πίσω

ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ ΝΟΤΙΑΣ ΙΤΑΛΙΚΗΣ

Περουσία ή Περουγία- Κορίνθιους Βακχιάδες- ’ντιον- Κιρκαίον όρος-

Αυσόνιον πέλαγος- Ταρρακίνη- Ορμίαι /Φορμίαι  -- Φλεγραίο πεδίο- ακρωτήριο Μισηνόν- λίμνη Αχερουσία- ’ορνος λίμνη - Λοκρίνος κόλπος- περιοχή Πικεντίνη- Ομβρικών- Αγκώνα- Αρίμινον- Δαυνία- Δικαιάρχεια- Βαίαι- Παρθενόπη- Νεάπολις- Σειρηνούσες νήσοι- νήσο Καπρέα- Πιθηκούσες- Λακωνική  Πιτάνη- Αβέλλα- Οινωτρία- ποταμός Σίλαρις- το ιερό της Αργείας Ήρας- Ποσειδωνία- Υέλη/ Ελέα- Αλαλία- ακρωτήριο Παλίνουρος- Παλιούρι- Οινωτρίδες νήσοι- ποταμός Πυξούς- Πυξούς- κόλπος, ποταμός και πόλη Λάος - Πετηλία- Κρίμισσα- Σκυλλήτιον ή Σκυλάκιον- Ιππώνιον- Μεταπόντιο. 

Η ΚΟΡΥΦΗ ΣΤΟ ΚΙΡΚΑΙΟΝ ΟΡΟΣ ΟΠΟΥ ΕΥΡΙΣΚΟΤΑΝ  Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΙΕΡΟ ΤΗΣ ΚΙΡΚΗΣ

 

Η Περουσία λοιπόν ή Περουγία παραχωρήθηκε από τους Ετρούσκους στους Κορίνθιους Βακχιάδες,. Πριν πάμε όμως αλλού φεύγοντας από το Λάτιο και τη Ρώμη, ας πούμε ότι στην ακτή του Λατίου υπήρχε η πόλη ’ντιον, επώνυμος ήρωας της οποίας ήταν ο Αντείας, γιος του Οδυσσέα και της Κίρκης, αδελφός του Αύσωνα, του Ιταλού κ.ά. Κατά τον Στράβωνα, οι κάτοικοι της εν λόγω πόλης παλαιότερα επιδίδονταν σε ληστείες και πειρατείες μαζί με τους Τυρρηνούς («εκοινώνουν των ληιστηρίων τοις Τυρρηνοίς»). Μάλιστα, ο Αλέξανδρος έγραψε στους Ρωμαίους και τους κατηγόρησε για τα καμώματα των κατοίκων του Αντίου, που ανήκε σ' αυτούς, ενώ αργότερα ο Δημήτριος ο Πολιορκητής αιχμαλώτισε κάποιους πειρατές καταγόμενους από το ’ντιο (το νυν Anzio), αλλά τους έστειλε πίσω στην πόλη τους ελεύθερους, λόγω της συγγένειάς τους προς τους Έλληνες («δια την προς τους Έλληνας συγγένειαν»). 

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΔΕΞΙΑ ΤΟ ΚΙΡΚΑΙΟΝ ΟΡΟΣ  ΚΟΙΤΩΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΑΡΡΑΚΙΝΗ  


Λίγο πιο πέρα από το ’ντιον είναι το Κιρκαίον όρος, που μπαίνει μες στη θάλασσα, μοιάζοντας με νησί. Σ' αυτό φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα, απ' εκείνα που μάζευε και χρησιμοποιούσε η Κίρκη, ενώ στην κορφή του όρους υπήρχε ιερό της Κίρκης καθώς και βωμός της Αθηνάς. Στην περιοχή αυτή, νοτιότερα των Λατίνων, ζούσαν οι Αυσόνιοι, λαός της ενδοχώρας, που έλαβε το όνομά του από τον Αύσονα, γιο του Οδυσσέα και της Κίρκης, αδελφό του Αντεία κ.ά., ωστόσο παρόλο που δεν έζησαν ποτέ κοντά στο πέλαγος, το ευρισκόμενο στην περιοχή τους ονομάζεται Αυσόνιον. Ή, όπως το λέει ο Στράβων, «των Αυσόνων ουδ' άπαξ οικισάντων επί τη σικελική θαλάττη, το πέλαγος όμως Αυσόνιον καλείται». 
 


ΟΙ ΟΡΜΙΑΙ ΤΩΝ ΛΑΚΩΝΩΝ


Στην ίδια περιοχή, μετά τη σημερινή Ταρατσίνα (την αρχαία Ταρρακίνη), υπήρχε η μικρή πόλη Φορμίαι, «Λακωνικόν κτίσμα» σημειώνει ο Στράβων, πόλη των Λακώνων, η οποία λεγόταν παλιότερα Ορμίαι, επειδή είχε καλό λιμένα (όρμο).  

ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΔΙΟΣ ΣΤΗΝ ΤΑΡΡΑΚΙΝΗ


Οι Ίωνες ήταν μάλλον οι πρώτοι που επιχείρησαν ήδη από χρόνους αρχαιότατους ταξίδια μακρινά «καθ' εμπορίην και θεωρίην», για εμπόριο και θεωρία ταυτόχρονα, αν και αργότερα αρκετοί απ' αυτούς (όπως ο Εκαταίος ή ο Ηρόδοτος κ.ά.) ταξίδεψαν χάριν μαθήσεως μονάχα. Προς τα τέλη του ΣΤ' αι. π.Χ. ο Σκύλαξ ο Καρυανδεύς, Έλληνας της Ιωνίας καταγόμενος από τα Καρύανδα της Καρίας, πραγματοποίησε με εντολή του Δαρείου το ταξίδι στον Περσικό κόλπο και την Αραβική θάλασσα, φθάνοντας ακόμη πιο πέρα, μέχρι τον Ινδό ποταμό και τις εκβολές του, εγχείρημα που επανέλαβε αιώνες αργότερα ο Νέαρχος, ο Κρητικής καταγωγής ναύαρχος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

Από το έργο του, τον πρώτο Περίπλου, ελάχιστα αποσπάσματα διασώθηκαν, αρκούν όμως και αυτά να μας δείξουν τον άνθρωπο και τους στόχους του. Αλλά ο Περίπλους που σώζεται με το όνομά του είναι έργο ενός αδέξιου συμπιλητή, συρραφέα παλαιότερων κειμένων, στον οποίο ούτε καν μπορούμε να αποδώσουμε την ιδιότητα του περιηγητή. Πάντως και τούτο ανάγεται στον Δ' π.Χ. αι. αφού εμφανίστηκε στα χρόνια του Φιλίππου Β'. Ορισμένοι διατείνονται ότι ο αδέξιος συμπιλητής περιέλαβε ανάμεσα σε πολλά κείμενα και αυτό του Σκύλακος. ’λλοι όμως υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να έγινε κάτι τέτοιο. Κατ' αυτούς, ο Δαρείος συμπεριέλαβε στο κράτος του και την κοιλάδα του ποταμού Ινδού, περί το 515 π.Χ., χώρο που σήμερα εμπεριέχεται στο Πακιστάν, και από εκεί άρχισε το έργο της η αποστολή του Σκύλακος, τα μέλη της οποίας και ο ίδιος κατέβηκαν από την ενδοχώρα της Πενταποταμίας στις εκβολές του Ινδού και από εκεί παρέπλευσαν τις ακτές κατευθυνόμενοι δυτικά, παρέπλευσαν εν συνεχεία τον Αράβιο κόλπο και ήρθαν ως τον μυχό της Ερυθράς θαλάσσης, τον τελικό προορισμό τους. Ορμίαι
Ας έρθουμε τώρα στην Καμπανία, όπου και η Κύμη, πόλη παλαιότατη και αποικία των Χαλκιδέων και των Κυμαίων της Ευβοίας, κατά τον Στράβωνα, «πρεσβυτάτη των τε Σικελικών και των Ιταλωτίδων» (πόλεων, εννοείται). Ο γεωγράφος συμπληρώνει ότι αρχηγοί της αποικίας («οι τον στόλον άγοντες») ήταν «Ιπποκλής ο Κυμαίος και Μεγασθένης ο Χαλκιδεύς». Οι ίδιοι μάλιστα συμφώνησαν τα ακόλουθα: η αποικία να έχει το όνομα της Κύμης, αλλά ιδρυτές της να θεωρούνται οι Χαλκιδείς. 

Η πόλη ήκμασε επί αιώνες, όπως και το λεγόμενο Φλεγραίο πεδίο στο οποίο πίστευαν πολλοί ότι διεξήχθη η Γιγαντομαχία, ο αγώνας μεταξύ των θεών και των Γιγάντων, ο οποίος βέβαια κατά την κλασική εκδοχή του μύθου έγινε στη Φλέγρα, την κατοπινή Παλλήνη και σημερινή Κασσάνδρα.

Κοντά στην Κύμη είναι το ακρωτήριο Μισηνόν και ανάμεσα στην πόλη και σ' αυτό η λίμνη Αχερουσία. Πιο πέρα είναι ο ’ορνος, λίμνη η οποία αφήνει αναθυμιάσεις, γι' αυτό και δεν πετούν πτηνά πάνω της κι έτσι προήλθε το όνομά της. Αντιστοιχεί βέβαια με το σημερινό Lago d' Averno. Ο ’ορνος περιβαλλόταν παλαιότερα, γράφει ο Στράβων, από βουνά, που τώρα καλλιεργούνται. Παλαιότερα από τη μία πλευρά του ήταν ανοιχτός προς τη θάλασσα, αλλά ποτέ δεν χρησίμευσε ως λιμάνι, επειδή μπροστά του υπήρχε ο ρηχός και εκτεταμένος Λοκρίνος κόλπος. Οι αναθυμιάσεις πάλι που έβγαιναν από τα νερά του τον έκαναν να μοιάζει με τα λεγόμενα Πλουτώνια. Πιστευόταν επιπλέον ότι κοντά εδώ έμεναν οι Κιμμέριοι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ομήρου. 

ΤΟ ΑΟΡΝΟ ΜΕ ΡΩΜΑΪΚΟ ΚΤΙΣΜΑ - ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΑ


Στον ’ορνο οι άνθρωποι έμπαιναν αφού προηγουμένως πρόσφεραν θυσίες στους υποχθόνιους θεούς και τους εξιλέωναν, ακολουθώντας τις οδηγίες ιερέων, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη γενική εποπτεία του τόπου εργολαβικώς. Ή, με τα ίδια τα λόγια του γεωγράφου, «υφηγουμένων τα τοιάδε ιερέων ηργολαβικότων τον τόπον». 
 


 

Ας έρθουμε τώρα στην περιοχή Πικεντίνη, στη ανατολική πλευρά της Ιταλίας, η οποία αρχίζει μετά τις πόλεις των Ομβρικών, όσες βρίσκονται ύστερα από την Αγκώνα και το Αρίμινον, δηλαδή το Ρίμινι. Πόλεις της περιοχής αυτής είναι η Αγκών βέβαια, Ελληνίς, «Συρακοσίων κτίσμα, των φυγόντων την Διονυσίου τυραννίδα», κατά τον Στράβωνα (κτίσμα των Συρακοσίων που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους εξαιτίας της τυραννίδας του Διονυσίου).
Ακολουθεί η χώρα των Δαυνίων, που καταλαμβάνει το βόρειο μέρος της Απουλίας και ονομάζεται Δαυνία. Η Δαυνία έλαβε το όνομά της από τον Δαύνο, μυθικό βασιλιά της Ηπείρου, γιο του Λυκάονα και αδελφό του Ιαπύγου. Ο Δαύνος αυτός, σύμφωνα με ορισμένους μυθογράφους, εγκαταστάθηκε σ' αυτή τη μεριά της Ιταλίας, στην οποία ίδρυσε πολλές πόλεις, υποδέχτηκε στη χώρα του το Διομήδη και τον βοήθησε να εγκατασταθεί στη Δαυνία μετά τη φυγή του από το ’ργος.
 



Στην αντικρινή  δυτική πλευρά της Ιταλίας εκτεινόταν η Καμπανία, όπου και η πόλη Δικαιάρχεια, παλαιά αποικία των Σαμίων ή των Κυμαίων, ιδρυμένη περί το 627 π.Χ. στον μυχό του κόλπου των Ποπόλων. Η πόλη αργότερα εκλατινίστηκε και ονομάστηκε Ποτίολοι (σήμερα Pozzuoli). Πλάι στη Δικαιάρχεια υπήρχε και η πόλη Βαίαι, η οποία έλαβε το όνομά της από κάποιον Βαίο, σύντροφο του Οδυσσέα. Κοντά της ήταν και η Παρθενόπη, που ονομάστηκε από μια Σειρήνα, ο τάφος της οποίας βρισκόταν σ' αυτήν. Πλάι στον τάφο της εν λόγω Σειρήνας τελούνταν γυμνικοί αγώνες, σύμφωνα με χρησμό που δόθηκε στους κατοίκους της. Κοντά στην Παρθενόπη χτίστηκε αργότερα και η Νεάπολις, η οποία κατοικήθηκε από Κυμαίους και Χαλκιδείς, από κατοίκους των Πιθηκουσών, καθώς και ορισμένους Αθηναίους. Κι ενώ η πόλη αυτή προόδευε, η Παρθενόπη συρρικνωνόταν συνεχώς, ώσπου έπαψε να κατοικείται πλέον, περί το 328 π.Χ. 
Οι κάτοικοι της Νεαπόλεως, κάποτε, αναγκάστηκαν να δεχτούν ως συμπολίτες τους ορισμένους Καμπανούς, κάνοντας έτσι σύνοικούς τους χειρότερους των εχθρών τους, συμπεριφερόμενοι σ' αυτούς ως τους πλέον στενούς συγγενείς τους («ηναγκάσθησαν τοις εχθίστοις ως οικειοτάτοις χρήσασθαι»), λέει ο Στράβων, επειδή ακριβώς αποξενώθηκαν θεληματικά από τους δικούς τους συγγενείς και φίλους. Δηλαδή έπραξαν ό,τι πάντα και διαχρονικώς πράττουν οι Έλληνες: μίσησαν τους Έλληνες και συγγενείς τους κατοίκους της Παρθενόπης και της Δικαιάρχειας, προτιμώντας απ' αυτούς τους ξένους.
Πάντως, κι έτσι ακόμη σώζονται στον τόπο πολλά ελληνικά ονόματα, γυμνάσια και γυμναστήρια για εφήβους, σύλλογοι ελληνικοί, ήθη, γιορτές και αγώνες κάθε πέντε χρόνια αθλητικοί και μουσικοί, λέει ο γεωγράφος, αναφερόμενος στην εποχή του (Α' π.Χ. αι. και Α' μ.Χ.). Γράφει λοιπόν επί λέξει, «πλείστα ίχνη της Ελληνικής αναγωγής ενταύθα σώζεται, γυμνάσιά τε και εφηβεία και φρατρίαι και ονόματα Ελληνικά... νυνί δε πεντετηρικός ιερός αγών συντελείται, μουσικός τε και γυμνικός...». Ο ίδιος μας περιγράφει και ένα θαυμαστό για την εποχή του έργο: μια μυστική διώρυγα, που κατασκευάστηκε κάτω από το όρος το οποίο μεσολαβεί μεταξύ Δικαιάρχειας και Νεαπόλεως, ανάλογη με κάποιαν άλλη, που υπήρχε στην Κύμη («έστι δε και ενθάδε διώρυξ κρυπτή, του μεταξύ όρους τής τε Δικαιαρχείας και της Νεαπόλεως υπεργασθέντος»). Παράλληλα διανοίχθηκε και μία οδός μήκους πολλών σταδίων και πολύ πλατιά, ώστε να περνούν απ' αυτήν άμαξες που πηγαίνουν προς αντίθετες κατευθύνσεις («οδού τε ανοιχθείσης εναντίοις ζεύγεσι πορευτής επί πολλούς σταδίους»). Επιπλέον το φως κατεβαίνει από την επιφάνεια του όρους μέσω φωταγωγών, σε πολλά σημεία, και φθάνει σε πολύ μεγάλο βάθος («τα δε φώτα εκ της επιφανείας του όρους πολλαχόθεν εκκοπεισών θυρίδων, διά βάθους πολλού κατάγεται»). 

 

ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΟΥΣΕΣ ΝΗΣΟΙ
 

Λίγο μετά τη Νεάπολη είναι η Πομπηία, μας πληροφορεί ο Στράβων, με την οποία συνέχεται το Συρρεντόν (το Σορέντο δηλαδή), πόλη των Καμπανών. Σ' αυτό κοντά εξέχει μες στο Τυρρηνικό πέλαγος το Αθήναιον, το οποίο ονομάζον ορισμένοι, σύμφωνα με τον γεωγράφο, ακρωτήριο των Σειρηνουσών. Οι Σειρηνούσες νήσοι, που έδωσαν το δεύτερο όνομά του σ' αυτό, είναι τρία νησίδια (τα Λικόζα, Σαν Πιέτρο και Γκαλέτα), στα οποία κατοικούσαν κατά τους μυθογράφους οι Σειρήνες. Όσο για το όνομα Αθήναιον του ίδιου ακρωτηρίου, αυτό οφείλεται στο ότι εκεί υπήρχε αρχαιότατο ιερό της θεάς Αθηνάς, που ίδρυσε ο Οδυσσέας («Αθηνάς ιερόν ίδρυμα Οδυσσέως»).
Από εδώ ως τη νήσο Καπρέα η απόσταση από τη θάλασσα είναι πολύ μικρή, μας πληροφορεί ο Στράβων. Στην Καπρέα, το νυν Κάπρι βέβαια, ίδρυσαν μιαν αποικία πρωίμως οι Έλληνες, ενώ αργότερα είχε δυο μικρές πόλεις. Το νησί κατέλαβαν κάποτε οι Νεαπολίτες, αλλά το έχασαν όταν αποστάτησαν απ' αυτούς οι κάτοικοί του. Το ίδιο έχασαν και τις Πιθηκούσες, πλησιόχωρο νησί, στο οποίο ιδρύθηκε η πρώτη αποικία των Ελλήνων στην Ιταλία. Εδώ κοντά βρίσκεται και η Καπύη, όπως και το Βενεουεντόν (το σημερινό Μπενεβέντο), πόλη κτίσμα του Διομήδη, όπου οι Ρωμαίοι νίκησαν τον Πύρρο, το 275 π.Χ. Μια άλλη πόλη, αποικία των Χαλκιδέων, ήταν η Αβέλλα, η οποία υπάρχει ως σήμερα με το ίδιο όνομα.
Τους Σαυνίτες, φύλο του χώρου γειτονικό προς τους Καμπανούς, τους ταυτίζουν πολλοί με τους Σαβίνους, νομίζοντας μάλιστα πως σύνοικοί τους στον τόπο τους έγιναν και ορισμένοι Λάκωνες, Πιτανάτες ειδικότερα, δηλαδή κάτοικοι της Λακωνικής Πιτάνης. Κοντά σ' αυτούς είναι και η Πικεντία, μεταξύ Σαλέρνου και Λευκανίας, στην οποία υπήρχε αρχαιότατο ιερό της Ήρας, ιδρυμένο από τον Ιάσονα. 
Οι Έλληνες είχαν εγκατασταθεί στην ενδοχώρα του νοτιότερου τμήματος της Ιταλίας, σύμφωνα με τον Στράβωνα, ήδη από την εποχή του Τρωικού πολέμου και μάλιστα η ισχύς που απέκτησαν σ' αυτούς τους τόπους ήταν τόσο μεγάλη ώστε, μαζί με τη Σικελία, οι πάντες ονόμαζαν την περιοχή Μεγάλη Ελλάδα («επί τοσούτον ηύξαντο ώστε την μεγάλην Ελλάδα ταύτην [την χώραν] έλεγον και την Σικελίαν»). Στα χρόνια του, ωστόσο, συμπλήρωνε ο γεωγράφος, μόνο οι περιοχές του Ρηγίου, της Καλαβρίας, του Τάραντα και της Νεαπόλεως ήταν καθαρώς ελληνικές, οι άλλες κατοικούνταν πλέον από βαρβάρους («νυνί πλην Τάραντος και Ρηγίου και Νεαπόλεως εκβεβαρβαρώσθαι συμβέβηκεν...»).
Όμως, με βάση άλλες πληροφορίες συγγραφέων της ίδιας εποχής, η ελληνική εξακολουθούσε να ομιλείται και σε πολλά άλλα μέρη της Ιταλίας (λόγου χάριν την Κύμη, τον Υδρούντα, την Αγκώνα κτλ.).
Σε ό,τι αφορά παλαιότερες περιόδους, η μητρόπολη των Λευκανών, Πετηλία (σήμερα Στράγκολι ή  Πετηλία Πολυκάστρου.), υπήρξε κτίσμα του Φιλοκτήτη, ο οποίος μετά τη λήξη του Τρωικού πολέμου επέστρεψε στο βασίλειο και την πόλη του, τη Μελίβοια (στη Φθιώτιδα Θεσσαλία), αλλά δεν έμεινε εκεί. Στάσεις διάφορες και η λαϊκή δυσαρέσκεια τον ανάγκασαν να ξαναφύγει. Παρόμοια γεγονότα σημειώνει και ο Θουκυδίδης, όπως τον εκπατρισμό του Αμφιλόχου, αδελφού του Αλκμαίωνα, μετά τα Τρωικά, από την Αργολίδα. Ο ίδιος ήρωας φέρεται και ως ιδρυτής άλλης πόλεως στη χερσόνησο Κρίμισσα της περιοχής του Κρότωνα, τη Χώνη. Εκείνος επίσης έστειλε ορισμένους από τους κατοίκους της εν λόγω πόλης στη Σικελία με ηγέτη τον Τρώα Αιγέστη, οι οποίοι ίδρυσαν την πόλη Αιγέστα.

 

 

Βασιζόμενος στο περί Ιταλίας σύγγραμμα του Αντιόχου, ο γεωγράφος σημειώνει επίσης ότι η χώρα, που προηγουμένως λεγόταν Οινωτρία, από τον Οινωτρό, γιο του Λυκάονα, βασιλιά της Αρκαδίας, ονομάστηκε Ιταλία. Αλλά ο Αντίλοχος αποκαλούσε τους κατοίκους της Ταραντίνης (δηλ. της ευρύτερης περιοχής του Τάραντα, μετά το Μεταπόντιο) και Ιάπυγες. 
Νοτιότερα από τη Νεάπολη κι ύστερα από το Σαλέρνο τρέχει τα νερά του ο ποταμός Σίλαρις, κοντά στον οποίο ο Κράσος νίκησε τον Σπάρτακο, δίνοντας έτσι ένα τέλος στον δουλικό πόλεμο. Μετά τις εκβολές του βρίσκεται το ιερό της Αργείας Ήρας, το οποίο σύμφωνα με τον θρύλο ίδρυσε ο Ιάσων, πριν από την πόλη Ποσειδωνία. Παρακάμπτοντας το ακρωτήριο του κόλπου της Ποσειδωνίας, ο ταξιδιώτης των αρχαίων καιρών έβρισκε στον συνεχόμενο κόλπο μια πόλη, κτίσμα των Ελλήνων της Μικρασιατικής Φώκαιας, οι οποίοι της είχαν δώσει το όνομα Υέλη. Αργότερα η ίδια πόλη μετονομάστηκε σε Έλη, ενώ κατόπιν αποκλήθηκε Ελέα (τώρα Καστελαμάρε ντε λα Μπρούκα). Στην Ελέα των κλασικών αιώνων (το 520 π.Χ. συγκεκριμένα) γεννήθηκε ο φιλόσοφος Παρμενίδης, όπως και ο κατοπινός και μαθητής του Ζήνων ο Ελεάτης (γεννημένος το 464 ή το 460 π.Χ., όμως αν θεωρήσουμε αληθινά τα όσα λέει στον «Παρμενίδη» του ο Πλάτων, ο οποίος υποστηρίζει πως ο Ζήνων επισκέφθηκε περίπου σαραντάχρονος μαζί με τον δάσκαλό του την Αθήνα προ του 450 π.Χ., γνωρίστηκε με τον Σωκράτη και συνομίλησε μαζί του, τότε θα πρέπει να είχε γεννηθεί περί το 490 π.Χ.). Ο Ζήνων, ο οποίος έζησε σε λίγες μόνο περιπτώσεις εκτός Ελέας, δεν υπήρξε φιλόσοφος μόνο των λόγων αλλά και των έργων - πέθανε μαρτυρικά έπειτα από μια απόπειρα εναντίον του τυραννίσκου της πατρίδας του, του Νεάρχου ή Διοδήμονος, και μόνο τότε εξοργισμένοι οι συμπατριώτες του κατέλυσαν την τυραννία και σκότωσαν τον εν λόγω. Τον θάνατό του περιγράφει δραματικά ο Διογένης ο Λαέρτιος (Θ'5), λέγοντας συν τοις άλλοις πως όταν ρωτήθηκε ποιοι άλλοι ήταν οι συνωμότες πλην εκείνου, ονόμασε τον τύραννο και τους φίλους του, ενώ διερωτήθηκε (καθώς τον βασάνιζαν) γιατί οι συμπολίτες του φοβούνται τέτοια μικρά πράγματα και δεν επαναστατούν, κι έπειτα έκοψε με τα δόντια τη γλώσσα του και την έφτυσε στο πρόσωπο του τυράννου. 


 

ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΕΛΑΙΑΣ  

Συνεχίζοντας τα περί της Ελέας, ας πούμε ότι ιδρυτής της Ελεατικής σχολής ήταν ο Παρμενίδης, διδάσκαλος του Ζήνωνα, άνθρωπος πολυμαθής και περιώνυμος για τον σεμνό του βίο (απ' αυτόν η παροιμιώδης φράση «παρμενίδειος βίος»). Τη βασική του θεωρία, η οποία σχετιζόταν στενά με τις απόψεις του Ξενοφάνη, ανέπτυξε σε ένα μακρόστιχο ποίημα (σώθηκαν απ' εκείνο κι έφτασαν ως εμάς μόλις 160 στίχοι), με τον τίτλο «Περί φύσεως», το οποίο μεριζόταν σε δύο τμήματα, την «αληθείην» (ή «τα προς αληθείην») και τας «βροτείους δόξας». Σ' αυτό αναφερόταν στις ιδιότητες του όντος (τον αναλλοίωτο και ενιαίο χαρακτήρα του και την ακινησία), διακηρύσσοντας ταυτόχρονα ότι το ον είναι αγέννητο και ανόλεθρο και δεν έχει αρχή και τέλος - αυτά στο πρώτο μέρος του έργου του. Στο δεύτερο τον απασχολούσε ο κόσμος των φαινομένων. Ο φιλόσοφος εξηγούσε τα φαινόμενα και την πληθώρα των επιμέρους όντων με τη μίξη δύο αμετάβλητων στοιχείων, του λαμπρού και του σκοτεινού, και το πρώτο έβλεπε ως φωτιά, φως θερμό, αραιό, κούφιο κτλ., το δεύτερο ως νύχτα, σκοτάδι, ψυχρό, πυκνό, βαρύ, γη κτλ. 
Στην Ελεατική σχολή ανήκαν ο Ξενοφάνης βέβαια, ο Μέλισσος από τη Σάμο, ο Λεύκιππος και ο Εμπεδοκλής, σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο. Απ' αυτούς ορισμένοι εισήγαγαν και ένα άλλο στοιχείο, την ανάγκη, η οποία κυριαρχεί στον κόσμο. Κατά τους Ελεάτες, τα πέρατα του κόσμου καταλήγουν σε έναν κύκλο φωτός, που σχηματίζει μια ζώνη. Ο Γαλαξίας είναι ο κύκλος φωτός από τον οποίο προήλθαν ο ήλιος και η σελήνη. Τα άστρα είναι συμπυκνωμένη φωτιά και η γη το βαρύτερο και πυκνότερο ουράνιο σώμα.
Οι αρχαίοι ιστορικοί της φιλοσοφίας διέκριναν στους Ελεάτες δύο τάσεις, τη φυσική και τη μεταφυσική (τη δεύτερη βέβαια έβλεπαν κυρίως στη διδασκαλία του Εμπεδοκλή, αλλά ο Λεύκιππος -ο πρόδρομος της ατομικής φιλοσοφίας και του Δημοκρίτου- δύσκολα μπορεί να συνδυαστεί με τις φυσικές θεωρήσεις του Ξενοφάνη και του Παρμενίδη). 
 

ΤΟ ΑΣΚΛΗΠΙΕΙΟ  ΤΗΣ ΕΛΕΑΣ  

Συνεχίζοντας πάλι τα περί της Ελέας, ας αφήσουμε στην άκρη τους Ελεάτες και τη φιλοσοφία τους, πηγαίνοντας στον Ηρόδοτο (στο Α' βιβλίο της ιστορίας του, το επιγραφόμενο «Κλειώ»), να δούμε τι λέει ο Αλικαρνασσεύς και πατέρας της ιστορίας για την κτίση της Ελέας. Όταν ο Μήδος ’ρπαγος ήρθε και πολιόρκησε τη Φώκαια, ζητώντας από τους κατοίκους της να γκρεμίσουν ένα μέρος του τείχους της και να του εκχωρήσουν κατ' αρχήν ένα σπίτι της πόλης, οι Φωκαείς -οι οποίοι σιχαίνονταν τη δουλεία- του ζήτησαν να τους αφήσει μία ημέρα να σκεφτούν τι θα πράξουν και τον παρακάλεσαν να απομακρύνει στο μεταξύ τα στρατεύματά του από το τείχος τους. Μόλις εκείνος εκπλήρωσε αυτό το αίτημά τους έριξαν στη θάλασσα τα πλοία τους (όλα πεντηκοντόρους), έβαλαν σ' αυτά τις γυναίκες, τα παιδιά, τους ηλικιωμένους και όλα τα ιερά αντικείμενα των ναών και τα υπόλοιπα αφιερώματά τους στους θεούς -εκτός όσων ήταν από μάρμαρο και χαλκό- κι έφυγαν. Έτσι ο ’ρπαγος κατέλαβε τη Φώκαια, αλλά δίχως τους κατοίκους της.
Ζήτησαν έπειτα από τους Χίους οι Φωκαείς να τους πουλήσουν τις Οινούσες νήσους, αλλά εκείνοι, επειδή φοβήθηκαν την πασίγνωστη εμπορική τους δεινότητα και την παραγκώνιση του δικού τους νησιού, αρνήθηκαν. Κι έτσι ήρθαν στην Κορσική (ελληνιστί Κύρνο), όπου είχαν χτίσει ήδη μια πόλη, την Αλαλία. Πιεζόμενοι όμως από τους Φοίνικες της Καρχηδονίας και τους Τυρρηνούς, αναγκάστηκαν να ναυμαχήσουν μαζί τους και νίκησαν μεν, αλλά έχασαν τα μισά από τα ογδόντα πλοία τους. Έτσι, έφυγαν από την Κορσική, ήρθαν στην Ιταλία, στο Ρήγιο πρώτα, φιλοξενούμενοι των Ρηγίνων, και απ' εκεί κατέκτησαν μια περιοχή της Οινωτρίας, στην οποία ίδρυσαν την Υέλη, την κατοπινή Ελέα ή Έλη, κοντά στην Ποσειδωνία. Κατά τον Στράβωνα, πάντως, το όνομα της πόλης προήλθε από μια κρήνη στον τόπο εκείνο, την Έλη. 
Μετά την πόλη Ελέα, που απέχει περί τα διακόσια στάδια από την Ποσειδωνία (δηλαδή πενήντα δύο χιλιόμετρα), ακολουθεί το ακρωτήριο Παλίνουρος, ήτοι Παλιούρι (το σημερινό κάπο ντι Παλίνουρο), που ωστόσο κατά τους μύθους έλαβε το όνομά του από τον τιμονιέρη του Αινεία, τον Τρώα Παλίνουρο, ο οποίος γκρεμίστηκε από το πλοίο του, πνίγηκε και τον έθαψαν εκεί. Μπροστά από την Ελέα επίσης βρίσκονται οι Οινωτρίδες νήσοι, επώνυμοι του αρκάδα Οινωτρού, γιου του Λυκάονα, ο οποίος ήρθε και αποίκισε την περιοχή αυτή, δίνοντας το όνομά του και στην Οινωτρία, τη νότια περιφέρεια της κυρίως Ιταλίας, όπως ήδη είπαμε.
Μετά το Παλίνουρο ακολουθούν ο ποταμός Πυξούς (τώρα Βουσέντο), καθώς και ο ομώνυμος προς αυτόν λιμένας και ένα ακρωτήριο που επίσης ονομάζεται Πυξούς. Στον Πυξούντα εγκατέστησε κάποτε ο Μίκυθος, άρχοντας της σικελικής Μεσσήνης, πλήθος αποίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους όμως εγκατέλειψαν τον τόπο και έφυγαν, εκτός από λίγους.
 

http://www.hellenica.de/Griechenland/Lahanas/Th/ThMonLaos001.jpg

ΣΤΑΤΗΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΟ ΦΩΤΟ  Μ ΛΑΧΑΝΑΣ

  Ακολουθούν ο Λάος, κόλπος, ποταμός και πόλη με το ίδιο όνομα (η σημερινή πολίχνη λέγεται Λαίνο), η τελευταία της Λευκανίας, η οποία ήταν αποικία των Συβαριτών και απέχει από την Ελέα τετρακόσια στάδια (δηλαδή εκατόν τέσσερα χιλιόμετρα).
Κοντά εκεί βρίσκεται το ιερό ενός ήρωα του Δράκοντος, συντρόφου του Οδυσσέα, ο οποίος από τον Λάο επικράτησε να αποκαλείται συνήθως Λάιος Δράκοντας. Στο ιερό εκείνο έδιναν και χρησμούς οι ιερείς στους ενδιαφερόμενους. Μια φορά μάλιστα ο ήρωας Δράκοντας έδωσε τον ακόλουθο χρησμό, «Λάιον αμφί Δράκοντα πολύν ποτέ λαόν ολείσθαι», δηλαδή γύρω τον Λάιο Δράκοντα κάποτε θα καταστραφεί πολύς στρατός. Οι άλλοι ιταλιώτες Έλληνες, πιστεύοντας σ' αυτόν τον χρησμό, εκστράτευσαν εναντίον του Λάου, αλλά οι κάτοικοί του, βοηθούμενοι και από τους γείτονές τους Λευκανούς, τους κατατρόπωσαν εύκολα. 

 

PETILIA POLICASTRO PIAZZA FILOTTETE -ΠΛΑΤΕΙΑ ΦΙΛΟΚΤΗΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΕΤΗΛΙΑ ΠΟΛΥΚΑΣΤΡΟΥ  2010

 

Ο Στράβων, περιγράφοντας το νοτιότερο τμήμα της Νοτίου Ιταλίας, υποστηρίζει ότι την εκτεταμένη περιοχή εκείνη, που βρέχεται από το Τυρρηνικό πέλαγος, κατείχαν κάποτε Οινωτροί και Χώνες. Όταν κάποτε οι Σαυνίτες έγιναν πολύ ισχυροί, έδιωξαν αυτούς τους δύο λαούς κι έφεραν εκεί Λευκανούς. Βέβαια, οι Έλληνες εξακολουθούσαν πάντοτε να κατέχουν τα παράλια τμήματα και από τις δύο μεριές του Πορθμού της Μεσσήνης, αλλά αναγκάστηκαν να πολεμούν συνεχώς επί πολλά χρόνια με τους βάρβαρους. Η εγκατάσταση των Ελλήνων σ΄αυτούς τους τόπους άρχισε την εποχή αμέσως μετά τον Τρωικό πόλεμο και ενισχύθηκε τόσο η παρουσία των Ελλήνων σ' αυτούς τους τόπους, ώστε η Νότια Ιταλία και η Σικελία να αποκαλούνται με ένα κοινό όνομα Μεγάλη Ελλάδα («επί τοσούτον ηύξηντο ώστε την μεγάλην Ελλάδα ταύτην [τη Νότια Ιταλία δηλαδή] έλεγον και την Σικελίαν»).
Αργότερα, όμως, οι Τύραννοι της Σικελίας πρώτα, αλλά και οι Καρχηδόνιοι κατόπιν, οι οποίοι πολεμούσαν επί μακρά χρονικά διαστήματα με τους Ρωμαίους, άλλοτε για την κατάληψη του συγκεκριμένου τμήματος της Ιταλίας, άλλοτε για την κατοχή της Σικελίας, κακοποίησαν όλους τους λαούς του τόπου, ιδίως όμως τους Έλληνες, ώστε εκτός από το Ρήγιον, τη Νεάπολη και τον Τάραντα, οι βάρβαροι να επικρατήσουν σχεδόν σε όλα τα υπόλοιπα μέρη. Έτσι, Καμπανοί, Βρέττιοι και Λευκανοί κατέχουν πλέον αυτούς τους τόπους, τυπικώς βέβαια, γιατί ουσιαστικοί τους κύριοι είναι οι Ρωμαίοι.  Η ρωμαιοκρατία, κατά τον γεωγράφο, έβλαψε και τους Λευκανούς, τους Βρεττίους και τους Σαυνίτες, διότι δεν υπάρχει κανένας συνεκτικός δεσμός σε οποιοδήποτε απ' αυτά τα έθνη («ουδέν έτι σύστημα κοινόν των εθνών εκάστου συμμένει») και τα κοινά γνωρίσματά τους, όπως η γλώσσα, ο οπλισμός, η ενδυμασία, έχουν εξαφανιστεί, αλλά και το ίδιο συνέβη με τα ήθη και έθιμά τους. 
Ο Στράβων μάς πληροφορεί ότι μητρόπολη των Λευκανών είναι η Πετηλία, την οποία ίδρυσε ο Φιλοκτήτης, όταν έπειτα από τα Τρωικά βρήκε τη Μελίβοια, την πόλη του στη Θεσσαλία, αναστατωμένη, κι εγκαταλείποντας τη γενέθλια γη του ήρθε στην Ιταλία και κατοίκησε σ' έναν χώρο όπου έφτιαξε και τη νέα πόλη του, την Πετηλία.
Ο Στράβων όμως μας πληροφορεί ότι ο ίδιος ήρωας ίδρυσε και την Κρίμισσα στην αυτή περιοχή. Βασιζόμενος στον Απολλόδωρο (όχι στον ψευδο-Απολλόδωρο, συγγραφέα της «Βιβλιοθήκης»), ιστορεί ότι τα πλοία του Φιλοκτήτη έφθασαν στην κατοπινή χώρα των Κροτωνιατών. Εκεί, σε μια χερσόνησο ονομαζόμενη Κρίμισσα, ίδρυσε ο Φιλοκτήτης μια ομώνυμη προς εκείνην πόλη. Έχτισε επιπλέον πιο πέρα απ' αυτήν μια άλλη πόλη, με το όνομα Χώνες. Αργότερα, κατά τον Απολλόδωρο πάντα, ο Φιλοκτήτης έστειλε ορισμένους κατοίκους της δεύτερης πόλης του στη Σικελία, με ηγέτη τους τον Τρώα Αιγέστη, οι οποίοι ίδρυσαν εκεί μια πόλη, την οχύρωσαν και την είπαν Αιγέστα από τον αρχηγό τους.
Ο Κατωιταλιώτης ιστορικός Αντίοχος, που έγραψε σύγγραμμα περί Ιταλίας, πίστευε ότι η Ιταλία τελείωνε στο Μεταπόντιο, ενώ στην περιοχή του Τάραντα κατοικούσαν οι Ιάπυγες, γι' αυτό την ονόμαζε Ιαπυγία, όχι Ιταλία. Πιο κάτω είναι βέβαια ο πορθμός, ο οποίος ορίζεται από δύο κόλπους, τον Ιππωνιάτη (έτσι ονομαζόμενο από την ελληνική πόλη Ιππώνιον, αποικία των Λοκρών) στη Σικελία, και στην ιταλική πλευρά από τον Σκυλλητικό κόλπο, ο οποίος έλαβε το όνομά του από την πόλη Σκυλλήτιον ή Σκυλάκιον, αποικία των Αθηναίων (σήμερα ο κόλπος λέγεται Σκουιλάτσε).
Επανερχόμενος στον Λάο, όπου τελειώνει η Λευκανία, ας πούμε ότι ύστερα απ' αυτόν υπάρχει η πόλη Τεμέση, ομώνυμη προς την κυπριακή, που την κατονομάζει ο Όμηρος στην Οδύσσεια. Αρχικά την ίδρυσαν οι Αύσονες, πρώτοι κάτοικοι της Ιταλίας, αλλά την κατέλαβαν οι Αιτωλοί, που επέστρεφαν από την Τροία, υπό τον Θόαντα, και τα κύματα και οι άνεμοι τούς έριξαν σ' αυτές τις ακτές. 


 

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ 

 

 ΈΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
Από το βιβλίο:

 Αρριανού [και] Ανωνύμου, «Περίπλους Ευξείνου»,

με πρόλογο, μετάφραση, σημειώσεις

 και επίμετρο Θανάση Γεωργιάδη,

εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες 

 

WWW.TRANSLATUM.GR   

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock