χαλκού (14ος και 13ος αι. π.Χ.) αντιπροσωπεύονται από σπαράγματα τοίχων, δάπεδα και κεραμική. Σε βαθύτερα στρώματα βεβαιώθηκε η Μεσοελλαδική χρήση του χώρου, με την διερεύνηση έξι (6) κιβωτιόσχημων τάφων. 
Ο λόφος περιβάλλεται από τείχος πρώιμης ελληνιστικής εποχής κτισμένο με μεγάλες λαξευτές λιθόπλινθους, κατά το ισόδομο σύστημα. Η κατοίκηση του χώρου κατά τη γεωμετρική, αρχαϊκή και κλασική περίοδο βεβαιώνεται μόνο από την περισυλλεγείσα κεραμική, χωρίς παρουσία οικοδομικών λειψάνων, διότι ο λόφος ισοπεδώθηκε συστηματικά κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο και τους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, μετά το πέρας των οποίων εγκαταλείφθηκε.

 

Τα καλύτερα σωζόμενα αρχιτεκτονικά λείψανα ανήκουν στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού (ΥΕΙΙΙΓ-12ος π.Χ.). Πρόκειται για συγκρότημα αποθηκών και εργαστηρίων που κτίστηκαν κατά την πρώιμη Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ περίοδο. Οι τοίχοι τους ήταν κατασκευασμένοι από ωμές πλίνθους με λίθινα θεμέλια και σώζονται μέχρι το ύψος των 2 μ. Αποτελούν μέχρι σήμερα το καλύτερα σωζόμενα δείγμα πλινθοκατασκευής της μυκηναϊκής περιόδου. Από το συγκρότημα των αποθηκών προέρχονται πίθοι και πιθοειδή για την αποθήκευση γεωργικών προϊόντων. Άλλοι χώροι του φιλοξένησαν τη βιοτεχνική δραστηριότητα του οικισμού, όπως μαρτυρούν τα κατάλοιπα κεραμικού κλιβάνου ή κλιβάνου-χυτηρίου που βρέθηκαν κατά χώραν. 


Διάγραμμα του τείχους του Κύνου   W.Kendrick Pritchett  σελ.183

 

Στα μέσα του 12ου αι. π.Χ. τα κτίρια καταστράφηκαν από σεισμό και επισκευάστηκαν αμέσως μετά και ξαναχρησιμοποιήθηκαν ως αποθήκες. Ωστόσο φαίνεται ότι διακόπηκαν οι βιοτεχνικές δραστηριότητες. Τον επόμενο αιώνα, περί τα μέσα του 11ου αι. π.Χ., ο οικισμός καταστράφηκε εκ νέου από σεισμό που συνοδεύτηκε και από πυρκαγιά. Η θέση δεν εγκαταλείφθηκε και πάνω στα ερείπια οικοδομήθηκαν φτωχές κατασκευές με παλιό οικοδομικό υλικό. Ο οικισμός δεν είχε την έκταση και τον δυναμισμό των προηγούμενων φάσεών του. Το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η συνήθεια, που βεβαιώνεται ανασκαφικά, του ενταφιασμού μικρών παιδιών ή βρεφών σε μικρούς κιβωτιόσχημους τάφους ή λάκκους μέσα στα δάπεδα των οικιών, χωρίς κτερίσματα. 
Οι προγενέστερες φάσεις της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, και συγκεκριμένα οι περίοδοι Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ (14ος π.Χ.) και Υστεροελλαδική ΙΙΙΒ (13ος π.Χ.), αντιπροσωπεύονται από σπαράγματα τοίχων, δάπεδα και αντίστοιχη κεραμεική.

 

ΚΑΤΟΙΚΗΣΗ

3000 - 2800 π.Χ.

http://odysseus.culture.gr/0/spacer.gif2100/1900 π.Χ.

http://odysseus.culture.gr/0/spacer.gif1600 - 1100 π.Χ.

http://odysseus.culture.gr/0/spacer.gif1100 - 1050 π.Χ.

1050 - 900 π.Χ.

 

Τα ευρήματα αυτά, που έχουν εντοπιστεί σε ένα χαμηλό λόφο στη θέση Πύργος ή Πάτι στην παραλία Λιβανατών (κοντά στη σύγχρονη κοινότητα), έχουν ταυτιστεί με την αρχαία Κύνο, που σύμφωνα με τον Ομηρο ήταν μια από τις πόλεις της ανατολικής Λοκρίδας οι οποίες συμμετείχαν στην εκστρατεία των Ελλήνων κατά των Τρώων. Η πόλη αυτή πρωτοκατοικήθηκε από τον Δευκαλίωνα και την Πύρρα ή από τον ήρωα Λοκρό, που έδωσε το όνομά του και στην περιοχή. Υπήρξε το σπουδαιότερο λιμάνι της Οπουντίας Λοκρίδας, κάτι που επιβεβαιώνεται από τη θέση αλλά και από τα κινητά ευρήματα του χώρου. Επιφανής ήρωας του τόπου ο Αίαντας ο Λοκρός, που διακρίθηκε στον Τρωικό Πόλεμο.

 

Οι ανασκαφές που γίνονται στο βορειοδυτικό τμήμα του λόφου ήδη από τη δεκαετία του 1990 έχουν αποκαλύψει συνεχή κατοίκηση από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3000-2800 π.Χ.) μέχρι τα Βυζαντινά χρόνια (5ος-6ος αι. μ.Χ.). Τα καλύτερα σωζόμενα όμως αρχιτεκτονικά λείψανα ανήκουν στον 12ο αι. π.Χ. Τα προγενέστερα (14ος και 13ος αι. π.Χ.) δεν είναι παρά σπαράγματα τοίχων, δάπεδα και κεραμική.
Η επίτιμη έφορος αρχαιοτήτων και ανασκαφέας του χώρου Φανουρία Δακορώνια, παρουσιάζοντας προχθές στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο τη μελέτη του στεγάστρου, αναφέρθηκε σε πληθώρα κινητών ευρημάτων στα οποία κυριαρχούν αναπαραστάσεις πλοίων.

Τμήμα αγγείου  με παράσταση ψαρέματος από τις Λιβανάτες  Λοκρίδος. -Αρχ. Μουσείο Αταλάντης

 

 Έχουν βρεθεί ομοιώματα πλοίων, πήλινα ειδώλια και απεικονίσεις μυκηναϊκών καραβιών σε όστρακα αγγείων. Ανάμεσά τους μια μοναδική παράσταση σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη, που δείχνει ναυμαχία μυκηναϊκής εποχής. Η κ. Δακορώνια είπε χαρακτηριστικά ότι «έχουμε τόσες παραστάσεις πλοίων, που αν συγκεντρώνονταν όλες όσες έχουμε από την υπόλοιπη Ελλάδα, δεν θα ήταν ούτε οι μισές από αυτές της Κύνου».

Ο ΜΥΚΗΝΑΪΚΟΣ ΚΥΝΟΣ

Στην άκρη της πόλης βρίσκεται ο Κύνος, αρχαιολογικός χώρος στον οποίο εντοπίστηκαν, ύστερα από ανασκαφές, ερείπια του ομώνυμου αρχαίου οικισμού της Οπουντίας Λοκρίδας. Η μακραίωνη αυτή χρήση του χώρου συνιστά και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανατρεπτικές παραμέτρους της ανασκαφής του Κύνου καθώς αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις οικισμού με συνεχή χρήση μέχρι και τη σύγχρονη εποχή. Βρίσκεται σε μια από τις πιο δραστήριες σεισμολογικά περιοχές της Ελλάδας εφόσον εμπίπτει στην ακτίνα δράσης του γνωστού ρήγματος της Αταλάντης που έχει δώσει στο παρελθόν πολλούς καταστροφικούς σεισμούς, μερικοί από τους οποίους μας είναι γνωστοί από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Μετά από κάθε σεισμό οι κάτοικοι δεν εγκατέλειπαν το χώρο αλλά ισοπέδωναν τα ερείπια και πάνω από αυτά έκτιζαν νέα. Σε όσες περιπτώσεις κάποια τμήματα των κτηρίων ήταν επισκευάσιμα χρησιμοποιούσαν συμπληρώνοντάς τα, όπου χρειαζόταν, για να επιτύχουν νέο χρηστικό οικοδόμημα. Αυτή η πρακτική μετά από σεισμικό επεισόδιο των μέσων του 12ου αιώνα π. Χ. απεικονίζεται ευκρινώς στα διατηρούμενα οικοδομήματα της ανασκαφής που μπορεί ο επισκέπτης να δει σήμερα. 

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω οι καλύτερα διατηρούμενες οικιστικές φάσεις στον Κύνο ανήκουν στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ΄  1200-1100 π.Χ.. Περίοδο καθώς και στη μεταβατική περίοδο προς την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, την άλλως γνωστή ως Υπομυκηναϊκή, περίοδοι 1100-1050/1025 π.Χ.  που καλύπτουν το διάστημα από τα μέσα περίπου του 12ου αι. π. Χ. μέχρι τα μέσα του 11ου αι. π. Χ. Εδώ είχαν αναπτυχθεί συγκροτήματα οικιστικού και βιοτεχνικού χαρακτήρα γεγονός που επιβεβαιώνουν και τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής. Δύο κλίβανοι, ένας κεραμικός και ένας μεταλλουργικός σωζόμενοι τμηματικά καθώς και μεγάλος αριθμός σκωριών και οστράκων αγγείων ατυχούς όπτησης συνηγορούν ότι οι κάτοικοι του οικισμού δραστηριοποιούντο στην παραγωγή κεραμικών αντικειμένων και στην μεταλλουργία κατά τον 12ο αιώνα. π. Χ.

 

Θραύσμα αγγείου από τον Κύνο που αναπαριστά ναυμαχία. Αποτελεί το πρώτο χρονολογικά εύρημα, σε παγκόσμια κλίμακα, που παρουσιάζει αυτό το θέμα. Φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης

Η κεραμική παραγωγή του Κύνου χαρακτηρίζεται από την υψηλή της ποιότητα και τον πλούτο και την πρωτοτυπία των διακοσμητικών θεμάτων φαίνεται δε ότι πολλά προϊόντα της προορίζονταν για εξαγωγή. Αυτή η κεραμική παραγωγή, κυρίως η εικονιστική, μας έχει δώσει αγγεία κοσμημένα με θέματα πρωτόφαντα για την μυκηναϊκή εικονογραφία και έχει κάνει γνωστό τον Κύνο στην παγκόσμια κοινότητα. Ο μεγάλος αριθμός υφαντικών βαρών, σφοντυλιών και κελυφών πορφυρών δείχνει ότι μία άλλη ασχολία των Κυναίων ήταν η υφαντική και η βαφική προφανώς στο πλαίσιο οικοτεχνικής οικονομίας. Αποθήκες γεμάτες πιθάρια και πιθανόν κοφίνια που περιείχαν δημητριακά και όσπρια είναι απόδειξη ότι η γεωργία αποτελούσε, όπως άλλωστε και σήμερα, βασική βιοποριστική ενασχόληση των ανθρώπων της περιοχής. Προκαταρκτική παλαιοβοτανική έρευνα φυτικών καταλοίπων της ανασκαφής, βεβαιώνει την καλλιέργεια σίτου, γονόκοκκου και δίκοκου, φακής, κουκιών, κριθαριού, λαθουριού και ελιάς.

 

 

Τύμπανο  ιονικού  με 24 αύλακες κίονα στην παραλία του αρχαίου Κύνου 1977 -W.Kendrick Pritchett  pl.75

 

Πιθανολογείται και η καλλιέργεια των αμπελιών κατά την μυκηναϊκή εποχή, ήταν δραστηριότητα των Οπουντίων Λοκρών της κλασικής εποχής, που παραδίδεται από την αρχαία γραμματεία και επιβεβαιώνεται από την απεικόνιση τσαμπιού σταφυλιού και στις δύο όψεις των λοκρικών νομισμάτων. Στις επιχώσεις της ανασκαφής του Κύνου της μέσης εποχής βρέθηκαν κατάλοιπα της πανίδας της περιοχής ή μελέτη των οποίων παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για την τοπική οικονομία, τις διατροφικές συνήθειες και τις θρησκευτικές πρακτικές των Λοκρών. Μεταξύ των οποίων αναγνωρίζονται μεγάλος αριθμός αιγοπροβάτων, χοίρων, ιπποειδών και μικρόσωμων αγελάδων. Οστά όνων σε αφθονία είναι παρόντα μεταξύ των οστών, οι οποίοι προφανώς χρησίμευαν για τις μεταφορές, ενώ τα άφθονα κάθε ποικιλίας ελαφιών μαρτυρούν ότι το κυνήγι ήταν όχι, μόνον άθλημα των ευγενών αλλά και πηγή τροφής και πρώτων υλών για την βιοτεχνία και την ναυπηγική, όπως και τα λοιπά εξημερωμένα ζώα, των οποίων το δέρμα, το τρίχωμα ακόμα και τα οστά ή τα κέρατα είχαν πολλαπλή χρησιμότητα (π.χ. υποδηματοποιία, χιτώνες, θώρακες, νήματα, εργαλεία, κοσμήματα, εξαρτήματα ενδυμασίας κ.λ.π.).

Λιγότερα είναι τα δείγματα από αγριογούρουνο. Η παρουσία οστών θηραμάτων είναι η έμμεση απόδειξη ότι στα τέλη της εποχής του Χαλκού υπήρχαν στην περιοχή πλούσια και πυκνά δάση απαραίτητη προϋπόθεση για την διαβίωση αγρίων ζώων. Υλοτόμοι, ξυλουργοί και λιθοξόοι συγκαταλέγονται μεταξύ των επαγγελματιών των κατοίκων του μυκηναϊκού Κύνου, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα ανάλογα εργαλεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ανασκαφή. Όπως αναφέρθηκε, εικάζεται ότι ο λόφος στο Πάτι ή Λουτρό, που ονομάζεται Κύνος, είναι το λιμάνι της ομώνυμης πόλης.

Τείχος του Κύνου -W.Kendrick Pritchett

 

Το νότιο τείχος του Κύνου - W.Kendrick Pritchett

Η ταύτιση πρέπει να είναι ασφαλής όχι μόνον διότι τα ανασκαφικά δεδομένα την υποστηρίζουν, όπως και η θέση του οικισμού, αλλά και τα λείψανα λιμενικών εγκαταστάσεων που έχουν εντοπισθεί πρόσφατα και στη θάλασσα και στη ξηρά. Οι οχυρωμένες λιμενικές εγκαταστάσεις δεν είναι άγνωστες στη Μεσόγειο κατά την Αρχαιότητα και μία τέτοια πρέπει να αποτελούσε και ο Κύνος. Ο μόλος και ο πύργος του είναι οικοδομημένοι κατά το ίδιο ισόδομο σύστημα τειχοποιίας που εφαρμόστηκε και στην οχύρωση του οικισμού και κατά συνέπεια χρονολογείται στα τέλη του 4ου π. Χ.

Βέβαια οι ορατές λιμενικές εγκαταστάσεις δεν ανήκουν στην μυκηναϊκή εποχή, με βάση όμως μια αρχή ισχύουσα διαχρονικά, σύμφωνα με την οποίαν η χρήση ενός χώρου δεν μεταβάλλεται σε μάκρος χρόνου χωρίς λόγο, εφόσον αυτός εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους επιλέχθηκε και οργανώθηκε εξ αρχής, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και κατά την μυκηναϊκή περίοδο τα μέχρι στιγμής γνωστά αρχαιολογικά στοιχεία εδώ ήταν το κύριο λιμάνι της περιοχής.

Ο Κύνος λοιπόν είναι ιδιαίτερα σημαντικός διότι μας παρείχε αδιάψευστα στοιχεία για την εξέλιξη του πολιτισμού στην Κεντρική Ελλάδα κατά το κρίσιμο διάστημα του τέλους της Εποχής του Σιδήρου, στοιχεία τα οποία ανοίγουν νέες ερμηνευτικές δυνατότητες για την ιστορία ολόκληρου του Ελληνικού Πολιτισμού την ίδια εποχή.

Κοντινή όψη του νότιου τείχους του Κύνου

 

Η πρώιμη αυτή φάση δεν είχε μεγάλη διάρκεια σύμφωνα με αρχαιολογικά δεδομένα που καταγράφονται εκεί και καταστρέφεται σύντομα ίσως και από φυσικά αίτια. Ο χώρος αμέσως ανοικοδομείται τα δε οικοδομικά λείψανα που αποκαλύφτηκαν κατά την ανασκαφή δεν ήταν μεν εκτεταμένα διατηρούν όμως πληροφορίες σχετικά με το είδος των δραστηριοτήτων που ανέπτυξαν οι κάτοικοι την περίοδο αυτή που έχει καθιερωθεί να ονομάζεται Πρωτογεωμετρική Εποχή.

Και στα δύο αυτά στάδια της Εποχής του Σιδήρου από τα ευρήματα συνάγεται ότι οι κάτοικοι διατηρούν τις ίδιες ασχολίες και συνήθειες και έχουν τις ίδιες πηγές βιοπορισμού δηλ. την γεωργία, την αλιεία, την κτηνοτροφία. Μεταξύ Πρωτογεωμετρικής Εποχής και των ελληνιστικών χρόνων η κατοίκηση του Κύνου και η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν σταμάτησαν, το γεγονός όμως δεν αποδεικνύεται από κτηριακά κατάλοιπα, αλλά μόνον από όστρακα των κλασσικών, αρχαϊκών και ύστερων γεωμετρικών που συγκεντρώθηκαν στις επιχώσεις της ανασκαφής. Αυτό οφείλεται στην επιμελή ισοπέδωση και απομάκρυνση των μπαζών της επιδρομής του Σύλλα (Σύλλας), ο οποίος όπως αναφέρουν οι αρχαίες πηγές κατέστρεψε τις παράλιες πόλεις των Λοκρών (86/87π.Χ.). Αυτή άλλωστε ήταν και η αιτία καταστροφής του οχυρωματικού περιβόλου οι κατώτεροι δόμοι του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα.

Η οχύρωση του Κύνου που διέτρεχε την κορυφή του λόφου και κατέληγε και στο μόλο εικάζεται ότι κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου π.Χ. αι. στο πλαίσιο του αμυντικού σχεδιασμού του Δημητρίου του Πολιορκητή. Παρά την καταστροφή αμέσως μετά ο λόφος ισοπεδώνεται και κατοικείται προφανώς διότι η χρησιμότητα της θέσης αφενός ως καίριου ναυτιλιακού κόμβου αφετέρου ως σημαντικού σημείου ελέγχου των βασικών αξόνων της Λοκρίδας, θαλασσίων και επιγείου, υπαγόρευε την επανοικοδόμησή του. Τα οικοδομικά λείψανα της περιόδου δείχνουν ότι ανήκουν σε συγκρότημα κατοικίας ή κατοικιών, πιθανώς μιας villa maritima με πολλαπλή χρήση.

 

Παραλία Λιβανατών, οικόπεδο Παπαγεωργίου. Υστερο- ρωμαϊκό-παλαιοχριστιανικό  λουτρικό συγκρότημα (2009).

 

Τα κινητά ευρήματα της ρωμαϊκής περιόδου συνίστανται κυρίως σε αγγεία αποθηκευτικού ή οικιακού χαρακτήρα, όπως μαγειρικά σκεύη, άβαφοι αμφορείς, λυχνάρια, πινάκια κ.λ.π. υφαντικά βάρη και πήλινα σφονδύλια μάρτυρες οικιακής οικοτεχνίας (παραγωγή υφασμάτων), αλιευτικά βάρη, τμήμα καλύπτρας κυψέλης, ιγδία (γουδιά) και τριβεία αποφλοίωσης δημητριακών και οσπρίων καθώς και τριβεία μεταλλευμάτων και πολλά σιδερένια καρφιά. Τα κινητά ευρήματα σκιαγραφούν μερικές από τις κύριες βιοποριστικές ασχολίες των κατοίκων όπως αλιεία, γεωργία, μεταλλουργία, ξυλουργικές και οικοδομικές δραστηριότητες. Μια άλλη απασχόληση, το εμπόριο, βεβαιώνεται από τα νομίσματα χάλκινα κατά κύριο λόγο, η ποικιλία προέλευσης των οποίων μας δείχνει το εύρος των εμπορικών σχέσεων των Κυναίων. Η τελευταία αυτή δραστηριότητα, το εμπόριο, επιβεβαιώνεται και από την παρουσία ενός σπάνιου ευρήματος. Πρόκειται για ένα εξάρτημα ζυγαριάς (σταθμίο) από χαλκό σε μορφή προτομής Αθηνάς με περικεφαλαία και αιγίδα.

 

Κτηριακά κατάλοιπα νοτιοδυτικά του περιβόλου  του βυζαντινού ναού.

 

Θραύσμα αγγείου από τον Κύνο που αναπαριστά ναυμαχία. Αποτελεί το πρώτο χρονολογικά εύρημα, σε παγκόσμια κλίμακα, που παρουσιάζει αυτό το θέμα. Φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης

Ο οικισμός του Κύνου εντοπίζεται στην παραλία των Λιβανατών, όπου σύμφωνα με την ανασκαφή, ο χώρος κατοικούνταν από τη Νεολιθική εποχή ως τους βυζαντινούς χρόνους.

 

 

Θραύσματα γυάλινου  αγγείου με διακόσμηση φύλλων χρυσού  και χάλκινο δαχτυλίδι  από το στρώμα καταστροφής.

 

Εκτείνεται σε χαμηλό λόφο που βρίσκεται στη θέση Πύργος, στην παραλία Λιβανατών, 3 χλμ. ΒΑ της ομώνυμης σύγχρονης πόλης. Το ύψωμα έχει από το 19ο αιώνα ταυτιστεί με την ομηρική πόλη Κύνος.

μικρός λόφος του Κύνου το 1977- W.Kendrick Pritchett  pl.74

Ο οικισμός του Κύνου, είναι ο μόνος της εποχής του χαλκού που έχει εντοπιστεί και μερικώς ερευνηθεί συστηματικά στη Λοκρίδα. Η διερεύνηση του λόφου έδειξε ότι αυτός σχηματίστηκε από τις επιχώσεις των αλλεπαλλήλων στρωμάτων κατοίκησης ενώ τα σωζόμενα ορατά λείψανα ανήκουν στην ύστερη εποχή του Χαλκού. Πρόκειται για συγκρότημα αποθηκών και εργαστηρίων που κτίστηκαν κατά την πρώιμηΥστεροελλαδικής περιόδου. Σώζονται σε πολλά σημεία σε ύψος μέχρι και 2 μ., και αποτελούν σήμερα το καλύτερα σωζόμενο δείγμα πλινθοκατασκευής της Μυκηναϊκής εποχής.

Κάτω από τα οικοδομικά λείψανα της υστεροελλαδικής εποχής ανασκάφηκαν συνολικά πέντε τάφοι Μεσοελλαδικής περιόδου. Οι τάφοι ήταν κιβωτιόσχημοι με πλευρές από όμοιες μονόλιθες αδροκομμένες ασβεστολιθικές πλάκες στερεωμένες με βύσματα από μικρούς λίθους ενώ το δάπεδο τους ήταν στερεωμένο με βότσαλα.

Τα κτερίσματα από τους τάφους ήταν φτωχά καθώς οι νεκροί στον Κύνο θάβονταν κατά κύριο λόγο «ακτέριστοι». Σε έναν νεκρό είχε δοθεί ένα πήλινο σφονδύλι, σε άλλον ένα όστρεο, σε άλλον μία λεπίδα οψιανού. Κατ’ εξαίρεση σε μια ταφή, ανάμεσα στα κόκαλα του νεκρού, βρέθηκε έναχάλκινο σκουλαρίκι και ένας μικρός μινύειος αμφορίσκος με χάραγμα από τεφρό πηλό.

Σε έναν άλλο τάφο βρέθηκαν τέσσερα αγγεία τοποθετημένα γύρω από το ανώτερο τμήμα του κορμού του νεκρού. Τα αγγεία αυτά ανήκουν σε γνωστούς τύπους της Μεσοελλαδικής περιόδου 2100/2000-1600 π.Χ. και παρόμοια τους έχουν βρεθεί και σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου, βόρεια και νότια της ανατολικής Λοκρίδας.

Σημαντικότερα μεταξύ των κινητών ευρημάτων αποτελούν όστρακα από κρατήρες καθώς και μια σειρά από πήλινα ειδώλια πλοίων. Τα όστρακα από τα αγγεία και τα ειδώλια βρέθηκαν όλα στις επιχώσεις που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη καταστροφή του οικισμού από σεισμό στα μέσα του 12ου αι. π.Χ..

Στο πρώτο τμήμα κρατήρα που αποκαλύφθηκε εικονίζεται ένα πλοίο, που αντιστοιχεί στην ομηρική περιγραφή των πλοίων των Αχαιών. Τέσσερα ακόμη όστρακα ισάριθμων κρατήρων, στα οποία αναγνωρίζονται παραστάσεις ίδιας θεματολογίας, καθιστούν τον Κύνο πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την αρχαία ναυπηγική.

Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει ένα παιδικό παιχνίδι ,πήλινο πλοιάριο που είχε ρόδες για να κυλάει, το οποίο αποτελεί το πρώτο και μοναδικό μέχρι στιγμής δείγμα παιδικού παιχνιδιού στη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Στη θέση Ρούστιανα, βορειοδυτικά του σημερινού οικισμού των Λιβανατών, υψώνεται οχυρωμένη ακρόπολη με κυκλώπειας τειχοδομίας οχύρωση. Από επιφανειακές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή από την ομάδα του Πανεπιστημίου CHELP, συγκεντρώθηκαν επιφανειακά όστρακα μυκηναϊκών αγγείων της Υστεροελλαδικής περιόδου.

ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Η Βυζαντινή περίοδος εκπροσωπείται από τα κατάλοιπα ενός Πύργου με περίβολο η προφανής λειτουργία του οποίου ήταν ως φυλάκιο. Οι διατηρούμενοι τοίχοι διακρίνονται σχεδόν επιφανειακά και από ταπεινές επιχώσεις που τους κάλυπταν συγκεντρώθηκαν κυρίως όστρακα άβαφων μεγάλων αγγείων μεταφοράς και αποθήκευσης υγρών λυχναριών, πινακίων κ.λ.π. καθημερινής χρήσης σκευών.

Η κατοίκηση του τόπου φαίνεται πως διακόπτεται τον 5ο-6ο μ.Χ. αιώνα, με πιθανότερο λόγο την εισβολή ποικίλων Σλαβικών φύλων που κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα άρχισαν να εισχωρούν στη Χερσόνησο του Αίμου. Η ύπαρξη αρκετών σλαβικών τοπωνυμίων στην ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας, όπως τα Ζέλι, Κολάκα, Μπέλεσι, Ράντο, Βελίτσα και άλλα, όπως αυτά μας μαρτυρούνται μέσω των φορολογικών καταγραφών κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Κατοχής, φαίνεται πως αποτελούν τον αμυδρό απόηχο της σλαβικής εισβολής και εγκατάστασης που έλαβε χώρα στο δεύτερο ήμισυ της πρώτης μ.Χ. χιλιετίας. Έκτοτε και μέχρι την περίοδο της Καταλανοκρατίας και της Ενετοκρατίας έχουμε ελάχιστες έως καθόλου πληροφορίες αναφορικά με τα όσα διαδραματίσθηκαν στην περιοχή.

Κινστέρνα μεγάλων διαστάσεων νότια του περιβόλου του βυζαντινού ναού.

Είναι λίγο μετά το 1350 μ.Χ. όταν μετά από πρόσκληση του Καταλανού άρχοντα Ραμόν ντε Βιλλανόβα έχουμε εγκατάσταση Αρβανιτών στην περιοχή της Ανατολικής Λοκρίδας και συγκεκριμένα στα χωριά Λιβανάτα, Τραγάνα, Προσκυνά, Μάζι, Μαλεσίνα και Μαρτίνο, με σκοπό την φρούρηση του περάσματος που ενώνει τη Φθιώτιδα με τη Βοιωτία από τους Οθωμανούς . Ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο τα χωριά αυτά προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν με τον ερχομό των Αρβανίτικων οικογενειών στην περιοχή. Ο μορφολογικός τύπος του τοπωνυμίου της  Λιβανάτας , όντας εκ των πλέον κοινών που χρησιμοποιούνται στην αλβανική γλώσσα μέχρι και τις ημέρες μας, πιθανώς να δημιουργήθηκε από το όνομα αρχηγικής παλαιάς φάρας/οικογενείας, εκ των πρώτων που εποίκισαν τον τόπο κατά την περίοδο εκείνη. Εξάλλου, κατά παρόμοιο τρόπο φαίνεται πως σχηματίστηκαν τα τοπωνύμια τόσο του Μαρτίνου (πιθανότατα λόγω του αρχηγού φάρας Μαρτίνο Μουζάκι) όσο και της Μαλεσίνας (από έναν εκ των πρώτων εποικιστών με την επωνυμία Μαλέσι).

ΑΙΑΣ ΛΟΚΡΟΣ

Ο Αίας ο Λοκρός ήταν γιος του Οϊλέα, βασιλιά των Οπουντίων Λοκρών. Ξακουστός ήρωας των ομηρικών επών, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο και διακρίθηκε για τη γενναιότητα, την τόλμη και την αφοβία του.  Υπήρξε ο καλύτερος ακοντιστής και τοξότης και στο τρέξιμο μονάχα ο γοργοπόδαρος γιος της Θέτιδας, ο Αχιλλέας, μπορούσε να του παραβγεί.

Ατρόμητος και ριψοκίνδυνος πολεμιστής, διακρίθηκε στην τειχομαχία και στην υπεράσπιση των ελληνικών πλοίων, όταν αυτά κινδύνεψαν από τη σφοδρή επίθεση των Τρώων με επικεφαλής τον ηρωικό ΄Εκτορα. Πρωτοστάτησε ακόμη στις μάχες γύρω από το νεκρό σώμα του βασιλιά των Μυρμιδόνων Αχιλλέα, το οποίο έσωσε από τα χέρια των Τρώων, μαζί με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον Οδυσσέα.

Ο ΑΙΑΝΤΑΣ Ο ΛΟΚΡΟΣ ΑΡΠΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ

Μετά την άλωση όμως της Τροίας, ο Λοκρός προκάλεσε την οργή της Διογέννητης Αθηνάς. Ο ήρωας, με τα χέρια του βαμμένα στο αίμα αθώων Τρώων, εισέβαλε στο ναό της Παλλάδας Αθηνάς κι εκεί βίασε άνανδρα την ιέρειά της, την πανέμορφη βασιλοπούλα Κασσάνδρα, την ωραιότερη από τις τέσσερις κόρες του Πρίαμου και της τραγικής Εκάβης [Εκάβη] Κόρη του βασιλιά των Φρυγών Δάμαντα και δεύτερη γυναίκα του βασιλιά της Τροίας Πρίαμου. Σύμφωνα με τον Ευριπίδη ήταν κόρη του βασιλιά της Θράκης Κισσέα, ενώ σε άλλη μυθολογική εκδοχή αναφέρεται ως κόρη του θεού Σαγκάριου. Απέκτησε από τον Πρίαμο 19 παιδιά, μεταξύ των οποίων ο Έκτορας και ο Πάρης. Ο βέβηλος ατίμασε την κόρη εκείνη που έδωσε όρκο στην Αθηνά να φυλάξει αιώνια την αγνότητα του κορμιού της και κατάφερε να ξεφύγει από τα ερωτικά αγκαλιάσματα του ίδιου του θεού Απόλλωνα, ο οποίος την ερωτεύτηκε παράφορα και της χάρισε την ικανότητα της μαντικής.

Οργή και αγανάκτηση κατέλαβε τη θεά για τον βλάσφημο. Κάλεσε αμέσως τον αναδευτή των θαλασσών, το μεγαλόπρεπο Ποσειδώνα, και του ζήτησε να τη βοηθήσει για να τιμωρηθεί παραδειγματικά ο άτιμος, αλλά και όλοι οι Αχαιοί για τις άναντρες και ανίερες πράξεις τους, το φόνο αθώων γυναικόπαιδων, το βιασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την καταπάτηση των θεϊκών νόμων.

Αμείλικτη έπεσε η τιμωρία πάνω στον αλαζόνα Αίαντα. Πελώρια κύματα σηκώθηκαν, τα πλοία του καταποντίστηκαν και η μανιασμένη θάλασσα έκλεισε για πάντα τους πιστούς συντρόφους του στην υγρή αγκαλιά της. Ο ίδιος παλεύοντας με τ' αφρισμένα κύματα έφτασε, μόνος, ελεεινός και αξιοθρήνητος σε απόκρημνο βράχο, κοντά στο ακρωτήριο Καφηρέας στην Εύβοια. Αλλά ούτε και τότε μπόρεσε να συναισθανθεί το μέγεθος της αδικίας που είχε διαπράξει. Περήφανος, αλαζονικός, εγωιστής, ανέμισε σφιγμένη τη γροθιά του ενάντια στους ουρανούς. ΄Αφοβος και προκλητικός, βροντοφώναξε τα παρακάτω λόγια: "Ακόμα κι αν δεν το θέλουν οι θεοί, θα ξεφύγω από της θάλασσας τ' άγρια κύματα".Η καταδίκη του ήρωα είχε υπογραφεί. Αλίμονο, οι θεοί δε συγχωρούσαν την ασέβεια. Ο ίδιος ο Ποσειδώνας,αναδεύοντας με την τρίαινά του τη θάλασσα, σήκωσε πανύψηλα κύματα. Ο βυθός σείστηκε και ο κοφτερός βράχος χώρισε στα δυο. Ο δύστυχος Αίαντας καταβροχθίστηκε από τα μανιασμένα κύματα και μόνο τότε ημέρωσε η οργή του Ποσειδώνα. Η ηθική τάξη αποκαταστάθηκε, το δίκιο κυριάρχησε.

Το σώμα του νεκρού ήρωα ξέρασε η θάλασσα στη Μύκονο. Εκεί το βρήκε η Θέτιδα και με τη βοήθεια των Νηρηίδων το έθαψε με τιμές.

 

Οι Λοκροί δεν ξέχασαν ποτέ το γενναίο βασιλιά τους. ΄Αφηναν πάντοτε τιμητικά μια κενή θέση για κείνον, ενώ στα νομίσματά τους τον απεικόνιζαν σαν πάνοπλο πολεμιστή, αγέρωχο και περήφανο.

Κατά το μύθο η Αθηνά, για να εκδικηθεί την ιεροσυλία που διαπράχτηκε στο ιερό της, υποχρέωσε τους Λοκρούς να στέλνουν κάθε χρόνο στο ΄Ιλιο παρθένες καλών οικογενειών για να υπηρετήσουν σαν δούλες στο ναό της. 

 

ΚΥΝΟΣ: ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΥΘΕΝΑ

Εικ 1 και 2

 

Ο χαμηλός λόφος στη θέση Πύργος ή Λουτρό ή Πάτι στην παραλία Λιβανατών (εικ.1), σε απόσταση 3χλμ. περίπου ΒΑ του σύγχρονης δημοτικής κοινότητας Λιβανατών του Δήμου Λοκρών έχει ταυτιστεί με τον αρχαίο Κύνο, μία από τις πόλεις των Ανατολικών Λοκρών, που συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον της Τροίας, όπως παραδίδει ο ΄Ομηρος (Ιλιάς, Β, 531-533).

Ο λόφος έχει ύψος 15μ. από τη στάθμη της θάλασσας και η ανώτερη επιφάνειά του έχει έκταση 200 Χ 70μ. Η συστηματική ανασκαφική διερεύνηση τμήματος εκτάσεως περίπου 500 μ2 (εικ. 2) στο

βορειοδυτικό τμήμα του κατέδειξε ότι αυτός σχηματίστηκε από τις επιχώσεις  διαδοχικών φάσεων κατοίκησης του χώρου, που ξεκινούν ήδη από την Tελική Νεολιθική περίοδο και φθάνουν μέχρι τους

παλαιοχριστιανικούς χρόνους. Η μακραίωνη αυτή χρήση του χώρου συνιστά και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανατρεπτικές παραμέτρους της ανασκαφής του, καθώς ο Κύνος αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις οικισμού με συνεχή χρήση μέχρι και τη σύγχρονη εποχή.

Από την Τελική Νεολιθική περίοδο (4300-3200  π.Χ.) καθώς και από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3200-2100 π.Χ.) ή άλλως Πρωτοελλαδική περίοδο έχουν βρεθεί μερικά όστρακα χαρακτηριστικής κεραμικής των περιόδων.

Η παλαιότερη χρονολογικά περίοδος με σαφή κατάλοιπα στον Κύνο είναι η Μέση Εποχή του Χαλκού ή άλλως Μεσοελλαδική περίοδος (2100/2000-1600 π.Χ.) και αντιπροσωπεύεται από ένα σύνολο επτά τάφων, και οικοδομικά λείψανα, που ανασκάφηκαν σε διάφορα σημεία του οικισμού.

Η περίοδος που εκπροσωπείται πλουσιοπάροχα  στον Κύνο, δηλ. με αφθονία ευρημάτων και πληροφοριών είναι η Ύστερη Εποχή του Χαλκού ή άλλως γνωστή ως Μυκηναϊκή, ονομασία που αποδίδεται στην αντίστοιχη εποχή της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Τα σωζόμενα ορατά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα στον χώρο ανήκουν χρονολογικά σε διάφορες φάσεις αυτής της περιόδου. Άφθονη χαρακτηριστική κεραμική κάθε εποχής και κινητά ευρήματα όπως ειδώλια, εργαλεία,

σφονδύλια, σφραγιδόλιθοι κ.λπ. μας παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τη φυσιογνωμία της εγκατάστασης,  τις ασχολίες των κατοίκων της, τις καθημερινές τους συνήθειες, τις επαφές τους με

άλλες περιοχές του μυκηναϊκού κόσμου.

Ο Κύνος βρίσκεται σε μία από τις πιο δραστήριες σεισμικά περιοχές της Ελλάδας, αυτής του γνωστού ρήγματος της Αταλάντης, που έχει δώσει στο παρελθόν  πολλούς  καταστροφικούς σεισμούς, μερικοί από τους οποίους μας είναι γνωστοί από την αρχαία ελληνική γραμματεία και έχουν αποτυπωθεί πάνω στα αρχαία μνημεία με τη μορφή χαρακτηριστικών αλλοιώσεων. Τέτοιες αλλοιώσεις καταγράφονται και στα σωζόμενα αρχιτεκτονικά λείψανα του Κύνου,  που συνίστανται σε μετατοπίσεις τοίχων από τις θεμελιώσεις και αποκλίσεις από την κατακόρυφο.

 

 

 

Μετά από κάθε σεισμό οι κάτοικοι του Κύνου δεν εγκατέλειπαν το χώρο αλλά ισοπέδωναν τα ερείπια και πάνω από αυτά έκτιζαν νέα οικοδομήματα. Σε όσες περιπτώσεις κάποια τμήματα των κτηρίων ήταν επισκευάσιμα τα χρησιμοποιούσαν συμπληρώνοντάς τα, όπου χρειαζόταν, για να επιτύχουν ένα νέο χρηστικό οικοδόμημα. Αυτή η πρακτική είναι η αιτία που σήμερα εκτός από τα διατηρούμενα οικοδομήματα των μέσων του 12ου  αι. π.Χ., των οποίων η κάτοψη είναι σαφής, οι κατόψεις των προγενέστερων εποχών είναι ελλιπείς. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα ανωτέρω οι καλύτερα διατηρούμενες

οικιστικές φάσεις στον Κύνο ανήκουν στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ  καθώς και στη μεταβατική περίοδο προς τη Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, την άλλως γνωστή ως Υπομυκηναϊκή.

Όπως αναφέρθηκε, από όλες τις φάσεις χρήσης του οικισμού έχουν προέλθει άφθονα κεραμικά τεκμήρια με χαρακτηριστική των περιόδων διακόσμηση γνωστή και από άλλα κέντρα του μυκηναϊκού κόσμου. Η

κεραμική αυτή δείχνει ότι ο Κύνος είναι τμήμα αυτού του κόσμου και οι κάτοικοί του επηρεάζονται από τα εκάστοτε ρεύματα. Οι ανασκαφές των τελευταίων ετών έχουν αποδείξει ότι ολόκληρη η αρχαία ανατολική Λοκρίδα, στην οποία ανήκει ο Κύνος είναι επίσης μέρος του μυκηναϊκού αυτού κόσμου, στην πολιτιστική παράδοση  του οποίου ζουν και δραστηριοποιούνται οι κάτοικοί της.

Αν και η παράδοση συνδέει την περιοχή με δύο από τους επιφανείς ήρωες του Ομηρικού έπους, τον Πάτροκλο και τον Αίαντα τον «βραχύ», μέχρι σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί ανακτορικά κέντρα και

μνημειακά ταφικά αρχιτεκτονήματα (θολωτοί τάφοι), η δε αντίστοιχη κεραμική εκτός από λιγοστά όστρακα αγγείων με διακόσμηση χταποδιού (εικ. 3) δεν μας έχει δώσει δείγματα άλλων εικονιστικών

θεμάτων.

Εικ 3

 

Ο Κύνος αποτελεί ένα φαινόμενο παράλληλο  του οποίου δεν εντοπίζεται σε κανέναν από τους ερευνημένους και μελετημένους μυκηναϊκούς οικισμούς, για το γεγονός ότι ξαφνικά στη μετανακτορική εποχή και ειδικότερα κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ μέση περίοδο, παρέχει εντυπωσιακά άφθονη εικονιστική κεραμική με πρωτόγνωρη συχνά θεματολογία. Τα θέματα αυτής της εικονιστικής κεραμικής αναπτύσσονται κατά κύριο λόγο σε ανοικτά αγγεία (κρατήρες, καλάθους) και διακρίνονται σε διακοσμητικά  και αφηγηματικά. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται αγγεία με ομάδες ομοειδών ή διαφορετικών ζώων να καλύπτουν τις ελεύθερες επιφάνειες, όπως ψάρια, πτηνά, ιπποειδή κ.λπ. (εικ. 4) και με είδη του φυτικού βασιλείου (εικ. 5).

 

Εικ 4 και 5

 

Η δεύτερη κατηγορία, η αφηγηματική, αποδίδει πάντοτε δραστηριότητες,  στις οποίες συμμετέχουν οι άνθρωποι, π.χ. ναυμαχίες (εικ. 6, 7), αλιεία, αρματοδρομία (εικ. 9).Τα κεραμικά εργαστήρια του Κύνου έχει αποδειχθεί ανασκαφικά ότι προμήθευαν τουλάχιστον  τις γύρω περιοχές (π.χ. Καλαπόδι, Ελάτεια) με τα προϊόντα τους.

Εικ 6 και 7

Μετά το τέλος αυτής της περιόδου  τα δείγματα της εικονιστικής κεραμικής περιορίθεματικά. Ελάχιστα όστρακα έχουν περισυλλεγεί από τα της Υστεροελλαδικής  ΙΙΙΓ νεότερης περιόδου και όλα με σχηματοποιημένα δένδρα (εικ. 8). ή εμφάνιση της τόσο πλούσιας εικονιστικής κεραμικής στον Κύνο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως αποτέλεσμα επιρροής ή μίμησης ανακτορικών τοιχογραφιών ή καλλιτεχνικών

παραδόσεων.

Εικ. 8 και 9

Τα αφηγηματικά  εικονιστικά θέματα από τον Κύνο είναι πρωτότυπα και πρέπει να αποδίδουν γεγονότα ή δράσεις, που χαρακτηρίζουν τόσο τη χρονική περίοδο όσο και το περιβάλλον του οικισμού. Το φαινόμενο του Κύνου μπορεί να εξηγηθεί στο πλαίσιο της τελευταίας αναλαμπής της μυκηναϊκής καλλιτεχνικής παραγωγής, σε μία εποχή κατά την οποία οι κοινότητες αποδεσμευμένες από τον συγκεντρωτισμό των ανακτορικών κέντρων αναπτύσσονται οικονομικά, κοινωνικά και καλλιτεχνικά.

 

 

ΠΗΓΕΣ

Έ. Καράντζαλη, αρχαιολόγος

Φανουρία Δακορώνια Επίτιμη Έφορος Αρχαιοτήτων

ΥΠΕΚΑ ΥΠ ΠΟ ΕΦΟΡΙΑ ΒΥΖ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ 2009

W.Kendrick Pritchett STUDIES IN ANCIENT GREEK TOPOGRAPHY PART V UNIVERSITY OF  CALIFORNIA PRESS 1985

Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ  «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ»

 

 

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock