ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ

 

 

 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

 

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία αρχίζει το 330 μ.χ., όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας στα παράλια του Βοσπόρου και θεμελιώνει την πόλη που πήρε και το όνομα του την Κωνσταντινούπολη. Το 395 μ.χ. ο Θεοδόσιος Β' ανακηρύσσει σαν επίσημη θρησκεία του κράτους τον Χριστιανισμό. Η Βυζαντινή νομισματοκοπία θεωρούμε ότι αρχίζει με τον θάνατο του Θεοδοσίου Β'.

Πόσο σημαντικό ήταν το Βυζαντινό νόμισμα? Το βλέπουμε από τα αποσπάσματα πού ακολουθούν και είναι από το έργο του  γεωγράφου μοναχού και πρώην εμπόρου Κοσμά του Ινδικοπλεύστη, πρώτο μισό του 6ου αιώνα :

"Ο ηγεμόνας της Κεϋλάνης δέχτηκε σε ακρόαση ένα Βυζαντινό έμπορο, το Σώπατρο και μερικούς Πέρσες. Τους είπε να καθίσουν και τους ρώτησε πώς είναι οι υποθέσεις τους και ποιος από τους ηγεμόνες τους είναι ο πλέον ξακουστός και ισχυρός, ο Ιουστινιανός ή ο Χοσρόης; Ο γεροντότερος από τους Πέρσες απάντησε: 'Ο δικός μας είναι ο πιο ξακουστός και πλούσιος. Είναι ο ηγεμόνας των ηγεμόνων και έχει τη δύναμη να κινεί ό,τι επιθυμεί'. Τότε ο ηγεμόνας ρώτησε το Σώπατρο, 'εσύ τι έχεις να πεις γι' αυτό'; Και ο Σώπατρος απάντησε: 'Αν η μεγαλειότητά σου επιθυμεί να μάθει την αλήθεια, εξέτασε και τους δύο βασιλιάδες μας που είναι εδώ μπροστά σου. Έτσι θα καταλάβεις ποιος είναι στ' αλήθεια ο σπουδαιότερος και ισχυρότερος'. 'Αλλά πως είναι δυνατόν να έχω τους βασιλιάδες εδώ'; ρώτησε ο ηγεμόνας. Και ο Σώπατρος απάντησε: ' Έχεις μπροστά σου τα νομίσματα και των δύο. Εδώ το νόμισμα του ηγεμόνα μου και εκεί του δικού τους. Εξέτασε προσεκτικά τις μορφές τους και θα καταλάβεις την αλήθεια'. Ο ηγεμόνας αφού τα εξέτασε με προσοχή κατάλαβε πως αναμφίβολα οι Βυζαντινοί πρέπει να ήταν σπουδαίος, αποφασιστικός και πανέξυπνος λαός και διέταξε να γίνουν μεγάλες τιμές στον Σώπατρο. Τον ανέβασαν σ' έναν ελέφαντα και τον περιέφεραν στην πόλη υπό τον θριαμβευτικό ήχο τύμπανων. 

Σε κάποιο άλλο σημείο του έργου του ο Κοσμάς ο Ινδικοπλεύστης λέγει :

«Ετερον δε σημείον δυναστείας των Ρωμαίων ο αυτοίς κεχάρισται ο Θεός, λέγω δη ότι εν τω νομίσματι αιτών εμπορεύονται πάντα τα έθνη και εν παντί τόπω απ' άκρου γης έως άκρου γης δεκτόν εστι, θαυμαζόμενον παρά παντός ανθρώπου και πάσης βασιλείας, όπερ ετέρα βασιλεία ουχ υπάρχει το τοιούτο». Το βυζαντινό νόμισμα περιγράφεται δηλαδή ως θείο δώρο και χαρακτηρίζεται ως διεθνής νομισματική μονάδα, κατάλληλη για τη διεκπεραίωση μεγάλων εμπορικών συναλλαγών.

Τα νομίσματα είναι η οπτική καταγραφή της ανθρώπινης εμπειρίας. Είναι μία λιγότερο περιγραφική μορφή απ' ό,τι η λογοτεχνία ή η ιστορία που προκύπτει μετά από πολύ προσεκτική ανάλυση. Τα νομίσματα δεν έχουν ελαττωματική μνήμη ούτε και συγχέουν το ένα πρόσωπο με το άλλο. Μας δίνουν τις ίδιες πληροφορίες που έδιναν και σε κάποιον που ζούσε την εποχή της έκδοσής τους. Αν υπάρχει ένα νόμισμα το οποίο να αποτελεί πιστό μάρτυρα της κοσμοθεωρίας της εποχής που αντιπροσωπεύει, αυτό είναι του Βυζαντίου. Αυτή η μαρτυρία δεν είναι συμπτωματική αλλά ηθελημένη, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο η κεντρική εξουσία αποτύπωνε μηνύματα προς τους υπηκόους της αλλά και τους άλλους λαούς που το χρησιμοποιούσαν ως διεθνή μονάδα συναλλαγών για αιώνες. Στα Βυζαντινά νομίσματα  δε βρίσκουμε την υψηλή αισθητική απόλαυση μικρών έργων τέχνης όπως συμβαίνει με τα αρχαιότερά τους Ελληνικά. Ούτε και μπορούν να συγκριθούν καλλιτεχνικά με αυτά της Ελληνιστικής εποχής τα οποία κοσμούνται με τα υπέροχα πορτραίτα των Επιγόνων, παράδοση προσωπογραφίας που βρήκε τη συνέχειά της στην Ρωμαϊκή τέχνη και νομισματική με τα αυστηρά, πιστά αλλά και κάπως ψυχρά πορτραίτα των Ρωμαίων Καισάρων.  Η γοητεία των Βυζαντινών εντοπίζεται στη μελέτη των λεπτομερειών τους, το συμβολισμό ο οποίος εκφράζεται μέσω αυτών και στην απόλυτη σύνδεσή τους με την μακρόχρονη ιστορία του μεσαιωνικού Ελληνικού κόσμου. 

Το κύρος του χρυσού βυζαντινού νομίσματος, του σόλιδου, αλλά και των άλλων υποδιαιρέσεων ήταν μεγάλο και οι προσπάθειες απομίμησής τους πολλές. Σε ό,τι αφορά τη Δυτική Ευρώπη, οι εισβολείς που την απομάκρυναν από το ρωμαϊκό παρελθόν της προσπάθησαν και κατάφεραν να μιμηθούν το βυζαντινό σόλιδο, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη επιτυχία. Γότθοι της Ιταλίας, Βησιγότθοι της Ιβηρικής Χερσονήσου, Λομβαρδοί, Γαλάτες, πρίγκιπες Μεροβιγκιανοί αλλά και αργότερα Βαράγγοι και άλλοι μισθοφόροι του βυζαντινού στρατού μιμήθηκαν κατά περίπτωσιν το χρυσό, ασημένιο ή χάλκινο βυζαντινό νόμισμα και σταδιακά ανέπτυξαν τη δική τους νομισματοκοπία. Παράλληλα, ο καθαρόαιμος βυζαντινός σόλιδος γνώρισε εξαιρετικά μεγάλη ζήτηση στις περιοχές αυτές.

Eίναι χαρακτηριστικό ότι στις διεθνείς συναλλαγές θα σηματοδοτείται και θ’ αποδοθεί από τη ρίζα της λέξης «βυζαντινόν». Aπό τις σταυροφορίες μάλιστα και μετά, «besant» θ’ αποκαλείται κάθε χρυσό νόμισμα. Aκόμη και τ’ αραβικά (besant sarrasin). O όρος θα εδραιωθεί από τους Iταλούς εμπόρους και θα ενισχυθεί σε μια δεύτερη φάση από τη δική τους εμπορική και νομισματική φερεγγυότητα.

Η κυκλοφορία του σόλιδου στον αραβικό κόσμο ήταν σχεδόν αποκλειστική ως τη νομισματική μεταρρύθμιση του χαλίφη Abd al Malik (685-705), μια μεταρρύθμιση που εμπνεύστηκε ιδιαίτερα από το βυζαντινό νομισματικό σύστημα και η οποία στα πρώτα βήματά της ακολούθησε την εικονογραφία των βυζαντινών νομισμάτων. Πολιτικοί και εμπορικοί ανταγωνισμοί, κυρίως όμως θρησκευτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις, γρήγορα οδήγησαν τον αραβικό κόσμο στην καθιέρωση της δικής του νομισματικής εικονογραφίας. Ωστόσο, ο σχετικά σημαντικός αριθμός των βυζαντινών νομισμάτων, κυρίως ασημένιων και χάλκινων με αραβικές επισημάνσεις, υποδηλώνει ότι το βυζαντινό νόμισμα αποτελούσε πολύτιμη επένδυση σε αυτή την περιοχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση των νομισματικών εκδόσεων ορισμένων τουρκομάνων ηγεμόνων, οι οποίοι ήταν εγκατεστημένοι σε περιοχές που σήμερα αντιστοιχούν στη Βόρεια Συρία και στο Ιράκ. Πολλές από τις νομισματικές αυτές εκδόσεις, που χρονολογούνται στον 12ο αιώνα, φέρουν παραστάσεις άμεσα επηρεασμένες από σύγχρονα ή παλαιότερα βυζαντινά νομίσματα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης και οι λατινικές απομιμήσεις, τα χάλκινα δηλαδή νομίσματα, τα οποία κόπηκαν από τους λατίνους κατακτητές της Κωνσταντινούπολης (1204-1261) σε απομίμηση των βυζαντινών νομισματικών εκδόσεων του 12ου αιώνα. Η έκδοσή τους καθιερώθηκε για πρακτικούς λόγους και απέβλεπε, πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες, στη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών σε μια περιοχή που είχε κατακλυστεί από αλλοδαπούς επιχειρηματίες, στα όρια της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. 

Η Οικονομική δύναμη της αυτοκρατορίας, ο σόλιδος, ως διεθνές νόμισμα συναλλαγών έφτασε σε μέρη πολύ μακρινά από την Κωνσταντινούπολη. Μέσω των εμπορικών δρόμων θησαυριζόταν στην Σκανδιναβία όπως και σε όλες τις ηγεμονίες της άναρχης δυτικής Ευρώπης που για αιώνες ξέπεσε στο σκοτάδι μετά την Ρωμαϊκή κυριαρχία αλλά και στη βόρεια Αφρική και σε όλη την εγγύς Ανατολή. Μια πτυχή που είναι ελάχιστα γνωστή είναι η αλλεπάλληλες προσπάθειες που καταβλήθηκαν με την αποστολή πρεσβειών μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και της Κινεζικής αυτοκρατορίας. Για την επιτυχή Βυζαντινο-Κινεζική επικοινωνία εύγλωττη μαρτυρία αποτελούν οι σόλιδοι που βρέθηκαν στην Κίνα τις τελευταίες δεκαετίες. 

Το γεγονός ότι τα Βυζαντινά νομίσματα έρχονται δεύτερα στον αριθμό, μετά τα Σασσανιδικά, μεταξύ των ξένων νομισμάτων αποδεικνύει ως ένα βαθμό τη σπουδαιότητα της εμπορικής σχέσης της Κωνσταντινούπολης με την Κίνα. Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί 32 νομίσματα και απομιμήσεις Βυζαντινής έμπνευσης. Εδαφικά τα νομίσματα βρέθηκαν αποκλειστικά στην βόρεια Κίνα στις επαρχίες Xinjiang, Iner Mongolia, Ningxia, Ganςu, Σhenxi, Hebei ενώ κανένα δεν έχει βρεθεί μέχρι στιγμής στην νότια Κίνα κάτω από τον ποταμό Yangtze, όλα δε χρονολογικά ανήκουν στην περίοδο από τον Θεοδόσιο ΙΙ (408-450) έως και τον Κωνσταντίνο Ε' (741-775), δηλαδή από το πρώτο μισό του 5ου αιώνα ως το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα. Τα περισσότερα από αυτά κυκλοφορούσαν και θάφτηκαν την ίδια περίοδο. Οι παρατηρήσεις αυτές έρχονται σε συμφωνία με τις ανταλλαγές ανάμεσα στην κεντρική Ασία και την Κίνα από τη μια μεριά και την Δύση από την άλλη. Η ροή των νομισμάτων θα πρέπει να έγινε από τον μεσαίο δρόμο του Μεταξιού μέσω Περσίας λαμβάνοντας υπόψη την σημασία αυτής της διαδρομής στο εμπόριο. Έτσι φαίνεται πως τα βυζαντινά νομίσματα προωθούνταν κυρίως μέσω Περσών και Σογδιανών εμπόρων. 

Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς τα νομίσματα της Κωνσταντινούπολης άρχισαν να εισρέουν στην Κίνα, τα Κινεζικά χρονικά μας πληροφορούν πως στις αρχές της δυναστείας των βόρειων Zhou (557-580 μ.Χ.) κυκλοφορούσαν χρυσά και αργυρά νομίσματα που ήταν ανεκτά από την τοπική κυβέρνηση. Έχει εξακριβωθεί πως τα χρυσά ήταν Βυζαντινά και τα αργυρά Σασσανιδικά. Υπάρχει το ερώτημα της πλήρους απουσίας, ως σήμερα, νομισμάτων στη νότια Κίνα, πιθανώς όμως επειδή το εμπόριο στα νότια ήταν στα χέρια Μαλαίων και Ινδονήσιων η ροή μπορούσε να παραμείνει μόνο στο βορά. Εκτός αυτού η κυκλοφορία των σόλιδων παρέμενε μεταξύ των πλούσιων και των αριστοκρατών των κρατιδίων του δρόμου του Μεταξιού όπως και των βασιλείων της βόρειας Κίνας δεδομένου πως των Βυζαντινών στέλνονταν μέσω του χερσαίου δρόμου και οι επαφές γίνονταν στο επίπεδο των υψηλών αξιωματούχων κατά μήκος της διαδρομής.

Ο χρυσός σόλιδος ονομάστηκε από ορισμένους ιστορικούς "δολάριο του Mεσαίωνα" και ο ετεροχρονισμός είναι ακριβής. Γιατί ο σόλιδος, το χρυσό νόμισμα των Bυζαντινών, για 800 περίπου χρόνια, κυριάρχησε στις γνωστές αγορές του κόσμου. Aπό την καθιέρωσή του επί M. Kωνσταντίνου μέχρι τον 11o - 12ο αιώνα, που διατηρήθηκε ανόθευτο, απέκτησε μια μυθική αίγλη. Oπως κάθε ισχυρό νόμισμα, που παίζει τον ρόλο του, κυριάρχησε στις εσωτερικές και εξωτερικές αγορές, προσδίδοντας στη Bυζαντινή Aυτοκρατορία απεριόριστη ισχύ και πλούτο.

Η ανακατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως το 1261 από τον Μιχαήλ Η' Παλαιολόγο άνοιξε καινούργιο κεφάλαιο ­ ουσιαστικά τον επίλογο ­ στην ιστορία της βυζαντινής νομισματικής. Η περίοδος ως το 1453 γνώρισε αρκετές αναπροσαρμογές οικονομικής και νομισματικής φύσεως, οι οποίες προήλθαν από τον συνδυασμό πολλών εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων. Η σταδιακή εδαφική συρρίκνωση της αυτοκρατορίας, η γεωγραφική ασυνέχεια των διάφορων περιοχών της, η περίπλοκη πολιτική και δυναστική ιστορία της περιόδου που περιστρεφόταν μηχανικά και αδέξια γύρω από μια συνεχή προσπάθεια ανάκτησης της παλιάς εδαφικής επικράτειας, ο πλουραλισμός της νομισματικής κυκλοφορίας κυρίως στον ελλαδικό και νησιωτικό χώρο, η έντονη διείσδυση δυτικού χρήματος και η οριστική μετατόπιση της εμπορικής δραστηριότητας σε δυτικά χέρια είναι μερικά από τα στοιχεία που προκάλεσαν αυτές τις ανακατατάξεις και τα οποία οδήγησαν σταδιακά στην παρακμή του βυζαντινού νομισματικού συστήματος.

 

Περίοδοι της Βυζαντινής νομισματοκοπίας

 

Τη Βυζαντινή νομισματοκοπία θα μπορούσαμε να την χωρίσουμε σε τέσσερις περιόδους :

Η 1η περίοδος είναι από το 395 μέχρι τα μέσα του 8ου αιώνα.

Η 2η περίοδος αρχίζει στα χρόνια του Ιουστινιανού Β' μέχρι τη μεταρρύθμιση του Αλεξίου (1092).

Η 3η περίοδος είναι από το 1092 μέχρι το 1261. Στα 1204 έχουμε την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους.  Το θέμα όμως αυτό δεν αναφέρετε εδώ, αλλά θα το δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Η 4η περίοδος είναι από το 1261 μέχρι το 1453 όπου και αλώθηκε η Πόλη από τους Τούρκους.

Περίοδος πρώτη

Η περίοδο αυτή παρουσιάζεται σαν η περίοδο του αυτοκράτορα-στρατιώτη, προστάτη της πίστης και της σωτηρίας της οικουμένης από την ειδωλολατρία, όπου η απεικόνισή του είναι συνήθως με στρατιωτική στολή και επιγραφές όπως Imperator Militanς ή Salvator Mundi ενώ ταυτόχρονα την ίδια εποχή επέρχεται ο εκχριστιανισμός της ειδωλολατρικής νομισματικής εικονογραφίας.

Η βασική παράσταση των βυζαντινών νομισμάτων είναι η προτομή του αυτοκράτορα χωρίς ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά . Πορτρέτα έχουμε μόνο από τους αυτοκράτορες Φωκά, Λεόντειο, Λέοντα Γ', Κωνσταντίνο Ζ' και Κωνσταντίνο Η'. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές ανάλογα με την περίοδο , έτσι θα δούμε τον αυτοκράτορα με στρατιωτική περιβολή και την νίκη σε εμπροσθότυπο και οπισθότυπο αντίστοιχα , για να φτάσουμε στην κυρίαρχη άποψη της περί ελέω θεού βασιλείας και θα δούμε στα νομίσματα τον αυτοκράτορα να κρατά σταυροφόρο σφαίρα στον εμπροσθότυπο και άγγελο στον οπισθότυπο. Βλέπουμε επίσης παραστάσεις του αυτοκράτορα με τους συναυτοκράτορες.

Επί Τιβερίου Κωνσταντίνου (578-582) , εμφανίζετε για πρώτη φορά ο σταυρός επάνω σε βαθμιδωτή βάση , για τον σόλιδο. Στα σημίσια ο σταυρός υψώνετε επάνω σε σφαίρα και στα τρημίσια επάνω σε απλή βάση. Σαν θέμα ο σταυρός σταματάει επί Ηρακλείου (610 - 641) και έπειτα επανέρχεται μέχρι την εικονομαχία.

Κατά την πρώτη περίοδο το χρυσό νόμισμα ήταν ο σόλιδος (solidus = σταθερός), το οποίο είχε βάρος 4.48 γρ., καθαρότητα 24 καράτια και ισοδυναμούσε με 24 αργυρές siliquae ή 1/72 της Ρωμαϊκής λίτρας ή 24 κεράτια ή 6000 λεπτά. Το κεράτιο και το λεπτό ήταν μονάδες υπολογισμού. Πολλαπλάσια του σόλιδου κυκλοφόρησαν μόνο μερικές αναμνηστικές κοπές. Υποδιαιρέσεις του σόλιδου ήταν το σημίσιο (semissis , ένα δεύτερο) και τρημίσιο (tremissis , ένα τρίτο). Κόπηκαν και ελαφροί σόλιδοι από Ιουστινιανό μέχρι τον κων/νο Δ΄ με ένδειξη σε siliquae

Ο άργυρος την περίοδο αυτή χρησιμοποιούνταν μόνο για αναμνηστικές κοπές. Μονάδες του ήταν η siliqua (2gr) και το μιλιαρήσιο (miliarense), το οποίο αντιστοιχούσε σε 24 φολείς ή 1/12 του σόλιδου, επίσης ήταν και το εξάγραμμο (6,82 γρ.) που το εισήγαγε ο Ηράκλειος (610-641) και κοβόταν μέχρι τα τέλη του 7ου αιώνα.

Τα χάλκινα όπως τα διαμόρφωσε ο Αναστάσιος έχουν σαν μονάδα τον φόλλι (1/288 του σόλιδου), βάρους 9 γραμμαρίων, ο οποίος ισούται με 40 νούμια , (τα  νούμια ήταν το προϋπάρχον χάλκινο νόμισμα το οποίο κοβόταν σε διάφορα πολλαπλάσια). Φόλλις κόβονταν και σε υποδιαιρέσεις των 20, 10, και 5 νουμίων. Ο Ιουστινιανός αύξησε το βάρος του φόλλι στα 25 γρ. αυτό όμως δεν κράτησε πολύ. Το 498 ορίστηκε 180 φολλίς να ισούνται με 1 σόλιδο. Γύρω στο 700 το νούμιο παραμένει σαν μονάδα μέτρησης και σταματάει η κυκλοφορία του σαν νόμισμα.

Περίοδος δεύτερη

Η περίοδο αυτή είναι του αυτοκράτορα-τοποτηρητή του Χριστού επί της Γης, την οποία εγκαινιάζει ο Ιουστινιανός ο Β' και κατά την οποία για πρώτη φορά η μορφή του Χριστού εμφανίζεται σε νόμισμα. Η επιγραφή του νομίσματος καθορίζει και το νέο ρόλο του αυτοκράτορα. Ο Χριστός είναι Rex Regnantium, ο Βασιλεύς των Βασιλέων δηλαδή Εκείνος ο οποίος καθορίζει την επουράνιο και επίγειο αρχή ορίζων τον αυτοκράτορα Servuς Chriςti, τοποτηρητή επί της Γης. Για μια περίοδο οι εικονομάχοι αυτοκράτορες καταργούν την εικόνα του Χριστού και την αντικαθιστούν με το πορτραίτο του διαδόχου ή άλλων μελών της δυναστείας. Με την απομάκρυνση της εικόνας του Χριστού διευρύνονται τα όρια της εξουσίας τους και αυξάνουν το κύρος τους έναντι της εκκλησίας.

 Κατά την ίδια εποχή αναπτύσσεται και η καλλιέργεια της μίμησης της Ελληνιστικής κληρονομιάς μια γενική ανανέωση της τέχνης και της νομισματικής ως ένα βαθμό, που δείχνει τάσεις επιστροφής στα νατουραλιστικά πρότυπα των Ελληνιστικών χρόνων προσαρμοσμένα πάντα στα αυστηρά πλαίσια της θρησκευτικής εικονογραφίας. Με το τέλος της εικονομαχίας η εικόνα του Χριστού θα επανέλθει θριαμβευτικά και πάλι. Τον 9ο αιώνα αρχίζει η περίοδος του αυτοκράτορα - ημίθεου προικισμένου με υπερφυσικές ιδιότητες που μεταδίδονται δια της στέψης από τον ίδιο το Χριστό. Με την εικονογραφική παρουσίαση της στέψης εκφράζεται συμβολικά η μετάδοση των αρετών από την επουράνια και υπέρτατη Δύναμη στην κεφαλή του ηγεμόνα οι οποίες θα τον μεταμορφώσουν Θεία Χάριτι από βασιλέα σε επίγειο θεό.

Επί Ιουστινιανού β΄ εμφανίζετε λοιπόν για πρώτη φορά στον σόλιδο η παράσταση του Χριστού. Στην συνέχεια εμφανίζονται στον οπισθότυπο των νομισμάτων συγγενικά πρόσωπα του αυτοκράτορα για να μεταφερθεί εκεί και η δική του μορφή αργότερα και να επανέρθει στον εμπροσθότυπο η μορφή του Χριστού. Στον οπισθότυπο των χάλκινων κυρίως νομισμάτων κυριαρχεί η ένδειξη της αξίας του νομίσματος με την μορφή γραμμάτων όπως Μ, Κ, Ι, κ.λ.π. Αργότερα στον οπισθότυπο αυτών των νομισμάτων αρχίζουν να απεικονίζονται και οι συναυτοκράτορες.

Επί Λέοντος στ΄(886-912) , στον εμπροσθότυπο του σόλιδου εμφανίζετε η μορφή της Παναγίας. Επίσης έχουμε παραστάσεις του Χρηστού να στέφει τον αυτοκράτορα ή την Παναγία να απεικονίζετε δίπλα του. Ακόμη διάφοροι Άγιοι κοσμούν με παραστάσεις τους τα νομίσματα.

Ξεχωριστό ενδιαφέρων παρουσιάζουν και τα αργυρά μιλιαρήσια που στον εμπροσθότυπο έχουν μόνο μία επιγραφή και στον οπισθότυπο ένα σταυρό. Τα μιλιαρήσια αυτά αποτελούν το αντίστοιχο των Αραβικών διχράμ. Το 912 - 913 ο Αλέξανδρος προσθέτει δίπλα στον σταυρό του οπισθότυπου και την εικόνα του χριστού. Οι επόμενοι βασιλείς βάζουν την εικόνα τους ή την εικόνα της Παναγίας.

Στην δεύτερη περίοδο αρχίζουν να καταργούνται οι υποδιαιρέσεις και επικρατεί κάθε μέταλλο να αντιστοιχεί σε ένα συγκεκριμένο νόμισμα. Οπότε έχουμε χρυσό σόλιδο , αργυρό μιλιαρήσιο, (το σημίσιο και το τριμήσιο σπανίζουν λόγο της εμφάνισης του μιλιαρήσιου που εισήχθη από τον Λέοντα Γ') και τον χάλκινο φολλί.

Το ανανεωμένο μιλιαρήσιο (2 - 2,25 γρμ.), αντιστοιχούσε στο 1/12 του σόλιδου και εισήχθη μάλλον το 720. Αρχικά κοβόταν ως αναμνηστικό αλλά σύντομα επικράτησε ως το Βυζαντινό αντίστοιχο του Αραβικού διχράμ στις αγορές της Ανατολής. Το βάρος του μιλιαρήσιου αυξάνετε κατά τον 9ο αιώνα στα 3 με 3,5 γρμ. και μέχρι την εποχή του Κωνσταντίνου Θ' (1042 - 1055) διατηρείται στα 3 γρμ., έπειτα αρχίζει να πέφτει κατά πολύ σε βάρος και καθαρότητα μαζί με το χρυσό νόμισμα. Στα μέσα του 11ου αιώνα κόβονται υποδιαιρέσεις των 2/3 και του 1/3 του μιλιαρήσιου και στα τέλη του 11ου αιώνα καταλήγει να γίνει μονάδα υπολογισμού.

Μεταβολές σε αυτή την περίοδο έχουμε και στον χάλκινο φόλλι. Ο φόλλις είχε διάμετρο 20 χιλ. και το βάρος του κυμάνθηκε από 2 έως 8 γρμ. Επί Μιχαήλ Β' (820 - 829) το βάρος αυξήθηκε στα 7 - 8 γρμ. και η διάμετρος του στα 25 με 27 χιλ. Κατά την περίοδο αυτή δεν γνωρίζουμε την αντιστοιχία του φολλί σε σχέση με το σόλιδο. Και στον σόλιδο έχουμε σημαντικές μεταβολές. Ο Νικηφόρος Φωκάς (963 - 969), έκοψε ένα ελαφρύτερο χρυσό νόμισμα με τίτλο 22 καράτια και βάρος 4,17 γρμ. που ήταν όμοιο σε εμφάνιση με τον σόλιδο που είχε 24 καράτια. Το νέο αυτό νόμισμα ονομάστηκε τεταρτηρό.

Το προϋπάρχον χρυσό νόμισμα ο σόλιδος (ή αλλιώς ιστάμενο), διατήρησε το βάρος του αλλά απέκτησε μεγαλύτερη διάμετρο 25 με 27 χιλ. και έγινε πιο λεπτό το πέταλο του. Επί Βασιλείου κόπηκε και νόμισμα αξίας 2 τεταρτηρών με βάρος 4,22 γρμ. και καθαρότητα 23 καράτια. Στην πορεία της περιόδου το χρυσό νόμισμα υποτιμείται στα 20 καράτια επί Μιχαήλ Δ΄ και στα 18 επί Ρωμανού Δ΄ για να φτάσει τα 6 καράτια στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού. Επί Κωνσταντίνου Θ' του μονομάχου (1042 - 1055), εμφανίζονται και τα πρώτα κοιλόκυρτα νομίσματα. Οι μεταβολές αυτές των νομισμάτων έγιναν κυρίως στην ανατολή λόγο της κρίσεως που υπήρχε, στην δύση ήδη από τον 8ο αιώνα κυκλοφορούν σόλιδοι ελαφρύτεροι και πρόωρα υποτιμημένοι.

Περίοδος τρίτη

Κατά την τρίτη περίοδο, μετά την μεταρρύθμιση του Αλεξίου, στον εμπροσθότυπο όλων των νομισμάτων εμφανίζετε ο Χριστός ή η Παναγία και στον οπισθότυπο εμφανίζετε ο αυτοκράτορας, μόνος του ή μαζί με την Παναγία ή μαζί με κάποιο Άγιο. 

Στην τρίτη περίοδο ο Αλέξιος α΄ Κομνηνός (1081-1118), μεταρρυθμίζει ριζικά το νομισματικό σύστημα. Έτσι κόβει ένα χρυσό κοιλόκυρτο νόμισμα το υπέρπυρο (4,5 γρ.), με τίτλο 20,5 καράτια. Υποδιαιρέσεις είχε το τραχύ εξ ηλέκτρου , ίσο με το 1/3 του υπέρπυρου , αποτελείτο από 1/3 μέρος χρυσό και 2/3 αργυρό και είχε τίτλο 6 καράτια. Άλλη υποδιαίρεση ήταν το άσπρο τραχύ που ισούται με το 1/16 της προηγούμενης υποδιαίρεσης και είναι κράμα αργυρού (6-7 %) και χαλκού. Και τα δύο αυτά νομίσματα είναι κοιλόκυρτα.

Επίσης κόβετε και ένα χάλκινο νόμισμα το τεταρτηρό που το μόνο κοινό που έχει με το προηγούμενο χάλκινο νόμισμα είναι μόνο τα όνομα. Οι αντιστοιχίες έχουν ως εξής : 1 υπέρπυρο = 3 τραχέα εξ ηλέκτρου = 48 άσπρα τραχέα = 864 τεταρτηρά. Κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου, το 1204, έχουμε την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους της Δ' σταυροφορίας. Λεπτομέρειες για την νομισματική κυκλοφορία κατά την διάρκεια της φραγκοκρατίας και γενικά την κυκλοφορία των Ευρωπαϊκών νομισμάτων και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας θα δούμε στην επόμενη ενότητα αυτής της σελίδας.

Περίοδος τέταρτη

Στην τελευταία περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας παρουσιάζονται νέοι τύποι νομισμάτων , έτσι βλέπουμε τον αυτοκράτορα γονατιστό μπροστά στον Θεό ή την Παναγία να προσεύχεται στην Κωνσταντινούπολη για την σωτηρία της Πόλης. Σε μερικές παραστάσεις παρουσιάζετε ο αυτοκράτορας φτερωτός ή έφιππος , άλλες πάλι φέρουν το οικόσημο των παλαιολόγων , άλλες τον δικέφαλο αετό και άλλες τον φράγκικο κρίνο.

Κατά την περίοδο των Παλαιολόγων ενώ η τέχνη εμφανίζει μια επαναστατική αναγέννηση παρατηρείται πλήρης παραμέληση στην τεχνική και καλλιτεχνική εμφάνιση των νομισμάτων, γεγονός που ασφαλώς συνδέεται με την οικονομική κρίση της συρρικνωμένης αυτοκρατορίας και την απαξίωση της σημασίας του Βυζαντινού νομίσματος ως διεθνούς συναλλακτικής μονάδος. Βέβαια ακόμα και με αυτούς τους συμβολισμούς ή τις αναλαμπές η γενική καλλιτεχνική αξία είναι μικρή.

Κατά την 4η περίοδο "πέφτει" το υπέρπυρο στα 12 καράτια και ζυγίζει 4 -5 γρμ. Τα εξ ηλέκτρου δίνουν την θέση τους στα αργυρά. Υπάρχουν επίσης τα χάλκινα τραχέα , (πρώην εκ κράματος) και τα χάλκινα τεταρτηρά. Επί Ανδρόνικου Β΄ (1282-1328) , τα αργυρά τραχέα αντικαθιστούνται από τα αργυρά βασιλικά (ή αργύρια ή δουκάτα), που ισοδυναμούν με το 1/12 του υπέρπυρου ή με 8 χάλκινα τραχέα. Ακόμη κυκλοφορούν και τα ημιβασιλικά ή αργυρίδια.

Τα  τεταρτηρά αντικαθιστούνται από τα επίπεδα χάλκινα ασσάρια. Άλλα νομίσματα που κυκλοφορούν είναι και τα χάλκινα τορνίκια και τα κοίλα στάμηνα, επίσης στα μέσα του αιώνα κυκλοφορούν και ανώνυμα χαλκάργυρα (0,5 -1 γρμ.) και χάλκινα (1 γρμ.) νομίσματα.

Στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα το υπέρπυρο υποτιμάται στα 11 καράτια και το βασιλικό από 2,2 γρμ. βάρος πέφτει στα 1,25 γρμ. Μετά το τρίτο μισό του 14ου αιώνα σταματάει να κόβετε το υπέρπυρο, το οποίο υπάρχει πλέον σαν μονάδα μέτρησης, και αντικαθιστάτε από το αργυρό σταυράτο (8,5 γρμ.). Τα σταυράτα (ή αλλιώς βαρέα αργυρά) πήραν το όνομα τους από τον σταυρό που είχαν στην αρχή της επιγραφής τους. Δύο σταυράτα ισοδυναμούσαν σε αξία με το θεωρητικό πλέων υπέρπηρο. Υποδιαιρέσεις των σταυράτων είναι τα μισά (ή ημισταυράτα) και τα όγδοα , το όγδοο (ή αλλιώς δουκατότουλο ή δουκατέλο ή άσπρο), αντιστοιχούσε σε 12 tornesi ή σε 36 follari

Το τορνίκιο (tornesi) είχε βάρος 2 γρμ. και διάμετρο 18 χιλ. Το φολλάρο (follari) είχε βάρος μικρότερο του γραμμαρίου και διάμετρο 12 χιλ.

Πίνακας με παραδείγματα Βυζαντινών νομισμάτων και υποδιαιρέσεων τους

Αυτοκράτορας

Νόμισμα

Εικόνα νομίσματος

Ιουστίνος Α' (518 - 527 μ.Χ.)

χρυσό σημίσιο

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/semis_small.jpg

Ιουστινιανός Α' (527 - 565 μ.Χ.)

αργυρή siliquae

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/siliqua_small.jpg

Ιουστινιανός Α' (527 - 565 μ.Χ.),

χάλκινος φόλλις

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/follis_small.jpg

Τιβέριος Β'  (578 - 582 μ.Χ.)

χρυσός σόλιδος

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/452324_small.jpg

Ηράκλειος Α' (610 - 641 μ.Χ.)

αργυρό εξάγραμμο

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/hexa_small.jpg

Αναστάσιος Β' (713 - 715 μ.Χ.)

χρυσό τρημίσιο

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/tremis_small.jpg

Βασίλειος Α'  (867 - 886 μ.Χ.)

αργυρό μιλιαρήσιο

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/miliares_small.jpg

Αλέξιος Α' (1081 - 1118 μ.Χ.)

χρυσό υπέρπυρο

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/449899_small.jpg

Οι Επιγραφές στα νομίσματα

 

 

Η επιγραφές των βυζαντινών νομισμάτων είναι συνήθως αναφορές στο όνομα του αυτοκράτορα ή επικλήσεις στον ίδιο ή σε αγιολατρικά πρόσωπα. Η γλώσσα είναι η Λατινική  η οποία με τον καιρό αντικαθιστάτε από την Ελληνική. Οι πρώτες Ελληνικές επιγραφές εμφανίζονται σε φολλείς του Κωνσταντίνου Β'. Η Λατινική επιγραφή χρονολόγησης (ΑΝΝΟ και ακολουθούν τα γράμματα του έτους), καταργείτε από τον Θεόφιλο. Στα χρόνια του Αλεξίου Κομνηνού οι επιγραφές είναι πλέων καθαρά Ελληνικές. Ας δούμε περισσότερα για τι θέμα όπως μας τα παρουσιάζει ο Clifton R. Fox, καθηγητής ιστορίας, μέσα από άρθρο του.

Οι Αυτοκράτορες των Ρωμαίων φρόντιζαν να τονίζουν τη συνέχεια και ενότητα της εξουσίας τους στην Κωνσταντινούπολη με τη παράδοση της Πρεσβυτέρας Ρώμης πριν τον Κωνσταντίνο τον 1ο. Για παράδειγμα, τα νομίσματα συνέχιζαν να φέρουν επιγραφές στα Λατινικά αιώνες μετά που οι άνθρωποι στην Κωνσταντινούπολη ούτε μιλούσαν ούτε έγραφαν πλέον αυτή τη γλώσσα. Ας παρατηρήσουμε επιγραφές νομισμάτων από διαφορετικές αυτοκρατορικές περιόδους. Για σημείο αναφοράς ας πάρουμε τα νομίσματα του τελευταίου αυτοκράτορα που βασίλευσε για πολλά χρόνια στην Ιταλία, του Βαλεντινιανού του 3ου (425-455). Μια τυπική επιγραφή σε ένα από τα νομίσματα του Βαλεντινιανού είναι κάπως έτσι:

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr01.gif

Αναπτύσσοντας τις συντμήσεις διαβάζουμε: "Dominus Noster Placidius Valentinianus Pius Felix Augustus" (Ο Κύριος μας Πλακίδας [Ειρηναίος] Βαλεντινιανός ο Ευσεβής και Μακάριος Αύγουστος [Σεβαστός]). Ας συγκρίνουμε την επιγραφή του Βαλεντινιανού με τις επιγραφές μεταγενέστερων Ρωμαϊκών νομισμάτων. Αρχίζουμε με την επιγραφή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού του 1ου (527-565), ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια ανάκτησης των χαμένων δυτικών επαρχιών, με περιορισμένη επιτυχία:

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr02.gif

Υπάρχουν δύο μικρές αλλαγές μεταξύ του Βαλεντινιανού και του Ιουστινιανού. Πρώτον, το "Pius Felix" έχει αντικατασταθεί με το "Perpetuus" (Αιώνιος). Ο Αυτοκράτορας Λέων ο 1ος (457-474) διέταξε αυτή την αλλαγή. Θεώρησε ότι η φράση "Pius Felix" είχε πολύ μεγάλη σχέση με το ειδωλολατρικό παρελθόν για να είναι αποδεκτή στη νέα Χριστιανική Αυτοκρατορία. Άλλη διαφορά ήταν το ότι το "Αύγουστος" συμβολίζεται με τη συντομογραφία "AVC" αντί της "AUG". Αυτή η μικρή διαφορά δείχνει την επίδραση της Ελληνικής γλώσσας. Στα Ελληνικά, ο ήχος του "g" εκφράζεται με το γράμμα "γάμμα" (Γ) το οποίο είναι το τρίτο του Ελληνικού αλφαβήτου, ισοδύναμου με το Λατινικό "C". Παρά τις μικρές αυτές αλλαγές, οι επιγραφές του Ιουστινιανού διατηρούν τη συνέχεια με το Ρωμανικό παρελθόν. Τα Λατινικά παραμένουν εν χρήσει. Ο αυτοκράτορας παραμένει "Dominus Noster" και "Augustus". Έναν αιώνα μετά τον Ιουστινιανό τον 1ο, οι τίτλοι αυτοί ακόμη παρέμεναν εν χρήσει. Η τυπική επιγραφή του Κώνστα του 2ου (641-668) ήταν :

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr03.gif

Να σημειωθεί ότι τα Ελληνικά γράμματα "δέλτα" και "ταύ" μπήκαν στην επιγραφή. Το αμφιλεγόμενο "γάμμα" χάθηκε από τη συντομογραφία του "Augustus". Παρ’ όλα αυτά, ο Λατινικός τίτλος παραμένει. Η ρωμανική μορφή παραμένει και είναι ακόμη σεβαστή.

Το πέρασμα σε πιο ελληνότροπο στυλ επιγραφών μετά το 700 μπορεί να έχει σχέση με την αλλαγή της δυναστείας. Η οικογένεια του Ηράκλειου (610-641) καταγόταν από τη λατινόφωνη Βόρεια Αφρική. Οι διάδοχοι του Ηράκλειου, συμπεριλαμβανομένου και του Κώνστα του 2ου, άργησαν πιθανώς να εγκαταλείψουν τους Λατινικούς τίτλους εν μέρει, τιμής ένεκεν στην οικογενειακή τους κληρονομιά. Η Λατινικότητα της οικογένειας του Ηράκλειου δεν περιορίστηκε στις μορφές και τους τίτλους. Ο Κώνστας ο 2ος είχε αποφασίσει να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας από την Κωνσταντινούπολη στις Συρακούσες της Σικελίας. Αν και οι Συρακούσες ήταν Ελληνική πόλη όσο και η Κωνσταντινούπολη, γνωστή από την αρχαιότητα, η μεταφορά της πρωτεύουσας δυτικά από την Κωνσταντινούπολη στις Συρακούσες θα έστρεφε την Αυτοκρατορία σε νέα κατεύθυνση, σε μια κατεύθυνση βασικά λιγότερο Ελληνική. Ο Κώνστας ο 2ος πέθανε πρόωρα, και δεν ολοκλήρωσε το σχέδιο του. Δολοφονήθηκε στις Συρακούσες, πιθανώς από κάποιους που αντιδρούσαν στα σχέδια του για τη μεταφορά της πρωτεύουσας. Παρά τον χαμό του Κώνστα, η οικογένεια του Ηράκλειου παρέμεινε στην εξουσία στην Κωνσταντινούπολη για δύο γενιές ακόμη. Το τέλος της εποχής του Ηράκλειου σήμανε περαιτέρω αλλαγή στον προσανατολισμό της Αυτοκρατορίας προς τον Ελληνικό κόσμο. Η επόμενη βασιλική οικογένεια, η δυναστεία των Ισαύρων (717-802) ήταν εξ αρχής ελληνόφωνη. Κατά τη διάρκεια του όγδοου αιώνα, το "Dominus Noster" εξαφανίστηκε από τα αυτοκρατορικά νομίσματα. Την ίδια εποχή χάθηκαν και οι λέξεις "Perpetvus Augustus", και αντικαταστάθηκαν από το Ελληνικό "Βασιλεύς".

Η λέξη "Βασιλεύς" είχε τη δικιά της ιστορία. Στην κλασική αρχαιότητα το "Βασιλεύς" σήμαινε τον βασιλιά, ταυτόσημο με το Λατινικό " Rex" . Από τον καιρό του αυτοκράτορα Αυγούστου (πεθ. 14 π.Χ.), οι Έλληνες αποκαλούσαν τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα με το όνομα "Βασιλεύς". Βέβαια στη Λατινική γλώσσα ποτέ δεν ονομάστηκε ο Αυτοκράτορας " Rex" , το οποίο θα ήταν προσβλητικό για τις δημοκρατικές ευαισθησίες των Ρωμαίων, ο Αυτοκράτορας ήταν, στη θεωρία, αρχηγός της δημοκρατικής κυβέρνησης. Παρά τη Ρωμαϊκή δημοκρατικότητα, ο όρος "Βασιλεύς" έγινε ο τύπος μεταξύ των ελληνόφωνων Ρωμαίων που περιγράφει τον Αυτοκράτορα. Δεν υπήρχε τρόπος να μεταφραστούν στα Ελληνικά οι τίτλοι "Imperator" ή "Augustus" και να μην ακούγονται επιτηδευμένοι ή γελοίοι. Η λέξη "Αυτοκράτωρ" φτιάχτηκε για να αποδώσει το " Imperator", "Σεβαστός" μεταφράστηκε το "Augustus", αλλά ποτέ το "Αυτοκράτωρ" ή το "Σεβαστός" δεν έγιναν δημοφιλή. Αντίθετα επικράτησε "Βασιλεύς" να σημαίνει "Emperor" αντί "Rex". Οι Ρωμαίοι άρχισαν να χρησιμοποιούν το Λατινικό "Rex" εννοώντας "Βασιλιάς" αναφερόμενοι σε μη Ρωμαίους άρχοντες υποβαθμίζοντας τους ως προς τον δικό τους Αυτοκράτορα. Η νέα χρήση του "Βασιλεύς" επικράτησε πολύ αργότερα. Τον έβδομο αιώνα, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος χρησιμοποίησε το "Βασιλεύς" ως τον επίσημο τίτλο του στα ελληνόγλωσσα έγγραφα, αλλά η λέξη αντικατέστησε το "Augustus" στα νομίσματα της εποχής των Ισαύρων (717-802).

Ώθηση στην υιοθέτηση του νέου τίτλου δόθηκε από την Αυτοκράτειρα Ειρήνη (797-802). Ήταν η σύζυγος του Αυτοκράτορα Λέοντα Δ' (775-780). Μετά το θάνατο του Λέοντα, η Ειρήνη ανέλαβε την εξουσία ως αντιβασιλεύς του γιού τους Κωνσταντίνου ΣΤ' που ήταν νήπιο. Το 797 η Ειρήνη εκθρόνισε και τύφλωσε το γιό της για να αποτρέψει την ανάληψη της εξουσίας από αυτόν μόλις ενηλικιωνόταν. Η Ειρήνη αυτοανακηρύχθηκε μόνος ηγεμόνας, ισχυρισμός εντελώς πρωτόγνωρος για γυναίκα στην ιστορία της Αυτοκρατορίας. Η Ειρήνη αντιμετώπισε προβλήματα γραφειοκρατικής φύσεως στην προώθηση του νεόκοπου ισχυρισμού της, διότι ο Αυτοκρατορικός τίτλος "Αugustus" ήταν, βεβαίως, αρσενικού γένους. Δεν θα μπορούσε να αποκαλείται "Augustus" χωρίς να ακούγεται γελοίο. Η θηλυκή μορφή του "Augustus", η "Augusta" θα μπορούσε να παίξει τον απαιτούμενο ρόλο, αλλά στο παρελθόν η λέξη σήμαινε τη σύζυγο του Αυτοκράτορα ή άλλη σημαντική συγγενή του, και όχι το νόμιμο ηγεμόνα. Η χρήση της λέξης "Αugusta" για τον προσδιορισμό των γυναικείων μελών της Αυτοκρατορικής οικογένειας χρονολογείται από τα πρώτα χρόνια της Αυτοκρατορίας. Η χήρα του Αυτοκράτορα Αυγούστου, η Λίβια, δέχθηκε το όνομα "Julia Augusta" από τη Γερουσία το 14 μ.Χ.. Σε όλη τη διάρκεια των οκτώ αιώνων, η λέξη "Augusta" ούτε καν υπαινικτικά δεν σήμαινε μια ηγεμόνα από μόνη της: η ύπαρξη "Αυγούστας" συνεπαγόταν και την ύπαρξη ενός "Αυγούστου". Η Ειρήνη δεν επιθυμούσε να υπενθυμίζει στους Ρωμαίους το γιο της Κωνσταντίνο. έτσι, οι επιγραφές της Ειρήνης πάντα απέφευγαν τη λέξη "Augusta". Αντί γι' αυτό, η Ειρήνη επέλεξε να ονομάζεται με τη θηλυκή μορφή του "Βασιλεύς", η οποία είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν από Βασίλισσες που κυβερνούσαν καθώς και από συζύγους και μητέρες των Βασιλέων. Η πλήρης μορφή της επιγραφής ήταν:

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr04.gif

Προσέξτε την ανάμιξη λατινικών και ελληνικών χαρακτήρων.

 

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr05.gif

Στα κέρματα, στις περισσότερες περιπτώσεις εμφανιζόταν η συντετμημένη μορφή. Συνταρακτικό γεγονός στη βασιλεία της Ειρήνης ήταν η στέψη στην Παλαιά Ρώμη του Φράγκου Βασιλιά Καρλομάγνου [Carolus Rex Francorum] ως Αυτοκράτορα το 800. Πολλές αρχές στο λατινόφωνο κόσμο συνέχιζαν να αναγνωρίζουν τους Αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης ως τους νόμιμους Ρωμαίους Αυτοκράτορες μέχρι που η Ειρήνη εκθρόνισε το γιό της το 797. Στα μάτια της Λατινικής Δύσης, ο θρόνος έμεινε κενός μετά την αποπομπή του Κωνσταντίνου ΣΤ'. Για τρεις λόγους υπήρχε αντίδραση προς την Ειρήνη: ήταν γυναίκα, είχε προβεί στην αποτρόπαιη πράξη της τύφλωσης του γιού της και έμενε πιστή στις Ανατολικές θρησκευτικές συνήθειες τις οποίες απέρριπτε η Δύση. Αν και ο Καρλομάγνος, ένας Γερμανός φύλαρχος [είναι προτιμότερο να τον σκεφτόμαστε ως Καρλ, αντί για το Γαλλοποιημένο Καρλομάγνος), δεν ήταν Ρωμαίος, είχε φέρει την ενότητα σε μεγάλο τμήμα της Ευρώπης. Γιατί να μην ήταν αυτός, αντί για μια Ελληνίδα γυναίκα (Graeca), Αυτοκράτορας; έτσι σκέφτηκε ο Πάπας και έθεσε το Αυτοκρατορικό στέμμα στην κεφαλή του Καρλομάγνου τα Χριστούγεννα του 800. Μετά τη στέψη του, ο Καρλομάγνος αποκαλούσε τον εαυτό του "Carolus Augustus Imperator Romanorum gubernans Imperium" (Κάρολος Αύγουστος Αυτοκράτωρ κυβερνήτης της Επικράτειας των Ρωμαίων). Οι αρχές της Κωνσταντινούπολης δεν επιθυμούσαν να αναγνωρίσουν τις απαιτήσεις του νεόκοπου Φράγκου στη Δύση, αν και η πολιτική πραγματικότητα υποχρέωσε σε συμβιβασμό τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Α' (811-813). Ο απεσταλμένος του Μιχαήλ από την Κωνσταντινούπολη χαιρέτησε τον Καρλομάγνο στην αυλή του στο Άαχεν ως "Βασιλέα" και οι Δυτικοί το μετέφρασαν με ικανοποίηση ως Αυτοκράτωρ. Φυσικά οι Ελληνόφωνοι μπορούσαν να ανεχθούν την ασάφεια της λέξης "Βασιλεύς". Πίσω στην Κωνσταντινούπολη, ο Μιχαήλ άρχισε να αποκαλείται (σε σύντμηση):

 

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr06.gif

(Μιχαήλ, Ρωμαίος Αυτοκράτωρ). Προσέξτε το ελληνικό "ύψιλον" (U), "χι" (C), και "ήτα" (H). Στα κέρματα η συνηθισμένη μορφή ήταν:

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/inscr07.gif

 

Πριν από αυτή την αλλαγή, κανείς Ρωμαίος Αυτοκράτορας δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ τη λέξη "Ρωμαίος" στον επίσημο τίτλο του: ο Αυτοκράτωρ ήταν απλώς ο "Imperator Caesar Augustus". Οι διπλωμάτες στην Κωνσταντινούπολη σύντομα θα ισχυρίζονταν ότι "Βασιλεύς" και "Βασιλεύς Ρωμαίων" ήταν δυο διαφορετικά πράγματα. Κατ' αυτή την άποψη, το "Βασιλεύς Ρωμαίων" ήταν ένας ανώτερος και μοναδικός τίτλος αποκλειστικά για τον ηγεμόνα της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με αυτή την έξυπνη θεωρία, ο Μιχαήλ δεν είχε παραχωρήσει στον Καρλομάγνο τίποτα πέρα από ένα βασιλικό τίτλο, "Βασιλεύς" με την έννοια του βασιλιά ("King"), ισοδύναμο του λατινικού "Rex". Γι' αυτό άλλωστε και "Βυζαντινός" σημαίνει διπρόσωπος. Οι Δυτικοί Αυτοκράτορες άρχισαν να αυτοαποκαλούνται συστηματικά "Imperator Romanorum" (Αυτοκράτωρ Ρωμαίων) αμφισβητώντας άμεσα το "Βασιλεύς Ρωμαίων" της Κωνσταντινούπολης μόλις από την εποχή του Αυτοκράτορα Όθωνα Γ' (983-1002). Ο Όθων προχώρησε σ' αυτή την ενέργεια με την παρακίνηση της μητέρας του της Θεοφανούς, μιας πριγκίπισσας από την Κωνσταντινούπολη που καταλάβαινε τη λεπτομέρεια του προβλήματος. Ο "Βασιλεύς Ρωμαίων" της εποχής, ο Βασίλειος Β' (976-1025) δεν ήταν συγγενής της Θεοφανούς και αυτή επιθυμούσε να εξυψώσει το γιο της πάνω από τους ανταγωνιστές στην Κωνσταντινούπολη με το να αποκαλεί τον Όθωνα "Imperator Romanorum" (Αυτοκράτορα Ρωμαίων). Βεβαίως, οι καλά πληροφορημένοι μεταξύ των Δυτικών γνώριζαν ήδη ότι ο καλύτερος τρόπος για να προσβάλλουν την αυθεντία της Κωνσταντινούπολης, εάν αυτός ήταν ο σκοπός τους, ήταν να αρνούνται την ρωμαϊκή της ταυτότητα. Ονομάστε τους "Graecus" (Γραικούς): αυτό μεταφραζόταν "Έλληνες" (Hellenes), που σήμαινε ειδωλολάτρες και μη Ρωμαίοι.

Οι αυτοκράτορες και οι επιγραφές τους

 

 

Οι επιγραφές πού παρουσιάζονται εδώ δεν είναι όλες όσες έχουν χρησιμοποιηθεί, αλλά οι πιο συνηθισμένες πού μπόρεσα να συγκεντρώσω. Μπορεί να τις συναντήσετε και σε άλλες παραλλαγές. Όπου υπάρχει η ένδειξη (-) δεν έχουν συγκεντρωθεί οι αντίστοιχες επιγραφές.

 

Δυναστεία Μεγάλου Κωνσταντίνου

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Κωνσταντίνος Α' ο Μέγας

324 - 337

 -

Κωνστάντιος (Κωνσταντίνος Β', Κώνστας Α')

337 - 361

 -

Ιουλιανός ο Παραβάτης

361 - 363

 -

Ιοβιανός

363 - 364

 -

Ουάλης

364 - 378

 -

 

 

Δυναστεία Μεγάλου Θεοδοσίου

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Θεοδόσιος Α' ο Μέγας

379 - 395

 -

Αρκάδιος

395 - 408

 -

Θεοδόσιος Β' ο Μικρός

408 - 450

 -

Μαρκιανός

450 - 457

 -

 

 

Δυναστεία Λέοντα

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Λέων Α' ο Μάκελλος

457 - 474

Λέων Β' 

474

 -

Ζήνων 

476 - 491

 -

Βασιλίσκος

475 - 476

 -

Ζήνων

476 - 491

 -

Αναστάσιος Α' ο Δίκορος

491 - 518

DNANASTASIVSPERPAVC,  DNANASTASIVSPPAVC, FELICITER NVBTIIS, VICTORIAAVCCC, CLORIANOMAORVM, VOT/VM IV/ITM, CORD/ICON, CORD/CON, CONOS

 

 

Δυναστεία Ιουστινιανού

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Ιουστίνος Α'

518 - 527

DNIVSTINVSPPAVC, DNIVSTINVSPPAVCS, DNIVSTINETIVSTINANPPAVCC, DNIVSTINETIVSTINIANPPAVCC, DNDNIVSTINETIVSTINANPPAVCC, VICTORIAAVCVSTORVM, VICTORIAAVCCC, CLORIANOMANORVM, VOT/MVLT/HTI, CONCORDI, BCOPDI, BCONDI, IVSTINV

Ιουστινιανός Α'

527 - 565

DNIVSTINIANVSPPPPAVC, DNIVSTINIAVISPPPPAVC, DNIVSTINIACSPPPPAVC, DNIVSTINIAGSPPPPAVC, DNIVSTINIANVSPPNC, DNIVSTINIANVSPP, VICTORIAAVCVSTORVM, VICTORIAAVCCC, VICTORIAAC, CLORIAROMANORVM, VOT/MVLT/MTI, VOT/MVLT/HTI, VOMT, VOT, CONCORDI, VICTOR, OBXX, AP, SO

Ιουστίνος Β'

565 - 578

DNIVSTINVSPPAVI, DNIVSTINVSPPAVC, DNIVSTINVS, DNIVSTINVSPPAV, DNIVSTINVSPPA, DNIVSTINVSPP, DNIVSTINVSPPAN, DNIVSTINIETCONSTAN, VICTORIAAVCC, VICTORIAAVCVSTORVH, VICTORIAAVCVSTORVM, VICTORIAAVCSTORVN, DNIVSTINOETSOFIAAC, DNIVITAINOETSOFIAAC, DNIVSTINOETSOFIEAC, CLORIAROMANORVM, SALVSAVG, SALVSMVNDI, VICTORI, VICTORIA, ΘΚC, ΘCM, FELIX RES PVBL, NM, ANNO PR

Τιβέριος B'

578 - 582

DMTIBCONSTANTPPAVI, DMTIBCONSTANTPPAC, DMTIBCONSTANTPPAVC, DMTIBCOMTIBTPPAVI, DMTIBCONSTANTSPPAV, DMTIBCONSTPPAVI, DMTIBCONSTANTPPAV, ONTIBERPPAV, ODNTIBPPA, DMCONSTANTINVSPPAC, VICTORTIBERIΛVG, CONSTANTAVGVIVFELIX, VICTORIAAVCCC, VICTORIAAVCC, LV/XM/VNDI, ΟΠΤΙΟΙ, ΤPPYS

Μαυρίκιος

582 - 602

DNMAURICTIBERPPAVC, DNMAVRITIBPAV, DNMAVRCTIBPPAVI, DNMAVCTIBPPΛVC, DNMAVRCTIBERPPAVC, DNMAVRICIBERPPAVC, DNMAVTIBERPP, DNMAVRICTIB, DNTIBERMAVRICPPPAVC, DNTIBERMAVRAVC, DNTIBERMAVRCPPAVI, DMTIBERIMAVRPPA, DNTIBMAVRICI, DNTIBMAVRCPPPAVC, DNTIBERIPPAVC, DNMAVRICPPAV, VICTORIAAVCCC, VICTORIAVCVSTORVM, VICTORIAVCVSTORVN, VICTORIAVCVT, VICTORMAVRIAVG, VICTORIMAVRIAVG, ONMAYΓICNRAYT, SALVS MYNDI, NM

Φωκάς

602 - 610

ONFOCASPERPAVC, ONFOCAEPERPAVC, ONFOCASPERPPAVC, ONFOCASPERAVI, ONFOCAINPERAV, VICTORIAAVCC, VICTORIAAVCVSTORVM, VICTORIAAVCVSTORVN, VICTORIAAVGV, VICTORIFOCASAVC

 

 

Δυναστεία Ηράκλειου

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Επανάσταση Ηρακλείου, έξαρχου Αφρικής

608 - 610

DNERACΛI CONSVΛI, ERACΛIO CONSVΛI, VICTORIA CONSVΛI, V/TORA/C

Ηράκλειος

610 - 641

dNhERACLIPERAV, dNNhERACLIPERAV, dNhERACLIUSPPAC, dNhERACLIUSAVC, dNhRACLIUSPERPAVI, VICTORIA AVGU, dNNhERACLIUSEThERACNSTPPAVC, dNNhERACLIUS EThERACONST, DEUSADIUTAROMANIS, VICTORIA AVCVSTORVN, VICTORIA AVCC, DOMINhERACLIS

Κωνσταντίνος Γ'

641

dNCONSTANTINUSPPA, VICTORIA AVGU 

Ηρακλεωνάς

641

dNCONSTANTINUSPPAVC, INPER CONST, VICTORIA AVGU, dEUSAdIUTAROMANIS, ANANEOS 

Κώνστας Β'

641 - 668

dNCONSTANTINUSPPAV, dNCONSTANTINUS C CONSTANTIN,  dNCONSTANTINUS C CCON, VICTORIA AVGU, dEUSAdIUTAROMANIS, ENTOYTONIKA, ANANEOS, OΦA, KΩNCTAN

Κωνσταντίνος Δ' ο Πωγωνάτος

668 - 685

dNCONSTANTINUSPPAU, VICTORIA AVGU, VICTORIA AVGUS, dNCONSTANTIUSSCONST, dEUSAdIUTAROMANIS

Ιουστινιανός Β ο Ρινότμητος

685 - 695

IUSTINIANUSPEAV, DIUSTINIANUSPEAV, VICTORIA AVGU, DIUSTINIANUSSERU ChRISTI, IhSCRISTDSREXREGNANTIUM, DEUSADIUTA ROMANIS

Λεόντιος

695 - 698

DLEONPEAV, DLEOPVV, VICTORIA AVGU, VICTORIA

Τιβέριος Β' ο Αψίμαρος

698 - 705

DTIBERIUSPEAV, VICTORIA AVGU 

Ιουστινιανός Β'

705 - 711

DNIhSChSREXREGNANTIUM, DINhSREXREGNANTI, DNIUSTINIANUS MULTUSAN, DNIUSTINIANUSET TIBERIUSPPA, DIUSTIb, VICTORIA AVGU, VICTORA AVGU 

Φιλιππικός

711 - 713

DNFILEPICUSMULTUSAN, VICTORIA AVGU 

Αναστάσιος Β'

713 - 715

DNANASTASIUS MULTUS AN, DNARTEMIUSANASTASIUSMUL, VICTORIA AVGU 

Θεοδόσιος Γ'

715 - 717

DNThEODOSIUSMULA, VICTORIA AVGU 

 

 

Δυναστεία των Ίσαυρων

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Λέων Γ' Ίσαυρος 

717 - 741

DNDLEONPAMUL, DNCONSTANTINUSM, VICTORIA AVGU, LEON/SCONST/ANTINEE/CΘEUBA/SILIS, IhSUSXRISTUSNICA, LEON SCON, ΛEON DECΠ, KΩNC DECΠ 

Αρτάβασδος

742 - 743

DAPTAUASDOSMULT, DARTAUASDUS MU, DNIChFORUSMULTUAA, IhSUSXRISTUSNICA, ART/AUASDO/SSNIChF/OROSEC/ΘEUBAS/ILIS

Κωνσταντίνος Ε' ο Κοπρώνυμος

741 - 775

DLEONPAMUL, DNCONSTANTINUS, CONSTANTINOSS LEONONEOS, CON/STANTI/NESLEON/ECΘEUBA/SILIS, IhSUSXRISTUSNICA, KΩNS SEΣΠ, LEON NEOV, VICTORI AVG TO, ΛEON ΔECΠ 

Λέων Δ' Χάζαρος

775 - 780

LEONVSSEGGONCONSTANTIONEOS, LEONPAP CONSTANTINOS PATHR, LEON/SCONST/ANTINEE/CΘEUBA/SILIS, IhSUSXRISTUSNICA

Κωνσταντίνος ΣΤ'

780 - 797

CONSTANTINOS C' b' Δ', CONSTANTINOS BAS, CONSTANTINOS C' b' Δ' SIRINIΛVΓ' MITHR, CONSTANTINOS C' b' Δ' IRINH AΓOVSTI, CONS/TANTINO/SSIRINIE/CΘEUBA/SILIS, IhSUSXRISTUSNICA

Ειρήνη η Αθηναία

797 - 802

EIRINH BASILISSH, EIRINH bAS' IREN AΓOST, IREN AΓOVST  

Νικηφόρος Α'

802 - 811

NICIFOROSBASILE, NICIFOR'bAS', IhSUSXRISTUSNICA, STAVRACISDESPO' 

Σταυράκιος

811

Δεν έκδωσε νόμισμα 

Μιχαήλ Α' Ραγκαβές

811 - 813

MIXAHLBASILES, ΘEOFVLACTOSDESPS, MIXA / HLSΘEOFV/LACTEECΘ / BASILISRO/MAION, IhSUSXRISTUSNICA,MIXAHLDESPOT, MIXA, ΘEOΦYΛ

Λέων Ε' ο Αρμένιος

813 - 820

LEONBASILEUS, LEONBASIL, LEONDESPOTIS, CONSTANTDESP, LEON/SCONSTAN/TINEECΘEU/BASILISRO/MAION, IhSUSXRISTUSNICA, LEONSCONST, CONSTANTINO, ΛEON KONC

 

 

Δυναστεία του Αμορίου

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Μιχαήλ Β' ο Τραβλός

820 - 829

MIXAHBASILE, MIXAHLBASILE, MIXAHBASILEU, MIXAHLBASILEU, ΘEOFILODESP, MIXA/HLSΘEOFI/LEECΘEU/BASILISRO/MAION, IhSUSXRISTUSNICA, MIXAHLS ΘEOF'

Θεόφιλος

829 - 842

ΘEOFILOS BASILE, CVRIEBOHΘHTOSODOVLO, CONSTANT'DSPOT', MIXAHLS CONSTANTIN', ΘEK'ΘEOF'ΘE', ANNASANASTASIA, MIXAHLDEPOTIS, ΘEO/FILOSEC/ΘEUBASI/LEUSRO/MAION, IhSUSXRISTUSNICA, ΘEOFI/LOSSCONST/ANTINOSδU/LUXRISTUS/PISTUBASIL'/ROMAIO', ΘEOFI / LOSδULOS / XRISTUPIS / TOSENAVTO / BASILEU'RO / MAION, ΘEOFI / LOSOEΘEU / PISTOSBA / SILEUSRO/MAION, ΘEO / FILOSSMI XAHLECΘE / BASILISRO MAION, ΘEOFILOSSCONSTANT', ΘEO / FILEAVG / OVSTESV / NICAS

Μιχαήλ Γ' ο Μέθυσος

842 - 867

ΘEODORADESPVN'A, MIXAHLSΘECLA, MIXAHLSΘEODORA, IhSUSXRISTOS, MIXAHLBASILE', MIXAHLB, IhSUSXRISTUSNICA, MIXA / HLΘEODORA / SΘECLAECΘ' / BASILISRO MAION, MIXA / HLECΘEU / PISTOSBA / SILEUSRO / MAION, MIXA / HLPISTOS / MEGASBA / SILEUSRO / MAION, MIhAEL IMPERAT', BASILIUS REX, MIXAHΛ, BACILEIOC 

 

 

Μακεδονική Δυναστεία

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Βασίλειος Α' ο Μακεδών

867 - 886

IhSXRSREXREGNANTIUM, BASILIOSECΘEUBASILEUS, BASILIOSETCONSTANT' AVGG'B', BASILIOSETCONSTANT' AVGG, BASILIOS AUGUST'B', CONSTAN'SEVDOCIA, BASILIOS BASILEUS, BASILIO' AVTOS, LEONCEALEΞAUGG, BASI / LIOSCE / CONSTAN / TIN'PISTV / BASILS / ROMEO', IhSUSXRISTUSNICA , BASIL / SCONSTAN / TINOSENΘO / BASILEISR / OMAION, LEONBASILSCONSTAUGG, BASIL / CONSTAN / TSLEONEN / ΘOBASILS / ROMEON, BASIL / IOSENΘEO / BASILEVS / ROMEON

Λέων ΣΤ' Σοφός

886 - 912

ΜΑRΙΑ, LEONENX ΩBASILEUSROMΩN, LEONENCRISTO BASILEUSROMΩN, IhSXPSREXREGNANTIUM, LEONETCONSTANT' AUGG'ROM, LEΩN / ENX ΩEV / SEBHSBASI / LEVSRΩ / ΜΑΙΩN, IhSUSXRISTUSNICA, LEONCE / CONSTANTI / N'ENX ΩEV / SEBISBASI / LI'ROM, LEONBASILEVSROM', LEON / ENΘEOBA / SILEVSR / OMEON, LEONS ALEΞANDROS, LEON / SALEΞAN / DROSBASIL' / ROMEON

Αλέξανδρος

912 - 913

IhSUSXRISTOS, ALXANDROSAVGUSTOSROM', IhSXRSREXREGNANTIUM, IhSUSXRISTUSNICA, ALEX / ANDROSEN / X ΩAΥTOCR, / PISTOSEY / SEB, BASI / L,ROM

Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος

913 - 959

VΠEPAΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ R', VΠEPAΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ R' CONSTANTCEΖΩΗB'ROM', VΠEPAΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ R' CONSTANTCEΖΩΗB', IhSXPSREXREGNANTIUM, CONSTANT'CEZΩΗENXΩΒ'R', CONSTANT'CEROMAN'AUGG'B', CONSTANT'CEROMAN'AUGG'B'R', ROMAN'ETCONSTANT'AUGG'B', KEBOHΘEI ROMANΩDESPOTH, XRISTOF'ET CONST'AUGG'B, ROMAN'ETXPISTOFO'AUGG'B, ROMAN' CONST' ETXPISTOF' B'R', IhSUSXRISTUS, ROMANCECONSTAN, CONSTANTINOSCEROMAN'ENXΩB'R', CONSTANTINOS, CONSTANT, AVT'CRAT'B'R', CONS/TANT'EN/X ΩΑYTOCR'/PIST'BAS/IL'ROM, ROMANO'/CONSTANT'/CEXPISTOF' / ENX ΩΕVSE/B' BASIL'R', ROMANO ENΘΩB'R', ROMANO'/CONSTANT'/STEFANOS/CECONSTA'/ENX ΩΒ'R', CONST'T'/ΠORFVROG'/CEROMANO/ENX ΩEVSEB'/B'RΩMEON, CONS/TANTINO'/CEZOHBA/SILISRO/MEON, CONSTANT'BASIL'ROM', CONST'BASIL'ROM', CONS/TANTIN'/ENΘOBAS/IL'ROM', XRISTOFOPBASPOM', PISTO/ENΘEOBA/SILEVSP/OMEON, RΩMAN'BASILEVSRΩM', RΩMA/N ENΘΕΩΒΑ/SILEVSRΩMAIΩΝ, CONST'/ENΘEOBA/SILEVSR/OMEON, CONST'/CEROMAN'B'ROM', CONST'/CEROMAN/ENXRIST'/B'ROMEO

Ρωμανός Α' Λεκαπηνός

920 - 944 

-

Ρωμανός Β'  

959 - 963

IhSXPSREXREGNANTIUM, ROMΛΝ'ΛVTOCRΛΤ'ROM 

Νικηφόρος Β' Φωκάς

963 - 969

IhSXPSREXREGNANTIhM, NICHFOP'CEBASIL'AUGGBR', ΘEOTC'B'HΘ'NICHF DESP, NICHF' /ENX ΩΑVTO/CRAT,EVSEB' /BASILEVS/RΩMAIΩ', IhSUSXRISTUSNICA, NICIFRBASILEVRΩ, NICHF/ENΘEΩBA/SILEVSRΩ/MAIΩΝ

Ιωάννης Α' ο Τσιμισκής

969 - 976 

IhSXPSREXREGNANTIUM, ΘEOTOC'BOHΘ'ΙΩDESP, ΙΩΑΝΝΙ,/ΕΝΧ ΩΑVTO/CRAT EVSEB' /BASILEVS/RΩMAIΩ', IhSUSXRISTUSNICA

Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος

976 - 1025 

IhSXPSREXREGNANTIUM, IhSUSXRISTUSNICA, ΒΛSILCCONSTΛNTIBR', BASIL' /CCONSTAN' /ΠORFVROG' /ΠISTVBAS' /RΩMAIΩ, BASIL' /CCONSTAN' /ΠORFVROG' /ΠISTOIBAS' /RΩMAIΩ, EN TOVTΩNICAT'BASILEICCΩNST', ΘCEB,Θ,TOISBASIL,S,, MERΘU/DEDOΞASM/OEIS SEEL/ΠIZΩNOY/CAΠOT,X,

Κωνσταντίνος Η'

1025 - 1028

IhSXPSREXREGNANTIhM, CΩNSTANTINBASILEUSROM 

Ρωμανός Γ' Αργυρός

1028 - 1034

IhSXPSREXREGNANTIhM, ΘCEBOHΘ'EΩMANΩ, ΘKCROHΘ, PΩMAN'ΔESΠOT, ΠΑΡΘΕΝΕ COI ΠΟΛVAINE, OC ΗΛΠΙΚΕ ΠΑΝΤΑ ΚΑΤΟΡΘΟΙ

Μιχαήλ Δ' ο Παφλαγών

1034 - 1041

IhSXPSREXREGNANTIhM, MIXAHLBASILEUSRM, MIXAHLΔESΠΟΤ 

Ζωή και Μιχαήλ Ε' ο Καλαφάτης

1041 - 1042 

ZΩΗ ΑVΓOVCTH

Ζωή και Θεοδώρα

1042

ΘΚΕRΘTACRACIΛICCIC, ΖΩΗΝ S ΘΕΟΔΩ'

Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος

1042 - 1055

IhSXPSREXREGNANTIhM, CΩNSTANTH BASILEURM, CΩNSTANTINOSBASILEUSRM, ΔECPOINA CΩZOIC, EVCERH MONOMAXON, ΘKER,Θ,/KΩNSTAN/TINΩΔEC/ΠΟΤΗΤΩ/ΜΟΝΟΜΑ/Χ'

Θεοδώρα

1055 - 1056

IhSXPSREXREGNANTIhM, ΘΕΟΔΩRΛ ΛVΓOVCTΛ, ΘKE/ROHΘΕΙ/ΟΕΟΔΩΡΑ/ΔΕCΠΟΙΝΗ/ΤΗΠΟΡΦV/POΓΝΝ/ΤΩ

Μιχαήλ ΣΤ' ο Στρατιωτικός

1056 - 1057 

-

Ισαάκιος Α' Κομνηνός

1057 - 1059

IhSXPSREXREGNANTIhM, ΙCΛΛΚΙΟCRΛCIΛEVC PΩΜ, ΚΕΡΟΗΘ,/ΙCAAKIΩ/ΟΡΘΟΔΟΞΩ/ΔΕCΠΟΤΗ/ΤΩΚΟΜΝΗ/ΝΩ

 

 

Δυναστεία των Δουκών

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Κωνσταντίνος Ι' Δούκας

1059 - 1067

IhSXPSREXREGNANTIhM, KΩNRΛCΛ OΔOUKΛC, KΩNRΛCIΛOΔOUK, KΩN/SEVΔΟΚΙΑ/ΠΙCTOIRA/CIΛEICPΩ/ΜΑΙΩΝ, ΕΝΤΟVTΩΝΙΚΑΤΕΚΩΝΚΑΙΕVΔΚΙΛN, ΘEOTOKI RΟΗΘΕΙ, ΘΚΕRΟ/ΗΘΕΙΚΩΝ/CΤΑΝΤΙΝΩΙ/ΔΕCΠΟΤΗ/ΤΩΔΟΥΚΑ, ΕΜΜΑΝΟVΗΛ, ΚΩΝΤΔΚ

Ευδοκία Μακρεμβολίτισσα

1067

IhSXPSREXREGNANTIhM, ΜΙΧ ΕVΔ ΚΩNS, ΘΚΕRΟΗΘ, ΕVΔΟΚΙΑ S MIXAHΛRC

Ρωμανός Δ' Διογένης

1068 - 1071

KΩΝ ΜΧ ΑΝΔ, ΡΩΜΑΝSΕVΔΟΥΚΙΑ, ΘΚΕRΟΗΘ, ΘΚRΘ, ΘΚΕ/RΘ,ΡΩΜΑ/ΝΩΔΕCΠΟ/ΤΗΤΩΔΙΟ/ΓΕΝΕΙ, ΙC XC NI KA, CRPΔ 

Μιχαήλ Ζ' Δούκας ο Παραπινάκιος

1071 - 1078

ΜΙΧΑΗΛ RΑCIΛ Ο Δ, ΜΙΧΑΗΛ RΑCIΛ ΟΔΚΑ, ΘΚΕRΟΗΘ, ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΙΑ, ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑΤΕ ΜΙΧΑΗΛ S ΜΑΡΙΑ, ΜΙΧΑΗΛ/ΚΑΙΜΑΡΙΑ/ΠΙCΤΟΙRΑ/CΙΛΕΙCPΩ/ΜΑΙΩΝ, ΘΚΕROHΘΕΙΤΩCΩΔΟVΛΩ, ΘΚΕ/RΟΗΘΕΙ/ΜΙΧΑΗΛ/ΔΕCΠΟΤΗ/ΤΩΔΟΥΚΑ 

Νικηφόρος Γ' Βοτανειάτης

1078 - 1081

ΝΙΚΗΦΡ ΔΕCΠΤ, ΝΙΚΗΦΡ ΔΕCΠ ΤΩ RΟΤΑΝΙΑΤ', ΝΙΚΗΦΡ/ΚΑΙΜΑΡΙΑ/ΠΙCΤΟΙRA/CIΛΕΙCPΩ/ΜΑΙΩΝ, ΝΙΚΗΦΡ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΕΝ ΤΟVΤΩ ΝΙΚΑΤΕ, ΘΚΕRΟΗΘ'ΤCΩΔΟΥΛΩ, ΝΙΚΗΦΔΕCΤΩRΟΤΑΝ', CΦΝΔ 

 

 

Δυναστεία των Κομνηνών

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Αλέξιος Α'

1081 - 1118

ΑΛΕΞΙΩΔΕCΠΟΤ ΤΩΚΜ, ΑΛΕΞΙΩΔΕCΠΟΤ ΤΩΚΟΜΝΗ, ΕΜΜΑΝΟVΗΛ, ΘΚΕRΟΗΘΕΙ ΤΩ CΩ ΔΟVΛΩ, ΘΚΕ/RΟΗΘΕΙ/ΛΛΕΞΩ/ΔΕCΠΟΤ/ΤΩΚΟΜ/ΝΗΝ, ΧΕ/RΟΗΘΕΙ/ΛΛΕΞΩ/ΔΕCΠΟΤ/ΤΩΚΟΜ/ΝΗΝ, ΚΕRΟ ΛΛΕΞΙΩ, ΔΜΙΤΙ ΔΕCΠΤΗ, ΟΛΓΙΟCΔΗΜΙ, CEPCVN/ΕΡΓΕΙΒΛ/CIΛΕΙΛΛ/ΕΞΙΩ, ΚΕRΟΗΘΕΙ, ΛΛΕΞΙΩ ΔΕCΠΟΤΗ ΤΩ ΚΟΜΝΗΝΩ, ΙΩΔΕCΠΤ, ΛΛΕΞΙΩΔΕ ΕΙΡΗΝΙΛVΓU, ΛΛΕΞΙΟΔΕCΠ, Λ ΔΕC ΛΔΚΦ

Ιωάννης Β'

1118- 1143 

ΙΩΣΕCΠΟΤΗ, ΙΩΔΕCΠΟΤΤΩΠΦVPΟΓΕΝΗΤ, ΚΕRΟΗΘΕΙ, ΓΕΩΡΓΙ, ΟΔΗΜΙΤΡΙΟS

Μανουήλ Α'

1143 - 1180

KERΟΗΘΕΙ, ΜΛΝΟΥΗΛ ΔΕCΠΟΤΗC, ΜΛΝΟΥΗΛ ΔΕCΠ, ΜΛΝΟΥΗΛ ΔΕCΠΟΤΗ, ΜΛΝΟΥΗΛ ΔΕCΠΟΤΗ ΤΩ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΩ, Ο ΕΜΜΑΝΟΥΗ, ΜΛΝΟΥΗΛ ΟΘΕΟΔΩΡΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΟC, ΜΡΘV

Αλέξιος Β'

1180 - 1183

Ανδρόνικος Α'

1183 - 1185

ΘΚΕRΟΗΘΕΙ, ΑΝΔΡΟΝΙΚΩ ΔΕCΠΟΤΗ, ΛΝΔΡΟΝΙΚΟS ΔΕCΠΟΤΗS, ΛΝΔΡΟΝΙΚΟS, ΟΛΓΙΟSΓΕΩΡΓS, IC XC

 

 

Δυναστεία των Αγγέλων

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Ισαάκιος Β'

1185 - 1195

ICΛΛΚΙΟCΔΕC ΛΡΧΜΙΧ, ICΛΛΚΙΟCΔΕC ΟΜΧ, ΙCΛΛΚΙΟC ΔΕCΠΟΤΗC, OΛΡΧ ΜΙΧ

Αλέξιος Γ'

1195 - 1203

-

Ισαάκιος Β', Άγγελος και Αλέξιος Δ'

1203 - 1204

-

Αλέξιος Ε' Δούκας ο Μούρτζουφλος

1204

 

 

Αυτοκράτορες της Νίκαιας

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Θεόδωρος Α' Λάσκαρης

1204 - 1222

Ιωάννης Γ' Δούκας Βατάτζης

1222 - 1254

-

Θεόδωρος Β' Λάσκαρης

1254 - 1258

-

Ιωάννης Δ' Λάσκαρης

1258 - 1261

 

 

Δυναστεία των Παλαιολόγων

Ονομασία

Χρονολογία

Επιγραφές στα νομίσματα

Μηχαήλ Η'

1259 - 1282

-

Ανδρόνικος Β'

1282 - 1328

ΕΝ ΧΩ ΤΩ ΘΩ ΠΙCΤΟC BACIΛEVC, ΕΝ ΧΩ ΤΩ ΘΩ ΠΙCΤΟC ΔECΠΟΤIS, ANΔΡΟΝΙΚΟC ΔΕCΠΟΤΙS Ο ΠΑΔΑΙΟΛΟΓΟC, ΑΝΔΡΟΝΙΚΟC ΕΝ ΧΩ  ΤΩ ΘΕΩ ΠΙCΤΟC ΒΑCIΛΕVC ΚΑΙ ΑVΤΟΚΡΑΤΩΡ ΚΟΜΝΗΝΟC Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟC, ΑVΤΟΚΡΑΤΟΡΕC PΩΜΑΙΩΝ, ΠΡΟΦΙΤΙC ΑΧ, ΠΡΟΦΙΤΙC ΑΧΙΑ, ΑΝΔΡΟΝΙΚΟC ΔΕCΠΟΤΙC, KE COCΩΝ ΤΩC BACIΛΙC, KYΡΙΕ ΒΟΗΘVΖ ΒΑCIΛΙC

Ανδρόνικος Γ'

1328 - 1341

-

Ιωάννης Ε'

1341 - 1347 1355 - 1376 1379 - 1390 και 1391

-

Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός

1347 - 1354

ΙΩΕΝΧΩ, ΚΤΚΖΝ, ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ

Ανδρόνικος Δ'

1376 - 1379

ΑΝΔΡΟΝΙΚΟC ΔΕCΠΟΤΙC O ΠΛΛΕΟΛΟΓΟC ΘV XAΡITI BΛCIΛΕVC ΤΩΝ ΡΩΜΕΟΝ

Ιωάννης Ζ'

1390

ΙΩ ΔΕCΠΟΤΙC O ΠΛΛΕΟΛΟΓΟC ΘV ΧΑΡΙΤΙ ΒΑCIΛEVC ΤΩΝ ΡΩΜΕΟΝ, CΠ 

Μανουήλ Β'

1391 - 1425

ΠΛΛΛΙΟΛΟΓΟC ΛVΤΟΚΡΑΤΟΡ ΘV ΧΑΡΙΤΙ

Ιωάννης Η'

1425 - 1448

-

Κωνσταντίνος ΙΑ'

1449 - 1453

ΚΩΝCT..ΠΑΛ

Τα νομισματοκοπεία και τα σημάδια τους

 

 

Τα νομισματοκοπεία ήταν κρατικά αλλά ανάλογα με τις ανάγκες λειτουργούσαν και στρατιωτικά ή έκτακτα κυρίως για να καλυφθούν οι διάφορες εκστρατείες. Τα  νομισματοκοπεία χωρίζονταν σε αυτά που έκοβαν νομίσματα σε χρυσό και ήταν σε πρωτεύουσες και σε αυτά των επαρχιών που έκοβαν σε χαλκό. Από τα μέσα του 4ου αιώνα στα νομισματοκοπεία των επαρχιών επιτρέπονταν να κόβουν νομίσματα από πολύτιμα μέταλλα για εορταστικούς λόγους, όπως στην περίπτωση που άλλαζε ο αυτοκράτορας. Από το 395 το βασικό νομισματοκοπείο για κοπές νομισμάτων σε πολύτιμο μέταλλο ήταν αυτό της Κωνσταντινούπολης. Ανάλογα με τις συγκυρίες (δηλαδή στρατιωτικές και διοικητικές ανάγκες ή απώλεια εδαφών), άνοιγαν καινούργια νομισματοκοπεία ή έκλειναν άλλα. Το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης παρήγαγε νομίσματα μέχρι το 1453 όπου και έχουμε την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους. Άλλα νομισματοκοπεία που έκοβαν καθ' όλη την διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας νομίσματα με μικρές διακοπές ήταν αυτά της Θεσσαλονίκης, της Νικομήδειας, της Κυζίκου, της Αντιόχειας και της Αλεξάνδρειας.

Τα σημαντικότερα νομισματοκοπεία του Βυζαντίου ήταν αυτά της Κωνσταντινούπολης, της Ρώμης, Του Τρίερ, της Αρελάτης, της Λυών, της Ραβέννας, της Ακυληίας, της Καρχηδόνας, της Κατάνης, των Συρακουσών, της Σύσκιας, της Θεσσαλονίκης, του Σιρμίου, της Χερσώνας, της Ηράκλειας, της Κυζίκου, της Αντιόχειας, της Νικομήδειας, της Αλεξάνδρειας, της Κύπρου και της Αλεξανδρέττας. 

Στο χάρτη που ακολουθεί παρουσιάζονται όλα τα νομισματοκοπεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/byzmap.jpg

 

Το κάθε νομισματοκοπείο χάραζε στα νομίσματα που έκοβε, τα δικά του σύμβολα που έδειχναν την πόλη , το μέταλλο σε μερικές περιπτώσεις και το εργαστήριο που τα παρήγαγε. Ακολουθεί ένας πίνακας με τα σημαντικότερα νομισματοκοπία, τα σημάδια τους και εικόνα σαν παράδειγμα.

Τα σημαντικότερα νομισματοκοπεία και τα σημάδια τους

Πόλη

Περιγραφή

Τύπωμα

Αλεξάνδρεια

Το νομισματοκοπείο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, λειτούργησε ως Βυζαντινό νομισματοκοπείο, τις χρονολογίες 525 - 646 μ.Χ., μέχρι δηλαδή την κατάληψη της πόλης από τους Άραβες.

12 nummi coin of Justinian I, struck in Alexandria, Egypt.

Αντιόχεια

Το νομισματοκοπείο της Αντιόχειας έκοψε νομίσματα γύρω στα  512 - 610 μ.Χ. Το νομισματοκοπείο τύπωνε τα εξής σημάδια στα νομίσματα πού έκοβε : AN, ANTIX, ANTX, THEUP, καθώς και άλλα. Η Αντιόχεια μετονομάστηκε σε Θεούπολις, μετά από ένα σεισμό πού ουσιαστικά κατέστρεψε την πόλη.

Follis of Tiberius II struck at Antioch.

Καρχηδόνα

Η Καρχηδόνα λειτούργησε ως Βυζαντινό νομισματοκοπείο το 533 - 695 μ.Χ.  Το νομισματοκοπείο τύπωνε τα εξής σημάδια στα νομίσματα πού έκοβε : CAR, KAR, KART, CT.

Half-follis of Heraclius struck at Carthage.

Κωνσταντινούπολη

Το νομισματοκοπείο της Κωνσταντινούπολης είχε σήμα το CON. Στα χρυσά χάραζαν το CONOB. Στα χάλκινά το CON. Στα αργυρά συναντάμε και την ένδειξη COB. Τα χρυσά, από την εποχή του Ζήνωνος,  ανεξάρτητα από την περιοχή που κόπηκαν έφεραν την ένδειξη CONOB για να έχουν μεγαλύτερη εμπορευσιμότητα.   

Follis of Anastasius I from Constantinople.

Θεσσαλονίκη

Το νομισματοκοπείο της Θεσσαλονίκης έκοψε νομίσματα από το 498 μέχρι 630 μ.Χ., έπειτα διέκοψε και επαναλειτούργησε επί Αλεξίου Α' (1081 - 1118) όπου και παρέμεινε σε λειτουργεία μέχρι τα τέλη του 14ου αιώνα. Το νομισματοκοπείο τύπωνε τα εξής σημάδια στα νομίσματα πού έκοβε : TES, THESSOB, TESOB, and THSOB.

Sixteen nummi of Justinian I.

Κύζικος

Το νομισματοκοπείο της Κυζίκου έκοψε νομίσματα γύρω στα 518 - 629 μ.Χ.  Το νομισματοκοπείο τύπωνε τα εξής σημάδια στα νομίσματα πού έκοβε : KYZ or KY.

Follis of Justinian I struck at Cyzicus.

Νικομήδεια

Το νομισματοκοπείο της Νικομήδειας έκοψε νομίσματα γύρω στα 498 - 627 μ.Χ. Το νομισματοκοπείο τύπωνε τα εξής σημάδια στα νομίσματα πού έκοβε : NIKO, NIK, NIC, NIKM, NIKOMI, and NI.

Follis of Justin II struck at Nicomedia.

Ρώμη

Το νομισματοκοπείο της Ρώμης επαναλειτούργησε επι Ιουστινιανού Α' γύρω  στα 540 μ.χ. μέχρι τα μέσα του 8ου αιώνα όπου και έκλεισε, κατά την διάρκεια της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ε'.

20 nummi of Tiberius II from Rome.

Συρακούσες

Το νομισματοκοπείο στις Συρακούσες της Σικελίας Η Καρχηδόνα λειτούργησε ως Βυζαντινό νομισματοκοπείο το 540s - 878 μ.Χ.

Follis of Constans II struck at Syracuse.

Σύμβολα σε νομίσματα

 

Διάφορα σύμβολα παρουσιάζονται στα Βυζαντινά νομίσματα. Ακολουθούν ορισμένα από αυτά μαζί με μια μικρή περιγραφή.

Στέμμα : Σύμβολο εξουσίας του αυτοκράτορα. Απεικονίζετε σκέτο ή με στολίδια που κρέμονταν εκατέρωθεν του προσώπου.

Τούφα : Ένα ειδικό στέμμα με φτερά παγωνιού που φόραγαν οι βασιλείς σε θριάμβους.

Χλαμύδα : Μακρύς κόκκινος μανδύας που φόραγε ο αυτοκράτορας κατά την στέψη του.

Σφαίρα : Συμβολίζει τον κόσμο.

Σταυροφόρος σφαίρα : Συμβολίζει την κυριαρχία του εσταυρωμένου στον κόσμο.

Ακακία ή Ανεξικακία : Κυλινδρικό πουγκί από κόκκινο μετάξι που περιείχε χώμα.  Συμβολίζει το πεπερασμένο του ανθρώπου και το ασταθές της επίγειας βασιλείας.

Μάππα : Το λευκό μαντίλι που ο αυτοκράτορας πετούσε για να αρχίσουν οι ιππικοί αγώνες.

Σκήπτρο : Έμβλημα του αυτοκράτορα. Έφερε συνήθως στην άκρη του αετό, σταυρό ή λάβαρο.

Αποκόμβια : Σφραγισμένα πουγκιά με νομίσματα που προορίζονταν για πληρωμές. Τα μεγάλα ποσά υπολογίζονταν με λίτρες χρυσού ή κεντηνάρια (centenaria). Το κεντηνάριο ισούταν με 100 λίτρες χρυσού. Οι 100 λίτρες χρυσού ζύγιζαν περίπου 32,5 κιλά.

Τραχέα : Ονομασία που υποδηλώνει τα κοιλόκυρτα νομίσματα.

Σενζάτον : Οι σόλιδοι που έφεραν την παράσταση του ένθρονου Χρηστού, (σένζος σημαίνει θρόνος).

Ηλιοσεληνάτα : Τα νομίσματα που φέρουν δεξιά και αριστερά της κεφαλής του Χρηστού ημισέληνο ή κύκλο. Θεωρήθηκε ότι συμβόλιζαν τον ήλιο και την σελήνη, όμως αυτό ήταν μάλλον λάθος μια και στα νομίσματα χαράζονταν δύο κύκλοι ή δύο ημισέληνοι και ποτέ και τα δύο σύμβολα μαζί.    

Ρωμανάτον : Το ιστάμενο νόμισμα του Ρωμανού Γ'.

Σταυράτον : Το ιστάμενο νόμισμα του Κωνσταντίνου Θ' στο οποίο ο αυτοκράτορας φέρει σταυροφόρο σκήπτρο. Ο όρος αυτός δεν έχει καμία σχέση με το ασημένιο σταυράτο των Παλαιολόγων.

Δουκάτον : Ο όρος υποδηλώνει μάλλον κοπές του Μιχαήλ Δούκα. 

Δικέφαλος αετός :  Βυζαντινό αυτοκρατορικό έμβλημα, το οποίο συμβόλιζε την κυριαρχία του Βυζαντίου στην Ευρώπη και την Ασία. Πρώτος ο οποίος χρησιμοποίησε αετούς ως έμβλημα στο Βυζάντιο ήταν ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Μιχαήλ Παλαιολόγος. Θέλοντας να τιμήσει τον αδερφό του Ιωάννη (13ος αι.) για το νικηφόρο αγώνα του εναντίον του ηγεμόνα της Αχαΐας Βιλλαρδουίνου, του απένειμε το αξίωμα του σεβαστοκράτορα και τα ανάλογα διάσημα. Δικέφαλος αετός βρέθηκε σε μια βενετική τριήρη ως μίμηση της βυζαντινής ναυαρχίδας.

http://www.coinsmania.gr/cm/ancient/byzantine/Image7.gif

 Δικέφαλους αετούς συναντάμε σε νομίσματα του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού (1339 - 1417), στο Μιστρά πάνω σε μαρμάρινη πλάκα και σε επιγραφές του δεσποτάτου της Ηπείρου. Επίσης συναντάμε δικέφαλους αετούς και σε σφραγίδες των Παλαιολόγων. Οι αυτοκράτορες της Νίκαιας χρησιμοποίησαν το δικέφαλο αετό ως έμβλημα, για να δείξουν την κυριαρχία τους στις δύο ηπείρους Ευρώπη - Ασία, σε αντίθεση με τους Λατίνους, που είχαν τον απλό αετό. Στην Κωνσταντινούπολη χρησιμοποιήθηκε ως έμβλημα από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ τον Παλαιολόγο (1289 - 1328) μέχρι την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους.

Χρονική γραμμή γεγονότων

 

 

Χρονολογία

Γεγονότα

325

Α' Οικουμενική σύνοδος Νίκαιας, καταδίκη Αρείου

330

Εγκαίνια Κωνσταντινούπολης

337

Θάνατος Κωνσταντίνου

390

Καταπνίγεται η στάση των Θεσσαλονικέων από τον Θεοδόσιο

395

Θάνατος Θεοδοσίου, οριστική διαίρεση του κράτους

431

Γ' Οικουμενική σύνοδος Εφέσου κατά Νεστορίου

476

Κατάλυση δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

532

Στάση του Νίκα

537

Εγκαίνια Αγίας Σοφίας 

533/554

Πόλεμοι Ιουστινιανού στην Δύση

553

Ε' Οικουμενική σύνοδος Κατά Μονοφυσιτών

615

Κυρίευση των Ιεροσολύμων από τους Πέρσες και αρπαγή του Τιμίου Σταυρού

622

Εκστρατεία Ηρακλείου κατά των Περσών

629

Τέλος πολέμου και επαναφορά του Τιμίου Σταυρού

632

Θάνατος του Μωάμεθ, αρχίζει η εξάπλωση των Αράβων

673 - 678

Πρώτη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες

679 - 680

Βούλγαροι εγκαθίστανται στα Βαλκάνια

717 - 718

Δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες. Απόκρουση των Αράβων

726/730

Αρχή Εικονομαχίας

787

Ζ' Οικουμενική σύνοδος Νίκαιας. Αναστήλωση των Εικόνων

815 - 843

Δεύτερη φάση της Εικονομαχίας

823 - 824

Κατάκτηση της Κρήτης από τους Άραβες

863

Αποστολή Κυρίλλου και Μεθόδιου στους Μοραβούς

927

Μεγάλος λιμός

961

Απελευθέρωση της Κρήτης από του Άραβες από τον Νικηφόρο Φωκά

989

Προχωρεί ο Εκχριστιανισμός των Ρώσων 

996

Ο Βασίλειος Β' παίρνει μέτρα κατά των "δυνατών"

1054

Σχίσμα της Εκκλησίας

1071

Μάχη Μαντζικέρτ. Εδραίωση των Τούρκων στην Μικρά Ασία. Χάνονται οι Βυζαντινές κτήσεις στην Ιταλία από τούς Νορμανδούς.

1081 - 1149

Επιδρομές Νορμανδών

1185

Οι Νορμανδοί κατακτούν την Θεσσαλονίκη

1185 - 1204

Δυναστικές έριδες και κακοδιοίκηση

1188

Ιδρύετε νέο Βουλγαρικό κράτος

1204

Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους

1204 - 1261

Λατινοκρατία. Ελληνικά κράτη παραμένουν μόνο η αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Το Δεσποτάτο της Ηπείρου και η αυτοκρατορία της Νίκαιας

1261

Απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης

1274

Σύνοδος στην Λυών για ένωση των Εκκλησιών

1342 - 1349

Επανάσταση των Ζηλωτών. Η δημοκρατία της Θεσσαλονίκης 

1348

Δεσποτάτο Μυστρά

1389

Μάχη του Κοσσυφοπεδίου

1430

Οι Τούρκοι κυριεύουν την Θεσσαλονίκη

1438 - 1439

Σύνοδος Φλωρεντίας

1453

Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους

στορία του Βυζαντίου

 

 

Με τον όρο Βυζάντιο εννοούμε το κράτος που δημιουργήθηκε στα ανατολικά εδάφη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Πρέπει να γίνει κατανοητό εξ αρχής, ότι κράτος με την επωνυμία αυτή δεν υπήρξε ποτέ καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορικής διαδρομής του, αλλά είναι δημιούργημα των μοντέρνων ιστορικών. Οι ίδιοι οι υπήκοοι του κράτους αυτού, θεωρούσαν τους εαυτούς τους ως Ρωμαίους και ο αυτοκράτορας είχε τον επίσημο τίτλο « Εν Χριστώ Βασιλεύς των Ρωμαίων ». Αυτό σημαίνει πως οι λεγόμενοι βυζαντινοί αισθάνονταν οι κληρονόμοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και οι συνεχιστές της. Από την αίσθηση αυτή προέρχεται και το όνομα Ρωμιοσύνη και η επωνυμία Ρωμιοί, με την οποία αυτοπροσδιορίζονται οι έλληνες ακόμη και σήμερα. Εξάλλου, το όνομα της πρωτεύουσας του κράτους ήταν Νέα Ρώμη, ένα ακόμη στοιχείο που αποδεικνύει την αίσθηση της συνέχειας με την παλιά Ρώμη που συνείχε τους υπηκόους του, άσχετα αν κατόπιν επικράτησε η ονομασία Κωνσταντινούπολη, προς τιμήν του ιδρυτή της πόλης.  Ποτέ οι αυτοκράτορες του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους δεν αναγνώρισαν άλλο κράτος με την επωνυμία Ρωμαϊκό και αυτός ήταν ένας λόγος της αντιπαράθεσης τους με το κράτος που είναι γνωστό ως Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το οποίο  ίδρυσε ο Καρλομάγνος.  

 

Η ονομασία Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι επινόηση των δυτικών ιστορικών και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Ιερώνυμο Βολφ, το 1567. Μετά απ’ αυτόν, καταγράφεται ως κυρίαρχος όρος στην μελέτη της ιστορίας αυτής της κρατικής οντότητας. Η δικαιολόγηση της ονομασίας από τους δυτικούς ιστορικούς, βασίζεται στο σκεπτικό, ότι κατά τον 6ο και 7ο αιώνα συντελούνται τόσο βαθιές αλλαγές στην οργανωτική δομή του κράτους, για παράδειγμα με την αλλαγή της ιδεολογίας που αφορά το πρόσωπο του αυτοκράτορα και την υιοθέτηση της ελληνικής γλώσσας ως επίσημου γλωσσικού οργάνου, στην κοινωνία, με τις νέες παραγωγικές σχέσεις που συνδέονται με τις καινούργιες εδαφικές πραγματικότητες ως αποτέλεσμα των βαρβαρικών κατακτήσεων στην Δύση, που δεν μπορεί πλέον να εφαρμοστεί ο όρος ρωμαϊκός στην κρατική οντότητα που αναδύεται μέσα από τις αλλαγές αυτές. Για να κάνουν διακριτή την διαφορά αυτή λοιπόν, οι ιστορικοί χρησιμοποίησαν τον όρο Βυζαντινό, από το όνομα της αρχαίας πόλης του Βυζαντίου, πάνω στην οποία κτίστηκε η Κωνσταντινούπολη. Για τους προηγούμενους αιώνες δέχονται ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ο όρος Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γιατί το κράτος αυτό διατηρεί ακόμα αρκετά ρωμαϊκά χαρακτηριστικά, με πρώτο απ’ όλα την χρήση της λατινικής γλώσσας.  

 

Ένα ακόμα γεγονός που πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας είναι ότι ο όρος Έλληνας, τουλάχιστον μέχρι την περίοδο των Παλαιολόγων, δεν έχει εθνική σημασία, ούτε χαρακτηρίζει κάποια φυλή ή λαό. Για τους βυζαντινούς σημαίνει τους ειδωλολάτρες,  τους παγανιστές, ενώ κατά τους τελευταίους αιώνες της ιστορικής διαδρομής της αυτοκρατορίας έχει παιδευτικό περιεχόμενο, με την έννοια ότι προσδιορίζει ένα ορισμένο είδος εκπαίδευσης. Η Ελλάδα είναι μια περιορισμένη γεωγραφική περιφέρεια, περίπου μέχρι την σημερινή Θεσσαλία, μια όχι και τόσο σημαντική περιοχή μέσα στα όρια της επικράτειας της αυτοκρατορίας. Μόνο κατά την περίοδο των Παλαιολόγων, αρχίζει να σημαίνει τον ελληνικό λαό, που μιλά την ελληνική γλώσσα. Πάντως, ο ιστορικός Κων. Παπαρρηγόπουλος  χρησιμοποιεί τον όρο « Το Μεσαιωνικό κράτος των Ελλήνων », ο οποίος μπορεί να γίνει αποδεκτός αν σκεφθούμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες έγραφε ο σημαντικός αυτός ιστορικός μας και την ηγεμονική θέση που κατείχε η ελληνική γλώσσα , ως όργανο της διοίκησης του κράτους και ως μέσο επικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς.  

 

Τέλος πρέπει να καταρριφθεί και ένα ακόμα στερεότυπο, αυτό που θεωρεί πως η αυτοκρατορία ήταν ένα κλειστό, στατικό και θεοκρατικό κράτος. Η κοινωνία του Βυζαντίου ήταν δυναμική, οι εμπορικές της συναλλαγές περιελάμβαναν όλο τον τότε γνωστό κόσμο, ενώ οι δήθεν διαχωριστικές γραμμές με τον εξωτερικό κόσμο δεν ήταν και τόσο αυστηρά φρουρούμενες. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως στον αυτοκρατορικό θρόνο ανήλθαν πολλοί που κατάγονταν από λαούς που οι βυζαντινοί θεωρούσαν βάρβαρους. Η μόνη προυπόθεση που ετίθετο σε κάποιον βάρβαρο, για να σταδιοδρομήσει στην διοικητική μηχανή του κράτους ήταν να βαπτισθεί Χριστιανός και να ορκιστεί πίστη στον αυτοκράτορα. 

 

Ο ρατσισμός με την σημερινή έννοια του όρου, ήταν μάλλον άγνωστος στους βυζαντινούς. Μπορεί οι βυζαντινοί να θεωρούσαν βαρβάρους όσους κατοικούσαν έξω από τα σύνορα της αυτοκρατορίας, αλλά ποτέ δεν έκλεισαν τις πόρτες τους στους πρεσβευτές τους, ούτε αρνήθηκαν να τους συνδράμουν πολιτιστικά και να τους καταστήσουν κοινωνούς του πολιτισμού τους. Ακόμα και την εγκατάσταση τους στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας, υπό καθεστώς αυτονονμίας, μια πρακτική που ξεκίνησε επί Θεοδοσίου του Μεγάλου, για να ελαττωθούν οι πιέσεις που εξασκούσαν οι λαοί αυτοί και η οποία αργότερα έγινε μια σταθερά της Βυζαντινής διπλωματίας, την αποδέχονταν κάτω από ορισμένους όρους. Είναι γνωστή ή πολιτιστική ακτινοβολία και επιρροή που εξασκούσε το Βυζάντιο σε πολλούς λαούς, όπως επίσης και η κληρονομιά του που υφίσταται ακόμη και σήμερα, ιδιαίτερα στον Ορθόδοξο κόσμο. Το Βυζάντιο είναι μια καθαρά πολυεθνική κοινωνία, που ομογενοποιείται από την θρησκεία και την ελληνική γλώσσα και όχι από την φυλετική καταγωγή.


Περίοδοι

Για πολλά χρόνια οι ιστορικοί του Βυζαντίου αντιπαρατέθηκαν στο ζήτημα της χρονολογικής αρχής της αυτοκρατορίας. Οι κυριότερες απόψεις ήταν δύο: η πρώτη θεωρούσε πως πρέπει να ορίσουμε ως αρχή της την κτίση της Κωνσταντινούπολης, το 330, ενώ η δεύτερη πως πρέπει να μετατοπίσουμε το χρονικό όριο στα 395, όταν το ρωμαϊκό κράτος διαιρείται σε δύο μέρη και κληροδοτείται στους δύο γιούς του Θεοδοσίου του Α΄. Άλλοι θεωρούν το 476, έτος κατά το οποίο καταλύεται το δυτικό Ρωμαϊκό κράτος, ως αρχή της ανατολικής αυτοκρατορίας και κάποιοι τέλος θεωρούν πως η εποχή του Ηρακλείου, όταν και επιβάλλεται η ελληνική γλώσσα ως επίσημο όργανο της διοίκησης, πρέπει να αποτελεί την αρχή της ιστορικής πορείας του Βυζαντίου. Αυτές οι απόψεις όμως είναι σκέψεις και θεωρίες των μεταγενέστερων ιστορικών, οι οποίοι βλέπουν το κράτος της Ανατολής σαν μια καινούργια οντότητα και όχι σαν την συνέχεια του παλιού ρωμαϊκού. Από την στιγμή που οι ίδιοι οι υπήκοοι του Βυζαντίου θεωρούν τους εαυτούς τους ως συνεχιστές της παλιάς αυτοκρατορίας και δεδομένου ότι το κράτος αυτό μεγαλύνθηκε κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της αρχαίας Ρώμης, είναι σωστό να ορίσουμε την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, της πρωτεύουσας του κράτους αυτού, ως απαρχή της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πιο απλά είναι τα πράγματα όσον αφορά το τέλος της αυτοκρατορίας. Αυτή τοποθετείται σχεδόν ομόφωνα στα 1453, όταν η Πόλη καταλαμβάνεται από τους τούρκους. Μερικοί, έλληνες κυρίως μελετητές, τοποθετούν στα 1204, χρονιά της άλωσης της Κωνσταντινούπολης από τους λατίνους, το τέλος της αυτοκρατορίας, βασιζόμενοι κυρίως στο γεγονός πως η ελληνική γλώσσα έχει πια σχεδόν διαμορφωθεί και μοιάζει πολύ με την σημερινή γλώσσα. Αυτό όμως δεν φαίνεται σωστό, γιατί η πολιτική και θεσμική οργάνωση του κράτους, μετά την ανάκτηση του το 1261 από τους Παλαιολόγους, συνεχίζει να στηρίζεται στις ίδιες βάσεις με αυτές των προηγουμένων περιόδων.

Όσον αφορά την διαίρεση της ιστορίας του, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους με τις αντίστοιχες υποδιαιρέσεις τους:  

1. Η Πρωτοβυζαντινή περίοδος : Διαρκεί από το 330 μέχρι το 610 και υποδιαιρείται σε 2 υποπεριόδους, αυτήν που διαρκεί από το 330 έως το 518, κατά την οποία θεμελιώνεται το κράτος και την περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού και των διαδόχων του, από το 518 έως το 610, όταν και το κράτος φτάνει στη μέγιστη ακμή του, από εδαφική άποψη.  

2. Η Μέση Βυζαντινή Περίοδος: Διαρκεί από το 610 έως το 1204. Υποδιαρείται σε τέσσερις περιόδους: Η πρώτη από το 610 έως το 717 έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της την ελληνοποίηση του κράτους, με την επιβολή της ελληνικής γλώσσας ως κυρίαρχης στη θέση της λατινικής. Η δεύτερη, από το 717 έως το 867 είναι η περίοδος της εικονομαχίας. Η τρίτη, από το 867 έως το 1025 είναι η εποχή της στρατιωτικής και πολιτιστικής αναγέννησης του Βυζαντίου, με την Μακεδονική δυναστεία.  Η τέταρτη και τελευταία, από το 1025 έως το 1204, παρά την σχετική ακμή της εποχής των Κομνηνών, χαρακτηρίζεται από την ταχεία παρακμή του κράτους και την άλωση της Πόλης από τους σταυροφόρους.  

3. Η Ύστερη Βυζαντινή περίοδος: Διαρκεί από το 1204 έως το 1453, διαιρείται σε δύο περιόδους. Η πρώτη από το 1204 έως το 1261, όταν η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στα χέρια των λατίνων και ιδρύονται διάφορα ελληνικά κράτη στην επικράτεια της αυτοκρατορίας και η δεύτερη, η Παλαιολόγειος περίοδος , που τελειώνει το 1453 με την πτώση της Πόλης στους τούρκους.

Αυτοκράτορες

 

Ι. Πρώιμη Βυζαντινή περίοδος (330 - 395).


Ο Μ. Κωνσταντίνος, αφού νίκησε και αιχμαλώτισε το συνάρχοντά του Λικίνιο, έμεινε μόνος κύριος του μεγάλου Ρωμαϊκού κράτους (323). Μετά απώθησε από τα όρια της επικράτειάς του τους βαρβάρους, που είχαν εκστρατεύσει εναντίον της. Αλλά καταλάβαινε ότι η άμυνα του κράτους απαιτούσε τεράστια και οχυρωμένη βάση, μια πόλη που θα γινόταν πρωτεύουσα. Από κάθε άλλη θέση προτίμησε το Βυζάντιο για τη μοναδικότητα της θέσης του από στρατηγική και εμπορική άποψη. Η πόλη χτίστηκε με σχέδιο πάνω σε εφτά λόφους, οχυρώθηκε με περίβολο τειχών και στολίστηκε με μεγαλόπρεπα ανάκτορα, ιπποδρόμιο, ναούς, πλατείες και πολλά μνημεία τέχνης. Ο πληθυσμός της μετά την εγκατάσταση των υπηρεσιών, πολλών πλούσιων οικογενειών και των συγκλητικών πολλαπλασιάστηκε γρήγορα. Το χτίσιμο άρχισε το 324 μ.Χ. και τα εγκαίνια έγιναν στις 11 Μαΐου 330. Η πόλη ονομάστηκε Νέα Ρώμη αργότερα και από το όνομα του αυτοκράτορα, Κωνσταντινούπολη. Η νέα πρωτεύουσα ήταν χριστιανικό κέντρο. Και καθώς ιδρύθηκε ανάμεσα σε ελληνικές χώρες, αφομοιώθηκε με τον καιρό από τη δύναμη του ελληνικού πολιτισμού και έγινε ελληνική. Έτσι έγινε η αρχή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Όταν πέθανε ο μεγάλος και ευσεβής αυτοκράτορας (337 μ.Χ.), άφησε στους τρεις γιους του Κωνσταντίνο, Κωνστάντιο και Κώνστα το Ρωμαϊκό κράτος. Αλλά η διανομή αυτού στα τρία προκάλεσε εμφύλιους πολέμους, από τους οποίους ωφελήθηκαν πάλι οι εξωτερικοί του εχθροί και οι λαοί που ζητούσαν ευκαιρία για να αποσπαστούν απ' αυτό.
Όταν εξαφανίστηκαν οι τρεις αυτοί αυτοκράτορες, μονάρχης όλου του Ρωμαϊκού κράτους ανακηρύχτηκε ο Ιουλιανός, ο ανιψιός του Κωνσταντίνου (361). Αυτός επανέφερε την τάξη και βελτίωσε τη θέση του κράτους. Ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για την παιδεία, αρνήθηκε όμως το χριστιανισμό και γι' αυτό ονομάστηκε "Παραβάτης". Σκοτώθηκε το 363 σε μια μάχη εναντίον των Περσών.
Μετά τον Ιουλιανό ο στρατός ανακήρυξε αυτοκράτορα τον Ιοβιανό, που αναγκάστηκε να κλείσει ταπεινωτική ειρήνη με τους Πέρσες και να παραχωρήσει σ' αυτούς πολλές επαρχίες της Ασίας. Μετά το θάνατό του (364) αυτοκράτορας έγινε ο Ουαλεντιανός ο Α΄, ο οποίος με τη βοήθεια του στρατηγού Θεοδοσίου απώθησε τους λαούς που από όλες τις πλευρές είχαν εισορμήσει στο κράτος του. Πήρε μετά συνάρχοντα τον αδερφό του Ουάλλη, στον οποίο παραχώρησε την Ανατολή, ενώ ο ίδιος κράτησε τη Δύση. Τον Ουάλλη διαδέχτηκε ο Μ. Θεοδόσιος (379 - 395), που ένωσε και πάλι το κράτος. Στις ημέρες του φάνηκε κάποια ελπίδα σωτηρίας από τα βαρβαρικά έθνη του εξωτερικού.


ΙΙ. Οίκος Θεοδοσίου (395 - 527)


Όταν πέθανε ο Μ. Θεοδόσιος, τον διαδέχτηκαν οι γιοι του Αρκάδιος (στην Ανατολή) και Ονώριος (στη Δύση). Από τότε χάθηκε κάθε ιδέα ενότητας και οι επιδρομές των βαρβάρων έγιναν πιο επίφοβες. Η μεγάλη μετανάστευση επέφερε την κατάλυση της Δυτικής Αυτοκρατορίας, της οποίας τελευταίος αυτοκράτορας υπήρξε ο Ρωμύλος ο Αυγουστύλος (479). Τότε αναγορεύτηκε βασιλιάς της Ιταλίας ο ηγεμόνας των Ερούλων, Οδόακρος.
Στην Ανατολή ο Θεοδόσιος Β΄ ο Μικρός αναγκάστηκε να πληρώσει μεγάλο χρηματικό ποσό και να παραχωρήσει αρκετό τμήμα της Βαλκανικής, για να απαλλάξει τη χώρα του από τον τρόμο του Αττίλα, που το 447 είχε φτάσει μέχρι τα πρόθυρα της Κωνσταντινούπολης. Από τα σπουδαιότερα ειρηνικά έργα του Θεοδοσίου του Μικρού είναι η ίδρυση του Πανδιδακτηρίου, του πρώτου δηλ. πανεπιστημίου της πρωτεύουσας (425), και ο "Θεοδοσιανός Κώδιξ" (438), δηλ. η κωδικοποίηση των νόμων. Στα χρόνια του έγινε η τρίτη Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο και τέταρτη στη Χαλκηδόνα. Μετά το θάνατό του η γυναίκα του Πουλχερία παντρεύτηκε το γέροντα στρατηγό Μαρκιανό (450 - 457). Κατά τα χρόνια της βασιλείας τους επικράτησε χρηστή διοίκηση και το κράτος ανακουφίστηκε από τους φόρους προς τους Ούννους. Για τη φιλανθρωπία και τις ενέργειές τους προς την ορθοδοξία η Εκκλησία μας τους ανακήρυξε αγίους. Μετά το θάνατο του Μαρκιανού στο θρόνο ανέβηκε ο Λέοντας Α΄ (457 - 474). Αυτόν διαδέχτηκε ο Ζήνωνας (474 - 491), του οποίου συναυτοκράτορας ήταν ο γιος του Λέοντας Β΄ ο Μικρός, που πέθανε ύστερα από 10 μήνες. Κατά την περίοδο της βασιλείας του Ζήνωνα συνέβησαν δραματικά γεγονότα: καταλύθηκε το Δυτικό Κράτος (479) και έγινε το σχίσμα μεταξύ των δύο εκκλησιών (482). Ο Αναστάσιος ο Α΄ (491 - 518) αποδείχτηκε ικανός και συνετός αυτοκράτορας. Αντιμετώπισε με επιτυχία τις επιδρομές των Ούννων και τω Περσών. Στις μέρες του εμφανίστηκε, για πρώτη φορά, ένας νέος εχθρός, οι Σλάβοι, οι οποίοι με τους Αβαρούς έκαναν την πρώτη εισβολή (493). Την εποχή αυτή επίσης πρωτοεμφανίστηκαν οι Βούλγαροι, με τους οποίους συγκρούστηκαν για πρώτη φορά οι Βυζαντινοί το 399. Πεθαίνοντας ο Αναστάσιος αυτοκράτορας στέφτηκε ο διοικητής της ανακτορικής φρουράς Ιουστίνος. Επειδή ήταν γέρος και αμόρφωτος, πήρε νωρίς ως βοηθό συνάρχοντα τον ανιψιό του Ιουστινιανό.


ΙΙΙ. Ο Ιουστινιανός και οι διάδοχοι του (527 - 610)


Ο πιο αξιόλογος αυτοκράτορας του Βυζαντινού κράτους μετά την κατάλυση της Δυτικής Αυτοκρατορίας υπήρξε ο Ιουστινιανός Α΄ (527 - 555). Με τους άλλους στρατηγούς του, το Βελισάριο και το Ναρσή, κατόρθωσε ν' αποκρούσει τους εχθρούς που απειλούσαν το βασίλειό του, να το καταστήσει ισχυρό και να ενώσει πάλι με αυτό τις χώρες που είχαν αφαιρέσει οι βάρβαροι. Ο Βελισάριος απέκρουσε τους Πέρσες στα ανατολικά σύνορα του κράτους, κατέβαλε και εξαφάνισε τους Βανδάλους στην Αφρική, αιχμαλώτισε το βασιλιά των Γότθων Ουίτιγη στην Ιταλία. Ο Ναρσής συμπλήρωσε το έργο του Βελισάριου στην Ιταλία, την οποία κατέστησε επαρχία της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, και έγινε ο πρώτος "έξαρχος" αυτής (554).
Ο Ιουστινιανός έθεσε στο κράτος του νόμους σοφούς και έχτισε το ναό της Αγίας Σοφίας, επειδή είχε πυρποληθεί ο πρώτος, που είχε οικοδομήσει ο Μ. Κωνσταντίνος. Κατόρθωσε επίσης να καταστείλει τις επαναστάσεις δύο φατριών, των Πράσινων και των Γαλάζιων, που αναστάτωναν την πρωτεύουσα. Μέχρι τα χρόνια του Ιουστινιανού οι Βυζαντινοί νόμιζαν ότι το μετάξι ήταν προϊόν δέντρου της Ινδίας και λίγοι φορούσαν μεταξωτά ρούχα, γιατί ήταν πανάκριβα. Ο Ιουστινιανός πληροφορήθηκε από δύο μοναχούς τη φύση του υλικού αυτού και τη βομβυκοτροφία, πήρε κουκουλόσπορο και ίδρυσε μεταξουργείο στο κράτος του. Αλλά κρατούσε μυστική την ανατροφή των μεταξοσκωλήκων. Μόλις κατά το 1130 μ.Χ. οι Σικελοί κατόρθωσαν να αποσπάσουν το μυστικό και απ' αυτούς διαδόθηκε στην Ιταλία και Ισπανία και αργότερα στη Γαλλία (1600) και Γερμανία (1700). Μετά τον Ιουστινιανό ακολούθησε μια σειρά από ασήμαντους αυτοκράτορες: Ιουστίνος ο Β΄ (565 - 578), Τιβέριος ο Β΄ (578 - 582), Μαυρίκιος (582 - 602) και Φωκάς (602 - 610), οπότε εμφανίστηκε ο Ηράκλειος.


ΙV. Οίκος Ηρακλείου (610 - 717)


Ο Ηράκλειος (610 - 641) βελτίωσε τα οικονομικά του κράτους και τα στρατιωτικά. Νίκησε τους Πέρσες, πήρε από τα χέρια τους τον Τίμιο Σταυρό και τον ανύψωσε πάλι στην Ιερουσαλήμ (14 Σεπτεμβρίου 629 μ.Χ.). Επίσης διαίρεσε το κράτος σε στρατιωτικές επαρχίες, τα "θέματα", στις οποίες διόρισε στρατηγούς ως διοικητές. Στα χρόνια του φάνηκε και ένας νέος εχθρός, οι Άραβες, των οποίων τις ορμητικές επιδρομές κατόρθωσε να συγκρατήσει με επιτυχία.
Οι περισσότεροι διάδοχοι του Ηρακλείου αποδείχτηκαν άθλιοι. Απασχολήθηκαν με ασήμαντα έργα, αναμείχτηκαν σε εσωτερικές έριδες και άφησαν τους Σαρακηνούς να κυριεύσουν σημαντικές χώρες της αυτοκρατορίας. Αυτοί ήταν: Κωνσταντίνος ο Γ΄ (641), Κώνστας Β΄ (641 - 668), Κωνσταντίνος Δ΄ ο Πωγωνάτος (668 - 685), Ιουστινιανός ο Β΄(685 - 695), Λεόντιος (695 - 698), Τιβέριος Γ΄ (698 - 705), Ιουστίνος Β΄ για δεύτερη φορά (705 - 711), Φιλιππικός (711 - 713), Αναστάσιος Β΄ (713 - 715) και Θεοδόσιος ο Γ΄ (715 - 717).


V. Ίσαυροι (717 - 820)


Ο Λέοντας Γ΄ ο Ίσαυρος (717 - 741) κατάργησε την προσκύνηση των εικόνων και έδωσε αφορμή στη θρησκευτική έριδα των εικονομαχιών. Έσωσε όμως την Κωνσταντινούπολη από τους Άραβες με το υγρό πυρ. Τον διαδέχτηκε ο γιος του ο Κωνσταντίνος ο Ε΄ ο Κοπρώνυμος (741 - 755), που ήταν επίσης εικονομάχος. Νίκησε τους Σαρακηνούς, αλλά νικήθηκε από τους Βουλγάρους και οι Λογγοβάρδοι του αφαίρεσαν την εξαρχία της Ιταλίας. Ο γιος του Λέοντας Δ΄ ο Χάζαρος (775 - 780) ήταν εικονομάχος. Αλλά ο γιος αυτού Κωνσταντίνος ΣΤ΄ (780 - 797), με την Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (787), επανέφερε την προσκύνηση των εικόνων. Αυτόν, που δολοφονήθηκε, διαδέχτηκε η μητέρα του Ειρήνη η Αθηναία (797 - 802), η οποία παντρεύτηκε το Νικηφόρο τον Α΄, που μετά την εξορία της βασίλευσε μόνος (802 - 811). Τον σκότωσαν όμως σε μια μάχη οι Βούλγαροι και τον διαδέχτηκε ο Σταυράκιος (811). Ακολούθησαν οι Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές (811 - 813) και Λέοντας Ε΄ ο Αρμένιος (813 - 820).


VΙ.Φρυγική δυναστεία (820 - 867)


Ο Λέοντας ο Ε΄ δολοφονήθηκε μέσα στα ανάκτορα και αυτοκράτορας αναγορεύτηκε ο Μιχαήλ Β΄ ο Τραυλός (820 - 829) από το Αμόριο της Φρυγίας, ο οποίος έγινε ιδρυτής της Φρυγικής δυναστείας. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεόφιλος (829 - 842), που συνέχισε με πείσμα τους αγώνες του πατέρα του εναντίον των Αράβων. Αυτόν διαδέχτηκε ο Μιχαήλ Γ΄ ο Μέθυσος (842 - 867).


VΙΙ. Μακεδόνες (867 - 1075)


Πρώτος γνήσιος Έλληνας αυτοκράτορας ήταν
ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδόνας (867 - 886). Μεταχειρίστηκε στα δημόσια έγγραφα την ελληνική γλώσσα, παραμερίζοντας τη λατινική που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε. Στην εποχή του εξαπλώθηκε ο χριστιανισμός στα πέρατα της Ελλάδας και διαλύθηκαν τα τελευταία ερείσματα της ειδωλολατρίας. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Λέοντας ΣΤ΄ ο Σοφός (886 - 912), που προστάτευσε τα γράμματα και συμπλήρωσε τη νομοθεσία του πατέρα του. Συμβασιλιάς του ήταν ο Αλέξανδρος (912 - 913). Ο Κωνσταντίνος ο Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος (919 - 959) παραμερίστηκε ένα διάστημα από το φιλόδοξο πεθερό του, το ναύαρχο Ρωμανό Α΄ το Λεκαπηνό (920 - 914). Στις ημέρες του Κωνσταντίνου ενισχύθηκε η πνευματική κίνηση και η κοινωνική πρόνοια. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Ρωμανός Β΄ (959 - 963) και αυτόν ο στρατηγός Νικηφόρος Β΄ Φωκάς (963 - 969), ο οποίος νίκησε τους Σαρακηνούς και ανέκτησε την Κρήτη και την Κύπρο. Ο Ιωάννης Τσιμισκής (969 - 976) νίκησε τους Σαρακηνούς και τους Ρώσους και υπέταξε τους Βουλγάρους. Μετά απ' αυτόν βασίλευσε ο τρισέγγονος του Βασιλείου του Μακεδόνα, Βασίλειος Β΄ (976 - 1025), ο οποίος ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος, γιατί καθυπέταξε τους Βουλγάρους, που δοκίμασαν να αποστατήσουν, και τέλος τους συγχώνευσε στο βασίλειό του. Αυτός ανάγκασε και τους Άραβες να πληρώνουν φόρο.
Κατά την περίοδο των τελευταίων Μακεδόνων αυτοκρατόρων επακολούθησε ραγδαία παρακμή, που οφειλόταν στην ανικανότητά τους, στην εμφάνιση νέων επικίνδυνων εχθρών (Νορμανδών, Σελτζούκων, Πετσενέγων), στην καθιέρωση μισθοφορικών στρατευμάτων στη θέση των εθνικών και στη διατάραξη της κοινωνικής ισορροπίας. Ύστερα από τη σύντομη βασιλεία του Κωνσταντίνου Η΄ (1025 - 1028) ανέβηκε στο θρόνο η κόρη του η πορφυρογέννητη Ζωή, που παντρεύτηκε το Ρωμανό Γ΄ τον Αργυρό (1028 - 1034). Ο Ρωμανός δολοφονήθηκε, ίσως με τη συνεργασία της Ζωής, η οποία παντρεύτηκε τον εραστή της Μιχαήλ Δ΄ τον Παφλαγόνα (1034 - 1041), που ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Αυτός ανέκτησε μεγάλο μέρος της Σικελίας και κατέπνιξε με ευκολία την επανάσταση των Βουλγάρων και των Σέρβων. Ο Μιχαήλ Ε΄ ο Καλαφάτης (1041 - 1042), θετός γιος του προηγούμενου, αποπειράθηκε να απομακρύνει τη Ζωή, αλλά εκθρονίστηκε και ανακηρύχτηκαν ως αυτοκράτειρες η Ζωή και η μοναχή αδερφή της Θεοδώρα (1042). Η Ζωή σε ηλικία 62 χρονών έκανε συμβασιλιά τον τρίτο σύζυγό της, τον Κωνσταντίνο Θ΄ το Μονομάχο (1041 - 1055). Τότε εμφανίστηκε στην Ασία νέος εχθρός, ο τουρκικός λαός των Σελτζούκων, ο οποίος και πέτυχε τις πρώτες νίκες εναντίον των Βυζαντινών. Στα χρόνια του αυτοκράτορα αυτού οριστικοποιήθηκε το σχίσμα των δύο Εκκλησιών (1054 μ.Χ.). Μετά το θάνατό του παρέμεινε μονοκράτειρα η Θεοδώρα (1055 - 1056), που λίγο πριν πεθάνει ανακήρυξε αυτοκράτορα το στρατηγό Μιχαήλ ΣΤ΄ το Στρατιωτικό (1056 - 1057). Αλλά αυτόν τον εξανάγκασε σε παραίτηση στρατιωτική επανάσταση των θεμάτων της Ασίας. Στο θρόνο ανέβηκε ο Ισαάκιος Κομνηνός. Έτσι έληξε η δυναστεία των Μακεδόνων.


VΙΙΙ. Δούκες και Κομνηνοί  (1057 - 1185)


Ο Ισαάκιος Κομνηνός (1057 - 1059), που ανέβηκε στο θρόνο με στρατιωτικό κίνημα, σήμανε την επικράτηση των στρατιωτικών στο αστικό κόμμα της πρωτεύουσας. Αργότερα όμως αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Τότε επικράτησαν οι Δούκες και αυτό σήμαινε το θρίαμβο της πολιτικής διοίκησης. Επί Κωνσταντίνου Ι΄ Δούκα (1059 - 1067) τα στρατιωτικά έργα παραμελήθηκαν και οι Σελτζούκοι συνέχισαν τις εισβολές τους στη Μ. Ασία, ενώ οι Ούγγροι κατέλαβαν το Βελιγράδι. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή ανέβηκε στο θρόνο ο Ρωμανός ο Δ΄ Διογένης (1067 - 1071), εξαιρετικός στρατηγός, που παντρεύτηκε τη χήρα βασιλομήτορα Ευδοκία, επίτροπο του ανήλικου Μιχαήλ Ζ΄. Οι στρατιωτικοί με την άνοδό του αναζωογονήθηκαν. Ο Ρωμανός σε τρεις εκστρατείες του νίκησε τους Σελτζούκους, στην τέταρτη όμως αιχμαλωτίστηκε και αργότερα απελευθερώθηκε. Τη βασιλεία των Δουκών συνέχισε ο Μιχαήλ Ζ΄ ο Παραπινάκης (1071 - 1078), στις μέρες του οποίου ιδρύθηκε το Σελτζουκικό κράτος, που εκτεινόταν μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Ο στρατός δυσαρεστήθηκε από τις αποτυχίες του Μιχαήλ Ζ΄ και επαναστάτησε. Τελικά επικράτησε ο Νικηφόρος Γ΄ ο Βοτανειάτης (1078 - 1081). Ακολούθησαν όμως εσωτερικές ταραχές, ενώ οι εξωτερικοί εχθροί γίνονταν πιο απειλητικοί. Η αναρχία σταμάτησε με την επικράτηση του νεαρού στρατηγού Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081 - 1118), που έσωσε την αυτοκρατορία από την καταστροφή. Αυτός ανέκτησε τις χώρες που είχαν καταληφθεί από τους επιδρομείς και ανέστησε σιγά σιγά το βασίλειο στην προηγούμενή του δύναμη. Από αυτόν αρχίζει κυρίως η δυναστεία των Κομνηνών και επί των ημερών του έγινε η πρώτη Σταυροφορία. Μετά τον Αλέξιο βασίλευσε ο Ιωάννης Β΄ ο Κομνηνός (1143 - 1180). Και οι δύο κράτησαν σεβαστό το βασίλειο. Οι μετά απ' αυτούς Κομνηνοί εξασθένησαν το βασίλειο με τις αλληλομαχίες τους, αλλά διατήρησαν οπωσδήποτε τη δυναστεία τους μέχρι το 1185. Αυτοί ήταν ο Αλέξιος Β΄ ο Κομνηνός (1180 - 1183) και Ανδρόνικος Α΄ ο Κομνηνός (1183 - 1185).


ΙΧ. Άγγελοι (1185 - 1204)


Η κατάσταση, εσωτερική και εξωτερική, της αυτοκρατορίας στο μεταξύ είχε επιδεινωθεί και ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος (1185 - 1195) αποδείχτηκε τελείως ανίκανος να αντιμετωπίσει την κρισιμότητα της περίστασης. Πολλές πληγές άνοιξε στο κράτος ιδιαίτερα η Γ΄ Σταυροφορία. Οι Σταυροφόροι συνέλαβαν, τύφλωσαν και φυλάκισαν τον Ισαάκιο μαζί με το γιο του Αλέξιο. Και τότε αυτοκράτορας ανακηρύχτηκε ο αδερφός του Αλέξιος Γ΄ (1195 - 1203), που δεν ήταν καλύτερος εκείνου και η αναρχία μεγάλωσε. Τον Ιούλιο του 1203 οι Σταυροφόροι επιτέθηκαν εναντίον της Κωνσταντινούπολης και ο Αλέξιος Γ΄ την εγκατέλειψε άνανδρα. Οι πολιορκητές μπήκαν στην πόλη και αποκατέστησαν στο θρόνο τον Ισαάκιο Β΄ και το γιο του Αλέξιο Δ΄ ως συμβασιλέα (1203 - 1204). Ο λαός εξεγέρθηκε εναντίον των ανάξιων αυτοκρατόρων. Ο Αλέξιος Δ΄ στραγγαλίστηκε και ο Ισαάκιος πέθανε από φόβο. Στο θρόνο ανέβηκε ο συγγενής τους Αλέξιος Ε΄ Μούρτζουφλος (1204). Οι Σταυροφόροι όμως συνέτριψαν την επανάσταση και ο Αλέξιος Ε΄ έφυγε. Τότε ανακηρύχτηκε από το λαό αυτοκράτορας ο Θεόδωρος Λάσκαρης, αλλά τίποτε πια δεν ήταν δυνατό να γίνει και η αριστοκρατία με τον κλήρο κατέφυγαν στη Νίκαια, όπου μεταφέρθηκε η πρωτεύουσα του κράτους.


Χ. Αυτοκράτορες της Νίκαιας (1024 - 1261)


Η αυτοκρατορία της Νίκαιας θεωρήθηκε ως συνέχεια της Βυζαντινής. Ο Θεόδωρος Λάσκαρης (1204 - 1222) θεμελίωσε το νέο κράτος και κυριάρχησε στη βυζαντινή Μ. Ασία. Ο γαμπρός και διάδοχός του Ιωάννης Βατάτζης (1222 - 1254) κληρονόμησε ένα αρκετά ισχυρό κράτος και το μεγάλωσε ακόμα περισσότερο. Τον διαδέχτηκε ο γιος του Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης (1254 - 1258), που είχε επιτυχίες εναντίον των Βουλγάρων και των Τούρκων. Μετά το θάνατό του ανέβηκε στο θρόνο ο γιος του Ιωάννης Δ΄ Λάσκαρης (1258 - 1259), τον οποίο παραμέρισε ο στρατηγός Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1250 - 1261) και κατόρθωσε να ανακτήσει την Κωνσταντινούπολη (25 Ιουλίου 1261). Η δυναστεία που ίδρυσε έζησε δύο περίπου αιώνες.


ΧΙ. Παλαιολόγοι (1261 - 1453)


Ο Μιχαήλ Η΄ (1261 - 1282) ήταν ικανός. Τον απασχόλησαν όμως τα φλέγοντα προβλήματα της Δύσης και δεν μπόρεσε να προσέξει το σλαβικό και τουρκικό κίνδυνο. Μετά το θάνατό του άρχισε ραγδαία παρακμή. Ο γιος του Ανδρόνικος Β΄ (1282 - 1328) ήταν περισσότερο λόγιος παρά κυβερνήτης. Οι Οθωμανοί ίδρυσαν κράτος και οι Ιωαννίτες κατέλαβαν τη Ρόδο (1309). Ο Ανδρόνικος Γ΄ (1328 - 1341), γιος του συμβασιλιά του Μιχαήλ Θ΄ (1295 - 1320), επαναστάτησε και ύστερα από επτά χρόνια πόλεμο εκθρόνισε τον παππού του Ανδρόνικο Β΄. Οι Τούρκοι όμως στο μεταξύ προωθήθηκαν μέχρι το Βόσπορο (1338), ενώ οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι κατέστρεφαν πόλεις και ξερίζωναν πληθυσμούς. Μέσα σ' αυτές τις συμφορές τον Ανδρόνικο Γ΄ διαδέχτηκε ο γιος του Ιωάννης Ε΄ (1341 - 1391) και αυτόν ο "μέγας δομέστικος" Ιωάννης ΣΤ΄ Καντακουζηνός (1347 - 1355). Ακολούθησαν οι Μανουήλ Β΄ (1391 - 1425), Ιωάννης Η΄ Παλαιολόγος (1425 - 1448) και η αυτοκρατορία οδηγήθηκε στο χείλος της καταστροφής. Τότε μετακλήθηκε από το δεσποτάτο του Μιστρά ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος ή Δραγάσης (1449 - 1453), που έκανε την τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια. Αλλά η αυτοκρατορία είχε εξαντληθεί τελείως πια και η Κωνσταντινούπολη έπεσε στα χέρια των Τούρκων (29 Μαΐου 1453). Αυτό ήταν το τέλος του Βυζαντίου.
 

 

Πολιτεία και κοινωνία  

 

Το γεγονός ότι η Βυζαντινή αυτοκρατορία άντεξε για τόσα πολλά χρόνια οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στο πολίτευμα του κράτους, πολίτευμα που αναπροσαρμόζονταν με την πάροδο του χρόνου, συμπληρώνοντας τις ελλείψεις και προβλέποντας τις ανάγκες στους τομείς της οργάνωσης της διοίκησης.Στην κορυφή του Βυζαντίου βρισκόταν ο αυτοκράτορας, θεσμός που προέρχεται από την Ρώμη, αλλά που στο Βυζάντιο απέκτησε καινούργια χαρακτηριστικά. 

 

Η Σύγκλητος, ένα είδος βουλής που υπήρχε στην Ρώμη και βοηθούσε τον βασιλιά στα καθήκοντα του, εξαφανίστηκε σιγά σιγά, αν και τυπικά εξακολουθούσε να υπάρχει. Δεν είχε όμως καμιά αρμοδιότητα,και έτσι ο αυτοκράτορας μπορούσε να λαμβάνει τις αποφάσεις μόνος του. Διόριζε και απέλυε τους κρατικούς λειτουργούς κατά πως ήθελε, έλεγχε πλήρως τα οικονομικά , θέσπιζε νόμους μόνος αυτός και ήταν ο ανώτατος στρατιωτικός αρχηγός και η κεφαλή της Εκκλησίας. Στα χέρια του λοιπόν συγκέντρωνε όλες τις εξουσίες. Ο επίσημος τίτλος του ήταν Βασιλεύς. 

 

Υπήρχε κάποια αίσθηση πως η εξουσία του βασιλιά πήγαζε από τον λαό και ότι ο τελευταίος είχε μεταβιβάσει την εξουσία στον αυτοκράτορα. Το γεγονός αυτό, κατά κάποιο τρόπο, φαίνεται από το ότι ο βασιλιάς ήταν αιρετός, δηλαδή κάποιοι τον εξέλεγαν και αυτοί ήταν η Σύγκλητος, ο στρατός και ο λαός της Πόλης. Η στέψη του γινόταν αφού πρώτα τα τρία αυτά σώματα επευφημούσαν τον υποψήφιο και η βασιλεία του ήταν κάτω από την συνεχή παρακολούθηση των τριών αυτών παραγόντων. Όταν ένας από αυτούς θεωρούσε πως η διοίκηση του βασιλιά δεν ήταν ικανοποιητική, μπορούσε να ανακηρύξει άλλο αυτοκράτορα και στην περίπτωση αυτή ο εμφύλιος πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. 

 

Η Βυζαντινή ιστορία είναι γεμάτη με παραδείγματα αυτού του είδους. Οι αυλικές συνωμοσίες ήταν ένας άλλος τρόπος σφετερισμού της εξουσίας, μα στην περίπτωση αυτή τα συμφέροντα ήταν περισσότερο προσωπικά. Ο στρατός έπαιζε τον σημαντικότερο ρόλο στις περιπτώσεις των επαναστάσεων και των συνωμοσιών, αλλά και ο λαός σε αρκετές περιστάσεις ανέβασε στον θρόνο κάποιον ευνοούμενο του. Με την πάροδο του χρόνου , η διαδοχή των αυτοκρατόρων γινόταν με ομαλότερο τρόπο. Όσο ζούσε λοιπόν ο βασιλιάς έστεφε σαν συμβασιλέα του κάποιον που ήθελε, που μπορούσε να ήταν συνεργάτης του, συγγενής του ή κάποιο άλλο αγαπητό στο λαό πρόσωπο. Αυτός ο συναυτοκράτορας λοιπόν έπαιρνε τον θρόνο μόλις ο νόμιμος βασιλιάς πέθαινε, ενώ στη βάση αυτής της συνήθειας επικράτησε το κληρονομικό δικαίωμα στην διαδοχή, από πατέρα σε γιο. 

 

Ο αυτοκράτορας στεφόταν από τον Πατριάρχη στην εκκλησία και έπρεπε να είναι Ορθόδοξος. Την παραμονή της στέψης του οι συγκλητικοί, οι υπουργοί και οι στρατηγοί των θεμάτων υπόσχονταν πίστη στον αυτοκράτορα. Το ίδιο έκαναν και οι εκπρόσωποι των τάξεων της πρωτεύουσας και οι στρατιώτες. Ο αυτοκράτορας θεωρούσε τον εαυτό του σαν αντιπρόσωπο του Θεού πάνω στη γη και , σαν αρχηγός της εκκλησίας είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο στις υποθέσεις της εκκλησίας. Πίστευαν ότι η στέψη έκανε τον αυτοκράτορα κάτι σαν ημίθεο, τοποτηρητή του Θεού στην γη, ενώ θεωρούσαν πως ο βασιλιάς μπορούσε να κάνει διακηρύξεις που αφορούσαν το Χριστιανικό δόγμα και να προεδρεύει στις Οικουμενικές Συνόδους. Έτσι ο αυτοκράτορας θεωρούσε ότι βρισκόταν σε άμεση σχέση με τον Θεό, που ήταν η πηγή κάθε εξουσίας. 

 

Επειδή οι γυναίκες δεν μπορούσαν να χειροτονηθούν ιερείς και να ηγηθούν του στρατού, είναι λογικό να πιστεύουμε ότι οι γυναίκες δεν ήταν δυνατόν να στεφθούν αυτοκράτειρες. Παρ’ όλα αυτά όμως, δεν υπήρχε καμμία απαγόρευση από τους νόμους του κράτους κι έτσι η θέση των γυναικών που βρισκόταν στην κεφαλή της αυτοκρατορίας ήταν παράξενη. Η σύζυγος του αυτοκράτορα ανέβαινε στο θρόνο με τη στέψη του άνδρα τηςή με τον γάμο της με τον βασιλιά.Και σε πολλές περιπτώσεις, όταν ο αυτοκράτορας δεν μπορούσε να ασκήσει την εξουσία, η γυναίκα του ασκούσε την κυβέρνηση στο όνομα του, ενώ αν χήρευε αυτή ήταν που είχε την πραγματική εξουσία.Εξέλεγε τον διάδοχο του θρόνου,ενώ οι σύζυγοι της έπαιρναν το δικαίωμα συμμετοχής τους στην εξουσία, από το γεγονός ότι παντρεύονταν την Αυγούστα, όπως ήταν ο επίσημος τίτλος της.Και τέλος, αν η Αυγούστα δεν ήθελε να μοιραστεί με κανένα την κυβέρνηση, τότε μπορούσε να κυβερνά μόνη της και νόμιμα , χωρίς να υφίσταται πρόβλημα.  

 

Ο λαός της πρωτεύουσας είχε οργανωθεί σε τέσσερις ομάδες ή δήμους ,όπως τις καλούσαν, τους Πράσινους, τους Βένετους , τους Λευκούς και τους Ερυθρούς. Οι δύο τελευταίοι δήμοι απορροφήθηκαν από τους δύο πρώτους, ενώ είναι άγνωστη η εποχή που εμφανίστηκαν. Οι δήμοι αυτοί είχαν πολιτικές και στρατιωτικές υποχρεώσεις.  Στην πρώτη περίπτωση ονομάζονταν Πολιτικοί , είχαν αρχηγό τους τον Δήμαρχο και ασχολούνταν με καθήκοντα, όπως να φροντίζουν την καθαριότητα της πόλης και να παίρνουν προληπτικά μέτρα για πιθανές καταστροφές. Στην δεύτερη περίπτωση λέγονταν Περατικοί και ήταν κάτι σαν φρουρά της πόλης, ενώ είχαν έναν αρχηγό που ονομαζόταν Δημοκράτης. Το μέρος όπου εκφραζόταν η δραστηριότητα των δήμων ήταν ο Ιππόδρομος και όλος ο λαός της Κωνσταντινούπολης είχε χωριστεί σε οπαδούς της μιας ή της άλλης ομάδας.

 

Έτσι ο λαός της Πόλης είχε μέσα από τους Δήμους ένα βήμα για να εκφράζει τις απόψεις και τις επιθυμίες του, και για το λόγο ότι οι Δήμοι εξέφραζαν διαφορετικά συμφέροντα και τάξεις. Οι αρχηγοί των Βένετων προέρχονταν συνήθως από την συγκλητική αριστοκρατική τάξη και ήταν οπαδοί της Ορθοδοξίας, ενώ οι Πράσινοι εξέφραζαν τα συμφέροντα των εμπόρων και των βιοτεχνών και ήταν μονοφυσίτες. Την εποχή του Ιουστινιανού οι δήμοι είχαν αρκετή δύναμη, όπως φαίνεται από τη στάση του Νίκα, αλλά με τον καιρό η θέση τους εξασθένισε και ήδη από την εποχή των Ισαύρων ήταν πολύ υποβαθμισμένη. Με την παρακμή των Δήμων, ο λαός της Πόλης έχασε το μόνο μέσο που είχε για να εκφράζει τις απόψεις του, και από τότε έδειχνε τις επιθυμίες του μόνο με στάσεις και ταραχές.  

 

Είπαμε πως ένας άλλος εκλέκτορας του βασιλιά ήταν η Σύγκλητος. Αν και προέρχεται από το ομώνυμο Ρωμαϊκό σώμα ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό στη σύνθεση και τις εξουσίες που είχε. Με τον καιρό η Σύγκλητος εξασθένισε πολύ, αν και συνέχιζε να υπάρχει ως σώμα για όλη την ιστορία του Βυζαντίου.Η ακμή της τοποθετείται τον 6ο και 7ο αι.,και την αποτελούσαν όλοι οι αξιωματούχοι , καθώς επίσης και εκείνοι που είχαν εξασκήσει κάποιο αξίωμα στο παρελθόν, όπως και οι απόγονοι τους.Έτσι στο σώμα αυτό ανήκαν όλοι οι πλούσιοι και εξέχοντες πολίτες του κράτους , αλλά τα δικαιώματα τους και οι εξουσίες τους ήταν σχετικά περιορισμένες και ασαφείς. Ο Λέων ο ΣΤ’ κατάργησε όλα τα δικαιώματα της Συγκλήτου, πράξη που απλώς επικύρωσε μια κατάσταση που υπήρχε από πολύ καιρό.Το σώμα αυτό τώρα πια το καλούσε ο βασιλιάς για να ανακοινώσει κάτι ή για να γίνει μάρτυρας σε κάποια πράξη του, χωρίς δικαίωμα να εκφέρει γνώμη. Η πραγματική αριστοκρατία εξάλλου του Βυζαντίου ήταν πια στρατιωτική και μέσα από τον στρατό αντλούσε τη δύναμη της και τη θέση της.  

 

Ο πραγματικός φραγμός στις αυθαιρεσίες του αυτοκράτορα όμως ήταν οι Νόμοι. Αν και ο βασιλιάς ήταν η πηγή όλων των νόμων, ο νόμος εντούτοις ήταν κάτι ανώτερο από τον αυτοκράτορα. Ήταν ο μόνος θεσμός στον οποίο λογοδοτούσε ο βασιλιάς, ο οποίος θεωρούσε καθήκον του να τους ακολουθεί και να τους τηρεί. Πολλοί βασιλιάδες προσπάθησαν να κωδικοποιήσουν τους νόμους είτε για να τους εναρμονίσουν με το πνεύμα των καιρών είτε για να τους αποσαφηνίσουν και να μην υπάρχουν απορίες και ελλείψεις. Ο πρώτος που αποπειράθηκε να κάνει μια γενική κωδικοποίηση των νόμων ήταν ο Θεοδόσιος Β’, αλλά η προσπάθεια του έμεινε ημιτελής. 

 

Ο Ιουστινιανός έκανε ένα τιτάνιο έργο, το οποίο είναι η βάση και του σημερινού νομικού μας συστήματος. Με τον νομομαθή Τριβωνιανό, συνέταξε ένα κώδικα που περιλάμβανε όλη την υπάρχουσα νομοθεσία, που δημοσίευσε το 529. Ύστερα, το 533 δημοσίευσε τους Πανδέκτες, ένα απάνθισμα όλων των νόμων του παρελθόντος, ενώ τον επόμενο χρόνο εξέδωσε μια βελτιωμένη έκδοση του Ιουστινιάνειου κώδικα. Μέχρι το τέλος της βασιλείας του δημοσίευε επίσης τις Νεαρές, που σαν στόχο τους είχαν να συμπληρώνουν ελλείψεις, να αναθεωρούν και να εκσυγχρονίζουν διάφορους νόμους.Οι νόμοι του Ιουστινιανού παρέμειναν εμποτισμένοι από το Ρωμαϊκό πνεύμα και διατήρησαν το διαζύγιο , την δουλεία ή την θανατική ποινή, παρ’ όλη την αντίθεση της εκκλησίας.

 

Οι Βυζαντινοί τιμούσαν πολύ τους Ρωμαϊκούς νόμους και το γεγονός πως τους διατήρησαν σχεδόν αυτούσιους για πολλά χρόνια, παρ’ όλο που ήταν εξαιρετικά θεοσεβούμενοι, το αποδεικνύει. Αυτός που αναμόρφωσε τους νόμους, δίνοντας τους ένα Χριστιανικό πνεύμα ήταν ο Λέων Γ’ ο Ίσαυρος. Το 739 εξέδωσε τις Εκλογές , γράφοντας στο προοίμιο πως ήθελε να εισαγάγει τις Χριστιανικές αρχές στη νομοθεσία. Κατάργησε την θανατική ποινή, βελτίωσε τη θέση των γυναικών και έδωσε στην Εκκλησία πολλά δικαιώματα στην ανατροφή των παιδιών και στον έλεγχο της κοινωνίας. Ο Βασίλειος ο Μακεδόνας όμως αντικατέστησε τις Εκλογές με τον Πρόχειρο Νόμο, για να εξαφανίσει κάθε εργασία που  είχε γίνει από τους μισητούς εικονομάχους  Ίσαυρους, αλλά και για να μειώσει την επιρροή της Εκκλησίας, στην οποία παραδόξως οι Ίσαυροι είχαν δώσει πολλά προνόμια. Ο γιος του, ο Λέων ΣΤ’, εξέδωσε τα Βασιλικά, ένα κώδικα που στο εξής ήταν η αυθεντία στην νομική επιστήμη και τα οποία ο Λέων συμπλήρωσε με αρκετές Νεαρές. Αν και οι Μακεδόνες επιχείρησαν μια επιστροφή στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, εντούτοις το πνεύμα των Ισαύρων εξακολουθούσε να υπάρχει. Οι νόμοι ήταν ήπιοι, το οικογενειακό δίκαιο παρέμεινε όπως το είχαν διαμορφώσει οι Ίσαυροι και το κυριότερο καινούργιο στοιχείο ήταν πως οι Μακεδόνες αφαίρεσαν τα προνόμια της Εκκλησίας.Τα Βασιλικά ήταν η τελευταία απόπειρα κωδικοποίησης ενός ολοκληρωμένου νομοθετικού πλαισίου. Από εκεί και έπειτα, η νομοθετική δραστηριότητα των αυτοκρατόρων περιορίζεται σε διατάγματα για επιμέρους ζητήματα και στην έκδοση επιτομών.

 

Το εκκλησιαστικό δίκαιο γνώρισε ανάπτυξη από την εποχή των Κομνηνών και το 1175 εξεδόθη η Εξήγησις Κανόνων από τον πατριάρχη Αντιοχείας Βαλσαμώνα, η μεγαλύτερη εργασία εκκλησιαστικού δικαίου.Οι υπάλληλοι του κράτους έπρεπε να γνωρίζουν τους νόμους και υπήρχαν νομικές σχολές, στις οποίες διδάσκονταν οι αρχές της επιστήμης, σχολές που ίδρυσε και ενίσχυσε ο Ιουστινιανός και αναμόρφωσαν ο Καίσαρας Βάρδας τον 9ο αι. και ο Κωνσταντίνος Μονομάχος το 1045.  

 

Ο αυτοκράτορας στην διοίκηση του κράτους είχε όλες τις αρμοδιότητες και όλες οι αποφάσεις ήταν δικές του. Ο χρόνος του όμως ήταν λίγος και δεν μπορούσε να είναι πανταχού παρών, για αυτό είχε βοηθούς και συμβουλάτορες.  Στις κυριότερες αποφάσεις του συμβουλευόταν ένα μικρό συμβούλιο, τα μέλη του οποίου προέρχονταν από την Σύγκλητο. Οι τίτλοι και τα αξιώματα άλλαζαν ανάλογα με τις εποχές και σε μερικές περιόδους μπορούσαν να αγοραστούν , συνήθεια που κατάργησε ο Ιουστινιανός γιατί βοηθούσε στην ανάπτυξη της διαφθοράς. Στο αυτοκρατορικό παλάτι υπήρχαν διάφοροι τίτλοι, οι οποίοι ήταν περισσότερο τιμητικοί και δεν συνεπάγονταν κάποια πραγματική εξουσία. Οι διάδοχοι, οι οποίοι στέφονταν όσο ζούσε ο βασιλιάς ονομάζονταν Καίσαρες και τον τίτλο αυτό είχαν και άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας, αλλά στην περίπτωση αυτή ήταν καθαρά τιμητικός. Την εποχή των Κομνηνών ο τίτλος αυτός ξέπεσε και αντικαταστάθηκε από διάφορους άλλους, όπως τον τίτλο του σεβαστοκράτορα και την εποχή των Παλαιολόγων τον τίτλο του Δεσπότη, που σήμαινε και τον άρχοντα κάποιας περιοχής. Ο Αλέξιος ο Κομνηνός ονόμασε τα μέλη της οικογένειας του σεβαστό, πρωτοσεβαστό και πανυπερσεβαστό, ενώ οι πεθεροί του λέγονταν βασιλεοπάτορες.

 

Η πρώτη κυρία των τιμών, μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας, ονομάζονταν Κυρία  Ζωστή. Όλοι αυτοί οι αξιωματούχοι, είχαν το δικαίωμα να τρώνε μαζί με τον βασιλιά στο αυτοκρατορικό τραπέζι. Τέλος, μια άλλη επωνυμία που είχε τεράστιο κύρος ήταν ο Πορφυρογέννητος, που δινόταν στα παιδιά του αυτοκράτορα που γεννιούνταν στην Πορφύρα, το δωμάτιο στο οποίο γεννούσε η αυτοκράτειρα.Οι Πορφυρογέννητοι θεωρούνταν σχεδόν ιερά πρόσωπα και ο λαός τους λάτρευε.  

 

Ο μεγαλύτερος τίτλος που μπορούσε να αποκτήσει κανείς ήταν ο Πατρίκιος, τίτλος που δημιούργησε ο Μέγας Κωνσταντίνος για λίγους αξιωματούχους. Με τον καιρό αυτοί πλήθυναν και έτσι τον 10οαι. δημιουργήθηκε ο τίτλος του Μάγιστρου, και λίγο αργότερα του Πρόεδρου. Οι τίτλοι αυτοί εξαφανίστηκαν με τον καιρό. Οι επαρχίες είχαν διαιρεθεί τον 4ο αι. σε τέσσερις μεγάλες περιοχές, κάθε μια από τις οποίες διοικούσαν οι Ύπαρχοι., ένα είδος αντιβασιλιά με οικονομική, δικαστική και διοικητική εξουσία. 

 

Την Κωνσταντινούπολη την διοικούσε ο Έπαρχος της πόλης, που έδινε αναφορά στον Ύπαρχο της πόλης. Ο ανώτατος λειτουργός της δικαιοσύνης ήταν ο Κοιαίστωρ του Ιερού Παλατίου και οι ανώτατοι οικονομικοί αξιωματούχοι ήταν ο Κόμης των Θείων Θησαυρών, που διαχειρίζονταν τα οικονομικά του δημοσίου και ο Κόμης της Ιδικής Κτήσεως, που διαχειριζόταν τα οικονομικά του αυτοκράτορα. Ο σπουδαιότερος λειτουργός του Παλατίου όμως ήταν  ο Μάγιστρος των Οφφικίων, που ήταν επικεφαλής όλων των πολιτικών υπηρεσιών. Ήταν τελετάρχης, διευθυντής του ταχυδρομείου και των μυστικών υπηρεσιών και οι αρμοδιότητες του συμπεριλάμβαναν και τις υποδοχές των ξένων αντιπροσωπειών. Στις διαταγές του είχε ένα αριθμό γραμματέων τους οποίους και κατεύθυνε στις εργασίες τους. Τον 6ο και 7ο αι. έγιναν διάφορες μεταρρυθμίσεις στο σύστημα διακυβέρνησης του κράτους, η σπουδαιότερη από τις οποίες ήταν η εισαγωγή των θεμάτων. Η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε ένα αριθμό επαρχιών, τα θέματα, τα οποία διοικούνταν από έναν αξιωματούχο, που είχε τόσο τις πολιτικές όσο και τις στρατιωτικές εξουσίες. Ο αρχηγός όλων αυτών των διοικητών ήταν ο Στρατιωτικός Μάγιστρος της Ανατολής. 

 

Ο στρατός κάθε θέματος διαιρείτο σε τρεις τούρμες και κάθε τούρμα σε τρεις μοίρες ή δρούγγες. Ο στρατηγός είχε πολλούς υπαλλήλους που τον βοηθούσαν στα πολιτικά του και στρατιωτικά του καθήκοντα, εξασκούσε πλήρη και απόλυτη εξουσία στο τόπο δικαιοδοσίας του , όμως ο διορισμός και η απόλυση του ήταν υπόθεση του αυτοκράτορα. Την μεταγενέστερη εποχή του Βυζαντίου οι υπάλληλοι του κράτους διαιρούνταν σε Κριτές και σεκρετικούς. Ο  σπουδαιότερος  Κριτής ήταν ο Έπαρχος της Πόλης, που ήταν ο αντιβασιλιάς όταν απουσίαζε ο αυτοκράτορας, επέβλεπε να τηρούνται οι εμπορικοί κανόνες και άκουγε τα παράπονα των συντεχνιών της πρωτεύουσας,και ήταν ο επικεφαλής στην απονομή της δικαιοσύνης και την λειτουργία των φυλακών. Τον βοηθούσε ο Κοιαίστωρ, που είχε κάποια νομοθετική εξουσία, επέβλεπε την διαχείριση της περιουσίας ανηλίκων, εκτελούσε τις διαθήκες και ήταν επικεφαλής ενός εφετείου.

 

Οι δύο αυτοί Κριτές είχαν στις διαταγές τους πολλούς υπαλλήλους. Τρίτος στην τάξη Κριτής ήταν ο επί των δεήσεων, που η εργασία του αφορούσε τις αιτήσεις προς τον αυτοκράτορα. Οι άλλοι υπάλληλοι, οι Σεκρετικοί, ήταν κυρίως οικονομικοί υπάλληλοι. Τα θησαυροφυλάκια ήταν πια 7, και αργότερα έγιναν και άλλες υποδιαιρέσεις και τη διαχείριση των οικονομικών είχαν διάφορα γραφεία, με επικεφαλής τον σακελλάριο. Μετά τον σακελλάριο υπήρχαν οι 4 λογοθέτες, του δρόμου, που σαν αρμοδιότητες είχε την επίβλεψη του ταχυδρομείου, τις εξωτερικές υποθέσεις και που συντόνιζε το κυβερνητικό έργο, του γενικού, που ήταν αρμόδιος για την είσπραξη των φόρων, του στρατιωτικού που μισθοδοτούσε τον στρατό, και των αγελών, που διαχειριζόταν τα κτήματα του βασιλιά. Άλλοι οικονομικοί υπάλληλοι ήταν οι Επόπτες, που εισέπραταν τους φότους στις επαρχιες, οι υπάλληλοι που επέβλεπαν τα κρατικά εργαστάσια,τα υδραγωγεία, οι τελωνειακοί υπάλληλοι,και οι γραμματείς που διαχειρίζονταν την κρατική φιλανθρωπία.  

 

Η άλωση της Πόλης το 1204 κατάστρεψε τον κρατικό μηχανισμό. Την εποχή των Παλαιολόγων προσπάθησαν να αναδιοργανώσουν την διοίκηση, αλλά η γενική φτώχεια είχε επίπτωση και στην οργάνωση του κράτους. Πολλά από τα αξιώματα έμειναν κενοί τίτλοι και ακόμα κι όταν αναφέρονται στις πηγές δεν εξασκούν πραγματική εξουσία. Ο επικεφαλής της διοίκησης την εποχή αυτή ήταν ο μέγας Λογοθέτης, που τον βοηθούσαν ο υπουργός των στρατιωτικών, ο μέγας δομέστικος και ο αρχηγός του στόλου, που λεγόταν μέγας Δουξ. Αλλά και ο πατριάρχης, μέσα στην γενική έλλειψη ασκούσε διοικητικά καθήκοντα.  

 

Οι Βυζαντινοί θεωρούσαν ότι η μόρφωση ήταν ένα σημαντικό πράγμα στην ζωή. Η απαιδευσία ήταν σχεδόν έγκλημα και σε κάθε περίπτωση γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας. Τα παιδιά διδάσκονταν γραμματική πριν από όλα, που εκτός από τη γνώση της γλώσσας σήμαινε και την γνώση των κλασικών συγγραφέων, ιδιαίτερα του Ομήρου. Στη συνέχεια , γύρω στα 14 του χρόνια, ο μαθητής διδασκόταν την ρητορική, ύστερα τη φιλοσοφία και στο τέλος αριθμητική, γεωμετρία, μουσική και αστρονομία. Μπορούσε να διδαχθεί επίσης ιατρική, νομικά και φυσική. Παράλληλα με την μόρφωση αυτή, το παιδί μάθαινε και θρησκευτικά. Το κείμενο αυτής της χωριστής μόρφωσης ήταν η Βίβλος. Οι δάσκαλοι ήταν οικοδιδάσκαλοι ή ανήκαν σε σχολές και πανεπιστήμια. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε ένα Πανεπιστήμιο, που τον 7ο αι. λόγω έλλειψης πόρων έκλεισε. Η Εκκλησία είχε την εποχή αυτή την εκπαίδευση στα χέρια της. Ο θείος όμως του Μιχαήλ Γ’, ο Καίσαρ Βάρδας ίδρυσε ένα νέο πανεπιστήμιο στην Μαγναύρα, στο οποίο διδάσκονταν όλες οι επιστήμες χωρίς προκαταλήψεις. Οι θρησκευτικές αρχές εξέφραζαν την αντίθεση τους, αλλά η παιδεία εξαπλωνόταν συνεχώς. Όμως τελικά και το πανεπιστήμιο του Βάρδα έκλεισε και όσοι ήθελαν να μορφωθούν ήταν αναγκασμένοι να παίρνουν στο σπίτι τους οικοδιδάσκαλους. 

 

Ο Κωνσταντίνος ο Μονομάχος, βλέποντας την τραγική κατάσταση της νομικής επιστήμης, ίδρυσε μια σχολή στην οποία διδάσκονταν νομικά , αλλά και φιλολογία, θεολογία και οι κλασικοί. Όλες αυτές οι σχολές υπάγονταν στον αυτοκράτορα, που διόριζε, πλήρωνε αλλά και απέλυε τους καθηγητές. Βιβλιοθήκες όμως δεν υπήρχαν, τα μοναστήρια είχαν κάποιες που ήταν όμως υποτυπώδεις και αποτελούνταν κυρίως από θεολογικά βιβλία. Υπήρχαν επίσης γραφείς που αντέγραφαν και βιβλία, αλλά η τιμή τους γενικά ήταν υψηλή και έτσι τα λαϊκά στρώματα δεν είχαν εύκολη πρόσβαση. Η λαμπρότερη εποχή της εκπαίδευσης στο Βυζάντιο, σε αντίθεση με τη γενική παρακμή, ήταν η εποχή των Παλαιολόγων. Τότε γεννήθηκαν οι σημαντικότερες μορφές στα γράμματα, αν και δεν ξέρουμε αν υπήρχαν σχολές κάποιας σημασίας.


Η επιρροή του Βυζαντίου 

 

Η επιρροή του Βυζαντίου και ο ρόλος που έπαιξε στη διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου είναι σπουδαίοι, αν και παραγνωρισμένοι από τους μελετητές. Πριν από όλα, ολόκληρη σχεδόν η Ανατολική Ευρώπη, χρωστά τον πολιτισμό της στο Βυζάντιο. Αλλά και η Δυτική Ευρώπη έχει πάρει αρκετά από την αυτοκρατορία της ανατολής, όπως επίσης και ο ισλαμικός κόσμος. Ο πλούτος της Πόλης, την έκαναν να μοιάζει στα μάτια των δυτικοευρωπαίων μια σχεδόν μυθική πολιτεία. Οι Σλάβοι πριν από όλους οφείλουν την αυτοσυνείδηση τους στο Βυζάντιο. Πολλές φορές προσπάθησαν να καταλάβουν την βασιλεύουσα, αλλά στο τέλος υπέστησαν την πιο ευεργετική επιρροή, όταν αποδέχθηκαν την Ορθοδοξία. Οι Βούλγαροι προσκύνησαν την Ορθόδοξη Εκκλησία , ενώ και οι Μοραβοί, που την εποχή εκείνη ήταν μεγάλη δύναμη, εντυπωσιασμένοι από το μεγαλείο της Πόλης ζήτησαν από τον αυτοκράτορα να τους αποστείλει κάποιους ιεραποστόλους για να τους γνωρίσει την Ορθοδοξία.

 

Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος, δύο αδέλφια από την Θεσσαλονίκη πήγαν στο Μοραβικό βασίλειο, και χωρίς υπερβολή εκπολίτισαν τους Σλάβους. Δημιούργησαν την γραπτή τους γλώσσα,και παρ’ όλο που στο τέλος οι Μοραβοί απαρνήθηκαν τους Βυζαντινούς με τελικό αποτέλεσμα την καταστροφή τους, το έργο των δύο αδελφών δεν χάθηκε χάρη στους Βούλγαρους οι οποίοι συνέχιζαν να δέχονται τους Βυζαντινούς σαν οδηγούς στον θρησκευτικό τομέα. Ο πολιτισμός των Βουλγάρων ήταν καθαρά Βυζαντινός στο πνεύμα του. Μεταφραστές απόδωσαν στα βουλγάρικα την Βίβλο, μυθιστορήματα και θεία κηρύγματα. Τα κτίρια και οι εκκλησίες αντέγραφαν μοντέλα από την Πόλη . Το ίδιο έγινε και με τους Σέρβους που είχαν εκχριστιανιστεί την εποχή του Κύριλλου και του Μεθόδιου. Αλλά και οι Ρώσοι χρωστούν τον πολιτισμό τους στους Βυζαντινούς. Αυτοί εκχριστιανίστηκαν το 989,πήραν την λειτουργία και το αλφάβητο από το Βυζάντιο και πολύ γρήγορα δημιούργησαν μια πρωτότυπη λογοτεχνία εμπνευσμένη από Βυζαντινά πρότυπα. 

 

Η επιρροή του Βυζαντίου συναντάται στην Αρμενία και την Γεωργία. Αν και η άμεση πολιτική και πολιτιστική επιρροή της δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, εντούτοις η Κωνσταντινούπολη εξασκούσε μια ακαταμάχητη έλξη, λόγω του πλούτου της, της οργάνωσης της  και του κύρους της. Έτσι οι πιο δραστήριοι Αρμένιοι πήγαιναν στην πρωτεύουσα για να πλουτίσουν, με αποτέλεσμα έπειτα να μεταφέρουν στην πατρίδα τους πολλά στοιχεία από τον Βυζαντινό τρόπο ζωής. Και αν και διατηρούσαν την ανεξαρτησία του βασιλείου τους με ζηλοτυπία σχεδόν, στις δύσκολες ώρες στο Βυζάντιο απευθύνονταν για να βρουν βοήθεια. Εξάλλου και το Αρμενικό αλφάβητο στο ελληνικό βασίζεται, παρ’ όλες τις διαφορές που έχει με αυτό. Η Αρμενική Εκκλησία διατήρησε την αυτονομία της από την Βυζαντινή, σε αντίθεση με την Γεωργιανή που είχε στενές σχέσεις μαζί της. Οι Γεωργιανοί γενικά ήταν λιγότερο ανεξάρτητοι από τους Αρμένιους και δέχονταν ευκολότερα τις Βυζαντινές επιρροές. Στην αρχιτεκτονική και στις διακοσμήσεις των χειρογράφων φαίνονται καθαρότερα οι επιρροές της Κωνσταντινούπολης. 

 

Ένα μεγάλο μέρος του Αραβικού πολιτισμού οφείλεται στον αντίστοιχο  Βυζαντινό, όπως είχε διαμορφωθεί στην Συρία και την Αίγυπτο. Η αρχιτεκτονική των Αράβων επηρεάστηκε από την τέχνη του Βυζαντίου, όπως και η φιλοσοφία και τα μαθηματικά τους. Τα πρώτα τζαμιά των Αράβων στην Δαμασκό χτίστηκαν από Έλληνες, ενώ και στη διαχείριση του κράτους οι χαλίφες χρησιμοποίησαν και Έλληνες γιατί είχαν το υψηλότερο πνευματικό επίπεδο. Τα οικονομικά του Αραβικού χαλιφάτου , μέχρι τον 8ο αι., τα κατέγραφαν στα Ελληνικά. Όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Βαγδάτη, η επίδραση του Βυζαντίου εξασθένισε αν και η πόλη αυτή χτίστηκε κατά μεγάλο μέρος της από Έλληνες. Πολλοί Άραβες πήγαιναν στην Κωνσταντινούπολη για να μορφωθούν και έδιναν μεγάλα ποσά σε Βυζαντινούς δασκάλους για να πάνε να διδάξουν στην Βαγδάτη.  

 

Η επίδραση του Βυζαντίου στα Ιταλικά γράμματα και η σημασία του στην Αναγέννηση είναι γνωστή. Σπουδαίοι σοφοί, όπως ο Πλήθων Γεμιστός και ο Χρυσολωράς, έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην γνώση των γραμμάτων και της φιλοσοφίας στη Δύση, τόσο που μπορούμε άνετα να πούμε πως η Αναγέννηση έχει πολλά χρέη προς το Βυζάντιο. Η επιρροή του κράτους της ανατολής όμως είχε ασκηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της αυτοκρατορίας. Πολλοί Ιρλανδοί μοναχοί του 7ου αι. μιλούσαν Ελληνικά, ενώ τον καιρό της εικονομαχίας αρκετοί καλλιτέχνες που διέφυγαν στη Δύση ζωγράφισαν τοιχογραφίες και συνέθεσαν ψηφιδωτά σε Ρωμανικές εκκλησίες. Γενικότερα οι Δυτικοί δέχονταν με επιδοκιμασία όλα τα πράγματα που προέρχονταν από το Βυζάντιο.Ο κυριότερος δρόμος αυτής της επιρροής ήταν το εξαρχάτο της Ραβέννας κι όταν αυτό έπαψε να υπάρχει το αντικατέστησε η Βενετία. 

 

Οι βενετσιάνοι αντέγραψαν σε πολλούς τομείς τα Βυζαντινά πρότυπα. Η σπουδαιότερη εκκλησία της Βενετίας, ο Άγιος Μάρκος, ήταν αντίγραφο των Αγίων Αποστόλων. Οι μεγαλύτεροι άρχοντες όλης της Ιταλίας έστελναν τα παιδιά τους στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσουν και αυτά γυρνούσαν πίσω φέρνοντας πολλές Βυζαντινές συνήθειες ,ενώ όλες οι πόλεις είχαν αντιπροσωπείες στην πρωτεύουσα για να ενισχύουν τις εμπορικές τους σχέσεις. Μια σημαντική στιγμή στην Βυζαντινή επίδραση έχουμε την εποχή του γάμου της Πορφυρογέννητης πριγκίπισσας Θεοφανούς με τον Όθωνα Β’, τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πολλοί Έλληνες από την Ν. Ιταλία και την ανατολή ακολούθησαν την πριγκίπισσα στην αυλή του Όθωνα. Την εποχή των σταυροφόρων οι συγκρούσεις Λατίνων και Βυζαντινών δεν βοήθησε στην ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ τους, αλλά την ύστερη περίοδο της αυτοκρατορίας οι Δυτικοί αντιλήφθηκαν τους θησαυρούς που ήταν κρυμμένοι στο Βυζάντιο -πνευματικοί θησαυροί εννοούμε- και οι λόγιοι του Βυζαντίου συνάντησαν εγκάρδια υποδοχή στην δύση. Με την άλωση τέλος της Κωνσταντινούπολης όλοι σχεδόν οι πνευματικοί άνθρωποι κατέφυγαν στην Δύση και εκεί υποκίνησαν την ανάπτυξη των μελετών των Ελληνικών γραμμάτων.  

 

Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453,ένας κόσμος φωτός που διήρκεσε 11 ολόκληρους αιώνες, έφτασε στο τέλος του. Ένας μεγάλος πολιτισμός, που έδωσε πολύ περισσότερα από ότι πήρε, έδυσε αμετάκλητα και οριστικά. Όλοι οι βάρβαροι λαοί, που ήρθαν σε επαφή μαζί του, κέρδισαν από  αυτόν και προόδευσαν πολιτιστικά. Άφησε μια σημαντικότατη κληρονομιά στις τέχνες και τα γράμματα, που όσο και να προσπαθούν κάποιοι να την υποβαθμίσουν, εντούτοις αντικειμενικά  βρίσκεται σε υψηλότερο επίπεδο από όλους τους πολιτισμούς της εποχής της. Το όνομα της πρωτεύουσας αυτού του βασιλείου έγινε θρύλος  και η ανάμνηση της υπάρχει σε όλους όσους ήρθαν σε επαφή μαζί της.  

 

Βιβλιογραφία

 

 

Οδηγός Βυζαντινών Νομισμάτων. (Εκδόσεις Γεωργιάδη) ISBN : 960-316-045-8.

Εγκυκλοπαίδεια 2002 - χθων. (Multimedia εφαρμογή της Librocom).

Εγκυκλοπαίδεια τομή 2000. (Multimedia εφαρμογή).

Bateson, J. D. and Campbell, I. G.  Byzantine and early medieval western european coins in the hunter coin cabinet. London: Oxford University Press, 1998. 

Bellinger, Alfred, Grierson, Philip and Hendy, Michael.  Catalogue of the Byzantine coins in the dumbarton oaks collection and in the whittemore collection. 5 vols. in 9 parts. Washington, DC: Dumbarton Oaks Research Library & Collection, 1966-1999+. 

Berk, Harlan J.  Eastern Roman successors to the sestertius. Joliet, IL: 1988. 

Berk, Harlan J.  Roman gold coins of the medieval world 383-1453 AD.  Joliet, IL: 1986. 

Grierson, Philip.  Byzantine coins. (Library of Numismatics.)  Berkeley, CA: University of California Press, 1982. 

Whitting, Philip D.  Byzantine coins. (The World of Numismatics.)  New York: G. P. Putnam's Sons, 1973. 

 

 

 

Από τον ΙΣΤΟΤΟΠΟ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΜΑΝΙΑ

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ........................2010 μ.Χ.