πίσω

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΓΡΑΦΗ

Σκέψεις μέ αφορμή ένα δοκίμιο του Fausio Codino

20110121-hist-01

Αφορμή γιά τή σύνταξη του παρόντος άρθρου στάθηκε το βιβλίο του Fausio Codino Εισαγωγή στον 'Ομηρο, πού μεταφράσθηκε στά ελληνικά άπό τον Γ.Δ. Βανδώρο. Στον Fausio Codino, που σπούδασε κλασσική φιλολογία στη Scuola Normale Superiore τής Πίζας και στην Ζυρίχη, όπως αναφέρεται στο σύντομο βιογραφικό του σημείωμα, "ή ίδια ή ύλη, πού είναι αμφιλεγόμενη, επέβαλλε νά γράψει κάτι που είναι ανάμεσα σ' ένα δοκίμιο ερμηνείας και σ' ένα εγχειρίδιο. Για τη διαμόρφωση των πολλών, διαφορετικών μεταξύ τους, θεωριών για την προέλευση των ποιημάτων, που κρατούν ακόμη χωρισμένους τους κριτικούς, σκέφθηκε ότι είναι αρκετές, λίγες βασικές πληροφορίες στο εισαγωγικό μέρος".

Αυτές λοιπόν οι «λίγες βασικές πληροφορίες» —πού παρ' όλον ότι αντιτίθενται μεταξύ τους, οι «αντιθέσεις» τους δεν ξεπερνούν ποτέ τα όρια Τών κατεστημένων αντιλήψεων— θά μας απασχολήσουν εδώ.

Ο συγγραφεύς ξεκινώντας τήν ανάλυση μας λέει ότι σήμερα "η συσσώρευση αρχαιολογικών, γλωσσικών και λοιπών δεδομένων μας αποκαλύπτει έναν Όμηρο όχι πια απομονωμένο και χαμένο μέσα στα σκοτάδια, αλλά τοποθετημένο σ' ένα σημείο —που ολοένα ορίζεται καλύτερα— της πορείας που έφερε τήν Ελλάδα άπ' τήν μυκηναϊκή εποχή στην λεγόμενη αρχαϊκή περίοδο". Παρά ταύτα ο συγγραφεύς αντι να ενδιαφερθεί σαν μελετητής του Ομήρου να αποσπάσει σπουδαίες κι έγκυρες πληροφορίες από τον ίδιο τον Όμηρο για την χρονολόγηση του πολιτισμού της λεγομένης «αρχαϊκής περιόδου», αντιπαρέρχεται τις υποδείξεις του Giambauista Vico (l730), πού ο φιλόσοφος αυτός της Ιστορίας, προκειμένου για τον Όμηρο, έκανε, γράφοντας: για να ξαναβρεί κανείς την αλήθεια γιά την εποχή του Ομήρου και για την πατρίδα του μόνο στον ίδιο τον Όμηρο μπορεί να την άναζητήσει (Delia discoverta del vero Omero).

Αντίθετα παρ' όλο ότι και ο ίδιος ο Codino πιστεύει ότι μέ τόν G. Vico "η ομηρική κριτική βγήκε απ' τις προκαταλήψεις του κλασσικισμού" (σελ. 41), συνεχίζει να ερευνά την εποχή τού Ομήρου στηριζόμενος αποκλειστικά στό "συσωρευμένο υλικό" τών κατεστημένων θεωριών προσπαθώντας νά βρεί το δικό του δρόμο. Αυτή τη στάση του, που δύσκολα κανείς μπορεί ακριβώς νά τήν εντοπίσει, δηλαδή να καθορίσει τι πράγματι πιστεύει ή τι δεν πιστεύει απ' όλους τους περί τόν Όμηρο αντικρουόμενους ισχυρισμούς, μου επιτρέπει να σχηματίσω μια δική μου γνώμη για τις επιλογές πού έκανε για να στηρίξει την δική του εργασία.

Δέχεται λοιπόν ό F. Codino ότι: "Στην Ελλάδα, στην αρχή της δεύτερης χιλιετίας, έγινε είσβολή λαών που μιλούσαν ινδοευρωπαϊκή γλώσσα και είχαν έρθει άπ' την ανατολική Ευρώπη. Η οικονομία τους ήταν αποκλειστικά ή κυρίως ποιμενική. Οι εισβολείς κυριάρχησαν πάνω σ' έναν παλιότερο πολιτισμό[...] που ήταν ήδη έν μέρει αστικοποιημένος. Μπορούμε να ονομάσουμε «Πρωτοέλληνες» αυτούς τους εισβολείς που εισήγαγαν τη γλώσσα πού επρόκειτο να κυριαρχήσει στη χερσόνησο.

Πρέπει όμως να μην δώσουμε πολύ μεγάλη σημασία στο όνομα και να μην παρανοήσουμε τη σημασία του όρου "Ινδοευρωπαίοι" που έχουν συντελέσει στην καλλιέργεια του ύποπτου μύθου για τον ασύγκριτο "Έλληνα άνθρωπο" και στην νόθευση πολλών ερμηνειών της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Το  να αποδώσει κανείς τις μετέπειτα επιτυχίες των Αρχαίων Ελλήνων σε αίτια φυλετικά — χρειάζεται ακόμη και σήμερα να το επαναλαμβάνουμε;— είναι τουλάχιστον "σάν να θέλει να μπερδεύει τη φυλή με την κουλτούρα, όταν δεν πρόκειται για προκατάληψη, όπως είναι η λατρεία του Βόρειου άνθρωπου. Τα ελληνικά είναι γλώσσα ινδοευρωπαϊκή, όμως φυλή ινδοευρωπαϊκή δέν ύπήρξε ποτέ (Robert M. Cook)" (σελ. 17).

Παρ' όλην όμως την τοποθέτηση του αυτή ο Codino γράφει (σελ. 20): "Έδώ και πολύν καιρό έχει ωστόσο παρατηρηθεί ότι ο Όμηρος φαίνεται ν' αγνοεί τελείως μια δωρική εισβολή που θα κατέστρεψε τα βασίλεια της Πελοποννήσου." Εψαξα να δω μήπως αυτή η παρατήρηση τον προβλημάτισε κι αποφάσισε να ερευνήσει εξονυχιστικότερα τον Όμηρο, τουλάχιστον στο θέμα της γλώσσας. Δυστυχώς ούτε έδώ ο Όμηρος δεν έγινε «βακτηρία» για να στηριχθούν τα δήθεν ισχυρά επιχειρήματα των γλωσσολογούντων που "τοποθέτησαν την ελληνική γλώσσα στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών" (σελ. 38). Και όμως ο Όμηρος στην Οδύσσεια μας λύνει αυτό τό μυστήριο τής ελληνικής γλώσσας. Γράφει (τ, 172-177):

 

Κρήτη τις γαι' εστι, μέσω οίνοπι πόντω
καλή και πίειρα, περίρρυτος. Έν δ' άνθρωποι
πολλοί, απειρέσσιοι και εννενήκοντα πόληες.
Άλλοι δ' άλλων γλώσσα μεμιγμένοι έν μεν Αχαιοί,
εν δε Ετεοκρήτες μεγαλήτορες, εν δε Κύδωνες
Δωριέες τε τριχάικες δίοι τε Πελασγοί.

[Η Κρήτη είναι μια χώρα, στο μέσο του φουρτουνιασμένου σάν μεθυσμένου Πόντου, όμορφη, εύφορη και μέ τρεχούμενα νερά. Οι άνθρωποι που την κατοικούν είναι χιλιάδες πολλές και έχει έννενήντα πάλεις. Η γλώσσα της είναι κράμα γλωσσών τών κατοίκων της, πού είναι oι Αχαιοί, oι μεγαλόψυχοι και γενναίοι Έτεόκρητες, oι Κύδωνες, οι τρεις φυλές τών Δωριέων (Υλαίοι, Δυμάνες, Πάμφυλοι) και οι Πελασγοί, που η παρουσία τους ξεκινάει άπ' την εποχή του Δία].

Ο Όμηρος στους στίχους αυτούς θεωρεί, ότι τα γλωσσικά ιδιώματα των ανθρώπων του ελληνικού χώρου «τείνουν» δια των μίξεων, που οφείλονται σε διάφορες αίτιες, στην δημιουργία μιας περίπου κοινής γλώσσας. Έτσι λοιπόν αντί να στρεφόμαστε προς τά πίσω αναζητώντας από τις διαλέκτους την "κοινήν έλληνικήν" και από αυτήν την "ινδοευρωπαϊκή", είτε κατ' ευθείαν είτε με ενδιαμέσους σταθμούς, πρέπει, αντίθετα, από τις διαλέκτους να συναγάγουμε την αιτία και τον τρόπο που σχηματίσθηκε βαθμιαία η γλώσσα. Η ρίζα της γλώσσας δεν είναι κάποια παλιά κοινή γλώσσα, άπ' τήν οποία προήλθαν τά ιδιώματα. Αλλά τα "ιδιώματα", δηλαδή οι τοπικές γλώσσες, αναπτύσσονταν συνεχώς και επηρέαζαν τον σχηματισμό της κοινής ελληνικής.

Ή θέση βέβαια του Codino είναι η γνωστή θέση της κατεστημένης φιλολογίας και της ιστορίας. Η έκ μέρους του παραδοχή ότι ινδοευρωπαϊκή φυλή δέν υπάρχει, δεν άλλαξε σε τίποτα τους ιστορικούς του προβληματισμούς. Οι χρονολογίες 1600, 1400, 1200 π.Χ. εξακολουθούν νά θεωρούνται ιστορικά "ταμπού", που ο συγγραφεύς δέν θέλει να θίξει. Ό Codino αποδέχεται και αυτός ότι τα ιστορικά συμβάντα ξεκινούν και αποκορυφώνονται στους πολιτισμούς της Κρήτης και των Μυκηνών μέσα στους λίγους αυτούς αιώνες (1600-1200). Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο Όμηρος παρέχει αποδείξεις αυτών των ισχυρισμών. Ο Όμηρος δεν στηρίζει αυτές τις απόψεις. Αντίθετα oι παραλείψεις του ή η άγνοια που έχει (π.χ. δεν γνωρίζει τα ονόματα Θεσσαλία, Σμύρνη) σε χαρακτηριστικά ονόματα περιοχών έπρεπε να μας προβληματίσουν και να μην έπιτρέψουνε την συναγωγή αβασάνιστων συμπερασμάτων.

Ένα άλλο ερώτημα είναι: Γιατί αποκαλεί ο Codino τους εισβολείς "Πρωτοέλληνες"; Ποιά είναι κατά τον συγγραφέα η σχέση "Πρωτοελλήνων" και "Ινδοευρωπαίων"; Αφού δέχεται, όπως και ο Robert Cook, ότι "φυλή Ινδοευρωπαϊκή δέν υπήρξε ποτέ", τότε σέ τι συμπέρασμα οδηγούμεθα; Ότι oι Πρωτοέλληνες είναι oι ομίλησαντες τήν «Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα»; Δηλαδή πώς απέκτησαν γλώσσα; Γυρίζοντας σαν νομάδες στα βουνά της Ανατολής δανείζονταν τη γλώσσα άπό τους λαούς που ήταν πιο άξεστοι άπ' αυτούς; Και οτι αυτήν την γλώσσα την επέβαλαν στους ντόπιους αστικοποιημένους; Κι αυτοί πάλι κατόρθωσαν υιοθετώντας την γλώσσα των νομάδων βοσκών εισβολέων, μέσα σε λίγους αιώνες, να φθάσουν την νέα γλώσσα τους στην τελειότητα της γλώσσας του Ησιόδου και Ομήρου;

Γράφει ακόμη ο F. Codinο: "θυμίζουμε ότι η Ελλάδα δεν χρησιμοποίησε την γραφή μισή χιλιετία. Εμείς σήμερα, πιό τυχεροί από τους συγχρόνους του Όμηρου, διαβάζουμε μυκηναϊκά κείμενα. Η Κρήτη γνώριζε μια γραφή τουλάχιστον απ' τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας, πρώτα μια ιδεογραφική γραφή, κατόπιν μια συλλαβική, που σέ μια τροποποιημένη μορφή υιοθετήθηκε από τους Μυκηναίους για να γράφουν τα ελληνικά τους. Αυτή η γραφή (γραμμική Β) αποκρυπτογραφήθηκε τό 1952 (Μ. Ventris). Τα ντοκουμέντα πού μπορούμε τώρα να διαβάσουμε είναι πινακίδες άπό άργιλο, που βρέθηκαν στην Κρήτη, στην Πύλο και στις Μυκήνες, πάνω στις όποιες ήσαν χαραγμένες απογραφές, παρτίδες εμπορευμάτων, κατάλογοι προσώπων. Χρησίμευαν σε άμεσους πρακτικούς σκοπούς, και γι' αυτό δεν ψήνονταν (αυτές πού διατηρήθηκαν ψήθηκαν απ' τις πυρκαγιές, πού καταστρέφοντας τα οίκοδομήματα μας διατήρησαν τις γραφές). (σελ. 20).

Συνεχίζει όμως λέγοντας: "Τά ομηρικά ποιήματα μιλάνε για μυκηναϊκά πράγματα καί γεγονότα, αλλά ο ομηρικός κόσμος για να κυβερνηθεί δεν χρειάζεται τή γραφή". Προσθέτει όμως ο συγγραφεύς σαν επιβεβαιώσεις της υπάρξεως του μεγάλου πολιτισμού των Μυκηνών τα μνημειώδη οικοδομήματα, την περίπλοκη ιεραρχική δομή του πληθυσμού, οργανωμένου σέ πολλές οικονομικές κατηγορίες ειδικευμένων, για να τελειώσει τονίζοντας ότι "τα ανάκτορα κυβερνιόταν ήδη περισσότερο από το στυλό του γραφέα παρά τό σπαθί (Fshachermyer)".

Ομολογώ, ότι τα συμπεράσματα αυτά που αλληλοσυγκρούονται δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς τοποθετούνται σάν "είσαγωγή στον Όμηρο". Τα ερωτήματα πού έπρεπε να τον απασχολήσουν είναι, πρώτον, αν η γλώσσα των εισβολέων και η γλώσσα των ντόπιων "αστικοποιημένων" ήταν ιδιώματα που συμπεριλάμβαναν λέξεις καταληπτές και στους δύο. Δεύτερον, oι εισβολείς διέθεταν γραφή; Τρίτον, πιστεύει ότι oι Μυκηναίοι υιοθέτησαν τη γραφή της Κρήτης "γιά νά γράφουν τά ελληνικά τους", όπως λέει; Και τέλος, πώς φθάνουμε από τα σύντομα αυτά υπηρεσιακά σημειώματα, γραμμένα μέ σύμβολα, στην τέλεια ομηρική γλώσσα. Πώς δέν ανακαλύφθηκαν και πινακίδες που να περιέχουν —όπως θα ήταν φυσικό— καταγραμμένες και κάποιες πανάρχαιες γνώσεις που αναφέρονται στον Όμηρο, όπως π.χ. αστρονομικές, κοσμολογικές. γεωγραφικές, περί Ωκεανού, Πόντου, ποταμών και τόσων άλλων; Ο Δημόκριτος έλεγε: "Λόγος έργου σκιά". Είναι δυνατόν ένας πολιτισμός να είχε φθάσει σ' ένα τόσο υψηλό τεχνικό επίπεδο και η γραφή του, έστω και αυτή των συμβόλων, να χρησιμοποιούσε τον πηλό για να εξυπηρετεί μόνο τις απλές του ανάγκες; Ήταν δύσκολο μέσα στό απέραντο τούτο οικοδόμημα της Κνωσσού, "σ' αύτό το καλλιτέχνημα από καλαισθητικής πλευράς και υψηλής τεχνικής στάθμης έπιστημονικόν έργον πού επληρούσε τας συγχρόνους αντιλήψεις από απόψεως υγιεινής, καθαριότητος και γνώσεως τής ζωής", όπως λέει ο Σ.Ν. Μαρινάτος, να διατηρούνται σαν αρχαιολογικής αξίας αντικείμενα τα πανάρχαια αυτά γραπτά, δηλαδή η πανάρχαια γραφή. Είναι σαν λέμε π,χ. ότι σήμερα οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές οφείλονται στους Μαορί της Αυστραλίας. Θα προσθέσω όμως ακόμη κάτι για όσους θα ισχυριστούν ότι τα συμπεράσματα τους περί των πινακίδων στηρίχτηκαν στους τρόπους που η επιστήμη σήμερα χρησιμοποιεί για να χρονολογήσει τα κεραμεικά. Αντιγράφω άπ' το βιβλίο του καθηγητού της 'Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Α· Ζώη "Μαθήματα Αρχαιολογίας" [Εκδοση τού Πανεπιστημίου, 1980, σελίδες 86-87]. "Η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί σε κεραμεικά αντικείμενα που κατά την όπτησή τους είχαν θερμανθεί στους 500° C ή παραπάνω: η ακρίβεια της χρονολόγησης είναι σχετική, με πιθανό περιθώριο λάθους συν πλην 25%, που μειώνεται στό συν πλην 10% σε περίπτωση που είναι δυνατός και ο έλεγχος της θέσης εύρεσης τού αντικειμένου.

Ή μέθοδος στηρίζεται στο γεγονός ότι τα κεραμεικά αντικείμενα, αν περιέχουν κρυστάλλους χαλαζία και feldspar (πράγμα συνηθισμένο στον πηλό των αντικειμένων και στα χώματα, μέσα στα όποια βρίσκονται), αποθηκεύουν βαθμιαία ενέργεια με την απορρόφηση σωματιδίων άλφα άπό ραδιενεργές ύλες του περιβάλλοντος (ουράνιο, θόριο, κάλιο) στους κρυστάλλους του χαλαζίτη και feldspar όπου δημιουργούνται ηλεκτρόνια ακανόνιστης δομής (ιονισμός των κρυσταλλικών μορίων με τις ακτίνες α, β, γ της ακτινοβολίας του ραδιενεργών στοιχείων).

Όσο πιο πολύ καιρό είναι εκτεθειμένο τό αντικείμενο στην ακτινοβολία αυτή, τόσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό ενεργείας που "αποθηκεύεται" με την δημιουργία της ακανόνιστης δομής ηλεκτρονίων. Όταν το αντικείμενο θερμανθεί εκ νέου στο εργαστήριο, η ενέργεια αυτή αποβάλλεται με τη μορφή εκπομπής φωτός (θερμοφωταύγεια). Η μέτρηση της έντασης του φωτός καί άλλες συναφείς μετρήσεις οδηγούν στη χρονολόγηση της στιγμής της πρώτης όπτησης τού αντικειμένου, οπότε η αποθηκευμένη στον πηλό του δείγματος ενέργεια είχε πλήρως αποβληθεί, αν η θερμοκρασία ήταν επαρκής.

Η μέθοδος τής θερμοφωταύγειας δεν μπορεί να έχει ευρεία πρακτική εφαρμογή, γιατί τα πολύ καλά ψημένα κεραμεικά χρονολογούνται καλύτερα μέ τις συνήθεις αρχαιολογικές μεθόδους, ενώ τα προϊστορικά έχουν σε πολλές περιπτώσεις ψηθεί σε σχετικά χαμηλές θερμοκρασίες. Μια σημαντική δυσκολία είναι ότι τα δείγματα πρέπει να συγκεντρωθούν στην ανασκαφή με πολλές προφυλάξεις, ώστε ν' αποφευχθεί η επίδραση του φωτός, και να συσκευαστούν φωτοστεγώς. Δεν αποκλείεται όμως η μέθοδος να δώσει πολύ χρήσιμες χρονολογίες σε υλικό του όποιου είναι πολύ δύσκολη η χρονολόγηση με τη συνήθη αρχαιολογική μέθοδο, όπως π.χ. η ρωμαϊκή κοινή κεραμεική απ' την Σπηλιά Α' Βρυσών Κυδωνίας".

Μέ αυτά λοιπόν τα επιστημονικά δεδομένα "οι πινακίδες από άργιλο που βρέθηκαν στην Κρήτη, στην Πύλο και στις Μυκήνες, πάνω στις όποιες ήσαν χαραγμένες απόγραφες, παρτίδες εμπορευμάτων, κατάλογοι προσώπων και χρησίμευαν σέ άμεσους πρακτικούς σκοπούς, και γι' αυτό δεν ψήνονταν (αυτές που διατηρήθηκαν ψήθηκαν απ' τις πυρκαγιές, που καταστρέφοντας τα οικοδομήματα μας διατήρησαν τις γραφές), όπως μας λέει ο Fausio Codino, πώς είναι δυνατόν να θεωρηθούν κατάλληλο υλικό για αξιόπιστες χρονολογήσεις; Το συμπέρασμα πάντως που εγώ βγάζω είναι, ότι όχι μόνο οι πινακίδες δέν επιτρέπουν νά καταλήξουμε σέ "χρονολόγηση", αλλά και όλα όσα καλοβολεμένα στέκουν σαν επιγραφές στις προθήκες των Μουσείων των προϊστορικών περιόδων πρέπει νά ξαναεξεταστούν. Γιατί είναι εύκολο να κολλάμε ταμπέλλες αβασάνιστα στα αρχαιολογικά ευρήματα, άλλα έτσι δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να συνεργούμε στη διατήρηση του σκότους πού συντηρεί τις πλάνες και τροφοδοτεί τις κατεστημένες αντιλήψεις περί ιστορίας.


Μια άλλη, ορθή, παρατήρηση του συγγραφέως είναι η ακόλουθη: "Η πρώτη διάταξη πάνω σε χρονολογική βάση του επικο-μυθολογικού υλικού βρίσκεται στον Ησίοδο, τον πιο αρχαίο Έλληνα ποιητή, που μας είναι γνωστός και σαν πρόσωπο. Έζησε όχι πολύν καιρό ύστερα απ' την περίοδο τής τελικής συντάξεως τής Ιλιάδας και της Οδύσσειας στη μητροπολιτική Ελλάδα". Πράγματι, βάση του επικο-μυθολογικού υλικού είναι βέβαια η θεογονία που διέσωσε ο Ησίοδος. Στην σχετική ανακοίνωση μου στο Δαυλό, όχι μόνο συμφώνησα ότι η "θεογονία" είναι έργο που δεν ανήκει στον Ησίοδο, άλλα απέδειξα μέ στοιχεία προερχόμενα από την ίδια την θεογονία ότι έχει γραφεί προ της μεγάλης καταστροφής της Ατλαντίδος, που είναι γνωστή ως "Μεγάλος Κατακλυσμός". Η θεογονία περιέχει όχι μόνο ιστορικά στοιχεία του πανάρχαιου μεγάλου πολιτισμού τών ανθρώπων του ελληνικού χώρου αλλά και τους θησαυρούς της αρχαίας γνώσης περί των νόμων του φυσικού κόσμου και τις απόψεις τους περί τής καταγωγής των όντων. Η αλληγορική γλώσσα [έπη μαντικά] που μεταχειρίζονταν oι ιερείς των Μουσείων, μέ την επελθούσα καταστροφή, που είχε σαν αποτέλεσμα το μεγάλο ιστορικό κενό, έπαψε νά ερμηνεύεται, λησμονήθηκε και έγινε πλέον ακατάληπτη.

Ο συγγραφεύς βέβαια πολύ λίγα γνωρίζει για τον Ησίοδο και για την θεογονία. Γράφει (σελ. 80): "Οι Μούσες του είπαν: Ξέρουμε ψέματα πολλά να λέμε όμοια μ' άλήθειες, μα ξέρουμε, όταν θέλουμε κι αλήθειες να ιστορούμε". Το κείμενο είναι εντελώς διαφορετικό (θεογονία, στίχ. 26-28):

"Ποιμένες άγραυλοι, κάκ'έλέγχεα, γαστέρες οίον, ίδμεν ψεύδεα πολλά λέγειν ετύμοισιν ομοία, ίδμεν δ' εύτ' έθέλωμεν, αληθέα γηρύσασθαι".

[Εμείς οι βοσκοί που ζούμε στην ύπαιθρο ξέρουμε να λέμε ψέματα όμοια μ' αλήθειες, αλλά που, άν θέλουμε, ξέρουμε κι αλήθειες νά αγριοφωνάζουμε].

Είναι οι ποιμένες λοιπόν που ζουν στις πλαγιές του Ελικώνα και όχι οι Μούσες. Η διαφορά, είναι τεράστια και είναι μια ακόμα επιβεβαίωση του τρόπου μέ τον όποιο "μεταχειρίζονται" πολλοί έκ των φιλολογούντων το πανάρχαιο αυτό κείμενο.

Τό ιστορικό αυτό κείμενο είχε διασωθεί από τους Ακαρνάνες ιερείς των Ελικωνιάδων Μουσών (έχω γράψει στο Δαυλό τι ήταν τα Μουσεία).

Κατά τον Ησίοδο, στην εποχή του διασώζονταν και παραδόσεις από στόμα σέ στόμα ("ποιμένες άγραυλοι") και ιστορικά κείμενα που βρίσκονταν και φυλάσσονταν εντός τών Μουσείων.

Βέβαια ό συγγραφεύς, για το αν τα έπη ήταν γραμμένα δηλώνει ότι αυτό είναι άγνωστο: "Με απόλυτη βεβαιότητα όχι, άλλα αυτό έχει μικρή σημασία, διότι η γραφή εξαφανίστηκε μέ τη δωρική είσβολή κι έγινε η εισαγωγή της ξανά μέ τήν υιοθέτηση του φοινικικού αλφαβήτου γύρω στα μισά τού 8ου αιώνα".

Αυτή η δήλωση ότι «έχει μικρή σημασία» αν υπήρχε γραφή ή όχι είναι πράγματι ακατανόητη. Αν ο συγγραφεύς είχε διαβάσει τό κείμενο της θεογονίας, αυτό και μόνο θα τον είχε πείσει ότι είναι εντελώς αδύνατο να είχε διασωθεί δια της μνήμης.

Άλλα και ο ισχυρισμός ότι αν υπήρχε γραφή, αυτή εξαφανίστηκε μέ τήν δωρική εισβολή και εισήχθη το φοινικικό αλφάβητο γύρω στά μισά του 8ου αιώνα είναι όχι μόνο αυθαίρετος άλλα και ιστορικά ανεπιβεβαίωτος. Το αυθαίρετο εντοπίζεται στη θεωρία ότι η σύνταξη των ομηρικών επών, πρέπει να έγινε τον 8ο αιώνα. Το συμπέρασμα βγαίνει διά τής εις άτοπον απαγωγής. Λέμε: Αφού τα Τρωικά έγιναν γύρω στά 1200, άρα τα έπη πρέπει νά συντάχθηκαν τόν 8ο αιώνα. Τη δωρική όμως εισβολή τη θέλουμε στις αρχές της 2ης χιλιετίας. Και επειδή μέ την εισβολή χάνεται η γραφή, δεν έχουμε δηλαδή διασωθέντα γραπτά, τότε δεχόμαστε ότι η εμφάνιση των επών γίνεται μετά από 500 χρόνια ανυπαρξίας γραφής.


Ο συγγραφεύς επιδιώκοντας και αυτός νά ευθυγραμμισθεί μέ όσους
 "επί πονήσει των επών καθειστήκεσαν", όπως ο Παυσανίας θα έλεγε, γράφει, συνεχίζοντας κι αυτός την αυθαιρεσία: "Σ' αυτούς τους σκοτεινούς αιώνες η Ελλάδα πέρασε από περίπλοκές μεταλλαγές: έγιναν διάφοροι συνδυασμοί ανάμεσα στις παλιές και στις νέες φυλές, μαζικές μετακινήσεις αλλά και μετακινήσεις μικρών ομάδων, προέκυψαν διαφορές στό πολιτιστικό επίπεδο" κλπ,κλπ", γιά νά αποφθεγματίσει: "Μπορούμε να πούμε ότι στην Ελλάδα ξανάρχισαν όλα από την αρχή ή ακόμη ότι η αληθινή και κυρίως ελληνική ιστορία αρχίζει γύρω στά 1000 π.Χ.".

Βέβαια πρέπει να μπορούμε να βεβαιώνουμε και όχι να μπορούμε να λέμε ότι όλα ξανάρχισαν μετά την καταστροφή. Αλλά πού το βρήκε ο Codino αυτό το 1000 π.Χ; Οι πρόσφατες αρχαιολογικές εργασίες στη Θήρα απέδειξαν ότι κατά το 1500 π.Χ. ένας ισχυρός σεισμός που κατέστρεψε τη Θήρα συνοδευόταν από μια τέραστια έκρηξη του ηφαιστείου. Η ηφαιστειακή τέφρα έφθασε μέχρι της Αιγύπτου, ολόκληρο το νησί εξαφανίστηκε και ή βούλιαξε κάτω απ' τη θάλασσα ή θάφτηκε κάτω από ένα παχύ στρώμα κισήρεως και τέφρας ύψους 50 και πλέον μέτρων. Αυτή η καταστροφή υπήρξε τραγική γιά τήν Κρήτη. Κανένα ανάκτορο δεν επέζησε, με μοναδική ίσως εξαίρεση ένα μέρος του ανακτόρου της Κνωσσού.

Τό 1932 ο καθηγητής Μαρινάτος αναζητώντας το επίνειο του Μίνωος στην Αμνισό βρήκε κίσηρι στο υπόγειο ενός κτηρίου, στην παραλία. Δύο χρόνια αργότερα εξέφρασε την άποψη ότι η Κρήτη δεν καταστράφηκε από ανθρώπους άλλα από την μεγάλη έκρηξη της Θήρας. Η έκρηξη αυτή της Θήρας θεωρήθηκε ότι υπήρξε τέσσερες φορές μεγαλύτερη από την έκρηξη τού Κρακατάου, του ηφαιστείου τής Σουμάτρας», που έγινε στις 26/27 Αυγούστου του 1883. Οι εκρήξεις του Κρακατάου ακούστηκαν σε απόσταση 2.000 χιλιομέτρων και τα ηχητικά κύματα έκαναν τρείς φορές το γύρο της γης, προτού σβήσουν. Τα παλιρροϊκά κύματα 30 μέτρων ύψους κατέκλυσαν με τρομακτική ταχύτητα τα παράλια της Ίάβας και της Σουμάτρας και παρέσυραν ογκόλιθους, σιδηροτροχιές και ατμομηχανές σιδηροδρόμων καθώς και πλοία. Πολλές μικρές πόλεις ξεθεμελιώθηκαν και 36.000 άνθρωποι έχασαν τή ζωή τους [Ιστορ. Έλλ. Έθνους, Έκδ. Αθηνών, Α' Τόμ., σελ. 215].

Σήμερα θεωρείται πλέον βέβαιο ότι οι συνέπειες εκείνης τής τρομακτικής εκρήξεως τής Θήρας υπήρξαν και η αιτία του πνιγμού της Κρήτης και του εξαφανισμού του πολιτισμού της από το ιστορικό προσκήνιο. Αλλά αν η Κρήτη υπέκυψε κάτω από το νέο αυτό πλήγμα ενός γεωλογικού σπασμού, είναι δυνατόν να θεωρήσουμε ότι η νέα καταστροφή άφησε ανέπαφη την υπόλοιπη νησιωτική και χερσαία χώρα και τους κατοίκους της; Και το ερώτημα που πρέπει να διατυπωθεί από κάθε καλής πίστεως άνθρωπο είναι: Ο Όμηρος περιγράφει στην Ίλιάδα την συμμετοχή στά Τρωικά της Κρήτης με ογδόντα καράβια και με δύο ξακουστούς αρχηγούς, τον Ιδομενέα τον Δευκαλιδη, γενιά του δοξασμένου Μίνωα [απ. Ηοιών 94,96 καί 16], και τον Μηριόνη. Με βάση τους ισχυρισμούς ότι η εκστρατεία στην Τροία πρέπει να έγινε το 1200 ή 1400, τι πρέπει να συμπεράνει κανείς; Ότι μετά από 100 χρόνια ή έστω 200 η Κρήτη πού σωριάστηκε σε ερείπια είναι σε θέση πάλι να λαμβάνει μέρος σέ εκστρατείες; Και ο Όμηρος περιγράφει την Κρήτη που έλαβε μέρος σαν "έκατόμπολιν" [Ιλ., β, 649], δηλαδή η Κρήτη του 1200 έχει 100 πόλεις πού σφύζουν από ζωή, παρ' όλον ότι υπέστησαν μιά τεράστια καταστροφή μόλις πρό 100 ή 200 ετών; Kαι η προσθήκη ότι ο Ιδομενεύς ήταν Δευκαλίδης από την γενιά του Μίνωα δεν τον τοποθετεί χρονικά κάπου κοντά στον ίδιο τον Δευκαλίωνα που επέζησε της μεγάλης καταστροφής και που αυτός σαν πρώτος βασιλεύς κρατών τα σκήπτρα εκ της ηρωικής εποχής (πρό τής καταστροφής) όρισε τους νέους βασιλείς στον ελληνικό χώρο;

Ποιά ή ανάγκη τόσων περίπλοκων μεταλλαγών; Η μορφολογία, το ανάγλυφο του ελληνικού χώρου με τα πολλά ηφαίστεια (Αίγινα, Μέθανα, Πόρος, Μήλος, Κίμωλος, Πολύαιγον, Φολέγανδρος, Θήρα, Νίσυρος, Κώς, Μυτιλήνη, Χίος, Λήμνος, Ίμβρος, Σαμοθράκη) μέ τους σεισμούς και μέ τις πιθανές συνέπειες τους στους χείμαρρους, στις λίμνες, στους ποταμούς, υπήρξε τό αίτιο μιας έντονης μετακινήσεως των ανθρώπων από περιοχή σε περιοχή, της αναμίξεως αυτών και του σχηματισμού βαθμιαίως μιας κοινής γλώσσας.

Ο Ηρόδοτος που δείχνει ότι πολλές φορές έχει υποστεί σύγχυση και τελεί εν αδυναμία νά "βγάλει άκρη" στο βαρύ φορτίο της έξιστορήσεως τών πανάρχαιων συμβάντων, μας λέει [Πολυμνία, 129]:

"Τήν δε θεσσαλίην λόγος εστί τό παλαιόν είναι λίμνην". [Τον παλαιό καιρό επειδή δέν υπήρχε ακόμη η φάραγξ, και το στενό μέρος της εκροής τών ποταμών (Πηνειός, Απιδανός, Ονόχων, Ενιπεύς και Πάμισος), αυτός καθώς και η Βοιβηίς λίμνη δέν ονομάζονταν όπως σήμερα, έρρεαν όμως καθώς και τώρα, μεταβάλλοντας όλη τη Θεσσαλία σε πέλαγος. Οι Θεσσαλοί λέγουν ότι ο Ποσειδώνας έκανε τη χαράδρα, μέσω της οποίας ρέει ο Πηνειός. Και λέγουν ορθά, γιατί πιστεύεται ότι ο Ποσειδών σείει την γη και όλα τα σχίσματα της γης που προέρχονται από σεισμό είναι έργα του Ποσειδώνος).

Τό όνομα βέβαια "Θεσσαλία" υποδηλώνει "θέσιν αλός", δηλαδή τόπο που άλλοτε υπήρχε θάλασσα. Το ερώτημα που μένει μέχρι στιγμής αναπάντητο είναι: Πότε η θάλασσα έγινε ξηρά; Και τέλος πότε άραγε ονομάσθηκε η περιοχή Θεσσαλία; Γιατί ο Όμηρος δεν γνωρίζει το όνομα "Θεσσαλίη";


Ο Ηρόδοτος είναι ακόμη ο υπεύθυνος της δημιουργηθείσης εντυπώσεως ότι τα στοιχεία του αλφαβήτου που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα είναι προελεύσεως φοινικικής. Γράφει στήν ιστορία του [Τερψιχόρη, 58-59]: 

"Οι δε Φοίνικες που μαζί με τον Κάδμο ήλθαν, εκ των οποίων κατάγονταν οι Γεφυραίοι, έκτος από πολλά που μετέφεραν μαζί τους κατά την εγκατάσταση τους σ' αυτή τή χώρα, εισήγαγαν την επί πληρωμή (διδασκάλια) διδασκαλία στούς Έλληνες και εισήγαγαν ακόμη και τα στοιχεία του αλφαβήτου, τα οποία κατά τήν γνώμη μου δεν υπήρχαν πρωτύτερα στούς Έλληνες. Κατ'αρχήν αυτά τα στοιχεία του αλφαβήτου τα χρησιμοποιούσαν όλοι oι Φοίνικες, με την πάροδο δε του χρόνου ταυτόχρονα με την ομιλία μετέβαλλαν και την μορφή και το οχήμα των γραμμάτων.

Κατοικούσαν δέ εκείνη τήν εποχή στα περισσότερα μέρη τα γύρω απ'αυτούς εκ των Ελλήνων oι Ίωνες, oι όποιοι παραλαμβάνοντας με τη διδασκαλία από τους Φοίνικες τα στοιχεία του αλφαβήτου και τροποποιήσαντες λίγα απ' αυτά τα μεταχειρίζονταν κι έφ' όσον τα μεταχειρίζονταν, καθώς ήταν και δίκαιο επειδή τα εισήγαγαν στην Ελλάδα οι Φοίνικες, τα ονόμασαν φοινικικά. Ακόμη δε και τους παπύρους (βύβλους) oι Ίωνες άπό παλαιά συνήθεια ονομάζουν διφθέρες, διότι κάποτε, όταν υπήρξε έλλειψη παπύρων, μεταχειρίζονταν διφθέρες (δέρματα κατεργασμένα) αιγών και προβάτων ακόμη και στην εποχή μου πολλοί από τους βαρβάρους γράφουν πάνω σέ τέτοιες διφθέρες (58).

Είδα και ο ίδιος γράμματα τής εποχής τού Κάδμου (Καδμήια γράμματα) στο Ιερό του Ισμηνίου Απόλλωνος στη Βοιωτική Θήβα, χαραγμένα (ή ανάγλυφα και κολλημένα επάνω) σε τρεις τρίποδες, πολλά από τά όποια ήταν όμοια μέ τά σημερινά ιωνικά" (59).

Ας δούμε όμως αυτά που λέει ο Ηρόδοτος κάτω από το Φως της "Θεογονίας", που, όπως φαίνεται, δεν τον είχε απασχολήσει και προβληματίσει όσον έπρεπε. Είχε γράψει [Ευτέρπη, 53]:

"Διότι νομίζω, ότι ο Ησίοδος και ό Όμηρος υπήρξαν αρχαιότεροι μου κατά τετρακόσια χρόνια και όχι περισσότερο. Αυτοί είναι που έγραψαν την θεογονία για τους "Ελληνες, και έδωσαν στους θεούς τίς επωνυμίες και μοίρασαν σ' αυτούς τιμές και τέχνες και υποτύπωσαν τις μορφές τους".

Ας αφήσουμε όμως προς στιγμήν τον Ηρόδοτο και ας ξεκινήσουμε από τον Κάδμο. Κατά την θεογονία ό Κάδμος ζει στην εποχή του Διός. Ο Κάδμος είναι μεγαλόψυχος άλλα και οξύθυμος. Παντρεύτηκε την κόρη του Άρη και της Κυθέρειας, την Αρμονία (θεογονία, στίχος 937):

"Άρμονίην θ' ήν Κάδμος υπέρθυμος θετ' άκοιτιν".

Από τον γάμο αυτόν (Θεογονία στίχ. 915-918) γεννήθηκαν η Ίνώ, η Σεμέλη, ή Αυτονόη καί ο Πολύδωρος "ευστεφάνω ενί Θήβη" [στην περιτριγυρισμένη από όμορφα τείχη Θήβα]. Η Θεογονία (πού είναι έργο προκατακλυσμιαίο) αγνοεί οποιαδήποτε σχέση του Κάδμου με το όνομα Φοίνιξ. Αλλά και στους ηρωικούς χρόνους η Θήβα αποκαλείται "επτάπυλος" και "Καδμηίς γαίη". [Έργ. Ήμέραι, στίχ. 161], δηλαδή επτάπορτη και χώρα του Κάδμου.

Τό αναφερόμενα στην Οδύσσσεια (λ. 260-265) ότι τήν Θήβα έκτισαν ο Αμφίονας και ο Ζήθος, που ήταν παιδιά της Αντιόπης, της κόρης του Ασωπού, δέν αναφέρονται στην Θεογονία, η όποια κανένα άπό τα ονόματα αυτά δέν γνωρίζει. Ίσως είναι μεταγενέστερα. Ο Ησίοδος (Ασπίς Ηρακλέους, στίχ. 95)επίσης δεν γνωρίζει τίποτα περί "Φοινίκων" και το μόνο που αναφέρει είναι τα "φοινικόεντα", δηλαδή τα κοκκινοβαμμένα ηνία των ωκυπόδων ίππων.

Ο Όμηρος όμως μας μιλάει για τον Φοίνικα που έλαβε μέρος στα Τρωικά και τον αποκαλεί "Διός φίλον" [Ιλ. Ι.168]. Αυτός όμως κατοικούσε "εσχατιάς Φθίης, Δολόπεσσιν ανασσών". Βασίλεψε στα πέρατα της Φθίας πού τήν κατοικούσαν οι Δόλοπες.

Στην Οδύσσεια όμως γίνεται λόγος για τη χώρα των Φοινίκων που ήταν πλησίον τής Κύπρου (δ, 83). Περί αυτών των Φοινίκων η γνώμη του Ομήρου είναι φοβερή. Γράφει:

"Ένθα δέ Φοίνικες ναυσίκλυτοι ήλυθον άνδρες τρώκται, μυρί' άγοντες αθύρματα νηί μελαίνη" (Ο, 415. 4Ι6), δηλαδή άνθρωποι πανούργοι(κερδαλέοι, απατεώνες), που χιλιάδες ψευδοπράγματα κουβαλούσαν με το μαύρο πλοίο τους. Αυτούς λοιπόν τους αχρείους έμπορους, όπως τους περιγράφει ό Όμηρος, ό Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσέας (490 ή 480-425 π.Χ,;), ο οποίος αβασάνιστα, όπως λέει ο Θουκυδίδης (Α, 20. 1), πολλές ανακρίβειες διατύπωνε, θεώρησε ότι τους μετέφερε ό «Τύριος Κάδμος» (Ευτέρπη, 49) στην Βοιωτική Θήβα. Από αυτούς τους Φοίνικες, από τους όποιους κατάγονταν οι Γεφυραίοι, έλαβαν (κατά τόν Ηρόδοτο) οι Έλληνες τα στοιχεία του αλφαβήτου. Ο Κάδμος όμως, όπως είδαμε, βασιλεύει στην εποχή του Δία.

Ο Ηρόδοτος όμως, όπως είπαμε, συμπληρώνει (και ή μαρτυρία του αυτή είναι εξαιρετικά χρήσιμη και αποτελεί ιστορική απόδειξη), ότι ο ίδιος μέ τα μάτια του είδε "Καδμήια γράμματα..., τα πολλά όμοια εόντα τοισί Ιωνικοίσι" χαραγμένα επάνω σε τρεις τρίποδες στό ιερό τού Ισμηνίου Απόλλωνος στή Βοιωτική Θήβα. Ο Ηρόδοτος δηλαδή άθελα του επιβεβαιώνει ότι τα στοιχεία του αλφαβήτου, τα Καδμήια γράμματα, είναι όμοια με αυτά που χρησιμοποιούσαν και οι κάτοικοι της Ιωνίας. Βεβαιώνει ακόμη, ότι οι Ίωνες κάποτε χρησιμοποιούσαν αντί παπύρων (βύβλων) διφθέρες, για να γράφουν. Τέλος το γεγονός και μόνον ότι το αλφάβητο, που αβασάνιστα θεωρεί Φοινικικό, τό αποκαλεί "Καδμήια γράμματα" σημαίνει ότι το προελθόν από την καταβύθιση της Άτλαντιδας "Ιστορικό κενό" δεν το αντελήφθη. Και επηρεασμένος από τις βαρβαρικές "άντεπιδράσεις" των λαών του ελληνικού περιγύρου, που στους προ-ηρωικούς και ηρωικούς χρόνους είχαν δεχθεί έν σπέρματι τον μεγάλο πολιτισμό, θεώρησε τους πολιτισμούς αυτούς, που διαμορφώθηκαν κυρίως μετά την καταστροφή, ως προηγηθέντας του Ελληνικού Πολιτισμού.

Η σύγχυση βέβαια αυτή δέν είναι μόνο "πάθημα" του Ηροδότου: ολόκληρη σχεδόν η κλασσική περίοδος, πλην ελαχίστων ίσως εξαιρέσεων, δεν διέλυσε ποτέ την ομίχλη που σκέπασε τον μεγάλο πολιτισμό. Πιστεύω όμως ακόμη, ότι όταν το φως άρχισε νά διαλύει τήν ομίχλη του μύθου και να διαφαίνεται το τεράστιο για την ανθρωπότητα έργο τών ανθρώπων του ελληνικού χώρου, τότε την διπλή καταστροφή, Ατλαντίδας-Θήρας, την διαδέχθηκε μια τρίτη, πολιτιστική αυτή, που οφείλετο στη Ρώμη.


Τελειώνοντας την κριτική των βασικών στηριγμάτων της μελέτης του Fausto Codino (τa κεφάλαια περί ομηρικής μοναρχίας κλπ δεν έχω σκοπό να τα σχολιάσω) θεωρώ αναγκαίο να απαριθμήσω τα συμπεράσματα στα όποια μια καλόπιστη έρευνα (αν είχε γίνει) θα μας οδηγούσε:

(α) Τα περί "Ινδοευρωπαϊκής γλώσσας" είναι δημιουργήματα των πλαστογράφων τής Ιστορίας.

(β) Από τις τοπικές γλώσσες των ανθρώπων του ελληνικού χώρου (η γλωσσική διαφοροποίηση οφειλόταν αρχικά στο ανάγλυφο τής ελληνικής γης) δημιουργήθηκε έν συνεχεία κάτω άπό τήν πίεση φυσικών συμβάντων και ανθρωπίνων αναγκών, με τη συνεχή ανάμιξη, η λεγομένη "κοινή ελληνική", που και αυτή ουδέποτε μιλήθηκε από το σύνολο τών ανθρώπων του μητροπολιτικού χώρου ή των ανθρώπων του μικρού ή ευρύτερου περιγύρου.

(γ) Αυτές oι τοπικές γλώσσες, που συνέκλιναν εξελισσόμενες στην "κοινή ελληνική", επηρέασαν την ανάπτυξη όλων των γλωσσών ως προβαδίζουσες σε πλούτο λέξεων λόγω της πρωτοπορίας των ανθρώπων του ελληνικού χώρου στον πολιτισμό. Η πρωτοπορία στον πολιτισμό οφειλόταν στην ταχύτητα με την όποια oι άνθρωποι τού ελληνικού χώρου τελειοποίησαν τη γλώσσα. Η ταχύτητα οφειλόταν στην μοναδικότητα της μορφολογίας της ελληνικής γης και στην ένταση των πρώτων ερεθισμάτων για τήν απόκτηση γλώσσας, πού είναι οι ήχοι και oι εικόνες.

(δ) Είναι παρανοϊκό να δέχεται κανείς την τελειότητα μιας γλώσσας και ν' αναζητάει το αλφάβητο της γλώσσας στους "κερδαλέους Φοίνικες", όπως τους ονομάζει ο Όμηρος. Η ύπαρξη τέλειας γλώσσας προϋποθέτει την ύπαρξη τέλειου αλφαβήτου.

Κλείνω τα βασικά αυτά συμπεράσματα με την ευχή όπως προς το συμφέρον της ανθρωπότητας και όχι μόνο του 'Ελληνισμού κάποτε παύσει το παιχνίδι τής πλαστογραφίας. Πρέπει να βοηθήσουν όλοι όσοι κατά τεκμήριον θεωρούνται είδικοί στην αποκατάσταση της αλήθειας, αποκατάσταση που προϋποθέτει την ανατροπή των δογμάτων —των θρησκοπολιτικοκοινωνικών αλλά και "επιστημονικών" δογμάτων.


ΗΛΙΑΣ Λ. ΤΣΑΤΣΟΜΟΙΡΟΣ

από το περιοδικό Δαυλός
Ψηφιοποίηση Hellas on the Web.Org

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock