|
ΣπαρτιΑτες. Αναζητούμε την αλήθεια την υπέρτατη. Αλλά δεν την αναζητούμε συζητώντας. Την αναζητούμε πολεμώντας .Όχι μόνο στην μάχη. Πολεμώντας στην ζωή. Δεν ζούμε διασκεδάζοντας . Διασκεδάζουμε ζώντας. Έχει μεγάλη διαφορά.
Ο αρχαίος Σπαρτιάτης, ήταν απελευθερωμένος από τον φόβο του θανάτου, δεν καταλάβαινε τι σημαίνει καλοπέραση και σωματικός εθισμός. Δεν ερωτευόταν, αλλά σεβόταν τη γυναίκα. Ο συμπολεμιστής του ήταν το δεύτερο εγώ, ή μάλλον δυο άνθρωποι σε μια οντότητα. Η μάχη ήταν ιερή και ο πολεμικός παιάνας συνέγειρε τους Σπαρτιάτες, που αδιαφορούσαν για τους δειλούς και τιμωρούσαν με αμείλικτο τρόπο όσους δεν ακολουθούσαν τα δικά τους πρότυπα και θέσφατα. Μα ήταν σκληροί και αδίστακτοι στη μάχη. Η Σπάρτη ήταν μια ιδιαίτερη κοινωνία, με συγκεκριμένη δομή και φιλοσοφία. Επειδή είναι και θέμα των ημερών, ξέρετε ότι οι Σπαρτιάτες είχαν υποχρεωτική δημόσια Παιδεία, σε αντίθεση με τους Αθηναίους, όπου η εκπαίδευσή τους ήταν μόνο ιδιωτική. Μιλάμε για μια πραγματικά αταξική κοινωνία, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις προς τους πολίτες της. Είχαν επίσης συγκεκριμένες απόψεις για τη ζωή, το θάνατο, την αγάπη και τον έρωτα, την τέχνη, την μύηση και την αλήθεια. Και φυσικά για τον πόλεμο…
- Οι οπλίτες
καλλωπίζονται πριν τη μάχη για να μην προσβάλλουν τους χθόνιους θεούς με την
ατημέλητη εμφάνισή τους σε περίπτωση θανάτου τους.
Και οι γυναίκες; Τι ρόλο παίζουν οι γυναίκες σ αυτή την ενάρετη στρατοκρατική κοινωνία; Είναι καταδικασμένες στην αφάνεια, είναι φύσει αμαρτωλές, όπως στις μονοθεϊστικές θρησκείες, αποτελούν εμπόδιο στην πορεία του πολεμιστή για τη γνώση; H θέση των Σπαρτιατών είναι και σ αυτό διαφορετική. Οι γυναίκες είναι κυρίαρχες στον οίκο, οι άνδρες είναι κυρίαρχοι στον στρατώνα. «Γιατί εσείς οι Λάκαινες έχετε τόση επιρροή στους άνδρες σας;» γράφει ο Πλούταρχος, διασώζοντας το ερώτημα κάποιας Αθηναίας προς τη Γοργώ, τη σύζυγο του Λεωνίδα. «Γιατί είμαστε οι μόνες που γεννάμε άνδρες» απαντάει αυτή αποστομωτικά..
- Τα νομίσματα
είναι μεγάλα και σιδερένια για να αποφεύγεται ο αποθησαυρισμός
Στην πορεία του σπαρτιάτη
πολεμιστή για την κατάκτηση της αρετής και μέσω αυτής στην προσέγγιση της
γνώσης, τη θέαση του θείου και μετά τη μέθεξη με αυτό, τη «θέωση» την ίδια.
Αν δεν ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου, πώς μπορείς να αντικρίσεις με αξιοπρέπεια την αλήθεια, αυτή που αποκαλούμε «θεό»; Πώς, όμως, θα ξεπεράσεις τον φόβο του θανάτου; Αρκούν οι προκατασκευασμένες και ακίνδυνες τελευτές των μυστηρίων; Αρκεί η προσομοίωση της πραγματικότητας ή μήπως απαιτείται πραγματική ενατένιση του θανάτου, κάτι που μόνο η μάχη εγγυάται;
Καμία άλλη κοινωνία, της Αρχαίας Ελλάδας, δεν εκτίμησε τόσο την αξία της σιωπής. H σιωπή είναι ανώτερη μορφή πάλης, που μέσα από την εξοικείωση με τον θάνατο, σε οδηγεί στη γνώση. Την εσωτερική αυτή πορεία είχε βιώσει ο Σπαρτιάτης. Ήταν ελεύθερος και εκούσια επέλεγε την αυτοθυσία κατά τη μάχη. Άλλωστε αυτό σημαίνει ελευθερία. Αυτό σε καθιστά ευδαίμονα. Και η αίσθηση της πληρότητας και της ευδαιμονίας σε μετατρέπει σε γενναίο και εύψυχο πολεμιστή.
H έννοια μιας μάχης όπως παράδειγμα η μάχη των Πλαταιών, έτσι όπως τη βιώνει ο ίδιος ο μαχόμενος σπαρτιάτης οπλίτης, είναι μεν συναρπαστική, είναι, όμως παράλληλα κοπιώδης για τον αμύητο στα στρατιωτικά. Είναι όμως ο τρόπος της βιωματικής πορείας του σπαρτιάτη πολεμιστή προς τη μύηση. Τη μύηση στη ζωή, άρα τη μύηση στον θάνατο. Είναι μια μελέτη του θανάτου για τον σπαρτιάτη και μέσω του θανάτου μια μελέτη υπέρβασης του κόσμου των θνητών. Είναι μια πορεία ά-τεχνη αφού οι Σπαρτιάτες απορρίπτουν την τέχνη, κάθε μιμητική τέχνη και πρώτα απ όλα το θέατρο με τις διονυσιακές καταβολές του.
Η χλαμύδα ήταν πάντα κόκκινη να μην είναι εμφανές το αίμα στον εχθρό και ενθαρρύνεται
H Σπάρτη δεν είχε θέατρο την κλασική εποχή και τείχη της ήταν τα σώματα των ανδρών-πολεμιστών της… H γλώσσα του σπαρτιάτη συμπυκνωμένη και δωρική, συνάδει πρώτον με την προσωπικότητά του και δεύτερον με τους νόμους της πόλης. Ένας Σπαρτιάτης δεν έχει, ούτε μπορεί να έχει επιτήδευση στην έκφρασή του. Αδιάφοροι για την συσσώρευση πλούτου αγχώδεις όμως για την συσσώρευση αρετής .Τόσης αρετής όσης απαιτείται ώστε η ποσοτική επαύξηση να επιφέρει ποιοτική μεταλλαγή .Υπέρβαση δηλαδή του κόσμου των θνητών εξύψωση δηλαδή του πολεμιστή σε ημίθεο. Σε όλη την ζωή τους ,από την ηλικία των επτά ετών μέχρι το τέλος , μια αργή αλλά σταθερά μυητική πορεία .
Η υιοθέτηση των ψηλών λοφίων στις περικεφαλαίες και των πλούσιων γενειάδων και μαλλιών που έκαναν τους μαχητές να φαίνονται πιό ψηλοί και επιβλητικοί. Στην ίδια χρήση του εντυπωσιασμού εντάσσεται και η επιβλητική πολεμική τελετή "Καστόρειον" που προηγείτο της επίθεσης των Σπαρτιατών κατά της εχθρικής παράταξης: οι οπλίτες παρατάσσονταν στεφανωμένοι με τα κράνη και τις ασπίδες μπροστά στα πόδια τους, και ο επικεφαλής βασιλιάς θυσίαζε μία κατσίκα στην Αρτέμιδα «Αγροτέρα», τον Απόλλωνα «Βαδρόμιο» και τις Μούσες, ενώ οι αυλοί έπαιζαν έναν ειδικό παιάνα προς τιμή των Διοσκούρων και των προγονικών ψυχών. Αυτός ο πολεμικός παιάν συνέχιζε να παίζεται από τους αυλητές μέχρι την ολοκλήρωση των θυσιών και τη μελέτη του σφάγιου από τους μάντεις, και στη συνέχεια οι πολεμιστές φορώντας τις ασπίδες και τις περικεφαλαίες τους, άρχιζαν να τον ψάλλουν δυνατά όλοι μαζί, καθώς στρέφονταν κατά των εχθρών και βάδιζαν εναντίον τους. Περαιτέρω για τις διάφορες αρχαιοελληνικές τελετές στο βιβλίο του γράφοντος "Εορτές Και Ιεροπραξίες Των Ελλήνων".
Ένας από τους βασικούς κανόνες επιβίωσης του σχετικά ολιγάριθμου δωρικού σπαρτιατικού έθνους, μέσα σε υπερπολλαπλάσιους αριθμητικά αυτόχθονες πληθυσμούς και απέναντι σε εχθρικές του πελοποννησιακές πόλεις, υπήρξε το μή-καταμετρήσιμο του ένοπλου τμήματός του, δηλαδή του στρατού του. Για αιώνες πολλούς, κανένας ξένος δεν γνώριζε ποτέ, αφού αυτό καθίστατο αδύνατο όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, πόσοι ένοπλοι άνδρες ζούσαν και γυμνάζονταν πίσω από το φράγμα των πρώτων σπιτιών εκείνης της ατείχιστης πόλης / συμπλέγματος οικισμών, που λεγόταν Σπάρτη. Από τη μία υπήρχε ο θεσμός της λεγόμενης "ξενηλασίας". Κανένας ξένος δεν επιτρεπόταν δηλαδή να εγκατασταθεί και να ζήσει στην πόλη για διάστημα αρκετό ώστε να κατασκοπεύσει, να εντοπίσει στρατηγικά σημεία και να καταμετρήσει τη δύναμη κρούσης που αυτή διέθετε. Μετά από κάποιες αυστηρά προκαθορισμένες ημέρες παραμονής, ο κάθε φιλοξενούμενος ώφειλε ν’ αναχωρήσει για την ιδιαίτερη πατρίδα του. Η ανάγκη για την με κάθε τρόπο εξασφάλιση του μη-καταμετρήσιμου των ικανών για πόλεμο Σπαρτιατών, τους υποχρέωνε να κάνουν τις πιό ουσιαστικές πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις τους τη νύκτα. Οι κάθε είδους συνελεύσεις των "ομοίων" και οι αναχωρήσεις των εκστρατευτικών σωμάτων γίνονταν πάντοτε τη νύκτα, όπως άλλωστε νύκτα γινόταν και η μεταφορά τραυματιών ή νικημένων τμημάτων του στρατού μέσα από τις πόλεις των συμμάχων που ποτέ δεν έπρεπε να δούν "τσακισμένο" Σπαρτιάτη πολεμιστή. Υπό αυτή την αντίληψη των κρυφών και σιωπηλών κινήσεων του μάχιμου πληθυσμού της Σπάρτης, απαγορευόταν αυστηρά η κυκλοφορία σε μη ενεχόμενους σε αυτές τις κινήσεις, δηλαδή στους κάθε είδους ξένους ή στους μη πολίτες (δηλαδή τους είλωτες). Για την τήρηση της απαγόρευσης φρόντιζαν φρουρές οπλισμένων εφήβων που δεν συμμετείχαν ακόμη στις συνελεύσεις ή τις πολεμικές επιχειρήσεις. Με δεδομένα τα πιό πάνω και με επίσης γνωστό ότι, ούτως ή άλλως, αρκετοί από τους είλωτες ακολουθούσαν στον πόλεμο -ως "παραστάτες"- τους Σπαρτιάτες οπλίτες, είναι φανερό ότι όποιος μη έχων την παραμικρή δουλειά με τα συμβαίνοντα είλωτας βρισκόταν στους δρόμους την ώρα της απαγόρευσης, ουσιαστικά αποτελούσε άμεση απειλή κατασκοπείας και ανατροπής του μη-καταμετρήσιμου των ένοπλων Σπαρτιατών. Αυτή ήταν λοιπόν η περίφημη "Κρυπτεία": αν έπεφτε πάνω στις ενέδρες των έφηβων Σπαρτιατών συλλαμβανόταν και εκτελείτο ως προδότης και εχθρός. Χάρη στην "Κρυπτεία" και την "Ξενηλασία" η αρχαία Σπάρτη κατόρθωσε το ακατόρθωτο, δηλαδή να μην αποκαλύψει ποτέ στους εχθρούς της τις πραγματικές δυνάμεις της και να επιζήσει για αιώνες όταν πολυαριθμότερες πόλεις καταλαμβάνονταν, δηώνονταν, καίγονταν και εκθεμελιώνονταν από του πολέμου την οργή. Μέσα από πανέξυπνες τεχνικές χρήσης του μύθου, της δυναμικής των σημείων, των χρωμάτων και των συμβόλων, μέσα από τον έλεγχο της φήμης και τον καλό χειρισμό του οπτικού εντυπωσιασμού (Anton Powell, editor, "Classical Sparta. Techniques Behind Her Success", University of Oklahoma Press, Οκλαχόμα, 1989) η θρυλική Σπάρτη έμεινε απόρθητη και πανίσχυρη μέσα σε καιρούς θυελλώδεις και σαρωτικούς, κρύβοντας επιμελώς τις όποιες πληγές της και μετατρέποντας σε δύναμη τις αδυναμίες της. Η αρχή του τέλους για την αρχαία Σπάρτη, δεν είναι τυχαίο ότι συμπίπτει χρονικά με την πρώτη φορά που υποχρεώθηκε αυτή σε αναγκαστική καταμέτρηση των αληθινών δυνάμεών της. Ήταν η τρομερή εκείνη ημέρα επί βασιλείας Κλεομένη του Γ που, με όλο της τον κανονικό στρατό ήδη κατασφαγμένο στα στενά της Σελλασίας, τα γερόντια και οι αγένειοι νεαροί της αναγκάστηκαν να παραταχθούν μπροστά της για να την υπερασπιστούν απελπισμένα ενάντια στον νικητή στρατό του Μακεδόνα Αντιγόνου Δώσωνος.
Οἱ ἀσπίδες τῶν Λακεδαιμονίων ἔφεραν σὰν διακριτικὸ ἔμβλημά τους τὸ γράμμα "Λ", ὥστε οἱ ἀντίπαλοι στρατοὶ νὰ γνωρίζουν μὲ ποιοὺς πολεμοῦν.Ἦταν ἕνας τρόπος ἄσκησης ψυχολογικῆς πίεσης στὸν ἀντίπαλο, ποὺ ἐτρομοκρατεῖτο γνωρίζοντας πώς πολεμᾶ τὸν καλύτερο στρατὸ τῆς Ἑλλάδος. Οἱ νέοι ὁπλίτες τῆς Σπάρτης ἐλάμβαναν τὴν ἀσπίδα ἀπὸ τὴ μητέρα τους, μὲ τὴν ἐντολὴ "Τᾶν ἢ ἐπὶ τᾶς". Ἦταν ὑποχρεωμένοι δηλαδὴ νὰ ἐπιστρέψουν νικητὲς μὲ "τᾶν ἀσπίδα" τοὺς ἀνὰ χείρας ἢ νεκροὶ "ἐπὶ τᾶς ἀσπίδος" τοὺς ! Γενικότερα ὅμως στὴν Ἑλλάδα ἡ ἀσπίδα τοῦ πολεμιστῆ ἀντιπροσώπευε τὴν τιμή του. Κάθε πολεμιστὴς ἔπρεπε μετὰ τὴ μάχη νὰ γυρίσει μὲ τὴν ἀσπίδα τοῦ στὸ σπίτι του. Νεκρὸς ἢ ζωντανός. Οἱ ζωντανοὶ ποὺ ἐπέστρεφαν χωρὶς τὴν ἀσπίδα τοὺς Ἦταν τιποτένιοι, "ριψάσπιδες". Παράτησαν τὴν ἀσπίδα τοὺς στὸ πεδίο τῆς μάχης γιὰ νὰ τοὺς εἶναι εὔκολη ἡ φυγὴ ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὸ βάρος της.
ΤΕΛΟΣ ΠΗΓΕΣ -ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Π.Δ.ΜΠΑΛΤΑΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΦΙΑΛΤΗ» ΑΠ.Σ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝΩΘΕΝ ΒΒΙΛΙΟ ΒΛΑΣΗΣ Γ. ΡΑΣΣΙΑΣ ΧΡ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΧΕΔΙΟ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΠΑΡΤΗΣ
|
|
|
Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον
flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο
εικονίδιο δίπλα.
Πνευματικά δικαιώματα © 2009 Συντελεστές και επικοινωνία μαζί μας
|