πίσω

ΜΑΡΑΘΩΝΑΣ 490 π.χ.

ΜΙΑ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ


Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΗΤΑΝ ΟΡΙΣΤΙΚΗ, ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΘΑ ΑΜΥΝΟΝΤΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥΣ, ΠΡΟΣΔΟΚΩΝΤΑΣ ΟΤΙ ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΚΑΤΕΦΘΑΝΕ Η ΣΠΑΡΤΙΑΤΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ. ΕΤΣΙ, ΤΟ ΠΕΡΣΙΚΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΟ ΣΩΜΑ ΑΠΟΒΙΒΑΣΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑΘΩΝΑ ΚΑΙ, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΚΑΜΙΑ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, ΠΡΟΩΘΗΘΗΚΕ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ, ΤΑ ΣΤΙΦΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ ΥΠΕΡΚΕΡΑΣΑΝ ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΚΑΙ ΕΙΣΕΒΑΛΑΝ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΣΠΕΡΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ. Η ΑΘΗΝΑ ΔΕΝ ΥΠΗΡΧΕ ΠΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΦΛΕΓΟΜΕΝΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΤΗΣ ΕΝΤΑΦΙΑΣΘΗΚΕ Ο ΝΗΠΙΑΚΟΣ, ΕΚΕΙΝΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ, ΔΥΤΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Η ΠΟΛΗ ΔΕΝ ΕΖΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟ ΑΙΩΝΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΩΝ ΔΙΑΝΟΗΤΩΝ ΤΗΣ ΕΣΒΗΣΕ ΠΡΟΤΟΥ ΠΡΟΛΑΒΕΙ ΝΑ ΦΩΤΙΣΕΙ ΤΙΣ ΕΣΧΑΤΙΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ.

 

ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΕΤΣΙ ΘΑ ΕΞΕΛΙΣΣΟΤΑΝ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΝ ΤΟ ΠΡΩΙΝΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΤΟΥ 490 π.Χ. ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΟΠΛΙΤΕΣ ΔΕΝ ΕΣΠΕΥΔΑΝ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑΘΩΝΑ.

 

ΝΙΚΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ Ιστορικός
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟΛΩΝ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

http://img149.imageshack.us/img149/3882/490page18image0001ba2.jpg
Ή μάχη του Μαραθώνα". Πίνακας του Αλέξανδρου Βασιλόπουλου για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ.



ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ-ΚΡΑΤΩΝ

Δύο μόλις χρόνια μετά τις επιχειρήσεις του Μαρδόνιου στη βόρεια Ελλάδα (492 π.Χ.), ο Δαρείος ήταν έτοιμος να αποστείλει ένα εκστρατευτικό σώμα εναντίον της Αθήνας και της Ερέτριας. Η δικαιολογία της "τιμωρίας" λόγω της συμμετοχής των δύο αυτών πόλεων στην Ιωνική Επανάσταση προσέφερε ένα έξυπνο πρόσχημα στους Πέρσες και ταυτόχρονα διευκόλυνε όσους Έλληνες σκόπευαν να αποστασιοποιηθούν και να τηρήσουν ουδετερότητα. Άλλωστε, πολλές πόλεις-κράτη θα παρακολουθούσαν με ικανοποίηση την καταστροφή της φιλόδοξης Αθήνας.

Οι κυριότερες ελληνικές δυνάμεις στο διάστημα 510-490 π.Χ. ήταν η Σπάρτη με την Πελοποννησιακή Συμμαχία, που προέβαλλε ως η αδιαμφισβήτητη στρατιωτική δύναμη, η ραγδαία ανερχόμενη Αθήνα και η ισχυρή οικονομικά Κόρινθος. Υπήρχαν βέβαια και άλλες υπολογίσιμες δυνάμεις όπως η Θήβα, που όμως τη συγκεκριμένη περίοδο απείχε αρκετά από τη φιλοδοξία της να ενοποιήσει υπό την ηγεσία της τη Βοιωτία. Η Νάξος που ήλεγχε ένα μεγάλο τμήμα των Κυκλάδων. Η Αίγινα, που ως ναυτική δύναμη ενοχλείτο από την αναπτυσσόμενη Αθήνα, και το Αργός, που αμφισβητούσε τα σπαρτιατικά πρωτεία στην Πελοπόννησο. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια αναπτύχθηκαν ορισμένοι ενδιαφέροντες συσχετισμοί. Εν πρώτοις, είχε καλλιεργηθεί μια θερμή φιλία μεταξύ Αθηναίων και Πλαταιέων, οι οποίοι φοβούνται ότι τυχόν αύξηση της Θηβαϊκής ισχύος στη Βοιωτία θα σηματοδοτούσε την απώλεια της ανεξαρτησίας τους. Από την άλλη πλευρά, ως αντίβαρο, είχε αναπτυχθεί μια σταθερή συμμαχία ανάμεσα στη Θήβα και την Αίγινα, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν τις αθηναϊκές φιλοδοξίες.

Η Αίγινα βρισκόταν από το 507/06 π.Χ. σε πόλεμο με την Αθήνα για τον έλεγχο του Σαρωνικού κόλπου και ο στόλος της πραγματοποιούσε συχνά επιδρομές στα παράλια της Αττικής. Την ίδια περίοδο η Σπάρτη και το Αργός έριζαν για την περιοχή της Κυνουρίας, ενώ οι Ερετριείς και οι Χαλκιδείς ήταν εχθροί ήδη από την εποχή του Ληλάντιου πολέμου. Έτσι, δεν μοιάζει παράδοξο το γεγονός ότι η Θήβα, η Αίγινα και το Αργός τάχθηκαν φανερά υπέρ των Περσών, εξυπηρετώντας άμεσα ή έμμεσα την προσπάθεια τους να επιβληθούν στην Ελλάδα.

Παρόλο που οι σχέσεις της Αθήνας με τη Σπάρτη είχαν δοκιμαστεί έντονα μετά τις δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, ωστόσο οι Σπαρτιάτες παρενέβαιναν συχνά στις διενέξεις της Αθήνας με την Αίγινα υπέρ της πρώτης. Με τη σειρά τους οι Θηβαίοι δεν δίστασαν να εισβάλουν στην Αθήνα στα πλαίσια της συμμαχίας τους με την Αίγινα κ.ο.κ. Η έκρηξη των Μηδικών Πολέμων βρήκε τελικά την Αίγινα, τη Χαλκίδα και το Αργός ηττημένες και τη Θήβα να έχει προσχωρήσει στους εχθρούς. Απέμεναν λοιπόν η Αθήνα και η Σπάρτη για να επωμιστούν τα βάρη και να μοιραστούν τους κινδύνους της επερχόμενης σύγκρουσης.

http://img293.imageshack.us/img293/4320/490page20image0001jc5.jpg
Πέρσης φρουρός. Ο οπλισμός του αποτελείται από ακόντιο και τόξο (ανάγλυφο από το ανάκτορο της Περσέπολης).



Η ΑΦΙΞΗ ΤΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Το άδοξο τέλος της Ιωνικής Επανάστασης και οι πληροφορίες για τις στρατιωτικές προετοιμασίες των Περσών προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στην Αθήνα. Οι δημοκρατικοί θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για την εμπλοκή της πόλης στην Επανάσταση, ενώ η τάση να αναζητηθούν εξιλαστήρια θύματα φανερώνει το πόσο έκρυθμη ήταν η κατάσταση. Στις αρχές της άνοιξης του 493 π.Χ., ο τραγικός ποιητής Φρύνιχος ανέβασε μια θεατρική παράσταση με τίτλο "Μιλήτου Αλωσις", στην οποία περιέγραφε με ζωντάνια την κατάρρευση της Ιωνικής Επανάστασης. Λέγεται πως οι θεατές ξέσπασαν σε θρήνους μέσα στο θέατρο. Πολύ ενοχλημένη η ολιγαρχική, και για πολλούς φιλοπερσική μερίδα (το συμπέρασμα αυτό όμως δεν προκύπτει από τα γεγονότα), ανέλαβε δράση και επέτυχε να τιμωρηθεί ο δημιουργός με πρόστιμο 1.000 δραχμών, διότι θύμισε στους Αθηναίους "οικεία κακά", και να απαγορευτεί στο εξής η διδασκαλία του δράματος. Η "Μιλήτου Αλωσις" δεν θύμιζε απλώς "οικεία κακά", αλλά συγχρόνως προέβαλλε ως σωστή και αναγκαία την ενίσχυση προς τους επαναστατημένους Ιωνες. Την περίοδο εκείνη όμως δεν ήταν πολλοί στην Αθήνα αυτοί που πίστευαν ότι η πόλη τους μπορούσε να υπερβεί τα στενά της όρια και να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο Αιγαίο. Αντίθετα, πλέον διαπίστωναν πως η άφρονα πολιτική τους τους είχε καταστήσει άμεσο στόχο της Περσίας. Πολύ γρήγορα, όμως, η πάντα ευμετάβλητη αθηναϊκή γνώμη πείσθηκε από τους δημοκρατικούς ότι, εφόσον η περσική επίθεση ήταν αναπόφευκτη, θα έπρεπε να προβληθεί αντίσταση. Γι' αυτό τον σκοπό χρειαζόταν ένας ισχυρός και δημοφιλής ηγέτης. Ετσι, το 493 π.Χ. εξελέγη επώνυμος άρχοντας ένας ορμητικός νεαρός από τη Φρεαττύδα, ο οποίος δεν προερχόταν από την τάξη των "επιφανών πολιτών": ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους. Ο Θεμιστοκλής είχε προβλέψει πως η αναμέτρηση με την Περσία ήταν αναπόφευκτη. Φαίνεται μάλιστα πως αρκετά νωρίς είχε συλλάβει το σχέδιο μιας αποφασιστικής σύγκρουσης με τους Πέρσες στη θάλασσα. Επρόκειτο για μια άποψη που αρχικά δεν υποστήριξε δημόσια, δεδομένου ότι οι Αθηναίοι δεν επιθυμούσαν να συγκρουστούν με τον μεγάλο βασιλιά. Είχε κατορθώσει ωστόσο να πείσει τους συμπολίτες του να διαθέσουν τα έσοδα από τον άργυρο του Λαυρίου προκειμένου να ναυπηγηθούν τριήρεις για τις ανάγκες του πολέμου με την Αίγινα. Ο Θεμιστοκλής, υπέρμαχος της ναυπήγησης στόλου για την άμυνα της πόλης, υποστηρίχθηκε με θέρμη κυρίως από την εμποροναυτική τάξη, μια από τις κατεξοχήν δημοκρατικές δυνάμεις της Αθήνας.

Τη δεδομένη στιγμή όμως η θεά Αθηνά είχε επιλέξει άλλον για να προστατέψει την πόλη της. Ο φιλόδοξος Θεμιστοκλής επρόκειτο να λάβει το χρίσμα του σωτήρα μετά από δέκα χρόνια. Το καλοκαίρι του 493 π.Χ. "με μια κάθε άλλο παρά θεατρική αίσθηση του σωστού χρόνου" [P. Green: "Οι Ελληνοπερσικοί πόλεμοι"] έφθασε στην Αθήνα ο Μιλτιάδης, φέρνοντας μαζί του όλους τους θησαυρούς του και πέντε τριήρεις. Είχε περιέλθει στη δυσμένεια του Δαρείου, αφενός λόγω της συμμετοχής του στην Ιωνική Επανάσταση και αφετέρου λόγω της κατάληψης της Λήμνου. Ο Θεμιστοκλής και αυτός δεν είχαν τίποτε κοινό, εκτός από την απόφαση να αγωνιστούν, προς το παρόν όμως αυτό αρκούσε. Ο Μιλτιάδης γνώριζε άριστα τα Περσικά θέματα και οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη θρακική Χερσόνησο τον είχαν ωριμάσει ως πολέμαρχο, κάτι που έλειπε πολύ από την Αθήνα εκείνη την περίοδο.

 

http://img149.imageshack.us/img149/8409/490page20image0002gi4.jpg
Προτομή του Ηροδότου. Μαρμάρινο ρωμαϊκό αντίγραφο.
Ο "πατέρας της Ιστορίας " αποτελεί τη βασική πηγή για την περίοδο των Περσικών Πολέμων (Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο).

 


Ωστόσο, οι αντίπαλοι του (τους οποίους ο Ηρόδοτος αποφεύγει να κατονομάσει) προσήγαγαν τον νεοαφιχθέντα σε δίκη με την κατηγορία ότι στη Χερσόνησο είχε συμπεριφερθεί ως τύραννος. Η αριστοκρατική του καταγωγή, το γεγονός ότι όφειλε τον διορισμό του στη Χερσόνησο στον Πεισίστρατο και τον Ιππία, αλλά και η συνεργασία του με τους Πέρσες ήταν στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν από τους πολιτικούς του αντιπάλους. Εν τούτοις, το κύρος του, η οικονομική του ευρωστία, η φήμη γύρω από την προσπάθεια καταστροφής της γέφυρας στον Δούναβη κατά την εκστρατεία του Δαρείου στη Σκυθία, όσο και το γεγονός ότι οι αντίπαλοι του χρησιμοποίησαν ασήμαντα πρόσωπα για την υποστήριξη της κατηγορίας συνετέλεσαν στην πανηγυρική του αθώωση. Μάλιστα, κατά τις αρχαιρεσίες του 491 π.Χ., εξελέγη ως ένας από τους δέκα στρατηγούς μαζί με τον υποστηρικτή και φίλο του Αριστείδη. "Μερικές φορές ο δήμος επέλεγε καλύτερα απ' όσο το συνειδητοποιούσε" [Ρ.Green: "Οι Ελληνοπερσικοί πόλεμοι"].

Εν τω μεταξύ, οι όλο και περισσότερες αναφορές περί των περσικών στρατιωτικών προετοιμασιών καθιστούσαν σαφές ότι η άμυνα της πόλης έπρεπε να οργανωθεί χωρίς καθυστέρηση. Ο Θεμιστοκλής, πιστός στο δόγμα μεταφοράς του επερχόμενου πολέμου στη θάλασσα, πρότεινε την οχύρωση του Πειραιά, την εγκατάλειψη της Αθήνας και την εναπόθεση όλων των ελπίδων σε μια αποφασιστική ναυτική σύγκρουση. Οπως ήταν αναμενόμενο, η πρόταση αυτή συνάντησε τη σφοδρή αντίθεση της αριστοκρατικής, ολιγαρχικής μερίδας. Οι αριστοκρατικοί κύκλοι της πόλης στηρίζονταν στα έσοδα των γαιοκτησιών τους και μια ενδεχόμενη εγκατάλειψη της θα σήμαινε την οικονομική καταστροφή τους από τις λεηλασίες των εισβολέων. Μαζί τους συμπαρατάχθηκαν οι αγρότες και όσοι είχαν ανεπτυγμένη την αίσθηση της τιμής σχετικά με την υπεράσπιση της πατρίδας, της οικογενειακής εστίας και των προγόνων. Ο Θεμιστοκλής είχε να αντιμετωπίσει το μεγάλο βάρος της παράδοσης και μοιραία υποχώρησε. Το 492 π.Χ. (πιθανότατα) το ναυτικό του πρόγραμμα ματαιώθηκε, μολονότι η Εκκλησία του Δήμου είχε ψηφίσει υπέρ της οχύρωσης του Πειραιά. Οι Αθηναίοι αποφάσισαν να παραμείνουν και να υπερασπίσουν τη γη των πατέρων τους. Το κλέος του Θεμιστοκλή δεν βρισκόταν στον Μαραθώνα αλλά στη Σαλαμίνα. Προς το παρόν θα συμπαρατασσόταν στην οπλιτική φάλαγγα μαζί με τον Μιλτιάδη και τον Αριστείδη. Απέναντι στην περσική απειλή δεν υπήρχε χρόνος για περαιτέρω διαφωνίες. Οι δύο παρατάξεις ειρήνευσαν και προετοιμάσθηκαν για την άμυνα. Μόνο οι οπαδοί των Πεισιστρατιδών φαίνεται πως έμειναν έξω από την υπόθεση σωτηρίας της πόλης.

 

 




http://img119.imageshack.us/img119/5314/490page21image0001xc2.jpg
Τοξότης από το δυτικό αέτωμα του ναού της Αφαίας στην Αίγινα. Οι Αιγινίτες εξελίχθηκαν σε αδυσώπητους εχθρούς των Αθηναίων (Γλυπτοθήκη Μονάχου).

http://img204.imageshack.us/img204/387/pol1vi4.jpg
Αθηναίος πολέμαρχος, 490 π.Χ.
Οι σύνθετοι θώρακες των επιφανέστερων πολιτών της Αθήνας ήταν επενδεδυμένοι με αλληλοεπικαλυπτόμενες ορειχάλκινες φολίδες ποικίλων μεγεθών, ενώ οι παρυφές των διαφόρων τμημάτων διακοσμούντο με ζωηρόχρωμα μοτίβα. Η κορινθιακή περικεφαλαία του αξιωματικού είναι δίχρωμη με τον θόλο της να έχει αφεθεί στο χρώμα του ορείχαλκου και την προσωπίδα να έχει βαφτεί μαύρη για λόγους εντυπωσιασμού. Ο υπερυψωμένος λοφιοστάτης του κράνους προσδίδει μεγαλύτερο ανάστημα στον πολέμαρχο, ενώ η μεταλλική οθόνη της ασπίδας του είναι διακοσμημένη με τη λευκή ταυροκεφαλή, ένα από τα αγαπημένα εμβλήματα των Μαραθωνομάχων (ανακαλούσε στη μνήμη τους την πάλη του ήρωα Θησέα με τον γιγαντόσωμο λευκό ταύρο του Μαραθώνα) (ενδυματολογική έρευνα-εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ).



http://img87.imageshack.us/img87/4613/opl1ly0.jpg
Αθηναίος οπλίτης, 490 π.Χ.
Ο συγκεκριμένος πολεμιστής αντιπροσωπεύει ενδυματολογικά τον μέσο όρο των Αθηναίων οπλιτών της κατώτερης οικονομικής τάξης που πολέμησαν στον Μαραθώνα. Φέρει λοψιοψορο κράνος αττικού τύπου, ελαφρύ λινοθώρακα με δερμάτινες πτέρυγες, ψηλές ορειχάλκινες περικνημίδες και ασπίδα τύπου «όπλον», στην οθόνη της οποίας έχει προσαρμοστεί μάλλινο παραπέτασμα για την προστασία των κάτω άκρων από τα Περσικά βέλη. Τα επιθετικά του όπλα είναι το μακρύ νυκτικό δόρυ και το νυκτικό-θλαστικό ξίφος (δεν εικονίζεται εδώ) (ενδυματολογική έρευνα-εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ).

http://img519.imageshack.us/img519/1931/spart1rb7.jpg
Αγαλμάτιο πολεμιστή, πι9ανώς Σπαρτιάτη, από τη Δωδώνη (530-510 π.Χ.). Τις παραμονές των Περσικών Πολέμων, η Σπάρτη διέθετε την πιο ισχυρή στρατιωτική δύναμη στον ελληνικό χώρο (Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων).




Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, την άνοιξη του 491 π.Χ. ο Δαρείος έστειλε κήρυκες στα νησιά του Αιγαίου και σε όλες τις πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας αξιώνοντας «γη και ύδωρ», δηλαδή υποταγή. Οι νησιώτες (πρώτοι οι Θάσιοι) ανταποκρίθηκαν αμέσως στις Περσικές απαιτήσεις. Ακολούθησαν οι πόλεις της βόρειας Ελλάδας και η «καραβοξακουστή» Αίγινα. Η στάση αυτή των Αιγινιτών θεωρήθηκε μέγιστο κίνδυνος για τους Αθηναίους. Μέχρι εκείνη την εποχή οι δύο αντίζηλες πόλεις μπορούσαν να πολεμούν μεταξύ τους με τρόπο ισόρροπο και ελεγχόμενο, μια ενδεχόμενη ενίσχυση από την Περσία θα ανέτρεπε δραματικά την ισορροπία δυνάμεων. Οι Αθηναίοι ζήτησαν την βοήθεια της Σπάρτης κατηγορώντας τους Αιγινίτες ως «προδότες της Ελλάδας», ενώ τους κήρυκες του Δαρείου, που έφθασαν στην Αθήνα ζητώντας «γη και ύδωρ», του έριξαν σε ένα βάραθρο. Η ίδια φρικτή τύχη ανέμενε και τους Πέρσες απεσταλμένους στην Σπάρτη. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του «πατέρα της ιστορίας» οι πρώτοι [οι Αθηναίοι] αυτούς που ήλθαν να ζητήσουν [γη και ύδωρ] τους έριξαν στο βάραθρο και οι δεύτεροι [οι Σπαρτιάτες[ σε πηγάδι και εκεί τους καλούσαν να τα πάρουν από εκεί και να τα πάνε στον βασιλιά τους.  Πάντως οι πληροφορίες του Ηροδότου περί πρεσβειών σε όλη την Ελλάδα,  δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα, αφού σκοπό της εκστρατείας ήταν μόνο η τιμωρία της Νάξου, της Ερέτριας και της Αθήνας, και όχι η υποταγή (τουλάχιστον σε πρώτη φάση) ολόκληρης της Ελλάδας. Αν υπήρξε Περσική διπλωματική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο πριν από την μάχη του Μαραθώνα τότε θα απέβλεπε στην απομόνωση της Αθήνας από τις άλλες πόλεις-κράτη και όχι στην αξίωση υποταγής όλων. Εξάλλου, όπως θα δούμε, ο αριθμός των ανδρών του Περσικού εκστρατευτικού σώματος δεν επαρκούσε για την υποταγή ολόκληρης της ηπειρωτική χώρας. Οι διπλωματικές ενέργειες του Δαρείου είναι άγνωστες, ωστόσο δεν αποκλείεται το γεγονός ότι οι Αθηναίοι αντιμετώπισαν σχεδόν μόνοι τους  (με τους Πλαταιείς) τους εισβολείς στον Μαραθώνα  να οφείλεται σε επιτυχημένες διπλωματικές Περσικές κινήσεις.   
 
Ο Περσικός στρατός συγκεντρώθηκε την άνοιξη του 490 π.Χ. στο Αλήιον πεδίον της Κιλικίας. Ο Ηρόδοτος δεν αναφέρει την αριθμητική του δύναμη, παρά μόνο ότι συγκεντρώθηκαν πολλοί και καλά εξοπλισμένοι άνδρες, "πεζόν στρατόν πολλόν τε και ευ εσκευασμένον". Η έλλειψη ακριβών πληροφοριών από τον Ηρόδοτο άφησε ανοικτά τα περιθώρια υπολογισμού τόσο σε συγχρόνους του, όσο και σε νεώτερους μελετητές. Ο επιγραμματοποιός Σιμωνίδης υπολογίζει τους Πέρσες σε 200.000. Ο Πλάτων αναφέρει 500.000 και ο Ιουστίνος 600.000. Ο Παυσανίας, με συντηρητικούς υπολογισμούς, κάνει λόγο για 300.000 άνδρες. Οι παραπάνω αριθμοί φαίνονται υπερβολικοί (πιθανώς διότι οι αρχαίοι συγγραφείς συμπεριελάμβαναν στους αριθμούς που παρέθεταν, εκτός από τους στρατιώτες, τους κωπηλάτες, τους τεχνικούς, τους δούλους κ.ά.). Ανάμεσα στους νεώτερους ιστορικούς επικρατεί διχογνωμία. Οι Μπούσολτ και Γκλοτζ υπολογίζουν τον Περσικό στρατό σε 50.000, ενώ ο Χ. Μπένγκστον σε 20.000 (αριθμός πιθανότατα πολύ μικρός). Ο Ν. Χάμοντ μιλά για μια συνολική δύναμη 80.000 ανδρών, ανάμεσα στους οποίους οι 25.000 ήταν στρατιώτες. Κάποιοι άλλοι μελετητές, βάσει του αριθμού των πλοίων (600), υπολογίζουν την περσική δύναμη σε 130.000-150.000 στρατιώτες και ναύτες. Μερικοί όμως μειώνουν τη συνολική δύναμη του εκστρατευτικού σώματος σε 30.000-55.000 άνδρες. Λογική και πιθανή φαίνεται η πρόταση του Χάμοντ. Αν όμως υπολογίσουμε τον αριθμό των ανδρών με βάση τη χωρητικότητα κάθε πλοίου (αφού βέβαια συνυπολογίσουμε και τα τεράστια φορτία σε οπλισμό, τρόφιμα και παντός είδους υλικό που θα μετέφεραν) φαίνεται λογικό οι Πέρσες να διέθεταν γύρω στους 30.000-50.000 στρατιώτες και 70.000-90.000 ναύτες. Με συντηρητικούς υπολογισμούς και λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές απώλειες κατά την άλωση της Νάξου και της Ερέτριας και την εγκατάσταση φρουρών στα κατακτημένα νησιά του Αιγαίου μπορούμε να υποθέσουμε ότι απέναντι στους Αθηναίους στον Μαραθώνα παρατάχθηκαν 30.000-35.000 Πέρσες. Σε κάθε περίπτωση, δηλαδή, η δύναμη των εισβολέων ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των αμυνόμενων.

Όσον αφορά τον αριθμό των πλοίων, ο Ηρόδοτος αναφέρει 600 τριήρεις. Σίγουρα, όμως, τα περισσότερα ήταν μεταγωγικά. Είναι λογικό, αν δεχθούμε τον αριθμό που δίνει ο Ελληνας ιστορικός, να θεωρήσουμε ότι τα 400-450 από αυτά ήταν μεταγωγικά και τα υπόλοιπα πολεμικά.

Αρχηγοί του περσικού σώματος ορίσθηκαν ο Μήδος ευγενής Δάτης, παλαίμαχος αξιωματικός της γενιάς που είχε καταστρέψει τη Νινευή και ίσως είχε συμμετάσχει στην καταστολή της Ιωνικής Επανάστασης, και ο Πέρσης Αρταφέρνης, ανιψιός του βασιλιά και γιος του ομώνυμου σατράπη των Σάρδεων. Στην εκστρατεία συμμετείχε, ως σύμβουλος, και ο γηραιός έκπτωτος τύραννος Ιππίας. Οι αρχηγοί των Περσών πίστευαν ότι η παρουσία του θα επέφερε την εξασθένιση της αθηναϊκής άμυνας, εφόσον οι οπαδοί των Πεισιστρατιδών θα έπαιζαν τον ρόλο της πέμπτης φάλαγγας. 

 

http://img146.imageshack.us/img146/4425/490page25image0001zx2.jpg
Παράσταση Αθηναίου οπλίτη του τέλους του 6ου αιώνα π.Χ. Γραπτή πλάκα από την Ακρόπολη των Αθηνών (Αθήνα, Μουσείο Ακρόπολης).

 

Το καλοκαίρι του 490 π.Χ οι περσικές τριήρεις άνοιξαν πανιά προς το Αιγαίο για να εκτελέοουν τη διαταγή του μεγάλου βασιλιά, δηλαδή "να υποδουλώσουν την Αθήνα και την Ερέτρια και να του φέρουν ενώπιον του τους κατοίκους δούλους". Οι Πέρσες δεν ακολούθησαν το σχέδιο του Μαρδόνιου για την εκστρατεία του 492 π.Χ., που προέβλεπε τη συνεργασία και κοινή δράση στόλου και στρατού. Η καταστροφή στον Αθω τούς είχε αποθαρρύνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε αποφάσισαν να μη συνεχίσουν τη διείσδυση στην Ελλάδα από τον βορρά, αλλά να πλήξουν τους στόχους τους διασχίζοντας το Αιγαίο.

Τα περσικά πλοία παρέπλευσαν την Ιωνία ως τη Σάμο. Από εκεί κατευθύνθηκαν προς τη Νάξο, πραγματοποιώντας αιφνιδιαστική επίθεση. Οι κάτοικοι δεν πρόλαβαν να οργανώσουν την άμυνα και υπέκυψαν γρήγορα. Το νησί λεηλατήθηκε, οι ναοί και οι κατοικίες πυρπολήθηκαν και όσοι από τους Ναξίους δεν κατέφυγαν στα ορεινά σημεία εξανδραποδίσθηκαν. Όταν οι κάτοικοι της Δήλου πληροφορήθηκαν την καταστροφή της Νάξου, εγκατέλειψαν το νησί τους και κατέφυγαν στην Τήνο. Ο Δάτης όμως τους κάλεσε να επιστρέψουν, υποσχόμενος πως δεν θα έβλαπτε ποτέ το νησί στο οποίο γεννήθηκαν ο Απόλλων και η Άρτεμις. Μάλιστα, προέβη επιδεικτικά σε μια πλούσια θυσία στον Δήλιο Απόλλωνα, καίγοντας επάνω στον βωμό του θεού 300 τάλαντα λιβάνι. Η περσική προπαγάνδα, με την κίνηση αυτή, προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες να μη προβάλουν αντίσταση στην εισβολή, εφόσον αυτή στόχευε στην τιμωρία της Ερέτριας και της Αθήνας. Κατά σατανική σύμπτωση όμως - λες και η ίδια η φύση ήθελε να καταρρίψει τα περσικά προσχήματα - λίγο μετά την αναχώρηση των Περσών ένας ισχυρός σεισμός κατέστρεψε τη Δήλο. Οι Περσικές τριήρεις κατευθύνθηκαν βορειοδυτικά, μέσω των Κυκλάδων, στρατολογώντας άνδρες και έφθασαν στην Κάρυστο, τη νοτιότερη πόλη της Εύβοιας. Εκεί οι Πέρσες ήλθαν αντιμέτωποι με την άρνηση των κατοίκων να παραδοθούν. Πολιόρκησαν λοιπόν την πόλη και άρχισαν να καίνε τις σοδειές στην ύπαιθρο που την περιέβαλλε. Τελικά οι Καρυστιοι παραδόθηκαν. Επόμενος στόχος ήταν η Ερέτρια. Στην πόλη βασίλευαν η αμφιβολία και η σύγχυση. Μερικοί επιθυμούσαν να συνδιαλλαγούν με τους εισβολείς, ενώ άλλοι πρότειναν να εγκαταλείψουν την πόλη, να καταφύγουν στους κοντινούς λόφους και από εκεί να διενεργούν αιφνιδιαστικές επιθέσεις εναντίον των εχθρών. Οι Ερετριείς ζήτησαν βοήθεια από τους Αθηναίους, οι οποίοι τους διέθεσαν 2.000 συμπατριώτες τους (σύμφωνα με πολλούς μελετητές 4.000), κληρούχους της Χαλκίδας. Ο Αισχύνης του Νόθωνος, επιφανής πολίτης της Ερέτριας, τους πληροφόρησε ότι η κατάσταση στην πόλη ήταν πλέον δραματική, εξαιτίας των εσωτερικών ερίδων, και τους συμβούλευσε να φύγουν. Πράγματι, αυτοί αποσύρθηκαν και διαπεραιώθηκαν στον Ωρωπό. Οι Ερετριείς, αν και στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου, αποφάσισαν τελικά να αμυνθούν εντός των τειχών. Μετά από πολιορκία έξι ημερών όμως η Ερέτρια αλώθηκε με προδοσία. Δύο εξέχοντες πολίτες, ο Εύφορβος του Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Ακαυνέα, παρέδωσαν την πόλη στους εχθρούς, οι οποίοι την πυρπόλησαν από άκρο σε άκρο. Ο πληθυσμός της εξανδραποδίσθηκε και εκτοπίσθηκε στα Αρδέρρικα της Σουσιανής, ως αντίποινα για την καταστροφή των Σάρδεων. Λίγες ημέρες αργότερα, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, "κίνησαν με τα πλοία τους για τις ακτές της Αττικής, ασκώντας μεγάλη πίεση και πιστεύοντας πως τα όσα έκαναν στην Ερέτρια θα τα έκαναν και στους Αθηναίους". Αυτές ακριβώς τις σκέψεις όμως είχαν και οι Αθηναίοι. Οι εισβολείς πιθανώς δεν θα ικανοποιούντο με μια δήλωση υποταγής, αλλά θα κατέστρεφαν την πόλη. Η βαρβαρότητα των Περσών στην Ερέτρια στέρησε κάθε λογικό επιχείρημα από τους Αθηναίους που εξακολουθούσαν να υποστηρίζουν τον συμβιβασμό ως την καλύτερη λύση. Μετά την καταστροφή της ευβοϊκής πόλης, οι Αθηναίοι θεώρησαν πως είχε φθάσει η σειρά τους. Επομένως, έπρεπε να πολεμήσουν και να εξαντλήσουν τις λιγοστές πιθανότητες που είχαν για να σώσουν την πόλη και τον εαυτό τους.

Τα περσικά πλοία διέσχισαν το στενό ανάμεσα στην Εύβοια και την Αττική. Άμεσος προορισμός τους ήταν η πεδιάδα του Μαραθώνα, περίπου 42 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Αθήνας, στην ακτή απέναντι από την Ερέτρια. Εκεί επρόκειτο να διεξαχθεί η αποφασιστική μάχη, από το αποτέλεσμα της οποίας εξαρτάτο όχι μόνο η τύχη της Αθήνας αλλά και της μελλοντικής φυσιογνωμίας της Ευρώπης, αν αναλογιστούμε ότι αυτό που ονομάζουμε Δυτικό πολιτισμό γεννήθηκε μέσα στην αθηναϊκή πολιτεία.

 



http://img146.imageshack.us/img146/8295/490page25image0003bi8.jpg
Ρωμαϊκό αντίγραφο προτομής του Μιλτιάδη (450 π.Χ. περίπου). Παρότι η άφιξη του στην Αθήνα προκάλεσε διαμάχες μεταξύ των πολιτών, πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό πως επρόκειτο για τον μόνο ίσως που μπορούσε να εξουδετερώσει τον περσικό κίνδυνο (Ραβέννα, Εθνικό Μουσείο).

 http://img146.imageshack.us/img146/4513/490page26image0001wy5.jpg
Χάρτης της περιοχής του Μαραθώνα.

 



ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

Η πεδιάδα του Μαραθώνα εκτείνεται κατά μήκος της γραμμής της παραλίας της Δακρίας, στο βορειοανατολικό τμήμα της οποίας βρίσκεται η χερσόνησος Κυνόσουρα. Σχηματίστηκε από προσχώσεις χειμάρρων και είχε ανώτατο μήκος εννέα και πλάτος τριών χιλιομέτρων. Η πεδιάδα περιβάλλεται στις τρεις πλευρές (νότια, δυτική και βόρεια) από όρη που αποτελούν τη συνέχεια της Πεντέλης και στην τέταρτη, την ανατολική, από θάλασσα. Ειδικότερα, ο χώρος ορίζεται από τα εξής όρη: προς βορρά από το Σταυροκοράκι, δυτικά από το Κοτρώνι και νότια από το Αγριελίκι. Την εποχή της μάχης το μεγαλύτερο τμήμα του βορειοανατολικού μέρους της πεδιάδας, μεταξύ του όρους Σταυροκοράκι και της Κυνόσουρας, καλυπτόταν από εκτεταμένο έλος, το Μεγάλο Ελος ['λίμνην τα πολλά ελώδη" (Παυσανίας, Αττικά, 32, 7)]. Ενα μικρότερο έλος, το Μικρό Ελος, βρισκόταν νοτιοδυτικά, ανάμεσα στο Αγριελίκι και την παραλία (περιοχή Βαλαρίας). Στο κέντρο σχεδόν της πεδιάδας και νοτιοδυτικά του Μεγάλου Ελους βρισκόταν ο χείμαρρος Χάραδρος, ενώ στο νοτιοδυτικό τμήμα του έλους μια πηγή, η λεγόμενη Μακαρία. Το τμήμα προς τον μυχό του κόλπου του Μεγάλου Ελους, η παραλιακή περιοχή του Σχοινιά, καλυπτόταν από δάσος. Δύο δρόμοι οδηγούν από την πεδιάδα του Μαραθώνα στην Αθήνα. Ο ένας, με ανατολική κατεύθυνση, περνά μέσα από την Παλλήνη, ανάμεσα από τον Υμηττό και την Πεντέλη. Ενας δευτερεύων ημιορεινός δρόμος περνά από τον σημερινό δήμο Κηφισιάς και διχάζεται οδηγώντας από το ένα μέρος προς τον σημερινό Μαραθώνα και από το άλλο προς το σημερινό χωριό Βρανά.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο Ιππίας ήταν αυτός που είχε υποδείξει τον Μαραθώνα ως προγεφύρωμα, διότι το μέρος ήταν κατάλληλο για δράση ιππικού, "επιτηδεότατον χωρίον της Αττικής ενιππεύσαι". Δεν αποκλείεται όμως η κοντινή απόσταση από την Ερέτρια να έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εκλογή του τόπου απόβασης. Ισως, πάλι, ο Ιππίας να ήθελε να επαναλάβει τη θριαμβευτική πορεία του πατέρα του Πεισίστρατου προς την Αθήνα και την εγκαθίδρυση της τυραννίας μέσω της Ερέτριας και του Μαραθώνα. Επιπλέον, οι φτωχοί χωρικοί της περιοχής ήταν πιστοί οπαδοί των Πεισιστρατιδων. Ισως, επίσης, οι Πέρσες αρχηγοί να υπολόγιζαν ότι, αν οι Αθηναίοι έσπευδαν να τους αντιμετωπίσουν στον Μαραθώνα, η τυραννόφιλη μερίδα θα μπορούσε να κυριαρχήσει στην πόλη. Η συντριπτική πλειοψηφία των μελετητών της μάχης υποστηρίζει ότι ο Μαραθώνας ήταν ιδανικός τόπος για την ανάπτυξη του ιππικού. Ενας από αυτούς, ο Π. Γκρην, υποστηρίζει πως ο Δάτης χρειαζόταν χώρο για να χρησιμοποιήσει τους ιππείς του και ο Μαραθώνας προσέφερε τις κατάλληλες συνθήκες - μια μακριά επίπεδη λωρίδα γης μεταξύ των ορέων και της θάλασσας, με εύκολη πρόσβαση προς την Αθήνα, μέσω του διάκενου Υμηττού-Πεντέλης. Αλλωστε και ο Ηρόδοτος γράφει ότι οι Πέρσες επέλεξαν τον Μαραθώνα, "δίότί το μέρος ήταν κατάλληλο για τους ελιγμούς του ιππικού". Αλλά υπάρχει και μια διαφορετική άποψη. Τα εκτεταμένα έλη στην περιοχή και ο χείμαρρος Χάραδρος που χώριζε την πεδιάδα στη μέση δεν αποτελούσαν τον καταλληλότερο τόπο για ευχερή ανάπτυξη του ιππικού. Η περιοχή ήταν "κακοτράχαλη, ακατάλληλη για άλογα, γεμάτη λάσπες, τενάγη και λίμνες" [Σχόλια εις Πλάτωνος, Μενέξενον, 240 c]. Πιθανότατα, λοιπόν, οι Πέρσες επέλεξαν τον Μαραθώνα ως βάση των επιχειρήσεων τους όχι για να χρησιμοποιήσουν το ιππικό, αλλά για να παρασύρουν τους Αθηναίους και να μπορέσουν οι ίδιοι να επιτεθούν, με ένα μέρος των δυνάμεων τους, στην ανεπαρκώς φρουρούμενη Αθήνα και να την κυριεύσουν. Αν πράγματι είχε εκπονηθεί τέτοιο σχέδιο από τους Πέρσες διοικητές, τότε μπορεί να εξηγηθεί και η απουσία του περσικού ιππικού απο τη μάχη - ίσως να έλειπε σε κάποια άγνωστη αποστολή. Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι η επιλογή του Μαραθώνα ανήκε στον Ιππία.

 


 


Οι Πέρσες αποβιβάστηκαν στην αμμώδη παραλία του Σχοινιά, στον βορειοανατολικό μυχό του κόλπου του Μαραθώνα, ανάμεσα στο Μεγάλο Ελος και στο ακρωτήριο-χερσόνησο της Κυνόσουρας (όπως αναφέρθηκε προηγουμένως στην τοπογραφία). Σε αυτό το σημείο εξασφάλιζαν επαρκή προστασία από την πλευρά της ξηράς, εύκολη υποχώρηση μέσω θαλάσσης και άφθονη χορτονομή για τα άλογα. Το περσικό στρατόπεδο πιθανώς εγκαταστάθηκε κοντά στην Τρικόρυνθο (στο σημερινό Κάτω Σούλι), μεταξύ του Χάραδρου και του Μεγάλου Ελους. Ο Δάτης και ο Αρταφέρνης, έχοντας αποβιβαστεί την αυγή, οργάνωσαν χωρίς να χρονοτριβήσουν την προστασία της οδού που οδηγεί βόρεια, προς τη Ραμνούντα. Παράλληλα, ανιχνευτές του ιππικού κατόπτευσαν την πεδιάδα. Αναμφίβολα, οι Πέρσες είχαν επιλέξει μια ισχυρή θέση. Οι οιωνοί όμως δεν ήταν καλοί. Ενας θρύλος, από αυτούς που αρέσκονται να προοικονομούν το αποτέλεσμα, αναφέρει ότι ο Ιππίας, μόλις πάτησε το πόδι του στην ακτή του Μαραθώνα, φτερνίστηκε τόσο δυνατά, ώστε του βγήκε ένα δόντι. Αφού έψαξε μάταια να το βρει μέσα στην άμμο, μονολόγησε "η γη αυτή δεν είναι δική μας και ούτε θα μπορέσουμε να την κατακτήσουμε. Κι αν είχα κάποιο μερίδιο σ'αυτή, το κατέχει τώρα το δόντι μου".

 

http://img211.imageshack.us/img211/457/pers2bw3.jpg
Επίλεκτος Σάκας τοξότης, 500-480 π.Χ
Οι Σάκες τοξότες αποτελούσαν επίλεκτο συμμαχικό σώμα του αυτοκρατορικού πεζικού (αντίστοιχο των ρωμαϊκών auxilia) ήταν, δε, ιδιαίτερα ικανοί ακόμα και ως πεζικό κρούσης. Εκτός από το τόξο χρησιμοποιούσαν ως επιθετικά όπλα την κυρτή μάχαιρα και τον σφηνοειδή πέλεκυ «σάγαρις», που ήταν σε θέση να διαπεράσει κάθε ελληνικό κράνος και κάθε ελληνικό θώρακα - μεταλλικής ή σύνθετης κατασκευής. Εθνοτικό γνώρισμα της στρατιωτικής ενδυμασίας τους είναι ο σκούφος από δέρμα λεοπάρδαλης με τη μυτερή απόληξη, στην οποία οφείλουν το όνομα τους ορισμένες φυλές τους: «Saka Tigrakhauda», για παράδειγμα, που σημαίνει «οι Σάκες με τα μυτερά καπέλα». Στον αρχαίο κόσμο επικρατούσαν έντονες φήμες ότι τα ρούχα τους και οι εφαπλωματοποιημένοι θώρακες τους κατασκευάζονταν από ανθρώπινο δέρμα (ενδυματολογική έρευνα-εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ).

 

 

http://img211.imageshack.us/img211/7484/opl2ss0.jpg
Οπλίτης των Πλαταιών, 500-490 π.Χ.
Η συγκεκριμένη αναπαράσταση στηρίζεται στις απεικονίσεις πολεμιστών από τα κεραμεικά σκεύη που ανακαλύφθηκαν στον τύμβο των Πλαταιέων στον Μαραθώνα. Φαίνεται πως οι περισσότεροι Πλαταιείς πολεμιστές ήταν ηλικίας 18-25 ετών και, κατά περίεργο τρόπο, απεικονίζονται να πολεμούν φορώντας τις μακριές χλαμύδες τους. Εφεραν κορινθιακά κράνη χωρίς διακοσμητικά στοιχεία, ορειχάλκινες ψηλές περικνημίδες και ασπίδες τύπου «όπλον» ή βοιωτικούς θυρεούς (ακόμη και ορισμένοι Αθηναίοι οπλίτες της περιόδου απεικονίζονται με βοιωτικούς θυρεούς) (ενδυματολογική έρευνα-εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ).

 http://img255.imageshack.us/img255/5558/490page33image0002ac7.jpg
Πολεμιστής με πλήρη εξάρτυση (κράνος, θώρακας, περικνημίδες, ασπίδα, δόρυ) αποχαιρετά τη γυναίκα του. Παρόμοιες σκηνές θα εξελίχθηκαν και στην Αθήνα το καλοκαίρι του 490 π.Χ., κατά την αναχώρηση των οπλιτών για τον Μαραθώνα (Βιέννη, Μουσείο Ιστορίας της Τέχνης).

 



ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Ένα από τα βασικά προβλήματα που συναντά ο μελετητής της μάχης του Μαραθώνα είναι ο ακριβής καθορισμός της ημερομηνίας διεξαγωγής της. Ο Ηρόδοτος, η βασική μας πηγή, γράφει ότι ο ημεροδρόμος που έστειλαν οι Αθηναίοι για να ζητήσει βοήθεια από τη Σπάρτη έφθασε εκεί σε δύο ημέρες. Οι Σπαρτιάτες, όπως προαναφέρθηκε, δήλωσαν αδυναμία να στείλουν άμεσα ενισχύσεις, διότι ήταν η ένατη ημέρα του μήνα (ο οποίος όμως δεν προσδιορίζεται) και δεν μπορούσαν να εκστρατεύσουν πριν από την πανσέληνο (στις 15 του μήνα). Ο Πλούταρχος αναφέρει ως ημερομηνία της μάχης την 6η Οκτωβρίου, που συνέπιπτε με τη γιορτή της Αρτέμιδος στην Αθήνα. Προσθέτει μάλιστα ότι από τότε οι Αθηναίοι θυσίαζαν στην Αρτεμη, ως ευχαριστήρια θυσία, 500 ερίφια κάθε χρόνο. Οι σύγχρονοι ιστορικοί ωστόσο απορρίπτουν την ημερομηνία του Πλουτάρχου, θεωρώντας ότι ο Βοιωτός ιστορικός παρασύρθηκε από την ευχαριστήρια θυσία. Υποστηρίζουν αντίθετα ότι η μάχη διεξήχθη οπωσδήποτε πριν από τις 6 Οκτωβρίου.

Επανερχόμενοι στον Ηρόδοτο, θα δούμε ότι ο αγγελιαφόρος διατάχθηκε να μεταβεί στη Σπάρτη αμέσως μόλις έγινε γνωστή η απόβαση των Περσών στον Μαραθώνα και έφθασε στη Λακωνία στις 9 του μήνα (ύστερα από πορεία δύο ημερών).
Οι Σπαρτιάτες από την άλλη πλευρά ξεκίνησαν μετά την πανσέληνο, δηλαδή στις 15 ή 16 του μήνα (η πανσέληνος συνέπιπτε πάντα με τη 15η του μήνα, διότι οι μήνες ήταν σεληνιακοί). Στον Μαραθώνα βρέθηκαν μετά από τρεις ημέρες, δηλαδή στις 18 ή 19 του μήνα, αλλά η μάχη είχε ήδη δοθεί.

Οι Αθηναίοι με τη σειρά τους έφθασαν στον Μαραθώνα στις 8 ή 9 του μήνα (εφόσον ο ημεροδρόμος αναχώρησε για τη Σπάρτη αμέσως μόλις πληροφορήθηκαν την απόβαση και έφθασε ύστερα από πορεία δύο ημερών, τότε οι Πέρσες αποβιβάστηκαν στην ακτή στις 7 του μήνα). Αν τώρα λάβουμε υπόψη μας ότι ο κάθε στρατηγός της φυλής αναλάμβανε την αρχιστρατηγία για μία ημέρα, τότε η μάχη δόθηκε την έκτη ημέρα, δηλαδή στις 14 ή 15 του μήνα, γιατί ο Μιλτιάδης ήταν στρατηγός της έκτης κατά σειρά φυλής (της Οινηίδος). Η ημερομηνία αυτή φαίνεται η πιθανότερη, μολονότι προκύπτει ακόμα ένα πρόβλημα. Όταν οι Σπαρτιάτες έφθασαν στην Αθήνα (στις 18 ή 19 του μήνα), δηλαδή τέσσερις-πέντε ημέρες μετά τη μάχη, ζήτησαν να δουν τους νεκρούς Πέρσες: "...ζήτησαν να δουν τους Μήδους. Πράγματι τους οδήγησαν στον Μαραθώνα και εκεί τους είδαν". Φαίνεται όμως εξαιρετικά παράδοξο οι Αθηναίοι να μην είχαν ήδη ενταφιάσει τους νεκρούς αντιπάλους τους, καθώς εξαιτίας των υψηλών θερμοκρασιών (η μάχη διεξήχθη τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο) ο κίνδυνος επιδημίας ήταν ορατός. Ο Πλάτων επιλύει έμμεσα το πρόβλημα αυτό, αναφέροντας πως οι Σπαρτιάτες έφθασαν στην Αθήνα την επομένη της μάχης, η μαρτυρία όμως αυτή δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί.

 

http://img217.imageshack.us/img217/2695/490page33image0001md4.jpg
Σκηνή προετοιμασίας πολεμιστών πριν από τη μάχη. Στον Μαραθώνα οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς προετοιμάστηκαν ταχύτατα και παρατάχθηκαν για μάχη αιφνιδιάζοντας τους Πέρσες (λεπτομέρεια Wadsworth Museum Hartford, Conn).

 



Οι αρχαίες πηγές δεν κάνουν λόγο ούτε για τον
μήνα διεξαγωγής της μάχης, με αποτέλεσμα οι νεώτεροι μελετητές να έχουν επιδοθεί σε ορισμένους ενδιαφέροντες υπολογισμούς. Η ημερομηνία της μάχης σχετίζεται με την πανσέληνο είτε της 10ης Αυγούστου (15ης Εκατομβαιώνος) είτε της 9ης Σεπτεμβρίου (15ης Μεταγειτνιώνος) είτε της 8ης Οκτωβρίου (15ης Βοηδρομιώνος). Μια λογική υπόθεση είναι η μάχη να διεξήχθη τον Σεπτέμβριο (Μεταγειτνιώνα), διότι ο μήνας αυτός αντιστοιχεί με τον Κάρνειο στη Σπάρτη, που συμπίπτει με τη γιορτή των Καρνείων την οποία οι Σπαρτιάτες προέβαλαν ως δικαιολογία για να μην ενισχύσουν άμεσα την Αθήνα. Ο Ηρόδοτος όμως δεν αναφέρει τίποτα για τη γιορτή των Καρνείων (αντίθετα, το πράττει στην εξιστόρηση της μάχης των Θερμοπυλών): "...δεν τους ήταν δυνατό να στείλουν αμέσως βοήθεια, για να μη παραβούν το έθιμο. Ήταν τότε η ένατη ημέρα του μήνα και είπαν ότι δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν εκείνη την ημέρα την εκστρατεία, γιατί δεν ήταν πανσέληνος".

Όσον αφορά τον μήνα Οκτώβριο (Βοηδρομιώνα), μάλλον αποκλείεται, γιατί δύσκολα γίνεται παραδεκτό ότι ο περσικός στόλος, ο οποίος ξεκίνησε από την Κιλικία το καλοκαίρι, χρειάσθηκε τέσσερις μήνες περίπου για να φθάσει στον Μαραθώνα, έστω και αν καθυστέρησε από τις μάχες στη Νάξο και την Ερέτρια. Έτσι, ως πιθανότερος μήνας για τη διεξαγωγή της μάχης θεωρείται ο Αύγουστος (Εκατομβαίων), χωρίς όμως να μπορούμε να αποκλείσουμε και τον Σεπτέμβριο.

 

 

 

Πέρσης ασπιδοφόρος στοιχιάρχης (σπαραμπάρα), 500-490 π.Χ.
Οι σπαραμπάρα συγκροτούσαν τη θωρακισμένη πρώτη γραμμή κρούσης του περσικού πεζικού, που απέβλεπε στην προστασία των τοξοτών των πίσω σειρών την ώρα που αυτοί εξαπέλυαν μαζικές βολές κατά των επιτιθέμενων αντιπάλων. Τόσο η ενδυμασία του όσο και η σύνθετης κατασκευής (από καλάμια και δέρμα) ασπίδα του καλύπτονται από γραμμικά μοτίβα ευρασιατικής τεχνοτροπίας, δηλωτικό στοιχείο της μονάδας στην οποία υπηρετούσε ή της γεωγραφικής περιοχής απ' όπου είχε στρατολογηθεί. Ως επιθετικό όπλα φέρει ένα στιβαρό δόρυ με στρογγυλή μεταλλική βάση και το χαρακτηριστικό ιρανικό ξιφίδιο (ακινάκης). Το σώμα του προστατεύεται από εφαπλωματοποιημένο λινοθώρακα με ενσωματωμένες δερμάτινες πτέρυγες (ενδυματολογική έρευνα-εικονογράφηση του Χρήστου Γιαννόπουλου για τις Εκδόσεις ΠΕΡΙΣΚΟΠΙΟ).

http://img261.imageshack.us/img261/3520/490page34image0001em7.jpg
Η παραλία του Σχοινιά. Εδώ αποβιβάστηκε το Περσικό εκστρατευτικό σώμα (φωτ. Εκδοτική Α&ηνών).
 


ΑΦΙΞΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

Σύμφωνα με την αττική μυθολογία, στον Μαραθώνα πραγματοποιήθηκε μια σφοδρή μάχη ανάμεσα στους Αργείους και τους Αθηναίους, όταν οι δεύτεροι αρνήθηκαν να παραδώσουν στον βασιλιά Ευρυσθέα τα παιδιά του Ηρακλή, τα οποία είχαν ζητήσει άσυλο στον Μαραθώνα. Πριν από τη μάχη δόθηκε ένας χρησμός που έλεγε ότι οι Αθηναίοι θα νικούσαν αν θυσίαζαν μια γυναίκα από αρχοντικό γένος. Για τον σκοπό αυτό προσφέρθηκε η Μακάρια, κόρη του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, από την οποία ονομάσθηκε και η παρακείμενη πηγή. Οι Αθηναίοι και οι Ηρακλείδες νίκησαν τους Αργείους και σκότωσαν τον ίδιο τον Ευρυσθέα. Ευγνώμονες για την επιτυχή έκβαση της μάχης, κατασκεύασαν ναό προς τιμήν του Ηρακλή, το περίφημο Ηράκλειον. Όπως μας πληροφορεί ο Ηρόδοτος, κοντά στο Ηράκλειο στρατοπέδευσαν οι Αθηναίοι, οι οποίοι έφθασαν στην περιοχή ακολουθώντας τον ασφαλή δρόμο από την Κηφισιά.

Η θέση του ιερού ορίζεται στην περιοχή της Βαλαρίας, βόρεια του Μικρού Έλους και κοντά στα ερείπια της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων. Φαίνεται όμως πιθανό ότι τελικά την ημέρα της σύγκρουσης παρατάχθηκαν κοντά στις βορειοανατολικές υπώρειες του όρους Αγριελίκι, αφού από εκεί μπορούσαν να κατοπτεύουν τις κινήσεις των Περσών πεζών και να προστατευτούν από πιθανή επίθεση του εχθρικού ιππικού. Αντίθετα, αν παρέμεναν στο Ηράκλειο, κινδύνευαν να υπερφαλαγγιστούν από τις περσικές δυνάμεις, που θα κινούντο από την περιοχή του Βρανά. Τέλος, καθώς βρίσκονταν στο κέντρο των ορεινών όγκων του δυτικού τμήματος της πεδιάδας, και όχι μακριά από τον πιθανότερο χώρο διεξαγωγής της μάχης (στο αναπεπταμένο πεδίο ανάμεσα στα δύο έλη), μπορούσαν να διενεργήσουν άμεση επίθεση όταν θα έκριναν κατάλληλη τη στιγμή. Προς το τέλος της πρώτης ημέρας ή το πρωί της επομένης από την εγκατάσταση των Αθηναίων στο Ηράκλειο, κραυγές χαράς ακούσθηκαν από το αθηναϊκό στρατόπεδο. Οι Πλαταιείς πανστρατιά (1.000 οπλίτες) - όπως γράφει ο Ηρόδοτος "πήγαν εκεί οι Πλαταιείς να τους βοηθήσουν με όλες τους τις δυνάμεις"- με επικεφαλής τον Αρίμνηστο ήλθαν να αγωνιστούν στο πλευρό των συμμάχων τους και να μοιραστούν τη δόξα ή τον θάνατο.

 

ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟ ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑΘΩΝΑ

 ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΤΟΥ ΜΙΛΤΙΑΔΗ

Το επιτελικό όργανο του Αθηναϊκού στρατού ήταν "το πολεμικό συμβούλιο", το οποίο συγκροτούσαν ο πολέμαρχος Καλλίμαχος και οι δέκα στρατηγοί (ένας για κάθε φυλή). Οι στρατηγοί αναλάμβαναν τη διοίκηση των επιχειρήσεων εκ περιτροπής, ένας κάθε ημέρα, ως αρχιστράτηγος ή ως υποδιοικητής στο πλάι του πολεμάρχου, καθώς ο τελευταίος, σύμφωνα με το αρχαίο έθος, είχε το γενικό πρόσταγμα. Στην πράξη όμως οι τέσσερις στρατηγοί που υποστήριξαν στην Εκκλησία του Δήμου τη μετάβαση στον Μαραθώνα παραχώρησαν τη σειρά τους στον Μιλτιάδη: "Οι στρατηγοί των οποίων η γνώμη ήταν υπέρ της μάχης, κάθε φορά που ερχόταν η σειρά της αρχηγίας της ημέρας για τον καθένα, την παραχωρούσαν στον Μιλτιάδη [Ηρόδοτος 6, 110]. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Γκρην, "ήταν μια ευχάριστη στιγμή όπου οι δημοκρατικοί θεσμοί υποχώρησαν μπροστά στην ανώτερη τεχνογνωσία". Το παράδειγμα έδωσε πρώτος ο Αριστείδης, ο οποίος, κατά τον Πλούταρχο, "όταν ήλθε η σειρά του την παραχώρησε στον Μιλτιάδη, διδάσκοντας έτσι στους στρατηγούς ότι το να υπακούς και να ακολουθείς εκείνους που σκέφτονται σωστά δεν είναι ταπεινωτικό αλλά έντιμο και σωτήριο. Έτσι, λοιπόν, αφού άμβλυνε τον ανταγωνισμό των στρατηγών και τους προέτρεψε να ασπάζονται μια γνώμη, την καλύτερη, ενίσχυσε τον Μιλτιάδη, που έχοντας απερίσπαστος την εξουσία έγινε πανίσχυρος. Γιατί όλοι οι στρατηγοί, παραιτούμενοι από την ημερήσια στρατηγία, υπάκουαν στις εντολές του Μιλτιάδη".

Νεώτερες απόψεις (Βίλκεν) μιλούν για ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Μιλτιάδη ύστερα από ψήφισμα της Εκκλησίας του Δήμου. Κάτι τέτοιο όμως φαίνεται απίθανο για την καχύποπτη αθηναϊκή δημοκρατία.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Μιλτιάδης δέχθηκε την προσφορά, αλλά περίμενε να πολεμήσει την ημέρα της δικής του αρχιστρατηγίας, θέλοντας ίσως να αναλάβει ολοκληρωτικά την ευθύνη του εγχειρήματος. Η σύμφωνη γνώμη του πολεμάρχου ήταν παρόλα αυτά απαραίτητη, γι' αυτό και ο Μιλτιάδης προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Καλλίμαχο. Ίσως ο τελευταίος, έχοντας το γενικό πρόσταγμα, αφού συμφώνησε με την άποψη του Μιλτιάδη για τη σύναψη μάχης στον Μαραθώνα, να τον άφησε να καθορίσει τον χρόνο εκτέλεσης του σχεδίου.

Ο Μιλτιάδης αντιμετώπιζε τρία σοβαρά προβλήματα που έπρεπε να λύσει: την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου, την παρουσία του περσικού ιππικού και την παρουσία των τοξοτών.

Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της αριθμητικής υπεροχής του εχθρού, έπρεπε να εξασφαλίσει ότι ο αγώνας θα διεξαγόταν εκ του συστάδην, με την οπλιτική φάλαγγα συμπαγή και ανεπτυγμένη. Αν οι Αθηναίοι κατάφερναν να έλθουν σε επαφή με τους Πέρσες, τότε το σχέδιο μάχης, η υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και ο ανώτερος οπλισμός τους θα τους έδιναν μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Αυτό όμως που εμπόδιζε την άμεση επαφή τους, σε συνάρτηση με την απόσταση που χώριζε τους δύο στρατούς (5-7 χιλιόμετρα) ήταν το ιππικό και οι τοξότες, που μπορούσαν να διασπάσουν ή να διαταράξουν σοβαρά τη συνοχή της οπλιτικής φάλαγγας, προτού αυτή φθάσει στις γραμμές του περσικού πεζικού. Για την υπερνίκηση των δύο αυτών εμποδίων, ιδιαίτερη σημασία είχε η όσο το δυνατό μεγαλύτερη μείωση του χρόνου προέλασης της φάλαγγας προς τις γραμμές του εχθρικού πεζικού και, κατά συνέπεια, η μείωση της απόστασης ανάμεσα στους δύο στρατούς. Αυτό όμως δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί παρουσία των Περσών ιππέων. Ο Μιλτιάδης, άνδρας έμπειρος στη στρατιωτική τέχνη και έχοντας υπηρετήσει στο πλευρό του Δαρείου κατά τη διάρκεια της σκυθικής εκστρατείας, γνώριζε άριστα τις περσικές δυνατότητες και αδυναμίες. Για τον λόγο αυτό διέταξε τους άνδρες του να κατασκευάσουν ξύλινα φορητά κωλύματα. Αυτά αποτελούντο από μια μεγάλη εγκάρσια δοκό, επί της οποίας τοποθετήθηκαν κάθετα αιχμηροί πάσσαλοι. Χρησιμοποιώντας αυτά τα κωλύματα, ο Μιλτιάδης θα προστάτευε τα πλευρά της φάλαγγας από το επίφοβο Περσικό ιππικό.

  

Πέρσες δορυφόροι. Ο οπλισμός τους αποτελείται από μεγάλη ασπίδα και δόρυ (ανάγλυφο από την Περσέπολη).

 Την επομένη ή τη μεθεπομένη της εμφάνισης των Αθηναίων στον Μαραθώνα, οι Πέρσες, αφού προέβησαν σε σποραδικούς ακροβολισμούς προκαλώντας τους αντιπάλους τους σε μάχη, κινήθηκαν καταλαμβάνοντας μια προωθημένη θέση κοντά στον χείμαρρο Χάραδρο. Οι Πέρσες παρατάχθηκαν, αναμένοντας την αθηναϊκή αντίδραση. Οι Αθηναίοι όμως, χωρίς ιππικό και τοξότες, ήταν απρόθυμοι να προκαλέσουν σύγκρουση. Εξάλλου, ήλπιζαν ακόμα ότι θα έφταναν εγκαίρως οι Σπαρτιατικές ενισχύσεις. Σε τρεις τέσσερις μέρες θα ήταν πανσέληνος και το Σπαρτιατικό σώμα σύντομα θα ξεκινούσε για να συμπαραταχθεί. Οι Πέρσες, μετά από μια εκνευριστική αναμονή αρκετών ωρών, διέλυσαν τους σχηματισμούς τους  και επέστρεψαν στο στρατόπεδο τους. Ο Δάτης και ο Αρταφέρνης δεν αποτόλμησαν μια κατά μέτωπο επίθεση στην Ελληνική οχυρή τοποθεσία.

Η περσική πρόκληση ωστόσο προκάλεσε διχογνωμία στο Αθηναϊκό στρατόπεδο.  Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πέντε Αθηναίοι στρατηγοί υποστήριξαν πως δεν έπρεπε να εμπλακούν σε μάχη πριν από την άφιξη των Σπαρτιατών. Ο Μιλτιάδης όμως παρέμεινε ακλόνητος και μαζί με τους άλλους τέσσερις υποστήριξε πως θα έπρεπε να επιτεθούν την κατάλληλη στιγμή. Με την άποψη αυτή συντάχθηκε και ο Καλλίμαχος. Έτσι ελήφθη απόφαση να διενεργηθεί επίθεση με την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία. 

Παράλληλα πολύ πιθανό ο Ιππίας να είχε έλθει σε επαφή με τους οπαδούς του, με σκοπό να του παραδώσουν την πόλη. Όταν όλα θα ήταν έτοιμα οι συνωμότες θα έδιναν ηλιακό σήμα με μια ασπίδα από το όρος Πεντέλη. Δεν υπάρχουν βέβαια αξιόπιστες αποδείξεις για το τι θα υπονοούσε αυτό το σήμα. Πιθανολογούμε πως θα σήμαινε ότι οι συνωμότες θα ήταν έτοιμοι να ανοίξουν τις πύλες της Αθήνας. Τότε οι Πέρσες θα έστελναν ένα μέρος του στόλου τους μαζί με μια δύναμη κρούσης  γύρο από το ακρωτήριο του Σουνίου και θα πραγματοποιούσαν απόβαση στον κόλπο του Φαλήρου. Το ιππικό θα συνόδευε αυτή την ομάδα κρούσης. Εντωμεταξύ οι Αθηναίοι οπλίτες θα παρέμεναν ακινητοποιημένοι στον Μαραθώνα από το κύριο μέρος της Περσικής δύναμης. Μόλις κυριευόταν η Αθήνα, η Περσική δύναμη θα προήλαυνε προς τον Μαραθώνα από την οδό που είχαν χρησιμοποιήσει οι Αθηναίοι και  θα απέκοπτε κάθε προσπάθεια υποχώρησης τους. Έτσι οι τελευταίοι θα αναγκάζονταν να δώσουν μάχη ταυτόχρονα σε δύο πλευρές.

Οι Πέρσες στρατηγοί πρέπει να γνώριζαν τους λόγους καθυστέρησης των Σπαρτιατικών ενισχύσεων. Από την στιγμή που θα γέμιζε το φεγγάρι όμως, κάθε περεταίρω παραμονή στην περιοχή μπορούσε να αποδειχτεί επικίνδυνη. Όπως λοιπόν γίνεται κατανοητό περίμεναν το σύνθημα από την Πεντέλη με ιδιαίτερη αγωνία.

Ωστόσο η προδοσία (ή μάλλον η εθνική αλληλεγγύη των Ελλήνων) έπληξε το Περσικό στρατόπεδο. Λίγο πριν από τα χαράματα της μέρας της μάχης, μερικοί Ίωνες ανιχνευτές που υπηρετούσαν στον Περσικό στρατό, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, έφθασαν στο φράγμα από τα ξύλινα κωλύματα του Αθηναϊκού στρατοπέδου και μετέδωσαν ένα μήνυμα που έμεινε παροιμιώδες: «χωρίς ιππείς». Πράγματι, το Περσικό ιππικό είχε απομακρυνθεί από την πεδιάδα. Σχετικές πληροφορίες για αυτό αντλούμε από τον Έλληνα ιστοριογράφο Έφορο (4ος αιώνα π.Χ.), τον Ρωμαίο ιστορικό Κορνήλιο Νέπωτα και τον λεξικογράφο του 10ου αιώνα μ.Χ. Σουίδα. Ειδικά ο τελευταίος παραθέτει μια αναφορά η οποία εξηγεί την απουσία του ιππικού από τη μάχη: "Όταν ο Δάτις εισέβαλε στην Αττική, λένε ότι οι Ίωνες, όταν αυτός έφυγε, ανέβηκαν στα δένδρα και έκαναν σήματα στους Αθηναίους πως οι ιππείς βρίσκονταν μακριά". Ίσως, λοιπόν, εκείνο το βράδυ ο Δότης, έχοντας μαζί του το σώμα του ιππικού, να κατευθύνθηκε λάθρα με πλοία στο Φάληρο. Παρότι πρόκειται για υπόθεση που δεν επιβεβαιώνεται από τη διήγηση του Ηροδότου και μολονότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αντίθετη με την πάγια περσική τακτική που προϋπέθετε συνεργασία πεζικού και ιππικού, εντούτοις ένα τέτοιο σενάριο δεν στερείται σοβαρότητας.

 Ο Χάμοντ εκθέτει μια άλλη λογική άποψη, σύμφωνα με την οποία το ιππικό είχε προσωρινά μεταφερθεί στο Περσικό στρατόπεδο για τη νύκτα, οπότε είναι πολύ δύσκολη η παραμονή και ο έλεγχος των ίππων σε ανοικτή πεδιάδα. Σύμφωνα πάντα με αυτή την άποψη, οι Πέρσες αιφνιδιάστηκαν από την πρόκληση των Αθηναίων σε μάχη και δεν πρόλαβαν να παρατάξουν το ιππικό τους. Όταν οι στρατοί αντιπαρατάχθηκαν, οι ιππείς, δεδομένου ότι χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να ετοιμαστούν, έλαβαν θέση πίσω από τους πεζούς αδυνατώντας να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Αυτή η άποψη όμως δεν επιβεβαιώνεται από καμία άλλη πηγή. Άλλωστε, δεν πρέπει να υποτιμούμε το επίπεδο εκπαίδευσης των Περσών. Οι πεζοί μπορούσαν να ανοίξουν την παράταξη τους σε συγκεκριμένα σημεία και να επιτρέψουν στους ιππείς να περάσουν μπροστά. Επιπλέον, εφόσον τα άλογα αποσύρονταν κάθε νύκτα από την πεδιάδα, γιατί οι Αθηναίοι δεν προκάλεσαν τη σύγκρουση τις προηγούμενες ημέρες;

Όποια και αν είναι η εξήγηση, τα νέα για την απουσία του ιππικού δεν θα ήχησαν παρά ευχάριστα στα αυτιά του Μιλτιάδη. Ο έμπειρος στρατηγός συνειδητοποίησε πως του προσφερόταν μια μοναδική ευκαιρία για να αρπάξει στην κυριολεξία τη νίκη. Αναμφίβολα, όμως, η είδηση αυτή θα προκάλεσε και προβληματισμό. Αν πράγματι μια σημαντική δύναμη υπό τον Δάτη είχε αναλάβει να πλήξει, με απόβαση στο Φάληρο, την Αθήνα, ο χρόνος αναδεικνυόταν πλέον σε κυρίαρχο παράγοντα. Ακόμα και με ευνοϊκό άνεμο, ο Δάτης δεν θα μπορούσε να φθάσει στο Φάληρο σε λιγότερο από εννιά-δέκα ώρες, ενώ ο συνολικός χρόνος της απόβασης πιθανότατα θα υπερέβαινε τις 12 ώρες. Ο Αρταφέρνης από την άλλη πλευρά διέθετε μόνο το σώμα των τοξοτών και προφανώς μικρότερη δύναμη από την αρχική. Αν οι Αθηναίοι κατάφερναν να τον παρασύρουν σε μάχη και τον νικούσαν, ίσως να μπορούσαν να επιστρέψουν εγκαίρως στην Αθήνα και να αντιμετωπίσουν τον Δάτη. Οι καταπονημένοι όμως από τη μάχη οπλίτες δύσκολα θα μπορούσαν να διασχίσουν την απόσταση των 42 χιλιομέτρων από τον Μαραθώνα στην Αθήνα σε λιγότερο από επτά-οκτώ ώρες. Ίσως όλα να κρίνονταν σε μερικά λεπτά. Οι Αθηναίοι έπρεπε να κινηθούν με τη μέγιστη ταχύτητα. Ο Καλλίμαχος συμφώνησε με τον Μιλτιάδη και αποφάσισε να διακινδυνεύσει μια εμπλοκή.

Χωρίς αμφιβολία, τις προηγούμενες ημέρες, ο Μιλτιάδης είχε καταστρώσει το σχέδιο δράσης, το οποίο παρουσίασε στους συστρατήγους του, που προφανώς το αποδέχθηκαν. Ποιο ήταν όμως αυτό το σχέδιο, το οποίο θα παρείχε στην αθηναϊκή φάλαγγα τη δυνατότητα να εξανεμίσει την υπεροπλία του αντιπάλου και τελικά να τον νικήσει; Ο Μιλτιάδης, χωρίς να καταργήσει την παραδοσιακή παράλληλη διάταξη μάχης, καινοτόμησε εφαρμόζοντας για πρώτη φορά στο πεδίο της μάχης τον τακτικό αιφνιδιασμό.

Όλα ξεκίνησαν από τις γνώσεις που είχε για τον αντίπαλο. Κάθε στρατιά του μεγάλου βασιλιά περιελάμβανε περσικά και "συμμαχικά" τμήματα, τα οποία προέρχονταν από τις υποταγμένες χώρες. Οι Πέρσες και οι Μήδοι αποτελούσαν τα επίλεκτα σώματα του στρατού και ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν μέχρι θανάτου. Αντίθετα, οι υποτελείς στρατιώτες δεν έδειχναν την ίδια μαχητικότητα. Γι' αυτό τον λόγο οι Πέρσες διοικητές έτασσαν τα υποτελή στρατιωτικά σώματα στα πλευρά της παράταξης τους. Ακόμα και αν αυτά δεν άντεχαν την εχθρική πίεση και διαλύονταν, τα περσικά τμήματα στο κέντρο θα συνέχιζαν τη μάχη. Συνήθως οι περσικές στρατιές αποτελούντο από τεράστιο αριθμό ανδρών, οπότε ακόμα και η διάλυση της μίας ή και των δύο πτερύγων δεν προκαλούσε την υπερφαλάγγισή τους, εφόσον το μέτωπο ήταν τόσο εκτεταμένο, ώστε να καθίσταται απαγορευτική η υπερκέραση του. Στον Μαραθώνα όμως το Περσικό σώμα δεν διέθετε τεράστιους αριθμούς ανδρών, οπότε, αν διαλύονταν οι δύο πτέρυγες του, θα αντιμετώπιζε δυσεπίλυτα προβλήματα.

Οι Πέρσες παρατάχθηκαν μεταξύ του όρους Σταυροκοράκι και της θάλασσας. Η δεξιά τους πτέρυγα στηριζόταν στο όρος και η αριστερή στη θάλασσα. Πίσω από το μέτωπο των Περσών εκτεινόταν το Μεγάλο Ελος, γεγονός που σε περίπτωση διάσπασης θα οδηγούσε σε ολοκληρωτική καταστροφή κατά τη φάση της υποχώρησης. Σε περίπτωση μάλιστα ταυτόχρονης διάσπασης των δύο πτερύγων της παράταξης, την κατάσταση δεν θα έσωζαν ούτε οι επίλεκτοι μαχητές του κέντρου, γιατί θα υπερφαλαγγίζονταν και θα κατακόπτονταν.

Ο Μιλτιάδης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι συμπατριώτες του έπρεπε να ταχθούν με τρόπο αντιστρόφως ανάλογο των Περσών, δηλαδή με ισχυρές πλευρές και σχετικά αδύναμο κέντρο. Η σκέψη αυτή έκρυβε την ιδέα μιας διπλής υπερκέρασης. Ο Αθηναίος στρατηγός εκτιμούσε ότι το κέντρο των Περσών θα προχωρούσε, τη στιγμή που τα τμήματα τους στις δύο πτέρυγες θα υποχωρούσαν κάτω από την πίεση των ισχυρών πτερύγων της δικής του παράταξης. Έτσι, το Περσικό κέντρο τη στιγμή που θα είχε πιστέψει ότι λύγισε τον αντίπαλο του θα βρισκόταν κυκλωμένο. Βέβαια αυτό το σχέδιο απαιτούσε δύσκολους ελιγμούς της φάλαγγας, αλλά η εντατική και συνεχής εκπαίδευση των οπλιτών μπορούσε να εγγυηθεί ότι αυτοί θα εκτελούντο με την απαιτούμενη ακρίβεια.

  

 Η ΜΑΧΗ

Η ώρα ήταν 05.30 και οι Αθηναίοι είχαν ήδη παραταχθεί για μάχη. Βλέποντας τους, έπραξαν το ίδιο και οι Πέρσες, αν και κάπως αιφνιδιασμένοι, αφού η πολυήμερη αδράνεια των αντιπάλων τους τους είχε πείσει ότι δεν επρόκειτο να πολεμήσουν. Η φάλαγγα παρατάχθηκε μεταξύ του όρους Κοτρώνικαι της θάλασσας και έλαβε την ακόλουθη μορφή: στη δεξιά τιμητική πτέρυγα (δεξιόν κέρας) παρατάχθηκαν οι φυλές Αιαντίδα, Ακαμαντίδα, Ιπποθοωντίδα και Οινηίδα, σε βάθος οκτώ ζυγών (απλή φάλαγξ) και σε μήκος μετώπου 500 μέτρων (125 μέτρα για την κάθε φυλή), με επικεφαλής τον Καλλίμαχο, "γιατί εκείνη την εποχή ήταν κανονισμένο ο πολέμαρχος να κατέχει το δεξιό κέρας" [Ηρόδοτος 6, 111]. Η Αντιοχίδα και η Λεοντίδα, με διοικητές τον Θεμιστοκλή και τον Αριστείδη, τάχθηκαν στο κέντρο, με βάθος τεσσάρων ζυγών (μισή φάλαγξ) και μέτωπο διευρυμένο, ώστε να εκτείνονται και αυτές σε μήκος 500 μέτρων. Η Πανδιωνίδα, η Αιγηίδα, η Κεκροπίδα, η Ερεχθηίδα και οι Πλαταιείς παρατάχθηκαν στην αριστερή πλευρά (ευώνυμον κέρας), με βάθος οκτώ ζυγών και μήκος μετώπου 625 μέτρων. Ολη η γραμμή του μετώπου έφθανε τα 1.625 μέτρα και ήταν ίση με την περσική. Δεν διαθέτουμε πολλά στοιχεία για την παράταξη των Περσών, εκτός από το ότι στο κέντρο ήταν παρατεταγμένοι οι ανακτορικοί φρουροί και οι Σάκες, οι επίλεκτοι πολεμιστές των ανατολικών συνόρων της αυτοκρατορίας. Οι λιγότερο αξιόπιστες μονάδες θα είχαν παραταχθεί στα άκρα. Επιπλέον, η περσική παράταξη υπολογίζεται ότι θα είχε το ίδιο μεγάλο βάθος (40-50 ζυγοί) σε όλο της το μήκος.
Το Περσικό σχέδιο μάχης ήταν πιθανώς το αντίθετο του Αθηναϊκού. Οι τοξότες με μια βροχή βελών θα διατάρασσαν τη συνοχή της φάλαγγας. Στη συνέχεια, τα επίλεκτα τμήματα του κέντρου θα διασπούσαν το αντίστοιχο κέντρο των αντιπάλων τους. Σε μια τελευταία φάση το περσικό κέντρο θα περικύκλωνε πρώτα τη μία και έπειτα την άλλη αθηναϊκή πτέρυγα, αν αυτές δεν είχαν ήδη υποχωρήσει μετά τη διάσπαση του κέντρου και κάτω από την πίεση των Περσικών πτερύγων.
Η απόσταση κάθε οπλίτη από τον παραστάτη του ήταν ένα μέτρο, υπολογίζοντας και τα σώματα τους, ώστε οι ασπίδες που είχαν διάμετρο 0,90 μ. και - όπως κρέμονταν από το αριστερό χέρι - κάλυπταν και το δεξί πλευρό του παραστάτη που βρισκόταν αριστερά, να απέχουν ελάχιστα η μια από την άλλη.

 

 

Οι Πέρσες αντίθετα παρατάχθηκαν αραιότερα από τους Αθηναίους, για να μπορούν να χειρίζονται με άνεση τα τόξα τους. Έτσι, αντί του ενός μέτρου των Αθηναίων, αν υπολογίσουμε ότι κάθε στρατιώτης κατελάμβανε χώρο 1,40 μ., τότε προκύπτει ότι σε κάθε ζυγό και για ολόκληρο το μέτωπο ήταν παρατεταγμένοι τουλάχιστον 1.100 άνδρες. Αν πάλι θεωρήσουμε ότι το βάθος της παράταξης αποτελείτο από 40-50 ζυγούς, προκύπτει ότι ο αριθμός των Περσών ανερχόταν σε 44.000-55.000 άνδρες. Ίσως, όμως, η περσική δύναμη να ήταν αρκετά μικρότερη, αν υποθέσουμε ότι ο Δάτης βρισκόταν καθ’ οδό προς την Αθήνα με ένα σημαντικό μέρος του εκστρατευτικού σώματος.
Υπήρχε άραγε κάποιο αδύνατο στο σχέδιο του Μιλτιάδη, που θα μπορούσε να ανατρέψει όλες τις Αθηναϊκές προσδοκίες, καταλήγοντας σε στρατιωτική ήττα; Σύγχρονοι ιστορικοί και αναλυτές συμφωνούν ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος παράρηξης του κέντρου της Αθηναϊκής φάλαγγας. Αυτό διότι ο Μιλτιάδης επιχειρώντας να αποφύγει την κύκλωση, ανέπτυξε υπερβολικά την φάλαγγα σε μήκος, με αποτέλεσμα  - και δεδομένης της πρόθεσης του να ενισχύσει πολύ τα άκρα - η παράταξη του κέντρου να είναι αβαθής και ασθενής. Κατά συνέπεια, η αντοχή των δύο φυλών του Αθηναϊκού κέντρου στην επίθεση του επίλεκτου Περσικού πεζικού - μέχρι οι Αθηναϊκές πτέρυγες να απωθήσουν τα απέναντι τους τμήματα - ήταν ζωτικής σημασίας. Υπήρχαν ωστόσο πολλά άλλα πλεονεκτήματα που εγγυούνται τη βιωσιμότητα του Αθηναϊκού κέντρου. Πειθαρχία, τακτική, όπλα και πανοπλίες ήταν πολύ ανώτερα από τα αντίστοιχα των Περσών. Ιδιαίτερα ο οπλισμός του Έλληνα οπλίτη δεν μπορούσε να συγκριθεί με κανενός άλλου πολεμιστή του τότε γνωστού κόσμου. Στον Μαραθώνα αγωνίζονταν το δόρυ έναντι του ακοντίου, το σπαθί έναντι του ξιφιδίου, οι μεταλλικοί θώρακες έναντι των λινοθωράκων, οι επενδυμένες με χαλκό ασπίδες έναντι των ξύλινων, οι περικεφαλαίες έναντι των φρυγικού τύπου κρανών.


http://img60.imageshack.us/img60/8332/490page40image0003uk6.jpg
Χάλκινο Περσικό κράνος Ασσυριακού τύπου, λάφυρο από τη μάχη του Μαραθώνα, ανάθημα στον Δία της Ολυμπίας με την επιγραφή "Διί, Αθεναίοι, Μέδον λαβόντες" (Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας).


http://img60.imageshack.us/img60/589/490page40image0002gr1.jpg
Ξίφος, αιχμές δοράτων και βελών, καθώς και ένας πεσσός σφενδόνης που ανακαλύφθηκαν στον χώρο μάχης του Μαραθώνα (Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο).

 



Οι Αθηναίοι, αφού παρατάχθηκαν, ολοκλήρωσαν τις καθιερωμένες θυσίες, οι οποίες - σε μια ακόμα προοικονομία του αποτελέσματος - φάνηκαν ευοίωνες, "τα σφάγια εγίνετο καλά' [Ηρόδοτος 6, 112]. Αμέσως μετά δόθηκε το σύνθημα της επίθεσης. Μια χαλκοφορεμένη μάζα 11.000 ανδρών κινήθηκε, σαν ένας άνθρωπος, γοργά και αθόρυβα. Η απόσταση που χώριζε τους δύο αντιπάλους ήταν περίπου 1.500 μέτρα (οκτώ στάδια σύμφωνα με τον Ηρόδοτο). Συνεπώς, η άποψη του Έλληνα ιστορικού ότι οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς διέσχισαν τροχάδην αυτά τα μέτρα μάλλον δεν ευσταθεί. Λαμβάνοντας υπόψη τα 32 κιλά βάρους του οπλισμού κάθε άνδρα, τις υψηλές θερμοκρασίες της εποχής (αν και ήταν ακόμα πολύ πρωί) και την τρίωρη μάχη που ακολούθησε, θα πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι οι οπλίτες θα είχαν εξαντληθεί, αν όχι πριν από το πέρας της μάχης, τουλάχιστον κατά την επιστροφή τους στην Αθήνα. Επιπλέον, έπρεπε να επιτεθούν στον εχθρό με τη μεγαλύτερη δύναμη και αυτό δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν προηγουμένως είχαν διανύσει τρέχοντας 1.500 μέτρα. Είναι λογικό λοιπόν να υποθέσουμε πως πλησίασαν με ταχύ βήμα τους εχθρούς, χωρίς καν να τραγουδούν πολεμικούς παιάνες, καθώς δεν θα μπορούσαν να διαθέσουν για άλλο σκοπό ούτε μια ανάσα. Αλλωστε, αν διέσχιζαν τροχάδην όλη αυτή την απόσταση, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να χάσουν τον συγχρονισμό και τη συμπαγή τάξη της φάλαγγας.

 

http://img352.imageshack.us/img352/8652/490page41image0001qy6.jpg
Ρωμαϊκή σαρκοφάγος στην οποία θεωρείται πως εικονίζεται "η μάχη γύρω από τα πλοία" στον Μαραθώνα. Αριστερά ένας Πέρσης δαγκώνει στο πόδι έναν Αθηναίο οπλίτη, ενώ ένας συμπολεμιστής του ρίχνει έναν Πέρση ιππέα από το άλογο του. Στο κέντρο ο Αισχύλος κρατά τον ετοιμοθάνατο αδελφό του Κυναίγειρο και τον προστατεύει με την ασπίδα του από τον πέλεκυ του Πέρση. Δεξιά Πέρσες προσπαθούν να επιβιβαστούν στα πλοία τους (Μπρέσια, Αρχαιολογικό Μουσείο).

 


Το βεληνεκές των Περσικών τόξων έφθανε τα 200 μέτρα. Στα 100-150 μέτρα, δε, οι έμπειροι Πέρσες τοξότες ήταν θανάσιμα ακριβείς. Έτσι, οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς στα τελευταία 200 μέτρα άλλαξαν το ταχύ βήμα τους σε "δρομέα έφοδο", ώστε να αποφύγουν, όσο ήταν δυνατόν, τις απώλειες από τα πυκνά τοξεύματα.
Οι Πέρσες στέκονταν αποσβολωμένοι κοιτάζοντας το μεγαλειώδες θέαμα της οπλιτικής εφόδου. Χωρίς αμφιβολία, θα σκέφτηκαν πως για να επιτίθενται έτσι, χωρίς ιππείς και τοξότες, κάποια τρέλα θα είχε καταλάβει τους Αθηναίους, οδηγώντας τους με μαθηματική ακρίβεια στον θάνατο: "Καθώς έβλεπαν τους Αθηναίους να τρέχουν χωρίς να έχουν ούτε ιππικό ούτε τοξότες, νόμισαν ότι είχαν τρελαθεί και ότι όδευαν προς την καταστροφή, αφού ήταν πολύ λίγοι στον αριθμό. Αυτές ήταν οι σκέψεις των βαρβάρων" [Ηρόδοτος 6, 112]. Μόλις οι Αθηναίοι εισήλθαν εντός βεληνεκούς, οι Πέρσες τοξότες εξαπέλυσαν μια πραγματική καταιγίδα από βέλη. Τόσο όμως η ταχύτητα κίνησης όσο και ο ισχυρός αμυντικός οπλισμός των Αθηναίων τούς επέτρεψαν να υπερπηδήσουν εύκολα και με αμελητέες απώλειες τον φραγμό των βελών. Τις επόμενες στιγμές οι παγωμένοι Πέρσες των πρώτων σειρών αντίκρισαν τα δόρατα της Αθηναϊκής φάλαγγας να τους σημαδεύουν. Για τους περισσότερους από αυτούς ήταν η τελευταία εικόνα της ζωής τους. Με τρομερή σφοδρότητα οι οπλίτες έπεσαν επάνω στις περσικές γραμμές. Η φρικτή κλαγγή από το σμίξιμο των ασπίδων σήμανε την έναρξη της μάχης. Οι τρεις πρώτες σειρές της φάλαγγας με τα δόρατα προτεταμένα σε οριζόντια θέση προχώρησαν καρφώνοντας τις λόγχες τους στο εχθρικό μέτωπο. Οι υπόλοιπες σειρές άρχισαν να σπρώχνουν ασκώντας απίστευτη μηχανική πίεση. Η ώθηση που ασκούσαν οι οπλίτες ήταν τρομερή, καθώς, ακουμπώντας την ασπίδα στον αριστερό τους ώμο, πίεζαν τους άνδρες των μπροστινών σειρών. Η σφοδρότητα της σύγκρουσης και η αρχική πίεση είχαν ως αποτέλεσμα την ανατροπή των πρώτων περσικών σειρών. Μετά το αρχικό σάστισμα όμως των Περσών άρχισε μια επίμονη μάχη σε όλο το μήκος του μετώπου. Ιδιαίτερα επιτυχής υπήρξε η επίθεση των οπλιτών της δεξιάς πτέρυγας, που με επικεφαλής τον ηρωικό Καλλίμαχο, επέφεραν μεγάλα πλήγματα στους εχθρούς. Η αριστερή πτέρυγα γρήγορα σημείωσε ανάλογη επιτυχία: "Οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς νικούσαν στις δύο πτέρυγες και άφηναν τους βαρβάρους να τρέπονται σε φυγή" [Ηρόδοτος 6, 113]. Ειδικότερα εξασφάλισαν την κάμψη των πρώτων ζυγών, οι οποίοι ανεστράφησαν και πίεσαν τους πίσω ζυγούς, με αποτέλεσμα τη διάσπαση των γραμμών των τμημάτων των δύο πτερύγων σε όλο το βάθος και την τροπή τους σε άτακτη φυγή προς τη θάλασσα.

 

 

Στο κέντρο αντίθετα "νικούσαν οι βάρβαροι" [Ηρόδοτος 6, 113]. Στο σημείο αυτό οι δύο αθηναϊκές φυλές, με τον Αριστείδη και τον Θεμιστοκλή να μάχονται στην πρώτη σειρά ως απλοί οπλίτες, δεχόμενες ασφυκτικές πιέσεις, άρχισαν, ύστερα από σκληρότατο αγώνα, σύμφωνα ωστόσο με το σχέδιο, να συμπτύσσονται οργανωμένα. Ακολούθησε η καταδίωξη τους από το Περσικό κέντρο, ενώ υπέστησαν κάποιες απώλειες. Παρόλα αυτά, εκπλήρωσαν με επιτυχία την αποστολή τους, απασχολώντας τα επίλεκτα εχθρικά τμήματα για αρκετή ώρα, ώστε να επιτευχθεί στο μεταξύ η αθηναϊκή νίκη στα δύο άκρα. Εξακολούθησαν, δε, να τα απασχολούν και κατά την υποχώρηση. Η κίνηση υποχώρησης του Αθηναϊκού κέντρου φαίνεται πως πραγματοποιήθηκε με υποδειγματική συνοχή, παρότι είχε εξασθενήσει ακόμα περισσότερο, λόγω της αναγκαστικής αύξησης της απόστασης ανάμεσα στο κέντρο και τις δύο πτέρυγες, οι οποίες εκτελούσαν αντίθετη (επιθετική) κίνηση.
Με τη γρήγορη Αθηναϊκή νίκη στις δύο πτέρυγες και την υποχώρηση του κέντρου, αφού όμως προέβαλε χρονικά ικανοποιητική αντίσταση, έληξε η πρώτη φάση της μάχης με επίτευξη όλων των αντικειμενικών στόχων του Μιλτιάδη. Οι δύο Περσικές πτέρυγες είχαν εκμηδενιστεί ως παράγοντες που θα μπορούσαν να επέμβουν και πάλι στη μάχη. Έτσι, η αριθμητική δύναμη των Περσών είχε μειωθεί κάτω από το μισό της αρχικής, ενώ τα τμήματα του περσικού κέντρου είχαν απομονωθεί. Οι πτέρυγες αντίθετα των Αθηναίων και των Πλαταιέων παρέμεναν ακέραιες και αξιόμαχες και επιπλέον βρίσκονταν στα μετόπισθεν των τμημάτων του Περσικού κέντρου. Αλλά και το αθηναϊκό κέντρο, παρά τις απώλειες του, παρέμενε αρκετά αξιόμαχο και κατά συνέπεια διαθέσιμο για τη συνέχεια του αγώνα.

 


http://img152.imageshack.us/img152/8172/490page43image0002xv1.jpg

 

Ο παράγοντας χρόνος αποδείχθηκε πολύ σημαντικός και στη δεύτερη φάση της μάχης.

Οι δύο πτέρυγες έπρεπε να ενωθούν προτού το ισχυρό περσικό κέντρο προλάβει να αναστραφεί και να επιτεθεί πρώτο. Σε αυτό το κρίσιμο σημείο η ελληνική πειθαρχία και εκπαίδευση απέδειξε την αξία της. Σύμφωνα με τους κατέχοντες τη στρατιωτική τέχνη, ελάχιστα πράγματα ελέγχονται τόσο δύσκολα όσο η υποχώρηση και η καταδίωξη. Ωστόσο, οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς απεμπλάκησαν σύμφωνα με το σχέδιο. Μόλις επέτυχαν τη διάλυση των απέναντι τους εχθρικών τμημάτων, απέφυγαν την καταδίωξη, όσο δελεαστική και αν ήταν, διότι κάτι τέτοιο θα είχε ως συνέπεια τη θυσία του σκληρά πιεζόμενου κέντρου. Έτσι, τα τμήματα των δύο πτερύγων παρέμειναν συντεταγμένα, με μεταξύ τους απόσταση 500-600 μέτρων. Σύμφωνα πάντα με το σχέδιο, πραγματοποίησαν ελιγμό αναστροφής και συνένωσης σε μια ενιαία φάλαγγα. Για να καταδειχθεί το επίπεδο εκπαίδευσης των οπλιτών, αρκεί να επισημάνουμε ότι οι ελιγμοί αυτοί πραγματοποιήθηκαν σε λιγότερο από δύο λεπτά. Μια ισχυρότατη φάλαγγα με κανονικό βάθος οκτώ ζυγών, συνολικής δύναμης 9.000 ανδρών, ήταν έτοιμη να επιτεθεί κατά του περσικού κέντρου. Η νεοσχηματιζόμενη φάλαγγα ήταν ανεστραμμένη σε σύγκριση με την αρχική παράταξη, με την έννοια ότι στην αριστερή πτέρυγα βρίσκονταν οι Αθηναίοι, με επικεφαλής τον Καλλίμαχο, και στη δεξιά οι Πλαταιείς.

Αυτή τη φορά πρωτοστάτες σε όλους τους στοίχους έγιναν οι άνδρες της τελευταίας σειράς του προηγούμενου σχηματισμού (οι ουραγοί). Αυτή η αλλαγή δεν μείωνε στο ελάχιστο τη μαχητική αξία της φάλαγγας, γιατί, ακριβώς για τις περιπτώσεις επιβεβλημένης αναστροφής, προβλεπόταν να είναι και οι ουραγοί έμπειροι μαχητές. Η αθηναϊκή φάλαγγα (μήκος μετώπου 1.100 μέτρων) κινήθηκε χωρίς καθυστέρηση προς την κατεύθυνση των τμημάτων του Περσικού στρατού και σε λιγότερο από δύο λεπτά επέπεσε εναντίον τους (η απόσταση που χώριζε τώρα τους δύο στρατούς δεν ήταν μεγαλύτερη από 500 μέτρα).

Η μάχη που ακολούθησε υπήρξε πεισματώδης και φονικότατη. Οι άνδρες του περσικού κέντρου, ενθαρρυμένοι από την απώθηση του αντίστοιχου αθηναϊκού κέντρου, μάχονταν με εφάμιλλη των αντιπάλων τους γενναιότητα δικαιώνοντας τον τίτλο των επίλεκτων. Ήταν οι καλύτεροι πολεμιστές των Περσών, άριστα εκπαιδευμένοι, και πολύ καλά εξοπλισμένοι. Παρά τη διάλυση των πτερύγων τους, διατηρούσαν ελαφρά αριθμητική υπεροχή (15.000 άνδρες περίπου). Ο αιφνιδιασμός όμως που υπέστησαν - καθώς είχαν μόλις προβεί σε μερικό ελιγμό αναστροφής για να αντιμετωπίσουν την επερχόμενη από τα νώτα τους απειλή (ίσως μάλιστα να αναγκάσθηκαν να επεκτείνουν εσπευσμένα το μέτωπο τους για να το εξισώσουν με των επιτιθέμενων) - η αντεπίθεση του ταχύτατα συμπτυσσόμενου Αθηναϊκού κέντρου και κυρίως η ορμητικότητα των οπλιτών χάρισαν τη νίκη στους Έλληνες.
Στη δεξιά ελληνική πτέρυγα, οι Πλαταιείς που μάχονταν εκεί πιθανότατα αντιμετώπισαν τμήμα εξαιρετικής μαχητικής αξίας, το οποίο δεν μπόρεσαν να κάμψουν. Στα αριστερά όμως, όπου βρισκόταν ο Καλλίμαχος, και σε όλη την υπόλοιπη παράταξη "νίκησαν τελικά οι Αθηναίοι" [Ηρόδοτος 6, 113]. Παρά την απελπισμένη αντίσταση των Περσών, η γενναιότητα και η ορμή των Αθηναίων υπερίσχυσε. Τα Περσικά τμήματα της δεξιάς πλευράς και του κέντρου κατέρρευσαν. Στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να σωθούν, έπεσαν επάνω στην αριστερή τους πλευρά, παρασύροντας την και αυτή σε φυγή προς την ακτή του Σχοινιά. Έτσι, έληξε και η δεύτερη φάση της μάχης, με την εξουδετέρωση και την τροπή σε φυγή των επίλεκτων τμημάτων του περσικού εκστρατευτικού σώματος.

 

http://img154.imageshack.us/img154/6369/490page44image0001sy6.jpg
Οι Αθηναίοι τίμησαν με ανάθημα στην Ακρόπολη τον ηρωικό πολέμαρχο Καλλίμαχο. Επρόκειτο για ένα άγαλμα της Ιριδας, το οποίο στεφάνωνε έναν ιωνικό κίονα.

 

Στις ραβδώσεις του κίονα χάραξαν ένα επίγραμμα, από το οποίο δυστυχώς σώζονται ελάχιστες λέξεις. Ωστόσο, ειδικοί επιγραφολόγοι κατάφεραν, στο μέτρο του δυνατού, να το "αποκρυπτογραφήσουν". Μια από τις υποθετικές συμπληρώσεις έχει ως εξής: [τένδε μέ δέμος] έθεκεν Αφιδναίο[ν]ταθεναίοι άν'γελον αθ]ανάτον, οι Ο[λύμπια δόματα] έχοσιν, [Καλλίμαχος πολέ]μαρχος Αθεναίον τον αγόνα τον Μα[ραθόνι πρό ίι]ελένον ον[ομαστόν έθεκεν] παισίν Αθεναίον μν[έμα λιπόν αρετές].
Αυτή εδώ ο δήμος των Αφιδναίων αφιέρωσε στην Αθηνά την αγγελιαφόρο των αθανάτων θεών που κατοικούν στον Όλυμπο. Ο πολέμαρχος Καλλίμαχος τον αγώνα των Αθηναίων στον Μαραθώνα για τη σωτηρία των Ελλήνων έκανε ονομαστό και στα παιδιά των Αθηναίων άφησε μνημείο αρετής" (IGi 609, Αθήνα, Επιγραφικό Μουσείο).

  

http://img135.imageshack.us/img135/8350/490page46image0002tj7.jpg

http://img110.imageshack.us/img110/4143/490page46image0001mq3.jpg

 Η ΜΑΧΗ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΑ ΠΛΟΙΑ



Μολονότι η δεύτερη φάση του σχεδίου του Μιλτιάδη είχε στεφτεί με απόλυτη επιτυχία, τα εχθρικά τμήματα που είχαν καταφέρει να αποσυρθούν στα πλοία ήταν ακόμα επικίνδυνα και ικανά για μια νέα επιθετική ενέργεια. Για τον λόγο αυτό Αθηναίοι και Πλαταιείς εξαπέλυσαν μια άγρια καταδίωξη των ηττημένων εχθρών. Πολλοί από τους Πέρσες, μέσα στη σύγχυση της φυγής, έχασαν τον προσανατολισμό τους και έπεσαν στο Μεγάλο Έλος υφιστάμενοι βαρύτατες απώλειες. Όσοι ήταν τυχεροί σφαγιάσθηκαν αμέσως από τους ανελέητους διώκτες τους. Πολλοί όμως βίωσαν την αγωνία του αργού θανάτου, καθώς τους "ρουφούσαν" τα έλη. Οι περισσότεροι Πέρσες πάντως υποχώρησαν προς τη στενή λωρίδα ανάμεσα στο Μεγάλο Έλος και τη θάλασσα (στην παραλία του Σχοινιά) για να επιβιβαστούν στα πλοία. Οι Αθηναίοι, ακολουθώντας κατά πόδας, εισχώρησαν στο ίδιο σημείο. Εκεί εξελίχθηκε η αγριότερη ίσως συμπλοκή της μάχης, καθώς οι Πέρσες από τη μια πλευρά προσπαθούσαν να επιβιβαστούν στα πλοία και οι Αθηναίοι από την άλλη να εμποδίσουν τον απόπλου και να τα πυρπολήσουν. Οι Αθηναίοι στρατηγοί επεδίωκαν να εξουδετερώσουν πλήρως τους εισβολείς, ώστε να τους καταστήσουν ακίνδυνους για μια νέα επιθετική ενέργεια εναντίον της πόλης τους. Πολλοί σύγχρονοι μελετητές ισχυρίζονται πως, αν οι Πέρσες κατόρθωναν στο σημείο αυτό να ανασυνταχθούν, ίσως να άλλαζαν θεαματικά τις ισορροπίες της μάχης, καθώς τη δεδομένη στιγμή ο αγώνας δεν διεξαγόταν από τις συμπαγείς και κλειστές γραμμές της φάλαγγας των οπλιτών, αλλά είχε εξελιχθεί σε μεμονωμένες συμπλοκές σώματος προς σώμα.

 

 Το μεγάλο έλος.

 
Όταν οι μάχες "διεξάγονται" επί χάρτου, όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοιχτά. Η θεωρία όμως απέχει πολύ από την πράξη. Ήταν αδύνατο για τους πανικόβλητους Πέρσες να ανασυνταχθούν μέσα σε ελάχιστα λεπτά και να αντεπιτεθούν. Αλλά ακόμα και αν αυτό συνέβαινε, είναι δεδομένο ότι οι οπλίτες, με ακαριαία ταχύτητα, θα μετατρέπονταν πάλι σε μια φονική μεταλλική μάζα ή τουλάχιστον σε μικρές οργανωμένες ομάδες, αφού η πευκόφυτη περιοχή του Σχοινιά δεν επέτρεπε την πλήρη ανάπτυξη ενός στρατιωτικού σώματος.

 

 Η μάχη γύρω από τα πλοία αφορούσε φυσικά τα τελευταία τμήματα του κέντρου των Περσών, γιατί εν τω μεταξύ είχαν επιβιβαστεί στα πλοία και απομακρύνονταν ήδη από την ακτή τόσο τα τμήματα των πτερύγων όσο και τα πρώτα τμήματα του κέντρου. Οι συμπλοκές ήταν εξαιρετικά βίαιες, καθώς οι Πέρσες μάχονταν για τη ζωή τους, ενώ οι Αθηναίοι καταλαμβανόμενοι από "διονυσιακή μανία" επιζητούσαν την πλήρη εξολόθρευση του εχθρού. Πολλοί επιφανείς Πέρσες σκοτώθηκαν, ενώ από αθηναϊκής πλευράς έπεσε ο Καλλίμαχος και ο στρατηγός Στησίλαος. Ξεχωριστή θέση στην ιστορία, σχεδόν μυθική, κατέχει η πάλη του Κυναίγειρου του Ευφορίωνος (αδελφού του τραγικού ποιητή Αισχύλου που επίσης πολέμησε στον Μαραθώνα). Καθώς αγωνιζόταν να κρατήσει με τα χέρια ένα πλοίο από την πρύμνη, ώστε να εμποδίσει τον απόπλου του, ακρωτηριάστηκε από τον πέλεκυ κάποιου Πέρση. Αλλά και άλλοι επιφανείς Αθηναίοι βρήκαν τον θάνατο. Το εκπληκτικό είναι πως θα μπορούσαν να μη λάβουν μέρος στην καταδίωξη και να μη διακινδυνεύσουν τη ζωή τους, από τη στιγμή που η νίκη είχε ήδη επιτευχθεί. Όμως αναφερόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία ο ευγενής διατηρούσε τον τίτλο και την τιμή του μαχόμενος στην πρώτη γραμμή και όχι με οικόσημα κρεμασμένα στους τοίχους της οικίας του και με εξιστορήσεις των ηρωικών κατορθωμάτων των προγόνων του.
Η ώρα ήταν 08.30 όταν οι Πέρσες κατόρθωσαν επιτέλους να αποπλεύσουν (με απώλειες επτά πλοίων) κάτω από τις νικητήριες ιαχές των Αθηναίων και των Πλαταιέων. Η πεδιάδα του Μαραθώνα ήταν σπαρμένη με 6.400 νεκρούς εισβολείς. Ανάμεσα τους κείτονταν 192 Αθηναίοι, φόρος αίματος για την ελευθερία της πόλης τους.
Ήταν μια ένδοξη νίκη που οφειλόταν κατά κύριο λόγο: στη γενναιότητα και την αυτοθυσία των Αθηναίων και των Πλαταιέων (αυτό αποδεικνυόταν, εκτός των άλλων, και από τον θάνατο ενός πολεμάρχου και ενός στρατηγού), στο ιδιοφυές σχέδιο του Μιλτιάδη και στην εκπαίδευση και τον οπλισμό των Ελλήνων μαχητών.
 




Προτομή του Αισχύλου. Ο επιφανής Αθηναίος θεωρούσε πως η δόξα που του χάρισε η συμμετοχή του στο "Μαραθώνιον άλσος" δεν μπορούσε να συγκριθεί ούτε με τις καλλιτεχνικές του δημιουργίες ούτε με τη συμμετοχή του στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας

 ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ

Η ήττα των εισβολέων ήταν σοβαρή αλλά όχι ολοκληρωτική. Το Περσικό εκστρατευτικό σώμα διατηρούσε το σύνολο σχεδόν του στόλου του άθικτο και ολόκληρο το ιππικό του. Επιπλέον, μεγάλο τμήμα του πεζικού του παρέμενε αξιόμαχο, αν και με σημαντική πτώση του ηθικού εξαιτίας της δεινής ήττας. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τα περσικά πλοία απέπλευσαν από τον Μαραθώνα και, αφού παρέλαβαν τους αιχμάλωτους Ερετριείς από τη νησίδα Αιγιλία, κατευθύνθηκαν προς το Σούνιο. Ο Αρταφέρνης σχεδίαζε να φθάσει στο Φάληρο, να πραγματοποιήσει απόβαση και να κινηθεί εναντίον της Αθήνας προτού επιστρέψουν οι Αθηναίοι από τον Μαραθώνα. Ο Έλληνας ιστορικός πιθανολογεί μάλιστα ότι το περιβόητο σύνθημα των συνωμοτών δόθηκε, πληροφορώντας τους Πέρσες ότι η πόλη φρουρείτε ανεπαρκώς: "Στην Αθήνα κατηγορούσαν τους Αλκμεωνίδες ότι το είχαν μηχανευτεί αυτό και το είχαν πει στους βαρβάρους. Υπέθεταν ότι αυτοί είχαν συνεννοηθεί με τους Πέρσες να τους κάνουν σημάδι, σηκώνοντας ψηλά μια ασπίδα, όταν οι Πέρσες όμως θα ήταν ήδη μέσα στα πλοία τους" [Ηρόδοτος 6, 115].
Μέχρι να φθάσουν όμως στο Φάληρο θα χρειαζόταν πολύς χρόνος. Άλλωστε, η στάση στην Αιγιλία δεν φανέρωνε ιδιαίτερη βιασύνη. Το πιθανότερο είναι πως ο Δάτης είχε πράγματι αποπλεύσει τη νύκτα με κατεύθυνση το Φάληρο και τώρα ο υπόλοιπος στόλος μετέβαινε εκεί για να τον ενισχύσει. Λες και δεν ήταν αρκετά όσα είχαν ήδη κάνει οι Αθηναίοι, έπρεπε να τρέξουν να σώσουν την πόλη τους. Ο Αριστείδης με τους οπλίτες της Αντιοχίδος φυλής παρέμεινε στον χώρο της μάχης για τη φύλαξη των λαφύρων και των τραυματιών, ενώ ο Μιλτιάδης με τις άλλες εννέα φυλές έσπευσε προς την Αθήνα, από τον δρόμο της Κηφισιάς, για να προλάβει την Περσική απόβαση. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο το πώς οι Αθηναίοι μετά από τρεις ώρες μάχης είχαν το κουράγιο όχι μόνο να ξεκινήσουν μια σύντονη πορεία, αλλά να σύρουν έστω τα πόδια τους. Στην πόλη όμως βρίσκονταν οι οικογένειες τους, τις οποίες έπρεπε να σώσουν. Παρότι κατάκοποι, αποδύθηκαν, με όσες δυνάμεις τούς είχαν απομείνει, σε έναν σχεδόν απίστευτο αγώνα δρόμου, "οι Αθηναίοι, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, έτρεξαν στην πόλη τους". Έφρασαν εγκαίρως, κατά τις 4.30-5.00, και στρατοπέδευσαν στο τέμενος του Ηρακλή στο Κυνόσαργες, "ξεκίνησαν έτσι από το ιερό του Ηρακλή στον Μαραθώνα και έφθασαν σε ένα άλλο ιερό του Ηρακλή στο Κυνόσαργες". Με τη δύση του ηλίου φάνηκαν τα περσικά πλοία στα ανοικτά του φαληρικού όρμου. Δεν γνωρίζουμε αν περίμεναν να δουν ακόμα ένα ηλιακό σήμα με μια ασπίδα σηκωμένη από συνωμοτικά χέρια, αυτό όμως που αντίκρισαν πρέπει να τους κλόνισε και να κατέστησε απαγορευτική κάθε σκέψη για απόβαση. Οι ακτίδες του ηλίου που έδυε αντανακλούσαν επάνω σε 9000 ασπίδες και έστελναν το μήνυμα ότι, όσο η Αθήνα βασιζόταν σε τέτοιους πολεμιστές, δεν ήταν δυνατό να υποδουλωθεί. Οι Πέρσες έμειναν για λίγη ώρα με ανοιχτά τα πανιά και "ξεκίνησαν και πάλι πίσω για την Ασία" [Ηρόδοτος 6,116].
Η μάχη στον Μαραθώνα είχε λήξει. Οι Πέρσες προς το παρόν είχαν φύγει, αλλά δέκα χρόνια αργότερα επρόκειτο να επιστρέψουν. Ο γηραιός Ιππίας έχασε και την τελευταία του ευκαιρία να παλινορθώσει τη δυναστεία των Πεισιστρατιδών. Πέθανε απογοητευμένος, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής, στο Σίγειο. Ανάλογη πρέπει να ήταν και η απογοήτευση των συνωμοτών, όπως μάλιστα αναφέρει ο Γκρην, "πολύς κόσμος στην Αθήνα πρέπει να άλλαξε πλευρά σιωπηρά και βιαστικά".
Τρεις ημέρες μετά τη μάχη, σύμφωνα πάντα με τον Ηρόδοτο, οι 2.000 Σπαρτιάτες οπλίτες έφθασαν στην Αθήνα. "Μετά την πανσέληνο, οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν 2.000 στρατό στην Αθήνα, ο οποίος έφθασε πολύ γρήγορα, αφού διέσχισε την απόσταση από τη Σπάρτη στην Αττική μέσα σε τρεις ημέρες" [Ηρόδοτος 6, 120]. Ο Πλάτων [Μενέξενος, 240 α] και ο Ισοκράτης αναφέρουν ότι έφθασαν την επόμενη ημέρα της μάχης, διανύοντας σε τρεις ημέρες μια απόσταση 1.200 σταδίων (240 χιλιομέτρων). Μόλις πληροφορήθηκαν το αποτέλεσμα της μάχης, ζήτησαν να δουν τους νεκρούς Πέρσες. Πράγματι, μετέβησαν στον Μαραθώνα και, αφού συνεχάρησαν τους Αθηναίους, αποχώρησαν, ίσως με τη σκέψη ότι μια νέα ανταγωνιστική δύναμη αναδυόταν στην Ελλάδα.

 

 

Κράνος Κορινθιακού τύπου, το οποίο φέρει την επιγραφή "Μιλτιάδης ανέθεκεν τω Διί". Βρέθηκε στο ιερό του Δία στην Ολυμπία και σύμφωνα με μια άποψη πρόκειται για ανάθημα του Μιλτιάδη μετά τη νίκη του στον Μαραθώνα. Μια άλλη άποψη όμως προτείνει, τόσο από το σχήμα του κράνους όσο και από τον τύπο των γραμμάτων, τη χρονολόγηση του γύρω στο 520 π.Χ. Ισως λοιπόν να αφιερώθηκε από τον Αθηναίο στρατηγό επ' ευκαιρία ενός πολεμικού γεγονότος παλαιότερου του Μαραθώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο Ολυμπίας).


Στο πεδίο της μάχης οι Αθηναίοι ενταφίασαν με ιδιαίτερες τιμές τους νεκρούς τους. Ήταν η πρώτη φορά που οι νεκροί υπερασπιστές της πόλης δεν ενταφιάζονταν στον Κεραμεικό αλλά σε ιδιαίτερο κοινό τάφο, τον Τύμβο ή Σωρό. Ο Παυσανίας κάνει λόγο για έναν ακόμα τάφο για τους Πλαταιείς και τους δούλους (αν και είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι συμμετείχαν στη μάχη δούλοι, ακόμα και ως βοηθητικοί στρατιώτες). Δεν υπάρχει περίπτωση όμως οι πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων να μην ενταφιάσθηκαν ξεχωριστά. Κατά τον καθηγητή Σπ. Μαρινάτο, υπήρχαν δύο ιδιαίτεροι τάφοι, ένας για τους Πλαταιείς και ένας για τους δούλους. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι οι Αθηναίοι, όπως ισχυρίζονταν και οι ίδιοι, έθαψαν τους Πέρσες όπως αρμόζει να ενταφιάζονται οι νεκροί. Προσθέτει όμως ότι δεν κατάφερε να βρει κανένα τάφο και υποθέτει ότι τους έριξαν σε κάποιο όρυγμα. Άλλωστε, ο αριθμός τους ήταν πολύ μεγάλος για να πραγματοποιηθεί ταφή με όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες. Ο Σπαρτιάτης περιηγητής μάς δίνει επίσης και την ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι, όταν πέθανε ο Μιλτιάδης, ενταφιάσθηκε στον Μαραθώνα.

  

0 τύμβος των Αθηναίων  πεσόντων στον Μαραθώνα (φωτ. Εκδοτική Αθηνών).


 


Τριάντα χρόνια μετά τη μάχη οι Αθηναίοι έστησαν "ένα τρόπαιο από λευκό μάρμαρο" [Παυσανίας, Αττικά 32, 5], αποτελούμενο από έναν ραβδωτό ιωνικό κίονα, ύψους 10 μέτρων, ενώ επάνω σε αυτόν πιθανώς στεκόταν ένα άγαλμα Νίκης. Από τα πλούσια λάφυρα της μάχης οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς προσέφεραν στους θεούς τη δεκάτη. Οι Αθηναίοι, όπως αναφέρει ο Παυσανίας, κατασκεύασαν στους Δελφούς τον θησαυρό τους από τα περσικά λάφυρα και χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή: "Αθηναίοι τ[ο]ι Απόλλον[ι από Μέδ]ον ακ[ροθ]ίνια τες Μαραθ[ό]νι μ[άχες}'. Σύμφωνα όμως με άλλη άποψη, ο θησαυρός είχε κατασκευαστεί μετά την έξωση των Πεισιστρατιδών και απλώς τοποθετήθηκαν εκεί τα λάφυρα. Στην Ακρόπολη επίσης αφιέρωσαν ένα μεγάλο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου, έργο του Φειδία. Οι Πλαταιείς οικοδόμησαν στην πόλη τους τον ναό της Αθηνάς Αρείας, τον οποίο κόσμησε ένα επίχρυσο άγαλμα της θεάς, έργο και αυτό του Φειδία. Οι Αθηναίοι δεν έπαψαν ποτέ να τιμούν τους ήρωες του Μαραθώνα με εκδηλώσεις στον τόπο της μάχης μέχρι και τις ημέρες του Πλουτάρχου (50-120 μ.Χ.)

 ΣΗΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Η Ελληνική νίκη στον Μαραθώνα ήταν ένα γεγονός με τεράστια πολιτική και στρατιωτική σημασία. Σύγχρονοι ιστορικοί ισχυρίζονται ότι η μάχη δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας, εφόσον οι Πέρσες επανήλθαν δέκα χρόνια αργότερα. Δεν έχουν σκεφτεί όμως  πως, ακόμα και αν οι Πέρσες αρκούνται στην υποδούλωση ή την καταστροφή της πόλης, ποιος θα μπορούσε να τους εμποδίσει να επιχειρήσουν μια νέα μεγαλύτερη εκστρατεία που θα είχε σκοπό την κατάκτηση ολόκληρης της Ελλάδας; Η μόνη αξιόλογη δύναμη θα ήταν η Σπάρτη, αλλά είναι αμφίβολο αν θα κατάφερνε μόνη της να ανακόψει την Περσική λαίλαπα.
Φυσικά η άποψη ότι η Περσική εισβολή ήταν μιας περιορισμένης εμβέλειας εκστρατεία, η οποία διεξήχθη αποκλειστικά για την τιμωρία της Ερέτριας και της Αθήνας, δεν αποδεικνύεται ιστορικά. Η Περσική εισβολή ήταν το πρελούδιο μιας ευρύτερης προσπάθειας της Περσίας να επεκταθεί στη Δύση. Τη μεγαλύτερη απόδειξη συνιστά η εκστρατεία του Ξέρξη (480-479 π.Χ.), που πραγματοποιήθηκε με μια στρατιωτική δύναμη που όμοια της δεν είχε συγκεντρωθεί ποτέ ως τότε και ούτε επρόκειτο να συγκεντρωθεί για εκατοντάδες χρόνια στην παγκόσμια ιστορία.
Η Περσία ήταν μια πανίσχυρη αυτοκρατορία, εκτεινόμενη από την Ινδία μέχρι το Αιγαίο πέλαγος και από τον Εύξεινο πόντο μέχρι την Αίγυπτο. Η ηπειρωτική Ελλάδα μπορεί να μην ήταν χώρα σημαντική σε έκταση, είχε όμως πολύ μεγάλη στρατηγική και οικονομική σημασία. Αφενός αποτελούσε την είσοδο για μια ενδεχόμενη επέκταση των Περσών στην Ευρώπη, αφετέρου ήλεγχε ένα υπολογίσιμο μέρος του θαλάσσιου εμπορίου. Η εκστρατεία στη Σκυθία είναι ενδεικτική των επεκτατικών περσικών σχεδίων. Έχοντας κατακτήσει τα παράλια της Ιωνίας, τη Θράκη και τη Μακεδονία, η κεντρική και νότια Ελλάδα φαίνονταν ως ο επόμενος στόχος των Περσών. Αυτό τον στόχο ανέκοψαν, έστω και προσωρινά, οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς στον Μαραθώνα, δίνοντας πίστωση χρόνου δέκα ετών στους Έλληνες για να συνειδητοποιήσουν τον κίνδυνο και να προετοιμαστούν για τον επόμενο αποφασιστικό αγώνα.
Αλλά και το ηθικό κέρδος της μάχης του Μαραθώνα αποδείχθηκε πρωταρχικής σημασίας. Οι Μαραθωνομάχοι διέλυσαν τον μύθο του περσικού αήττητου και άνοιξαν τον δρόμο για τους θριάμβους της Σαλαμίνας και των Πλαταιών.

  

 

Η παράσταση από τον περίφημο κρατήρα του «ζωγράφου του Δαρείου» που τιτλοφορείται "Πέρσαι". Στο κέντρο εικονίζεται ο Δαρείος να προεδρεύει του αυτοκρατορικού συμβουλίου. Ο γενειοφόρος άνδρας που στέκεται μπροστά του είναι ένας αγγελιαφόρος, ο οποίος προφανώς αναγγέλλει την είδηση της ήττας στον Μαραθώνα (Εθνικό Μουσείο Νεάπολης).
 


Από Περσικής πλευράς, η ήττα στον Μαραθώνα επέβαλε σκληρή ανταπόδοση. Οι Περσικές απώλειες ήταν ασήμαντες, ιδιαίτερα σε σχέση με τις τεράστιες δυνατότητες της αχανούς αυτοκρατορίας. Η επόμενη απόπειρα θα πραγματοποιείτο σε ευρύτερη κλίμακα, με αρτιότερη οργάνωση και απείρως περισσότερο δυναμικό και μέσα.
Η μάχη στον Μαραθώνα ανέδειξε επίσης την ανωτερότητα του οπλισμού και της πολεμικής τακτικής των Ελλήνων. Καταρχάς, αποδείχθηκε η βιωσιμότητα της φάλαγγας απέναντι σε καταιγισμό βελών, στον οποίο είχαν λυγίσει τόσοι ισχυροί στρατοί (Λύδοι, Κάρες, Βαβυλώνιοι, Ασσύριοι, Αιγύπτιοι κ.ά.). Τα βέλη όμως ήταν αναποτελεσματικά απέναντι στον πυκνό σχηματισμό της φάλαγγας. Στον Μαραθώνα οι οπλίτες επιτέθηκαν με επιταχυνόμενο βήμα κατά των Περσών τοξοτών, τα βέλη των οποίων δεν ήταν ικανά να διαπεράσουν τις ελληνικές ασπίδες. Οι Αθηναίοι έπρεπε, όπως προαναφέρθηκε, να διανύσουν μια απόσταση 1.500 μέτρων, προκειμένου να έλθουν σε επαφή με τις περσικές γραμμές. Στα τελευταία 200 μέτρα πέρασαν τροχάδην μέσα από τον φραγμό των περσικών τοξευμάτων. Βρέθηκαν στο βεληνεκές των τοξοτών για λιγότερο από 40 δευτερόλεπτα, χρόνος που έφθασε μόνο για να τους προκαλέσει αμελητέες απώλειες. Αρκετοί σύγχρονοι ερευνητές υποστήριξαν πως ήταν σχεδόν αδύνατο άνδρες τόσο βαριά οπλισμένοι, κάτω από υψηλές θερμοκρασίες, να διανύσουν τρέχοντας αυτή την απόσταση χωρίς να εξαντληθούν. Αυτό που δεν εξηγούν όμως είναι πώς μπόρεσαν οι οπλίτες να πολεμήσουν αμέσως μετά για τρεις ολόκληρες ώρες, αφού δεν ήταν σε θέση να διανύσουν τρέχοντας 200 μέτρα. Ακόμα και σήμερα η διάβαση μιας βαλλόμενης ή παρατηρούμενης ακάλυπτης περιοχής γίνεται από όλο το τμήμα μαζί και τροχάδην. Άλλωστε, οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν συμπεριλάβει τυχαία το αγώνισμα του οπλίτη δρόμου στους Ολυμπιακούς και σε άλλους αγώνες. Επίσης, δεν πρέπει να λησμονούμε πως η σωματική διάπλαση και η φυσική κατάσταση των ανδρών εκείνων ήταν σαφώς καλύτερη από τη δική μας. Φθάνει μόνο μια ματιά στα αγάλματα της εποχής για να αντιληφθούμε πως οι αρχαίοι Έλληνες γυμνάζονταν εντατικά, ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις μιας μάχης εκ του συστάδην, στην οποία νικητής αναδεικνυόταν ο καλύτερα γυμνασμένος και αρτιότερα εκπαιδευμένος μαχητής, εμποτισμένος με την ιδέα ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ντροπή από την εγκατάλειψη του παραστάτη την ώρα της μάχης. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονούμε και τη φόρτιση της στιγμής, η οποία θα προσέδωσε μεγάλη δύναμη στους Αθηναίους πολεμιστές. Οι οπλίτες αποτελούσαν το τελευταίο εμπόδιο μεταξύ των εισβολέων και των οικογενειών τους, των περιουσιών και των τάφων των προγόνων τους. Η συνείδηση για όσα διακυβεύονταν σε συνδυασμό με το πολεμικό μένος που κυριεύει τους αληθινούς μαχητές λειτούργησαν ώστε να απελευθερωθούν τεράστιες σωματικές και ψυχικές δυνάμεις. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Χάνσον [Hanson 2003, 57], "ο οπλίτης της φάλαγγας έπρεπε να επικεντρώσει όλο του το θάρρος σ' ένα ολοκληρωτικό ξέσπασμα φρενιασμένης δραστηριότητας. Για μια ή δύο ώρες ξεπερνούσε τα όρια της φυσικής και ψυχολογικής του αντοχής". Οι Αθηναίοι πέρασαν λοιπόν από τον φραγμό των βελών και έπεσαν σαν "χιονοστιβάδα" στους Πέρσες. Η ταχύτητα που είχαν αναπτύξει κατέστησε πιο αποτελεσματική την πρόσκρουση. Στη συνέχεια, τα γεγονότα εξελίχθηκαν όπως τα είχε προβλέψει ο Μιλτιάδης και οι Αθηναίοι κέρδισαν μια μάχη σώζοντας όχι μόνο την Αθήνα αλλά και τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Όπως γράφει ο Φούλερ, "ο Μαραθώνας ήταν το πρώτο κλάμα της Ευρώπης που γεννιόταν".
Η νίκη στον Μαραθώνα χάρισε αιώνια δόξα στον εμπνευστή του στρατηγικού και τακτικού σχεδίου, στον Μιλτιάδη. Ένα στοιχείο που δίνει μεγαλύτερη αξία στην τακτική ικανότητα του Μιλτιάδη είναι ο συγχρονισμός. Με τον όρο αυτό εννοούμε τον συνδυασμό των δραστηριοτήτων στο πεδίο της μάχης σε χρόνο, χώρο και στόχο για να επιτευχθεί υπεροχή στο αποφασιστικό σημείο. Ο Χανς Ντελμπρού στο μνημειώδες έργο του "Πόλεμος στην Αρχαιότητα" δίνει ίσως τη σωστότερη εικόνα της μάχης: "Η εικόνα του Μιλτιάδη φαντάζει γιγάντια στα πρώιμα χρόνια της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Η πιο πλήρης και σπάνια μορφή ηγεσίας στη μάχη που έχει προκαλέσει η τέχνη του πολέμου μέχρι σήμερα, ο συνδυασμός άμυνας-επίθεσης, βρίσκεται εδώ στις απλές γραμμές του κλασικού έργου τέχνης του πρώτου μεγάλου στρατιωτικού γεγονότος της ιστορίας μας. Τι διορατικότητα στην επιλογή του πεδίου της μάχης, τι αυτοέλεγχος εν αναμονή της εχθρικής επίθεσης, τι επιβολή στις μάζες, στον στρατό των υπερήφανων, δημοκρατικών πολιτών ώστε να τους κρατήσει στη Θέση που είχε επιλέξει και μετά να τους οδηγήσει στην επίθεση την αποφασιστική στιγμή! Όλα είχαν κανονιστεί για τη στιγμή αυτή: ούτε ένα λεπτό πιο νωρίς, γιατί οι Αθηναίοι θα έφθαναν ξέπνοοι στον εχθρό ούτε ένα λεπτό πιο αργά επειδή τότε πολλά από τα βέλη του εχθρού θα είχαν βρει τον στόχο τους και οι άνδρες που θα έπεφταν ή θα δίσταζαν, θα επιβράδυναν και τελικά θα εξανέμιζαν την ορμή της εφόδου, που έπρεπε να πέσει σαν χιονοστιβάδα στον αντίπαλο για  να φέρει τη νίκη. Θα έχουμε στο μέλλον την ευκαιρία να αναλύσουμε παρόμοιες περιστάσεις, ποτέ όμως μια μεγαλύτερη".

Η μάχη του Μαραθώνα, εκτός από την κατάρριψη του μύθου του περσικού αήττητου, εκτός από τη δημιουργία μαχητικού πνεύματος στους Έλληνες ώστε να αποκρούσουν την εισβολή του Ξέρξη, οδήγησε άνδρες όπως ο Ξενοφών και ο Αγησίλαος να μεταφέρουν με μια δράκα οπλιτών τον πόλεμο στην Ασία και να καταδείξουν στον Αλέξανδρο τις περσικές στρατιωτικές αδυναμίες.
Αν ερευνήσουμε την ιστορία των πολέμων, θα δούμε ότι ο ευφυής ελιγμός του Μιλτιάδη στον Μαραθώνα επαναλήφθηκε, στην κλίμακα που ίσχυε για τον τρόπο διεξαγωγής όμως που αποδείχθηκαν πολύ προσεκτικοί στο μάθημα της ελληνικής ιστορίας ήταν οι Γερμανοί στρατηγοί κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η περίφημη τακτική "της σφύρας και του άκμονος" έχει ως πνευματικό της πατέρα τον Μιλτιάδη. Στην Πολωνία το 1939 η γραμμική διάταξη των πολωνικών δυνάμεων διασπάσθηκε από τις μηχανοκίνητες πτέρυγες των Γερμανών εισβολέων και ο όγκος του Πολωνικού Στρατού περικυκλώθηκε με μια σειρά "εγκλωβιστικών μαχών" και εκμηδενίστηκε. Κατά την εισβολή στη Γαλλία το 1940, οι δύο επιθετικές γερμανικές πτέρυγες είχαν ως αποστολή να διασπάσουν το εχθρικό μέτωπο και να κινηθούν στο μέγιστο δυνατό βάθος της εχθρικής διάταξης, περικυκλώνοντας και κατατροπώνοντας τις γαλλικές δυνάμεις που βρίσκονταν μεταξύ των δύο σημείων διάσπασης, ακριβώς όπως οι Αθηναϊκές  πτέρυγες στον Μαραθώνα, μετά την εξουδετέρωση των αντίστοιχων Περσικών, περικύκλωσαν με τη βοήθεια του κέντρου τους και συνέτριψαν το περσικό κέντρο. Η ίδια τακτική ακολουθήθηκε και κατά την εισβολή στη Σοβιετική Ενωση το 1941. Χρειάσθηκαν τρεις μόνο μάχες "τύπου Μαραθώνα" για να φθάσουν οι γερμανικές μεραρχίες στις πύλες της Μόσχας. Οι γερμανικές νίκες ήταν τόσο θεαματικές και οι απώλειες των Σοβιετικών - σε έμψυχο και άψυχο υλικό - τόσο συντριπτικές, ώστε οδήγησαν τον Στάλιν στα πρόθυρα του πανικού.

  

Ο βασιλιάς των Περσών Δαρείος Α'. Ανάγλυφο από το ανάκτορο των Απαδάνων στην Περσέπολη.

 
Πέρα όμως από την προσφορά της μάχης του Μαραθώνα στην παγκόσμια στρατιωτική ιστορία, οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς εξασφάλισαν στην ανθρωπότητα τον πνευματικό θησαυρό της Αθήνας και επιπλέον, όπως αναφέρει ο σερ Εντουαρντ Κρήζυ στο έργο του "Δεκαπέντε Αποφασιστικές Μάχες του Κόσμου", "την ανάπτυξη των ελεύθερων θεσμών, τη φιλελεύθερη διαφώτιση του δυτικού κόσμου και τη σταδιακή άνοδο για πολλούς αιώνες των μεγάλων αρχών του Ευρωπαϊκού πολιτισμού". Το καλοκαίρι του 490 π.Χ. ο πυρσός της καταστροφής απείχε μόνο 42 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Δεν θα κατέκαιγε απλώς την πόλη, αλλά θα διέκοπτε και την κυοφορία του δυτικού πολιτισμού. Ο Αλαν Λόυντ στο έργο του "Η Μάχη του Μαραθώνα" μας δίνει την παραστατικότερη ίσως εικόνα για όσα διακυβεύονταν αυτές τις τόσο κρίσιμες στιγμές της μάχης: "Η Αθήνα εκείνη την εποχή διακρινόταν για τους ταλαντούχους ανθρώπους που ανέθρεφε και για εκείνους που επρόκειτο να γεννηθούν. Ο Σοφοκλής τότε ήταν ακόμη παιδί. Ο Σωφρονίσκος, ο Αθηναίος πολίτης, που θα γινόταν ο γεννήτορας του Σωκράτη ίσως ήταν ήδη παντρεμένος με τη μητέρα του φιλοσόφου, τη Φαιναρέτη. Η αλυσιδωτή αντίδραση που θα προκαλούσε μια πιθανή απώλεια της πνευματικής κληρονομιάς του ανθρώπου με την κατάκτηση της Αθήνας εκείνο το καλοκαίρι, με τις σφαγές που θα ακολουθούσαν και τον εκτοπισμό του πληθυσμού, είναι πέρα από κάθε εκτίμηση. Χωρίς τον Σωκράτη, τι θα ήταν ο Πλάτων; Θα υπερηφανευόταν απλώς για τους προγόνους του που επέζησαν μιας Περσικής νίκης; Και χωρίς τον Πλάτωνα τι θα ήταν ο Αριστοτέλης; Η απώλεια του Πλάτωνα θα ήταν αδιανόητη για τη δυτική φιλοσοφία. Θα απουσίαζε το εύστοχο ενδιαφέρον του για μια λογική ηθική φιλοσοφία, η πνευματική του επιδίωξη για την αληθινή διαβάθμιση της αρετής, το όραμα του για την ψυχή, ολόκληρο το μεταφυσικό υπόβαθρο των θεωριών του που μπόλιασε τις μετέπειτα γενεές και ολόκληρο τον σύγχρονο πολιτισμό. Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι αν όχι αυτοί, αλλά πολλοί άλλοι ξεχωριστοί άνθρωποι, θα γεννιόντουσαν την εποχή εκείνη παρά την αλλαγή της κατάστασης, είναι πάντως πολύ δύσκολο να αγνοήσουμε το γενικό κλίμα, την εκπληκτική άνοδο της κοινωνικής έμπνευσης που σημειώθηκε μετά την έκβαση της μάχης του Μαραθώνα".

Μαραθώνας…  ΟΙ  192

 


Η ιστορική αυτή μάχη αποτέλεσε επίσης ένα ορόσημο για την Αθηναϊκή δημοκρατία. Το νέο πολίτευμα της πόλης απέδειξε την αντοχή του: αποκάλυψε ότι μπορούσε να αναδείξει άξιους στρατιωτικούς ηγέτες, έστω μετά από παλινωδίες, να απομονώσει τον εσωτερικό εχθρό και να εμψυχώσει τους πολίτες-οπλίτες ώστε να αγωνιστούν υπέρ βωμών και εστιών. Ωστόσο, δίπλα στην ισχυρή ανωνυμία της οπλιτικής φάλαγγας η δύουσα αριστοκρατική εποχή έδινε τους τελευταίους της ήρωες, τον Καλλίμαχο, τον Στησίλαο και τον Κυναίγειρο. Εκτός από το ιερό καθήκον για την προστασία της πατρίδας, οι Αθηναίοι οπλίτες, ευγενείς και πολίτες, παρατάχθηκαν στην πεδιάδα του Μαραθώνα, έτοιμοι να θυσιαστούν για χάρη της στρατιωτικής τους τιμής. Γι' αυτή δεν ανέβηκαν στα βουνά για να γλυτώσουν, ούτε κλείστηκαν στα τείχη περιμένοντας βοήθεια από τους Σπαρτιάτες ή τους θεούς, γι' αυτή δεν έσπευσαν να δώσουν "γη και ύδωρ", γι' αυτή έπεσε ο Καλλίμαχος. Η στρατιωτική τιμή, ο φόβος για την απώλεια της πατρίδας και η στρατηγική ιδιοφυία ενός εμπνευσμένου αρχηγού ήταν οι αιτίες που οδήγησαν τους Αθηναίους και τους γενναίους συμμάχους τους, τους Πλαταιείς, να στήσουν τρόπαιο νίκης στον Μαραθώνα. Ηταν "το τρόπαιο του Μιλτιάδη που δεν άφηνε τον Θεμιστοκλή να κοιμηθεί" [Πλούταρχος, Θεμιστοκλής 3,4]. Ήταν η αιώνια δόξα των Μαραθωνομάχων που ώθησε τον Αισχύλο να ζητήσει να τον θυμούνται όχι για τα αξεπέραστα ποιητικά του έργα, αλλά για εκείνη την ημέρα που τάχθηκε στη φάλαγγα για να πολεμήσει για την ελευθερία της πατρίδας του, "Αισχύλον Ευφορίωνος Αθήναιον τόδε κεύθει μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας. Αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσον αν είποι και βαθυχαιτήεις Μήδος επισταμένος" (Αυτός εδώ ο τάφος σκεπάζει τον Αισχύλο του Ευφορίωνα από την Αθήνα. Τη φημισμένη του αντρειοσύνη το άλσος του Μαραθώνα μπορεί να μαρτυρήσει και ο μακρυμάλλης Μήδος που τη γνώρισε καλά).

 

 

Για τη μάχη του Μαραθώνα γράφτηκαν πολλές ενδελεχείς μελέτες και θα γραφτούν ακόμη περισσότερες στο μέλλον. Υπάρχει όμως κάτι άλλο που να την αποτυπώνει πιο εύστοχα πέρα από το λιτό επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κείου; "Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δίιναμιν" (Οι Αθηναίοι, ως πρόμαχοι των Ελλήνων, στον Μαραθώνα κατέστρεψαν τη δύναμη των χρυσοφόρων Μήδων).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

(1) Αισχύλος: ΠΕΡΣΑΙ, μτψ. Τάσσος Ρούσσος, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1991.
(2) Ηρόδοτος: ΙΣΤΟΡΙΑΙ, βιβλία 1-9, μτψ. Ευάγγελος Πανέτσος, Εκδόσεις I. Ζαχαρόπουλος/βιβλία V-IX, μτφ. Ηλίας Σπυρόπουλος, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1995.
(3) Ξενοφών: ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ, μτφ. Αχιλλεύς Τζάρτξανος, Εκδόσεις Πάπυρος.
(4) Παυσανίας: ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ, Ι-ΙΧ, μετάφραση-σχόλια-σημειώσεις Ν. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1982.
(5) Πλούταρχος: ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ, μτφ. Μ.Γ. Μερακλής, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1991.
(6) Πλούταρχος: ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ, μτφ. Γιώργος Καλόπουλος, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1993.
(7) Πλούταρχος: ΗΘΙΚΑ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1995.
(8)Σουίδας: ΛΕΞΙΚΟΝ, Εκδόσεις Γεωργιάδη.
(9) Σιμωνίδης: ΑΠΑΝΤΑ, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1992.
(10) Στράβων: ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΑ, μτφ. Π. Βαλάκης, Εκδόσεις I. Ζαχαρόπουλος.
(11) Η. Bengtson: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΡΧΕΣ ΕΩΣ ΤΗ ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα 1991.
(12)A.R. Burn: PERSIA AND THE GREEKS:
THE DEFENSE OF THE WEST, c. 546-478 BC,
Λονδίνο 1962.
(13) P. Connolly: GREECE AND ROME AT WAR, Greenhil Books, London, Stackpole Books, Pennsylvania.
(14) N.G.L. Hammond: THE CAMPAIGN AND BATTLE OF MARATHON, JHS88, 13-57 (esp. 32-3), 1968.
(15) V.D. Hanson: Ο ΔΥΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΛΕΜΟΥ, Η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΚΛΑΣΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ, μτφ. Μάριος Μπλέτας, Εκδόσεις Κωνσταντίνου
Τουρίκη, Αθήνα.
(16) Ιστορία του Ελληνικού Εθνους, τόμος Β', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1981.
(17) Κ. Κολιόπουλος: Η ΥΨΗΛΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (750-192 π.Χ.), Εκδόσεις Ποιότητα, 2001.
(18) Γ. Κορρές: ΜΑΡΑΘΩΝ, Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 20.
(19)Σπ. Μαρινάτος: ΑΝΑΣΚΑΦΑΙΜΑΡΑΘΩΝΟΣ, Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1970.
(20)Σπ. Μαρινάτος: ΜΑΡΑΘΩΝ, Πρακτικά της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, 1971.
(21) Δ. Μαρωνίτης: ΗΡΟΔΟΤΟΣ: ΟΚΤΩ ΝΟΥΒΕΛΕΣ ΚΑΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ, Εκδόσεις Αγρα, Αθήνα.
(22) Ι.Κ. Μερεντίτης: Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΡΟ ΤΩΝ ΠΕΡΣΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ, Αθήναι.
(23) Κ. Παπαρρηγόπουλος: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. 1-2, Εκδόσεις Νίκας, Αθήνα 1930.
(24) Β.Χ. Πετράκος: Ο ΜΑΡΑΘΩΝ, ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, Αθήνα 1995.
(25) Η. Σπυρόπουλος: ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1995.
(26) Γ. Σταϊνχάουερ: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2000. (27) U. Wilcken: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1976.
(28) P. Green: ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ, μτφ. Αριάδνη Αλαβάνου, Εκδόσεις Κωνσταντίνου Τουρίκη, Αθήνα 1996.
(29)Δημ. Ν. Γαρουφαλής: ΠΕΡΣΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ, Ο ΤΙΤΑΝΙΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΤΟΝ ΑΡΧΑΙΟ ΚΟΣΜΟ, Εκδόσεις Περισκόπιο, Αθήνα 2003.
(30) Alan Lloyd: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ, Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΜΑΧΗ ΠΟΥ ΘΕΜΕΛΙΩΣΕ ΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, μτφ. Βασιλική Κόκκινου, Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα.
(31) Π.Δ. Καράκας: ΜΑΡΑΘΩΝ 490 π.Χ., Η ΑΙΩΝΙΑ
ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΔΟΞΑ, Ελλήνων Ιστορία (διμηνιαία έκδοση του περιοδικού "Ελληνική Αγωγή "), Αθήνα, Μάιος-Ιούνιος 2004.
(32) "Ηελληνική στρατηγική", άρθρο στον τόμο "ΕΛΛΑΣ" του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του Ηλίου.
(33) Πολυαίνου: ΣΤΡΑΤΗΓΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Γεωργιάδης, Αθήνα 1995.
(34) Λίντελ Χαρτ: Η ΕΜΜΕΣΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ, Εκδοση ΓΕΣ/7ο ΕΓ/Διεύθυνση Εκδόσεων, Αθήνα 1963 (ανατύπωση 2000).
(35) J.F.C. Fuller: DECISIVE BATTLES OF THE WESTERN WORLD, SPA Books, Λονδίνο 1993.
(36)
Η. Delbruck: HISTORY OF THE ART OF WAR-"WARFARE IN ANTIQUTY", Bison Books, University ofNebrasca 1990.
(37)Δημ. Ν. Γαρουφαλής: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ, Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΟΠΛΙΤΙΚΗΣ ΦΑΛΑΓΓΑΣ, περ. "Στρατιωτική Ιστορία", τχ. 13, Σεπτέμβριος 1997.
(38) Δ. Γεδεών: ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΟΙ ΤΑΚΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ, περ. "Στρατιωτική Ιστορία", τχ. 65, Ιανουάριος 2002.
(39)Εφημερίδα "Ελευθεροτυπία",Ε-ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ - 490 π.Χ., τχ. 232, 15 Απριλίου 2004.

Δημήτρης Τσαλκάνης (Dimitris Tsalkanis) http://www.ancientathens3d.com/

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock