πίσω

ΤΙΡΥΝΘΑ

P\P;Γραμμική Β.

 

Ο χαμηλός λόφος της Τίρυνθας, στο 8ο χιλιόμετρο του δρόμου Αργους-Ναυπλίου, κατοικήθηκε αδιάλειπτα από τη Νεολιθική εποχή μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους ο χώρος ήκμασε κυρίως κατά την πρώιμη και την ύστερη εποχή του Χαλκού. Στη δεύτερη φάση της Πρωτοελλαδικής εποχής (2700-2200 π.Χ.) πρέπει να υπήρχε εδώ ένα σημαντικό κέντρο με πυκνή κατοίκηση και ένα μοναδικής κατασκευής κυκλικό(;) κτήριο, διαμέτρου 27 μ., στην κορυφή του λόφου.

Κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού ο λόφος οχυρώνεται σταδιακά και περιβάλλει μέσα στα «κυκλώπεια» τείχη του το ανακτορικό συγκρότημα καθώς και άλλα κτήρια που χρησιμοποιούνται κυρίως από την άρχουσα τάξη ως λατρευτικοί χώροι, αποθήκες και εργαστήρια αλλά και ως κατοικίες. Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Τίρυνθα, παρότι πρέπει να είχε τη μορφή μιας οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί το Άργος, το οποίο και την κατέστρεψε στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα εξορίζοντας τους κατοίκους της.

Ο περιηγητής Παυσανίας που την επισκέφθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. τη βρήκε ερειπωμένη. Κατά τη βυζαντινή εποχή ιδρύεται στην Άνω Ακρόπολη ένας κοιμητηριακός ναός και πιθανά ένας μικρής τάξεως οικισμός στα δυτικά της Ακρόπολης. Το τέλος του ασήμαντου πια οικισμού πρέπει να συνδεθεί με την κατάκτηση του Άργους από τους Τούρκους το 1379 μ.Χ. Στις βενετσιάνικες πηγές η Τίρυνθα αναφέρεται ως Napoli vecchio, ενώ το όνομα Τίρυνθα δίνεται ξανά στην περιοχή στη σύγχρονη εποχή αντικαθιστώντας το σύνηθες όνομα «Παλαιόκαστρο».

Οι έρευνες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, από το 1876 μέχρι σήμερα, έφεραν στο φως μια από τις σημαντικότερες μυκηναϊκές ακροπόλεις και ιχνηλάτησαν τα στάδια του πολιτισμού των προϊστορικών και ιστορικών περιόδων της Αργολίδας. Μετά τους πρωτεργάτες Heinrich Schliemann και Wilhelm Dorpfeld (1884-1885), το χώρο ερεύνησαν στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα οι Georg Karo και Kurt Mόller.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ο Έφορος Αρχαιοτήτων Αργολίδος Νικόλαος Βερδελής ανέλαβε το έργο της αποκατάστασης της δυτικής πλευράς της οχύρωσης που είχε καταρρεύσει και σκεπαστεί από τα μπάζα των παλαιών ανασκαφών. Μετά το 1967 οι ανασκαφές ανατίθενται και πάλι στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το οποίο υπό τη Διεύθυνση των Ulf Jantzen, Jφrg Schofer, Klaus Kilian και Joseph Maran συνεχίζει τις έρευνες συμπεριλαμβάνοντας την Κάτω Ακρόπολη και την Κάτω Πόλη. Παράλληλα ανασκαφικές έρευνες διενεργεί η τοπική Εφορεία Αρχαιοτήτων τόσο στον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, όσο και στην ευρύτερη περιοχή.

Η αποκάλυψη με τις ανασκαφές ενός μνημείου που προστατεύτηκε για πολλούς αιώνες κάτω από το χώμα και η μακροχρόνια έκθεσή του χωρίς φροντίδα συντήρησης στις καιρικές συνθήκες και στη δράση των επισκεπτών, προξένησε σημαντικές φθορές στον αρχαιολογικό χώρο. Με ενέργειες της Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, αρμόδιας περιφερειακής Υπηρεσίας του Υπουργείου Πολιτισμού και την άμεση υποστήριξη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, το μνημείο εντάχθηκε στα έργα που χρηματοδοτήθηκαν από το Β΄ και το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.Καθοριστική ήταν και η συμμετοχή του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου που χρηματοδότησε την τελευταία δεκαετία τις μελέτες του γερμανού αρχιτέκτονα Jan Martin Klessing που υλοποιήθηκαν στην Τίρυνθα.

Στο διάστημα αυτό μεγάλος αριθμός συνεργατών (αρχαιολόγοι, σχεδιαστές, ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι εργάτες) συμμετείχε στο πρόγραμμα της αναβάθμισης ενός από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Αργολίδας που έχει ενταχθεί στον κατάλογο των μνημείων της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco.

 

ΙΕΡΑ: Ο ΧΩΡΟΣ, Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ   -   ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

 

1. ΙΕΡΑ: Ο ΧΩΡΟΣ, Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ  

1.1. Τίρυνθα   ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Οι αρχαιολογικές εργασίες από το 1884 έως και τη δεκαετία του 1980 στην ακρόπολη της Τίρυνθας έφεραν στο φως το μεγαλύτερο μέρος των κτιρίων της Εποχής του Χαλκού και παρείχαν στοιχεία για τη χρήση τμήματος της ακρόπολης και κατά τους ιστορικούς χρόνους. Επίσης μια σειρά ερευνών εκτός των τειχών που συνεχίζονται έως και σήμερα εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για μία από τις σημαντικότερες Μυκηναϊκές θέσεις.

 Τα διαθέσιμα στοιχεία για την τέλεση λατρείας σε αυτόνομους χωρικά και λειτουργικά χώρους είναι περιορισμένα και προέρχονται από το εσωτερικό της τειχισμένης  Κάτω  Ακρόπολης.  Συγκεκριμένα,  στο  ΒΔ  τμήμα  οι  ανασκαφικές εργασίες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου έφεραν στο φως το Δωμάτιο 7 του τείχους καθώς και τους παρακείμενους υπαίθριους και στεγασμένους χώρους (Εικ. 3). Με τη συστηματική τέλεση λατρείας στην Κάτω Ακρόπολη πιθανόν σχετίζεται και η εύρεση εξωτερικά της ακρόπολης ενός αποθέτη με αξιόλογο κινητό εξοπλισμό. Από την άλλη πλευρά η χωροταξική οργάνωση της Άνω Ακρόπολης και οι σταθερές κατασκευές στην κεντρική αυλή του ανακτόρου θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία για την υλοποίηση συγκεκριμένων θρησκευτικών τελετουργικών πράξεων σε ένα οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο εξέφραζε περίπλοκες λειτουργικές ανάγκες.

 

 

Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι η παρουσίαση και μελέτη του ρόλου των ανωτέρω χώρων στην οργάνωση και την τέλεση λατρείας κατά την ανακτορική περίοδο αντιμετωπίζει ορισμένα βασικά προβλήματα: 1ον τις προβληματικές ανασκαφικές μεθόδους στα τέλη του 19ου αιώνα που είχαν ως συνέπεια την έλλειψη σημαντικών στρωματογραφικών στοιχείων από την περιοχή του ανακτόρου και 2ον την απουσία πλήρους δημοσίευσης των χώρων στην Κάτω Ακρόπολη, στους οποίους έχει παρατηρηθεί θρησκευτική δραστηριότητα, καθώς και των ευρημάτων τους.

1.1.1. Κάτω Ακρόπολη

Τα  πρωιμότερα  στοιχεία  για  την  ύπαρξη  χώρου  λατρείας  στην  Κάτω Ακρόπολη ανήκουν χρονολογικά στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου και επικεντρώνονται στην περιοχή του Δωματίου 7 του δυτικού τείχους. Πρόκειται για έναν μικρό τετράγωνο χώρο (διαστάσεων 3x3μ), ο οποίος αποτελούσε ένα από τα 10 ανοίγματα-δωμάτια  του δυτικού  τείχους  στην  Κάτω  Ακρόπολη.  Το  δωμάτιο  είχε είσοδο στη ΒΑ του πλευρά και ένα άνοιγμα-παράθυρο που πιθανότατα χρησίμευε ως φωταγωγός-αεραγωγός 104. Η πρόσβαση επιτυγχανόταν αποκλειστικά μέσω ενός αύλειου χώρου, έκτασης 45 τ.μ., στα ΒΑ. Η G. Albers επισημαίνοντας την υψομετρική διαφορά ανάμεσα στο

Δωμάτιο  7  και τον παρακείμενο  αύλειο  χώρο  διατύπωσε  την  άποψη ότι για την πρόσβαση χρησιμοποιούνταν μια ξύλινη κλίμακα 105. Η χωροθέτηση του Δωματίου 7 σε άμεση συνάφεια με τον παρακείμενο αύλειο χώρο και μια σειρά αδόμητων χώρων στα ΝΑ και ΒΑ παρείχε ανεμπόδιστη πρόσβαση και επικοινωνία με τα κτίρια της Κάτω Ακρόπολης 106. Παράλληλα θα μπορούσε να εξασφαλίζει επικοινωνία τόσο με την Άνω Ακρόπολη, μέσω του διαδρόμου κατά μήκος του ανατολικού τείχους, όσο και με χώρους εξωτερικά της ακρόπολης μέσω της ανατολικής και της βόρειας πύλης.

Η ερμηνεία του Δωματίου 7 ως ιερού βασίστηκε σε έμμεσα στοιχεία, καθώς στο εσωτερικό του δεν αποκαλύφθηκαν κινητά ευρήματα ή σταθερές κατασκευές. Αντίθετα οι επάλληλες αποθέσεις στον παρακείμενο αύλειο χώρο παραπέμπουν σε σύγχρονα σύνολα από ιερά και ενισχύουν την άποψη για θρησκευτική χρήση του χώρου 107. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα K. Kilian, έχουν εντοπιστεί τρία στρώματα αποθέσεων αποτελούμενα από πολυάριθμα κινητά ευρήματα, τα οποία έχουν ερμηνευθεί ως προϊόντα συνεχών καθαρισμών στο εσωτερικό του δωματίου του τείχους: ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα μικρού μεγέθους ειδώλια, ειδώλια αρμάτων, μικκύλα αγγεία, θραύσματα θηριομορφικού ρυτού 108. Επιπλέον αποκαλύφθηκε μια σειρά εστιών, καθώς και μαγειρικά σκεύη και οστά ζώων.Σε διαδικασίες επάλληλων καθαρισμών του Δωματίου 7 έχει αποδοθεί και η ύπαρξη ενός αποθέτη εξωτερικά της τειχισμένης ακρόπολης, περίπου 20 μέτρα στα δυτικά. Υπέρ της πρότασης αυτής συνηγορεί μια σειρά παραγόντων: αποσπασματική κατάσταση διατήρησης των ευρημάτων, ομοιότητες μεταξύ των περισσότερων κατηγοριών ευρημάτων του αποθέτη και του λειτουργικά συσχετιζόμενου με το Δωμάτιο 7 αύλειου χώρου, ταυτόχρονη έναρξη χρήσης των δύο χώρων. Ο αποθέτης περιελάμβανε  μεγάλο  αριθμό  ανθρωπόμορφων  ειδωλίων109, ζωόμορφα ειδώλια 110, ομοιώματα αρμάτων και επίπλων (θρόνων), κοσμήματα (γυάλινες χάντρες, περόνες) και αγγεία με εξειδικευμένη χρήση 111.

Σημαντικό τμήμα των παραπάνω ευρημάτων χρονολογείται κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα π.Χ, ωστόσο υπάρχουν ευρήματα που χρονολογούνται κατά την ΥΕ  ΙΙΙ  Γ  πρώιμη  περίοδο 112.  Το  στοιχείο  αυτό  δημιουργεί  ερωτηματικά  για  την ακριβή  χρονική  διάρκεια  χρήσης  του  δωματίου  του  τείχους  για  λατρευτικούς σκοπούς.   Εφόσον   το   σύνολο   των   ευρημάτων   του   αποθέτη   προερχόταν   από σταδιακούς καθαρισμούς του Δωματίου 7, τότε ο συγκεκριμένος χώρος θα εξακολουθούσε να βρίσκεται σε χρήση και κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο, σε αντίθεση με την πρόταση του ανασκαφέα για οριστική κατάργησή του στα τέλη της ΥΕ  ΙΙΙ  Β  περιόδου 113.  Εναλλακτικά  η  G.  Albers  διατυπώνει  την  πρόταση  ότι ο αποθέτης πιθανόν ήταν αποδέκτης των προϊόντων καθαρισμών και των μετανακτορικών  χώρων  λατρείας  που  ανεγέρθηκαν  στην  Κάτω  Ακρόπολη 114.  Σε αυτήν την περίπτωση τίθεται το ερώτημα αν πρακτικοί ή ιδεολογικοί λόγοι επέβαλαν την συνέχιση της «τροφοδότησης» του αποθέτη με τελετουργικό εξοπλισμό.

Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να προταθεί ότι ο αποθέτης δεν περιείχε προϊόντα σταδιακών καθαρισμών, αλλά δημιουργήθηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο για να δεχτεί τα προϊόντα ενός συνολικού καθαρισμού της περιοχής του Δωματίου 7 στο πλαίσιο ισοπεδώσεων για την ανέγερση των μετανακτορικών ιερών. Επίσης   λαμβάνοντας   υπόψη   την   οικοδομική   δραστηριότητα   περιμετρικά   της ακρόπολης  κατά  την  ανακτορική  και  κυρίως  τη  μετανακτορική  περίοδο 115,  δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο αποθέτης να μην σχετίζεται με τους αποκαλυφθέντες μέχρι στιγμής χώρους λατρείας της Κάτω Ακρόπολης, αλλά με πιθανές λατρευτικές δραστηριότητες εκτός των τειχών.

Στα ανατολικά του Δωματίου 7 στα τέλη της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου ανοικοδομήθηκε το Κτίριο VΙ, το οποίο ανήκει στον αρχιτεκτονικό τύπο των λεγόμενων «κτιρίων με διάδρομο» 116 (Εικ. 4). Αναγερμένο σε δύο άνδηρα και αποτελούμενο από χώρους κατανεμημένους σε δύο πτέρυγες και έναν επιμήκη διάδρομο, το κτίριο διακρίνεται για το μέγεθος και τον κινητό εξοπλισμό του. Η χωροθέτησή του στην ευρύτερη περιοχή του Δωματίου 7 και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας ορισμένων ευρημάτων καθιστούν απαραίτητη τη διερεύνηση του λειτουργικού του ρόλο στην ανακτορική ακρόπολη και της όποιας σύνδεσης με την οργάνωση και την τέλεση της λατρείας.

Η  κατάσταση  διατήρησης  δεν  είναι  ομοιόμορφη  στις  δύο  πτέρυγες  του κτιρίου.  Από  την  ανατολική  πτέρυγα  διασώθηκε  μόνο  ένα  δωμάτιο  στα  νότια (δωμάτιο 130), στο οποίο με βάση τα κινητά ευρήματα αποδίδονται αποθηκευτικές και πιθανόν εργαστηριακές δραστηριότητες. Έχουν βρεθεί λίθινα και μεταλλικά εργαλεία, καθώς και ένα ετερόκλητο σύνολο αγγείων (αγγεία κατανάλωσης τροφής, ρυτά μεταξύ των οποίων και ένα ζωόμορφο)117.

Ταυρομαχία από το παλάτι της Τίρυνθας - Κατά Schuchhardt 1891.

Αντίθετα στη δυτική πτέρυγα αποκαλύφθηκαν τρία δωμάτια με άμεση πρόσβαση στο διάδρομο, η κατάσταση διατήρησης των οποίων είναι αρκετά καλή. Επίσης πρόσβαση υπήρχε αρχικά και μεταξύ του βορειότερου δωματίου της πτέρυγας αυτής και του διαμορφωμένου αύλειου χώρου μεταξύ του κτιρίου και του τείχους 118. Η  είσοδος  αυτή  βρισκόταν  στον  άξονα  του  Δωματίου  7.  Τα  κινητά  ευρήματα (σκύφοι,  κυάθια,  τριβεία)  υποδεικνύουν  τη  χρήση  των  δωματίων  της  δυτικής πτέρυγας για την προετοιμασία και κατανάλωση τροφής119.

Παράλληλα η εύρεση τεσσάρων λίθινων  σφραγιδόλιθων και 16 πινακίδων Γραμμικής  Β,  οι  οποίες  πιθανότατα  κατέπεσαν  στην  περιοχή  της  ανατολικής πτέρυγας από τον άνω όροφο 120, υποδεικνύουν την άμεση σύνδεση του κτιρίου με τις διοικητικές δραστηριότητες του ανακτορικού συστήματος 121. Παρά την ιδιαίτερα αποσπασματική  κατάσταση  διατήρησης,  η  σπουδαιότητα  των  πινακίδων  από  το Κτίριο VI είναι μεγάλη, καθώς πρόκειται για το μεγαλύτερο αποκαλυφθέν σύνολο κειμένων Γραμμικής Β από την Τίρυνθα.

Τα κείμενα, σελιδόσχημα και φυλλόσχημα, καταγράφουν μεγάλο αριθμό ανδρών, καθώς και οπλισμό 122. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αποσπασματική πινακίδα Uh 12, η οποία διαφοροποιείται ως προς το καταγραμμένο προϊόν και τον αποδέκτη 123. Σύμφωνα με την L. Bendall, οι καταγραμμένες ποσότητες σύκων προοριζόταν για τον di-pte-ra-po-ro, πιθανόν έναν θρησκευτικό  αξιωματούχο  που απαντάται σε κείμενα από την Πύλο και την Κνωσό σε σχέση με ιερά γεύματα. Το στοιχείο αυτό συνιστά ένδειξη για την ανάμειξη του διοικητικού μηχανισμού της ανακτορικής Τίρυνθας στη διοργάνωση αντίστοιχων γευμάτων 124, ακόμη και στην περίπτωση της Κάτω Ακρόπολης και θέτει το ζήτημα του ρόλου του Κτιρίου VI σε αυτήν.

O K.  Kilian ονόμασε συμβατικά τo  Κτίριο  VI «οικία της ιέρειας» και το συνέδεσε  με  την  τέλεση  θρησκευτικών  τελετουργιών  βασιζόμενος  στην αρχιτεκτονική  διάταξη  του  νοτιότερου  δωματίου  της  δυτικής  πτέρυγας  (δωμάτιο 123)125. Πρόκειται για έναν ορθογώνιο χώρο που διαιρείται σε δύο τμήματα, τα οποία επικοινωνούν μεταξύ τους, μέσω ενός μικρού διαχωριστικού τοίχου. Μια διαμορφωμένη είσοδος στο νότιο τοίχο παρείχε κατά την αρχική φάση χρήσης του κτιρίου άμεση πρόσβαση στον αύλειο χώρο στα εξωτερικά.

Οι σταθερές κατασκευές (ημικυκλικό θρανίο, εστία καλυμμένη με κονίαμα, πήλινες κατασκευές) απαντώνται τόσο σε οικιακούς χώρους όσο και σε ιερά, ωστόσο αξιοσημείωτη είναι η ύπαρξη στο δάπεδο κεράμων καλυμμένων με λευκό κονίαμα. Σύμφωνα με τον ανασκαφέα αυτή η μοναδική ως προς το σχήμα κατασκευή παραπέμπει  στα  «κέρατα  καθοσιώσεως»  και  υποδεικνύει  τη  χρήση  του συγκεκριμένου δωματίου για τελετουργικούς σκοπούς 126. Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα  περιορίζονται  σε  μικρό  αριθμό  αγγείων  πόσης  (γραπτές  και  άβαφες κύλικες), μία χάντρα από στεατίτη και ένα αγγείο από άψητο πηλό 127.

Το σύνολο των σταθερών κατασκευών και των κινητών ευρημάτων από το δωμάτιο 123 κρίνεται ότι δεν παρέχει επαρκή στοιχεία για την σύνδεση του χώρου με θρησκευτικές τελετουργίες. Πιθανόν οι επιχρισμένοι κέραμοι να είχαν κάποια ιδιαίτερη συμβολική και χρηστική σπουδαιότητα, τα συνευρήματα ωστόσο δεν συμβάλλουν στον προσδιορισμό της. Εφόσον τελετουργική χρήση πράγματι λάμβανε χώρα, αυτή πιθανότατα περιοριζόταν στο συγκεκριμένο δωμάτιο και εντασσόταν στο πλαίσιο  των  υπολοίπων  οικιακών  δραστηριοτήτων  του  κτιρίου.  Δεν  υπάρχουν στοιχεία για τη λειτουργική αυτονομία του δωματίου 123 ούτε και για τη χρήση του ως ανεξάρτητου ιερού στην Κάτω Ακρόπολη.

Αντίθετα η αρχιτεκτονική του Κτιρίου VI και το σύνολο του κινητού εξοπλισμού υποδεικνύουν έναν πολυλειτουργικό χώρο άμεσα συσχετιζόμενο με τις δραστηριότητες του κεντρικού συστήματος διοίκησης 128. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την εύρεση των κειμένων Γραμμικής Β και των καταγραμμένων σε αυτές δραστηριοτήτων. Η ανοικοδόμηση και χρήση στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β περιόδου θα μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο  του ευρύτερου οικοδομικού σχεδιασμού  στην

Κάτω Ακρόπολη, ο οποίος περιελάμβανε οριοθέτηση αύλειων χώρων και ανέγερση σύνθετων οικοδομημάτων με πολλαπλές χρήσεις. Η χωροθέτηση του κτιρίου στο ΝΔ τμήμα της Κάτω Ακρόπολης εξασφάλιζε εύκολη πρόσβαση από την Άνω Ακρόπολη. Επίσης η ανέγερσή του στην ευρύτερη περιοχή τέλεσης λατρείας και η από κοινού με το Δωμάτιο 7 χρήση του αύλειου χώρου αποτελούν έμμεσες ενδείξεις για τη λειτουργική σχέση ανάμεσα στο Δωμάτιο 7 και τις όποιες θρησκευτικές δραστηριότητές  του  και το  Κτίριο  VI.  Στα ανωτέρω  στοιχεία προστίθεται  και  η πιθανή επιγραφική αναφορά στη διοργάνωση ιερού γεύματος.

1.1.2. Άνω Ακρόπολη

Ο χώρος της Άνω Ακρόπολης, του υψηλότερου και πιο οχυρωμένου σημείου της ακρόπολης της Τίρυνθας, καταλαμβάνεται από το ανακτορικό συγκρότημα, το οποίο ανασκάφηκε από τους H. Schliemann και W. Dörpfeld. Τα αποκαλυφθέντα στοιχεία  υποδεικνύουν  την  ύπαρξη  τουλάχιστον  δύο  οικοδομικών  φάσεων  του συγκροτήματος, εκ των οποίων η πρωιμότερη ανήκει χρονολογικά στον 14ο  αιώνα π.Χ.

Τα πρώιμα αρχιτεκτονικά λείψανα εντοπίστηκαν στην περιοχή του μετέπειτα κυρίως Μεγάρου (δωμάτια V-VII) και αποδόθηκαν σε ένα μεγαροειδές κτίριο αντίστοιχων διαστάσεων και αρχιτεκτονικής διάταξης 129. Τα περιορισμένα στοιχεία δεν   παρέχουν   οποιαδήποτε   ένδειξη   για   χρήση   του   χώρου   για   την   τέλεση θρησκευτικών τελετουργιών. Η πλήρης ανάπτυξη και διαμόρφωση του ανακτορικού συγκροτήματος τοποθετείται  χρονικά  στον  13ο   αιώνα  π.Χ.  και  εντάσσεται  σε  μια  εκτεταμένη οικοδομική   δραστηριότητα   στην   Άνω   Ακρόπολη   (Εικ.   5).   Το   συγκρότημα αποτελούνταν από δύο κύριες πτέρυγες οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ένα σύστημα διαδρόμων και αύλειων χώρων, αλλά ταυτόχρονα είχαν και ανεξάρτητη επικοινωνία με τα πρόπυλα που οδηγούσαν στα υπόλοιπα τμήματα της ακρόπολης και έξω από  αυτήν: α) το  κυρίως Μέγαρο, το οποίο ανεγέρθηκε βορειότερα του πρωιμότερου κτιρίου, βοηθητικά δωμάτια στα δυτικά, την κεντρική   αυλή   και το πρόπυλο το οποίο παρείχε πρόσβαση στην αυλή130  και β) ένα σύγχρονο μικρότερο μεγαροειδές κτίριο στα ανατολικά με άμεση πρόσβαση σε αύλειο χώρο, βοηθητικά δωμάτια και επιπλέον αύλειους χώρους στα νότια και ανατολικά 131.

 Η  πρόσβαση  επιτυγχανόταν  από  τα  νότια  μέσω  τριών  μεγάλων  αύλειων χώρων (συνολικής έκτασης περίπου 2.000τ.μ.), δύο μνημειακών πρόπυλων στα νότια και ΝΔ και ενός διαδρόμου με πύλες κατά μήκος του ανατολικού τείχους, ο οποίος οδηγούσε τόσο στην κύρια πύλη εισόδου της ακρόπολης στα ανατολικά, όσο και στη λεγόμενη Κάτω Ακρόπολη στα βόρεια. Ο επαναλαμβανόμενος μηχανισμός προσέγγισης (πύλες-διάδρομοι-μεγάλοι αύλειοι χώροι) καθιστούσε απόλυτα ελεγχόμενη την πρόσβαση και της προσέδιδε κύρος και μνημειώδη χαρακτήρα. Ιδιαίτερα τα δύο μνημειακά πρόπυλα και οι συνεχείς πύλες στον ανατολικό διάδρομο αποτελούσαν στοιχεία μιας πορείας με χαρακτηριστικό την ολοένα αυξανόμενη αρχιτεκτονική πολυπλοκότητα, η οποία κορυφωνόταν στην περίπτωση του κυρίως Μεγάρου132.  Στο  πλαίσιο  της  ανωτέρω  περιπλοκότητας  και  του  αρχιτεκτονικού συμβολισμού εντασσόταν και η χρήση του κροκαλοπαγή λίθου στα κατώφλια και τις βάσεις των κιόνων.

ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΙΡΙΝΘΟΣ -Η ΚΥΡΙΑ ΕΙΣΟΔΟΣ.ΣΤΟ ΚΕΝΤΡΟ Ο ΝΑΟΣ ΑΝΑΚΤΟΡΟ.

Η κεντρική αυλή δεσπόζει στο ανακτορικό συγκρότημα εξαιτίας της χωροθέτησης στο μέσον της Άνω Ακρόπολης, των μεγάλων διαστάσεων και των επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων της. Η διαμόρφωση κιονοστοιχιών στη νότια, δυτική και ανατολική πλευρά, καθώς και η οριοθέτησή του αύλειου χώρου από το κυρίως Μέγαρο στα βόρεια και το μνημειώδες πρόπυλο ΙΙΙ στα νότια καθιστούσαν αδύνατη την ορατότητα εκτός του συγκεκριμένου χώρου σε οποιονδήποτε εισερχόμενο. Επιπλέον η ύπαρξη της κιονοστοιχίας στις τρεις  πλευρές προσέδιδε οπτική  ομοιομορφία,  νοητή  συνέχεια  της  οποίας  αποτελούσε  η  πρόσοψη  του Μεγάρου με τους δύο κίονες. Μοναδικό στοιχείο αρχιτεκτονικής διαφοροποίησης αποτελούσε η λίθινη κυκλική κατασκευή στο νότιο τμήμα του αύλειου χώρου, η οποία ερμηνεύθηκε από τους ανασκαφείς ως βωμός, άποψη η οποία υιοθετήθηκε από το σύνολο των ερευνητών (Εικ. 6)133.

 Η χωροταξική οργάνωση στην Άνω Ακρόπολη αναδεικνύει ως έναν από τους βασικούς της στόχους την κατεύθυνση του βλέμματος κάθε εισερχόμενου στην πρόσοψη  του  Μεγάρου  και  το  βωμό,  ο  οποίος  ήταν  τοποθετημένος  στον  ίδιο άξονα134. Παράλληλα υποδεικνύει ότι οι ανωτέρω στεγασμένοι και υπαίθριοι χώροι αποτελούσαν κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. μια αρχιτεκτονική ενότητα που εξυπηρετούσε ποικίλες δραστηριότητες στο πλαίσιο του ανακτορικού διοικητικού συστήματος.

Μία από τις δραστηριότητες αυτές πιθανότατα αποτελούσε και η τέλεση τελετουργιών  στο  χώρο  του  ανακτορικού  συγκροτήματος  και συγκεκριμένα στην κεντρική αυλή με το βωμό. Παρά την έλλειψη οποιουδήποτε σχετικού κινητού εξοπλισμού, η οποία θα μπορούσε να αποδοθεί στις εκτεταμένες εργασίες ισοπεδώσεων και καθαρισμών κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο, την ανέγερση του ΚτιρίουΤ και στην απώλεια ανασκαφικών δεδομένων κατά την ανασκαφή στα τέλη του 19ου αιώνα, η τελετουργική χρήση του βωμού ενισχύεται από τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του, καθώς και από την οργάνωση του χώρου του Μεγάρου και της κεντρικής αυλής.

 

Η δεσπόζουσα θέση που καταλαμβάνει ο βωμός στο χώρο της αυλής, αλλά και στο  κέντρο  της  Άνω  Ακρόπολης,  καθώς  και η  προσβασιμότητά του  από  το εσωτερικό κάθε πτέρυγας του ανακτορικού συγκροτήματος τον καθιστούσαν σημείο εστίασης της προσοχής και δράσης. Παράλληλα μέσω του μνημειακού πρόπυλου, παρά τους σαφείς περιορισμούς πρόσβασης, ο βωμός ήταν εν δυνάμει προσβάσιμος από την Κάτω Ακρόπολη και τις πύλες της ακρόπολης. Επίσης η μνημειακότητα της αυλής, η οποία καλύπτει μια επιφάνεια 308μ2, θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη για τη δυνατότητα φιλοξενίας μεγάλου αριθμού συμμετεχόντων στις τελετουργίες γύρω από   το   βωμό.   Ωστόσο   η  G.   Albers  υποστήριξε,   βασιζόμενη  μονομερώς  σε χωροταξικά στοιχεία και σε παράλληλα εκτός Αιγιακού χώρου, ότι «το μέγεθος της αυλής δεν θα πρέπει να θεωρηθεί φυσική ένδειξη μεγάλων λατρευτικών ή άλλων συνάξεων  κοινών  ανθρώπων,  αλλά  εξυπηρετούσε  τη  βασική  αρχιτεκτονική  και ιδεολογική προβολή του όλου σχεδιασμού του ανακτόρου» 135.

Στην περίπτωση της Τίρυνθας καθίσταται προβληματικός ο προσδιορισμός των πιθανών τελετουργιών στην κεντρική αυλή και το βωμό, καθώς τα περιορισμένα στοιχεία δεν συμβάλουν στη διάκριση μεταξύ αμιγώς θρησκευτικών και κοσμικών τελετουργιών. Οι πινακίδες Γραμμικής Β από τα ανακτορικά κέντρα της Πύλου και της Θήβας αναφέρονται στο έντονο ενδιαφέρον του ανακτορικού διοικητικού μηχανισμού  για  τη  διοργάνωση  και  τέλεση  θρησκευτικών  τελετουργιών  και  τον ιδιαίτερα  σημαντικό  ρόλο  του  ηγεμόνα  σε  αυτές 136.  Επιπλέον  ο  εικονογραφικός διάκοσμος από το ανακτορικό συγκρότημα της Πύλου συγκροτεί ένα αφηγηματικό σύνολο που περιλαμβάνει πομπές με ζώα, θυσίες και ιερά γεύματα 137, ενώ η κεραμική και το οστεολογικό υλικό υποδεικνύουν ότι στην κεντρική αυλή και τους παρακείμενους χώρους τελούνταν τελετουργίες, ορισμένες φορές με τη συμμετοχή αξιόλογου αριθμού ατόμων 138.

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω εικονογραφικά και επιγραφικά στοιχεία, σε συνδυασμό με τη χωροταξική οργάνωση της Άνω Ακρόπολης, θα μπορούσε να προταθεί ότι ο βωμός και ο αύλειος χώρος που τον περιβάλλει αποτελούσαν κατά περίσταση πεδίο τέλεσης θρησκευτικών τελετουργιών για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανακτορικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος 139. Η χρήση τους πιθανότατα συνδέονταν με προσπάθειες ενίσχυσης των διαμορφωμένων ιεραρχικών σχέσεων, όπως υποδεικνύουν τα διακριτά επίπεδα συμμετοχής 140, καθώς και ενδυνάμωσης της ενδοκοινοτικής συνοχής, όπως πιστοποιεί ο εν δυνάμει σημαντικός αριθμός  των  συμμετεχόντων,  ωστόσο  δεν  φαίνεται  να  συνιστούν  συστηματικούς θρησκευτικούς χώρους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

104. Kilian 1982, 397.

105. Albers 1994, 105.

106. Albers 1994, εικ. 36a.

107. Kilian 1981α, 171. Albers 1994, 105, 107. Whittaker 1997, 180-181. Albers 2004, 117.

108. Kilian 1981β, 53.

109. Έχουν καταγραφεί 239 πήλινα γυναικεία ειδώλια, η πλειονότητα των οποίων ανήκει στο συνηθισμένο τύπο Ψ. Βρέθηκαν επίσης ένα ειδώλιο τύπου Φ και ένα τύπου πρωτο-Φ. Για το μέγεθός τους (περίπου 20 εκατοστά) διακρίνονται τρία ειδώλια τύπου Ψ, ενώ σύμφωνα με την E. French στον αποθέτη  υπήρχαν  και  θραύσματα  δύο  μεγάλων  τροχήλατων  ειδωλίων  (ύψους  τουλάχιστον  30 εκατοστών) της ομάδας Α. Αξιοσημείωτο είναι το ανθρωπόμορφο ειδώλιο από ελεφαντοστό, το οποίο θεωρείται επείσακτο από τη Συροπαλαιστίνη. Kilian 1988β, 144-145 & εικ. 44, 46. Albers 1994, 107.

110.  Ο  αριθμός  των  ζωόμορφων  ειδωλίων  είναι  ιδιαίτερα  μικρός  σε  σχέση  με  τον  αριθμό  των ανθρωπόμορφων. Βρέθηκαν μόνο επτά ειδώλια σε αποσπασματική κατάσταση, μεταξύ των οποίων διακρίνεται ένα ειδώλιο ελαφιού και μια κεφαλή πιθανόν σφίγγας. Kilian 1988β, 145 & εικ. 47.

111. Βρέθηκαν θραύσματα δύο ζωόμορφων ρυτών και ενός λύχνου από βαλσάτη.  Kilian 1988β, 144.

112. Albers 1994, 107.

113. Kilian 1981β, 53.

114. Albers 1994, 211 (παραπομπή 607).

115. Mühlenbruch 2009, 314-315.

116. Hiesel 1990, 137-138.

117. Kilian 1982, 402-403 & εικ. 15. Albers 1994, 111.

118. Albers 1994, 111.

119. Kilian 1981α, 180.

120. Η ύπαρξη άνω ορόφου πιστοποιείται από την κλίμακα στη βόρεια απόληξη του διαδρόμου, καθώς και  τα  κινητά  ευρήματα  στο  ύψος  της  κλίμακας  (ψευδόστομος  αμφορέας,  θραύσματα  πήλινης ασαμίνθου, τμήμα ελεφαντοστέινου  αντικειμένου που πιθανόν κοσμούσε ξύλινο αντικείμενο).  Για αντίστοιχα ως προς τις κατηγορίες και τα υλικά ευρήματα προερχόμενα  από τον άνω όροφο του Μεγάρου Β στο Διμήνι, βλέπε Αδρύμη-Σισμάνη 2003, 97.

121. Darcque 2005, 262, 274, 307.

122. Godart et al. 1983. Melena & Olivier 1991, 15-16, 27-32.

123. TI Uh 12

.1 ]    vacat      [

.2 ]di-pte-[    ]NI[

124. Bendall 2007, 60, 64-65, 248-249.

125. Kilian 1981β, 58.

126. Kilian 1982, 401-402.

127. Kilian 1981β, 58.

128. Darcque 2005, 307, 339-340.

129. Shelmerdine 1997, 350. Maran 2001, 119.

130. Müller 1930, 139-156.

131. Müller 1930, 157-171.

132. Kilian 1987, 25.

133. Müller 1930, 136-138.

134. Cavanagh 2001, 124.

135. «the mere largeness of the court is not to be taken as physical indication of any intended function for large cultic or other gatherings of the common people, but makes for an essential architectural and ideological constituent of the overall majestic layout and adornment of the palace», Albers 2001, 136-137.

136. Palaima 1995, 131-135. 2004, 108-109. Shelmerdine 2006, 83-84.

137. Wright 2004, 41-43. Palaima 2008α, 353-354.

138. Davis & Bennet 1999, 110. Shelmerdine 1998, 84-88. Isaakidou et al. 2002, 88-91. Stocker & Davis 2004, 61-63, 70-73. Palaima 2004, 112-116. Bendall 2005, 113. Palaima 2008α, 353-354.

139.  Η πιθανή  θρησκευτική  χρήση  ειδικά  του  Μεγάρου  και  της  κεντρικής  αυλής  έχει  συζητηθεί διεξοδικά από διάφορους ερευνητές στο πλαίσιο της διερεύνησης του ρόλου των Μυκηναϊκών ανακτόρων. Ο K. Kilian εισήγαγε τον όρο «wanax ideology» για να περιγράψει το μηχανισμό της πολιτικής εξουσίας στη Μυκηναϊκή κοινωνία. Kilian 1988α. O J. Wright επέκτεινε την έρευνα και στο θρησκευτικό ρόλο του ηγεμόνα μέσω των τελετουργιών που λάβαιναν χώρα εντός του ανακτόρου και αντιπρότεινε τον όρο «hearth-wanax ideology». Σύμφωνα με την άποψή του, η εξέλιξη του Μεγάρου υποδεικνύει μια ολοένα αυξανόμενη διαδικασία συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια ενός ηγεμόνα με θρησκευτικές μεταξύ άλλων αρμοδιότητες. Wright 1994, 54-60, κυρίως 59-60.

140. Palaima 2004, 112-116. Stocker & Davis 2004, 63-73.

 

2.1. Τίρυνθα  ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

 

Τα διαθέσιμα στοιχεία για την τέλεση οργανωμένης λατρείας στην μετανακτορική Τίρυνθα επικεντρώνονται στην Κάτω Ακρόπολη, όπου οι ανασκαφικές έρευνες του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου υπό τον K. Kilian αποκάλυψαν από το 1976 έως  και  το  1983  κτίρια  που  με  ασφάλεια  μπορούν  να χαρακτηριστούν  ως  ιερά. Πρόκειται για αυτόνομα στο χώρο οικοδομήματα με διακριτή λειτουργία, τα οποία ανεγέρθηκαν σε περιοχή με πιστοποιημένη πρωιμότερη θρησκευτική δραστηριότητα και καλύπτουν χρονολογικά ολόκληρο τον 12ο αιώνα π.Χ.556. Επιπλέον στο πλαίσιο της διερεύνησης της πολεοδομικής οργάνωσης της Άνω Ακρόπολης και της ενδεχόμενης θρησκευτικής δραστηριότητας μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συγκροτήματος, αξιολογούνται οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις στην περιοχή του Μεγάρου, της κεντρικής αυλής και του βωμού (Εικ. 43).

 

2.1.1. Κάτω Ακρόπολη

 

Μετά την καταστροφή που έπληξε την ακρόπολη στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Β2 περιόδου σημειώθηκε εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα με αποτέλεσμα την συνολική  αναδιάρθρωση  της  Κάτω  Ακρόπολης.  Ήδη  από  την  ΥΕ  ΙΙΙ  Γ  πρώιμη περίοδο και για όλη τη διάρκεια της μετανακτορικής εποχής έλαβαν χώρα σημαντικές αλλαγές, όπως εργασίες ισοπεδώσεων, καθαρισμοί, ανέγερση νέων κτιρίων και επανοριοθέτηση των αύλειων χώρων. Βασικά χαρακτηριστικά της χωροταξικής αναδιοργάνωσης   είναι   η   ανέγερση   κτιρίων   κατοίκησης   διαφόρων   μορφών, επάλληλων  μονόχωρων  ιερών  και εργαστηριακών  χώρων,  καθώς  και η σταδιακή εγκατάλειψη σύνθετων αρχιτεκτονικών μορφών της ανακτορικής περιόδου, όπως των«κτιρίων    με    διάδρομο» 557.    Παράλληλα    παρατηρείται    έντονη    οικοδομική δραστηριότητα βόρεια και ανατολικά της ακρόπολης, στη λεγόμενη Κάτω Πόλη 558.

Τα  πρωιμότερα  στοιχεία  για  θρησκευτική  δραστηριότητα  χρονολογούνται στην ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο και προέρχονται από το Δωμάτιο 119. Πρόκειται για ένα μικρό ορθογώνιο οικοδόμημα (διαστάσεων 3,90 x 2,70μ), το οποίο ανεγέρθηκε στο πυκνοδομημένο δυτικό τμήμα της Κάτω Ακρόπολης, περίπου 8 μέτρα βόρεια του Δωματίου 7 του τείχους, σε έκταση που κατά την ανακτορική περίοδο καταλάμβανε οικιακός  χώρος.  Η  κακή  κατάσταση  διατήρησης  του  κτιρίου  αποδόθηκε  στην έλλειψη επιμέλειας της κατασκευής και συνέβαλε στον χαρακτηρισμό «προσωρινό κτίριο» («Provisorium») που εισηγήθηκε ο K. Kilian559.

Η πρόσβαση στο Δωμάτιο 119 ήταν δυνατή μέσω ενός αύλειου χώρου και μιας ακανόνιστης εισόδου, πιθανόν στο δυτικό τοίχο560. Όσον αφορά στην εσωτερική διαμόρφωση, έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη δύο επάλληλων δαπέδων και σταθερών κατασκευών  (πήλινης  εστίας  στα  νότια  και  μεγάλου  λίθου  στα ανατολικά 561). Η ερμηνεία του κτιρίου ως του πρωιμότερου, έστω και με μικρή περίοδο χρήσης, μετανακτορικού ιερού στην Κάτω Ακρόπολη βασίστηκε σε ένα σύνολο κινητών ευρημάτων, στην πλειονότητα αποτελούμενο από ειδώλια διαφόρων τύπων, που εντοπίστηκε σε σχέση με τα παραπάνω δάπεδα και τις σταθερές κατασκευές.

Συγκεκριμένα, κατά την πρωιμότερη περίοδο του Δωματίου 119 αποκαλύφθηκαν στην περιοχή της εστίας τουλάχιστον δύο αποσπασματικά σωζόμενα ανθρωπόμορφα ειδώλια, ψευδόστομος αμφορέας, ζωόμορφο ειδώλιο, καθώς και μία πήλινη τράπεζα, ενώ μεγαλύτερος αριθμός ειδωλίων (χειροποίητα γυναικεία και ζωόμορφα, θραύσματα μεγάλου τροχήλατου γυναικείου με υψωμένους βραχίονες) σχετίζεται χωρικά με τον μεγάλο λίθο562. Επιπλέον ευρήματα (ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια) εντοπίστηκαν στον αύλειο χώρο, πλησίον της προτεινόμενης εισόδου και έχουν αποδοθεί, εξαιτίας των ομοιοτήτων τους με τον παραπάνω κινητό εξοπλισμό, σε διαδικασίες καθαρισμών του εσωτερικού του κτιρίου563.

Από το τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμης περιόδου σημειώνεται εντατικοποίηση της θρησκευτικής δραστηριότητας, η οποία επικεντρώνεται στην περιοχή του Δωματίου 7 του τείχους, όπως υποδεικνύει η ανέγερση επάλληλων αυτόνομων ιερών (Εικ. 44) και η διαμόρφωση ενός αύλειου χώρου σε σταθερή λειτουργική σύνδεση με αυτά. Η προοριζόμενη για την τέλεση λατρείας έκταση οριοθετείται στα δυτικά από το τείχος, στα ανατολικά από το Κτίριο VΙa, το οποίο οικοδομήθηκε στη θέση μέρους τουΚτιρίου VI564, καθώς και από μονόχωρα ή πολύχωρα κτίρια στα βόρεια και νότια.

Τα τρία επάλληλα ορθογώνια κτίρια (Δωμάτια 117, 110 και 110α), που έχουν χαρακτηριστεί ως αστικά ιερά με βάση τις σταθερές κατασκευές και τα κινητά ευρήματα,  παρουσιάζουν  σημαντικά  κοινά  στοιχεία  ως  προς  την  αρχιτεκτονική μορφή (μονόχωρα ισόγεια κτίρια, χρήση της εσωτερικής όψης του τείχους ως οικοδομικού στοιχείου στα ΝΔ) και τη χωροθέτηση (προσανατολισμός ΒΑ-ΝΔ, είσοδος στη ΒΑ στενή πλευρά). Επιπλέον η άμεση πρόσβαση σε αύλειο χώρο καθιστούσε  δυνατή  την  επικοινωνία  με  τα  υπόλοιπα  σύγχρονα  κτίρια  της  Κάτω

Ακρόπολης, πιθανόν και με τις πύλες και την Άνω Ακρόπολη.

Από την άλλη πλευρά,  το γεγονός ότι τα ιερά ήταν ισόγεια και περικλειόταν μαζί   με   τον   αύλειο   χώρο   από   κτίρια   καθιστούσε   την   ορατότητα   ιδιαίτερα περιορισμένη για τους συμμετέχοντες στις θρησκευτικές τελετουργίες. Παράλληλα υπάρχουν αρκετά κοινά στοιχεία μεταξύ των  σταθερών κατασκευών και κινητών ευρημάτων  των  τριών  ιερών,  ενώ  αρκετές  από  τις  εκπροσωπούμενες  κατηγορίες έχουν παράλληλα στον εξοπλισμό που αποδίδεται στη χρήση του Δωματίου 7 στο τέλος της ανακτορικής περιόδου.

Όσον αφορά στο πρώτο από τα τρία επάλληλα ιερά, το Δωμάτιο 117 (διαστάσεων 2,92 x 2,80μ) χαρακτηρίζεται από την ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή του εξωτερικού και εσωτερικού μέρους. Κύριο στοιχείο της πρόσοψης αποτελούσαν οι τρεις συμμετρικά τοποθετημένες λίθινες βάσεις κιόνων και μια ορθογώνια εξέδρα μεταξύ των ΒΑ κιόνων 565, αρχιτεκτονικός συνδυασμός χωρίς παράλληλο στα σύγχρονα κτίρια. Οι παραπάνω βάσεις και αντίστοιχο εύρημα από το μέσον περίπου του κτιρίου έχουν αποδοθεί στην ύπαρξη κάποιας μορφής αετωματικής πρόσοψης και δίρριχτης  στέγης566.  Καθώς  όμως   το  μικρό  μέγεθος  του  Δωματίου  117   δεν δικαιολογεί την ανάγκη στήριξης της οροφής, η ύπαρξη των κιόνων θα μπορούσε να αποτελεί μέρος της διακριτής λειτουργίας του κτιρίου και της αρχιτεκτονικής έκφρασής της.

Βασικό χαρακτηριστικό της εσωτερικής διαρρύθμισης αποτελεί μια επιμήκης σταθερή κατασκευή, χωροθετημένη στον άξονα της εισόδου, η οποία συνιστούσε  σε όλη τη διάρκεια χρήσης το κύριο σημείο εστίασης της προσοχής. Πρόκειται για μία λίθινη εξέδρα, εφαπτόμενη στο τείχος, που έφερε επίστρωση από λευκό ασβεστοκονίαμα. Η αρχική της μορφή περιελάμβανε μια κεντρική κόγχη, η οποία στη συνέχεια καταργήθηκε, με αποτέλεσμα η κατασκευή να διαθέτει ομοιόμορφο ύψος. Το δάπεδο ήταν επιχρισμένο με λευκό ασβεστοκονίαμα, το οποίο ανανεώθηκε τουλάχιστον τρεις φορές, πιθανότατα ταυτόχρονα με την επιφάνεια της εξέδρας στο πίσω τμήμα του ιερού 567. Πάνω στο νεώτερο στρώμα του δαπέδου, μπροστά από τη λίθινη    κατασκευή,    αποκαλύφθηκαν    δύο    επίπεδες    χαμηλές    εξέδρες    από ασβεστοκονίαμα.

Παρά τις περιορισμένες διαστάσεις του κτιρίου, στο εσωτερικό του αποκαλύφθηκε σημαντικός αριθμός κινητών ευρημάτων, κατά κύριο λόγο στην περιοχή της λίθινης εξέδρας με την οποία φαίνεται ότι σχετιζόταν λειτουργικά. Πρόκειται για ένα ετερόκλητο σύνολο αποτελούμενο από μικκύλα αγγεία και ανοιχτά σχήματα  (σκύφοι,  κυάθια,  κύλικα)  συσχετιζόμενα  με  την  κατανάλωση  κυρίωςυγρών 568,  γυναικεία  ειδώλια   (ένα  τροχήλατο   της  λεγόμενης  ομάδας  Α,   τρία χειροποίητα τύπου Ψ) και κοσμήματα 569.

Επιπλέον κάτω από τη ΝΑ γωνία του κτιρίου εντοπίστηκαν ορισμένα μικκύλα αγγεία, τα οποία έχουν ερμηνευθεί ως απόθεση θεμελίωσης του κτιρίου παρά ως ευρήματα σε χρήση κατά την τέλεση λατρείας στο χώρο 570. Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί η εύρεση άφθονου οστεολογικού υλικού στην περιοχή του Δωματίου 117,  χωρίς  ωστόσο  να μπορεί να  προσδιοριστεί με  ακρίβεια  το  χωρικό  πλαίσιο, γεγονός   που   αποδίδεται   στις   εκτεταμένες   και   συνεχείς   παρεμβάσεις   στο συγκεκριμένο σημείο της Κάτω Ακρόπολης 571.

Αναφορικά  με  τον  παρακείμενο  αύλειο  χώρο,  τα  κινητά  ευρήματα  και  η λίθινη πεταλόσχημη κατασκευή, η οποία κατασκευάστηκε στο ΒΔ τμήμα και έχει ερμηνευθεί ως βωμός572, πιστοποιούν άμεση σύνδεση με τη θρησκευτική χρήση του Δωματίου 117. Το διασκορπισμένο σύνολο κινητών ευρημάτων (μεγάλος αριθμός μικκύλων   αγγείων   και   αποσπασματικά   σωζόμενων   χειροποίητων   γυναικείων ειδωλίων) παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τον εξοπλισμό του εσωτερικού του ιερού. Επίσης στην περιοχή της λίθινης κατασκευής αποκαλύφθηκε τροχήλατο ανθρωπόμορφο ειδώλιο της ομάδας Α και θραύσμα ζωόμορφου ρυτού με γραπτή παράσταση 573.

Στην περίπτωση του Δωματίου 110, το οποίο διαδέχτηκε το Δωμάτιο 117 κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ μέση περίοδο, παρατηρούνται ορισμένες διαφοροποιήσεις ως προς τη   διαμόρφωση   του   κτιρίου   και   του   περιβάλλοντος   χώρου.   Συγκεκριμένα,

σημειώθηκε μείωση των διαστάσεων του παρακείμενου αύλειου χώρου, εξαιτίας της ανέγερσης  του  Κτιρίου  115  στα  ΒΔ,  με  αποτέλεσμα  τον  ακόμη  μεγαλύτερο περιορισμό της ορατότητας, καθώς το ιερό περικλειόταν πλέον από κτίρια αρκετά μεγαλύτερά του από όλες τις πλευρές. Επιπλέον η παρέμβαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα την κατάργηση της λίθινης πεταλόσχημης κατασκευής, χωρίς αντικατάσταση από κάποια αντίστοιχη ως προς τη λειτουργία σταθερή κατασκευή.

Περιορισμένες είναι και οι διαστάσεις του εσωτερικού του ιερού (3,2x1,4μ), ενώ παρατηρείται απλοποίηση των επιμέρους αρχιτεκτονικών χαρακτηριστικών, η οποία εκφράζεται με την απουσία κιόνων εσωτερικά και εξωτερικά και την τελείως ανοιχτή είσοδο. Μοναδική σταθερή κατασκευή αποτελούσε μία λίθινη εξέδρα στον άξονα της εισόδου, η οποία κατασκευάστηκε εξαρχής ως ενιαία επιφάνεια και έφερε

επικάλυψη  από  λευκό  ασβεστοκονίαμα 574.  Η  παραπάνω  κατασκευή  παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς στο δάπεδο μπροστά της αποκαλύφθηκε κατά χώραν ένα σύνολο κινητών ευρημάτων που σχετίζεται άμεσα με την θρησκευτική χρήση του χώρου.

Πρόκειται για δύο σχεδόν ακέραια τροχήλατα γυναικεία ειδώλια της ομάδας Α με πλούσια διακόσμηση, η οποία απέδιδε ανατομικά χαρακτηριστικά, ενδύματα και κοσμήματα 575, θραύσματα από τουλάχιστον άλλα 5 γυναικεία ειδώλια, καθώς και

ανοιχτά αγγεία (λεκανίδιο,  σκύφος) 576. Τα ευρήματα αυτά είναι  τα μόνα  από  το εσωτερικό του κτιρίου που βρέθηκαν σε αδιατάρακτο στρώμα, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο εξοπλισμό (οστά ζώων, θραύσμα ζωόμορφου ειδωλίου, λίθινη χάντρα, οστέινη περόνη, πώμα αγγείου) που αποκαλύφθηκε σε ιδιαίτερα αποσπασματική κατάσταση, πιθανότατα εξαιτίας των εργασιών καθαρισμών και ισοπεδώσεων 577.

Tέλος , η αρχιτεκτονική μορφή του Δωματίου 110α (διαστάσεων 4,15x1,40μ.),το οποίο ανεγέρθηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερη περίοδο στα ερείπια του Δωματίου 110, παραπέμπει σε μικρογραφία μεγαροειδούς κτιρίου, όπως υποδεικνύουν οι επιμήκεις  τοίχοι,  η  διαμόρφωση  της  εισόδου  και  ο  εσωτερικός  διαχωριστικός τοίχος 578.  Και  στην  περίπτωση  του  ιερού  αυτού  πιστοποιείται  η  ύπαρξη  λίθινης

σταθερής κατασκευής στο ΝΔ τμήμα, η οποία σχετίζεται χωρικά και λειτουργικά με ένα  τροχήλατο  γυναικείο  ειδώλιο  με  υψωμένους  βραχίονες 579,  καθώς  και  οστών ζώων. Νότια του κτιρίου, στον αύλειο χώρο αποκαλύφθηκε μια μεγάλη λιθόστρωτη κατασκευή, η οποία έχει ερμηνευθεί από τον K. Kilian ως υπαίθριος βωμός, άμεσα συνδεόμενος με την θρησκευτική δραστηριότητα του παρακείμενου κτιρίου 580. Στην περιοχή της  κατασκευής  αυτής  αποκαλύφθηκαν  ορισμένα  ζωόμορφα ειδώλια  και αγγεία μεταφοράς και κατανάλωσης υγρών (δύο κύπελλα, αμφορίσκος) 581.

Η εγκατάλειψη του Δωματίου 110α στο τέλος της ΥΕ ΙΙΙ Γ ύστερης περιόδου σηματοδότησε το τέλος της μακροχρόνιας χρήσης αστικών ιερών στην περιοχή του δυτικού τμήματος του τείχους και της μετανακτορικής θρησκευτικής δραστηριότητας στην Κάτω Ακρόπολη 582.

 

2.1.2. Άνω Ακρόπολη

 

Η συνέχιση της χρήσης της Άνω Ακρόπολης μετά την καταστροφή του ανακτορικού συγκροτήματος, προκάλεσε ποικίλες συζητήσεις για δεκαετίες. Ήδη από το 1884 οι ανασκαφές των H. Schliemann και W. Dörpfeld πιστοποίησαν οικοδομική δραστηριότητα πάνω από το κυρίως Μέγαρο με την αποκάλυψη ενός οικοδομήματος (Κτίριο Τ), το οποίο ερμήνευσαν ως ναό της Γεωμετρικής ή Αρχαϊκής περιόδου. Ωστόσο η παραπάνω χρονολόγηση και ερμηνεία αμφισβητήθηκε από ερευνητές όπως ο C. Blegen και ο K. Kilian, οι οποίοι έθεσαν το ζήτημα θεμελίωσης του κτιρίου κατά την ύστερη Μυκηναϊκή εποχή.

Πρόσφατα ο J. Maran μελέτησε συστηματικά τα στοιχεία για το Κτίριο Τ και σε συνδυασμό με νεώτερες ανασκαφικές έρευνες στο χώρο και ραδιοχρονολογήσεις τμημάτων ξύλινων κιόνων διατύπωσε την άποψη ότι το κτίριο ανεγέρθηκε κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο, ενώ ο Τ. Mühlenbruch προσδιόρισε τον χρόνο κατασκευής στην ΥΕ ΙΙΙ Γ πρώιμη περίοδο583. Η επαναχρονολόγηση αυτή σε συνδυασμό με τη μελέτη

των επιμέρους αρχιτεκτονικών στοιχείων θέτει σε νέα βάση τη χωροταξική οργάνωση της Άνω Ακρόπολης μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συγκροτήματος και τηλειτουργία   του   συγκεκριμένου   οικοδομήματος   εντός   του   κοινωνικοπολιτικού πλαισίου της μετανακτορικής Τίρυνθας.

Το Κτίριο Τ (διαστάσεων 20,90x6,90μ.) έχει μεγαροειδή μορφή και καταλαμβάνει το ανατολικό τμήμα του κυρίως Μεγάρου (Εικ. 45). Το οικοδόμημα παρουσιάζει ορισμένα κοινά στοιχεία με τον προκάτοχό του, όπως επίμηκες σχήμα, προσανατολισμό  ΒΑ-ΝΔ,  άμεση  πρόσβαση  στα  νότια  στην  αυλή  με  το  βωμό. Επιπλέον  σημειώθηκε  επανάχρηση  πρωιμότερων  αρχιτεκτονικών  στοιχείων,  όπως του ανατολικού τοίχου του κυρίως Μεγάρου και δύο λίθινων βάσεων κιόνων (από την αίθουσα και το δόμο)584.

Βασικό αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό στο εσωτερικό του νέου κτιρίου αποτελούσε η θέση του θρόνου. Όπως επισημαίνει μάλιστα ο J. Maran: «…το επίπεδο του δαπέδου στο Κτίριο Τ κατά προσέγγιση αντιστοιχούσε με το αντίστοιχο του προκατόχου του και αντίστοιχα η θέση του θρόνου παρέμενε ορατή στο νέο κτίριο. Το στοιχείο επιβεβαιώνει το συμπέρασμα του Kilian ότι ο συγκεκριμένος τρόπος ενσωμάτωσης του Κτιρίου Τ στα ερείπια του Μεγάλου Μεγάρου καθοδηγούνταν κυρίως από την επιθυμία να επαναχρησιμοποιήσουν τη θέση του θρόνου»585.

Από την άλλη πλευρά, το Κτίριο Τ παρουσιάζει καίριες διαφοροποιήσεις ως προς τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά σε σχέση το Μέγαρο, οι οποίες συνοψίζονται: στην απλοποίηση του μεγαροειδούς τύπου με τη χρήση δύο χώρων (προδόμου και δόμου), στο διαχωρισμό του δόμου σε δύο κλίτη και την εξασθένιση του περιορισμού της πρόσβασης σε αυτόν μέσω της κατάργησης της αίθουσας και των πυλών της. Επιπλέον στο μετανακτορικό κτίριο δεν αξιοποιείται η προγενέστερη κυκλική εστία, ούτε αντικαθίσταται από νέα, ενώ απουσιάζει πλήρως ο εικονιστικός διάκοσμος.

Κατά την περίοδο ανέγερσης του Κτιρίου Τ παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές   και   στην   έκταση   που   καταλάμβανε   η   μεγάλη   κεντρική   αυλή   του ανακτορικού συγκροτήματος. Η κατάργηση του επαναλαμβανόμενου μηχανισμού πυλών, διαδρόμων και αύλειων χώρων, καθώς και της κιονοστοιχίας διευκόλυνε την πρόσβαση και καθιστούσε την ορατότητα απρόσκοπτη. Μοναδικό σημείο εστίασης του βλέμματος στο μεγάλο αδόμητο χώρο αποτελούσε ο λίθινος βωμός, το σχήμα του οποίου μετατράπηκε από κυκλικό σε τετράγωνο. Επίσης πιστοποιείται επανάχρηση λίθων από την πρωιμότερη περίοδο χρήσης του βωμού ως οικοδομικό υλικό του νέου κτιρίου 586.

Συνοψίζοντας, η εικόνα που παρουσιάζει η Άνω Ακρόπολη κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο είναι σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιημένη από την αντίστοιχη του τέλους της ανακτορικής εποχής. Παρά τις επιδιορθώσεις στην οχύρωση, την αποκατάσταση ορισμένων μηχανισμών πρόσβασης 587, την ανέγερση του μεγαροειδούς κτιρίου και την αναμόρφωση του βωμού, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ύπαρξη ενός ευρύτερου οικοδομικού σχεδιασμού. Πιθανότατα το Κτίριο Τ και ο βωμός συνιστούσαν σε όλη τη διάρκεια της μετανακτορικής περιόδου το μόνο πυρήνα δραστηριότητας εν μέσω των ισοπεδωμένων ερειπίων του πρώην ανακτορικού συγκροτήματος 588.

 

 

Πτυχή των παραπάνω δραστηριοτήτων πιθανόν αποτελούσε και η τέλεση τελετουργιών  στο  εσωτερικό  του νέου  κτιρίου και στον  αύλειο  χώρο.  Παρά την έλλειψη κινητών ευρημάτων που θα ενίσχυαν την παραπάνω πρόταση, η προσπάθεια ενσωμάτωσης στο Κτίριο Τ της θέσης του θρόνου και η αναμόρφωση του βωμού αποτελούν καίριες παρεμβάσεις με χρηστική και συμβολική σπουδαιότητα. Ωστόσο, όπως και στην περίπτωση της ανακτορικής περιόδου, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη διάγνωση του πιθανού χαρακτήρα (κοσμικού ή θρησκευτικού) των τελετουργιών αυτών. Οι μεγάλες διαστάσεις του αδόμητου χώρου σε συνδυασμό με την απλοποίηση του μηχανισμού πρόσβασης και την δεσπόζουσα θέση του βωμού στην Άνω Ακρόπολη θα μπορούσαν να αποτελούν έμμεσες ενδείξεις για συμμετοχή μεγάλου αριθμού ατόμων.

Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι ο διακριτός ρόλος του Κτιρίου Τ στη λειτουργία της μετανακτορικής Τίρυνθας οφείλεται κατά κύριο λόγο στην επιλογή της θέσης ανέγερσης και όχι στο μέγεθος ή την αρχιτεκτονική μορφή του. Μάλιστα ο J. Maran υποστήριξε ότι «…φαίνεται αμφίβολη η ερμηνεία του Κτιρίου Τ ως κατοικία μιας συγκεκριμένης ομάδας. Αντίθετα, όπως πρόσφατα υποστήριξε ο T. Mühlenbruch, θα μπορούσε να λειτουργεί ως μια κοινόχρηστη αίθουσα στην οποία λάμβαναν χώρα σε συγκεκριμένες  περιπτώσεις  συναθροίσεις  υπό  την  καθοδήγηση  ενός  ηγεμόνα» 589.

Αντίστοιχα  ως  προς  τις  διαστάσεις  και  τον  αρχιτεκτονικό  τύπο  σύγχρονα  κτίρια αποκαλύφθηκαν εξωτερικά της ακρόπολης, στη λεγόμενη Κάτω Πόλη (Μέγαρο W, νέο κτίριο στα ΒΑ), τα οποία έχουν συσχετιστεί με την ανάδειξη νέων και ανταγωνιστικών κοινωνικοπολιτικών ομάδων 590.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

556. Kilian 1992, 21-23. Albers 1994, 104-111.

557. Sjöberg 2004, 57-65. Mühlenbruch 2007, 244-247.

558. Maran 2006, 126-127.

559. Kilian 1981α, 162. Kilian 1981β, 53. Albers 1994, 105.

560. Το δάπεδο του αύλειου χώρου βρισκόταν σε υψηλότερο επίπεδο από το αντίστοιχο του κτιρίου και δεν διέθετε οποιαδήποτε σταθερή κατασκευή. Albers 1994, 105.

561. Με το πρωιμότερο δάπεδο έχει συσχετιστεί η πήλινη εστία, ενώ με το νεώτερο ο λίθος στα ανατολικά, ο οποίος έχει ερμηνευθεί ως επιφάνεια απόθεσης αντικειμένων. Albers 1994, 105-106, 108.

562. Kilian 1981α, 162-164.

563. Kilian 1981α, 164. Albers 1994, 108.

564. Mühlenbruch 2007, 245.

565. Η G. Albers λαμβάνοντας υπόψη την απουσία κινητών ευρημάτων στην επιφάνεια ή γύρω από την εξέδρα, πρότεινε τη χρήση της ως κάθισμα για τους συμμετέχοντες στις τελετουργίες εντός και εκτός του Δωματίου 117. Albers 1994, 106.

566. Την ύπαρξη δίρριχτης στέγης προτείνουν αρκετοί ερευνητές και για τα υπόλοιπα μετανακτορικά ιερά της Κάτω Ακρόπολης. Kilian 1981β, 53 & εικ. 4. Hiesel 1990, 55-56. Darcque 2005, 126-127.

567. Στο δάπεδο αποκαλύφθηκαν και ίχνη κόκκινου κονιάματος. Kilian 1979, 390. 1981β, 53. Darcque

2005, 133.

 568. Kilian 1981β, 53. Darcque 2005, 208, 216.

569.  Βρέθηκαν  γυάλινες  χάντρες  και  περίαπτα,  αρκετοί  μικροί  επίπεδοι  κρίκοι  αβέβαιης  χρήσης, μολύβδινα δαχτυλίδια και μία οστέινη περόνη. Kilian 1981β, 53.

570. Kilian 1981β, 53. Albers 1994, 106. Whittaker 1997, 182.

571. Έχουν διαγνωστεί οστά βοοειδών, αιγοπροβάτων, χοίρων και θηραμάτων. Ευχαριστώ θερμά τον Tobias Mühlenbruch, για τα πολύτιμα σχόλιά του σχετικά με τη αδημοσίευτη διατριβή του για τη μετανακτορική Κάτω Ακρόπολη (Ein dunkles Zeitalter?-Untersuchungen zur Siedlungsstruktur der Unterburg von Tiryns in der mykenischen Nachpalastzeit-Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης 2004).

572. Kilian 1979, 390-391. Whittaker 2004, 99.

573. Kilian 1992, 21 & πίν. 3 (2a-d).

574. Οι επάλληλες ανανεώσεις του ασβεστοκονιάματος είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του αρχικού ύψους της λίθινης κατασκευής. Kilian 1981β, 53.

575. Το ένα ειδώλιο ανήκε στον τύπο Ψ, ενώ το άλλο είχε υψωμένους βραχίονες που αποδίδονταν με πλαστικό τρόπο. Kilian 1978, 463-464.

576. Podzuweit 1978, 488 (36.4  & 36.8).

577. Albers 1994, 109.

578. Kilian 1978, 460-461. Hiesel 1990, 55.

579. Το ειδώλιο αποκαλύφθηκε κατά χώραν μπροστά από τη λίθινη εξέδρα. Έφερε πλούσια γραπτή και πλαστική διακόσμηση για την απόδοση των ανατομικών χαρακτηριστικών και της ενδυμασίας. Kilian

1978, 461 (εικ. 17).

580. Kilian 1981β, 55.

581. Podzuweit 1978, 488 (36.1  & 36.2).

582. Για τη χρήση της Κάτω Ακρόπολης μετά τη Μυκηναϊκή εποχή, βλέπε Παπαδημητρίου 1998, 119-126.

583. Maran 2000, 1-16. 2001, 114-115. Mühlenbruch 2009, 314.

584. Maran 2001, 114.

585. «…the floor level of Building T approximately corresponded to the one of its predecessor and, accordingly, the place of the throne remained visible in the new building. This bears out Kilians assumption, that the specific way of intergrating Building T into the ruins of the great Megaron wasmainly guided by the wish to reutilize the place of the throne», Maran 2001, 114.

586. Müller 1930, 137-138. Maran 2001, 115.

587. Maran 2006, 124-125.

588. Maran 2001, 118-119.

589. «…it seems questionable whether Building T should be interpreted as a residence of a specific group. Instead, as recently has been argued by T. Mühlenbruch, it could have served as a communal hall in which under the direction of a ruleron certain occasions gatherings took place”, Maran 2006, 126.

 

2. ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ

1.1. Τίρυνθα  Η ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Τα στοιχεία για θρησκευτικές δραστηριότητες σε αυτόνομους χώρους στην Τίρυνθα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον εξαιτίας της χρονολόγησής τους στο τέλος της ανακτορικής περιόδου (ΥΕ ΙΙΙ Β2) και της σημαντικής διαφοροποίησης ως προς την επιλογή της αρχιτεκτονικής μορφής σε σχέση με τα υπόλοιπα σύγχρονα ιερά. Η επικέντρωση στο εσωτερικό της ακρόπολης και κυρίως στην Κάτω Ακρόπολη οφείλεται στην ύπαρξη κινητού εξοπλισμού, σταθερών κατασκευών και επιγραφικών μαρτυριών που συνηγορούν υπέρ της χρήσης τμήματος της συγκεκριμένης περιοχής για την τέλεση συστηματικής λατρείας.

Το δωμάτιο 7 του τείχους αποτελεί μέχρι στιγμής μοναδική περίπτωση χρήσης τμήματος ενός αμυντικού έργου ως ιερού ενταγμένου σε ένα Μυκηναϊκό οικιστικό σύνολο. Τα αρχιτεκτονικά και χωροταξικά χαρακτηριστικά το  διαφοροποιούν από τα λεγόμενα ιερά πύλης που αποκαλύφθηκαν στα τείχη κοντά στις κύριες πύλες εισόδου των  Μυκηνών  και  της  Τίρυνθας.  Τα παραπάνω  ιερά  συνδέονται  με  διαδικασίες, πιθανότατα και κάποιες τελετουργίες, εισόδου στην ακρόπολη και διαθέτουν περιορισμένες διαστάσεις και ευρήματα. Αντίθετα το δωμάτιο 7 εντάσσεται σε έναν οργανωμένο δομημένο χώρο, που περιλαμβάνει επίσης   αύλειο χώρο και ένα πολυλειτουργικό κτίριο συνδεόμενο άμεσα με την κεντρική διοίκηση, ο οποίος πιθανόν είχε διακριτή λειτουργία στην ανακτορική ακρόπολη. Ο κινητός εξοπλισμός του αύλειου χώρου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του αποθέτη στα δυτικά εκτός των τειχών (εφόσον πράγματι ο αποθέτης χρησιμοποιούνταν ως αποδέκτης των προϊόντων καθαρισμού του δωματίου 7 και του αύλειου χώρου και όχι κάποιου ιερού εξωτερικά της ακρόπολης) θα μπορούσε να υποδεικνύει χρήση του δωματίου του τείχους ως χώρου λατρείας.

Η απουσία ανεξάρτητων χώρων λατρείας, αντίστοιχων με τα ιερά της ακρόπολης των Μυκηνών και άλλων σύγχρονων οικιστικών συνόλων, δημιουργεί προβληματισμό για την πολεοδομική οργάνωση της Τίρυνθας κατά την ανακτορική περίοδο.  Τίθεται  το  ερώτημα  αν  υπήρχε  στην  ανακτορική  Τίρυνθα  ένα  σύνολο αστικών  ιερών,  αντίστοιχο  με  το  Θρησκευτικό  Κέντρο  των  Μυκηνών  και  αν  η απουσία αρχιτεκτονικών  καταλοίπων  θα μπορούσε  να αποδοθεί στις  εκτεταμένες ισοπεδώσεις και την ανοικοδόμηση στην Κάτω Ακρόπολη κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο.

Ωστόσο από το αρχαιολογικό υλικό μέχρι στιγμής απουσιάζει οποιοδήποτε τελετουργικό σύνολο, το οποίο θα μπορούσε να προέρχεται από κάποιο ιερό πρωιμότερο του δεύτερου μισού του 13ου  αιώνα π.Χ. ή κειμήλια τα οποία επαχρησιμοποιήθηκαν για θρησκευτικές τελετουργίες. Επιπλέον το περιεχόμενο του αποθέτη εξωτερικά της ακρόπολης είναι κατά κανόνα σύγχρονο του δωματίου 7 του τείχους και του λειτουργικά συσχετιζόμενου με αυτό αύλειο χώρου. Κατά συνέπεια το δωμάτιο 7 και ο παρακείμενος αύλειος χώρος πιθανότατα αποτελούσαν κατά την ανακτορική περίοδο, συγκεκριμένα κατά το τέλος αυτής, τους μόνους οργανωμένους χώρους λατρείας στην Κάτω Ακρόπολη.

Αξιολογώντας το υλικό του αύλειου χώρου και του αποθέτη ως ένα σύνολο με κοινά χρονολογικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά, διαπιστώνεται ότι το δωμάτιο του τείχους και ο  αύλειος χώρος συνδεόταν με  ποικίλες  θρησκευτικές δραστηριότητες. Η ύπαρξη συμβολικών αντικειμένων, όπως ο σημαντικός αριθμός πήλινων ειδωλίων μικρών διαστάσεων  και τα αποσπασματικά τροχήλατα ειδώλια ομάδας Α, πιθανόν συσχετιζόταν με διαδικασίες τοποθέτησης στο χώρο, ώστε να δημιουργούν λατρευτικό σκηνικό, καθώς και αφιέρωσης. Ειδικότερα τα τροχήλατα ειδώλια έχουν προταθεί ότι αποτελούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις λατρευτικά αντικείμενα ή αποτελούσαν τμήμα του τελετουργικού εξοπλισμού κατά την τέλεση πομπών 682. Αξιοσημείωτος είναι ο ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός των ανθρωπόμορφων ειδωλίων τύπου Ψ σε αντίθεση με οποιοδήποτε άλλο τύπο ανθρωπόμορφων ή ζωόμορφων  ειδωλίων,  ενώ  στον  τελετουργικό  εξοπλισμό  μπορούν  να συμπεριληφθούν τα ομοιώματα αρμάτων και επίπλων.

Εξειδικευμένος εξοπλισμός, όπως τα ζωόμορφα ρυτά, υποδεικνύει την τέλεση χοών, ενώ τα μικκύλα αγγεία και τα κοσμήματα θα μπορούσαν να συνδεθούν με αφιερωματικές  διαδικασίες.   Καθώς  στο   εσωτερικό   του  δωματίου  7  δεν  έχει εντοπιστεί κάποια σταθερή κατασκευή για την απόθεση ή χρήση των ανωτέρω αντικειμένων, τίθεται το ερώτημα αν ο  παρακείμενος αύλειος χώρος αποτελούσε κύριο πεδίο τελετουργικής δράσης. Η εύρεση στον χώρο αυτό μιας σειράς εστιών, οιοποίες αρχικά αποδόθηκαν από τον K. Kilian σε οικιακές δραστηριότητες στο Κτίριο VI, συσχετίστηκε από την G. Albers με την πιθανή θρησκευτική δραστηριότητα στο Δωμάτιο 7683. Η άποψη αυτή ενισχύεται από τα κινητά ευρήματα, καθώς εκτός από τον τελετουργικό εξοπλισμό αποκαλύφθηκαν οστά ζώων και θραύσματα μαγειρικών σκευών. Το παραπάνω σύνολο ευρημάτων θα μπορούσε να αποδοθεί στην προετοιμασία  τροφής  για  κατανάλωση   στο   πλαίσιο   τελετουργικών   γευμάτων, πρακτική  που  πιστοποιείται  τόσο  από  επιγραφικά  όσο  και  από  αρχαιολογικά ευρήματα της Μυκηναϊκής ανακτορικής περιόδου684.

Αναφορικά με τις διαδικασίες συμμετοχής στις ανωτέρω θρησκευτικές τελετουργίες, οι ιδιαίτερα περιορισμένες διαστάσεις του δωματίου του τείχους και η χρήση της κλίμακας υποδεικνύουν ότι ο αριθμός των ατόμων που θα μπορούσαν να εισέλθουν   ταυτόχρονα   ήταν   ιδιαίτερα   μικρός685.   Περιορισμένες   είναι   και   οι διαστάσεις του αύλειου χώρου, ο οποίος συνδεόταν λειτουργικά με το δωμάτιο του τείχους.

Από  την  άλλη  πλευρά,  η  προοριζόμενη για  την  τέλεση  λατρείας  περιοχή διαθέτει ανεμπόδιστη επικοινωνία με τους δομημένους χώρους της Κάτω Ακρόπολης και τις πύλες της ακρόπολης, ενώ μέσα από ένα σύστημα διαδρόμων ήταν εφικτή η επικοινωνία και με την Άνω Ακρόπολη. Κατά συνέπεια, η πολεοδομική οργάνωση της ακρόπολης, σε συνδυασμό με τον σημαντικό αριθμό των κινητών ευρημάτων και των συσχετιζόμενων με αυτά τελετουργιών, υποδεικνύουν ότι το δωμάτιο του τείχους και ο παρακείμενος αύλειος χώρος θα μπορούσαν να αποτελούν στο τέλος της ανακτορικής περιόδου έναν ενιαίο θρησκευτικό χώρο, πιθανόν με συχνή και δημόσια χρήση.

Παράλληλα με βάση τα χρονολογικά και χωροταξικά στοιχεία πιστοποιείται άμεση σύνδεση της λατρευτικής δραστηριότητας στο συγκεκριμένο χώρο με το πολιτικοκοινωνικό σύστημα του ανακτόρου. Ιδιαίτερα η επιλογή ενός τμήματος του τείχους   για   τη   διαμόρφωση   χώρου   λατρείας   θα   μπορούσε   να   αποδοθεί   σε ιδεολογικούς και συμβολικούς λόγους. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι το  τείχος  αποτελούσε  όχι  μόνο  το  φυσικό  όριο  της  ακρόπολης,  αλλά  και  ένα σημαντικό δημόσιο έργο για την υλοποίηση του οποίου απαιτήθηκε κεντρικός σχεδιασμός   και   διαχείριση   σημαντικού   ανθρώπινου   δυναμικού.   Συνεπώς   η διαμόρφωση και χρήση του συγκεκριμένου θρησκευτικού χώρου πιθανόν συνιστούσε έκφραση του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού. Η ανάμειξη του ανακτορικού συστήματος στην τέλεση λατρείας στην Κάτω Ακρόπολη επιβεβαιώνεται και από την πινακίδα Γραμμικής Β από το Κτίριο VI, η οποία αναφέρεται σε θρησκευτικό αξιωματούχο.

Όσον αφορά στην αρχιτεκτονική διάταξη της Άνω Ακρόπολης, αναδεικνύει το χώρο της αυλής με τον κυκλικό βωμό ως σημείο εξέχουσας σπουδαιότητας για την οργάνωση τελετουργιών. Η ενσωμάτωση του συγκεκριμένου χώρου στο κατεξοχήν διοικητικό συγκρότημα, όπως διαμορφώθηκε στην τελική και βελτιωμένη του μορφή τον 13ο  αιώνα π.Χ., υποδεικνύει το έντονο ενδιαφέρον του διοικητικού μηχανισμού για τελετουργίες, ορισμένες από τις οποίες πιθανότατα είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα. Οι διαστάσεις του αύλειου χώρου παρείχαν τη δυνατότητα για μεγάλο αριθμό συμμετεχόντων, ενώ η ανεμπόδιστη σύνδεση με κάθε πτέρυγα του ανακτορικού συγκροτήματος υποδεικνύει την εν δυνάμει συμμετοχή όλων των ενοίκων του ανακτόρου χωρίς περιορισμούς. Αντίθετα η πρόσβαση από οποιοδήποτε άλλο μέρος της ακρόπολης ή εκτός αυτής ήταν απόλυτα ελεγχόμενη μέσα από ένα επαναλαμβανόμενο σύστημα πυλών, διαδρόμων και αύλειων χώρων.

Λαμβάνοντας υπόψη τον ανωτέρω μηχανισμό πρόσβασης και την αυξανόμενη αρχιτεκτονική περιπλοκότητα ο W. Cavanagh πρότεινε την τέλεση πομπών από την Κάτω Ακρόπολη προς το ανακτορικό συγκρότημα και αντίστροφα 686. Η άποψη αυτή είναι ενδιαφέρουσα και θα μπορούσε να ενισχυθεί από την παράσταση πομπής γυναικών σε φυσικό  μέγεθος, η οποία  κοσμούσε το ανακτορικό  συγκρότημα της Τίρυνθας687   και  πιθανόν  απέδιδε  εικονογραφικά  μέρος  των  τελούμενων  σε  αυτό δραστηριοτήτων 688. Καθώς όμως δεν υπάρχουν στοιχεία για τη συχνότητα χρήσης της εκτεταμένες εργασίες καθαρισμών που έλαβαν χώρα για την ανέγερση του Κτιρίου Τ. Maran 2001, 115-116. κεντρικής αυλής και του βωμού, δεν μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα για την τακτική ή κατά περίσταση τέλεση των συγκεκριμένων ή άλλων τελετουργιών.

Αντιπαραβάλλοντας τους δύο πόλους τελετουργικής δραστηριότητας της ανακτορικής περιόδου (Δωμάτιο 7 και παρακείμενος αύλειος χώρος στην Κάτω Ακρόπολη/  βωμός στην  κεντρική αυλή  στην  Άνω  Ακρόπολη) διαπιστώνουμε ότι διαθέτουν ορισμένα κοινά στοιχεία, όπως τη χωροθέτηση εντός της τειχισμένης ακρόπολης και την περιορισμένη ορατότητα. Από την άλλη πλευρά διαφέρουν σημαντικά ως προς την αρχιτεκτονική μορφή, το μέγεθος των αύλειων χώρων, τη χωροταξική οργάνωση και τα κινητά ευρήματα (Το τελευταίο στοιχείο πιθανόν να είναι ανακριβές, καθώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για κινητά ευρήματα από την περιοχή του κυρίως μεγάρου και της κεντρικής αυλής).

Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και ως προς τη χρήση των δύο ανωτέρω χώρων. Στην περίπτωση του Δωματίου 7 και του αύλειου χώρου τα κινητά ευρήματα υποδεικνύουν πιθανή θρησκευτική δραστηριότητα στο τέλος της ανακτορικής περιόδου   και   ποικιλία   τελετουργιών   (αφιερωματικές   διαδικασίες,   συμβολική παράθεση τελετουργικού εξοπλισμού, χοές, προετοιμασία κοινών γευμάτων) σε μια περιοχή περιορισμένων διαστάσεων, αλλά εύκολα προσβάσιμης. Αντίθετα η κεντρική αυλή με το βωμό διαθέτει αξιόλογες διαστάσεις, συνιστά όμως μια απόλυτα ελεγχόμενη έκταση. Η περιοχή αυτή αποτέλεσε κομβικό σημείο του διαμορφωμένου ανακτόρου και βρισκόταν σε χρήση σε όλη τη διάρκεια του 13ου αιώνα π.Χ., αποτελώντας κατά συνέπεια για μεγάλο χρονικό διάστημα τον μόνο προοριζόμενο για τέλεση τελετουργιών χώρο στην ακρόπολη. Ωστόσο οι περιορισμοί στην πρόσβαση θέτουν ερωτηματικά για τη συχνότητα της χρήσης και τις διαδικασίες συμμετοχής στις όποιες θρησκευτικές τελετουργίες στην κεντρική αυλή και το βωμό.

Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.

Λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell, «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.

 

Η ανωτέρω θρησκευτική δραστηριότητα της ανακτορικής περιόδου με βάση τη χωροθέτηση των πόλων λατρείας, την πολεοδομική οργάνωση της ακρόπολης και το  σύνολο  των  σταθερών  κατασκευών  και  κινητών  ευρημάτων  πιθανότατα  ήταν άμεσα συνυφασμένη και εξυπηρετούσε το ανακτορικό πολιτικοκοινωνικό σύστημα διοίκησης. Οι διαφορές ως προς τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και τη χρήση δεν παρέχουν επαρκή στοιχεία για ιεράρχηση των προαναφερθέντων χώρων, αλλά αναδεικνύουν το σχετικά όψιμο ενδιαφέρον του κεντρικού διοικητικού μηχανισμού για τη διαμόρφωση και διαχείριση ενός ανεξάρτητου ιερού εντός του οικιστικού πλαισίου της ακρόπολης.

 

2.1. Τίρυνθα    ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Η προσπάθεια αναδιάρθρωσης της ακρόπολης της Τίρυνθας μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος  περιλαμβάνει τη συστηματοποίηση της θρησκευτικής δραστηριότητας μέσα από την ανέγερση αυτόνομων αστικών ιερών, καθώς και την επιλεκτική αξιοποίηση τμημάτων του ανακτορικού συγκροτήματος με ιδιαίτερη χρηστική και συμβολική σπουδαιότητα. Στη διερεύνηση των παραπάνω χώρων λατρείας και του σύγχρονου χωροταξικού και κοινωνικοπολιτικού πλαισίου συμβάλλουν καίρια ο  συστηματικός χαρακτήρας της ανασκαφικής έρευνας και η δημοσίευση σημαντικού τμήματος του αρχαιολογικού υλικού.

Αναφορικά με την Κάτω Ακρόπολη, η λειτουργία σε όλη τη διάρκεια του 12ου αιώνα π.Χ. επάλληλων ιερών εντάσσεται σε συγκεκριμένο χωρικό πλαίσιο. Με εξαίρεση το λεγόμενο «προσωρινό κτίριο», το οποίο χρησιμοποιήθηκε για λατρευτικούς σκοπούς για μικρό χρονικό διάστημα στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης, παρατηρείται επικέντρωση της θρησκευτικής δραστηριότητας σε άμεση επαφή με το τείχος.

Η επιλογή του συγκεκριμένου σημείου για την ανέγερση των μετανακτορικών ιερών θα μπορούσε να ενταχθεί σε μια προσπάθεια συμβολικής αναφοράς στο παρελθόν, καθώς η καταστροφή των πρωιμότερων κτιρίων και η διαμόρφωση νέων αύλειων χώρων θα επέτρεπε την ανέγερση ιερών και σε άλλα σημεία της  Κάτω Ακρόπολης. Επίσης σταθερότητα παρατηρείται και ως προς την άμεση επικοινωνία των αστικών ιερών με αύλειο χώρο που διαθέτει σταθερές κατασκευές και κινητά ευρήματα σε λειτουργική σύνδεση με αυτά. Το γεγονός αυτό πιστοποιεί ότι ο αύλειος χώρος συνιστούσε όχι μόνο ένα πολεοδομικό στοιχείο που διευκόλυνε την ανεμπόδιστη πρόσβαση στους χώρους λατρείας, αλλά και μια επιπλέον  χρηστική επιφάνεια με ενεργό ρόλο κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών τελετουργιών.

Τα σημαντικά κοινά στοιχεία των Δωματίων 117, 110 και 110α ως προς την αρχιτεκτονική μορφή, την εσωτερική διαρρύθμιση και τον κινητό εξοπλισμό πιστοποιούν μια συνέχεια στην υλική έκφραση της οργάνωσης και υλοποίησης θρησκευτικών τελετουργιών. Ιδιαίτερα οι χωροθετημένες στον άξονα της εισόδου λίθινες σταθερές κατασκευές, οι οποίες καταλαμβάνουν το ΝΔ τμήμα και εφάπτονται του τείχους, αναδεικνύονται ως τα κύρια σημεία εστίασης του βλέμματος στα ιερά. Παρά τις όποιες κατασκευαστικές διαφοροποιήσεις, αποτελούσαν το κύριο αρχιτεκτονικό στοιχείο στο εσωτερικό των δωματίων768. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με τη μέριμνα για συνεχή ανανέωση της επίστρωσης και την ασφαλή σύνδεση με την πλειονότητα των κινητών ευρημάτων υποδεικνύει μια διαχρονική χρήση  ως  επιφανειών  απόθεσης  τελετουργικού  εξοπλισμού  («λατρευτικά  θρανία» όπως τις χαρακτηρίζει ο Κ. Kilian769).

Όσον αφορά στα κινητά ευρήματα, παρατηρείται σταθερότητα ως προς τις εκπροσωπούμενες κατηγορίες και έκφραση ποικίλων θρησκευτικών τελετουργιών. Τα ευρήματα από το εσωτερικό των ιερών και τον παρακείμενο αύλειο χώρο αξιολογούνται από  κοινού,  καθώς φαίνεται ότι συνιστούν μια ενιαία λειτουργική ενότητα. Εξάλλου οι συνεχείς εργασίες καθαρισμών και ισοπεδώσεων κατά την ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο καθιστούν αμφίβολη την κατά χώραν χρήση αρκετών ευρημάτων που εντοπίστηκαν εξωτερικά των ιερών. Ο μετανακτορικός κινητός εξοπλισμός παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες με τα ευρήματα της πρωιμότερης περιόδου από την περιοχή του δυτικού τείχους και από τον αποθέτη εκτός των τειχών. Στις κοινές κατηγορίες περιλαμβάνονται χειροποίητα ζωόμορφα ειδώλια, ανθρωπόμορφα τύπου Ψ,  μικκύλα  αγγεία770,  καθώς  και  ορισμένες  κατηγορίες  κοσμημάτων  (χάντρες,περόνες), γεγονός που θα μπορούσε να αποδοθεί σε διαχρονικές αφιερωματικές διαδικασίες.

Μυκηναϊκό δαχτυλίδι από την Τίρυνθα με ζωόμορφα όντα

 

Επίσης κοινά ευρήματα αποτελούν και τα τροχήλατα ειδώλια της ομάδας Α, ο εντοπισμός των οποίων σε όλα τα μετανακτορικά ιερά πιστοποιεί μια σταθερότητα στη χρήση έως και το τέλος του 12ου αιώνα π.Χ. Η άμεση χωρική σύνδεσή τους με τη μοναδική σταθερή κατασκευή των παραπάνω ιερών υποδεικνύει τοποθέτηση στην επιφάνεια της κατασκευής και έναν καίριο ρόλο στα θρησκευτικά δρώμενα. Λαμβάνοντας   υπόψη   μια   σειρά   παραγόντων   (παράλληλα   σε   σύγχρονα   και πρωιμότερα αστικά ιερά, αξιολόγηση της λίθινης κατασκευής ως του κύριου σημείου εστίασης    της    προσοχής,    τα   επιμέρους    κατασκευαστικά    και    διακοσμητικά 768. Μοναδική   εξαίρεση   αποτελούσαν   οι   δύο   χαμηλές   εξέδρες   από   ασβεστοκονίαμα   που χρονολογούνται στην τελευταία περίοδο χρήσης του Δωματίου 117. Η αρχική εκτίμηση του K. Kilian ότι αποτελούσαν βάσεις για την τοποθέτηση λύχνων κατά τη διάρκεια των τελετουργιών δεν επιβεβαιώνεται από τα ανασκαφικά δεδομένα. Albers 1994, 109.(χαρακτηριστικά   των   τροχήλατων   ειδωλίων),   θα   μπορούσε   να   προταθεί   ότι πιθανότατα λειτουργούσαν ως λατρευτικά αντικείμενα.

Από την άλλη πλευρά, από τον εξοπλισμό της μετανακτορικής περιόδου απουσιάζουν σύνθετοι τύποι ειδωλίων (ομοιώματα αρμάτων και επίπλων),  επείσακτα αντικείμενα ή προϊόντα εξειδικευμένων εργαστηρίων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολύτιμα αφιερώματα ή χρηστικά αντικείμενα ενός οργανωμένου ιερατείου. Ακόμη και ο αριθμός των κοσμημάτων είναι ιδιαίτερα μικρός, ενώ αφορά μόνο τα δύο πρωιμότερα ιερά.Ιδιαίτερο  ενδιαφέρον  παρουσιάζουν  οι  υπόλοιπες  κατηγορίες  ευρημάτων (οστά ζώων, κυρίως ανοιχτά αγγεία κατανάλωσης) από το εσωτερικό των ιερών και τον παρακείμενο αύλειο χώρο, τα οποία πιθανόν συνιστούσαν μια διακριτή ομάδα. Σε συνδυασμό με τις λίθινες σταθερές κατασκευές στον αύλειο χώρο, οι οποίες έχουν ερμηνευθεί ως βωμοί, θα μπορούσαν να συγκροτούν ένα λειτουργικό σύνολο συσχετιζόμενο για την τέλεση θυσιών και τελετουργικών γευμάτων. Ωστόσο από τον κινητό εξοπλισμό απουσιάζουν εγχειρίδια τεμαχισμού, εργαλεία και μαγειρικά σκεύη. Επιπλέον οι κατασκευές-«βωμοί» πιστοποιούνται μόνο στην περίπτωση δύο ιερών (Δωμάτιο 117, 110α) και δεν αποτελούν γενικευμένη πρακτική των μετανακτορικών χώρων λατρείας. Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο τέλεσης θυσιών στους υπαίθριους χώρους και επί τόπου προετοιμασίας τελετουργικών γευμάτων είναι αβέβαιο.

Εναλλακτικά προτείνεται ότι μόνο η διαδικασία της κατανάλωσης ή/και της αφιέρωσης ποσοτήτων κρέατος λάμβανε χώρα στην περιοχή των ιερών και ότι η προετοιμασία γινόταν αλλού, πιθανόν στις παρακείμενες οικίες και τους αύλειους χώρους της Κάτω Ακρόπολης. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την κυριαρχία των ανοιχτών  σχημάτων  αγγείων.  Χωρίς  να  αποκλείεται  το  ενδεχόμενο  απώλειας στοιχείων για την κεραμική λόγω των συνεχών καθαρισμών και των οικοδομικών εργασιών, ο συνολικός αριθμός αγγείων παραπέμπει στην κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από περιορισμένο αριθμό ατόμων. Αντίθετα η συνολική ποσότητα του οστεολογικού  υλικού,   κυρίως  οι  αυξημένες  ποσότητες  της  ΥΕ  ΙΙΙ  Γ  μέσης περιόδου771,  θα  μπορούσε  να  αποτελεί  ένδειξη  για  ευρύτερη  συμμετοχή  στην κατανάλωση κρέατος.

Σημαντική πτυχή της λατρείας στα μετανακτορικά ιερά πιθανότατα αποτελούσε και η τέλεση χοών. Για την υλοποίηση των συγκεκριμένων τελετουργιών πιστοποιείται χρήση εξειδικευμένων σκευών (ρυτών) τουλάχιστον σε σχέση με το πρωιμότερο από τα επάλληλα ιερά772. Ο εντοπισμός μάλιστα του ρυτού με την εικονιστική παράσταση στην περιοχή της λίθινης κατασκευής εξωτερικά του Δωματίου 117 καθιστά πιθανό τον επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας της κατασκευής αυτής, η οποία έχει ερμηνευθεί ως «βωμός» και την άμεση σύνδεσή της με την τέλεση χοών. Η απουσία αντίστοιχων ρυτών από τα μεταγενέστερα ιερά της Κάτω Ακρόπολης και τους συνδεόμενους με αυτά αύλειους χώρους δεν συνεπάγεται απαραίτητα  κατάργηση  των  χοών.  Αντίθετα  πιθανόν  δηλώνει  απλοποίηση  τουχρησιμοποιούμενου  εξοπλισμού,  καθώς  ήταν  δυνατόν  να  χρησιμοποιηθούν  στιςθρησκευτικές   τελετουργίες   και    ευρύτατα   διαδεδομένα   ανοιχτά     και   κλειστά σχήματα773.

Αξιολογώντας   συνολικά τη   θρησκευτική   δραστηριότητα στην   Κάτω Ακρόπολη κατά τη μετανακτορική περίοδο, διαπιστώνουμε μια συστηματική προσπάθεια οργάνωσης σε διακριτούς χώρους λατρείας. Η ίδρυση και λειτουργία ανεξάρτητων ιερών εντός οικιστικού ιστού δεν αποτελεί μια μεμονωμένη ενέργεια, αλλά συνιστά μια καίρια παρέμβαση, εντασσόμενη στην ευρύτερη πολεοδομική και κοινωνικοπολιτική αναδιάρθρωση της ακρόπολης και του περιβάλλοντος χώρου. Ο J. Maran πρότεινε, βασιζόμενος στην παρατήρηση του K. Kilian για «κατοίκηση τύπου χωριού»  («village-like  occupation»)  με  κύριο  χαρακτηριστικό  την  οργάνωση των οικιστικών μονάδων γύρω από αύλειους χώρους, την ύπαρξη ανταγωνιστικών οικογενειών στη μετανακτορική κοινωνία.

Η πρόταση αυτή ενισχύεται, ως ένα βαθμό, από τη λειτουργία των επάλληλων ιερών774. Παράμετροι όπως η επιμονή στη διατήρηση της θέσης, η ενσωμάτωση του τείχους (του σημαντικότερου αρχιτεκτονικού έργου του ανακτορικού συστήματος) και η χωροταξική αναδιοργάνωση της Κάτω Ακρόπολης, υποδεικνύουν τη διαχείριση των ιερών από ομάδες που επιδίωκαν τον προσδιορισμό  της ταυτότητας και του κοινωνικού τους ρόλου σε ένα συνεχώς εξελισσόμενο  περιβάλλον.  Παράλληλα η διατήρηση σε όλη τη μετανακτορική περίοδο της εύκολης πρόσβασης μέσω οικιών,αδόμητων χώρων και των πυλών δεν περιόριζε τη συμμετοχή στα χωρικά όρια τηςΚάτω Ακρόπολης, αλλά καθιστούσε εφικτή τη συμμετοχή ενοίκων των υπολοίπων τμημάτων της ακρόπολης, αλλά και του εξωτερικού τμήματος.

Από την άλλη πλευρά, ερωτηματικά προκαλεί ο περιορισμένος αριθμός εξειδικευμένων τελετουργικών αντικειμένων, εκτός των τροχήλατων γυναικείων ειδωλίων και του ζωόμορφου ρυτού, καθώς και η απουσία αντικειμένων κύρους. Το γεγονός  αυτό  θέτει  το  ζήτημα  του  βαθμού  λειτουργίας  των  ιερών  ως  πεδίων έκφρασης κοινωνικής διαφοροποίησης μέσα από αφιερωματικές διαδικασίες και χρήσης ιδιαίτερου τελετουργικού εξοπλισμού.

Το παραπάνω στοιχείο δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε μια γενικότερη έλλειψη προϊόντων  εξειδικευμένων  εργαστηρίων  και επείσακτων  συμβολικών  και χρηστικών αντικειμένων κατά τη μετανακτορική περίοδο. Οι εκπροσωπούμενες κατηγορίες και η ποιότητα των ευρημάτων του λεγόμενου «θησαυρού της Τίρυνθας», ο  οποίος  περιείχε  μεταξύ  άλλων  σημαντικό  αριθμό  αντικειμένων  της  ΥΕ  ΙΙΙ  Γ περιόδου 775, πιστοποιούν την ύπαρξη ορισμένων μηχανισμών προμήθειας πολύτιμωνπρώτων υλών, πιθανόν και τοπικής παραγωγής εξειδικευμένων προϊόντων. Τα ευρήματα αυτά αποκαλύφθηκαν εξωτερικά της ακρόπολης στο χωρικό πλαίσιο της Κάτω Πόλης, το οποίο περιελάμβανε νεοαναγειρόμενα κτίρια αξιόλογων διαστάσεων με κοινή χωροθέτηση και προσανατολισμό και πιθανότατα συσχετιζόταν λειτουργικά με κάποιο από αυτά.

Όπως επισημαίνει ο J. Maran «Η κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης της Κάτω Πόλης στις αρχές του 12ου αιώνα πιθανόν ήταν οι οικογένειες της ανώτερης τάξης, οι οποίες,  αφού  απελευθερώθηκαν από  τους περιορισμούς της ανακτορικής  εξουσίας, διεκδίκησαν περιοχές περιφερειακά της ακρόπολης και θεμελίωσαν την αυτοεκτίμησή τους μέσω της κατασκευής νέων και σε ορισμένες περιπτώσεις εντυπωσιακών οικοδομικών τετραγώνων»776. Η εμπλοκή των συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων με τη λειτουργία των σύγχρονων αστικών ιερών πιθανόν δεν εμπεριείχε την προβολή μέσω της ποιότητας και της σπανιότητας αφιερωμάτων. Αντίθετα επικεντρωνόταν στη  συμμετοχή  σε  θρησκευτικές  τελετουργίες  (χοές,  ιερά  γεύματα),  οι  οποίες επιβεβαίωναν  τον  διακριτό  ρόλο  τους  στο  συντονισμό  και  τη  διαχείριση  της 127.θρησκευτικής δραστηριότητας και εντασσόταν σε μια διαρκή προσπάθεια ενίσχυσης των ενδοκοινοτικών δεσμών.

Στην ανάδειξη νέων κοινωνικών σχηματισμών μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και του ενεργού τους ρόλου στην τέλεση λατρείας θα μπορούσαν  να  αποδοθούν  και  οι  εργασίες  αναδιάρθρωσης  της  Άνω  Ακρόπολης. Παρά τις ασάφειες ως προς την ακριβή λειτουργία του Κτιρίου Τ (μεγαροειδής οικία σημαντικής  οικογένειας  ή  τόπος  συνάθροισης 777),  δεν  μπορεί  παραβλεφθεί  μιαέκδηλη προσπάθεια ιδεολογικής σύνδεσης με το παρελθόν, η οποία εκφράζεται μέσα από την επιλογή της τοποθεσίας, τη διατήρηση της θέσης του θρόνου και τη λειτουργική σύνδεση με το βωμό.

Επιπλέον,  παρά  την  έλλειψη  κινητών  ευρημάτων  από  το  εσωτερικό778,  ηκατάργηση της μεγάλης εστίας, η διατήρηση και αναμόρφωση του βωμού υποδεικνύουν ένα μετασχηματισμό των τελούμενων δραστηριοτήτων στην Άνω Ακρόπολη με κύριο  σημείο  δράσης το βωμό. Αξιοσημείωτη είναι  η επανάχρηση τμημάτων του βωμού της ανακτορικής περιόδου στο Κτίριο Τ, ενέργεια η οποία δεν θα μπορούσε να εμπεριέχει πρακτικό χαρακτήρα, καθώς το διαθέσιμο οικοδομικό υλικό μετά την καταστροφή του ανακτόρου ήταν άφθονο για την ανέγερση του νέου κτιρίου. Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή πιθανότατα εντασσόταν στην ευρύτερη προσπάθεια συμβολικής αναφοράς στο παρελθόν και κυρίως στη διοργάνωση τελετουργιών, μεταξύ των οποίων  και θρησκευτικών, στον αδόμητο  χώρο  και τοβωμό.

Συνοψίζοντας, κατά τη μετανακτορική περίοδο διατηρούνται δύο πόλοι θρησκευτικής δραστηριότητας, τα επάλληλα ιερά στο δυτικό τμήμα της Κάτω Ακρόπολης και ο βωμός στην Άνω Ακρόπολη. Αντιπαραβάλλοντας τους δύο παραπάνω  χώρους  διαπιστώνουμε ότι διαθέτουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: χωροθέτηση εντός των τειχών (μέχρι στιγμής απουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο για τέλεση λατρείας στην Κάτω Πόλη), συμβολική σύνδεση με το πρόσφατο παρελθόν μέσω της επιλογής της τοποθεσίας, όπως δηλώνει η άμεση επαφή ή η εγγύτητα με τα κυριότερα τοπόσημα της ανακτορικής περιόδου.

Από  την  άλλη  πλευρά, παρατηρούνται σημαντικές    διαφορές    στην αρχιτεκτονική  μορφή,  τη  χωροταξική  οργάνωση  και  την  ορατότητα,  καθώς  τα περιστοιχιζόμενα  από  οικοδομήματα  μονόχωρα ιερά  έρχονται  σε  αντίθεση  με  το βωμό που δεσπόζει στη μεγάλη αδόμητη έκταση της Άνω Ακρόπολης. Πιθανολογούνται επίσης διαφορές ως προς τη χρονική διάρκεια χρήσης και τα κινητά ευρήματα,   οι   οποίες   όμως   δεν   μπορούν   να   επιβεβαιωθούν   εξαιτίας   των περιορισμένων στοιχείων για το Κτίριο Τ και τον παρακείμενο βωμό.

Διαφοροποιήσεις παρατηρούνται επίσης μεταξύ των μετανακτορικών πόλων λατρείας και των στοιχείων για τέλεση λατρείας κατά την ανακτορική περίοδο. Η αναβάθμιση και συστηματοποίηση της δραστηριότητας στην Κάτω Ακρόπολη, η αναμόρφωση του βωμού στην Άνω Ακρόπολη σε σχέση με ένα κτίριο αξιόλογων διαστάσεων και η ενίσχυση της επικοινωνίας με την κατάργηση του μηχανισμού ελέγχου, πιθανότατα συνδέονται με τον μετασχηματιζόμενο ρόλο της θρησκείας μετά την εξάλειψη του ανακτορικού πολιτικοκοινωνικού συστήματος. Καίριες πτυχές του ρόλου αυτού αποτελούσαν η λειτουργία ιερών δημόσιου χαρακτήρα και η αξιοποίηση συγκεκριμένων   τμημάτων   του   ανακτόρου   με   σκοπό   τον   προσδιορισμό   της ταυτότητας των νέων ηγετικών ομάδων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

682. Whittaker 2004, 105.

683. Albers 1994, 106.

684. Whittaker 2004, 99-103.

685. Albers 1994, 105.

686. Cavanagh 2001, 131-132.

687. Η τοιχογραφία αποκαλύφθηκε το 1910 σε έναν αποθέτη στη δυτική κλιτύ της Άνω Ακρόπολης και αρχικά   θεωρήθηκε   ότι   ανήκε   σε   μια   πρωιμότερη   αρχιτεκτονική   φάση   του   ανακτορικού συγκροτήματος.   Rodenwaldt   1912,   166-171.   Οι   πρόσφατες   μελέτες   του   J.   Maran   και   η επαναχρολόγηση του Κτιρίου Τ στην ΥΕ ΙΙΙ Γ περίοδο οδήγησαν σε επανεξέταση του υλικού του αποθέτη.  Πιθανότατα η  τοιχογραφία  της  πομπής  κοσμούσε  το ανακτορικό συγκρότημα κατά την τελευταία  περίοδο  χρήσης  του  (ΥΕ  ΙΙΙ  Β2)  και  τοποθετήθηκε  στον  αποθέτη  ύστερα  από  τις

688. Αντίστοιχο φαινόμενο παρατηρείται και στο εικονογραφικό πρόγραμμα του Μεγάρου της Πύλου, όπου κυρίαρχο ρόλο έπαιζε η πομπή σε φυσικό μέγεθος στο πρόπυλο. Παράλληλα στην αίθουσα του θρόνου  απεικονιζόταν  πομπή  με  ταύρο  και  συμπόσιο  με  τη  συμμετοχή  περιορισμένου  αριθμού ατόμων. Ο εικονογραφικός διάκοσμος του Μεγάρου έχει συνδεθεί με δραστηριότητες εντός του ανακτορικού συγκροτήματος, οι οποίες είχαν ως στόχο την έκφραση πολιτικής δύναμης και σταθερότητας.  McCallum  1987,  108-133.  Shelmerdine  1998,  87-88.  Davis  &  Bennet  1999,  115. Wright 2004, 41-44.

769. Kilian 1981β, 53.

770. Τα μικκύλα αγγεία συνιστούν σημαντικό τμήμα του τελετουργικού εξοπλισμού του Δωματίου 117 και κυρίως του παρακείμενου αύλειου χώρου, ενώ δεν απαντώνται σε μεταγενέστερα ιερά της Κάτω Ακρόπολης.

771. Mühlenbruch 2009, 315.

772. Η H. Whittaker προτείνει την ένταξη των πήλινων τραπεζών στον εξοπλισμό για την τέλεση χοών σε  συνδυασμό  με  αγγεία  που  σχετίζονται  με  υγρά.  Η εύρεση  εντός  αντίστοιχου  ευρήματος  στο «προσωρινό κτίριο» σε σχέση με έναν ψευδόστομο αμφορέα θα μπορούσε να συνιστά ένδειξη τέλεσης χοών και στο χώρο αυτό. Εναλλακτικά η πήλινη τράπεζα χρησιμοποιούνταν για την αφιέρωση προσφορών, μεταξύ των οποίων και ποσοτήτων κρέατος. Whittaker 2004, 101. 2008, 91-92.

773. Hägg 1990, 183. Konsolaki-Yannopoulou 2001, 215-219. Shelton 2008, 226-227.

774. Maran  2006, 125.

775. Maran 2006, 129-141.

776. «The driving force behind the development of the Lower Town in the early twelfth century may have been the families of the upper class, who, after being freed from the constraints of palatial rule, claimed  areas  in  the  surrounding  of  the  citadel  for  themselves,  and  articulated  their  new  self - confidence by the construction of new, and, in some cases, impressive living quarters», Maran 2006,

777. Mühlenbruch 2009, 314.

778.  Ενδείξεις  για  τον  αρχικό  εξοπλισμό  του  Κτιρίου  Τ  πιθανόν  αποτελούν  τα  αποτυπώματα  12 αποθηκευτικών  αγγείων  στο  δάπεδο,  τα  οποία  σύμφωνα  με  τον  J.  Maran  χρονολογούνται  στη μετανακτορική περίοδο. Maran 2001, 118.

ΤΕΛΟΣ

 

ΣΕ ΑΝΑΔΙΑΤΑΞΗ  «ΙΕΡΑ: Ο ΧΩΡΟΣ, Η ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ   -   ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ» ΕΙΝΑΙ  ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΤΡΙΒΗΣ- 2010-

 « ΙΕΡΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΚΤΟΡΙΚΗ ΜΥΚΗΝΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟ » ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ & ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΜΕΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ Α.Π.Θ. ΤΗΣ κ. ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΡΟΥΣΙΩΤΗ

ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ TOY  RODNEY  CASTLENDEN     MYCENEANS   Taylor & Francis e-Library, 2005

PANORAMIO

ΑΡΓΟΛΙΚΗ ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

GOOGLE

 

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock