πίσω

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΑΚΑΠΗΝΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ 

 

Ο Βασίλειος Λακαπηνός, νόθος γιος του Ρωμανού Α', επέζησε πέντε αυτοκρατόρων

και κυριάρχησε στο πολιτικό προσκήνιο της αυτοκρατορίας για σαράντα περίπου χρόνια, ασχολούμενος με όλους τους τομείς: τον πόλεμο, τη διπλωματία, την Εκκλησία,

την οικονομία, τα γράμματα και τις τέχνες 1. 

Αυτά τα στοιχεία και μόνον είναι ικανά για να σκιαγραφήσουν τον πολυκύμαντο βίο μίας προσωπικότητας καθολικής που, όπως ήταν αναμενόμενο, αποτιμήθηκε διαφορετικά από τους βυζαντινούς συγγραφείς.

Γενικώς όλοι εξαίρουν τις αρετές που τον διέκριναν 2. Ο Λέων Διάκονος και ο Μιχαήλ

Ψελλός θεώρησαν άδικη την πτώση του Βασιλείου Λακαπηνού 3.

Ο φιλικά, ωστόσο, διακείμενος προς τη Μακεδονική δυναστεία Ιωάννης Σκυλίτζης έκρινε ότι ο παρακοιμώμενος σχεδίαζε αλλόκοτα και, κατά συνέπεια, η εξορία του ήταν επιβεβλημένη και απόλυτα δικαιολογημένη 4.

Η προσωπικότητα και οι φιλοδοξίες του έχουν μελετηθεί. Μία μόνο πτυχή, αποκαλυπτική των πολιτικών του ιδεωδών, δεν έχει μέχρι τώρα εξεταστεί: η  ενασχόληση του με τη Δύση. Σε δύο, όμως, περιόδους παντοδυναμίας του Βασιλείου Λακαπηνού, οι σχέσεις του Βυζαντίου με τη Δύση υπήρξαν τεταμένες και η  υπόθεση ότι το θέμα απασχόλησε τη διάνοια του δείχνει πολύ πιθανή. Επισημαίνοντας όσα στοιχεία από την όλη δράση του κρίθηκαν απαραίτητα και ξεκινώντας από την εποχή της διαφοροποίησης του από τη Μακεδονική δυναστεία, στην παρούσα μελέτη επιχειρείται να διερευνηθεί σε ποιο βαθμό η  Δύση αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους τομείς  έκφρασης των πολιτικών του επιδιώξεων.

Ισχυρός από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' Πορφυρογέννητου,

 με την ιδιότητα του πατρικίου, παρακοιμωμένου και παραδυναστεύοντος της

συγκλήτου (μεταξύ 946 και 948)5, ο  Βασίλειος Λακαπηνός εκδήλωσε για πρώτη φορά

τις μεγαλεπήβολες πολιτικές του φιλοδοξίες, εμπνεόμενος την εκστρατεία εναντίον

της αραβοκρατούμενης Κρήτης το 958/959 , οπότε και συντάχθηκαν υπό την καθοδήγηση του τα Ναυμαχικά-6. Υπηρέτησε τον Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο αισίως  και πρεπόντως 7, αλλά δεν έλαβε τα ανάλογα των κόπων του βραβεία: η εξέλιξη των γεγονότων υποδεικνύει μία προϊούσα ψυχρότητα των σχέσεων του μ ε τον Πορφυρογέννητο που, λίγο πριν πεθάνει, ανέδειξε νικητή τον προσωπικό αντίπαλο του Βασιλείου Λακαπηνού, Ιωσήφ Βρίγγα, στον οποίο ανέθεσε πάσαν την εξουσίαν  αύτοΰ ή διαφυλάξαι τον γιο και διάδοχο του Ρωμανό Β' 8.  

Αναζητώντας τις πιθανές αιτίες αυτής της βαθμιαίας απομάκρυνσης μεταξύ Κων­

σταντίνου Ζ ' και Βασιλείου Λακαπηνού, πρέπει κανείς να σταθεί στο γεγονός ότι η

ανάδειξη του Βρίγγα σε σακελλάριο και δρουγγάριο του πλωίμου (Απρίλιος/Μάιος

956)9 συμπίπτει χρονικά με την επανεμφάνιση στις τάξεις του στρατού οικογενειών

εχθρικά διακείμενων προς τους Φωκάδες, όπως οι Αργυροί10, οι Σκληροί11 και οι

Βαλάντιοι12. Ενδεχομένως οι επιλογές αυτές του Πορφυρογέννητου να αποσκοπού­

σαν στη δημιουργία ενός αντίβαρου στην υπέρμετρη αύξηση της δύναμης και της επιρ­

ροής του Βασιλείου Λακαπηνού και των Φωκάδων, που τόσο γενναιόδωρα τους είχε

προσφέρει από τις αρχές της βασιλείας του 13. Σε αυτές ακριβώς τις μεταβολές, που

επέφερε ο Κωνσταντίνος Ζ' στην πολιτική και τη στρατιωτική ιεραρχία από το 956 και

εξής, είναι πιθανόν να οφείλεται όχι μόνο η ψύχρανση των σχέσεων αυτοκράτορα και

παρακοιμωμένου, αλλά και η στροφή του Βασιλείου Λακαπηνού προς τους Φωκάδες,

οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να διαφοροποιούνται από τη Μακεδονική δυναστεία και

τις επιλογές της 14.

0 παραγκωνισμός του Λακαπηνού, που υπέδειξε ο Πορφυρογέννητος, υλοποιή­

θηκε από τον Ρωμανό Β' 15- ωστόσο, παρά τον αποκλεισμό του από το δημόσιο βίο

(959-963), ο Βασίλειος συνέχισε να διαμένει στην Κωνσταντινούπολη, διατηρώντας

αλώβητη την περιουσία του 16. Την τεράστια, εξάλλου, ισχύ και επιρροή του μέσα στη

βασιλεύουσα απέδειξε τον Αύγουστο του 963, όταν πλέον μαχόταν υπέρ της επικράτησης του Νικηφόρου Φωκά και της ανατροπής της Μακεδόνικης δυναστείας. Ενώ ο αντίπαλος του Ιωσήφ Βρίγγας ήταν όνεπιτήδειος  εν καιροίς  δυσκόλοις  οχλον  κολακεϋσαι 17, ο παραγκωνισμένος για περισσότερο από τρία χρόνια Βασίλειος διέθετε

3.000 πάνοπλους  οίκογενείς ,  φίλους και συγγενείς, που απέστειλε απ' άκρου εις

άκρον της πόλης 18.

Ως κάτοχος του θρόνου πια ο  Νικηφόρος Β ' Φωκάς θέσπισε ειδικά για τον υπερασπιστή του Βασίλειο Λακαπηνό τον τίτλο του προέδρου (της συγκλήτου)19.

 Μαζί με τη Μακεδονική δυναστεία είχε ανατραπεί και η  πολιτική της ισορροπίας μ ε τη Δύση που προέβλεπε συμμαχία με τον δυτικό αυτοκράτορα και αποσκοπούσε σ ε μία εδαφικά περιορισμένη βυζαντινή κυριαρχία στη Ν. Ιταλία 20. Επί Νικηφόρου Φωκά, η  αυτοκρατορία επιχείρησε τη δυναμική επέμβαση της στην «Εσπέρα» και τ ο γεγονός δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορο τον Βασίλειο Λακαπηνό. Μολονότι, κατά έναν περίεργο τρόπο, Λέων Διάκονος και Σκυλίτζης δεν αφιέρωσαν καμία μνεία στη δράση του επί της βασιλείας του Φωκά, την εικόνα του παντοδύναμου προέδρου που χειριζόταν τη δυτική πολιτική της αυτοκρατορίας απέδωσε ο  επίσκοπος Κρεμόνας Λιουτπράνδος, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της πολύκροτης πρεσβείας του στην Κωνσταντινούπολη το 968, συνομίλησε μαζί του στο παλάτι και γνώρισε πολύ καλά την προσωπικότητα και, διαίτερα, τις απόψεις του.

Ο Λιουτπράνδος έφθασε στην Κωνσταντινούπολη στις 4  Ιουνίου 968, στις 6  Ιου­

νίου είχε μία έντονη λογομαχία με τον κουροπαλάτη Λέοντα Φωκά περί της αυτο­

κρατορικής τιτλοφορίας 21 και στις 7  Ιουνίου, ανήμερα της Πεντηκοστής, είχε την

πρώτη συνάντηση του με τον Νικηφόρο Β' : στις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον

κατάσκοπον Λιουτπράνδο για την εισβολή του Όθωνος Α' στη Ρώμη και την εκδίω­

ξη του Βερεγγαρίου και του Αδαλβέρτου 22, η απάντηση του αυτοκράτορα ήταν «έστω,

ότι δίκαια έγιναν αυτά, όπως λες»23. Στην επόμενη ερώτηση περί εισβολής του Όθω­

νος στα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας24 η επιχειρηματολογία του Λιουτπράν

δου ήταν στιβαρή, αλλά ο Νικηφόρος Φωκάς επιφυλάχθηκε να απαντήσει σε μία άλλη

καταλληλότερη στιγμή, επειδή εκείνο που προείχε ήταν να τελεστεί η προέλευσις 25.  

Στο γεύμα που ακολούθησε την ίδια μέρα, ο εριστικός διάλογος μεταξύ βυζαντινού

αυτοκράτορα και δυτικού πρέσβη κατέληξε με την αποστροφή του Νικηφόρου Β'

«εσείς δεν είστε Ρωμαίοι, αλλά Λογγοβάρδοι», την οποία ο Λιουτπράνδος ανταπέδω­

σε με τον ισχυρισμό του ότι η λέξη Ρωμαίος αποτελούσε γι' αυτούς την ύβρη που

 απηύθυναν στους εχθρούς τους 26.

Οι προσβολές, οι απειλές και τα νεύματα, που επέβαλαν σιωπή, απέδιδαν μεν

σαφώς τις εχθρικές διαθέσεις της Κωνσταντινούπολης έναντι του δυτικού πρέσβη και

του αυτοκράτορα του Όθωνος Α', δεν αποτελούσαν όμως πολιτική αντιμετώπιση των

προς διαπραγμάτευση θεμάτων, τα οποία ο Λιουτπράνδος έδειχνε να χειρίζεται επιδέξια.

 Η κατάλληλη στιγμή απάντησης στον Λιουτπράνδο ήρθε λίγες μέρες μετά.

Σε μία συνάντηση του Λιουτπράνδου με τον κουροπαλάτη Λέοντα Φωκά, παρί

σταντο άνδρες σοφοί και δεινοί στον αττικό λόγο, επιφορτισμένοι με τη διεξαγωγή

των διαπραγματεύσεων: ο parakinumenos  Βασίλειος και δύο μάγιστροι, οι οποίοι,

μόλις πληροφορήθηκαν το σκοπό άφιξης του δυτικού πρέσβη, τη σύναψη δηλαδή

συνοικεσίου, δήλωσαν χωρίς περιστροφές ότι μοναδικός τρόπος να δοθεί κόρη πορφυρογέννητη σε έναν βάρβαρο ήταν η παραχώρηση στην αυτοκρατορία της Ραβέννας και της Ρώμης μαζί με όλες τις περιοχές που έφθαναν μέχρι τα βυζαντινά σύνορα.

Στην περίπτωση δε που επιζητούσαν φιλία χωρίς επιγαμία, τότε ο Όθων θα έπρεπε να

αποχωρήσει από τη Ρώμη και να επαναφέρει τους επαναστατημένους πρίγκιπες της

Καπύης και του Βενεβέντου σε καθεστώς υποτέλειας27. Στον ισχυρισμό του Λιουτ

πράνδου ότι η γενναιοδωρία του κυρίου του Όθωνος Α' κατέστησε τη Ρώμη ελεύθε­

ρη και πλούσια και στην ερώτηση του, εάν ο Νικηφόρος Β' προτίθεται να την κάνει

ακόμη πιο πλούσια και ανεξάρτητη28 απάντησε ο Βασίλειος Λακαπηνός με περισσή

βεβαιότητα ότι κάτι τέτοιο θα γίνει, όταν η Ρώμη και η Ρωμαϊκή Εκκλησία οργανωθούν σύμφωνα με τη θέληση του Φωκά29. Εγείροντας αξιώσεις πάνω στην ίδια τη

Ρώμη, ο Βασίλειος διατύπωνε την αντίθεση της Κωνσταντινούπολης όχι μόνο για την

παρουσία του δυτικού αυτοκράτορα στην πόλη, αλλά και για την απόφαση του να ορίζει τους πάπες30, κάτι που για τη Μακεδονική δυναστεία ήταν αυτονόητο δικαίωμα του συμμάχου της Όθωνος Α' 31.

Μαρτυρία αξιόπιστη και γνωστή, η οποία όμως, από όσο τουλάχιστον γνωρίζου­

με, έχει χρησιμοποιηθεί μόνον ως τεκμήριο της υψηλής μόρφωσης του Βασιλείου

Λακαπηνου 32 και όχι ως μνεία αποκαλυπτική των φιλόδοξων πολιτικών του πεποιθήσεων και επιδιώξεων. Ο Λιουτπράνδος επαναλάμβανε ενώπιον του Λακαπηνου τα ίδια ακριβώς θέματα και επιχειρήματα που είχε εκθέσει λίγες μέρες πριν στον Νικηφόρο Β' Φωκά. Αν, όμως, ο τελευταίος άφηνε να εννοηθεί, έστω και υποθετικά, ότι ο πρέσβης μπορεί να είχε και δίκιο ή επιφυλασσόταν να απαντήσει, ο Βασίλειος Λακαπηνός ήταν πανέτοιμος, σύντομος και σαφής. Κρίνοντας από το γεγονός ότι, δια στόματος του παρακοιμωμένου, διατυπώθηκαν για πρώτη φορά οι όροι που έθετε η βυζαντινή πλευ­ρά για να κάνει αποδεκτό το δυτικό αίτημα και αποκαλύφθηκε σε τί αποσκοπούσε η συνεχής ενασχόληση της Κωνσταντινούπολης με τη Δύση, καθώς και ότι οι απόψεις του αποτέλεσαν τη βάση, πάνω στην οποία συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις με τον Λιουτπράνδο33, τότε ο Βασίλειος Λακαπηνός υπήρξε ο ιδεολόγος και ο εμπνευστής της οικουμενικής δυτικής πολιτικής του Νικηφόρου Β', όπως λίγα χρόνια πριν εκείνος είχε εμπνευστεί την ανάκτηση της αραβοκρατούμενης Κρήτης και ο Φωκάς την είχε υλοποιήσει. 0 Λιουτπράνδος δεν βρισκόταν αντιμέτωπος με διακηρύξεις γοήτρου, αλλά με πράξεις: γνώριζε την ανελλιπή αποστολή βυζαντινών δυνάμεων στη Ν. Ιταλία από το 964-34*, γνώριζε τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων τη στιγμή που διαπραγματευόταν στην Κωνσταντινούπολη 35 και είδε στις 19 Ιουλίου 968 να αποπλέει από τη βασιλεύουσα στόλος με προορισμό την «Εσπέρα»36.

 Στο πρόσωπο του Βασιλείου Λακαπηνου ο Λιουτπράνδος πρέπει να αναγνώρισε εκείνον ο οποίος, παρόλες τις βυζαντινές ήττες και απώλειες στα ιταλικά πεδία των μαχών, έδειχνε να πιστεύει στην επικράτηση και πραγματοποίηση των οικουμενικών ιδεωδών που προέβλεπαν ρήξη με τον δυτικό αυτοκράτορα και τον πάπα Ρώμης και αποσκοπούσαν, σύμφωνα με κάποιον σύγχρονο εγκωμιαστή του Νικηφόρου Β', στην απελευθέρωση «πάσης της «εσπέρας»37 ή, σύμφωνα με τον Λέοντα Διάκονο, στην επέκταση της αυτοκρατορίας επί δυόμενον  προς αυτό της οικουμένης  τα τέρματα 38.  

Στην εριστική πολιτική της Κωνσταντινούπολης έναντι της Δύσης και τη μεγάλη

δυσαρέσκεια των κατοίκων της Ν. Ιταλίας αποδόθηκε από ορισμένες δυτικές πηγές και

η αιτία της δολοφονίας του Νικηφόρου Β' Φωκά το Δεκέμβριο του 969-39*.

Ανεξάρτητα από το εάν αποδέχεται κανείς ή όχι την εκδοχή αυτή, η συνεχώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια εναντίον του Φωκά και, κυρίως, η βαθμιαία απογύμνωση του από τα άλλοτε ισχυρά ερείσματα που διέθετε μέσα στις τάξεις του στρατού40 ήταν η πραγματικότητα που πρέπει να υπαγόρευσε στον Βασίλειο Λακαπηνό την απόφαση του να μην υπερασπιστεί τον Νικηφόρο Β' και, προσποιούμενος τον άρρωστο, να παραμείνει κλινήρης για να επανακάμψει στη συνέχεια στο παλάτι, προσφέροντας την πολύτιμη συνεργασία του στον Ιωάννη Α' Τζιμισκή. Αυτή μάλιστα η παθητική στάση, που τήρησε κατά τη δολοφονία του Φωκά 41, θεωρήθηκε από τον Λέοντα Διάκονο ως απόδειξη της ευφυΐας του να προσαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις42. Μήπως ο υμνητής του Νικηφόρου Β', εγκωμιάζοντας τον Λακαπηνό τη στιγμή που το ίνδαλμα του είχε πλέον εκλείψει, έβλεπε στο πρόσωπο του δραστήριου προέδρου τον μόνο, από τον οποίο θα μπορούσε να προέλθει η ελπίδα συνέχισης της πολιτικής που τηρήθηκε επί Φωκά;

Ο Βασίλειος Λακαπηνός είχε κρατηθεί στο επίκεντρο του πολιτικού προσκήνιου,

αναπτύσσοντας, όμως, μία έντονη δραστηριότητα μόνο τον πρώτο χρόνο της βασιλεί­

ας του Τζιμισκή: εξόρισε τους Φωκάδες, έπαυσε όσους είχαν διοριστεί από τον Νικηφόρο Β' και ενέκλεισε στη μονή Δαμιδείας τη Θεοφανώ.

 Από το 971, ωστόσο, η δράση του υπήρξε περιορισμένη: το 971 συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον των Ρως και το 972 μεσολάβησε για την αποσόβηση της τύφλωσης του Βάρδα Σκληρού.

 Η σιωπή των πηγών για τον Βασίλειο λύθηκε με την οργή του Τζιμισκή για τη μεγάλη

περιουσία του παρακοιμωμένου του, ο οποίος με τη σειρά του έλυσε την «απραξία»

του, δηλητηριάζοντας τον 43.

Με την πάροδο του χρόνου, οι επιλογές του Ιωάννη Α' γίνονταν σαφείς, αναδεικνύοντας τον ως παλινορθωτή της Μακεδονικής δυναστείας: δεν επέτρεψε την

περαιτέρω ισχυροποίηση αριστοκρατικών οίκων (Κουρκούα, Λακαπηνών και, κυρίως,

Σκληρών), πάντα πρόθυμων να μιμηθούν τη δική του σταδιοδρομία και να καταλάβουν

το θρόνο-44, ανέτρεψε άρδην τη δυτική πολιτική του προκατόχου του και, με το γάμο

της ανηψιάς του Θεοφανούς με τον Όθωνα Β'-45, επανέφερε την πολιτική της Μακεδονικής δυναστείας που προέβλεπε φιλία και συμμαχία με τη Δύση-46.

 Ο Τζιμισκής μπορεί να ήταν γενναίος  εν πολέμοις  καί άκαταγώνιστος,  αλλά ο Βασίλειος Λακαπηνός είχε διαψευστεί ή προδοθεί και το μόνο που απέμενε, ήταν ο «βαρύς δεσπότης» του να μεταβεί εις Κύριον, εξομολογούμενος τα αίσχη και τα ρυπάσματά του-47.

 Οι επιλογές του Λακαπηνου από το 976 μέχρι το 985, οπότε ήταν ο κύριος διαχειριστής των πολιτικών πραγμάτων της αυτοκρατορίας, αφήνουν να διαφανεί ότι οι προϊούσες κακές σχέσεις μεταξύ Ιωάννη Α' και παρακοιμωμένου οφείλονταν σε εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές επιδιώξεις.

Αποφασισμένος να κρατήσει ο ίδιος τα ηνία της αυτοκρατορίας, ο Βασίλειος

Λακαπηνός επανέφερε τη Θεοφανώ στο παλάτι, εκφράζοντας άμεσα, αλλά και εύκο­

λα, τη νομιμοφροσύνη του προς τη Μακεδονική δυναστεία-48, την τύχη της οποίας

σκόπευε να διαχειριστεί μόνος του. Στη συνέχεια, η επιλογή του να διατηρήσει και να

επαναφέρει στο προσκήνιο επίφοβους ανταπαιτητές (Σκληρούς και Φωκάδες) ανέτρεπε την τακτική του Τζιμισκή και τον αναδείκνυε ως το συνδετικό κρίκο μεταξύ κεντρικής εξουσίας και εκπροσώπων της στρατιωτικής αριστοκρατίας της επαρχίας, με ισχυρότερο όλων τον ίδιο-49.

Η κυρίαρχη θέση του στην αυτοκρατορική αυλή αποδίδεται σε ένα επεισόδιο που

έχει μεν σχέση με την Ανατολή, χρήζει όμως μίας σύντομης αναφοράς, καθώς απο­

καλύπτει ένα συσχετισμό δυνάμεων ανάλογο με αυτόν της βασιλείας του Νικηφόρου

Β' και θυμίζει τον Λακαπηνό να συνομιλεί, παρουσία του Λέοντος Φωκά, με τον

Λιουτπράνδο.

 Το 981/982, κατά τις διαπραγματεύσεις της τέταρτης κατά σειράν πρεσβείας σχετικά με την επιστροφή του φυγάδα Βάρδα Σκληρού στην αυτοκρατορία, η πρώτη αρνητική απάντηση στον Άραβα πρέσβη Ibn Sahram δόθηκε στη Μικρά Ασία

από τον δομέστικο των σχολών Βάρδα Φωκά και η δεύτερη στην Κωνσταντινούπολη

από τον Βασίλειο Λακαπηνό, τον κουροπαλάτη Λέοντα Φωκά και άλλους αξιωματούχους. Σε πλήρη, λοιπόν, σύμπνοια με τους Φωκάδες, ο Λακαπηνός ήταν πεισματικά αντίθετος με την επάνοδο του Σκληρού. Η άποψη του ήταν και η επικρατούσα, από την οποία ο Βασίλειος Β' δίσταζε να διαφοροποιηθεί. Ωστόσο, μία ολιγοήμερη ασθένεια του παρακοιμωμένου τού έδωσε την ευκαιρία να προχωρήσει, μαζί με τον Νικηφόρο Ουρανό, σε ένα προσχέδιο συνθήκης που προέβλεπε την επάνοδο του Σκληρού στην αυτοκρατορία.

Το γεγονός εξόργισε τον Λακαπηνό, τον οποίο ο Βασίλειος Β' προσπάθησε να εξευμενίσει-50. Οι διαπραγματεύσεις για το θέμα μπορεί μεν να

συνεχίστηκαν, αλλά η συμφωνία μεταξύ των δύο πλευρών, ακόμη και αν επικυρώθηκε, δεν ίσχυσε ποτέ-51. Ο Βασίλειος Β' απείχε αρκετά από την πολιτική του χειραφέτηση από τον ακόμη ισχυρό Βασίλειο Λακαπηνό.

Η διήγηση αυτή έχει πρόσφατα θεωρηθεί ως ένδειξη για το ότι ο Λακαπηνός είχε

πάψει πλέον να ελέγχει τις αποφάσεις του αυτοκράτορα-52, ή ακόμη ότι, μη διαθέτοντας ερείσματα στο στρατό και μη έχοντας καμία συνεργασία με τους Φωκάδες, από το 983 ήταν πολιτικά αδύναμος και η μόνη δυνατότητα που τού απέμενε για να κρατηθεί στην εξουσία, ήταν η συνύπαρξη του με τον Βασίλειο Β'-53. Αν όντως ήταν έτσι, ο Βασίλειος Β' δεν θα χρειαζόταν να περιμένει μέχρι το φθινόπωρο του 985 για να

απαλλαγεί, και μάλιστα βίαια, από τις αντιρρήσεις του «ανίσχυρου» παρακοιμωμένου

του.

Αντίθετα, Ψελλός και Σκυλίτζης, μολονότι εκτίμησαν διαφορετικά την πτώση του,

απέδωσαν την εικόνα ενός Βασιλείου Λακαπηνού που σχεδίαζε και έπραττε δεινά ή

αλλόκοτα μέχρι τη στιγμή της πτώσης του, και ενός Βασιλείου Β', ο οποίος καταλήφθηκε από ανεξέλεγκτη οργή, όταν αντιλήφθηκε, μάλλον καθυστερημένα, το νόημα των αποφάσεων και των πράξεων του δραστήριου προέδρου-54.

Την ίδια ακριβώς εποχή (981/982), που η άποψη του Βασιλείου Λακαπηνού για

την υπόθεση του Σκληρού ήταν η δεσπόζουσα μέσα στην αυτοκρατορική αυλή,

ενώ ο Βασίλειος Β' μόλις έκανε τις πρώτες διστακτικές απόπειρες χειραφέτησης του, η κατάσταση στο δυτικό σύνορο της αυτοκρατορίας ήταν περισσότερο από κρίσιμη: στις

αλλεπάλληλες αραβικές επιδρομές είχαν προστεθεί η εξέγερση πόλεων της Απουλίας,

η παρουσία του Όθωνος Β' στη Ρώμη και, στη συνέχεια, η κάθοδος του στη Ν. Ιταλία Την περίοδο αυτή, μία δυναμική στρατιωτική επέμβαση στη Δύση, αν και αναγκαία, ήταν αδύνατη με τον εμφύλιο πόλεμο να μην έχει λήξει στην Ανατολή-55.

 Ο Λακαπηνός, όμως, μπόρεσε να στρέψει το ενδιαφέρον του για δεύτερη φορά προς την «Εσπέρα».

Με αφορμή τον πόλεμο εναντίον των Αράβων, η φιλοδοξία του Όθωνος Β' για

επέκταση των συνόρων της αυτοκρατορίας του προς Νότον και η εισβολή του στη

βυζαντινή Απουλία και Καλαβρία το 982 καταγράφηκαν από αρκετές δυτικές πηγές-56.

Ο Όθων Β ' βρισκόταν στη Ρώμη τον Ιανουάριο του 981, σε μία εποχή που ο  πατρί­

κιος και κατεπάνω Ιταλίας Ρωμανός, εξαιτίας της «αφέλειας» του, αντιμετώπιζε την

ανταρσία πολλών κάστρων της Λογγοβαρδίας.

Μπροστά στον κίνδυνο μίας συμμαχίας των επαναστατών με τον Όθωνα Β', ο  Ρωμανός αποφάσισε διαπρεσβεύσασθαι  καί προς όμόνοιαν  έλκϋσαι τον ρήγα, αποστέλλοντας στη Ρώμη τον Σάβα τον Νέο (Ιο μισό του 981)57. Οι προσπάθειες του Σάβα απέτυχαν, καθώς μία νέα εισβολή των Αράβων στην Καλαβρία παρεμπόδισε τα της αγάπης και ο  Όθων με βαθύν στρατόν-58 εκστράτευσε εναντίον της Λογγοβαρδίας59. Ο  «αφελής» Ρωμανός ανακλήθηκε και νέος κατεπάνω Ιταλίας διορίστηκε ο  ανθύπατος και πατρίκιος Καλοκυρός Δέλφινας-60, ο οποίος, μάλλον, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως άνθρωπος της εμπιστοσύνης του Βασιλείου Β' . Στη σκέψη αυτή οδηγούν α) το ενδεχόμενο η  λήξη της θητείας του Καλοκυρού Δέλφινα στη Ν. Ιταλία να τοποθετείται το 985, δηλαδή να συμπίπτει περίπου χρονικά με την απομάκρυνση του Βασιλείου Λακαπηνου από το παλάτι61 και β) το γεγονός ότι, στη συνέχεια, συμπεριλήφθηκε μεταξύ των αξιωματούχων που ο  Βασίλειος Β ' ύπερεΐδενή υπέβαλε σε προπηλακισμούς  τε καί παροινίας  και το 987 συμμετείχε στην ανταρσία του Βάρδα Φωκά62.

 Κρίνοντας από τα στοιχεία αυτά, ο  Καλοκυρός Δέλφινας ήταν πιστός στις διαταγές του Βασιλείου Λακαπηνού.

Ο νέος κατεπάνω Ιταλίας εισήλθε στη Βάρι στις 11 Ιουνίου 982-63, κάτι που με

βεβαιότητα επιτρέπει να τοποθετήσουμε την άφιξη του στην περιοχή το αργότερο

μέχρι τα τέλη της άνοιξης του ίδιου έτους, όταν ο Όθων Β' βρισκόταν στρατοπεδευμένος λίγο νοτιότερα. Από τον Ιανουάριο του 982, οπότε πολιορκούσε τη Ματέρα (Matera)64, μέχρι τους επόμενους πέντε μήνες κατόρθωσε να προωθηθεί μόλις μέχρι τον Τάραντα, η βυζαντινή φρουρά του οποίου από το Μάρτιο μέχρι το Μάιο τού προέβαλε σθεναρή αντίσταση-65. Από τη στιγμή που εισέβαλε σε βυζαντινά εδάφη, ο

Όθων είχε, ίσως, απροσδόκητα βρεθεί μέσα σε ένα εχθρικό περιβάλλον και, μη δια­

θέτοντας στόλο, είχε περιέλθει στρατηγικά σε δύσκολη θέση. Μέσα σε αυτήν τη

συγκυρία πρέπει να τοποθετηθεί και η αναφορά των Annales  Sangalenses  περί βυζα­

ντινής πρεσβείας το 982 προς τον Όθωνα, η οποία τόν καλούσε να παραιτηθεί από

την εκστρατεία του εναντίον των εδαφών της αυτοκρατορίας-66. Η μνεία έχει συσχετισθεί με την αποστολή του Σάβα του Νέου στη Ρώμη το Ιο μισό του 981 και αμφι­σβητηθεί με το σκεπτικό ότι μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα η Κωνσταντινούπολη δεν μπορούσε να γνωρίζει τα σχέδια του Όθωνος67. Πιστεύουμε ότι πρόκείται για δύο διαφορετικές διπλωματικές αποστολές — η πρώτη προερχόταν από τον κατεπάνω Ιταλίας Ρωμανό και η δεύτερη από τη βυζαντινή κεντρική εξουσία — και ότι μία τέτοια κίνηση προς τον στρατοπεδευμένο επί τρεις μήνες έξω από τον Τάραντα Όθωνα Β' πρέπει να θεωρείται αυτονόητη. Το νόημα της απαίτησης της Κωνσταντι­νούπολης πρέπει να ήταν η εκκένωση των βυζαντινών εδαφών και το μήνυμα πρέπει να τού έφτασε λίγο μετά την άφιξη του Καλοκυρού Δέλφινα στη Ν. Ιταλία.

Το εχθρικό πνεύμα των διαπραγματεύσεων στον Τάραντα την άνοιξη του 982

αποκαλύφθηκε λίγο αργότερα, όταν ο Όθων Β', έχοντας παρασπονδίσει, κατήλθε

στην Καλαβρία. Ηττημένος από τους Άραβες (13 Ιουλίου 982)-68 και κινδυνεύοντας να

συλληφθεί αιχμάλωτος, ο Όθων έβλεπε από κάποια παραλία του κόλπου του Σκυληττίου δύο βυζαντινά salandria.  Εξηγώντας την παρουσία των χελανδίων στην περιοχή, ο Thietmar αναφέρει ότι είχαν καταπλεύσει για την είσπραξη του ετήσιου φόρου από την Καλαβρία69. Ωστόσο, σε μία τόσο κρίσιμη περίσταση, με τους Άραβες να επιχει­ ρούν αλλεπάλληλες επιθέσεις, τον Όθωνα να βρίσκεται στη Ν. Ιταλία και τις πόλεις της Απουλίας να έχουν επαναστατήσει, εξαιτίας ίσως φορολογικών επιβαρύνσεων70, η απαίτηση καταβολής φόρου ηχεί, μάλλον, παράδοξα και δεν πρέπει να ευσταθεί. Πειστικότερη, κατά τη γνώμη μας, φαίνεται η εκδοχή ότι πρόκειται για τα χελάνδια που πολύ πρόσφατα είχαν αποβιβάσει τον Καλοκυρά Δέλφινα στη Ν. Ιταλία και, στη συνέ­ χεια, επιφορτισμένα με την υλοποίηση των προσταγών της Κωνσταντινούπολης, κατέπλευσαν στον Τάραντα.

Την υπόθεση αυτή επιτρέπουν τόσο το γεγονός ότι στο πλοίο, που κατόρθωσε να επιβιβαστεί ο Όθων Β', βρισκόταν ένας έμπιστος υποτελής

του, ο σλαβικής καταγωγής ιππότης Ερρίκος Zolunta-71, όσο και η στάση του δυτικού

αυτοκράτορα, όταν οδηγήθηκε στον επικεφαλής του χελανδίου. Η παρουσία του

Zolunta στο βυζαντινό πλοίο πρέπει να θεωρηθεί ως ένας από τους εγγυητικούς όρους

τήρησης των συμφωνηθέντων στον Τάραντα περί αποχώρησης των στρατευμάτων του

Όθωνος από το βυζαντινό έδαφος και όχι ως ένδειξη σύμπραξης των δύο πλευρών

στον αγώνα εναντίον των Αράβων, όπως αφήνει να διαφανεί ο  Thietmar, ισχυριζόμενος ότι τα δύο χελάνδια είχαν τεθεί υπό τις διαταγές του Όθωνος Β"-72. Από αυτά, όμως, που επακολούθησαν και που ο  ίδιος ο  Thietmar διηγήθηκε, δύσκολα προκύπτει η εικόνα δύο συμμάχων που μάχονται εναντίον του κοινού εχθρού.

Ενώπιον του επικεφαλής του χελανδίου, ο  Όθων, μετά από ανώφελες προσπάθειες απόκρυψης της ταυτότητας του, παραδεχόταν ότι ήταν ο  αυτοκράτορας, θρηνούσε για την ήττα του εξαιτίας των σφαλμάτων του, καλούσε σε μία από κοινού αντιμετώπιση του εχθρού στο εξής, υποσχόταν ότι δεν θα αναμειχθεί πλέον στα πράγματα

της Ν. Ιταλίας, παρακαλούσε να καταπλεύσουν στο Ροσσάνο για να πάρει μαζί τη

σύζυγο του Θεοφανώ και τα αναρίθμητα πλούτη του και, στη συνέχεια, να πάρουν το

δρόμο για τη βασιλεύουσα, όπου ήλπιζε ο  «αδελφός» του Βασίλειος Β ' να αποδεικνυόταν φίλος στις δύσκολες περιστάσεις -  fratrem  meum, certuni,  ut  spero,  meis necessitatibus  amicum  -. Το επεισόδιο ολοκληρώθηκε μ ε τον Όθωνα Β ' να προτιμά να δραπετεύσει από το χελάνδιο κολυμπώντας, παρά να βρεθεί καλοδεχούμενος όμηρος στην Κωνσταντινούπολη 73.

 

Η ανησυχία του Όθωνος να μην αποκαλυφθεί ποιος ήταν, η  έκκληση του για

σύμπραξη εναντίον των Αράβων (που, προφανώς, μέχρι τότε δεν υπήρχε), η  υπόσχεση του περί παραίτησης του από τη Ν. Ιταλία και η  αβεβαιότητα του (που εκφράστηκε

υπό μορφή ελπίδας) για το εάν ο  Βασίλειος Β ' θα φανεί φίλος του αποκαλύπτουν ότι

ο μεν επικεφαλής του χελανδίου γνώριζε πολύ καλά τους όρους που είχε θέσει η

βυζαντινή πλευρά, ο  δε Όθων Β ' ήταν ενήμερος για την αντίθεση της Κωνσταντινού­

πολης έναντι των σχεδίων του, όπως αντίθετη ήταν και στην εισβολή του πατέρα του

σε βυζαντινά εδάφη επί Νικηφόρου Β ' Φωκά.

Η  ίδια πολιτική τηρήθηκε και τις δύο φορές από το ίδιο πρόσωπο, τον Βασίλειο Λακαπηνό: τότε, την επίθεση του Όθωνος Α' εναντίον της Βάρεως είχε αντιμετωπίσει, απαιτώντας τη Ρώμη και τη Ραβέννα σε περίπτωση σύναψης επιγαμίας ή  την αποχώρηση του δυτικού αυτοκράτορα από τη Ρώμη για την ύπαρξη συμμαχίας και φιλίας μεταξύ των δύο πλευρών74. Τώρα, με τον Όθωνα Β ' να έχει κατέλθει μέχρι τον Τάραντα και την Καλαβρία, φαίνεται ότι είχε μελετήσει ακόμη και το ενδεχόμενο μίας «υποδοχής» του δυτικού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη.

 

Η ήττα του Όθωνος Β' το 982 και η υποχώρηση των Αράβων λόγω εσωτερικών

τους διενέξεων-75 επέτρεψαν την αποκατάσταση της βυζαντινής κυριαρχίας στη Λογ

γοβαρδία: ο Καλοκυρός Δέλφινας έγινε κύριος του Άσκολι (Ascoli) το Δεκέμβριο του

98276 και τον Αύγουστο του επομένου έτους εξέφραζε γραπτά την ευγνωμοσύνη του

στον επίσκοπο Τρανών (Trani), Ροδόσταμο, για τη συμβολή του στην κατάληψη του κάστρου-77.

Αν το 982 το τέλος στην κρίση, που είχε αναφυεί, έδωσαν οι Άραβες, το 983 τη λύση στην απόφαση του Όθωνος Β' να κατέλθει και πάλι στη Ν. Ιταλία78 επέφερε ο θάνατος του στις 7 Δεκεμβρίου 983-*79. Φαίνεται, όμως, ότι ο Βασίλειος Λακαπηνός συνέχιζε να έχει στραμμένο το βλέμμα προς τη Δύση: στις αρχές του 984, ο αντιπάπας ΒονιφάτιοςΖ', ο οποίος είχε καταφύγει στη βασιλεύουσα μετά την εκθρόνιση του από τον Όθωνα Β'το 974-*80, εγκατέλειψε την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τη Ρώμη. Κατόρθωσε να φυλακίσει τον εκλεκτό του Όθωνος Β', Ιωάννη ΙΔ' (983-984), και να αποκατασταθεί στον παπικό θρόνο τον Αύγουστο του 984 81*. καλοκαίρι του 985, τότε η ανάκληση του έγινε λίγο πριν από την απομάκρυνση του Βασιλείου Λακαπηνού από το παλάτι και μπορεί να εντασσόταν στα πλαίσια μίας μάλλον καθυστερημένης επανεξέτασης των πολιτικών επιδιώξεων του προέδρου από τον Βασίλειο Β'.

 Εκτός του ότι είναι πιθανόν στο συμβάν να διαδραμάτισε κάποιο ρόλο ο έμπιστος του Λακαπηνού, κατεπάνω Ιταλίας Καλοκυρός Δέλφινας- 82, η βυζαντινή υποστήριξη στην επικράτηση του Βονιφατίου Ζ' έχει ήδη τονιστεί-83 εκείνο, όμως, που μέχρι τώρα δεν έχει επισημανθεί είναι ότι την εποχή αυτή το Βυζάντιο τηρούσε έναντι της Δύσης την πολιτική του Βασιλείου Λακαπηνού, όπως τήν είχε διατυπώσει το 968. Με τη Θεοφανώ

(983-991), ως επίτροπο του ανήλικου γιου της Όθωνος Γ' (983-1002) , απησχολημένη με την εδραίωση της εξουσίας της και την εξουδετέρωση των ανταπαιτητών του

Θρόνου-84 και με τη βυζαντινή κυριαρχία να έχει αποκατασταθεί στη Ν. Ιταλία, η συγκυρία ήταν περισσότερο από ευνοϊκή για τον Βασίλειο Λακαπηνό να υλοποιήσει την

«υπόσχεση» που είχε δώσει στον Λιουτπράνδο, να οργανώσει δηλαδή τη Ρώμη και τη

Ρωμαϊκή Εκκλησία σύμφωνα με τη θέληση του.-85.  

Συνοψίζοντας, πιστεύουμε ότι ο παραγκωνισμός του Βασιλείου Λακαπηνού, που

υπέδειξε ο Κωνσταντίνος Ζ' και υλοποίησε ο Ρωμανός Β', οδήγησε στην οριστική

στροφή του νόθου γιου του Ρωμανού Α' προς τους Φωκάδες. Αγωνιζόμενος υπέρ του

Νικηφόρου Β', ο Λακαπηνός ανέτρεπε μαζί με τη Μακεδονική δυναστεία και την πολιτική της συμμαχίας με τη Δύση. Ως ιδεολόγος και εμπνευστής της δυναμικής επέμβασης της αυτοκρατορίας στην «Εσπέρα» επί της βασιλείας του Φωκά, ο Βασίλειος ήταν ο πρώτος που κατέστησε σαφείς στον Λιουτπράνδο τους φιλόδοξους στόχους και

όρους των επιδιώξεων του.

Εγείροντας αξιώσεις επικυριαρχίας πάνω στη Ραβέννα και τη Ρώμη, απαιτώντας την αποχώρηση του Όθωνος Α' από εκεί, αντιτιθέμενος στην εκλογή των παπών από τον δυτικό αυτοκράτορα και αποκαλύπτοντας τη μελλοντική επιδίωξη της Κωνσταντινούπολης περί οργάνωσης της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, ο Λακαπηνός επανέφερε στο προσκήνιο μία παλαιά ουτοπία, την επέκταση της αυτοκρατορίας

μέχρι ra τέρματα της οικουμένης. Τη συμφιλιωτική πολιτική έναντι της Δύσης, που

τηρήθηκε επί Ιωάννη Α' Τζιμισκή, ο Βασίλειος Λακαπηνός ανέτρεψε για μία ακόμη

φορά, επί Βασιλείου Β'. Από το 976 μέχρι το 980, στις διπλωματικές σχέσεις Βυζαντίου και Δύσης επικράτησε σιγή, μάλλον εχθρική, καθώς ο Όθων Β' είναι πιθανόν

να γνώριζε, και μέσω της συζύγου του Θεοφανούς, τις απόψεις αυτού που πραγματικά διοικούσε την αυτοκρατορία. Οι αραβικές επιδρομές και η εξέγερση πόλεων της

Απουλίας, σε μία εποχή που η Κωνσταντινούπολη, λόγω εμφυλίου πολέμου στην

Ανατολή, αδυνατούσε να αποστείλει στρατιωτικές ενισχύσεις για την υπεράσπιση των

κτήσεων της στη Ν. Ιταλία, παρείχαν στον Όθωνα βάσιμες ελπίδες για μία εύκολη

υλοποίηση των επεκτατικών του σχεδίων. Από τη δική του πλευρά, ο Βασίλειος Λακαπηνός εντόπισε το μεγαλύτερο κίνδυνο αμφισβήτησης της βυζαντινής κυριαρχίας στην παρουσία του Όθωνος Β', ο οποίος, ξεκινώντας την πολιορκία του Τάραντα, προσέθεσε για πρώτη φορά στον απλό τίτλο Imperator  augustus,  που μέχρι τότε χρησιμοποιούσε, το επίμαχο Romanorum 36.

Ξένος προς οποιαδήποτε σκέψη συνδιαλλαγής ή σύμπραξης των χριστιανικών δυνάμεων εναντίον των αλλόπιστων και εκμεταλλευόμενος τη στρατηγικά δύσκολη θέση του Όθωνος, ο Λακαπηνός τού διεμήνυσε, λίγο μετά την άφιξη του Καλοκυρού Δέλφινα στην περιοχή, την απαίτηση της αυτοκρατορίας περί εκκένωσης των εδαφών της.

 Στην παρασπονδία του Όθωνος Β' να κατέλθει στην Καλαβρία, η αντίδραση του Βασιλείου Λακαπηνού περιελάμβανε την «παράδοση» του βραδυκίνητου γερμανικού στρατού στον ευέλικτο αραβικό στόλο και ένα σχέδιο «υποδοχής» του δυτικού αυτοκράτορα στη βασιλεύουσα.

 Η τελευταία πράξη της αντιμετώπισης Ανατολής και Δύσης διαδραματίστηκε με τον Λακαπηνό να κινεί τα νήματα στην υπόθεση αποκατάστασης του Βονιφατίου Ζ' στο θρόνο της πρεσβυτέρας Ρώμης.

 Η επισκοπεία, όμως, του «φρικτού τέρατος»-87 διήρκεσε έντεκα μόλις μήνες,

μέχρι τον Ιούλιο του 98588, ενώ το φθινόπωρο του ίδιου έτους ο Βασίλειος Λακαπηνός απομακρύνθηκε από το παλάτι. Η εξέλιξη των γεγονότων επιτρέπει να θεωρήσουμε την ενασχόληση του Λακαπηνού με τη Δύση ως μία από τις αιτίες που επέφεραν την πτώση του.

Κρατημένος για πολλά χρόνια στην εξουσία, ο νόθος γιος του Ρωμανού Λακαπηνού οραματιζόταν την επιβολή του σε ολόκληρη τη μεσαιωνική οικουμένη, ένα

σύμβολο της οποίας, ίσως, ήθελε να έχει στην κατοχή του. Έκφραση της ισχύος και

των φιλοδοξιών του αποτέλεσαν τα έργα τέχνης που παρήγγειλε-89. Ένα από αυτά, η

περίφημη σταυροθήκη του «Limburg», στην οποία ο Βασίλειος συγκέντρωσε και, ταυτόχρονα, οικειοποιήθηκε τόσα λείψανα από ναούς της Κωνσταντινούπολης-90, έχει

θεωρηθεί ως απεικόνιση του πλούτου και της παντοδυναμίας του-91 ή, ακόμη καλύτερα, της βούλησης του να ανυψωθεί στην ίδια θέση με τους αυτοκράτορες, την εξουσία των οποίων κρατούσε στα χέρια του-92.

Την οικουμενική, όμως, διάσταση των πολιτικών επιδιώξεων του ο Βασίλειος Λακαπηνός φαίνεται ότι θέλησε να αποδώσει με το τελευταίο έργο που παρήγγειλε το 985: ήταν ένα Ευαγγελιστάριο με επιστολές του αποστόλου Παύλου, του αποστόλου των εθνών-93.

 

 

Παραπομπές κειμένου

………………………………………..

1. Για του Βασίλειο Λακαπηνό κλασική παραμένει η μελέτη του W. G. BROKKAAR, Basil Lacapenus.

Byzantium in the Tenth Century, στο W. F. BARKER - A. F. VAN GEMERT - W. J. AERTS (εκδ.), Studia Byzantine et Neohellenica  Neerlandica  [Byzantina Neerlandica 3], Λέιντεν 1972, 199-234. Βλ. επίσης, C. M. MAZZUCCHI, Dagli anni di Basilio Parakimomenos (cod. Ambros. Β 119 Sup.), Aevum 52, 1978, 267-316.

2. Οι σχετικές μνείες στον BROKKAAR, Basil Lacapenus, 213. Για το εγκώμιο του Βασιλείου Λακαπηνου από τον Ιωάννη Γεωμέτρη βλ. Μ. D. LAUXTERMANN, The Byzantine Epigram  in the Ninth and Tenth Centuries,  Άμστερνταμ 1994, 152-153 και 182-183.

3. ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ, εκδ. C. Β. HASE, Leonis Diaconi  Caloensis  Historiae  libri decern et liber de

velitatione  bellica Nicephori  Augusti [CSHB], Βόννη 1828, 172.14-17' ΜΙΧΑΉΛ ΨΕΛΛΌΣ, Χρονογραφία, εκδ. S. IMPELLIZZERI, Michele Psello  Imperatori  di Bisanzio (Cronografia),  [Μιλάνο] 1984, τ. 1, 28-34. Για τη διήγηση του Ψελλού περί της μετακινήσεαις του Λακαπηνου βλ. Barbara CROSTINI, The Emperor Basil II's Cultural Life, Byzantion 66, 1996, 59-64. A. KALDELLIS, The Argument  of Psellos'  Chronographia  [Studien und Texte zur Geistesgeschichte des Mittelalters 68], Λέιντεν-Βοστώνη-Κολωνία 1999, 84-85' T.

PAPAMASTORAKIS, Tampering with History: from Michael III to Michael VIII, BZ 96/1, 2003, 202-204.

4. ΙΩΆΝΝΗΣ ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, Σύνοψις  Ιστοριών, εκδ. I. THURN, Ioannis Scylitzae Synopsis  Historiarum [CFHB 5], Βερολίνο-Ν. Υόρκη 1973, 335.60-67. 112 

5. ΣΥΝ. ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, εκδ. Ι . BEKKER, Theophanes Continuatus  Chronographia  [CSHB], Βόννη 1838, 442.18-22. Βλ . BROKKAAR, Basil Lacapenus, 209-210.

6. Στ. Π. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, Βυζαντινοί Μελέται. III: Πότε συνεγράφησαν τα λεγόμενα Ναυμαχικά του Βασιλείου, Έπετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 3 , 1939, 287-288. Βλ . BROKKAAR, Basil Lacapenus, 215. Αντίθετα, ο  MAZZOCCHI (Dagli anni d i Basilio, 303) χρονολογεί τη σύνταξη των JVauμαχικών μεταξύ 958 και 960, κάτι που δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό' βλ. Α . ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ, 'Ιωσήφ Βρίγγας. Προσωπογραφικά προβλήματα και ιδεολογικά ρεύματα, Σύμμεικτα 4 , 1981, 97-98. Νέα έκδοση των Ναυμαχικών στο J . Η . PRYOR -  Elizabeth Μ. JEFFREYS, The Age  of  the  ΔΡΟΜΩΝ. The Byzantine Navy ca 500-1204 [The Medieval Mediterranean 62], Λέιντεν-Βοστώνη 2006, 521-544.

7. ΣΥΝ. ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, 442.22-443.1 .

8. ΣΥΝ. ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ, 445.9-1 0 και 466.11-15. Α . MARKOPOULOS, L e temoignag e d u Vaticanu s gr. 16 3 pour l a periode entre 945-963, Σύμμεικτα 3, 1979, 96.33-35. Για την προσωπικότητα και το ρόλο του Βρίγγα βλ. ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ, Ιωσήφ Βρίγγας, 87-115. Βλ. όμως και Τ. ΛΟΥΓΓΗΣ, Η  ιδεολογία της βυζαντινής ιστοριογραφίας, Αθήνα 1993, 120 σημ. 85 . Πβ. Αικατερίνη ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, Βυζαντινή Ιστορία, Β/2: 867 1081, Θεσσαλονίκη 19972, 109-111. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΑΚΑΠΗΝΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ 113

9. ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ, 'Ιωσήφ Βρίγγας, 93-94

10. Βλ. J. F. VANNIER, Familles  byzantines: Les Argyroi  (IXe-XIle siecles) [Byzantina Sorbonensi a 1], Παρίσι 1975, 28 και 30-31.

11. Βλ. W. SEIBT, Die Skleroi. Eine prosopographisch-sigillographische  Studie [Byzantina Vindo-

bonensia 9], Βιέννη 1976, 30 και 36.

12. Βλ. W. SEIBT, Die byzantinischen  Bleisiegel  in Osterreich, I. Teil: Kaiserhof,  Βιέννη 1978, 297-298.

13. Αναλυτικά βλ. Βασιλική ΒΛΥΣΙΔΟΥ, Αριστοκρατικές οικογένειες και εξουσία (9ος-10ος αι.). Έρευ­νες πάνω στα διαδοχικά στάδια αντιμετώπισης της αρμενο-παφλαγονικής και καππαδοκικής αριστοκρατίας, Θεσσαλονίκη 2001, 108-111.

14. Βλ. Vassilik i VLYSSIDOU, Remarques sur les relations de saint Michel Maleinos avec Nicephore Phocas et saint Athanase l'Athonite, Βυζαντινά 21, 2000, 189-198.

15. Βλ. BROKKAAR, Basil Lacapenus, 216.

16. To 961 στο προσωπικό οικονομικό επιτελείο του υπηρετούσε ο πρωτοσπαθάριος και κουράτωρ Βασίλειος· βλ. Φλωρεντία ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ-NOTAPA, Σημειώματα» ελληνικών κωδίκων ώς πηγή διό τήν ερευναν τοΰ οικονομικού καί κοινωνικού βίου τοΰ Βυζαντίου από τοΰ 9ου αιώνος μέχρι τοΰ έτους 1204 [Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 47], Αθήνα 1982, 132 αρ. 52.

17. ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, 257.28-29. Βλ. ΛΟΥΓΓΗΣ, Ιστοριογραφία, 120 σημ. 85. 114 

18. ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ, 47.1-12 . ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, 258.37-259.60 .

19. ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ, 49.8-10. ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, 284.2-5. Βλ . Ν . OIKONOMIDES, Les  listes de  preseance byzantines  des  IXe  et  Xe  siecles, Παρίσι 1972, 299. Κατά τον A. ScHMlNCKIn hoc signo vinces» -  Aspects du «cesaropapisme » a  l'epoqu e d e Constanti n VII Porphyrogenete , στο Α. ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ (επιμ. εκδ.), Κωνσταντίνος Ζ'  ό  Πορφυρογέννητος καί ή  εποχή του, Αθήνα 1989, 113-116), ο  Φωκάς ήταν ο  πρώτος αυτοκράτορας που τού αναγνώρισε επίσημα το δικαίωμα να φέρει τον τίτλο του προέδρου, τον οποίο ο  Λακαπηνός είχε οικειοποιηθεί επί Κωνσταντίνου Ζ', γύρω στο 954.

20. Για την πολιτική της «περιορισμένης οικουμενικότητας» βλ. T . C . LOUNGHIS, L'historiographie d e l'epoque macedonienn e e t la dominatio n byzantin e su r le s peuples d u Sud-Est europee n d'apre s le s traites de paix d u IX e siecle, Balkan Studies 21, 1980, 69-86' Ο  ΙΔΙΟΣ, TO κεφάλαιο 2 7 του De  administrando Imperio. Προσπάθεια για μία ιστορική ερμηνεία, Βυζαντινά 13/2 (= Δώρημα στον Ί.  Καραγιαννόπουλο), 1985, 1071-1091.

21. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, Legatio  (Liudprandi relatio  de  legatione  Constantinopolitana,  εκδ. J . BECKER, Die Werke Liudprands von  Cremona  [Scriptores rerum Germanicarum i n usum scholarum e x Monumentis Germaniae Historicis separatim editi], Αννόβερο-Λιψία 1915 [ανατύπ. 1993]), II, 176.18-177.6 . Για την πρεσβεία αυτή ενδεικτικά βλ . J . Ν . SUTHERLAND, The Mission t o Constantinople i n 96 8 an d Liudprand o f Cremona, Traditio 31, 1975, 55-81' Κ . LEYSER, Ends an d Means i n Liudprand o f Cremona, BF  1 3 ( = Byzantium and  the  West c. 850  -  c. 1200[εκδ. J . D. HOWARD-JOHNSTON]), 1988, 134-138.

22. Για τα γεγονότα αυτά βλ. Liudprandi liber de rebus gestis  Ottonis  magni imperatoris  (εκδ. J.

BECKER, ό. n.), XVII-XVIII, 172.19-173.14. Πβ. L. M. HARTMANN, Geschichte  Italiens im Mittelalter,  IV, Gotha 1915 (ανατύπ. Hildesheim 1969), 4-17.

23. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, Legatio, III-VI, 177.7-179.9: ...esto  fecerit  haec, ut ais, iuste.

24. Για την πολιορκία της Βάρεως από τον Όθωνα Α' (Μάρτιος 968) βλ. Chronicon  Salernitanum,

170, MGH Scriptores III, Αννόβερο 1839, σ. 554.35-36. Βλ. επίσης, ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π, VII, 180.8-13· LUPUS PROTOSPATHARIUS, a. 969, MGH Scriptores V, Αννόβερο 1844, σ. 55. Πβ. J. GAY, L'Italie meridionale et Tempire byzantin depuis l'avenement  de Basile 1er jusqu'a la prise de Bari par les Normands (867-1071), Παρίσι 1904 (ανατύπ. Ν. Υόρκη χ.χ.), 304-305' HARTMANN, Geschichte  Italiens, IV, 24-25.

25. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π., VI-VIII, 179.9-180.17.

26. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π., ΧΙ-ΧΙΙ, 18.29-183.8. 116 

27. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π., XV, 183.34-184.12: Inaudita res est, ut porphyrogeniti  porphyrogenita,  hoc est in purpura  nati filia in purpura  nata, gentibus  misceatur.  Verum quia tarn excellentem  rem petitis,  si datis quod decet,  accipietis  quod libet:  Ravenanam scilicet  et Romam cum his omnibus continuatis,  quae ab his sunt usque ad nos. Si vero amicitiam absque  parentela  desideratis,  Romam liberam  esse  dominus tuus permittat,  principes  autem, Capuanum  scilicet  et Beneventanum, sancii nostri  imperii  olim servos,  nunc rebelles,  servituti  pristinae  tradat. Βλ. Κ. LEYSER, Theophanu divina gratia  imperatrix  augusta:  Western and Eastern Emperorship in the Later Tenth Centuty, στο A. DAVIDS (εκδ.), The Empress  Theophano. Byzantium and the West at the Turn of the First  Millennium, Cambridge 1995, 16.

28. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π., XVII, 184.18-185.8.

29. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π., XVIII, 185.9-10: «Sed hoc», ait Basilius parakinumenos, «faciet  cum ad

nutum suum Roma et Romana ecclesia  ordinabitur».

30. Ο Όθων A' επέβαλε τρεις εκλεκτούς του ως πάπες Ρώμης, τον Λέοντα Η' (963-965), τον Ιωάν­

νη ΙΓ' (965-972) και τον Βενέδικτο ΣΤ' (973-974)· βλ. Η. ZIMMERMANN, Parteiungen und Papstwahlen in Rom zur Zeit Kaiser Ottos des Grossen, Romische Historische  Mitteilungen  8-9, 1964-1966, 29-88 [= Ο ΙΔΙΟΣ (εκδ.), Otto  der Groe, Darmstadt 1976, 325-414],

31. Ο ιστορικός της δυναστείας ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ (245.16-20) θεωρεί ότι ο πάπας Ιωάννης IB' (955-963) ήταν επιρρεπής προς πάσαν άσέλγειαν και κακίαν και ότι ο Όθων Α' άπελάσας έτερον άντεισήγαγε τη εκκλησία ποιμένα, αναγνωρίζοντας έτσι τον δυτικό αυτοκράτορα ως τον μόνο αρμόδιο να επιλύει τα προβλήματα που αναφύονταν στους κόλπους της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Βλ. Τ. C. LOUNGHIS, Der Verfall des Papsttums im X. Jahrhundert als Ergebnis der deutsch-byzantinischen Annaherung, Βυζαντιακά 14, 1994,

225-227.

32. Βλ. BROKKAAR, Basil Lacapenus, 220' Η. BELTING, Problemi vecchi e nuovi sull'arte della cosiddetta «rinascenza macedone» a Bisanzio, XXIX Corso  di cultura  sull'arte  ravennate e bizantina, Ραβέννα 1982, 52 και 57. Πβ. I. SEVCENKO, Re-reading Constantine Porphyrogenitus, στο J. SHEPARD - S. FRANKLIN (εκδ.), Byzantine Diplomacy,  Aldershot 1992, 185 σημ. 47.

33. Την επαναφορά της Καπύης και του Βενεβέντου σε καθεστώς υποτέλειας ως προϋπόθεση για την ύπαρξη φιλικών σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών (βλ. πιο πάνω, σημ. 27) επανέλαβε και ο Νικηφόρος Β' Φωκάς (ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, Legatio, XXVII, 189.19-24). Όσον αφορά τον πάπα Ιωάννη ΙΓ', «τον ηλιθιότερο όλων των ανθρώπων» (ό. π., LI, 202.19), «αν δεν σωφρονιζόταν, ήταν τελείως χαμένος» (ό. π., LVI, 206.1516).

34. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π, XLIII, 198.16-27.

35. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π., XXVII , 189.29-31.

36. ΛΙΟΥΤΠΡΆΝΔΟΣ, ό. π, XXIX , 190.26-3 0 και XXXI , 191.30-32. Βλ. G. SCHLUMBERGER, Un empereur byzantin au dixieme siecle: Nicephore  Phocas, Παρίσι 1890, 634.

37. Fr. HALKIN, Translation par Nicephor e Phocas de la Brique miraculeus e d'Hierapolis , Inedits byzantins d'Ochrida,  Candie et Moscou [Subs. Hag. 38], Βρυξέλλες 1963, 256.

38. ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ, 81.9-10. Για τη δυτική πολιτική του Νικηφόρου Β' βλ. T. C. LOUNGHIS, Le poids specifique du commandemen t supreme en Italie dans la formatio n de l'ideologi e politique du Xe siecle, στο Ν. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ (επιμ. εκδ.), Ο ιταλιώτης Ελληνισμός από τον Ζ' στον IB' αιώνα Μνήμη Νίκου Παναγιωτάκη [ΙΒΕ/ΕΙΕ - Διεθνή Συμπόσια 8], Αθήνα 2001, 153-164 118  ΒΑΣΙΛΙΚ Η Ν. ΒΛΥΣΙΔ0 Υ

39. WiDUKiND, εκδ. Ε. ROTTER - Β. SCHNEIDMULLER, Widukindi monachi Corbeiensis  rerum gestarum Saxonicarum  libri tres, Στουτγάρδη 1981, III, 73, σ. 228' THIETMAR, εκδ. W. TRILLMICH, Thietmari Merseburgensis  Episcopi  Chronicon,  [Ausgewahlt e Quellen zur deutschen Geschichte des Mittelalters IX],

Darmstadt 1957' (ανατύπ. 1970), II, 15, σ. 50.7-10. Πβ. Vera VON FALKENHAUSEN, Between two Empires: Byzantine Italy in the Reign of Basil II, στο P. MAGDALINO (εκδ.), Byzantium in the Year 1000 [The Medieval Mediterranean 45], Λέιντεν-Βοστώνη 2003, 140.

40. Αναλυτικά βλ. ΒΛΥΣΙΔΟΥ, Αριστοκρατικές οικογένειες, 151-155 και 166-167.

41. BROKKAAR, Basil Lacapenus, 220.

42. ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ, 94.6-15: ...δραστήριος τε κα'ι άγχίνους ύπήρχεν άνήρ, εύφυώς τοις πράγμασιν εν περιστάσεσιν άρμοττόμενος. Βλ. και ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, 284.9. Κατά τον Α. ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟ (Ζητήματα κοινωνικού φύλου στον Λέοντα τον Διάκονο, στο Στ. ΚΑΚΛΑΜΆΝΗΣ - Α. ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ - Γ. ΜΑΥΡΟΜΆΤΗΣ [εκδ. επιτρ.],

Ένθύμησις Νικολάου Μ. Παναγιωτάκη, Ηράκλειο 2000, 492 σημ. 43), ο τρόπος που ο Λέων Διάκονος παρουσίασε τον χαρακτήρα του Βασιλείου είναι ενδεικτικός των απόψεων του για τους ευνούχους.

43. Βλ. ΒΛΥΣΙΔΟΥ, Αριστοκρατικές οικογένειες, 191-192, όπου αναφορά πηγών και βιβλιογραφίας.

44. Βλ. Vassilik i VLYSSIDOU, Jean 1er Tzimiskes et Bardas Skleros: le cas d'une surveillance discrete, ZRVI 40, 2003, 19-26.

45. Για τη Θεοφανώ ενδεικτικά βλ. G. WOLF, Die «groe Frage»: Wer war Theophanu?, στο G. WOLF (εκδ.), Kaiserin  Theophanu: Prinzessin  aus der Fremde  - des Westreichs  Groe Kaiserin, Κολωνία 1991, 223

236. Για το γάμο της βλ. W. OHNSORGE, Die Heirat Kaiser Ottos II. mit der Byzantinerin Theophano (972), Braunschweigisches  Jahrbuch 54, 1973, 24-60 [= Ο ΙΔΙΟΣ, Ost-Rom  und der Westen, Darmstadt 1983, 128172].

46. Βλ. T. C. LOUNGHIS, Die byzantinische Ideologie der «begrenzten Okumene» und die romische

Frage im ausgehende n X. Jahrhundert , BS1 56 (= ΣΤΕΦΑΝΟΣ. Studia byzantina ac slavica  Vladimiro Vavrinek dedicata), 1995, 123-125' Ο ΙΔΙΟΣ, Ιδεολογία, 145-157. Επίσης, βλ. W. OHNSORGE, Basileus, Kaiser und Sarazenen im Jahre 981/2, Βυζαντιακά 1, 1981, 33-34 [= Ost-Rom,  198-199].

47. ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ, 176.14-24 και 178.4-20.

48. ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, 314.57-59. Με δεδομένο ότι η άλλοτε δραστήρια Θεοφανώ δεν είχε καμία ανάμειξη στα πολιτικά πράγματα, εκείνο που πρέπει να πρυτάνευσε στη σκέψη του Βασιλείου Λακαπηνου είναι ότι η παρουσία της στα ανάκτορα θα ήταν ακίνδυνη. 120  ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ν. ΒΛΥΣΙΔΟΥ

49. ΒΛΥΣΙΔΟΥ, Αριστοκρατικές οικογένειες,  193-200.

50. Η. F AMEDROZ - D. S. MARGOLIOUTH, The Eclipse  of the Abassid  Caliphate:  Original  Chronicles  of the Fourth  Islamic Century,  τ. 6, Οξφόρδη 1920-1921, 24-34. Βλ. M. CANARD, Deux documents arabes sur Bardas Skleros, Studi Bizantini  e Neoellenici  5 (= Atti del V Congresso  internazionale  di Studi bizantini,  τ. 1), 1939, 59 [= Ο ΙΔΙΟΣ, Byzance et musulmans  du Proche  Orient,  Λονδίνο 1973, αρ. XI]· BROKKAAR, Basil Lacapenus, 230-231.

51. Βλ. την πρόσφατη μελέτη του Α. BEIHAMMER, Der harte Sturz des Bardas Skieros. Eine Fallstudie zu zwischenstaatlicher Kommunikation und Konfliktfuhrun g in der byzantinisch-arabische n Diplomati e des 10. Jahrhunderts , Romische  Historische  Mitteilungen  45, 2003, 21-57, εδώ: 57.

52. Catherine HOLMES, Political Elites in the Reign of Basil II, στο P. MAGDALINO (εκδ.), Byzantium in the Year 1000, 59 Η ΙΔΙΑ, Basil II and the Governance  of Empire  [976-1025],  Οξφόρδη 2005, 469-470.

53. Ι. STOURAITIS, Neue Aspekte des Machtkampfes im Zeitraum 976-986 in Byzanz, JOB 55, 2005, 112-120. Όσον αφορά τις σχέσεις Λακαπηνου και Φωκάδων, η σύμπλευση τους στο θέμα του Σκληρού μαρτυρεί και τα κοινά συμφέροντα τους. Ενδεχόμενη επιστροφή και υποταγή του φυγάδα θα σήμαινε ενίσχυση μόνον της εξουσίας του Βασιλείου Β', καθώς θα τόν απήλλασσε και από το λόγο παρουσίας του Βάρδα Φωκά στην ηγεσία του στρατού, γεγονός που με τη σειρά του θα καθιστούσε ευκολότερη και γρηγορότερη τη χειραφέτηση του από τον Βασίλειο Λακαπηνό.

54. Βλ. πιο πάνω, σημ. 3-4.                                                                 

55. Βλ. HARTMANN, Geschichte  Italiens, IV, 76' Vera VON FALKENHAUSEN, Untersuchungen  Uber die byzantinische Herrschaft in Suditalien vom 9. bis ins 11. Jahrhundert, Wiesbaden 1967, 51. Barbara M. KREUTZ, Before the Normans. Southern Italy in the Ninth and Tenth Century, Φιλαδέλφεια 1996, 122' FALKENHAUSEN, Between two Empires, 141.

56. Annales Sangallenses  maiores,  a. 982, MGH Scriptores Ι, Αννόβερο 1826, 80: Otto  imperator  non

contentus  finibus patris  sui, dum esset  Romae, egressus  est occupare  Campaniam, Lucaniam, Calabriam, Apuliam et omnes ulteriores  partes  Italiae usque ad mare Siculum et portum  Traspitem. Βλ. επίσης, Annales Magdeburgenses,  a. 982, MGH Scriptores XVI, Αννόβερο 1859, 155.32' THIETMAR, III, 20, σ. 106.29-108.3' Miracula Adalheidae, §2, MGH Scriptores IV, Αννόβερο 1841, 646.24-32. Πβ. GAY, Italie meridionale,  326

333' HARTMANN, Geschichte  Italiens, IV, 74-79. 122 

57. FALKENHAUSEN, Untersuchungen,  167 , αρ . 18 .

58. Κατά τη γνώμη μας, η  ορθή ανάγνωση είναι βαρύν στρατόν. Για τη χρήση του επιθέτου βαρύς ως δηλωτικού ισχυρής στρατιάς βλ . ενδεικτικά: ΛΈΩΝ ΔΙΆΚΟΝΟΣ (77.9-10), ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ (138.66, 177.28-29, 268.91-92 ) και ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ ( Άλεξιάς, εκδ. D . R . REINSCH -  Α . KAMBYLIS, Anna Comnenae  Alexias [CFHB 40/1], Βερολίνο-Ν. Υόρκη 2001, 11.7, 13.59, 372.16).

59. ΒΊΟΣ ΣΑΒΑ ΤΟΥ ΝΈΟΥ, εκδ. G. COZZA-LUZI, Historia  et  Laudes SS. Sabae et  Macarii iuniorum  e Sicilia, auctore  Oreste,  patriarcha  Hierosolymitano,  Ρώμη 1893, 37-38, §22 ' Βλ . Germaine DA COSTA LOUILLET, Saints de Sicile e t d'Italie meridional e aux Ville, IXe e t Xe siecles, Byzantion  29-30, 1959-60, 136 137' OHNSORGE, Basileus, Kaiser un d Sarazenen , 19-21 [ = Ost-Rom, 182-185] · I . G . LEONTIADES, Di e Westpoliti k Basileios' II. (976-1025), στο E. KONSTANTINOU (εκδ.), Byzanz und das Abendland  im 10. und  11. Jahrhundert,  Κολωνία 1997, 264.

60. G . BELTRANI, Documenti  longobardi  e  greci  per  la  storia  dell'Italia  meridionale  nel  medio evo, Ρώμη 1877, 9 , αρ. 8 . Πβ. H.-J. KUHN, Die  byzantinische  Armee im  10.  und  11. Jahrhundert.  Studien zur Organisation  der  Tagmata [Byzantinisch e Geschichtsschreiber . Erganzungsban d 2], Βιέννη 1991, 215.

61. Βλ. πιο κάτω, σημ. 83 .

62. ΣΚΥΛΊΤΖΗΣ, 332.61-6 2 και 336.85-93. Συνοπτικά βλ. J.-C1. CHEYNET, Pouvoir  et  contestations  a Byzance (963-1210)  [Byzantin a Sorbonensi a 9], Παρίσι 1990, 31-32. Βλ. επίσης Β. FLUSIN - J.-Cl. CHENEYT, Jean Skylitzes. Empereurs  de  Constantinople  [Realite s byzantine s 8], Παρίσι 2003, 281 σημ. 92, όπου αναφέρεται ότι ο  Καλοκυρός Δέλφινας διορίστηκε κατεπάνω Ιταλίας σ ε μία εποχή που ο ι Φωκάδες είχαν επιρροή στην αυτοκρατορική αυλή. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΛΑΚΑΠΗΝΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ  123

63. LUPUS PROTOSPATHARIUS, a. 982, σ. 55: tradita est Barus in manu Calochiri patritii, qui et Dalfina, a duobus fratribus  Sergio  et Theophilacto  mense  Iunii 11. die. Βλ. FALKENHAUSEN, Untersuchungen,  84, αρ. 32.

64. Diplomata  regum  et imperatorum  Germaniae.  11/X: Ottonis  II Diplomata,  MGH, Αννόβερο 1888, 311-315, αρ. 268-271.

65. Ottonis  II Diplomata,  315-320, αρ. 272-275. Για το ότι ο Όθων δεν μπόρεσε να καταλάβει τον Τάραντα βλ. GAY, Italie meridionale,  333-33 4 HARTMANN, Geschichte  Italiens, IV, 79-80' G. WOLF, Kaiser

Otto II. (973-983 ) und die Schlacht von Cotrone am 13. Juli 982, στο Kaiserin  Theophanu, 156, 160-161. Η πεντάμηνη πολιορκία των δύο βυζαντινών πόλεων από τα γερμανικά στρατεύματα είναι αρκετή για να αναιρέσει την άποψη ότι μόνος σκοπός της εκστρατείας ήταν ο αγώνας εναντίον των Αράβων (FALKENHAUSEN, Between two Empires, 142) ή τον ισχυρισμό ότι οι Βυζαντινοί ούτε υποστήριξαν, ούτε αντι­ τάχθηκαν στην εισβολή του Όθωνος (Catherine HOLMES, Basil II and the Governance  of Empire  [976-1025], Οξφόρδη 2005, 504).

66. Annales Sangallenses  maiores,  a. 982, σ. 80: Qua causa  imperator  Constantinopolitanus,  sub cuius erat haec omnis terra  imperio,  primo  per nuntios nequiquam  eum temptat  revocare  ab incoepto.  Βλ. E. EICKHOFF, Seekrieg  und Seepolitik  zwischen  Islam und Abendland.  Das Mittelmeer  unter byzantinischer  und arabischer  Hegemonie  (650-1040), Βερολίνο 1966, 365' T. C. LOUNGHIS, Les ambassades  byzantines  en Occident  depuis  la fondation  des etats barbares  jusqu'aux  Croisades  (407-1096), Αθήνα 1980, 221 σημ. 2 OHNSORGE, Basileus, Kaiser und Sarazenen, 18, 23 [= Ost-Rom,  181, 187]· WOLF, Die Schlacht von Cotrone, 155' LEONTIADES, Die Westpolitik Basileios' II. (976-1025), 264 D. NERLICH, Diplomatische  Gesandtschaften zwischen  Ost- und Westkaisern  756-1002, Βέρνη 1999, 61, 303.

67. GAY, Italie meridionale,  329-330. Πρόσφατα, η πρεσβεία αμφισβητήθηκε και από τον Α. Muller (στη δεύτερη έκδοση του έργου του Fr. DOLGER, Regesten  der Kaiserurkunden  des ostromischen  Reiches

von 565-1453, 1. Teil / 2. Halbband : Regesten von 867-1025,  Μόναχο 2003, αρ. 767), με βάση μόνο τα επιχειρήματα του GAY. Βλ. όμως, προηγούμενη σημ. 124  ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ν. ΒΛΥΣΙΔΟ Υ

68. Chronica  monasterii  Casinensis,  II, 9, MGH Scriptores XXXIV , εκδ. H. HOFFMANN, Αννόβερο

1980, 187.2-4 . Για τον τόπο διεξαγωγής της μάχης βλ. WOLF, Die Schlacht von Cotrone, 156-160 , όπου λεπτομερής αναφορά πηγών και βιβλιογραφίας.

69. THIETMAR, III, 23, σ. 110.30-31 . Τον ισχυρισμό αυτό αποδέχθηκε ο OHNSORGE (Basileus , Kaiser und Sarazenen, 23-2 4 [= Ost-Rom,  187-188]) , ο οποίος θεώρησε ότι τα δύο χελάνδια κόμιζαν και την αρνητική απάντηση του Βασιλείου Β' στο αίτημα περί αποστολής βυζαντινού στόλου, που είχε διατυπώσει ο Όθων Β' κατά τις συνομιλίες με τον Σάβα τον Νέο στη Ρώμη. Ούτε από το αγιολογικό κείμενο (βλ. πιο πάνω, σημ. 59), ούτε από τις Annales  Sangallenses  (βλ. πιο πάνω, σημ. 56) προκύπτει ότι ο Όθων, σχεδιάζοντας την εκστρατεία του, απευθύνθηκε στο Βυζάντιο. Κατά τον Ε. EICKHOFF (Byzantinisch e Wachtflottille n in Unteritalien im 10. Jahrhundert, BZ 45, 1952, 343-334 ' Ο ΙΔΙΟΣ, Seekrieg,  366), τα δύο πλοία ανήκαν στις τοπικές βυζαντινές δυνάμεις επιτήρησης.

70. CHEYNET, Pouvoir,  30 (αρ. 12) σημ. 1.

71. THIETMAR, III, 21, σ. 109.25-2 6 και 23, σ. 113.4-5 .

72. THIETMAR, III , 23 , σ . 110.34-112.2 .

73. THIETMAR, III, 21-22, σ . 108.20-110.25. Βλ . GAY, Italie meridionale,  338-339 HARTMANN,

Geschichte Italiens, IV, 82-83' R . HOLTZMANN, Geschichte  der Sachsischen  Kaiserzeit (900-1024), Μόναχο

1979', 269-270' OHNSORGE, Basileus, Kaiser und Sarazenen, 22-23 [= Ost-Rom,  186-187].

74. Βλ. πιο πάνω, σημ. 27. 126  ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ν. ΒΛΥΣΙΔΟΥ

75. Βλ. GAY, Italie meridionale,  341-342.

76. LUPUS PROTOSPATHARIUS, a. 983, σ. 55: comprehend.it  praedictus  Dalfina patritius  civitatem Asculum mense Decembris.  Βλ. FALKENHAUSEN, Untersuchungen,  84.

77. Beltrani, Documenti  longobardi,  9-11, αρ. 8, εδώ σ. 10: Δια τούτο καί σε 'Ροδόσταμον  έπίσκοπον Τρανών..., φρονοΰντά τε καί άγωνιζόμενον  τα υπέρ τών βασιλέων ημών τών αγίων, καί εις σύναρσιν ημών γεγονότα έν τω πολιορκείν ημάς το τοιούτον κάστρον. Αναλυτικός σχολιασμός του εγγράφου από m FALKENHAUSEN, Untersuchungen,  168-169, αρ. 19.

78. THIETMAR, III, 24, σ. 112.10-14. Βλ. GAY, Italie meridionale,  341.

79. THIETMAR, III, 25, σ. 112.25-30. Herimanni Augiensis  Chronicon,  a. 983, MGH Scriptores V,

Αννόβερο 1844, σ. 117. Lamperti monachi Hersfeldensis  Annales, a. 983 (εκδ. W. D. FRITZ [Ausgewahlt e Quellen zur deutschen Geschichte des Mittelalters XIII], Darmstadt 1957 [ανατύπ. 1973]), σ. 37. Βλ. HOLTZMANN, Geschichte  der Sachsischen  Kaiserzeit,  277.

80. Herimanni  Augiensis Chronicon, a. 974, σ. 116. Βλ. Η. ZIMMERMANN, Papstabsetzungen  des

Mittelalters,  Γκρατς-Βιέννη-Κολωνία 1968, 100-101.

81. Liber Pontificals,  (εκδ. L. DUCHESNE, II, Παρίσι 1955, 257 και 259. Herimanni Augiensis

Chronicon,  a. 984, σ. 117.

82. Η παρουσία του Καλοκυρού Δέλφινα στην «Εσπέρα» τοποθετείται μεν το διάστημα 982-983 (Α. PERTUSI, Contributi alla storia dei temi bizantini dell'Italia meridionale, Atti del 3° Congresso  internazionale di studi sull'alto  medioevo,  Σπολέτο 1958, 512), αλλά τα έγγραφα του χρονολογούνται μεταξύ 982 και 985

(FALKENHAUSEN, Untersuchungen,  169-170, αρ. 20-21), ενώ ο διάδοχος του στο αξίωμα του κατεπάνω Ιταλίας, Ρωμανός, αφίχθη στη Βάρι το 985 (LUPUS PROTOSPATHARIUS, a. 985, σ. 56: descendit  Romanus patricius

cum filio suo in Apuliam) ή μεταξύ Σεπτεμβρίου 984 και Αυγούστου 985 (FALKENHAUSEN, ό. π., 84 αρ. 33). Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι το καλοκαίρι του 984 ο Καλοκυρός Δέλφινας βρισκόταν ακόμη στη Ν.

Ιταλία. Επίσης, στην περίπτωση που η παραμονή του Δέλφινα στην περιοχή διήρκεσε μέχρι την άνοιξη ,

83. F. GREGOROVIUS, Geschichte  der Stadt Rom im Mittelalter vom V. bis zum XVI. Jahrhundert (εκδ. W. KAMPF), τ. 1, Μόναχο 1978, 644. Επίσης, βλ. GAY, Italie meridionale, 388 ZIMMERMANN, Parteiungen und

Papstwahlen, 82-83 με τις σημ. 353-355 [= Otto  der Groe, 405-406]· P. DELOGU, Bonifacio VII, Dizionario Biografico degli Italiani, τ. 12, Ρώμη 1970, 144 A. BAYER, Spaltung der Christenheit.  Das Morgenlandische

Schisma von 1054 [Beihefte zum Archiv fur Kulturgeschichte 53], Κολωνία 2002, 29-31. Ο LOUNGHIS (Der

Verfall des Papsttums, 229) αναφέρεται σε βυζαντινή συναίνεση.

84. Γεγονός που επιτεύχθηκε μόλις τον Απρίλιο του 986' βλ. THIETMAR, IV, 1-9, σ. 115.22-124.2. Πβ. HOLTZMANN, Geschichte  der Sachsischen Kaiserzeit, 279-288.

85. Βλ. πιο πάνω, σημ. 29. 128 ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ν. ΒΛΥΣΙΔΟΥ

86. Ottonis  II Diplomata,  315-318, αρ. 272-273. Βλ. OHNSORGE, Basileus, Kaiser und Sarazenen, 24

[= Ost-Rom,  188], Πβ. HOLTZMANN, Geschichte  der Sachsischen  Kaiserzeit,  268.

87. Σύμφωνα με τον Γερβέρτο του Aurillac, αρχιεπίσκοπο Ρήμων (Reims) και μετέπειτα πάπα Σίλβεστρο Β' (999-1003): Ada Concila  Remensis, MGH Scriptores III, Αννόβερο 1839, 672.34: horrendum monstrum. Βλ. HARTMANN, Geschichte  Italiens, IV, 97.

88. Liber Pontificalis,  259. Herimanni Augiensis  Chronicon,  a. 985, σ. 117. Σύμφωνα με τις Annales Einsidlenses  (a. 983, MGH Scriptores III, Αννόβερο 1839, σ. 143.36-38), ο Βονιφάτιος Ζ' δολοφονήθηκε μετά από συνωμοσία. Βλ. GAY, Italie meridionale,  388' V. GRUMEL, Les preliminaire s du schisme de Michel

Cerulaire ou la question romaine avant 1054, REB 10, 1952, 13. 129

89. Ευσύνοπτη παρουσίαση των έργων αυτών από τη Λασκαρίνα ΜΠΟΥΡΑ, Ό Βασίλειος Λεκαπηνος παραγγελιοδότης έργων τέχνης, στο ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ, Κωνσταντίνος  Ζ' ό Πορφυρογέννητος (βλ. σημ. 19), 397-434.

90. Από την πλούσια βιβλιογραφία ενδεικτικά βλ. J. RAUCH, Die Limburger Staurothek, Das Munster

7/8, 1955, 201-218. Την άποψη του J. KODER (Ό Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος καί ή σταυροθήκη του Λίμπουργκ, στο ΜΑΡΚΌΠΟΥΛΟΣ, Κωνσταντίνος  Ζ' ό Πορφυρογέννητος, 176) ότι οι τέσσερις ενεπίγραφες

της θήκης δεν ήταν σύγχρονες απέρριψε η ΜΠΟΥΡΑ (ό. π., 433), σημειώνοντας ότι «δέν υπάρχουν σοβαροί λόγοι να αμφισβητήσουμε οτι ή σταυροθήκη έγινε άπα τον Βασίλειο Λεκαπηνό». Σχετικά με τη χρονολόγηση της σταυροθήκης μεταξύ 968 και 975 (Nancy P. SEVCENKO, The Limburg Staurothek and its

Relics, στο Θυμίαμα στη μνήμη της Λασκαρίνας Μπουρα [Μουσείο Μπενάκη], τ. 1, Αθήνα 1994, 292-293),

θεωρούμε ότι η δημιουργία ενός τόσο μεγαλεπίβολου έργου περί το 975 μοιάζει μάλλον απίθανη, καθώς την εποχή αυτή ούτε ο Βασίλειος ήταν παντοδύναμος, ούτε οι σχέσεις του με τον Ιωάννη Α' Τζιμισκή καλές

(βλ. πιο πάνω, σ. 118-119).

91. ΜΠΟΥΡΑ, ό. π., 422-424 .

92. Τ. PAPAMASTORAKIS, The discreet Charm of the Visible , στο Χριστίνα Γ. ΑΓΓΕΛΊΔΗ (επιμ. εκδ.), Το

Βυζάντιο ώριμο για αλλαγές. Επιλογές, ευαισθησίες και τρόποι έκφρασης από τον ενδέκατο στον δέκατο

πέμπτο αιώνα [ΕΙΕ/ΙΒΕ - Διεθνή Συμπόσια 13], Αθήνα 2004, 116.

93. Βλ. Η. BELTING - G. CAVALLO, Die Bibel des Niketas. Ein Werk der hofischen  Buchkunst  in Byzanz

und sein antikes Vorbild Wiesbade n 1979, 25-26' H. BELTING, Kunst oder Objekt-stil ? Fragen zur Funktion

der «Kunst» in der «Makedonische n Renaissance» , στο I. HUTTER (εκδ.), Byzanz und der Westen. Studien zur

Kunst des europaischen  Mittelalters,  Βιέννη 1984, 80-81, πίν. 11' ΜΠΟΥΡΑ, Βασίλειος Λακαπηνός, 401-404 130  

τέϠος

 

 ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ,

 ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ

 ΒΑΣΙΛΙΚΗ Ν. ΒΛΥΣΙΔΟΥ

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ  2010 μ.Χ.

 

Για να δείτε κάποιες σελίδες πρέπει να έχετε τον flash player που μπορείτε να βρείτε πατώντας στο εικονίδιο δίπλα.

Πνευματικά δικαιώματα © 2009

 Συντελεστές  και επικοινωνία μαζί μας

       SiteLock