ΓΛΩΣΣΑ

Θανάση Διαλεκτόπουλου
δρος Διαπολιτισμικῆς Παιδαγωγικῆς, Msc – δρος Βυζαντινῆς Ἱστορίας,
Msc Πρώην Συντονιστῆ Α΄/θμιας & Β΄/θμιας Ἐκπαίδευσης Ἑλληνοπαίδων Ἐξωτερικοῦ στὶς Βρυξέλλες

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Μὲτὸν ὅρο διασπορὰ χαρακτηρίζεται γενικὰ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖο, παρ’ ὅλο ποὺ ἐκπατρίστηκε γιὰ διάφορους λόγους καὶ ἐγκαταστάθηκε, ἔστω καὶ μὲ σχετικὴ μόνο μονιμότητα, σὲ χῶρες ἢ περιοχὲς ἐκτὸς τοῦ ἐθνικοῦ χώρου, ἐξακολούθησε νὰ συντηρεῖ μὲ ποικίλους τρόπους τοὺς ὑλικούς, τοὺς πολιτισμικοὺς ἢ ἔστω τοὺς συναισθηματικούς του δεσμοὺς μὲ τὴ γενέτειρα καὶ τὴ χώρα τῆς ἄμεσης ἢ παλιότερης καταγωγῆς του. Μὲ κοινωνιολογικὰ κριτήρια τὸ φαινόμενο τῆς διασπορᾶς βρίσκεται σὲ ἄμεση συνάρτηση μὲ τὴ διαδικασία κοινωνικοποίησης καὶ διαμόρφωσης ταυτότητας ἀτόμων ποὺ ζοῦν σὲ μεταναστευτικὰ περιβάλλοντα ἢ γενικότερα σὲ καταστάσεις συνάντησης καὶ ἀλληλεπίδρασης πολιτισμῶν. Σύμφωνα μὲ τὴν παραπάνω θεώρηση, μὲ τὸν ὅρο διασπορὰ ἐννοεῖται ὁ γεωγραφικὸς ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ →

Θεοί, τόποι, ορυκτά και «είδη υγιεινής» με ονόματα προϊστορικά

Η ινδοευρωπαϊκή θεωρία, όπως οι περισσότεροι ξέρουμε, είναι απλώς μια θεωρία. Είναι προϊόν πρωτίστως της γλωσσολογίας, ιδιαίτερα της ιστορικοσυγκριτικής, η οποία, μελετώντας τις ομοιότητες στις μεταβολές των φθόγγων ή τη μορφολογία των λέξεων, προσπαθεί να βρει τα συγγενικά στοιχεία όλων των γλωσσών, ζωντανών, νεκρών ή χαμένων. Έτσι λοιπόν, ελλείψει άλλων στοιχείων, ονόμασε ινδοευρωπαϊκή μια γλώσσα, ως έναν μεγάλο βαθμό υποθετική και τεχνητή, και την απέδωσε, πάλι υποθετικά, σε μια ομάδα λαών με κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, διασκορπισμένων φυσικά και επεκταμένων από την Ευρώπη ως την Ασία. ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ →

Από τα χειρόγραφα του Νεύτωνος

Ἀντώνη Ἀντωνάκου, φιλολόγου – ἱστορικοῦ

Οἱ ἰδιότητες αὐτές, πολὺ περιληπτικά, εἶναι οἱ ἑξῆς:
1. Ἡ μόνη γλῶσσα στὸν κόσμο ποὺ ὁμιλεῖται συνεχῶς ἐπὶ 4000 ἔτη. Ὅλες οἱ ὁμηρικὲς λέξεις ἔχουν διασωθεῖ στὴν παραγωγὴ τῶν λέξεων καὶ κυρίως στὰ σύνθετα. Π.χ. μπορεῖ σήμερα νὰ λέμε νερό (ἐκ τοῦ νηρόν, ἐξ οὗ καὶ Νηρηίδες, Νηρεὺς κ.λπ.), ἀλλὰ τὰ σύνθετα καὶ τὰ παράγωγα θὰ εἶναι μὲ τὸ ὕδωρ (ὑδραυλικός, ὑδραγωγεῖο, ὕδρευση, ἐνυδρεῖο, ἀφυδάτωση, κ.λπ.) Ἢ τὸ ρῆμα δέρκομαι βλέπω, ποὺ ἔχει διασωθεῖ στὸ ὀξυδερκής. ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ →

Το υγρό στοιχείο του πλανήτη, η θάλασσα η ανεξάντλητη! Μια τόσο όμορφη πανάρχαια λέξη που προφέρουμε χιλιάδες χρόνια τώρα εμείς που κατοικούμε την ελληνική γη και δεν ετυμολογείται, αφού χάνεται στους προελληνικούς χρόνους (μέγαρον, τύραννος, Αθηνά, Κόρινθος και πολλές πολλές άλλες), δεν υπάρχει καν στις μυκηναϊκές πινακίδες  της Γραµµικής Β’ και δεν απαντάται σε καμιά άλλη γλώσσα του κόσμου.  Οι λέξεις για τη θάλασσα στις άλλες γλώσσες της λεγόμενης ινδοευρωπαϊκής οικογένειας ανάγονται στη ρίζα -mar, με προέλευση από το αρχαίο ελληνικό ρήμα µαρµαίρω = λάµπω, ακτινοβολώ.   ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ →

Λεξιλογικοί «νόστοι»

Ο «νόστος», η επιστροφή στην πατρίδα (από το ρήμα νέομαι «επιστρέφω»), δεν χαρακτήρισε μόνο «τη γλυκιά προσμονή της επιστροφής στην πατρίδα» που κατέληξε στο νόστιμος, αλλά έδωσε και «τον ψυχικό πόνο που γεννάει αυτή η προσμονή», τη νοσταλγία. Και ήταν μάλιστα οι Γάλλοι που κατέφυγαν στις ελληνικές λεξιλογικές πηγές, πλάσσοντας πρώτοι αυτοί το άλγος του νόστου, το nostalgie. Ετσι, από άλλο δρόμο, η λέξη επέστρεψε στη «λεξιλογική πατρίδα» της.

Η επιστροφή μιας λέξης ως δανείου στη γλώσσα από την οποία ξεκίνησε χαρακτηρίζεται ως αντι-δάνειο, ως επιστροφή δανείου, ως επιστροφή μιας λέξης στη γλώσσα στην οποία γεννήθηκε. Από τις πιο αποκαλυπτικές διαδικασίες λειτουργίας της γλώσσας στο πεδίο συνάντησης των λαών και των πολιτισμών είναι τα αντιδάνεια. ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ →