ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ . 1204-1261 μ. Χ. ΜΕΡΟΣ 1

ΥΠΟ ΕΠΑΜ. I. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΟΥ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ.

Εκστρατεία των Σταυροφόρων επί το Βυζάντιον.Εν έτει 1202-1204 Μ. Χ.

Περίεργος μεν εν γένει υπάρχει η μελέτη της ιστορίας του Βυζαντινού Κράτους, αλλ’ η αφήγησις της εποχής εκείνης, ήν προτιθέμεθα να σκιαγραφήσωμεν, δύναται να θεωρηθή ως η μάλλον περιεργοτέρα, διότι είνε ούτως ειπείν το προοίμιον της πτώσεως του Ελληνισμού, και η αρχή της υπάρξεως νέων εξουσιών, αγνώστων μεν το παράπαν πρότερον εις την Ανατολήν, μικρόν δε αναλόγως διαρκεσασών, αλλ’ εν τούτοις λίαν επενεργησασών εις την μετέπειτα υποδούλωσιν του Ελληνισμού υπό τον ζυγόν των Τούρκων. Βεβαίως αι εξουσίαι αύται δεν ήσαν το μόνον της υποδουλώσεως αίτιον, διότι τα σπέρματα της αποσυνθέσεως ενέκειντο εν αυτή των Βυζαντινών τη καταστάσει· ουχ ήττον όμως οι σταυροφορικοί πόλεμοι επήνεγκον θανατηφόρον επί της Βυζαντινής αυτοκρατορίας τραύμα και επροοιμίασαν, ως προείπομεν, την κατάπτωσιν αυτής.

Ίσως όπως γείνωμεν μάλλον καταληπτοί, ωφείλομεν ν’ ανατρέξωμεν εις προγενεστέρους χρόνους και εξεικονίσωμεν τα αίτια, τα επαγαγόντα τους σταυροφορικούς εκείνους πολέμους, διαγράψωμεν δε και τα κατ’ αυτούς· αλλά τότε ηθέλομεν παρεκτείνει τον λόγον πέραν του ημετέρου αντικειμένου, όπερ εστίν η ιστορία της υπό των Φράγκων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, δηλονότι η εξιστόρησις του τετάρτου σταυροφορικού πολέμου.

Και έν μόνον βλέμμα αν ρίψωμεν επί της τότε
καταστάσεως του Βυζαντίου, αρκεί να εννοήσωμεν την αθλιότητα εις ήν εκείνο διετέλει. Εστερημένον των αναγκαίων εις παν κράτος στηριγμάτων, του στρατού και του στόλου, έχον ταμείον κενόν, εξηντλημένον εις θρησκευτικάς διαμάχας, αίτινες ενώ ουδέν απέφερον το αγαθόν, τουναντίον διά της διαιρέσεως των πολιτών, καθ’ όν χρόνον η μεγίστη απητείτο σύμπνοια προς αντίκρουσιν των πολυαρίθμων εχθρικών επιδρομών, οικτρά είχον τα αποτελέσματα, εν απομονώσει διατελούν, πανταχόθεν καταπολεμούμενον, ωμοίαζε προς άνθρωπον θανατιώντα, του οποίου το τέλος επίκειται και άφευκτον και προσεχές· την δε αθλιότητα ταύτην επηύξανον αι των αυτοκρατόρων βδελυρίαι, αι μέχρι του μη περαιτέρω προβαίνουσαι. Μηδέν όσιον και ιερόν έχοντες ούτοι προσεπάθουν διά δολοφονιών, διά τυφλώσεων και διά παντοειδών κακουργημάτων, να ανέλθωσιν επί τον θρόνον, μηδόλως κατά νουν θέμενοι ότι τα αυτά επί τέλους και αυτοί ήθελον υποστή των όσων εις άλλους διεπράξαντο. Τοιουτοτρόπως ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Βατάτζης, τυφλώσας τον νόμιμον του Βυζαντινού κράτους κληρονόμον, Αλέξιον τον Κομνηνόν και επί τέλους δολοφονήσας αυτόν, ήρπασε την αρχήν· αλλά και η τούτου βασιλεία, μεστή βδελυρών κακουργιών γενομένη, διετέλεσε βραχυχρόνιος, διότι εφονεύθη και ο Ανδρόνικος μετά βασάνων, των οποίων η παρά Νικήτα τω Χωνιάτη ανάγνωσις εμποιεί φρίκην. Εμφανισθείς σιδηροδέσμιος ενώπιον του Ισαακίου, λέγει ο συγγραφεύς ούτος, ύβρεσι βάλλεται, κατά κόρρης ραπίζεται, τους γλουτούς επικρούεται, τον γένυν τίλλεται, τους οδόντας εκριζούται, τον έτερον των οφθαλμών εξορύσσεται, την κεφαλήν ψιλούται τριχών, εις κοινόν εκδίδοται παίγνιον, τύπτεται πυγμαίς, την δεξιάν χείρα αποκόπτεται και επί τέλος ρίπτεται εις φυλακήν άσιτος, άποτος, υπ’ ουδενός περιποιούμενος. Μετά τινας ημέρας εξορύσσεται και τον άλλον οφθαλμόν και καθεζόμενος επί ψωριώσης καμήλου, περιάγεται εις την αγοράν, ένθα εν μέσω αρρήτων σαρκασμών και ύβρεων αναρτάται από των ποδών και επί τέλους φονεύεται. Αλλ’ η θεία δίκη δεν άφησεν ατιμώρητον τον τοιαύτα κατ’ αυτού διαπραξάμενον και διάδοχόν του επί του θρόνου Ισαάκιον Άγγελον· διότι και ούτος εκθρονίζεται υπό του ιδίου αδελφού Αλεξίου και τυφλωθείς εν τη εις Βήραν μονή, ήν ο πατήρ του Ανδρονίκου είχεν οικοδομήσει, κλείεται μετά του υιού αυτού, Αλεξίου επίσης καλουμένου, εις ειρκτήν, εν τη οποία λαμβάνει την σκληράν πείραν πόσον ευκύλιστος είνε ο της τύχης τροχός.

Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Βυζαντίω, ετάρασσον την Ευρώπην αι μεταξύ Ριχάρδου του Λεοντοκάρδου, βασιλέως της Αγγλίας, και Φιλίππου Αυγούστου, βασιλέως της Γαλλίας, διαμάχαι· μόλις δε κατέπαυσαν αύται τη μεσολαβήσει του Πάπα, και ο βασιλεύς της Γαλλίας εγένετο παραίτιος νέου σκανδάλου, διότι αποπέμψας την σύζυγον αυτού Ιγγεβούργην, αδελφήν του βασιλέως της Δανίας, όπως νυμφευθή Αγνήν την εκ Μεραυίας, προυκάλεσε την οργήν του Ρωμαίου ποντίφικος, όστις αφού παντοιοτρόπως προσεπάθησεν εις μάτην να επαναγάγη τον Φίλιππον εις το καθήκον αυτού, επί τέλους υπέβαλεν αυτόν τε και άπαν το βασίλειον της Γαλλίας εις σφοδρόν εκκλησιαστικόν επιτίμιον, συνεπεία του οποίου οι ναοί εκλείσθησαν και πάσαι αι ιεροπραξίαι, μηδ’ αυτής της ταφής εξαιρουμένης, διεκωλύθησαν. Αλλά και η Γερμανία διετέλει εν μεγίσταις διαιρέσεσιν ένεκα του θανάτου του αυτοκράτορος Ερρίκου Α’. Αφ’ ετέρου ο Εμίρης Μαλέκ Αδέλ, κύριος μεγάλου μέρους της Μεσοποταμίας, βλέπων μετά λύπης την εν Συρία αποκατάστασιν των Φράγκων, την επελθούσαν κατόπιν των προηγουμένων σταυροφοριών, εσκέπτετο διά τίνος μέσου εδύνατο ν’ απαλλαγή των θανασίμων τούτων εχθρών, ουδ’ επαύετο παρενοχλών παντοιοτρόπως και απειλών αυτούς, καταδιώκων δε και τους προσκυνητάς, οίτινες μετέβαινον όπως επισκεφθώσι τον τάφον του Κυρίου.

Τοιαύτη ην εν συνόψει η κατάστασις των πραγμάτων, ότε εφημέριός τις της Νευλλής, Φούλκος ονόματι, ήρξατο προκηρύσσων νέαν κατά των απίστων σταυροφορίαν. Ο ιερεύς ούτος σκανδαλώδη το πρώτον βίον διαγαγών, αλλ’ είτα διά της μετανοίας τα σφάλματα αυτού καθαρίσας, και της ευγλωττίας το χάρισμα κεκτημένος, περιήρχετο τας διαφόρους της Γαλλίας επαρχίας, τη προσκλήσει μάλιστα των επισκόπων, αναζωπυρών τον ζήλον τον Χριστιανών από τε του άμβωνος και εν τοις περιπάτοις, πλείστα δε υπισχνούμενος εις τους λαμβάνοντας τον σταυρόν κατά των απίστων. Οι ακούοντες αυτού έλεγον ότι ωμίλει τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος, πλείστοι δε των περιωνύμων τότε κληρικών συνετάχθησαν αυτώ, εν οίς ο Μαρτίνος Λίτζιος, ο Ερλοΐνιος, ο Ευστάθιος αββάς του Φλέη και άλλοι, οίτινες, καίτοι μη έχοντες την αυτήν του Φούλκου ευγλωττίαν, υπό του αυτού όμως ενεπνέοντο ζήλου. Αφ’ ετέρου ο τω 1178 επί τον παπικόν θρόνον αναβάς Ιννοκέντιος Γ’., ανήρ τολμηρός και μέχρι φανατισμού υπέρμαχος της εκκλησίας κατά των αιρέσεων, δεν έλειπε παντί σθένει να υποβοηθή των κηρύκων τας ενεργείας, καραδοκών την εν τη Ανατολή επέκτασιν της εξουσίας του. Ενθέρμως, δ’ επεπόθει την εκστρατείαν ο τε βασιλεύς της Γαλλίας Ερρίκος, όπως εκβιάση ούτω τον Πάπαν ν’ αποσύρη το κατά του Κράτους αυτού επιτίμιον, και οι άλλοι των ηγεμόνων και βαρώνων, έκαστος δι’ ιδίους σκοπούς, ολίγιστοι δε υπό ενθέου ελαυνόμενοι ζήλου (1).

Των ηγεμόνων οίτινες απεφάσισαν ν’ αποδυθώσιν εις τον αγώνα, επρώτευον Θιβώτιος ο Δ’, κόμης της Καμπανίας, και ο Λουδοβίκος, κόμης της Σάρτρης και του Βλοά, αμφότεροι συγγενείς στενοί των βασιλέων της Γαλλίας και της Αγγλίας. Αυτοίς δε συνείποντο ο Γοδοφρέδος, κόμης της Πέρσης, Ματθαίος ο Μοντμορενσή, Γούης ο φρούραρχος του Γουσή, Γοδοφρέδος ο Βιλλαρδουίνος, πρωτοστράτωρ Καμπανίας, όστις κατέλιπε διήγησιν αρκούντως περίεργον της εκστρατείας ταύτης, Βαλδουίνος ο κόμης Φλάνδρας

και Αϊνώ μετά των δύο αδελφών του Ερρίκου και Ευσταθίου, Ούγος ο κόμης του Αγίου Παύλου, ο Σίμων κόμης της Μονφεράτης, ο Ρενώ κόμης του Μοντρεάλλου, Ευράρδος ο εκ Μονταίνης, οι κόμητες Γωτιέρος και Ιωάννης Βρυέννιος, ο Μανασής Δελίσλης, οι Άγγλοι κόμητες του Νόρβιγκ και Νυρθαμπτών και άλλοι· μεταξύ δε των εκκλησιαστικών, οίτινες απεφάσισαν να λάβωσι τον σταυρόν, διεκρίνοντο οι επίσκοποι Σοασώνος, Βάλης, Λάγγρης, και Αλβερστάδης, οι αββάδες Λώνζης, Βωκερνέης και άλλοι. Το όλον των ούτω συνηγμένων ιπποτών συνεποσούτο εις τετρακισχιλίους και πεντακοσίους, ών έκαστος συνωδεύετο υπό δύο ιπποκόμων (2).

Συνελθόντων των πρώτων αρχηγών της σταυροφορίας εις Βοασώνα και είτα εις Κομπιένην, απεφασίσθη να δοθή η αρχηγία της αγίας ταύτης εκστρατείας εις τον Θιβώτιον, κόμητα Καμπανίας, το εικοστόν και τέταρτον της ηλικίας έτος μόλις άγοντα, αλλά περιβόητον όντα επί ταις στρατιωτικαίς αυτού αρεταίς· σύναμα δε απεφασίσθη όπως ο στρατός των σταυροφόρων μεταβή διαπόντιος εις την Ανατολήν. Προς τούτο επέμφθησαν εις Ενετίαν έξ πρεσβευταί, ίνα επιτύχωσι παρά της δημοκρατίας εκείνης τα αναγκαία προς μεταφοράν των ανδρών και των ίππων πλοία, διότι η Ενετία ην τότε εις το έπακρον της δόξης και ευημερίας αυτής. Δόγης της δημοκρατίας ήτο κατά την εποχήν εκείνην ο Ερρίκος Δάνδολος, ανήρ moult preus et moult saiges, κατά τον Βιλλαρδουίνον, ή ως το Χρονικόν του Μωρέως λέγει (3)

Πάσης τιμής αξίας
άνθρωπος ήτο, φρόνιμος, πολλά χαριτωμένος.

αλλ’ ουχ ούτω και υπό Νικήτα του Χωνιάτου εικονιζόμενος. «Πηρός μεν ην, λέγει ούτος, τας όψεις και τω χρόνω πέμπελος, επιβουλότατον δε πράγμα Ρωμαίοις και φθονερώτατον, ός παιπάλημα ων αγυρτείας, και φρονιμώτερον των φρονίμων εαυτόν ονομάζων και δοξομανών ως ουχ έτερος θανάτου ετιμάτο, το μη τίσασθαι Ρωμαίοις δίκας της ες το γένος αυτού παρινοίας.» Ιστορικοί τινες βεβαιούσιν ότι ετυφλώθη τους οφθαλμούς κατά τινα εν Κωνσταντινουπόλει διατριβήν αυτού υπό του αυτοκράτορος Μανουήλ του Κομνηνού· αλλ’ η αποδιδομένη εις τον αυτοκράτορα τούτον πράξις φαίνεται όλως συκοφαντία, διότι οι πλείστοι και αξιολογώτεροι των ιστοριογράφων, καίτοι διομολογούντες την τύφλωσιν του ογδοηκονταετούς ήδη γέροντος, εξ άλλων όμως αιτιών αποφαίνονται αυτήν προελθούσαν, ως ο Βιλλαρδουίνος εκ παραδείγματος λέγει ότι ο Δάνδολος έχασε την όρασιν κατά τινα μάχην.

Ελθόντες οι πρεσβευταί εις Ενετίαν εξέθηκαν το αίτιον της αποστολής αυτών εις τον Δόγην, αιτούμενοι την παραχώρησιν πλοίων διά την μεταφοράν τεσσάρων χιλιάδων και πεντακοσίων ίππων και εικοσιπεντακισχιλίων ανδρών, προς δε και την επί εννέα μήνας προμήθειαν όλων των τροφών του στρατού. Ο Δόγης υπεσχέθη εν ονόματι της δημοκρατίας ίνα διευκολύνη πάντα ταύτα επί πληρωμή ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων μαρκών αργυρίου ή δύο εκατομμυρίων και διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων φράγκων. Και επειδή δι’ ιδίους σκοπούς ο Δάνδολος δεν ήθελε να μείνη ξένη η Ενετία των σταυροφοριών, επρότεινε να εξοπλίση και ούτος πεντήκοντα γαλέρας υπέρ των σταυροφόρων, επιφυλασσομένου τη Ενετία του ημίσεως των κατακτήσεων, αίτινες ήθελον γίνει εις την Ανατολήν. Ταύτα δε πάντα εγένοντο δεκτά εν ιδιαιτέρα συνδιασκέψει· αλλ’ έπρεπε να εγκριθώσι και υπό του λαού. Και δη, συνελθόντων πάντων εν τω περικαλλεί του αγίου Μάρκου ναώ, μετά την επίκλησιν του Αγίου Πνεύματος, εγερθέντες οι πρεσβευταί των σταυροφόρων, απήγγειλαν τα επόμενα, δεικνύοντα τα απλοϊκά της εποχής εκείνης ήθη. «Οι κύριοι και βαρώνοι της Γαλλίας, οι ισχυρότεροι και μεγαλείτεροι, εξαπέστειλαν ημάς ίνα σας παρακαλέσωμεν εν ονόματι του Θεού να λάβητε οίκτον υπέρ της Ιερουσαλήμ, της δουλευούσης τοις Τούρκοις, και τους διευκολύνητε όπως εκδικηθώσι το αίσχος του Ιησού Χριστού. Προυτίμησαν δε να απευθυνθώσι προς υμάς, διότι γνωρίζουσιν ότι δεν υπάρχει λαός θαλάσσιος ισχυρότερος. Εν ταυτώ μας εσύστησαν να ριφθώμεν εις τους πόδας σας και μη εγερθώμεν, πριν ή επακούοντες των ικεσιών ημών, οικτείρητε την Αγίαν Γην.» (4) Και οι πρεσβευταί κλαίοντες εγονυπέτησαν· λαβών δε τότε τον λόγον ο Δάνδολος, παρώρμησε το πλήθος όπως αποδυθή εις τον αγώνα, ειπών, ως το Χρονικόν του Μωρέως λέγει·

Άρχοντες, φίλοι και αδελφοί, σύντροφοι, συγγενείς μου.
Οράτε πώς μας αγαπά ο Κύριος της δόξης·
Τιμήν και διάφορον πολύ μας έστειλεν εμπρός μας,
Όταν το έθνος της Φραγκιάς, αυθέντες οι μεγάλοι
Ήλθαν παρακαλώντας μας ‘ς την χώραν μας απάνω,
Να δώσουν το λογάριν τους κ’ εμείς τα πλευτικά μας.

Ο λαός συγκινηθείς τότε εκραύγασε μια φωνή, ότι αποδέχεται τας συμφωνίας του Δόγου, και εν μέσω ενθουσιασμού και αφάτου χαράς αντηλλάχθησαν τα αναγκαία έγγραφα των αμοιβαίων υποχρεώσεων, άτινα, πεμφθέντα εις Ρώμην, έτυχον και της εγκρίσεως του Πάπα.

Όταν οι έξ πρεσβευταί επανήλθον εις Καμπανίαν, εύρον τον κηρυχθέντα ως αρχηγόν της σταυροφορίας Θιβώτιον, επικινδύνως ασθενή. Ούτος μαθών την αισίαν έκβασιν της αποστολής των τοσούτον εχάρη, ώστε και απεβίωσεν εκ της χαράς· οι δε ιππόται και βαρώνοι συνελθόντες όπως διορίσωσι διάδοχον αυτού, εξελέξαντο τοιούτον τον Βονιφάτιον μαρκήσιον της Μονφεράτης, άνδρα ανήκοντα εις οικογένειαν ηρωικήν και πολλάκις τους απίστους καταπολεμήσαντα. Ελθών ούτος εις Σοασώνα εδέξατο τον σταυρόν από τας χείρας του εφημερίου του Νευλλή και προυκηρύχθη αρχηγός μετά μεγίστης παρατάξεως εν τη Εκκλησία της Παναγίας (5).

Εν τούτοις μετά διετή προπαρασκευήν οι σταυροφόροι διελθόντες τας Άλπεις, αφίκοντο εις Ενετίαν, ένθα εύρον τον στόλον έτοιμον να τους μετακομίση· αλλ’ οι Ενετοί υπό του εμπορικού κέρδους μάλλον, ή υπό του προς την θρησκείαν ζήλου εμπνεόμενοι, προσεκάλεσαν τους βαρώνους να πληρώσωσιν αυτοίς προκαταβολικώς τον συμπεφωνημένον ναύλον, τούτο δε προυκάλεσε μεγίστην δυσαρέσκειαν, διότι οι πλείστοι των ιπποτών εστερούντο χρημάτων, ώστε εδέησε πολλοί των αρχηγών να πωλήσωσι πάν ό, τι εκέκτηντο όπως ικανοποιήσωσι τας απαιτήσεις των Ενετών. Αλλ’ επειδή και ούτω δεν εισεπράσσετο το ποσόν ολόκληρον των ογδοήκοντα πέντε χιλιάδων μαρκών, ο Δόγης Δάνδολος ηθέλησε να επωφεληθή της περιστάσεως και προσεκάλεσε τους σταυροφόρους προς εξόφλησιν να προσφέρωσι την συνδρομήν αυτών όπως καθυποτάξη την εν Δαλματία πόλιν Ζάραν, ήτις μη υπομένουσα τας της Ενετίας καταπιέσεις επανέστη και ανεκήρυξεν ως κύριον αυτής τον της Ουγγαρίας βασιλέα. Οι σταυροφόροι αντέστησαν κατά πρώτον εις την πρότασιν ταύτην, λέγοντες ότι έλαβον τα όπλα να πολεμήσωσιν όχι προς τους Χριστιανούς, αλλά προς τους απίστους, ότι ο βασιλεύς της Ουγγαρίας, κύριος της Ζάρας, ήτον ου μόνον Χριστιανός, αλλ’, έλαβεν επίσης και τον σταυρόν μετά του αδελφού του Ανδρέου, και ότι αναμιγνύμενοι εις τον πόλεμον εκείνον ήθελον υποκύψει εις το ανάθεμα του πάπα, επιβαλόντος τοιούτο καθ’ ούτινος ήθελε προσβάλει τους σταυροφόρους· αλλ’ επιμείναντος του Δόγου, οι ιππόται ηναγκάσθησαν να ενδώσωσι, καίτοι του πάπα πέμψαντος τον καρδινάλιον της Καπύης προς τον Δόγην όπως τον αποτρέψη της εκστρατείας ταύτης.

Ενώ οι σταυροφόροι ητοιμάζοντο ν’ αναχωρήσωσιν εξ Ενετίας, ο εν τη ειρκτή μετά του πατρός αυτού Ισαακίου εγκεκλεισμένος Αλέξιος, διαλαθών τους φύλακας αυτού επέτυχε να δραπετεύση και υπ’ ολίγων τινών παρακολουθούμενος να μεταβή εις την Εσπερίαν επί τη ελπίδι ότι οι εκεί βασιλείς εδύναντο να επαναγάγωσιν αυτόν εις τον θρόνον του Βυζαντίου. Και πρώτον μεν απηυθύνθη προς τον ηγεμόνα της Σοαβίας Φίλιππον, σύζυγον της θείας αυτού Ειρήνης, αλλ’ ούτος απησχολημένος ων εις ετέρους πολέμους ουδεμίαν συνδρομήν εδύνατο να τω παράσχη, ηρκέσθη δε απλώς να τον συμβουλεύση, ειπών·(6)

Υιέ και ανεψιέ μου,
Το τι να σε πήσω, ουδέν έχω, εις τούτο οπού με λέγεις,
Όμως μαντάτα ήκουσα (συντόμως με τα φέραν)
Το πώς το πλήθος των Φραγκών, όπου υπάσι στην Συρίαν
Εκεί στον τάφον του Χριστού, στην Βενετιάν εσώσαν·
Λοιπόν εμένα φαίνεται, αν θέλης να το πήσης
Και δυνηθής να υποσχεθής, τούτο του πάπα Ρώμης,
Ότι να ορίση τον λαόν αυτών των περεγρίνων
Ν’ αφήσουν το ταξείδι τους εκείνο της Συρίας
Να παν ς’ την Κωνσταντινούπολιν να σε την παραδώσουν
Να πήση το βασίλειόν σου, να έχης την αυθετείαν,
Και να ποιήση τους Ρωμαιούς να προσκυνούν τον πάπαν,
Της Ρώμης γαρ την εκκλησιάν, σύμβασιν να ποιήσουν
Να ήναι ένα μετ’ εμάς εις του Χριστού την πίστιν.
Ούτως ελπίζω και θαρρώ να έχης την βασιλειάν σου.

Ήρεσεν η συμβουλή αύτη εις τον Αλέξιον, και δη έπεμψε πρέσβεις προς τους σταυροφόρους, ίνα επικαλεσθή την συνδρομήν των. Ο Δόγης της Ενετίας, ευρών ευκαιρίαν όπως ταπεινώση τους αμειλίκτους αυτού εχθρούς Πισσαίους, έπεισε και τους λοιπούς σταυροφόρους, καραδοκούντας κέρδη μεγάλα, να συνεκστρατεύσωσιν επί το Βυζάντιον, ενώ προηγουμένως προυτίθεντο να προσβάλωσι την Αίγυπτον, έδραν ούσαν των Σαρακηνών και των Τούρκων· ως όρον δε της συνδρομής ταύτης, έθετο την πληρωμήν διακοσίων χιλιάδων μάρκων αργυρίου, την επί έν έτος διατήρησιν του στρατού και του στόλου των σταυροφόρων υπό του Αλεξίου, την υποχρέωσιν του να τους συνοδεύση ούτος προσωπικώς εις Συρίαν, να διατηρή εφ’ όρου ζωής πεντακοσίους ιππότας εις Ιερουσαλήμ και τέλος να υποτάξη τω πάπα την Ελληνικήν εκκλησίαν. Και οι μεν πρεσβευταί παρεδέξαντο ταύτα, ο δε σταυροφορικός στόλος, συγκείμενος εκ τετρακοσίων ογδοήκοντα πλοίων, ών διακόσια τεσσαράκοντα ήσαν πολεμικά, εβδομήκοντα έφερον ζωοτροφίας και μηχανάς, εκατόν είκοσιν ήσαν ιππαγωγά, και πεντήκοντα γαλέραι Ενετικαί, απέλευσε τη 8 Οκτωβρίου 1202 εξ Ενετίας εις Ζάραν την οποίαν και εκυρίευσαν. Διαχειμάσας δ’ εν αυτή, ητοιμάζετο ν’ απέλθη εκείθεν κατά Απρίλιον του 1203 ότε αφίκετο αυτόσε ο Αλέξιος συνοδευόμενος υπό Γερμανών τινων κυρίων προς τούτο ταχθέντων υπό του ηγεμόνος Φιλίππου· γενόμενος δε δεκτός, κατά την αρχαϊκήν έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, a mult grand joie et a mult grand honor, επεκύρωσε τας συμφωνίας των πρεσβευτών του, διότι «χαλίφρον όν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, και πραγμάτων αδαές μειράκιον, ούτε ηκριβολόγησέ τινα των ζητημάτων, ούτε μην το μισορώμαιον φρόνημα των Λατίνων οπωσούν εβάλλετο κατά νουν.» (7)

Άραντες οι σταυροφόροι εκ Ζάρας, κατηυθύνθησαν εις Κέρκυραν· ενώ δε ο στόλος αυτών έπλεε προς την Κωνσταντίνου πόλιν, ο αυτοκράτωρ Αλέξιος ύπνωτε βαρέως, ότε δε ανένηψεν εκ του ληθάργου και απεφάσισε διά πρέσβεων προς τον πάπαν να προλάβη την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, ήτον ήδη πολύ αργά. Οι σταυροφόροι αναχωρήσαντες εκ Κερκύρας τη 24 Μαΐου, και διά του Αιγαίου πελάγους πλεύσαντες αγκυροβόλησαν εις το έξωθεν της Κωνσταντινουπόλεως προάστειον του Αγίου Στεφάνου. Η θέα της μεγάλης εκείνης πόλεως, τα υψηλά τείχη και οι πλούσιοι πύργοι της ετάραξαν τους σταυροφόρους, ώστε κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου il n’ y ot si hardi cui li cuer ne fremist. Εκεί αποβιβασθέντες οι κόμητες και οι βαρώνοι συνεκρότησαν συμβούλιον, λαβών δε τον λόγον ο Δόγης της Ενετίας είπεν· «Άρχοντες, γνωρίζω κάλλιον πάντων υμών τον τόπον τούτον, διότι και άλλοτε ήλθον. Ανελάβατε το μεγαλείτερον έργον και την κινδυνωδεστέραν επιχείρησιν, αφ’ όσας ποτέ άνθρωποι επεχείρισαν, ώστε πρέπει να προβώμεν συνετώς. Μάθετε ότι αν υπάγωμεν εις την ξηράν, αύτη είνε μεγάλη και εκτενής, οι δε ημέτεροι εισι πτωχοί και πάσχουσιν έλλειψιν τροφών, ώστε αν διασπαρώμεν εις τας πεδιάδας προς εύρεσιν τοιούτων, θέλομεν φθείρεσθαι υπό των εγχωρίων, ενώ ημείς είμεθα ολίγοι και έχομεν να πράξωμεν πολλά. Εδώ πλησίον κείνται νήσοι τινες, ας δύνασθε να ιδήτε εντεύθεν, κατωκημέναι και έχουσαι σίτους, κρέα και τα λοιπά επιτήδεια. Ας υπάγωμεν να ελλιμενισθώμεν εκεί ίνα επιτοπίως λάβωμεν τας τροφάς· όταν δ’ εφοδιασθώμεν, τότε πορευόμεθα επί την πόλιν και πράττομεν ό, τι ο στρατάρχης μας διατάξη, διότι καλλίτερον πολεμεί ο έχων τροφάς ή ο μη έχων.»

Ευρόντες συνετήν την γνώμην του Δόγου οι σταυροφόροι διενυκτέρευσαν την νύκτα εκείνην εις τον Άγιον Στέφανον, την δ’ επιούσαν ήραν τας αγκύρας όπως πλείωσιν εις τας νήσους των Πριγγίπων· αλλ’ άνεμος εναντίος πνεύσας τους ηνάγκασεν αντί του εις τας νήσους των Πριγγίπων πλοός των να συμπροσαράξωσιν εις Χαλκηδόνα, ενώ οι εκ του Βυζαντίου συνηγμένοι εις τας επάλξεις των τειχών παρετήρουν αυτούς μετά θαυμασμού. Εις Χαλκηδόνα οι αρχηγοί των σταυροφόρων κατέλαβον περικαλλές τι ανάκτορον, ο δε στόλος ένεκα της ελλείψεως λιμένος, ηναγκάσθη μετά τρεις ημέρας να κατευθυνθή εις Χρυσούπολιν, ένθα αφίκοντο διά ξηράς και οι ιππόται. (8)

Βεβαίως έπρεπε να πλησιάση τοσούτον ο κίνδυνος διά να ανανήψη ο αυτοκράτωρ του Βυζαντίου εκ του ληθάργου του, διότι μέχρι της στιγμής εκείνης ουδέν μέτρον προς άμυναν έλαβε. Τα ολίγα πλοία άτινα είχεν, εστερούντο των προς πλουν επιτηδείων, καθόσον ο μέγας ναύαρχος του κράτους Μιχαήλ Στρυφνός, σύζυγον έχων την αδελφήν της αυτοκρατείρας, ωφελήθη της συγγενείας ταύτης διά να πλουτίση ανταλλάσων προς χρυσίον τας αγκύρας, τα ιστία, την ξυλείαν και αυτούς έτι τους ύλους των πλοίων. Ότε λοιπόν ο αυτοκράτωρ είδεν εν Χρυσουπόλει τους Λατίνους, εξήλθε της απραξίας αυτού, διέταξε να εξοπλίσωσιν είκοσι σεσηπυίας γαλέρας, και να κατεδαφίσωσι τας έξωθεν επί των τειχών ερειδομένας οικίας, και παρασκευάσας τον στρατόν του ανέλαβε την αρχηγίαν αυτού όπως αποκρούση πάσαν προσβολήν των εχθρών. (9)

Εν τούτοις οι σταυροφόροι ήρξαντο να διατρέχωσι τας πλουσίας πεδιάδας, αίτινες εκτείνονται εκείθεν της Χρυσουπόλεως. Απόσπασμα αυτών προβάν ολίγον, παρετήρησε σκηνάς τινας, εν αίς διέμενεν ο μέγας δουξ μετά πεντακοσίων στρατιωτών. Οι σταυροφόροι ώρμησαν κατ’ αυτών, και μετά ολιγοχρόνιον μάχην τους έτρεψαν εις φυγήν και εκυρίευσαν τας τροφάς, τας σκηνάς αυτών και πολλά ζώα. Τοσούτον δ’ ετάραξεν η ήττα αύτη τους εν Βυζαντίω, ώστε ψυχάρπαγας αγγέλους και χαλκηλάτους ανδριάντας εθεώρησαν τους Φράγκους, και οι μεν έπιπτον, οι δε εδραπέτευον και μάλιστα οι στρατηγοί ως κρουδέλαφοι, κατά την έκφρασιν του Νικήτα, πλέον δείλανδροι.

Την επιούσαν της ήττης ταύτης, ενώ οι άρχοντες των σταυροφόρων συνεσκέπτοντο εν τοις ανακτόροις της Χρυσουπόλεως, αφίκετο εκ μέρους του αυτοκράτορος απεσταλμένος τις προς αυτούς, καλούμενος Νικόλαος Ρόσσης εκ Λομβαρδίας, όστις αφού εχαιρέτησεν αυτούς εν ονόματι εκείνου, τοις έλεξε τάδε· «Ο αυτοκράτωρ οίδεν ότι είσθε οι μεγαλείτεροι και ισχυρότεροι άρχοντες εκ των μη φερόντων στέμμα, και ότι ηγείσθε των ανδρειοτέρων του κόσμου λαών· απορεί όμως πώς ενώ όντες, ως και αυτός, Χριστιανοί, ήλθατε εις τα κράτη του, χωρίς να τον ειδοποιήσητε και ζητήσητε την συγκατάθεσίν του. Έμαθεν ότι πρώτιστος υμών σκοπός εστιν η απελευθέρωσις του Αγίου Τάφου. Αν, όπως εκπληρώσητε τον σκοπόν σας, έχητε χρείαν τροφών, θα σας δώση τοιαύτας προθύμως, μηδενός φειδόμενος όπως σας συνδράμη· αλλά σας εξορκίζει ν’ αποσυρθήτε του κράτους του, καίτοι δυναμένου να σας εκβιάση προς τούτο, διότι η δύναμίς του είναι τόσον μεγάλη, ώστε και εικοσάκις πλείονες αν ήσθε, δεν εδύνασθε να σωθήτε και διαφύγητε την οργήν του, αν ήθελε να σας προσβάλη και κακοποιήση». Προς ταύτα δε αναστάς ο ιππότης Κόνων Πετούνης, όστις ήτο bons chevaliers et sages et bien eloquens, αντέλεξεν. «Ωραίε κύριε, ο αυτοκράτωρ απορεί, διότι εισήλθομεν εις τα κράτη του· η γη όμως ήν πατούμεν, γνωρίζεις καλώς ότι δεν ανήκει εις αυτόν, επειδή την κατέχει αδίκως και εναντίον του τε θείου και των ανθρωπίνων νόμων, αλλ’ ανήκει εις τον ανεψιόν του, όν βλέπεις μέσω υμών. Αν θέλη να τω αποδώση το στέμμα και επικαλεσθή το έλεός του, τότε θα παρακαλέσωμεν και ημείς τον Ισαάκιον και τον υιόν του ίνα τω συγχωρήση και τω εξασφαλίση πόρον ζωής ικανόν και ανάλογον της θέσεώς του· αν δε δεν δεχθή να πράξη τούτο, μη τολμήσης πλέον να έλθης παρ’ ημίν φέρων τοιαύτας προτάσεις.» Και ούτως ο πρεσβευτής απήλθεν άπρακτος, ο δε αυτοκράτωρ φοβούμενος τους εν τη πόλει πολυαρίθμους παροίκους Λατίνους, εξεδίωξεν αυτούς παραχρήμα.

Την επιούσαν οι βαρώνοι και οι ιππόται απεφάσισαν να δοκιμάσωσι την διά της πειθούς ανάβασιν του παρ’ αυτών προστατευομένου επί του θρόνου. Επιβάντες λοιπόν επί των γαλερών, επί μιας των οποίων ήτο και ο νέος Αλέξιος έχων εκατέρωθεν τον Δόγην της Ενετίας και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, επλησίασαν εις τα τείχη της πόλεως, και τότε κήρυξ τις ήρξατο κραυγάζων ταύτα «Ιδού ο νόμιμος κύριός σας. Μάθετε ότι ήλθομεν όχι όπως σας κακοποιήσωμεν, αλλ’ όπως σας φρουρήσωμεν και υπερασπίσωμεν, αν πράξητε ό, τι πρέπει. Γνωρίζετε ότι εκείνος, ώ δουλεύετε, κακεντρεχώς και παραλόγως κατέλαβε την αρχήν, ουδ’ αγνοείτε πόσον παρανόμως προσηνέχθη προς τον κύριον αυτού. Βλέπετε, ιδού ο κληρονόμος του Ισαακίου· αν έλθητε προς αυτόν, εκπληροίτε το καθήκον σας, άλλως μάθετε ότι θα σας κακοποιήσωμεν, όσον δυνηθώμεν.» Επειδή όμως ουδείς εκ των επάλξεων απεκρίνατό τι, οι ιππόται απεφάσισαν να προπαρασκευασθώσιν εις πόλεμον. (10)

Τη 6 Ιουλίου 1204 συνελθόντες οι βαρώνοι εν συμβουλίω εις την πεδιάδα της Χρυσουπόλεως, ένθα τανύν υπάρχει το Οθωμανικόν Κοιμητήριον, απεφάσισαν όπως ο μεν στόλος εισέλθη εις Βόσπορον, ο δε στρατός διαιρεθείς εις έξ φάλαγγας προσβάλη τον αυτοκράτορα, όστις ιδών τας προπαρασκευάς των σταυροφόρων, είχε στρατοπεδεύσει εις την από των νυν κανονοστασίων (Τοπ-Χανέ) μέχρι του Διπλοκιονίου (Μπεσίκ-τας) ακτήν μετά πολυαρίθμου στρατού, ού η θέα επί τοσούτον εξήγειρε τους σταυροφόρους, ώστε ils ne demendent mie chasquns qui doit aller devant. Εκ των έξ φαλαγγών, την πρώτην, την και εμπροσθοφυλακήν, εδιοίκει ο Βαλδουίνος κόμης της Φλάνδρας, την δευτέραν ο Ερρίκος, αδελφός του Βαλδουίνου, την τρίτην ο Λουδοβίκος κόμης του Βλοά, την τετάρτην ο Ούγος κόμης του αγίου Παύλου, την πέμπτην Ματθαίος ο εκ Μοντμορενσή και την έκτην, την και οπισθοφυλακήν, ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Αλλ’ ο χαύνος Αλέξιος μη τολμών να συμπλακή προς τους στραυροφόρους εθεώρησε κατάλληλον να εγκαταλείψη το στρατόπεδόν του και αποσυρθή εις την πόλιν, αφίνων ούτω κυρίους του Γαλατά τους Λατίνους, οίτινες εισήλθον τέλος και εις αυτό το φρούριον αυτού, αφού οι εντός απεπειράθησαν επί μικρόν να τους αντικρούσωσι. Μετά ταύτα δε θραύσαντες την μεγάλην άλυσον, ήτις εκώλυε την είσοδον του λιμένος και εισελθόντες εις αυτόν, εκυρίευσαν και τας των Βυζαντινών γαλέρας.

Μετά την πτώσιν του Γαλατά υπό τους Λατίνους, απελείπετο η άλωσις και αυτής της πόλεως του Κωνσταντίνου, ήτις ικανάς παρίστα δυσχερείας· δύο δε προς επιτυχίαν προετάθησαν σχέδια. Οι μεν Ενετοί έλεγον ότι όπως αλωθή έπρεπε να στηθώσιν εκ των πλοίων κλίμακες εις τα τείχη, και ούτως από μέρους της θαλάσσης να γείνη η έφοδος, οι δε Γάλλοι τουναντίον προέτεινον ταύτην από του μέρους της ξηράς, προφασιζόμενοι ότι δεν εδύναντο να νικήσωσιν άνευ των ίππων αυτών. Επί τέλους όπως μη προκύψη σχίσμα τι απεφασίσθη να γείνη η έφοδος ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης, και ούτως ο μεν στόλος έπλευσε κάτωθεν των προμαχώνων, αι δε έξ φάλαγγες, διαβάσαι τον Κύδαριν, εστρατοπέδευσαν όπου υπάρχει το νυν καλούμενον Εγιούπ, και εκείθεν ήρξαντο προσβάλλουσαι την Χαρσίαν ή Καλλιγαρίαν πύλην (Εγρή-καπού). (11)

Των Βυζαντινών εστρατήγει ο του βασιλέως γαμβρός Θεόδωρος ο Λάσκαρις, ανήρ γενναίος και έμπειρος, όστις απέκρουσεν επανειλημμένως τας εφόδους των φράγκων, πλήττων αυτούς εκ των τειχών διά λίθων, υγρού πυρός και βολών, καθ’ όν χρόνον σώματα πεζών εκπηδώντα εκ της πόλεως, πολλήν ενεποίουν αυτοίς την φθοράν· αλλά και εκ των πλοίων εμάχοντο εκείνοι μετά πολλού πείσματος. «Φέροντες τα πλοία, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, έστησαν κατέναντι Πετρίων, βοείαις δοραίς φραξάμενοι ταύτα, ως είεν πυρί αδήωτα, και εν ταις κεραίαις τεκτηνάμενοι κλίμακας τας βαθμίδας μηρινθώδεις εχούσας, υποχαλωμένας διά κάλων και αύθις αιρομένας εις ύψος προσδεδεμένων τοις ιστοίς. Οι δε τειχεσιπλήτην κριόν κρατυνάμενοι και τους Τζαγγροτοξότας πολλαχή περιστήσαντες, ως αφ’ ενός συνθήματος ποιούνται την σύρρηξιν. Και ην η μάχη φρικαλέα τις και στονόεσσα πάντοθεν. Οί τε γαρ περί τον κριόν οπλισάμενοι Λατίνοι, το τείχος ρήξαντες, πρόοδον έσχον ένδοθεν, ό παρατείνει προς θάλασσαν περί τόπον, ός Αποβάθρα βασιλέως ωνόμασται, ει και προς των επικούρων Ρωμαίοις Πισσαίων και των πελεκυφόρων βαρβάρων γενναιότερον απεκρούσθησαν, και τραυματίαι οι πλείονες ανέζευξαν. Οί τε τοις πλοίοις ενόντες τοις περί τα Πέτρια τείχεσι προσπελάσαντες και δι’ ακατίων τας αγκύρας των πλοίων έραζε ρίψαντες εκ των κλιμάκων έπειτα τοις εκ των πύργων Ρωμαίοις συμπλέκονται και τρέπονται τούτοις ραδίως, ως εξ υπερδεξίων μαχομένοις, και ου μόνον από ύψους, αλλά και κατά κορυφήν εφιστώτες και βάλλοντες.»

Εξηκολούθουν τοιουτοτρόπως αι αψιμαχίαι επί εννέα ημέρας μεταξύ πολιορκούντων και πολιορκουμένων, ότε οι Φράγκοι απεφάσισαν την δεκάτην ημέραν, 17 Ιουλίου 1204, πέμπτην της εβδομάδος, να ποιήσωσι ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης τον πόλεμον. Και δη εκ των έξ φαλάγγων, αι μεν δύο υπό τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης απελείφθησαν εις φρούρησιν του στρατοπέδου, αι δ’ έτεραι τέσσαρες υπό τον κόμητα της Φλάνδρας Βαλδουίνον διετάχθησαν να προσβάλωσι την πόλιν. Ήρξαντο λοιπόν την προσβολήν κατά πρώτον είς τι προπύργιον, το oποίον εφρούρουν Άγγλοι και Δανοί. Οι Γάλλοι σταυροφόροι ανέπτυξαν κατά την ημέραν εκείνην ανδρίαν αξιοθαύμαστον, δεκαπέντε δε αυτών και επί τας επάλξεις επέτυχον να αναβώσιν· αλλ’ ηναγκάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι την κινδυνώδη εκείνην θέσιν, δύο δ’ εξ αυτών αιχμαλωτισθέντες προσηνέχθησαν και ενώπιον του αυτοκράτορος· ενώ δε οι Γάλλοι έβλεπον ματαιουμένας τας προσπαθείας αυτών, οι Ενετοί όμως εκ των πλοίων αυτών ηυδοκίμουν μεγάλως. Τάξας ο δόγης Δάνδολος τας γαλέρας εις δύο σειράς, εις μεν τας εν τη πρώτη έθηκε τας πολεμικάς μηχανάς, εις δε τας εν τη δευτέρα επεβίβασε τους πολεμιστάς, όπως ενώ αι πρώται προσβάλλουσι τα τείχη, οι εν ταις δευτέραις πολεμισταί φονεύωσι τους εν ταις επάλξεσι. Και εξηκολούθει λοιπόν η μάχη πεισματώδης και αιματηρά, καθόσον μάλιστα άφθονον ερρίπτετο από τα τείχη το υγρόν πυρ. Εντούτοις ο Δάνδολος, όστις vialz hom ere et gote ne veoit (ην γέρων και ουδόλως έβλεπε) θέλων αποτελεσματικωτέραν να ποιήση την προσβολήν, διέταξε να τον καταβιβάσωσιν εις την ξηράν, όπερ έσπευσαν οι υπηρέται του να πράξωσιν, έχοντες προ αυτού κυματίζον και το γόνφαλον του Αγίου Μάρκου. Τούτον ιδόντες δεν ώκνησαν να μιμηθώσι και εξ άλλων πλοίων οι ιππόται μετά κλιμάκων, ώστε ο πόλεμος κατήντησεν υπ’ αυτά αμέσως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Αίφνης η σημαία του Αγίου Μάρκου φαίνεται επί τι προπύργιον της πόλεως και η θέα αυτής τους μεν Γραικούς αποθαρρύνει, την δε γενναιότητα των Φράγκων επαυξάνει, νομιζόντων ότι βλέπουσι την πανσθενή του ιερού Ευαγγελιστού χείρα ότι τους προστατεύει. Διπλασιάζουσι λοιπόν ζήλον και εν ακαρεί, είκοσι πέντε πύργοι πίπτουσιν εις την εξουσίαν αυτών. Καταδιώκουσι λοιπόν τους Γραικούς εν τη πόλει, αλλά φοβούμενοι ένεδράν τινα ή επίθεσιν εκ μέρους του πολυαρίθμου λαού, θέτουσι πυρ εις τας οικίας, άς απαντώσιν· αι φλόγες διαδίδονται ταχέως, και ιδού η Κωνσταντινούπολις παρίστησι το φρικώδες θέαμα πόλεως πυρπολουμένης. (12) Τότε μόλις εμφανίζεται ο αυτοκράτωρ Αλέξιος μετά στρατού τοσούτου, ώστε, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, ενόμιζέ τις ότι ce fust tonz li mons (όλος ο κόσμος συνεσωρεύθη εκεί). Όταν είδον οι Λατίνοι τον αυτοκράτορα προερχόμενον, παρετάχθησαν εις μάχην, νομίζοντες ότι θέλουσι προσβληθή· αλλ’ ο χαύνος αυτοκράτωρ μη τολμών αυτός, μηδ’ επιτρέπων την προσβολήν εις τον οργώντα προς πόλεμον γαμβρόν αυτού Λάσκαριν, μόλις είδε την παράταξιν των εχθρών, εισήλθεν αύθις εις την πόλιν αίσχιστος και εφύβριστος. Όταν δε οι εν Βυζαντίω είδον τον αυτοκράτορα αυτών τοσούτον ανάνδρως επανελθόντα, περιήλθον εις μεγίστην οργήν, η δε ταραχή και η σύγχισις έφθασεν εις το έπακρον, διότι ο μεν λαός κατηγόρει τον στρατόν, ο δε στρατός τον βασιλέα, πάντες δ’ εν γένει έπνεον μένεα κατ’ αυτού. Ο Αλέξιος τοιουτοτρόπως καταρώμενος υπό πάντων, δυσπιστών εις τους περί αυτόν, και μηδεμίαν ελπίδα σωτηρίας έχων, απεφάσισε να εγκαταλείψη την πόλιν. Κοινωσάμενος λοιπόν την πρόθεσιν αυτού ταύτην εις ολιγίστους, και λαβών μεθ’ εαυτού δέκα κεντηνάρια χρυσίου και διάφορα άλλα τιμαλφή πράγματα, αναχώρησε νύκτωρ προς το Δελβετόν «δείλαιος
εν ανθρώπους, μη φίλτρω παίδων μαλαχθείς, μη γυναικός έρωτι δαμασθείς, μη τηλικαύτη πόλει μαλακισθείς, μηδέ τι των άλλων εις νουν βαλλόμενος, φιλοψυχία δε και δειλανδρία σωτηρίαν εαυτώ, και ταύτην αμφίβολον, χωρών και πόλεων τοσούτων και γένους παντός αλλαξάμενος.» Εβασίλευσε δε έτη οκτώ, μήνας τρεις και ημέρας δέκα. (13)

Η νυξ είχεν ήδη διακόψει τα πολεμικά έργα και οι κάτοικοι ανελάμβανον εν τοις κόλποις του ύπνου εκ των καμάτων αυτών. Σιγή βαθύτατη επεκράτει καθ’ άπασαν την πόλιν, ότε κραυγή τις αντήχησεν εις όλας τας οδούς· «Έλειψε πλέον ο Αλέξιος Κομνηνός! έλειψεν ο τύραννος! εφυγαδεύθη!» Πάραυτα ο θόρυβος διεδέξατο την τέως ηρεμίαν, λαμπάδες εφώτισαν όλα τα παράθυρα, ερωτήσεις και ομιλίαι ηκούσθησαν πανταχού. «Τις θα μας υπερασπισθή;» ηρώτων οι μεν.» «Τις θα μας παραδώση εις τους Φράγκους; έλεγον οι άλλοι·» πάντες δ’ ομοφώνως ήρξαντο να υβρίζωσι τον Αλέξιον, άρπαγα του θρόνου αποκαλούντες αυτόν και φαύλον και αίσχιστον. Η Ευφροσύνη, ήτις όπως βασιλεύση, δεν είχεν ανάγκην ειμή ενός φάσματος, συναγαγούσα τους συγγενείς και φίλους της, τοις προσέφερε το στέμμα· ουδείς όμως συγκατένευε να δεχθή φορτίον τόσον βαρύ. Εν τούτοις ο ευνούχος Κωνσταντίνος, ο μέγας θησαυροφύλαξ, πεπεισμένος ότι τα χρήματα είναι το μόνον σημείον, περί ό εν τοιαύταις περιστάσεσι περιστρέφεται η νομιμιμότης του βασιλέως, ήρξατο διανέμων τοιαύτα εις τους Βαράγγους επ’ ονόματι του Ισαακίου. Τότε οι μεγιστάνες ενθυμήθησαν τον εν τη ειρκτή μένοντα τυφλόν Ισαάκιον, εις όν ανέθεσαν, ως επί άγκυραν ιεράν, πάσαν αυτών την ελπίδα· συναγαγόντες λοιπόν τους φίλους και δούλους των, μεταβαίνουσιν, εις τα ανάκτορα, συλλαμβάνουσι την Ευφροσύνης, και εκείθεν πορευθέντες εις την ειρκτήν, κατακλείουσι μεν αυτήν, λύουσι δε τα δεσμά του Ισαακίου και τον αποκαλούσιν αυτοκράτορα. Ο Ισαάκιος, όστις δεν εγνώριζε τί συνέβαινεν εν τη πόλει, ούτε αν ήνε νυξ ή ημέρα ηνόει, ενόμισεν ότι τον παρέλαβον εκ της ειρκτής, όπως τον οδηγήσωσιν εις τον θάνατον· έμεινεν όμως ως εννεός ότε μετ’ ολίγον επείσθη περί της εσφαλμένης ιδέας του, αφού παραλαβόντες αυτόν, τον έφερον μετά πομπής εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών ένθα τον έστεψαν, κατά τα ειθισμένα. Έκπληκτος λοιπόν γενόμενος επί τη φορά των πραγμάτων, διαμηνύει τοις Φράγκοις και τω εν μέσω αυτών υιώ του Αλεξίω την φυγήν του άρπαγος του θρόνου και την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος. Τοσούτον δ’ απροσδόκητον εφάνη τούτο εις τους σταυροφόρους, ώστε συνελθόντες εκείνοι εν συμβουλίω εις την σκηνήν του μαρκησίου της Μοντφεράτης, και δυσπιστούντες προς την πραγματικότητα των μηνυομένων, αφού εδοξολόγησαν τον Θεόν, παρετάχθησαν εις μάχην, υποπτεύοντες ένεδράν τινα· ότε δε πολυάριθμοι Γραικοί εξελθόντες της πόλεως, ήλθον να επιβεβαιώσωσι τα γεγενημένα, τότε μόνον απεφάσισαν να πέμψωσιν εντός της πόλεως τετραμελή επιτροπήν, συγκειμένην εκ του Ματθαίου Μοντμορενσή, εκ του Γοδοφρέδου Βιλλαρδουίνου και εκ δυο Ενετών, όπως ιδίοις οφθαλμοίς αντιληφθώσι την κατάστασιν των πραγμάτων, και, αν τα λεγόμενα έχωνται αληθείας, προσκυνήσωσι τον Ισαάκιον εκ μέρους των Φράγκων, και απαιτήσωσι την αναγνώρισιν των υποχρεώσεων, άς ο υιός αυτού Αλέξιος ανέλαβεν. Η επιτροπή μέχρι των πυλών τις πόλεως μετέβη έφιππος, εκεί δε αφιππεύσασα, ωδηγήθη εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών· προσαχθείσης δε ταύτης ενώπιον του αυτοκράτορος, λαβών τον λόγον ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, έλεξε τάδε· «Κύριε, βλέπεις τας υπηρεσίας, τας οποίας προσφέραμεν εις τον υιόν σου, και πόσον συνεδράμαμεν αυτόν. Απόκειται ήδη να εκπληρώση και αυτός τας υποχρεώσεις, άς ανεδέχθη απέναντι ημών· απόκειται δε και εις σε να αναγνωρίσης τας υποχρεώσεις εκείνας.» Ερωτήσαντος του Ισαακίου οποίαι εισιν αι υποχρεώσεις αύται, και του Γοδοφρέδου εκθέντος αυτάς, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, ο αυτοκράτωρ εκπλαγείς επί τη δυσχερεία της εκπληρώσεως, «Βεβαίως, απήντησεν, αι υπηρεσίαι υμών εισί μεγάλαι, ουδέ δυνάμεθα τας αναλόγους να διομολογήσωμεν υμίν χάριτας· διό και το κράτος αυτό σύμπαν ει ζητήσητε, δικαίως ανήκει υμίν.» Ούτως ανεγνώρισε την συνθήκην του Αλεξίου και επεκύρωσεν αυτήν διά της χρυσής των αυτοκρατόρων σφραγίδος. (14)

Επανελθούσης της επιτροπής παρά τοις σταυροφόροις και αγγειλάσης τα αποτελέσματα της αποστολής αυτής, εισήλθον εκείνοι εν μεγίστη, παρατάξει εις την πόλιν, έχοντες εν μέσω τον Αλέξιον, ού εκατέρωθεν ίππευον ο κόμης της Φλάνδρας και ο Δόγης της Ενετίας. Άπειρος λαός συνωθείτο περί την συνοδείαν χαιρετών διά φρενιτιωδών κραυγών τον νέον αυτοκράτορα. Ο Iσαάκιος ηυχαρίστησεν εκ νέου τους σταυροφόρους, δι’ άς τω παρέσχον υπηρεσίας, και φοβούμενος μη έλθωσιν εις ρήξιν προς τους Βυζαντινούς, τους παρεκάλεσε να στρατοπεδεύσωσιν εις τον κόλπον του Χρυσοκέρατος. Οι σταυροφόροι υπήκουσαν, και εν τη αναπαύσει και αφθονία πάντων, ήρξαντο λησμονούντες τους κόπους και τους κινδύνους, ούς τέως υπέςτησαν, διότι ανέκαθεν το Βυζάντιον εθεωρείτο ως έδρα ακολασίας και αναπαύσεως. (15) Μετά τινας δε ημέρας ο Αλέξιος εστέφθη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας κοινωνός του πατρός του εν τη εξουσία.

Ενόσω ο Αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνας υποσχέσεις, τα πράγματα ώδευον καλώς· η εκπλήρωσις όμως αυτών πολλάς παρενέβαλλε δυσχερείας. Μη δυνάμενος να επιβαρύνη διά μιας τον λαόν με φόρους, αλλά και οφείλων να αποτίση, κατά τα συμπεφωνημένα, διακοσίας χιλιάδας μαρκών, προσκαλεσάμενος τους αρχηγούς των σταυροφόρων, τοις έδωκε μικράν τινα προκαταβολήν· ζητήσας δε προθεσμίαν ενός μηνός όπως εισπράξη χρήματα, παρασκευάση δε και τα πλοία δι’ ών ώφειλε, κατά την συνθήκην, να συνοδεύση αυτούς εις Αίγυπτον ή Συρίαν, τοις έλεξε ταύτα δεικνύοντα άριστα τον εξευτελισμόν εις όν είχε περιέλθει το Βυζαντινόν στέμμα. «Κύριοι σταυροφόροι, εγώ ανέβην επί του θρόνου τον οποίον η γέννησίς μου μοι είχε προωρίσει, τούτο δε οφείλω εις την θείαν αγαθότητα και εις την υμετέραν ανδρίαν, και εφ’ όσον διατηρήσω το κράτος, εστέ βέβαιοι ότι θέλετε βασιλεύει εν τη καρδία μου· πολύ όμως απέχουσιν οι υπήκοοι μου να αισθάνωνται προς εμέ ό,τι υμείς. Με μισούσι, και τολμώ ειπείν ότι εγκαυχώμαι διά το μίσος των, και μοι περιποιεί τιμήν διότι τας ρίζας του έχει εις την προς εμέ συμπάθειάν σας. Γνωρίζετε καλώς την απέχθειάν των προς τα Λατινικά έθνη, τα οποία δεν δύνανται να συγχωρήσωσι, δι’ ήν μοι προσέφεραν επικουρίαν· κρίνατε λοιπόν αν ήμαι εις θέσιν να διατηρηθώ άνευ υμών. Η αναχώρησίς σας, ορισθείσα κατά την επέτειον ημέραν του αγίου Μιχαήλ πλησιάζει, εγώ δε αδυνατώ εν τοσούτω βραχεί χρόνω να αποτίσω το προς υμάς χρέος μου, το oποίον μάλιστα ουδέ θα δυνηθώ ποτέ να εξοφλήσω, αν στερηθώ της συνδρομής σας, διότι τότε κινδυνεύω ν’ απολέσω ου μόνον το στέμμα, αλλά και την ζωήν. Έν μόνον μέσον βλέπω όπως προληφθή το τοιούτο, την παράτασιν της αναχωρήσεώς σας μέχρι του προσεχούς Πάσχα. Έως τότε θα δυνηθώ να παγιώσω την δύναμίν μου, να εισπράξω χρήματα όπως εκπληρώσω τας υποσχέσεις μου, και να παρασκευάσω και εξοπλίσω τα πλοία, άτινα οφείλουσι να σας συνοδεύσωσι, κατά τας συμφωνίας ημών. Αναδέχομαι κατά το διάστημα τούτο να σας προμηθεύσω ό,τι σας αναγκαιοί, και ν’ αποζημιώσω τους Ενετούς διά τα πλοία των· άλλως τε η παράτασις της ενταύθα διαμονής σας κατ’ ουδέν θέλει σας βλάψει, διότι τον χειμώνα πάσα επιχείρησις είνε ακατόρθωτος, το δε έαρ δύνασθε ν’ αναλάβητε το ένδοξον έργον σας.» Η πρότασις του αυτοκράτορος εγένετο δεκτή, και τούτο μόνον το αποτέλεσμα έσχεν ότι επεβάρυνε τους υπηκόους του χωρίς να βελτιώση την τύχην αυτού. (16)

Εν τούτοις ο φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτωρ Αλέξιος καταλαβών την Αδριανούπολιν, έστησεν εκεί τον θρόνον αυτού, συναθροίζων στρατόν και τα λοιπά προετοιμάζων ως εις πόλεμον. Ταύτα πληροφορηθείς ο ανεψιός αυτού Αλέξιος, παραλαβών μέρος των Φράγκων, υπό Βονιφάτιον τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, τον κόμητα του Αγίου Παύλου, τον Ερρίκον αδελφόν του κόμητος της Φλάνδρας, τον Ιάκωβον Δαβέσνην, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ και τον Ούγον δε Κολέμην, εξήλθεν όπως καταπολεμήση εκείνον. Περιήλθεν ούτω διαφόρους πόλεις, άς οι συνέκδημοι αυτώ Φράγκοι εφιλοτιμήθησαν να λαφυραγωγήσωσι, και αφού εφυγάδευσε την θείον αυτού, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν ως εν θριάμβω.

Αλλ’ ήδη ήρξατο δύων και του Αλεξίου τούτου ο αστήρ. Όπως εισπράξη χρήματα ίνα πληρώση τους Φράγκους επώλησε τα κοσμήματα και λοιπά πολύτιμα σκεύη των ναών, αφήρεσε την περιουσίαν πάντων εκείνων, οίτινες ή υπεβοήθησαν την επί του θρόνου ανάβασιν του θείου αυτού ή ήσαν φίλοι του, επέβαλε φόρους δυσβαστάκτους και ενί λόγω έλαβε μέτρα τοσούτον βίαια, ώστε ο λαός ήρξατο αναφανδόν κραυγάζων κατά των νέων αυτοκρατόρων. Ταύτα βλέπων ο νέος Αλέξιος και δυσπιστών προς τους Βυζαντινούς, αφιερώθη ολοσχερώς εις τους Φράγκους, εν τω στρατοπέδω των οποίων νυχθημερόν διέτριβε συντρώγων μετ’ αυτών και συμπίνων και πλείστα άλλα ανάξια βασιλέως έργα ποιούμενος. Επί τοσούτον δε βαθμόν οικειότητος μετά των σταυροφόρων προέβη, ώστε πολλάκις εν ώ χρόνω συνέτρωγον, οι Ενετοί αφαιρούντες από της κεφαλής αυτού το βασιλικόν λιθοκόσμητον διάδημα, τω επέθετον τον εξ ερίου χονδρόν σκούφον των ναυτών της Ενετίας· αλλά και ο του Αλεξίου πατήρ Ισαάκιος εις τας αυτάς υπέπιπτε πράξεις, εξ ού μεγίστη ηγέρθη κατακραυγή. Επηύξησε δε αύτη, οπόταν ο Αλέξιος πειθόμενος τοις Φράγκοις, αιτούσι την ένωσιν των εκκλησιών, ηνάγκασε τον τότε Πατριάρχην από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας να διομολoγήση τον πάπαν Ιννοκέντιον Γ’. επίτροπον του Ιησού Χριστού επί της γης, αρχιποίμενα του πιστού ποιμνίου του και διάδοχον του αγίου Πέτρου. (17)

Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινουπόλει ανήρ τις, ονόματι Αλέξιος Δούκας, τον οποίον οι συνέταιροι, διότι συνέσπα τας οφρύς είχον επονομάσει Μούρτζουφλον. Ο ανήρ ούτος ανήκεν εις μίαν των πρώτων οικογενειών του Βυζαντίου, διότι ην υιός Ισαακίου Δούκα του Σεβαστοκράτορος και κατά συνέπειαν εξάδελφος του Αλεξίου· φιλόδοξος δε εις υπερβολήν ων και πολυμήχανος, ενόμισε την περίστασιν πρόσφορον εις τους σκοπούς αυτού και προσεποιήθη μεγίστην αφοσίωσιν προς τον αυτοκράτορα Αλέξιον, όστις και Πρωτοβεστιάριον τον κατέστησεν. Αλλ’ ενώ εις αυτόν εμεγαλοποίει την κατακραυγήν του λαού, ενέπνεε φόβους εις την καρδίαν του και ως μόνην άγκυραν σωτηρίας τω παρίστα τον προς τους Φράγκους σφιγκτόν σύνδεσμον, αφ’ ετέρου διέβαλλε τον βασιλέα παρά τω λαώ, λέγων αυτώ, ότι ο Αλέξιος προτίθεται να εκλατινίση το Βυζάντιον και παραδώση την πόλιν εις τους σταυροφόρους. Εμάνη ο λαός επί τη αγγελία ταύτη, ο δε Μούρτζουφλος θέλων να περιπλέξη επί μάλλον τα πράγματα του κούφου αυτοκράτορος, προέτρεψεν αυτόν, όπως εξευμενίση δήθεν το πλήθος, να παύση την προς τους Φράγκους φιλίαν, και να κηρύξη τον προς αυτούς πόλεμον, διότι τότε μόνον εδύνατο να στηριχθή επί του θρόνου. Αλλ’ επειδή ο Αλέξιος δεν επείθετο εις ταύτα, ενθυμούμενος οποίαν συνδρομήν παρ’ εκείνων έλαβεν, ο Μούρτζουφλος υπεκίνησε στάσιν, συνεπεία της οποίας ανηγορεύθη νεανίσκος τις, Νικόλαος Καναβός τούνομα, αυτοκράτωρ, ανήρ ως λέγει ο Νικήτας «το ήθος μειλίχιος και δεξιός την γνώμην, μηδ’ αγενής τα πολέμια.» Σπεύδει ο Μούρτζουφλος μετά δακρύων κροκοδείλου να εξαγγείλη τα γενόμενα εις τον Αλέξιον, ώ ως μόνον προς σωτηρίαν μέσον προβάλλει τον προς τους Φράγκους πόλεμον. Και βλέπει μεν ο δυστυχής αυτοκράτωρ το προ αυτού χαίνον βάραθρον· αλλά μη έχων άλλο να πράξη, πείθεται εις του απατεώνος τους λόγους και επιτρέπει εις αυτόν ίνα μετά πολυαρίθμου στρατού επιπέση αίφνης κατά των σταυροφόρων, και ει δυνατόν, τους καταστρέψη. Αλλ’ οι Φράγκοι, έτοιμοι αείποτε όντες, αντικρούουσιν ισχυρώς την επίθεσιν και αναγκάζουσι τους Βυζαντινούς να επανακάμψωσιν εις την πόλιν κατησχυμένοι· η δε αποτυχία αύτη, αντί να επιφέρη την ταπείνωσιν του Μουρτζούφλου, τουναντίον κατέστησεν αυτόν υψηλοφρονέστερον, περί αυτόν δε συνησπίσθησαν πολλοί άλλοι, οίτινες ώμωσαν να συναποθάνωσιν υπέρ πατρίδος. (18)

Η απροσδόκητος αύτη προσβολή εξηγρίωσεν επί τοσούτον τους Φράγκους ώστε πανταχόθεν ήρξαντο κραυγάζοντες ότι πρέπει να καταπολεμήσωσι τον αχάριστον αυτοκράτορα, όστις, ως αντιμισθίαν των όσων υπέρ αυτού διεπράξαντο, τοις αποδίδωσι δόλον και πλεκτάνας· αλλά πριν ή προβώσιν εις το τελευταίον τούτο μέτρον, απεφάσισαν να πέμψωσι πρέσβεις εις Βυζάντιον τον Κόνωνα Πετούνην, τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, τον Μίλην δε Βραιβάνσιον και τρεις ευγενείς Ενετούς, όπως, ει δυνατόν, εμπνεύσωσιν εις τον αυτοκράτορα νομιμώτερα αισθήματα. Μεταβάσης λοιπόν της πρεσβείας εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών, λαβών τον λόγον ο Κόνων Πετούνης, έλεξε προς τον αυτοκράτορα τάδε· «Μεγαλειότατε, ο Δόγης και οι βαρώνοι σοι λαλούσι σήμερον διά στόματός μου. Γνωρίζεις τας υπηρεσίας, άς σοι προσήνεγκον και αίτινες ουδένα λανθάνουσιν. Ανεδέχθης ενόρκως συ και ο υιός σου, να τοις δείξης την ευγνωμοσύνην σου, τούτου δε έχουσιν ενσφράγιστον απόδειξιν· αλλά, φαίνεται, ότι συ ελησμόνησες την υπόσχεσίν σου. Πολλάκις σοι υπέμνησαν ταύτην, και σοι την υπομιμνήσκουσι και πάλιν σήμερον παρουσία της αυλής σου. Αν την εκπληρώσης, θέλεις φανή δίκαιος και ημείς θέλομεν διατελεί εν ειρήνη· άλλως όμως μάθε ότι οι βαρώνοι ημών δεν σε γνωρίζουσι πλέον ούτε ως αυτοκράτορα, ούτε ως φίλον, αλλά θέλουσι λάβει κατά σου όσα μέτρα δυνηθώσι. Τούτο δε σοι αναγγέλλουσι σήμερον εν πάση ειλικρινεία, διότι δεν γνωρίζουσι να μεταχειρίζωνται επιβουλάς ή να πολεμώσι πριν ή προκηρύξωσι τούτο. Ιδού το αντικείμενον της πρεσβείας ημών, εις σε δε ανήκει να αποφασίσης περί του πρακτέου.»

Η αγέρωχος αύτη γλώσσα φυσικόν ήτο να διαγείρη την οργήν εις μίαν αυλήν, ένθα ο αυτοκράτωρ υπήρχε πάντοτε το αντικείμενον της αισχροτέρας κολακείας· διά τούτο οι περί τον Αλέξιον εκραύγασαν ότι έπρεπε να τιμωρηθή ο αυθάδης Φράγκος, όστις απετόλμησε να εξυβρίση την σεπτήν του αυτοκράτορος κορυφήν· ο Αλέξιος όμως, υπό του παλιμβούλου Μουρτζούφλου συμβουλευόμενος, απεφάσισεν αντί της συμμαχίας των υπηκόων του να προτιμήση την των Φράγκων, και δη πέμψας αυτόν τον Μούρτζουφλον προς τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, έσπευσε να δικαιολογηθή, και να ζητήση σύναμα την συνδρομήν των Φραγκικών δυνάμεων ίνα δι’ αυτών αποβάλη τον δημοπρόβλητον βασιλέα και στηριχθή αυτός επί του θρόνου, ενέχυρον δε έδιδε πολλούς άρχοντας της αυλής του. Γενομένων δεκτών των ικεσιών του Αλεξίου, την επιούσαν, 25 Ιανουαρίου 1204 ο μαρκήσιος της Μαντφεράτης μετά στρατού επαρουσιάσθη εις την πύλην των Βλαχερνών, όπως εισέλθη εν τη πόλει και αναλάβη υπό την προστασίαν αυτού τον αυτοκράτορα.

Εφρύαξαν οι εν Βυζαντίω, έτι μάλλον ερεθιζόμενοι υπό των πρακτόρων του Μουρτζούφλου, ιδόντες την νέαν ταύτην του Αλεξίου προδοσίαν, και ήρξαντο αναφανδόν εξυβρίζοντες αυτόν ότι από δούλου εγένετο κύριος. «Ερρέτω, εκραύγαζον, η γεννεά αύτη των Αγγέλων, προδοτών της πατρίδος αείποτε γενομένων, και τοις εχθροίς πωληθέντων.» Τότε και ο Μούρτζουφλος, ρίπτων πλέον το προσωπείον. (18α)

Λαλεί τιναίς του συγγενείς, φίλους, γαρ και γειτόνους.
Τζαγδάρους και λυμαντικούς . . . . . .

Και διενεργεί ευρείαν κατά των αυτοκρατόρων στάσιν, την οποίαν σπεύδει πάλιν μετά υποκριτικής συμπαθείας να εξαγγείλη εις τον Αλέξιον· ούτος δε, περιδεής γενόμενος και βλέπων τον λαόν ερχόμενον προς τα ανάκτορα, ανατίθησι την σωτηρίαν αυτού επί τον Μούρτζουφλον, και περιβληθείς υπ’ αυτού ποδήρη χειτώνα, οδηγήται, ίνα δήθεν διαφύγη την οργήν του όχλου, είς τινα σκηνήν, υποτονθορίζων το του προφητάνακτος «Έκρυψέ με εν σκηνή αυτού εν ημέρα κακών μου,» ενώ ώφειλε μάλλον να ενθυμηθή το, «Εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επί καρδίας δόλους διελογίζοντο.» Ο Ισαάκιος, κλινήρης ων, μαθών την οικτράν του υιού του κατάστασιν, κατελήφθη υπό σπασμών και εξεμέτρησεν αγωνιωδώς το ζην, εις ηλικίαν πεντήκοντα ετών. Ο δε Μούρτζουφλος βλέπων, ούτω πληρουμένους τους σκοπούς του, προσφέρει δις εν κύλικι δηλητήριον εις τον Αλέξιον· αλλ’ επειδή, είτε διότι ο μείραξ ην του φαρμάκου νεανικώτερος, είτε διότι μετεχειρίζετο αντίδοτόν τι, απέφευγε τον θάνατον, ο Μούρτζουφλος δι’ αγχόνης τον εκπυρηνίζει προς το του άδου πέταυρον, μετά βασιλείαν μηνών έξ και ημερών οκτώ. Τοιούτον υπήρξε το τέλος των δύο αυτοκρατόρων, οίτινες παραγνωρίσαντες ότι μόνη του λαού η αγάπη είνε η αληθής ισχύς και επί ξενικής συνδρομής ερεισθέντες, και την πατρίδα κατά κρημνών έφερον και εαυτούς κακώς ώλεσαν. (19)

Καταλαβών ούτως ο Μούρτζουφλος την αρχήν, αφού απηλλάγη και του εφημέρου αυτοκράτορος Καναβού, και προβλέπων τον προς τους Φράγκους επικείμενον πόλεμον, ήρξατο οχυρών την πόλιν, ανυψώσας τα παράλια της πόλεως τείχη και τας χερσαίας πύλας τειχίσμασιν οχυρώσας. Αφ’ ετέρου οι Φράγκοι πληροφορηθέντες τον οικτρόν του Αλεξίου θάνατον υπό τοσαύτης κατελήφθησαν αγανακτήσεως, ώστε απεφάσισαν να καταπολεμήσωσι τους Γραικούς, προς τους οποίους ουδεμίαν του λοιπού εδύναντο να έχωσι πίστιν. Συνήλθον λοιπόν εις συμβούλιον και εκεί κατά πρώτον λόγος εγένετο περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, υπεστήριζον δε ιδίως την ιδέαν ταύτην οι κληρικοί, λέγοντες ότι ο πόλεμος ούτος εστιν ιερός και απαραίτητος. Αλλά πριν ή επιχειρήσωσι να προσβάλωσιν οριστικώς την πόλιν πεποιθότες ότι ευχερώς θέλουσιν αλώσει αυτήν και όπως προλάβωσι τας έριδας αι οποίαι εδύναντο να προέλθωσι κατά την διανομήν της πλούσιας λείας ήν ήθελον εύρει, οι Ενετοί και οι Γάλλοι συνεφώνησαν τα εξής εν τω στρατοπέδω κατά Μάρτιον του 1204.

Α’. Άμα η πόλις περιέλθη, Θεού θέλοντος, εις την εξουσίαν των σταυροφόρων, πάντες οφείλουσιν υποταγήν εις τους άρχοντας, ούς από κοινού οι Γάλλοι και οι Ενετοί ήθελον διορίσει.

Β’. Άπαντα τα εν τη πόλει ευρεθέντα λάφυρα, οιασδήποτε φύσεως και αν ώσι, θέλουσι φέρεσθαι εις τόπον υποδειχθέντα, χωρίς να δύνηταί τις να κρατήση δι’ εαυτόν μέρος τι.

Γ’. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί θέλουσι διανεμηθή εξίσου τα λάφυρα, υποχρεουμένων όμως των Γάλλων να πληρώσωσι το αναλογούν αυτοίς εις τους Ενετούς, διά την μεταφοράν αυτών εις Κωνσταντινούπολιν.

Δ’. Ο σίτος και τα λοιπά τρόφιμα θέλουσι παρακατατεθή εις αποθήκας φρουρουμένας εξ ημισείας παρά των Γάλλων και Ενετών, οίτινες θέλουσι καθ’ ημέραν λαμβάνει εξ αυτών το αναλογούν εις τροφήν των εφ’ όσον χρόνον μείνουσιν ομού· αν δ’ ευρεθή κατά τον χωρισμόν των περίσσευμά τι, θέλει υπολογισθή η αξία αυτού.

Ε’. Οι Ενετοί καθ’ όλην την διάρκειαν της αυτοκρατορίας, θέλουσι διατηρεί τους τίτλους, τας τιμάς και τας προνομίας, άς απολαμβάνουσιν εις την χώραν των κατά τε το πνευματικόν και κοσμικόν μέρος και θέλουσι διοικείσθαι κατά τους νόμους και κατά τα έγγραφα ή άγραφα έθιμά των.

ΣΤ’. Διά την εκλογήν νέου αυτοκράτορος εν Κωνσταντινουπόλει θέλουσι διορισθή έξ εκλογείς Γάλλοι και έξ Ενετοί, οίτινες θα εκλέξωσιν εκ του στρατού ή εκ του στόλου εκείνον, τον οποίον κρίνουσιν ότι είνε ικανός όπως παγιώση, διοικήση, υπερασπισθή το κράτος και διατηρήση το σέβας προς τον Θεόν, την υπακοήν προς την αγίαν Ρωμαϊκήν εκκλησίαν και την αξιοπρέπειαν του κράτους. Ο υπό της πλειότητος εκλεχθησόμενος, αναγνωρισθήσεται ως αυτοκράτωρ παρ’ όλων· αν δε συμβή οι Γάλλοι να εκλέξωσιν ένα και οι Ενετοί έτερον, η κλήρωσις θέλει αποφασίσει μεταξύ των δύω.

Ζ’. Ο αυτοκράτωρ θέλει λάβει ως κτήματα αυτού το τέταρτον μέρος των κατακτηθησομένων μετά των δύο ανακτόρων του Βουκουλείου και των Βλαχερνών.

Η’. Ο κλήρος του έθνους όπερ δεν θα δώση αυτοκράτορα, θέλει δώσει Πατριάρχην· ούτος δε λαμβάνων κατοχήν της Αγίας Σοφίας, θέλει διαθέτει τα κατά την εκκλησσίαν ταύτην.

Θ. Οι εκκλησιαστικοί των δύο εθνών θέλουσιν έχει την διοίκησιν των εκκλησιών όσαι συμπεριλαμβάνονται εις τας κληρωθείσας τω έθνει αυτών χώρας. Εκ των προσόδων δε των εκκλησιών τούτων θέλει τοις ορισθή το ανάλογον ποσόν διά την αξιοπρεπή διατήρησιν αυτών και των εκκλησιών των.

Ι’. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί υποχρεωθήσονται δι’ όρκου να μείνωσιν επί έν έτος, αρχόμενον από την τελευταίαν ημέραν του παρόντος μηνός Μαρτίου, εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, απονέμοντες αυτώ πάντα σεβασμόν και υποταγήν.

ΙΑ’. Όσοι αποκατασταθώσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας, ομόσουσι πίστιν και υπακοήν εις τον αυτοκράτορα, κατά τα ειθισμένα, υποχρεούμενοι ν’ αρκεσθώσιν εις μόνην την γενησομένην αυτοίς διανομήν και εις ουδέν άλλο.

ΙΒ’. Μεταξύ των Γάλλων και Ενετών θέλουσιν εκλεχθή δώδεκα ή και περισσότεροι επίτροποι, οίτινες αφού ορκισθώσι θέλουσι διανείμει κατά συνείδησιν και πλειονοψηφίαν τα τιμάρια και τα υπουργήματα και ορίσει τα καθήκοντα και υπηρεσίας των Γάλλων και Ενετών προς τον αυτοκράτορα και το κράτος. Ούτοι θέλουσιν αποκαταστήσει τους τιμαριούχους και τους υπουργούς εις πλήρη κατοχήν των τιμαρίων και υπουργημάτων των, με εξουσίαν να τα μεταβιβάζωσιν εις τους κληρονόμους των άρρενας ή θήλεις και να τα διαθέτωσι κατ’ αρέσκειαν, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων του αυτοκράτορος και του κράτους.

ΙΓ’. Εκτός των υποχρεώσεων και υπηρεσιών, τας οποίας οι τιμαριούχοι θέλουσιν αναλάβει, ο αυτοκράτωρ θέλει επιφορτισθή πάντα τα λοιπά όσα τείνουσι προς την ασφάλειαν και ευδαιμονίαν του κράτους.

ΙΔ’. Εις τας χώρας της αυτοκρατορίας ουδείς είνε δεκτός ανήκων εις έθνος διατελούν εις πόλεμον προς τους Γάλλους και Ενετούς, εφ’ όσον διαρκεί ο πόλεμος ούτος.

ΙΕ’. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί θέλουσι μεταχειρισθή την επιρροήν αυτών παρά τω πάπα όπως τον πείσωσι να επικυρώση την παρούσαν σύμβασιν και υποβάλη εις αφορισμόν τους παραβιάζοντας ή αρνουμένους να υποβληθώσιν εις αυτήν.

ΙΣΤ’. Ο αυτοκράτωρ ομόσει ότι θέλει τηρήσει και επιβλέψει την πιστήν εκτέλεσιν της διανομής και των λοιπών εν τη παρούση μνημονευομένων κανονισμών και άρθρων. Αν δ’ επέλθη ανάγκη ή να προστεθή ή ν’ αναιρεθή τι εξ αυτής, η απόφασις ανήκει εις τους δώδεκα Γάλλους και Ενετούς εκλογείς εκ συμφώνου μετά του μαρκησίου της Μοντφεράτης και έξ συμβούλων παρ’ αυτού ονομαζομένων.

ΙΖ’. Ο Δόγης της Ενετίας, κατ’ εξαιρετικήν εις το άτομόν του τιμήν, απαλλάσσεται παντός όρκου προς το κράτος ή προς τον αυτοκράτορα δι’ όσα υπουργήματα ή τιμάρια λάβη. Το προνόμιον τούτο παρέχεται αυτώ ατομικώς, μηδόλως εκτεινόμενον και εις τους διαδόχους του, όσοι ήθελον λάβει μετά ταύτα τα τιμάρια και τα υπουργήματά του. (20)

Αλλά και οι εν Βυζαντίω ουδόλως ησύχαζον· τουναντίον, αφού εκ δευτέρου προσεπάθησαν εις μάτην να καταστρέψωσι διά του υγρού πυρός τας εχθρικάς γαλέρας, κατεκλείσθησαν εις τα τείχη των, όπισθεν των οποίων έβλεπον την μόνην αυτών σωτηρίαν. Παρ’ εχθρών τοιούτων ουδένα βεβαίως οι σταυροφόροι κίνδυνον είχον, αλλ’ ήρξατο μαστίζων αυτούς εχθρός επικινδυνωδέστερος, η σπάνις των τροφίμων. Ηναγκάσθησαν λοιπόν να εκπέμψωσι προς συλλογήν τροφών ισχυρόν απόσπασμα υπό τον Ερρίκον Αϊνώ, όστις προβάς μέχρι Φινουπόλεως, ελαφυραγώγησεν αυτήν και πλείστα κατά των κατοίκων αυτής διεπράξατο. Ο Μούρτζουφλος, πληροφορηθείς την εκδρομήν ταύτην του Αϊνώ και αποφασίσας να τον προσβάλη εν τη επιστροφή του, εξήλθε μετά ισχυρού στρατού και εστρατοπέδευσεν εις τον κόλπον, εν ώ τανύν κείται η κωμόπολις Μπουγιούκ δερέ. Και προσέβαλε μεν όντως τους σταυροφόρους επιστρέφοντας, αλλ’ εκείνοι μηδόλως θορυβηθέντες παρετάχθησαν εις μάχην, και ου μόνον απέκρουσαν τους Βυζαντινούς, αλλά και αυτόν τον Μούρτζουφλον μικρού εδέησε να αιχμαλωτίσωσιν. (21)

Εν τούτοις ο Δόγης της Ενετίας, θέλων ν’ αποφύγη τον πόλεμον, προσεκάλεσεν εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, όστις έσπευσεν έφιππος να μεταβή εις τας ακτάς του Κοσμιδίου, ένθα αφίκετο και ο Δάνδαλος μετά τριήρεως. Κατά την συνέντευξιν ταύτην συγκατένευσε μεν ο Μούρτζουφλος ν’ αποτίση προς τους σταυροφόρους τα αιτούμενα πεντήκοντα κεντηνάρια χρυσίου (τεσσαράκοντα οκτώ εκατομμύρια φράγκων), ηρνείτο όμως να υποτάξη την ορθόδοξον εκκλησίαν υπό τον πάπαν. Ενώ δε ούτω συνδιελέγοντο, αίφνης εχθρικαί δυνάμεις επετέθησαν κατά του αυτοκράτορος, και μόλις ούτος εδυνήθη να σωθή χάρις εις την ταχύτητα του ίππου του.

Τοιουτοτρόπως πάσης συνδιαλλαγής ανεφίκτου καταστάσης, ήρξαντο αι ετοιμασίαι του πολέμου, και ο μεν Μούρτζουφλος μετά στρατού πολυαρίθμου εστρατοπέδευσεν ένθα τανύν κείται το Φανάρι, οι δε Φράγκοι επιβιβασθέντες εις τα πλοία αυτών το εσπέρας της 8 Απριλίου 1204, ημέρας πέμπτης, ήρξαντο την επιούσαν πρωίαν την κατά της πόλεως προσβολήν. «Όλην μεν ουν εκείνην την ημέραν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, μάχη ενειστήκει στονόεσσα, ήν δε πως τα Ρωμαίων επικρατέστερα, αί τε γαρ κλιμακοφόροι νήες συν τοις ιππαγωγοίς δρόμοσιν άπρακτοι των τειχών απεκρούσθησαν και τα των λίθων αφετηρία πλείστους όσους των πολεμίων διέφθειραν.» Και ο Βιλλαρδουίνος δε αυτός ομολογεί την διά τας αμαρτίας των αποτυχίαν των σταυροφόρων, οίτινες διετέλουν εις μεγίστην ταραχήν επί τη δυστυχία, ήτις τοις επήλθε κατά την ημέραν εκείνην. Αναπαυθέντες δύο ημέρας, την τρίτην επανέλαβαν την προσβολήν υποσχεθέντες, όπως ενθαρρύνωσι πάντας ότι, όστις πρώτος πήξει σημαίαν επί τινος πύργου της πόλεως, θέλει λάβει ως αμοιβήν εκατόν πεντήκοντα μάρκας αργυρίου. Εν τω μέσω της επιμόνου ταύτης μάχης, δύο πλοία, εφ’ ών επέβαινον οι επίσκοποι Τρώης και Σοασώνος προσήγγισαν εις την ξηράν και έστησαν κλίμακας πλησίον των Πετρίων, δύο δε ιππόται, ο μεν, Γάλλος Ανδρέας Ορβοά καλούμενος, ο δε Ενετός Πέτρος Αλβέρτης, ελθόντες απεσόβησαν τους εκεί φρουρούντας. Η θέα αυτών ενεθάρρυνε τους σταυροφόρους όπως πηδήσωσιν επί τον πύργον, είς δε ιππότης, Πέτρος δε Βρασώ τούνομα, εισελθών διά της πύλης ενέπνευσε φρίκην εις τους φρουρούς ένεκα του γιγαντιαίου αυτού σώματος, και της επί της κεφαλής αυτού παμμεγέθους περικεφαλαίας. Η θέα αυτού έτρεψεν εις φυγήν τους Βυζαντινούς, και άφησεν ούτως ανεμπόδιστον την είσοδον εις πολυαρίθμους άλλους σταυροφόρους, οίτινες φοβούμενοι δολιότητά τινα έθεσαν πυρ εις άς απήντησαν οικίας και απετέφρωσαν τοσαύτας, όσαι, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, δεν υπήρχον εις τας τρεις ομού μεγαλειτέρας πόλεις της Γαλλίας. Μάτην ο Μούρτζουφλος απεπειράθη διά προτροπών και απειλών ν’ αναζωπυρώση το θάρρος του λαού· ο φόβος ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Τότε ο αυτοκράτωρ βλέπων ότι ουδεμία σωτηρίας ελπίς πλέον απελείπετο και φοβούμενος μη συλληφθή, συμπαραλαβών Ευφροσύνην την σύζυγον του Αλεξίου, και Ευδοκίαν την θυγατέρα αυτής, ήν κατά την πολιορκίαν είχε νυμφευθή, εξήλθε της πόλεως μετά βασιλείαν μηνών δύο και ημερών επτακαίδεκα. (22)

Εν διαστήματι έξ μηνών η Κωνσταντινούπολις είχεν ιδεί πέντε αυτοκράτορας, ών οι μεν τρεις εξεμέτρησαν το ζην, οι δ’ έτεροι δύο ήσαν φυγάδες· άμα λοιπόν ανεχώρησεν ο Μούρτζουφλος, επήλθεν η ανάγκη εκλογής νέου αυτοκράτορος. Εν μέσω των δεινών του πολέμου και του πυρός, όπερ ενέμετο την πόλιν, ο Θεόδωρος Δούκας και ο Θεόδωρος Λάσκαρις, αμφότεροι ανήκοντες εις επισήμους οικογενείας, απέβλεψαν εις τον τίτλον του αυτοκράτορος. Έκαστος αυτών είχε τους φίλους και οπαδούς του και τα προτερήματα και αι αρεταί των υποψηφίων παρ’ εκείνων ποικιλοτρόπως εξετίθεντο· τέλος ο Λάσκαρις υπερίσχυσε και εξελέχθη αυτοκράτωρ. Εκ μετριοφροσύνης όμως αξιεπαίνου δεν ηθέλησε να δεχθή το όνομα του αυτοκράτορος, αλλά μόνον το του δεσπότου, λέγων ότι οφείλει πρότερον να ρυθμίση τα πράγματα του κράτους και αποδώση εις το στέμμα την ανήκουσαν αυτώ αίγλην. Αλλ’ όμως η επιθυμία αυτού δεν εδύνατο να πραγματοποιηθή, διότι εις ήν κατάστασιν είχον περιέλθει τα πράγματα, αι ηρωικώτεραι προσπάθειαι έμελλον να ναυαγήσωσιν. Ενώ δε ο Λάσκαρις αντεποιείτο την εξουσίαν, ο Ερρίκος Αϊνώ μετά των περί αυτόν είχε κυριεύσει την Κωνσταντινούπολιν. (23)

Οποία υπήρξεν η διαγωγή των σταυροφόρων κατά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως διά των ζοφερωτέρων χρωμάτων εικονίζουσιν οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι. «Ω πόλις, πόλις, επιφωνεί ο αυτόπτης της καταστροφής Νικήτας, πόλεων πασών οφθαλμέ, άκουσμα παγκόσμιον, θέαμα υπερκόσμιον, εκκλησιών γαλουχέ, πίστεως αρχηγέ, ορθοδοξίας ποδηγέ, λόγων μέλημα, καλού παντός ενδιαίτημα, τίνες κακοποιοί δυνάμεις ητήσαντό σε και έλαβον εις συνίασιν; τίνες αλάστορες, φθονεροί και αμείλικτοι δαίμονες κώμον σοι επεκώμασαν άγριοι;» Και αυτοί οι εξ εσπερίας χρονογράφοι δεν εδίστασαν να ομολογήσωσιν ότι προ μεν της αλώσεως οι σταυροφόροι ήσαν άγιοι, μετά την άλωσιν δ’ εγένοντο δαίμονες. Και όντως ουδέν ιερόν, ουδέν όσιον εσεβάσθησαν οι δυσωνύμως καλούμενοι σταυροφόροι· ύβρισαν τα θεία και τα ανθρώπινα, εξέκλιναν εις πράξεις θηριώδεις, Χριστιανοί όντες εφάνησαν και των απίστων απιστότεροι. «Απημφιάζετο Χριστός, προστίθησιν ο Νικήτας, και υβρίζετο και μερισμοί και κλήροι των αυτού ιματίων εγίνοντο, και μόνον ου λογχευόμενος την πλευράν θεορρύτου ρύακος αίματος εις γην και πάλιν απέσταξεν.» Οίκοι, ναοί, ανάκτορα, τάφοι αυτοκρατόρων εναλλάξ εσκυλεύθησαν και ελαφυραγωγήθησαν. Σκεύη ιερά μετά των ευτελεστέρων αγγείων επεσωρεύοντο φίρδην μίγδην υπό των αρπάγων και επί ημιόνων ή ίππων φορτονόμενα μετεφέροντο εις τα πλοία αυτών. Λείψανα άγια, κοσμήματα εκκλησιών αφηρούντο βιαίως και παριλαμβάνοντο. Παραλείπομεν τας παρθενοφθορίας και τας λοιπάς ακολασίας, διότι αφού τα θεία εξηυτέλισαν οι σταυροφόροι δεν ήτο δυνατόν να φεισθώσι των ανθρωπίνων· «Ην εις πόνον πάσα κεφαλή, εν στενωποίς θρήνοι και ουαί και κλαυθμοί, εν τριόδοις οδυρμοί, εν ναοίς ολοφυρμοί, ανδρών οιμωγαί, γυναικών ολολυγαί, ελκυσμοί, ανδραποδισμοί, διασπασμοί τε και βιασμοί σωμάτων συναφών πρότερον οι τω γένει σεμνοί ατίμως περιήεσαν, οι τω γήρα γεραροί γοεροί, οι πλούσιοι ανούσιοι. Ούτως εν πλατείαις, ούτως εν γωνίαις, ούτως εν τεμένεσιν, ούτως εν καταδύσεσι.» Τοιαύτα υπήρξαν τα άθλα των ελευθερωτών του Χριστιανισμού. (24)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ.

ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Α’.
Πρώτος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως.
23 Μαΐου 1204-14 Απριλίου 1205.

Τοιουτοτρόπως περιήλθεν υπό την εξουσίαν των εξ εσπερίας σταυροφόρων η Κωνσταντινούπολις, το κοινόν απάντων εντρύφημά τε και εξάκουστον περιλάλημα, υποστάσα όλας τας δυσπραγίας πόλεως αλωθείσης υπό εθνών εις ληστρικόν μεν έκπλουν συγκροτηθέντων, όργανον δε και προσωπείον ευτύπωτον μεταχειρισθέντων την ευσέβειαν και την πίστιν. Αλλ’ οι τοσαύτα κατά Χριστιανών διαπραξάμενοι και μηδενός ιερού ή οσίου φεισάμενος ενεπνέοντο άρα υπό ζήλου ενθέου; Αλλ’ οι λαβόντες τον σταυρόν και ορκισθέντες ίν’ αποθάνωσιν εν ταις εώαις χώραις υπέρ της δόξης του επ’ αυτού προσηλωθέντος, διαρπάζοντες και θύοντες προυτίθεντο άρα να εκπληρώσωσι τον όρκον των; Όστις αναγνώση ουχί των συγχρόνων Βυζαντινών ιστοριογράφων τας αφηγήσεις, αλλά και αυτών των εσπερίων χρονογράφων τας περιέργους εκθέσεις, μακράν του να θεωρήση τους άνδρας εκείνους ως ελευθερωτάς των καταδυναστευομένων εν Χριστώ αδελφών αυτών ή ως απλούς Χριστιανούς, θέλει ενθυμηθή το του προφήτου και αναφωνήσει, «Το βδέλυγμα της ερημώσεως έστη εν τόπω αγίω.»

Η κατάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Φράγκων εγέννησε τας λαμπροτέρας ελπίδας, ότι η πρωτεύουσα αύτη έμελλε ν’ αναλάβη την προτέραν αυτής δόξαν· αλλ’ όμως αι ελπίδες αύται, ταχέως σκεδασθείσαι, απέδειξαν ότι δυσκολώτερον είναι να διατηρήση τις έν κράτος ή να κατακτήση αυτό, και ότι ευχερώς μεν δύναταί τις να μιμηθή τον κεραυνόν και την βροντήν, αδύνατον δε το διαρκές και γλυκύ φως του άστρου εκείνου, το oποίον εν τη τακτική και ομαλή πορεία του φωτίζει, ζωογονεί και γονιμοποιεί την φύσιν. Οι αγώνες και αι καταπληκτικαί προσπάθειαι των σταυροφόρων, ουδέν σχεδόν έτερον αποτέλεσμα έσχον, ειμή την γέννησιν βραχυχρονίου και γελοιώδους αυτοκρατορίας, ενώ τουναντίον ανεπτέρωσαν παρά τοις τέως εκπεφαυλισμένοις Βυζαντινοίς το αίσθημα της τιμής και του προς την θρησκείαν και την πατρίδα καθήκοντος. (25)

Η Κωνσταντινούπολις έπεσεν εις την εξουσίαν των Λατίνων περί τα τέλη της τεσσαρακοστής. Οι συνοδεύοντες τους σταυροφόρους ιερείς ήρξαντο προσκαλούντες αυτούς εις μετάνοιαν, η δε φωνή της θρησκείας δεν ήχησεν εις καρδίας σκληρυνθείσας υπό της νίκης. Οι στρατιώται έδραμον εις τας εκκλησίας, τας οποίας προ μικρού είχον διαρπάσει, και ετέλεσαν τα πάθη και τον θάνατον του Κυρίου εν τοις θυσιαστηρίοις, άτινα ου προ πολλού είχον ερημώσει και βεβηλώσει. Τελεσθείσης δε της εορτής του πάσχα, οι αρχηγοί των σταυροφόρων ώρισαν τρεις εκκλησίας, εν ταις οποίαις έκαστος των ιπποτών ώφειλεν επί ποινή αφορισμού να καταθέση την λείαν αυτού, διά να την διανείμωσιν οψιαίτερον άπαντες εξ ίσου. Πλείστοι στρατιώται καί τινες μάλιστα των αρχηγών υπό φιλαργύρου διαθέσεως ελαυνόμενοι εκράτησαν κεκρυμμένα παρ’ εαυτοίς διάφορα είδη λείας, ο δε κόμης του αγίου Παύλου απηγχόνισε και ένα των τοιούτων. Εν τούτοις η διανομή εγένετο και τα μεν τρία τέταρτα της λείας έλαβον οι σταυροφόροι, το δ’ έν τέταρτον επεφυλάξαντο διά τους αρχηγούς τους οποίους ήθελε διορίσει ο αυτοκράτωρ. Μόνον οι Γάλλοι σταυροφόροι έλαβον πεντακοσίας χιλιάδας μαρκών αργυρίου, τουτέστιν είκοσιν επτά εκατομμύρια φράγκων, ώστε, αν αφαιρέσωμεν το ποσόν πεντήκοντα χιλιάδων μαρκών, τας οποίας εκράτησαν οι Ενετοί προ της διανομής, άτε έχοντες να λαμβάνωσιν υπό των Γάλλων, μετά του μερίσματος αυτών, δυνάμεθα να υπολογίσωμεν ότι το ολικόν μέρος των λαφύρων συνεποσούτο εις εξήκοντα εκατομμύρια φράγκων· εννοείται δ’ ότι ισάριθμον ποσόν διήρπασαν οι μη σταυροφόροι ιδιώται, οι παρακολουθούντες αυτοίς εις την εκστρατείαν. Εάν προσέτι αναλογισθώμεν ότι ου προ πολλού τρεις αλληλοδιαδόχως πυρκαϊαί απετέφρωσαν πλέον του ημίσεος της πόλεως και επομένως ουκ ευκαταφρόνητα πλούτη, προς δε ότι τα πολυτιμώτερα είδη ένεκα της ανωμάλου καταστάσεως των πραγμάτων, είχον τεραστίως υποτιμηθή, θέλομεν συμπεράνει ότι η Κωνσταντινούπολις πριν ή αλωθή υπό των Λατίνων εκέκτητο πλούτη κινητά αξίας εξακοσίων εκατομμυρίων φράγκων. Εν δε τη διανομή, τη γενομένη μεταξύ των μαχητών της Λομβαρδίας, Γερμανίας και Γαλλίας έκαστος μεν ιππότης έλαβε μέρισμα ίσον προς το των δύο ιππέων, και έκαστος ιππεύς ίσον προς το των δύο πεζών. Οι Ενετοί είχον προσφέρει ν’ αγοράσωσιν όλα τα λάφυρα, δίδοντες τετρακοσίας μάρκας αργυρίου εκάστω ιππότη, διακοσίας εκάστω ιππεί ή ιερεί και εκατόν εκάστω πεζώ, αλλ’ η πρότασίς των αύτη απερρίφθη, (26)

Διανείμαντες ούτως οι σταυροφόροι τα πλούσια λάφυρα της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους, παρεδόθησαν εις παντοίας τρυφάς και ασελγείας και διακωμωδήσεις των εγχωρίων, μη βλέποντες το σφάλμα, όπερ διέπραττον, καταστρέφοντες χώραν, την οποίαν ώφειλον να θεωρήσωσιν ωσανεί πατρίδα των, ουδέ σκεπτόμενοι ότι η καταστροφή των νικηθέντων εδύνατο μια ημέρα να συνεπαγάγη την των νικητών και επομένως να καταστήση αυτούς εξίσου προς τους Γραικούς πένητας. «Επεί δε και τα σκύλα διενείμαντο, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, (27) ουκ ην τις παρ’ εκείνοις διαστολή επίπλων και σκευών βεβήλων τε και αγίων, αλλ’ επ’ ίσης άπασιν εις τας σωματικάς χρείας εκέχρηντο, Θεού και Θέμιδος κατά μηδέν εμπαζόμενοι, τα δε του Χριστού και των αγίων θεία εικάσματα εις έδρας και ποδών θρανίδας παρήγον.» Τοσαύτη υπήρχεν η λύσσα και ασέβεια αυτών! Άνευ σκέψεως, άνευ προνοίας του μέλλοντος, τα πάντα επί της σπάθης στηρίζοντες, εξαπέστειλαν πρέσβεις τοις εν Συρία ομοφύλοις των, μετά των πυλών της πόλεως, όπως εξαγγείλωσι τας επιτυχίας αυτών, και ήρξαντο να ρίπτωσιν εις κλήρους τας πόλεις και τας χώρας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ών η κυριότης έμελλε να περιέλθη αυτοίς. Τοιουτοτρόπως κατεκληρουχήθη η Αλεξάνδρεια και η Λιβύη, η Παρθική και Περσία, η Ιβηρία και η Ασσυρία, η Υρκανία και άπασα η μέχρι Γαδείρων χώρα. Και οι μεν, ως λαχόντες πόλεις ιπποτρόφους και πλουσίας, εμακάριζον εαυτούς επί τω κλήρω των, οι δε ήχθοντο διότι έλαχον λαούς πτωχούς και ημιβαρβάρους, έτεροι δε προέτειναν προς αλλήλους την ανταλλαγήν των κατά φαντασίαν κτήσεών των.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των πραγμάτων ότε, ανανήψαντες επί μικρόν της μέθης αυτών, απεφάσισαν να ασχοληθώσι περί την παγίωσιν πρώτον της εν Κωνσταντινουπόλει κατακτήσεως αυτών χρίοντες βασιλέα· αλλ’ η εκλογή τοιούτου απήντα πολλάς και σπουδαίας δυσχερείας, ου μόνον διότι έκαστον έθνος εκ των μετασχόντων της σταυροφορίας ηξίου δι’ εαυτό το σκήπτρον και το στέμμα, αλλά και διότι μεταξύ των αρχηγών των σταυροφόρων ήσαν πολλοί ίσοι προς αλλήλους κατά τε την ανδρίαν, την προγονικήν ευγένειαν και την λοιπήν αρετήν, και η προτίμησις ενός μεταξύ αυτών, εδύνατο να συνεπαγάγη την απείθειαν των άλλων και μετ’ αυτής τον εμφύλιον πόλεμον. Θέλοντες λοιπόν οι βαρώνοι και οι κόμητες να προλάβωσι τα δυστυχήματα ταύτα, εξελέξαντο δώδεκα εκλογείς, εν οίς έξ ήσαν Ενετοί, ο Δόγης Βιτάλης Δάνδολος, ο Όθων Κουερίνης, ο Βερτούκιος Κονταρίνης, ο Νικόλαος Ναβαγιέρος, ο Παντολέων Βάρβος και ο Ιωάννης Βαζέγιος, ή κατ’ άλλους, ο Ιωάννης Μικιέλης, και έξ Γάλλοι, Νεβελών ο επίσκοπος Σοασώνος, Κονράδος ο επίσκοπος Τρώης, Πέτρος ο επίσκοπος Βηθλεέμ, ο και έξαρχος του πάπα, Ιωάννης ο αρχιεπίσκοπος Πτολεμαΐδος και ο αββάς Λόκης, ο μετέπειτα προχειρισθείς πατριάρχης Αντιοχείας. Οι δώδεκα ούτοι ορκισθέντες επί του ιερού Ευαγγελίου να προβώσιν εν συνειδήσει εις την εκλογήν του αυτοκράτορος, ουδενί χαριζόμενοι ή αντικείμενοι, αλλ’ εις μόνην την ικανότητα αφορώντες, κατεκλείσθησαν εις το παρεκκλήσιον των ανακτόρων του Βουκολείου ίνα σκεφθώσι περί του ικανοτέρου, καθώς και το Χρονικόν του Μωρέως λέγει· (28)

Βουλήν επήραν ενομού να πήσουν βασιλέα.
Έκλεξαν δώδεκ’ άρχοντας, άξιους, φρονιμωτάτους,
Οι έξ ήσαν αρχιερείς και οι έξ φλαμπουριάροι.
Συνθήκαις και όρκους έτηκαν να εκλέξουν βασιλέα.
Με πιστωσύνην του λαού άνευ τρόπου και δόλου,
Εσέβησαν εισέ κελλίν, εκεί τους αποκλείσαν
Όπως του να πληρώσουσι τον βασιλέα της πόλης·
Πολλά εταραχεύθησαν αλλήλους με τους λόγους,
Διόν ομού ουκ ίσιαζαν να πήσουν βασιλέα.
Διόν τινες ελέγασι και σφόδρα επαινούσαν
Τον δούκα γαρ της Βενετιάς φρόνιμον επιδέξιον
Έλεγαν ότι άξιος ένι της βασιλείας.

Υπήρχεν αρχαίον τι έθιμον εις τους Φράγκους να εκλέγωσι τους βασιλείς αυτών ως εξής. Θέτοντες στιχηδόν τόσους κρατήρας, όσοι υποψήφιοι του θρόνου ήσαν, έστεγον υπό ένα εξ αυτών την αναίμακτον θυσίαν, μετά ταύτα δε προσκαλούντες τους θυηπόλους εφώνουν το όνομα ενός εκ των υποψηφίων και ο θυηπόλος λαμβάνων αδιακρίτως τον τυχόντα κρατήρα, προσήγεν αυτόν εις τους επί της εκλογής. Εκείνος δε εις την προσφώνησιν του ονόματος του οποίου, ο κρατήρ αιρόμενος, απεκάλυπτε την αναίμακτον θυσίαν, ο τοιούτος εξελέγετο βασιλεύς. Το αρχαίον λοιπόν τούτο έθιμον διενοήθησαν κατά πρώτον και οι σταυροφόροι να πραγματοποιήσωσι κατά την εκλογήν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά μεταμεληθέντες απεφάσισαν άλλως να εκλέξωσιν αυτόν. (29)

Τρεις ήσαν οι μάλλον των άλλων υπέρ εαυτών τας των εκλογέων ψήφους συνενούντες. Αν η πορφύρα ήτο γέρας της πολυπειρίας, της περί τας συμβουλάς επιτηδειότητος και της αμοιβής των εκδουλεύσεων, βεβαίως αύτη έπρεπε να δοθή, εις τον Ερρίκον Δάνδολον, το ελατήριον και την ψυχήν της σταυροφορίας. Ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης είχεν επίσης τίτλους ουχί ευκαταφρονήτους επί του στέμματος, διότι και οι σταυροφόροι τον είχον εκλέξει ως αρχηγόν των και οι Γραικοί τον ανεγνώριζον ήδη ως κύριον αυτών. Η ανδρία του, εν πολλαίς περιστάσεσι καταδειχθείσα, υπισχνείτο σταθερόν και γενναίον υποστήριγμα του θρόνου, όστις έμελλε να υψωθή εν μέσω των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας. Η σύνεσις αυτού και η μετριοφροσύνη ήσαν τοιαύται, ώστε και οι Φράγκοι και οι εγχώριοι ήλπιζον ότι, του μαρκησίου εκλεγομένου, ήθελον ανακύψει εκ των δεινών του πολέμου. Τέλος τρίτος υποψήφιος ήτον ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, συγγενεύων προς τους μονάρχας της δύσεως και εξ αγχιστείας απόγονος του Καρόλου Μάγνου. Ηγαπάτο ούτος υπό των στρατιωτών αυτού, των οποίων συνεμερίζετο τους κινδύνους, ετιμάτο δε και υπ’ αυτών των Γραικών, οίτινες και εν μέσω έτι της συγχίσεως και των αταξιών της κατακτήσεως, τον εξύμνουν ως υπόδειγμα σωφροσύνης και τιμής. «Ην δε ο ανήρ, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, ευλαβής τα προς Θεόν, ως ελέγετο, και την δίαιταν εγκρατής, γυναικός δε μηδέ μέχρι βλέμματος προσεσχηκώς, εφ’ όσον χρόνον της οικείας γαμετής απεφοίτησεν, αλλά και εις τους ύμνους εσχόλαζε του Θεού και τους εν ανάγκαις εκυβέρνα, και ακούειν τους προς αυτόν αντιλέγοντας κατεδέχετο· το δε μέγιστον δις είχεν εκάστης εβδομάδος τον εσπέρας επεμβοώντα μηδένα των οικείων αρχείων εντός κατευνάζεσθαι, μη νομίμω γυναικί πλησιάζοντα. (30)

Οι εκλογείς απέβλεψαν κατά πρώτον προς τον γεραρόν Δόγην Δάνδολον· αλλ’ oι δημοκράται της Ενετίας απετροπιάζοντο ίνα ίδωσιν αυτοκράτορα εκ των συμπολιτών των. «Πώς να μη φοβώμεθα, έλεγον, από Ενετόν γενόμενον κύριον της Ελλάδος και μεγάλου μέρους της ανατολής; θέλομεν άρα υποταχθή εις τους νόμους του ή τουναντίον θα μείνη αυτός υποτεταγμένος εις τους νόμους της ημετέρας πατρίδος; Τις δύναται να μας εγγυηθή ότι επί της βασιλείας αυτού ή των διαδόχων του, δεν θα κατασταθή η Ενετία, η βασίλισσα των θαλασσών, μία εκ των πόλεων του κράτους τούτου;» Ταύτα λέγοντες οι Ενετοί εξύμνουν τον χαρακτήρα και τας αρετάς του Δανδόλου, προσθέτοντες ότι ούτος διανύσας στάδιον μεγαλουργόν και περικλεές, μίαν μόνον ευχήν έπρεπε να έχη, πώς να περατώση αυτό εντίμως, διότι και αυτός προτιμώτερον εύρισκε να ήνε αρχηγός νικηφόρου δημοκρατίας ή αυτοκράτωρ ηττηθέντος λαού. Ποίος Ρωμαίος, εκραύγαζον, ήθελε παραιτήσει τον τίτλον πολίτου της Ρώμης ίνα καταστή βασιλεύς της Καρχηδόνος ; (31)

Αλλ’ αφ’ ετέρου και αυτός ο Δόγης απεδιοπομπείτο το αυτοκρατορικόν στέμμα, άτε πηρός τας όψεις ων· και τούτου ένεκεν όταν τις τω εξήγγειλεν ότι σφοδρά έρις υπάρχει μεταξύ των δώδεκα εκλογέων, προτεινόντων αυτόν ως υποψήφιον, διεμήνυσε προς εκείνους τάδε, καθ’ ά το Χρονικόν του Μωρέως αναφέρει. (32)

Ο κάποιος λόγους μ’ έφερεν, ήλθεν απέσωσέν τους
Το πώς τινές από εσάς, από της αρετής τους
Ως ευγενείς και φρόνιμοι το θέλημά τους λέγουν
Και λέγουν λόγους δι’ εμέ περί της βασιλείας
Ότι εγώ είμ’ άξιος να γίνω βασιλέας.
Λοιπόν εγώ ως φρόνιμους φίλους και αδελφούς μου
Μεγάλως τους ευχαριστώ· ο Θεός να τους το στρέψη
Το είπασι και λέγουσι δι’ εμέ τον αδεφόν τους.
Όμως εγώ από Θεού την χάριν και την δόξαν
Ουδέν ευρίσκω εις εμέ, λέγω ‘ς τ’ ονόματόν μου
Τοσούτην αδιάκρισιν, να μην το εγνωρίζω
Εις το κουμού της Βενετιάς, εξέβησαν ανθρώποι
Γνώσεως μεγάλης και στρατειάς ωσάν και εις τους άλλους,
Αλλά κανείς ουκ έφθασε ποτέ εις τόσην δόξαν
Το στέμμα το βασιλικόν να του έχουσι φορέσει·
Εν τούτω σας παρακαλώ ως φίλους και αδελφούς μου
Να παύσουσι τα σκάνδαλα, η ταραχή, τα λόγια,
Τα ελαλήσετε δι’ εμέ να γίνω βασιλέας.
Επαίρνω εγώ τους λόγους των και ταις φωναίς οπού είπαν
Και ας πήσωμεν διά βασιλιά τον κόντον Μπαλδουβίνον,
Οπόναι αυθέντης φυσικός της αυθεντειάς της Φλάνδρας
Διόν είναι ευγενής και άξιος, χρήσιμος εις τους πάντας
Και άξιος διά βασιλεύς απόλον το φουσάτον.

Τοιουτοτρόπως αρθείσης της υποψηφιότητος του Δανδόλου, δύο μόνοι παρίσταντο εκλέξιμοι, ο κόμης Φλάνδρας και ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Οι φρονιμώτεροι εφοβούντο μη εκείνος των δύο υποψηφίων, όστις απετύγχανεν ήθελε δυσαρεστηθή και προσπαθήσει διά βιαίων μέσων την κατάπτωσιν του θρόνου, όν ο αντίπαλός του κατείχεν· όπως λοιπόν προληφθώσι τα αποτελέσματα της ολεθρίας έριδος, συνεφωνήθη εκ προοιμίων, ότι ο εκλεχθείς αυτοκράτωρ υπεχρεούτο να παραχωρήση εις τον αποτυχόντα, επί όρω υποτελείας, την κυριότητα της νήσου Κρήτης και πασών των εκείθεν του Βοσπόρου κειμένων χωρών. Μετά την απόφασιν ταύτην οι εκλογείς ενησχολήθησαν πλέον καθ’ ολοκληρίαν περί την του αυτοκράτηρος οριστικήν εκλογήν, και η απόφασις αυτών επί πολύν χρόνον ήτο αμφίρροπος. Ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εφάνη κατά πρώτον πλειοψηφών· αλλ’ οι Ενετοί δεν επεθύμουν να ίδωσιν επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ηγεμόνα, έχοντα κτήσεις εγγύς της δημοκρατίας των. Υπέδειξαν λοιπόν εις την συνέλευσιν ότι η εκλογή του Βαλδουίνου υπήρχε συμφερωτέρα εις τους σταυροφόρους, διότι εκλέγοντες αυτόν, ήθελον αφ’ ενός μεν κολακεύσει τα μάχιμα έθνη των Φλαμανδών και των Γάλλων, και εν πάση περιπτώσει έχει την συνδρομήν αυτών, αφ’ ετέρου δε επειδή το πλείστον μέρος του στρατού συνέκειτο εκ Γάλλων, ήθελον ούτοι υποχρεωθή να μη παραιτήσωσι τον αυτοκράτορα εν πάσαις αυτού ταις ανάγκαις, ενώ ουδεμίαν ποτέ συνδρομήν εδύναντο να προσδοκώσιν υπό του μαρκησίου της Μοντφεράτης, ού αι κτήσεις έκειντο εν Ιταλία, διηρημένη ούση εις πλείστας όσας ηγεμονίας, ών οι άρχοντες ποικίλα είχον τα συμφέροντα και τας διαθέσεις. Των ιδεών τούτων συνεμερίζετο και ο Δάνδολος, όστις επεθύμει να εκλεχθή εκείνος ού αι κτήσεις απείχον όσον ένεστι περισσότερον της Ενετίας, ώστε εν περιπτώσει καθ’ ήν ο αυτοκράτωρ και οι Ενετοί ήθελον διχονοήσει προς αλλήλους, να μη δύναται ούτος εκ του παραχρήμα να προσβάλη τα όρια της δημοκρατίας, όπερ εδύνατο να συμβή κάλλιστα, εκλεγομένου του Βονιφατίου. (33)

Εν τούτοις οι σταυροφόροι προ των ανακτόρων του Βουκολέοντος συνηγμένοι προσεδόκων μετ’ ανυπομονησίας την απόφασιν των εκλογέων. Τέλος περί το μεσονύκτιον Νεβελών ο επίσκοπος της Σοασών, προβάς εις τον εξώστην, εφώνησε μεγάλη τη φωνή· «Την ώραν ταύτην της νυκτός, εν τη οποία εγεννήθη ο Σωτήρ του κόσμου, γεννάται νέα αυτοκρατορία υπό την αιγίδα του Παντοδυνάμου· αυτοκράτορα δ’ έχετε Βαλδουίνον τον κόμητα Φλάνδρας και Αϊνώ». Κραυγαί χαράς και ενθουσιασμού αντήχησαν μεταξύ των Ενετών και των Γάλλων, μαθόντων ότι

Δι’ άνακτα έχρισαν της Κωνσταντίνου
Βαλδουίνον κόμητα χώρας της Φλάντρας
Νεανίαν κάλλιστον, ωραίον φύσει,
Φιλευσεβή τε και φιλόχριστον λίαν,
Πραΰν, ιλαρόν, σωφρονέστατον μάλα
Μερίδα και μέλλοντι διδόντα βίω,
Πολλών ταμείον αρετών θεοδότων,
Μάλιστ’ εραστήν σωφροσύνης και δίκης,
Ός είχε δις κήρυκα της εβδομάδος
Τορόν βοώντα μη καθεύδειν μηδένα
Των βασιλείων ένδοθεν καθ’ εσπέραν,
Μηδέν νομίμω γυναικί συνημμένον,
Πόρνη δ’ αθέσμως συμβιούν ηρημένον,
Ήν και φύλαξ νόμων τε δίκης τ’ εννόμου,
Γυναικί προσχείν ου θελήσας ουδόλως
Μηδ’ αν μέχρι βλέμματος εμπαθή θέαν,
Όσον περ απήν της συνεύνου τον χρόνον. (34)

Ο δε λαός Κωνσταντινουπόλεως, ειθισμένος ήδη εις συνεχείς αλλαγάς ηγεμόνων, ήκουσε σχεδόν αδιαφόρως την ανακήρυξιν του νέου αυτοκράτορος, συνενώσας μάλιστα τας επευφημίας αυτού μετά των Λατίνων. Ο Βαλδουίνος, υψωθείς επί ασπίδος, εκομίσθη ως εν θριάμβω εις την εκκλησίαν της αγίας Σοφίας, παρακολουθούμενος υπό πάντων των σταυροφόρων, και αυτού του αντιζήλου του μαρκησίου εν τοις πρώτοις, του οποίου το γενναιόφρον παράδειγμα έθελξε τους πάντας.

Η τελετή της επισήμου στέψεως ανεβλήθη διά την τετάρτην μετά το πάσχα Κυριακήν, όπως έκαστος προπαρασκευασθή διά την επίσημον εκείνην ημέραν. Εν τω μεταξύ δ’ επανηγυρίσθησαν μετά πλείστης όσης επισημότητος οι γάμοι του μαρκησίου της Μοντφεράτης μετά Μαργαρίτας, ή κατά Βυζαντινούς Μαρίας της εκ Παιάνων, ήτις ούσα ηρμοσμένη Ισαακίω τω εξ Αγγέλων, έμενε χήρα μετά τον θάνατον αυτού. Επελθούσης δε της ημέρας της στέψεως, ήτις ην η 23 Μαΐου 1204, ο Βαλδουίνος ωδηγήθη πανηγυρικώς εις την αγίαν Σοφίαν, ενδεδυμένος ιμάτια Βυζαντινού αυτοκράτορος και παρακολουθούμενος υφ’ όλων των βαρώνων και μεγιστάνων του στρατού. Εν τω ναώ τελουμένης της θείας μυσταγωγίας, ο αυτοκράτωρ υψώθη επί θρόνου κεχρυσωμένου και έλαβε την πορφύραν εκ των χειρών του παπικού εξάρχου Πέτρου, επισκόπου Βηθλεέμ, εκπληρούντος χρέη πατριάρχου. Δύο ιππόται έφερον προ αυτού την πλατύσημων των Ρωμαίων υπάτων εσθήτα (laticlave) και την αυτοκρατορικήν σπάθην. Ο πρωθιεράρχης, όρθιος προ του θυσιαστηρίου, εφώνησεν ελληνιστί Άξιος του βασιλεύσαι , και πάντες οι παρεστώτες επανέλαβον εν χορώ άξιος άξιος! Πάντα δε ταύτα, οι σταυροφόροι, δηλονότι κραυγάζοντες, οι ιππόται κεκαλυμμένοι με τας βαρείας πανοπλίας των, οι κεχηνότες προς τα παράδοξα συμβάντα Γραικοί, το γεγυμνωμένον του αρχαίου αυτοί στολισμού και διά νέου κεκοσμημένου θυσιαστήριον παρίστων θέαμα πανηγυρικόν άμα και πένθιμον, και εδείκνυον όλας του πολέμου τας δυστυχίας εν τω μέσω των τροπαίων της νίκης. Μετά των άλλων εθίμων της κατά τοιαύτας περιπτώσεις παρά τοις Βυζαντινοίς τελετής, δεν παρελήφθη ουδ’ εκείνο, του προσφέρειν εις τον αυτοκράτορα αγγείον πλήρες κόνεως οστών και κροκιδίου στυπείου κεκαυμένου ως σύμβολον της βραχύτητος του βίου και του ευτελούς των ανθρωπίνων πραγμάτων· μετά δε την τελετήν, επανήλθεν αύθις εις τα ανάκτορα μετά της αυτής πομπής, των οδών δι’ ών διήρχετο εστρωμένων ουσών με πλουσίους τάπητας.

Ο Βαλδουίνος εγεννήθη τω 1171 υπό Βαλδουίνου Ε’, κόμητος του Αϊνώ, και Μαργαρίτας της Αλσακινής· ήτο λοιπόν τριάκοντα και τριών ετών ότε εχρίσθη αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως. Νυμφευθείς Μαργαρίταν, Θυγατέρα Ερρίκου του Πλατέος, κόμητος Καμπανίας και Μαρία, θυγατρός Λουδοβίκου Ζ’, βασιλέως της Γαλλίας, υιούς μεν ουδόλως εκ ταύτης εκτήσατο, έσχε δε μόνον δύο θυγατέρας, ών η μεν εκαλείτο Ιωάννα, η δε Μαργαρίτα· εκληρονόμησαν δ’ αμφότεραι τα επί των κομητειών Φλάνδρας και Αϊνώ δικαιώματα του πατρός αυτών. Ο Βαλδουίνος κατά τους πολέμους, τους μεταξύ Ριχάρδου και Φιλίππου Αυγούστου βασιλέως της Γαλλίας, λαβών το μέρος του πρώτου, εζήτησεν υπό την σημαίαν του σταυρού άσυλον κατά της οργής του Φιλίππου Αυγούστου και ωρκίσθη εν τω εις Βρούγην ναώ του αγίου Δονάτου να υπάγη εις Ασίαν όπως καταπολεμήση τους μουσουλμάνους παρηκολούθησαν δ’ αυτόν οι δύο αδελφοί του, Ευστάθιος και Ερρίκος, κόμης του Σαρβρούη, και ανδρείος και τολμηρός ων, έλαβε μέρος εις όλας τας προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως προσπαθείας, διευθύνας μάλιστα, τη 6 Ιουλίου, την εμπροσθοφυλακήν του κατ’ αυτής στρατού. (35)

Πριν της τελετής της στέψεώς του ο νέος αυτοκράτωρ διένειμεν εις τους συμπολεμιστάς αυτού τα πρώτιστα της αυτοκρατορίας αξιώματα· και ο μεν πρωτοστάτωρ της Καμπανίας Βιλλαρδουίνος έλαβε τον τίτλον πρωτοστάτορος της Ρωμανίας, ο δε κόμης του αγίου Παύλου την του κοντοσταύλου, ο Κόνων Πετούνης την του πρωτοβεστιαρίου, ο Μακάριος δε Σαιν-Μενεχούλ τον του αρχιοινοχόου και άλλοι άλλους. Ο δόγης της Ενετίας εγένετο δεσπότης και πρίγκηψ Ρωμανίας, έχων το δικαίωμα να φέρη βλαντία πορφυρά προνόμιον όπερ επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων μόνοι οι εκ βασιλικού αίματος εκέκτηντο. Ο Ερρίκος Δάνδολος αντεπροσώπευεν εις Κωνσταντινούπολιν την Ενετικήν δημοκρατίαν, το ήμισυ άρα της πόλεως ήτο κτήμα του και ανεγνώριζε τους νόμους αυτού, ανωτέρου πάντων των της αυλής του Βαλδουίνου όντος, απηλλαγμένου δε συνάμα πάσης υποσχέσεως, πίστεως και υποταγής προς τον αυτοκράτορα.

Εν τούτοις οι κόμητες και οι βαρώνοι των σταυροφόρων ήσαν ανυπόμονοι να διανεμηθώσι τας πόλεις και τας επαρχίας του κράτους, τας οποίας όμως εισέτι δεν είχον κατακτήσει. Εν συμβουλίω λοιπόν, συγκροτηθέντι υπό δώδεκα πατρικίων Ενετών και ισαρίθμων ιπποτών Γάλλων, όλη η Βυζαντινή αυτοκρατορία διηρέθη μεταξύ των δύο εθνών· και οι μεν Γάλλοι έλαβον την Βιθυνίαν, Ρωμανίαν, Θράκην, Θεσσαλονίκην και άπασαν την από Θερμοπυλών μέχρι Σουνίου Ελλάδα μετά των μεγαλειτέρων νήσων του Αρχιπελάγους, εν άλλαις λέξεσιν έλαβον ως κλήρον τον πόλεμον προς τους Τούρκους και τους Γραικούς, υφ’ ών κατείχοντο αι πλείσται των χωρών τούτων, εις δε τους Ενετούς εδόθησαν αι Κυκλάδες και Σποράδες νήσοι, η ανατολική παραλία του Αδριατικού, τα παράλια της Προποντίδος και του Ευξείνου Πόντου, ας όχθαι του Έβρου και του Βάρδα, αι πόλεις Ύψελα, Διδυμότειχον, Αδριανούπολις και έτεραί τινες. Αλλ’ όμως περιστάσεις, άς δεν είχον προΐδει, συμφέροντα αντίθετα, αντιζηλίαι και φιλοτιμίαι παρήλλαξαν εντός μικρού την τοπικήν ταύτην διαίρεσιν. Αι χώραι αι κείμεναι εκείθεν του Βοσπόρου εγένοντο βασίλειον και εδόθησαν μετά της νήσου Κρήτης εις τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης· ούτος δε, μη έχων πλοία όπως τας προστατεύη κατά πάσης θαλασσίας επιδρομής, τας αντήλλαξε κατά Μάιον του 1204 προς την επαρχίαν Θεσσαλονίκης, επώλησε δε και την Κρήτην προς τους Ενετούς αντί τριάκοντα λιβρών αργυρίου, ώστε απαλλαγείς τοιουτοτρόπως των εκ θαλάσσης παρενοχλήσεων, συνώρευσε, κάτοχος της Θεσσαλονίκης γενόμενος, κάπως προς τον γαμβρόν αυτού βασιλέα της Ουγγαρίας. Αι δε Ασιατικαί επαρχίαι παρεχωρήθησαν εις τον κόμητα του Βλοά, όστις έλαβε τον τίτλον δουκός Νικαίας και Βιθυνίας. (36)

Ενώ οι βαρώνοι και οι κόμητες διενέμοντο ούτως έθνη και πόλεις, η φιλοδοξία του λατινικού κλήρου δεν καθυστέρει της των Ιπποτών, αλλά προσεπάθει εξίσου να ενθρονισθή επί των ναυαγίων της ελληνικής εκκλησίας. Όλοι οι ναοί εμοιράσθησαν μεταξύ των Γάλλων και των Ενετών· ιερείς αμφοτέρων των εθνών διωρίσθησαν να καταλάβωσι τα θυσιαστήρια των ορθοδόξων, και η Κωνσταντινούπολις αντήχει από τας θρησκευτικάς τελετάς των εξ Εσπερίας ελθόντων. Οι σταυροφόροι πριν της εκλογής του Βαλδουίνου είχον αποφασίσει ότι ο πνευματικός αρχηγός της νέας αυτοκρατορίας ώφειλε να εκλεχθή εκ του έθνους εκείνου, εις ό δεν ανήκεν ο κοσμικός, και συνεπεία της αποφάσεως ταύτης, ο πατριάρχης έπρεπε να η Ενετός, του αυτοκράτορος Γάλλου όντος. Εξελέχθη λοιπόν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο εν Ενετία διατρίβων Θωμάς Μοροζίνης, τον οποίον Νικήτας ο Χωνιάτης περιγράφει ούτω. «Την μεν ηλικίαν μέσος ην, την δε σωματικήν πλάσιν λακκευτού συός ευτραφέστερος· ην δε και λείος ξυρώ το του προσώπου έδαφος ως οι λοιποί των εκ του γένους εκείνου και τας ενστηθίους παρατετιλμένος τρίχας ακριβέστερον δρώπακος, αμπεχόμενος δε στολήν συνυφασμένην μικρού τω δέρματι και ραφιδουμένην εκάστης τα εις καρπούς, δακτύλιόν τε τη χειρί περιστρέφων, ενίοτε δε και τα εκ δέρρεων εις δακτύλους διεσχισμένα των χειρών φυλακτήρια περικείμενος.» Κατά της εκλογής ταύτης πολλαί εγένοντο μεταξύ των σταυροφόρων ενστάσεις παρά των ατενιζόντων προς την πατριαρχικήν τιάραν· αλλά τη μεσολαβήσει του Δανδόλου τα πάντα εξωμαλύνθησαν και παραχρήμα επέμφθησαν εις Ιταλίαν ο Λεονάρδος Νοβαγιέρος και ο Ανδρέας Μολίνος, ο μεν όπως εξαγγείλη εις τον Θωμάν την εκλογήν του, ο δε όπως ικετεύση τον Πάπαν ίνα εγκρίνη ταύτην. (37)

Την εκλογήν του Μοροζίνη κατά πρώτον δεν ηθέλησεν ο Πάπας ν’ αναγνωρίση, διότι αύτη τω εφαίνετο υπεξαίρεσις των δικαιωμάτων της Αγίας Έδρας· αλλ’ επειδή ο ανήρ εκείνος και εις διακεκριμένην ενετικήν οικογένειαν ανήκε και ο ίδιος εθεωρείτο ικανός, επένευσεν εις την εκλογήν, και προσκαλεσάμενος εις Ρώμην, τον εχειροτόνησε κατά τα ειθισμένα. Επανελθών εκ Ρώμης εις Ενετίαν ο νέος πατριάρχης υπεχρεώθη παρά της γερουσίας να υποσχεθή ενόρκως, ότι ουδέποτε ήθελε διορίσει εφημέριον της αγίας Σοφίας άνδρα όστις δεν ήτο εκ γεννετής Ενετός ή δεν είχε κατοικήσει δέκα κατά συνέχειαν έτη εις Ενετίαν, και ότι διά παντός μέσου ήθελε διακωλύσει την εκλογήν πατριάρχου ή αρχιεπισκόπου κατά την αυτοκρατορίαν μη Ενετού. Ο Μοροζίνης ανέλαβε τας υποχρεώσεις ταύτας, εφ’ όσον όμως συνεβιβάζοντο προς την αγίαν Έδραν και προς τον οφειλόμενον αυτή σεβασμόν. Και όντως, μετά δύο έτη ο Πάπας μαθών τας συμφωνίας ταύτας, τον απαγόρευσε να υπακούση, και τον απήλλαξε παντός όρκου, τω λόγω ότι ουδείς εισέρχεται κληρονομικώ δικαιώματι εις το θυσιαστήριον του Κυρίου, αλλά μόνον ο άξιος και ικανός, μηδόλως λαμβανομένης υπ’ όψιν της εθνικότητος και της οικογενείας αυτού. Ο πατριάρχης, αναχωρήσας μετά τεσσάρων γαλερών εξ Ενετίας, ανεκτήσατο την Ραγούζαν αποστάσαν από των Ενετών, και πλησιάσας εις την Κωνσταντινούπολιν, ανήγγειλε την έλευσίν του εις τον λαόν, όπως εξέλθη και τον υποδεχθή μετά των συνήθων κατά τοιαύτας περιπτώσεις τιμών. Τότε εξεδηλώθη άπασα η δυσαρέσκεια του Γαλλικού κλήρου, διότι εναντίον των μεταξύ Γάλλων και Ενετών συμφωνηθέντων, ηρνήσατο ν’ αναγνωρίση τον νέον Πατριάρχην, τη προφάσει ότι η εκλογή αυτού δεν ήτο κανονική και ότι η επικύρωσις αυτού επετεύχθη υπό του Πάπα επί ψευδή εκθέσει· όπως δε μη φανή απειθής, ανηνέχθη εις αυτόν τον πάπαν. Ο Ιννοκέντιος ίνα καταπνίξη παν σπέρμα διχονοίας, έπεμψεν έξαρχον Βενέδικτον τον καρδινάλιον της αγίας Σουσάννης, όστις επέτυχε διά των προτροπών του να εξομαλύνη τας δυσχερίας και καταστήση παρά πάσι σεβαστήν την εκλογήν του Μοροζίνη. Μετ’ αυτού δε ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν πλήθος Λατίνων επισκόπων, προτιθεμένων να καταλάβωσι τας υπό των ορθοδόξων τέως κατεχομένας επισκοπάς. (38)

Ουδέν ανθίστατο πλέον εις τα όπλα των σταυροφόρων, τα πάντα έτρεμον προ αυτών, και η φήμη εξήγγελλε πανταχού τα κατωρθώματα και την δύναμίν των· αλλ’ όμως εναντίον πάσης ταύτης της κατά το φαινόμενον ευτυχίας, ρίπτοντες τα βλέμματα προς το μέλλον ώφειλον εκείνοι να αισθάνωνται τον φόβον ότι η αποχώρησις των συντρόφων των ή ο θάνατος αυτών, ήθελε τους αφήσει άνευ υπερασπιστών, ενώ αφ’ ετέρου οι της πόλεως κάτοικοι εξησθενημένοι ή διεσκορπισμένοι δεν εδύναντο να επαρκέσωσι μήτε εις την καλλιέργειαν των γαιών, μήτε εις τα της πόλεως έργα. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι κόμητες και οι βαρώνοι οίτινες μετά φόβου απεξεδέχοντο πάντοτε τας αποφάσεις του αρχηγού της εκκλησίας, εδιπλασίασαν την προς τον άκρον ποντίφικα υποταγήν αυτών, και εξητήσαντο την συνδρομήν του επί τη ιδέα ότι ήθελε προμαχήσει υπέρ αυτών εν τη Δύσει, και ότι εις την φωνήν του πρωθιεράρχου της Ρώμης πολυάριθμοι Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί ήθελον έλθει να κατοικήσωσι και υπερασπίσωσι το νέον κράτος.

Και λοιπόν άμα μετά την στέψιν αυτού ο Βαλδουίνος έπεμψεν προς τον Πάπαν τον ιππότην Βαρόσην μετά πολυτίμων δώρων εκ χρυσού, λίθων τιμαλφών· ταπήτων λαμπρών, λειψάνων αγίων, και μετ’ επιστολών δι’ ών τω εξήγγελλε τας νίκας και τας κατακτήσεις των σταυροφόρων. Ο νέος αυτοκράτωρ, όστις ελάμβανε τον τίτλον Ιππότου της αγίας Έδρας, υπεμίμνησκεν εις τον άκρον ποντίφικα την απιστίαν και την μακροχρόνων αντίστασιν των Γραικών, ψαύων τας θρησκευτικάς χορδάς ίνα εξευμενίση αυτόν. «Υπετάξαμεν εις τους νόμους σας, έγραφε, την πόλιν ταύτην, ήτις εκ μίσους προς την αγίαν Έδραν, μόλις εδύνατο ν’ ακούση προφερόμενον το όνομα του πρωτοθρόνου των αποστόλων, ουδ’ έκτισε μίαν καν εκκλησίαν προς τιμήν εκείνου, όστις έλαβε παρά του Κυρίου την υπεροχήν εφ’ όλων των εκκλησιών». Ο Βαλδουίνος προσεκάλει εν τη επιστολή του τον αντιπρόσωπον του Ιησού Χριστού ν’ ακολουθήση το παράδειγμα των προκατόχων του Ιωάννου και Λέοντος, οίτινες επεσκέψαντο προσωπικώς την εκκλησίαν του Βυζαντίου· όπως δε δικαιολογήση την πράξιν των προσκυνητών, γενομένων κυρίων του Βυζαντινού κράτους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν όλων των χριστιανών της Ανατολής, προσέθεττεν· «Ότε εισήλθομεν εις την πρωτεύουσαν ταύτην, πολλοί των παρ’ ημίν διατριβόντων κατοίκων της αγίας Γης εξεδήλουν υπέρ τους λοιπούς την χαράν των, επαναλαμβάνοντες γεγονυία τη φωνή ότι προσεφέρομεν εις τον θεόν υπηρεσίαν ευαρεστοτέραν ή αν ανεκτώμεθα τα Ιεροσόλυμα.» (39)

Αφ’ ετέρου ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης απηύθυνε προς τον άκρον αρχιερέα επιστολήν, δι’ ής διεμαρτύρετο περί της τελείας του υπακοής εις τας αποφάσεις της αγίας Έδρας. (40) «Το επ’ εμοί, έλεγεν ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης, δεν έλαβον τον σταυρόν, ειμή διά την άφεσιν των αμαρτιών μου και ουχί διά να αμαρτήσω περιπλέον προφάσει θρησκευτική, ιδού υποβάλλομαι εις τας θελήσεις σας, και ει μεν θεωρήσητε ότι η παρουσία μου είναι αναγκαία εις Ρουμανίαν, ειμί έτοιμος ν’ αποθάνω μαχόμενος κατά των εχθρών υμών τε και του Ιησού Χριστού· αλλ’ αν τουναντίον νομίσητε ότι οφείλω να εγκαταλείψω τας πλουσίας ταύτας χώρας, χωρίς να λάβω υπ’ όψιν ούτε τα αγαθά, ούτε τας τιμάς, ών απολαύω, ειμί έτοιμος και πάλιν να επανέλθω εις Δύσιν, διότι ουδέν επιθυμώ να πράξω δυνάμενον να ελκύση επ’ εμέ την οργήν του υπερτάτου κριτού». Τα αυτά δε σχεδόν επανελάμβανε και ο δόγης της Ενετίας Δάνδαλος, όστις τέως είχε περιφρονήσει τας τε απειλάς και τους κεραυνούς της εκκλησίας.

Ο Ιννοκέντιος προ πολλού ήτο εξωργισμένος κατά της απειθείας των σταυροφόρων· εν ταις απαντήσεσι λοιπόν αυτού μετά φαρμακεράς πικρίας επέπληττεν αυτούς ότι προυτίμησαν των ουρανίων αγαθών τα εγκόσμια, κατέκρινε τους αρχηγούς διότι εξέθηκαν εις τας ύβρεις των στρατιωτών και των υπηρετών των την τιμήν των γυναικών και των παρθένων, μέχρι και αυτών των αφιερωθεισών τω θεώ, ότι κατέστρεψαν την Κωνσταντινούπολιν λαφυραγωγήσαντες μεγάλους και μικρούς, ότι εβεβήλωσαν τα θυσιαστήρια και έφερον χείρα εναγή και επ’ αυτών των θησαυρών των εκκλησιών· ενί λόγω μετά τοσαύτης αυστηρότητος ο Ιννοκέντιος ήλεγχε τους σταυροφόρους, ώστε η παρά Βαρονίω ανάγνωσις μιας των προς τον Δάνδαλον επιστολών αυτού, κινεί επ’ αληθείας τον θαυμασμόν των αναγινωσκόντων. (41) Εν τούτοις ο πρωθιεράρχης μη τολμών να εισδύση εις τα κρίματα της θείας Προνοίας, ηρέσκετο να πιστεύη ότι οι Γραικοί δικαίως ετιμωρήθησαν ένεκα των παραπτωμάτων αυτών, οι δε σταυροφόροι εχρημάτισαν όργανα της θεότητος και εκδικηταί της δικαιοσύνης αυτής. «Φοβήθητε, έγραφε προ τους Λατίνους, την οργήν του Κυρίου· ελπίσατε θαρραλέως ότι θα σας συγχωρήση τα παρελθόν, αν κυβερνάτε τους λαούς εν ευθύτητι και δικαιοσύνη, αν ήσθε πιστοί εις την αγίαν Έδραν και επί πάσιν αν ήσθε αποφασισμένοι, να εκπληρώσητε την ευχήν ήν εποιήσατε, του να ελευθερώσητε την Αγίαν γην.»

Εν τούτοις ο πάπας συγκινηθείς εκ των ικεσιών και των δειγμάτων της υποταγής των σταυροφόρων, εκ των κατορθωμάτων των οποίων αντήχει άπασα η Εσπερία, επικύρωσε την εκλογήν του Βαλδουίνου και συγκατετέθη ν’ αναγνωρίση έν κράτος εις το oποίον ώφειλε να δώση νόμους· όσω δε πλέον οι σταυροφόροι εφαίνοντο υποτεταγμένοι εις την εξουσίαν του τόσω ηδραιούτο εν τη ιδέα ότι αι κατακτήσεις εκείνων συνετέλουν προς την μεγαλειτέραν δόξαν του θεού και του επί της γης αντιπροσώπου του Ιησού Χριστού. Γράφων λοιπόν προς τους επισκόπους της Γαλλίας τοις έλεγεν, ότι ο Κύριος ηυδόκησε να παραμυθήση την εκκλησίαν διά της επιστροφής των αιρετικών, ότι η θεία Πρόνοια εταπείνωσε τους Γραικούς, λαόν εναγή, αλαζόνα και αντάρτην, και ότι εδωρήσατο το κράτος τοις Λατίνοις, λαώ ευσεβεί, ταπεινώ και πειθηνίω συνίστα δε αυτοίς να πέμψωσι κληρικούς εις Έω διά να διδάξωσι τας υγιείς διδασκαλίας. Αφ’ ετέρου απευθυνόμενος προς τους της Γαλλίας λαούς ο άκρος ποντίφιξ προσεκάλει αυτούς εν ονόματι του αυτοκράτορος Βαλδουίνου να μεταβώσιν εις Ελλάδα, ίνα λάβωσιν εκεί γαίας και πλούτη κατά την αξίαν και ποιότητά των, παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις τους πιστούς, οίτινες μετέβαινον ίνα κατοικοίσωσι και υπερασπίσωσι την νέαν αυτοκρατορίαν. (42)

Εις την φωνήν του αυτοκράτορος στίφη άμετρα τυχοδιωκτών έδραμον προς τας ακτάς του Βοσπόρου, ιδία δε οι μεταβάντες εις Αγίαν γην, όπως εκδιώξωσι τους απίστους, παραιτήσαντες τας τάξεις αυτών έσπευσαν εις Κωνσταντινούπολιν, την νέαν της επαγγελίας γην, όπως συμμετάσχωσι των τιμών και των ωφελειών των εκείσε. Απελείφθη δε μόνος εις Πτολεμαΐδα ο αυτόκλητος βασιλεύς των Ιεροσολύμων, επικαλούμενος την συνδρομήν των εσπερίων χριστιανών.

Ο Βαλδουίνος έσπευσε να υποδεχθή μετά χαράς τους προμάχους εκείνους της Αγίας γης και πλείστας απένειμεν αυτοίς τιμάς, τον μεν κόμητα Πέρκης ονομάσας δούκα της Φιλαδελφείας, τον δε Θιερρήν κοντόσταυλον Ρωμανίας, εις δε τους ταμπλιέρους και οσπιταλιέρους δωρησάμενος νοσοκομεία και άλλα καταστήματα. Αλλά την χαράν του αυτοκράτορος ετάραξεν η οδυνηρά είδησις του θανάτου της συζύγου αυτού Μαργαρίτας. Η ηγεμονίς αύτη αναγκασθείς κατά την μετά των σταυροφόρων αναχώρησιν του Βαλδουίνου να μείνη εν Φλάνδρα ένεκεν εγκυμοσύνης, επεβιβάσθη μετά τον τοκετόν εις πλοίον εν Μασσαλία ελπίζουσα να συναντηθή μετά του συζύγου της εν Πτολεμαΐδι. Αφικομένη δ’ εκεί έμαθεν ότι ο σύζυγός της ανηγορεύθη αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως και εδέξατο την επίσκεψιν Βρεμόνδου του Α’ πρίγγιπος της Αντιοχείας όστις έσπευσε να την χαιρετήση ως αυτοκράτειραν και να τη προσφέρη την υποταγήν της ηγεμονίας του, φεουδαλικώς από του Βυζαντίου εξαρτωμένης. Προυτίθετο δε ν’ αναχωρήση διά Κωνσταντινούπολιν, ότι ασθενήσασα απεβίωσε τη 21 Αυγούστου 1294, και το πλοίον το προωρισμένον να φέρη εις Κωνσταντινούπολιν την νέαν αυτοκράτειραν, μετεκόμισε μόνον το πτώμα αυτής. Ο Βαλδουίνος εν τω μέσω των ιπποτών του έκλαυσε τον θάνατον γυναικός, ήν τρυφερώς ηγάπα, και ήτις διά των αρετών και των χαρίτων της νεότητος αυτής ώφειλε να ήναι ο στολισμός και το υπόδειγμα της Βυζαντινής αυλής. Την ενεταφίασε λοιπόν μετά μεγίστης πομπής εις τον ναόν της αγίας Σοφίας, εν τη οποία ολίγας ημέρας πρότερον είχε στεφθή αυτοκράτωρ, και ούτως ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως είδε ταυτοχρόνως σχεδόν την στέψιν ενός αυτοκράτορος και την ταφήν μιας αυτοκρατείρας, ημέρας δηλονότι θριάμβου και χαράς, φαιδρότητος και πένθους. Η αντίθεσις δε αύτη παρίστα ακριβή εικόνα της δόξης των κατακτητών και της μελλούσης τύχης του κράτους των. Ο αυτοκράτωρ και οι βαρώνοι του με την συνδρομήν, ήν έλαβον, μόλις είχον εικοσακισχιλίους άνδρας όπως δι’ αυτών υπερασπίσωσι τας κτίσεις των και χαλιναγωγήσωσι τον λαόν της πρωτευούσης και των επαρχιών. Ο Σουλτάνος του Ικονίου και ο βασιλεύς των Βουλγάρων ηπείλουν από πολλού να επιδράμωσιν εις τας γειτνιαζούσας χώρας των κρατών των, η δε πτώσις του Βυζαντίου προσέφερεν εις την φιλοδοξίαν και ζηλοτυπίαν των περίστασιν αρμοδίαν όπως πράξωσι τούτο. Οι λαοί της Ελλάδος ήσαν ουχί υποτεταγμένοι, αλλ’ ηττημένοι, διά τούτο όσοι είχον διαφύγει την κατάκτησιν, ουδέν άλλο δικαίωμα πλέον αναγνωρίζοντες ή το της σπάθης, ευρίσκοντες αρχηγούς τολμηρούς και γενναίους εσχημάτιζον ανά μίαν ηγεμονίαν ή ανά έν βασίλειον, και τοιουτοτρόπως εκ των ερειπίων της άλλοτε αχανούς αυτοκρατορίας ανιδρύοντο πλείστα νέα κράτη, τα οποία ηπείλουν να καταστρέψωσιν εκείνο, όπερ οι σταυροφόροι είχον συστήσει.

Είς εγγονός του Ανδρονίκου ίδρυεν εις Τραπεζούντα την φερώνυμον αυτοκρατορίαν, έτερός τις τολμητίας «μέγας, ως λέγει ο Νικήτας, εκ μικρού γενόμενος ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι», Λέων δε Σγουρός καλούμενος, από μικρού άρχοντος της Ναυπλίας, εγένετο βαθμηδόν δεσπότης απάσης Αργολίδος και του Κορινθιακού ισθμού. Μιχαήλ Άγγελος ο Κομνηνός ιδρύσατο το βασίλειον της Ηπείρου και Θεόδωρος ο Λάσκαρις προυκηρύχθη αυτοκράτωρ Νικαίας. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των πραγμάτων ότε ο Βαλδουίνος, ρυθμίσας όπως εδύνατο τα πράγματα της Κωνσταντινουπόλεως, απεφάσισε να εξέλθη προς καταστροφήν των εχθρών τούτων, νομίζων, και δικαίως, ότι όσω εις τούτων έμενεν έχων τίτλον τινά, η λατινική αυτοκρατορία διετέλει εις αένναον κίνδυνον.

Και πρώτιστον λοιπόν πάντων εθεώρησε την απώλειαν του τελευταίου αυτοκράτορος Μαυρτζούφλου. Ο χαύνος ούτος και βάρβαρος ανήρ, συνοδευόμενος υπό της συζύγου αυτού Ευδοκίας και της πενθεράς Ευφροσύνης, εξελθών της Κωνσταντινουπόλεως, είχε καταφύγει εις Τζουρουλόν, προτιθέμενος εκείθεν να διεκδικήση τα επί του θρόνου δικαιώματα αυτού· αλλά πληροφορηθείς ότι αφικνείτο κατ’ αυτού Ερρίκος ο του Βαλδουίνου αδελφός μετά δυνάμεων, καθ’ ών ούτος ήτο ανίσχυρος ν’ αντιστή, κατέφυγεν εις Μυσυνούπολιν παρά τω πενθερώ αυτού Αλεξίω. Ο Αλέξιος, μένεα πνέων κατά του γαμβρού αυτού, όν εθεώρει ως αίτιον των δυστυχιών του, ενόμισε την περίστασιν πρόσφορον όπως τον εκδικηθή, και κατέφυγεν εις πράξιν φρικαλέαν μεν και αποτρόπαιον, αλλά συνηθεστάτην κατά τους χρόνους εκείνους. Κρύψας υπό χαράν απατηλήν το πάθος υφ’ ού ενεπνέετο έδειξε προς τον γαμβρόν αυτού τοσαύτας περιποιήσεις, ώστε εκείνος υπέλαβεν ότι η παρελθούσα διαγωγή αυτού είχεν ολοσχερώς λησμονηθή, και ήρξαντο μάλιστα οι δύο κακούργοι σχεδιάζοντες τα μέσα προς την παλινόρθωσίν των. Αλλά μια των ημερών, φιλοφροσύνην προς τον Μούρτζουφλον ο Αλέξιος επιδεικνύμενος, τον προσεκάλεσεν εις τον οίκον αυτού μετά της συζύγου του ως δήθεν διά να λουσθή· μόλις δ’ εκείνος εισήλθεν εις τον λουτρόν, ορμήσαντές τινες στρατιώται του Αλεξίου κατ’ αυτού τον ετύφλωσαν, μάτην της Ευδοκίας προσπαθησάσης ν’ απαλλάξη τον σύζυγόν της από των χειρών εκείνων. Ο Μούρτζουφλος όλως καθημαγμένος και τυφλός, στερηθείς των στρατιωτών του, ών οι μεν ελειποτάκτησαν αμέσως, οι δε συνηνώθησαν μετά των στρατιωτών του Αλεξίου, στερηθείς της συζύγου του, ήν ο Αλέξιος βιαίως εκράτησε παρ’ εαυτώ, φεύγων από κρυσφήγετον εις κρυσφήγετον, αποδιωκόμενος παρά πάντων, ών εζήτει τον έλαιον, διήγε βίον αβίωτον και οικτρόν, μέχρις ού συλληφθείς, ενώ διήρχετο εις Ασίαν, υπό του Θιερρή δε Λος, εκομίσθη εις Κωνσταντινούπολιν παρά τω Βαλδουίνω. Συμβουλίου εκεί γενομένου παρά των βαρώνων και κυρίων περί της τιμωρίας, ήτις έπρεπε να επιβληθή εις τον φονέα του αυτοκράτορός του, ο Μούρτζουφλος εζήτησε να απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ εγκλημάτων. Λαβών δε τον λόγον είπεν, ότι ο νέος Αλέξιος άξιος θανάτου ήν ως προδότης της πατρίδος του, ότι ως τοιούτον άπασα η οικογένειά του τον είχε καταδικάσει, και ότι αυτός δεν εγένετο ή εκτελεστής της αποφάσεως. Η τοιαύτη απολογία ουδόλως ίσχυσε να εξευμενίση υπέρ εαυτού τους δικαστάς του, και ο θάνατός του απεφασίσθη παρά πάντων· αλλ’ επειδή ουδεμία ποινή εφάνη τοις Λατίνοις ανταξία του κακουργήματός του, απεφάσισαν πρώτον μεν να του συνθλάσωσι τα οστά, είτα δε να τον ρίψωσιν από υψηλήν τινα στήλην, την οποίαν Θεοδόσιος ο μέγας είχεν ιδρύσει εν τη πλατεία του Ταύρου. Επί της στήλης ταύτης, κατά την μαρτυρίαν των Βυζαντινών χρονογράφων, υπήρχον σήματά τινα γεγλυμμένα παρά Λέοντος του Σοφού, τα οποία έλεγον· (43)

Απέδω εκ τούτου του κιονιού οφείλουσι κρημνίσει
Τον βασιλέα τον άπιστον της Κωνσταντίνου πόλης.

Πράγμα δε περίεργον, επί της στήλης ταύτης, εν ή εικονίζοντο γεγλυμμένα τα ανδραγαθήματα Θεοδοσίου του Μεγάλου, παρατηρείτο προς τοις άλλοις καί τις βασιλεύς κρημνιζόμενος από υψηλού κίονος, παρ’ αυτώ δε πόλις διά θαλάσσης κυριευομένη. Επί της στήλης λοιπόν του Ταύρου αναβιβάσαντες τον δυστυχή Μούρτζουφλον, κατεκρήμνισαν αυτόν, παρουσία παντός του λαού, όστις εξέφερε κατ’ αυτού αράς φρικώδεις. Τοιούτο τέλος έλαβεν ο οικτρός εκείνος αυτοκράτωρ, όστις διά δόλου και φόνου επί τον θρόνον αναβάς, ούτε το κράτος αυτού από της επιδρομής των αλλοτρίων εδυνήθη να διαφυλάξη, ούτε καν εαυτόν να σώση. Σύμπτωσις δε καταπληκτική, πεντήκοντά που έτη προ του θανάτου του Μουρτζούφλου αναφέρει ο Τζέτζης ότι η σύζυγος του Μεγαλεταιράρχου είδε κατ’ όναρ· (44)

Την Κωνσταντίνου πρώτα μεν πλίνθινον έχειν τείχος,
Περί βοός δε αγοράν, ήτοι προς βουν τον τόπον
Εδόκει βλέπειν και στρατόν και πλήθη πανοπλίας,
Περί τον ταύρον δ’ άνθρωπον καθήμενον κιτρόχρουν
Συμπλαταγούντα χείρας τε και σύνθρηνον βοώντα.

Αλλά και του Αλεξίου η φαυλότης δεν έμεινεν ατιμώρητος, διότι αφού ηναγκάσθη να περιπλανάται τήδε κακείσε και να κρύπτη ενίοτε υπό το πενιχρόν του επαίτου ιμάτιον την βασιλικήν πορφύραν, συνελήφθη οψιαίτερον παρά του μαρκησίου της Μοντφεράτης και ωδηγήθη εις Ιταλίαν. Εκεί διαλαθών τους φύλακας αυτού επέστρεψεν εις Ασίαν και εύρεν άσυλον παρά τω Σουλτάνω του Ικονίου· δεν εδυνήθη όμως να ζήση και αυτόσε εν ειρήνη, διότι δεν ανείχετο να βλέπη βασιλεύοντα τον γαμβρόν του Λάσκαριν εν Βιθυνία. Στρατευσάμενος λοιπόν μετά των Τούρκων, προσέβαλεν αυτόν, αλλ’ ηττηθείς έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του, και κατακλεισθείς είς τι μοναστήριον, εξεμέτρησεν εν αυτώ παρά πάντων βδελυσσόμενος το ζην.

Απαλλαχθείς του ενός εχθρού αυτού ο Βαλδουίνος, κατέλιπεν εις Κωνσταντινούπολιν τον Λουδοβίκον δε Βλοά, εκ μακράς ασθενείας μόλις αναρρώσαντα, τον δόγην της Ενετίας και τον Κόνωνα Βεθούνιον μετά στρατού ικανού όπως περιστείλωσι πάσαν ανταρσίαν των Γραικών κατοίκων, των οποίων η πίστις εφαίνετο ύποπτος, και κατηυθύνθη ηγούμενος του επιλοίπου στρατού εις Αδριανούπολιν, ένθα συνηντήθη μετά του αδελφού αυτού Ερρίκου. Καταλιπών εκεί, τη παρακλήσει των κατοίκων φοβουμένων Βουλγαρικήν τινα επιδρομήν, μικράν φρουράν, προέβη προς την Ορεστιάδα, το Διδυμότοιχον και την Φιλιππούπολιν, ένθα εγκατέστησε τον Ρενιέρον δε Τριτ, ως δούκα της πόλεως ταύτης. Αναχωρήσας εκείθεν προυχώρησε προς την Ξάνθειαν, ένθα επετέθη κατ’ αυτού λαθραίως άρχων τις καλούμενος Σεναχερείμ· αλλ’ αποκρουσθείς, ηναγκάσθη να αποχωρήση μετά ζημίας, αφίνων την διάβασιν ελευθέραν εις τον Βαλδουίνον, όστις καταδιώκων τον Αλέξιον, προέβαινε προς την των Θεσσαλονικέων μητρόπολιν. Καθ’ οδόν όμως συνήντησε τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, όστις συνεπάγων την νέαν σύζυγόν του Μαργαρίταν και ικανούς ιππότας, κατηυθύνετο εις Θεσσαλονίκην όπως λάβη κατοχήν του βασιλείου του. Ο μαρκήσιος ελθών εις προσκύνησιν του Βαλδουίνου τον παρεκάλεσε να μη υπάγη εις Θεσσαλονίκην, και ότι αυτός μεταβαίνων εκεί ήθελε τω πέμψει τας αναγκαίας τροφάς διά τον στρατόν του. Ο Βαλδουίνος επέμεινε να υπάγη όπως δήθεν αναγνωρισθή ως κυριάρχης, ο δε μαρκήσιος, ώ η επιμονή αύτη του αυτοκράτορος ενέπνεε σπουδαίας υπονοίας, επάσχιζε να τον πείση ότι η εν τω βασιλείω αυτού διατριβή πολυαρίθμου στρατού ήθελεν επιφέρει την καταστροφήν των υπηκόων του. «Μεγαλειότατε, τω έλεγε, τα δικαιώματά σας είν’ εξησφαλισμένα· σας ωρκίσθην πίςτιν και ο όρκος μου όσω πάνδημος είνε, τόσω και απαραβίαστος. Καθήκον έχω πάντοτε να υπακούω εις τας διαταγάς σας και ειμί έτοιμος, αν θελήσητε, να βαδίσω κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, όστις ληίζει το κράτος σας. Οσονδήποτε αναγκαία και αν η η παρουσία μου εις Θεσσαλονίκην, θέλω σας ακολουθήσει εις τον πόλεμον, προτιμών των εμών τα υμέτερα συμφέροντα. Αλλ’ η εις Θεσσαλίαν μετάβασις ήν προυτίθεσθε, άνευ ωφελείας τινός θέλει σας απασχολήσει. Εγώ έχω αρκούσας δυνάμεις ίν’ αποκαταστώ εις το βασίλειόν μου και ματαιώσω τα σχέδια των εχθρών σας.» Ο Βαλδουίνος κατά την περίστασιν ταύτην δεν έδειξε την συνήθη αυτού φρόνησιν, και είτε εκ κακώς εννοουμένης υπερφροσύνης, είτε εκ κακών εισηγήσεων επέμεινε· και ότε ο μαρκήσιος, δυσαρεστηθείς ένεκα της ισχυρογνωμοσύνης του, τω είπεν ότι των πραγμάτων ούτως εχόντων δεν θέλει τον συνοδεύσει, ο αυτοκράτωρ υπέλαβε θα υπάγω μόνος και διέταξεν αμέσως να βαδίσωσιν εις Θεσσαλονίκην. Ο μαρκήσιος, μη κρύπτων πλέον την οργήν του, απεχωρίσθη αυτού, συνεπάγων πολλούς διακεκριμένους ιππότας, εν οίς τον Ιάκωβον Δαβέσνικ, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ, τον Ούγον δε Κολλεμή, τον Όθωνα δε Λα-Ρος, τον Βερθόλδον δε Κατζινελβόγεν και τους πλείστους άρχοντας Γερμανούς.

Υπό τοιούτους απαισίους οιωνούς ήρχιζεν η σύστασις της εν Ανατολή Λατινικής αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο Βαλδουίνος εβάδιζε προς την Θεσσαλονίκην, ο Βονιφάτιος εξυβρίζων εκείνον, ως «Γραικών απατηλότερον και το ήθος σκαμβώδη και άπιστον και παλίμβολον υπέρ όστρακον και κύβον», κατελάμβανε το Διδυμότοιχον, πόλιν ανήκουσαν εις τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την φήμην της αλληλομαχίας των δύο τούτων ηγεμόνων, οι Γραικοί έσπευδον πανταχόθεν προς τον Βονιφάτιον, όστις εξαπατών αυτούς τοις έλεγεν ότι διέκοψε πάσαν προς τους ομοφύλους αυτού σπονδήν και την προτέραν σύμπνοιαν και τους προσεκάλει ίνα εκδιώξωσι τον ληστρικώς επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως καθεζόμενον· όπως δε καταστή πειστικώτερος, αναγόρευσε τον πρωτότοκον υιόν της συζύγου αυτού Μαρίας Μανουήλ, όν εκ του Ισαακίου εκείνη είχεν, αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Ενίσχυον δε την έριν των δύο ηγεμόνων, οι συνήθως εις τας αυλάς ζώντες κόλακες, εξ ών οι μεν περιστοιχίζοντες τον Βονιφάτιον έλεγον ότι ο Βαλδουίνος, καταχρώμενος της δυνάμεως, ήν άλλων αγώνες και άθλοι τω έδωσαν, εφαίνετο άρπαξ, οι δε περιστοιχίζοντες τον Βαλδουίνον, έλεγον ότι δείκνυσι μεγίστην γενναιοφροσύνην προς ένα υπήκοον, και εν τη υπερβολή της κολακείας των τον ήλεγχον ως λίαν επιεική προς ένα υποτελή άπιστον. (45)

Εκ Διδυμοτοίχου ο μαρκήσιος κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν όπως την κυριεύση· ο δε ταύτης φρούραχος Ευστάθιος δε Σαμβρούκ, όν ο Βαλδουίνος κατέλιπεν εκεί μετά φρουράς, ετοιμασθείς ίν’ αντιστή κατά πάσης προσβολής, έπεμψε ταχυδρόμους εις Κωνσταντινούπολιν προς τον κόμητα του Βλοά, τον δόγην της Ενετίας και τους λοιπούς επιτετραμμένους την κυβέρνησιν εν απουσία του αυτοκράτορος, όπως τοις εξαγγείλη τα συμβαίνοντα. Οι εν Κωνσταντινουπόλει πληροφορηθέντες μετ’ απορίας ταύτα, συνήλθον εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών και ανέθεσαν εις τον Βιλλαρδουίνον, φίλον του μαρκησίου, να μεταβή εις Αδριανούπολιν όπως καταπαύση την ολεθρίαν ταύτην έριν. Ο Βιλλαρδουίνος παραλαβών τον Μανασσή δε Λιλ μετέβη εις το στρατόπεδον του μαρκησίου, όστις τους εδέχθη μετά τιμών και ήκουσεν άνευ δυσαρεσκείας τας πικράς επιπλήξεις, άς ο Βιλλαρδουίνος τω απηύθυνε. Δικαιολογηθείς δε απέδωκεν εις τον αυτοκράτορα την αιτίαν του κακού, διότι εναντίον των παρακλήσεών του εισήλθεν εις Θεσσαλονίκην και κατέλαβεν αυτήν. Όπως δε δείξη ότι αυτός ουδόλως ενείχετο διεκήρυξεν ότι ήτο έτοιμος να υποβάλλη το ζήτημα εις την διαιτησίαν των συναδέλφων του. Του Βιλλαρδουίνου δεξαμένου την πρότασιν ταύτην, ο στρατός του μαρκησίου ανέστειλε τας εχθροπραξίας. Οι προ μικρού αντίπαλοι τότε περιπτυξάμενοι αλλήλους συνωμολόγησαν ανακωχήν, και ενώ οι απεσταλμένοι επέστρεφον εις Κωνσταντινούπολιν όπως συμβουλευθώσι τους βαρώνους, ο μαρκήσιος έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη εις Διδυμότοιχον ένθα είχεν αφήσει την σύζυγον αυτού.

Τούτο βεβαίως είδον οι Γραικοί μετά λύπης, καθόσον ήλπιζον την σωτηρίαν αυτών εκ της αλληλομαχίας εκείνων, και παντοιοτρόπως προσεπάθησαν να παρεμποδίσωσι την συμφιλίωσιν. Εν τούτοις οι εν Κωνσταντινουπόλει πληροφορηθέντες παρά του Βιλλαρδουίνου τας ειρηνικάς του μαρκησίου διαθέσεις, έσπευσαν να πέμψωσι και προς τον αυτοκράτορα πρέσβυν όπως τον πείσωσι να συγκατατεθή και αυτός εις την περί διαιτησίας πρότασιν του Βονιφατίου (46).

Ενώ η οργή του μαρκησίου ήναπτε του πολέμου το πυρ, και η φρόνησις των εν Κωνσταντινουπόλει προσεπάθει να σβέση αυτό, ο αυτοκράτωρ εξηκολούθει την προς την Θεσσαλονίκην πορείαν του. Κυριεύσας την Χριστούπολιν, εις τα όρια της Μακεδονίας κειμένην, εδέχθη επίσης και τον όρκον της υποταγής διαφόρων πόλεων, εις τας οποίας επεκύρωσε τας προνομίας, όσας έκπαλαι εκέκτηντο· όταν δ’ επλησίασεν εις Θεσσαλονίκην, εξελθών άπαξ ο λαός προς συνάντησιν, τω προσέφερε τας κλείδας της πόλεως, και τον παρεκάλεσαν να μη εισέλθη, μήτε να επιτρέψη εις τον στρατόν του τούτο, τω φόβω μη λεηλατηθή η πόλις. Ο Βαλδουίνος, το μεν εμπνεόμενος υπ’ αγαθών αισθημάτων, το δε φοβούμενος μη παράσχη νέους οπαδούς εις τον μαρκήσιον, εισήκουσε των παρακλήσεών των, και ου μόνον δεν εισήλθεν εις την πόλιν, αλλά και γράμμα ερυθρόγραφον ενεχείρισε τοις κατοίκοις αυτής, δι’ ού επεκύρου τη πόλει τα αρχαία αυτής έθιμα. Διαμείνας δέ τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης και εγκαταστήσας κυβερνήτην αυτής τον Ρενιέρον δε Μοντ, έλαβε την προς την Κωνσταντινούπολιν οδόν.

Ου μετά πολύ, ο Βαλδουίνος επληροφορήθη τας πράξεις του Βονιφατίου και εξοργισθείς κατ’ αυτού, αναφανδόν εις αποστασίαν κηρυχθέντος, κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν. Εν τούτοις ο στρατός του δεν διέκειτο εις ανθηράν κατάστασιν, διότι η κατάχρησις των οπωρών, υφ’ ών έβριθεν ο τόπος, επήνεγκε πολλάς ασθενείας. Πολυάριθμοι στρατιώται έμενον καθ’ οδόν ασθενείς, πλείστοι δε αυτών δεν έμελλον πλέον να ίδωσι το πάτριον έδαφος. Ο Ιωάννης Ναγιών, ενάρετος και εύγλωττος ιεροκήρυξ του στρατού, Πέτρος ο εξ Αμμιέν, Γιράρδρος ο Μαχικούρ, Γίλλιος ο δ’ Ωνόης και τεσσαράκοντα άλλοι ιππόται απεβίωσαν καθ’ οδόν· ο δε αυτοκράτωρ, τεθλιμμένος επί ταις τοσαύταις δυσπραγίαις, κατηυθύνετο εις Αδριανούπολιν, ότε συνήντησε τους πρέσβεις, οίτινες τω εστέλλοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως. Ο είς αυτών, Ούγος Φρανσούρος καλούμενος, υποτελής δε του κόμητος του Βλοά, λαβών τον λόγον έλεξε προς τον αυτοκράτορα ταύτα· «Μεγαλειότατε, ο δόγης της Ενετίας, ο κόμης Λουδοβίκος, ο κύριός μου, και άλλοι βαρώνοι, οι εν Κωνσταντινουπόλει όντες, σας χαιρετώσιν ως κύριόν των και παραπονούνται εις τον Θεόν και εις υμάς κατ’ εκείνων, οίτινες εξήγειρον την έριν ταύτην μεταξύ υμών και του μαρκησίου της Μοντφεράτης, εκ της οποίας μικρού εδέησε να επέλθη η καταστροφή της χριστιανοσύνης. Κάμνετε πολύ κακά να ακούητε τους ανθρώπους εκείνους. Ήδη σας πληροφορούσιν ότι ο μαρκήσιος ανηνέχθη εις την απόφασίν των διά την διαφοράν, την επελθούσαν μεταξύ υμών και εκείνου. Σας παρακαλούσι λοιπόν ως κύριόν των, ν’ ανανεχθήτε επίσης εις αυτούς και να δώσητε τον λόγον σας ότι θέλετε υπακούσει εις ό,τι αποφασίσουσι. Μάθετε δε ότι δεν θα υποφέρωσιν ώστε ο πόλεμος ούτος να διαρκέση επί πολύ» (47).

Ο αυτοκράτωρ δεν απεκρίθη κατά πρώτον εις τον λόγον τούτον και εφάνη ωσεί εκπεπληγμένος εκ της τοιαύτης ομιλίας, αλλ’ επειδή τω ελάλουν εξ ονόματος του δόγου της Ενετίας, όν εσέβετο, και των λοιπών κομήτων και βαρώνων, άνευ της συνδρομής των οποίων τω ήτο αδύνατον να διατηρήση το κράτος, δεν επεθύμει να φανή απειθής και εζήτησε καιρόν όπως σκεφθή. Οι περί αυτόν κόλακες δεν έλειψαν και πάλιν να τω παραστήσωσιν ότι πολύ εξευτελεστικόν δι’ αυτόν ήτο αν συγκατετίθετο να έλθη εις διαιτησίαν μεθ’ ενός υπηκόου του· αλλ’ ο Βαλδουίνος, σκεψάμενος τας συνεπείας τοιαύτης αρνήσεως, συγκατετέθη τέλος εις τας προτάσεις των πρέσβεων, και απεφάσισεν να μεταβή κατ’ ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν όπως καθυποβάλη εις την λύσιν των βαρώνων και των κομήτων την προς τον μαρκήσιον έριν αυτού.

Οι βαρώνοι και κόμητες πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν επάνοδον του Βαλδουίνου, εξήλθον εις προαπάντησιν αυτού και τον υπεδέξαντο μετά μεγάλων τιμών ως κυριάρχην των. Στείλαντες δε πρέσβυν προσεκαλέσαντο και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, υποσχόμενοι αυτώ τε και τοις συν αυτώ πάσαν ασφάλειαν. Ο Βονιφάτιος έσπευσε να υπακούση εις την πρόσκλησιν ταύτην και μετέβη μεθ’ εκατόν ιπποτών εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα εγένετο δεκτός μετά πλείστων τιμών. Ο δόγης της Ενετίας, οι κόμητες, βαρώνοι, και οι συνετώτεροι των ιπποτών έκριναν την υποβληθείσαν αυτοίς έριν και απεφάσισαν ανεκκλήτως μεταξύ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης. Οι δύο ούτοι ώμοσαν να μη ακούωσι πλέον απίστους συμβούλους, ενηγκαλίσθησαν αλλήλους παρουσία του στρατού, όστις εχάρη λίαν θεωρήσας την επάνοδον της ομονοίας ως μεγίστην νίκην, διότι, καθ’ ά λέγει ο Βιλλαρδουίνος, «Ει μη ο Θεός ηλέει τους σταυροφόρους, ούτοι ήθελον απολέσει τας κτήσεις των, και η χριστιανοσύνη υποστή μεγάλην ζημίαν»· και τοιουτοτρόπως ο μεν Βονιφάτιος έλαβε κατοχήν της Θεσσαλονίκης μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτής, ο δε Βαλδουίνος ανέλαβεν υπό την εξουσίαν του το Διδυμότοιχον, όπερ στρατός του μαρκησίου κατείχε.

Τοιουτοτρόπως της ειρήνης επανελθούσης, ο Βονιφάτιος ελθών εις Θεσσαλονίκην και παρά πάντων δεκτός γενόμενος, κατά πρώτον μεν, ως λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, «επεκρύψατο το του τρόπου σκαιώδες τε και στρεβλόχειλον, αλλά τη γαλή παρομοιωθείς, ήν διήλεγξε το στέαρ παρεισπεσόν», μαθών ότι οι Θεσσαλονικείς ήσαν εύποροι και αφ’ ετέρου ίνα τους εκδικηθή, διότι υπεδέξαντο μετ’ ενθουσιασμού τον Βαλδουίνον, εζημίωσε χρηματικώς, είτα δε αφελόμενος τας καλλίστας αυτών οικίας, τας έδωκεν εις τους ακολούθους του. Καταλιπών δε την σύζυγόν του εν τη πόλει μετά μοίρας στρατού, εξήλθεν αυτός προς άλωσιν των χωρών, όσαι περί Σέρρας καθυπτιάζουσι και τοις όροις της Βερροίας, μέχρι των Θετταλικών Τεμπών· κρατήσας δε τούτων, απεφάσισε διά της Λαρίσσης να εισελάση εις την Ελλάδα και κυριεύση την Πελοπόννησον. Συνείποντο δε αυτώ καί τινες των Γραικών και μάλιστα εκ των επισημοτέρων, οίτινες, εκθαμβούμενοι εκ της αίγλης του γελοιώδους αυτοκράτορος Μανουήλ, του προγόνου του μαρκησίου παρακολουθούντος τον στρατόν μετά βασιλικών ιματίων, εξηπάτων τους λαούς όπως προσφέρωσι την υποταγήν των εις αυτόν, πράγματι δε εγένοντο προαγωγοί της ιδίας πατρίδος εις τον μαρκήσιον και τους Λατίνους.

Εκπεριελθών ο μαρκήσιος υφ’ ηγεμόσι Γραικοίς τα Θετταλικά Τέμπη, διήλθε τα στενά του Ολύμπου και της Όσσης και κατέλαβε την Λάρισσαν· εκ δε ταύτης άρας προυχώρει εις τα έμπροσθεν, μηδενός τολμώντος ν’ αντιστή αυτώ. Μόλις δε περί τας Θερμοπύλας συνήντησε λόχον τινά, όν Λέων ο Σγουρός είχε τοποθετήσει ίνα κωλύση του μαρκησίου την πρόοδον. Ο Σγουρός ούτος, του ονόματος του οποίου εμνήσθημεν ήδη, λαβών παρά του πατρός αυτού την δεσποτείαν της Ναυπλίας, ωφελήθη εκ των τότε ταραχών του κράτους όπως επαυξήση τας κτήσεις αυτού· και πρώτον μεν κετέλαβε το Άργος και την Κόρινθον, τον αρχιεπίσκοπον της οποίας, εις την εισβολήν του αντιστάντα, ετύφλωσε και κατά πετρών εκρήμνισε, μετέβη δε ακολούθως και προς άλωσιν των Αθηνών. Ο ταύτης αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ Χωνιάτης, φοβούμενος τας επί του ποιμνίου του βιαιοπραγίας του Σγουρού, επάσχισε παντοιοτρόπως να τον αποτρέψη της αλώσεως ταύτης· αλλ’ επειδή ο τύραννος ην αμετάπιστος, συναγαγών τους κατοίκους και οχυρώσας την ακρόπολιν, τοσούτον γενναίως απέκρουσε τας προσβολάς του, ώστε ηναγκάσθη εκείνος να λύση την πολιορκίαν και ν’ αποσυρθή, λαφυραγωγήσας τας Θήβας και τας εν τω μέσω χώρας. Εν τη τελευταία δε ταύτη πόλει ετέλεσε τους γάμους αυτού μετά Ευδοκίας της πρώην συζύγου του Μουρτζούφλου, ότε πληροφορηθείς την εισβολήν του μαρκησίου, προσεπάθησε να την αναχαιτίση εις Θερμοπύλας, αλλ’ οι στρατιώται, ούς προς τούτο εξέπεμψε, μηδόλως αιδεσθέντες τον ιερόν χώρον και τας σκιάς των τριακοσίων, ετράπησαν εις φυγήν άμα είδον τον στρατόν των σταυροφόρων. Τοιουτοτρόπως αι Θήβαι, ήνοιξαν τας πύλας αυτών εις τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, ο δε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μιχαήλ, πεπεισμένος ότι μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, βεβαίως πάσα αντίστασις εν Αθήναις ήθελεν είσθαι αυτόχρημα μωρία, δεν ώπλισε μεν το ποίμνιόν του κατά των ξένων, αλλά μη θέλων και να θεωρηθή, ως προδότης της πατρίδος του, κατέλιπε μετά τριακονταετή πνευματικήν διοίκησιν την εκκλησίαν του και παρεχώρησε τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον του εις Λατίνον αρχιεπίσκοπον, ενώ αφ’ ετέρου την διοίκησιν του τόπου ανελάμβανεν ο Όθων δε-Λα-Ρος ως δουξ Αθηνών και Θηβών. Η Εύβοια επίσης έστειλε πρέσβεις όπως τω προσφέρη την υποταγήν της, ο δε Ραβανός Καρκέριος, ευγενής εκ Βερώνης, απεστάλη όπως καταλάβη την νήσον.

Εντούτοις ο Βονιφάτιος διελθών τον Ισθμόν, κατέλαβε την Κόρινθον και το Άργος και ηνάγκασε τον Σγουρόν να περιορισθή, εις μόνον δύο πόλεις, το Ναύπλιον και την Ακροκόρινθον, εξ ών η μεν πρώτη υπερησπίζετο υπό οχυρών τειχών και φρουράς πολυαρίθμου, η δ’ Ακροκόρινθος ήτο φρούριον δυσάλωτον. Την πολιορκίαν των δύο τούτων μερών διέταξεν ο Βονιφάτιος, αλλά και ο Σγουρός δεν έπαυε παρενοχλών τους πολιορκητάς· μια δε των ημερών παρατηρήσας ότι ούτοι ραθύμως εφρούρουν, επέπεσεν αίφνης κατ’ αυτών και τοσαύτην ζημίαν τοις επήνεγκεν, ώστε ο Βονιφάτιος μη ευρίσκων λυσιτελές ν’ απασχολή τας δυνάμεις του εις την πολιορκίαν ταύτην, διέταξε να λύσωσιν αυτήν, περιορισθείς μόνον να κτίση είς τι ύψωμα απέναντι έτερον φρούριον, όπως αντιπερισπά τους Γραικούς. (48)

Ενώ ταύτα συνέβαινον, αφικνείτο εκ της αγίας Γης παρά τω Βαλδουίνω ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, ανεψιός του πρωτοστράτορος της Καμπανίας μετά πολυαρίθμων ιπποτών και Βουργουνδίων Καμπανιτών. Το πλοίον όπερ τους έφερεν είχε πάθει υπό τρικυμίας, διό αγκυροβολήσαν εις Μεθώνην, διέτριβεν εκεί. Γραικός τις δε κύριος των παρακειμένων χωρών, υπό φιλοδοξίας αμέτρου κατεχόμενος, ελθών επρότεινε προς τους Λατίνους συμμαχίαν διά να κατακτήσωσιν όλην την Πελοπόννησον, επί τω όρω του να διανεμηθώσιν αυτήν εξ ημισείας. Η πρότασις αύτη εγένετο δεκτή, και είχον ήδη αρχίσει τας πολεμικάς επιχειρήσεις των, ότε ο Γραικός εκείνος απέθανεν, ο δε υιός του αθετήσας την σύμβασιν, ανεστάτωσε κατά των Λατίνων όλας τας κατακτηθείσας χώρας. Ο Γοδοφρέδος μη νομίζων εαυτόν ικανόν, όπως τας ανακτήση μόνος, έπλευσε προς το Ναύπλιον, ένθα ήτο το στρατόπεδον του μαρκησίου, και απευθυνθείς προς αυτόν τω εξέθηκε τα εν Μεθώνη γεγονότα. Εντυχών δε προς τοις άλλοις τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ, τον παρώρμησεν ίνα τον συνδράμη προς κατάκτησιν της Πελοποννήσου, και τοσούτον ευχερές τω παρέστησε το πράγμα, ώστε εκείνος προθύμως υποδεξάμενος την πρότασιν, «Αρκούμαι, είπε, λαμβάνων μέρος εις την εκστρατείαν ταύτην, εις ό,τι μοι παραχωρήσητε, και το oποίον θέλω λάβει ως υποτελής σας. Δεν επιθυμώ δι’ εμέ να πολεμήσω, αλλά διά την τιμήν και την ωφέλειαν του έθνους μου». Τοιουτοτρόπως απεφάσισαν οι δύο ιππόται την κατάκτησιν της Πελοποννήσου· επιδοκιμάσαντος δε του μαρκησίου της Μοντφεράτης την απόφασιν ταύτην, οι δύο εκείνοι ανεχώρησαν συνεπάγοντες εκατόν ετέρους ιππότας, ών έκαστος, κατά το τότε έθος, συνωδεύετο υπό πολλών ιππέων και πεζών· πλεύσαντες δε εις Μεθώνην, εγένοντο κύριοι αυτής.

Της Ηπείρου εδέσποζε τότε ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός, υιός νόθος του Ιωάννου Αγγέλου σεβαστοκράτορος, και εκ της μάμμης του Θεοδώρας απόγονος του αυτοκράτορας Αλεξίου, του πρώτου των Κομνηνών. Τον Μιχαήλ τούτον ο αυτοκράτωρ Ισαάκιος είχε δώσει ως όμηρον προς τον αυτοκράτορα Φριδερίκον, ότε ούτος διήρχετο διά του Βυζαντινού κράτους μεταβαίνων εις Παλαιστίνην· επαναστάς δε τω 1204 κατά Αλεξίου του Γ’, επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν μετά την κατάκτησιν των σταυροφόρων, και φιλόδοξος, ατρόμητος, τολμητίας ών, προσωκειώθη τον μαρκήσιον Βονιφάτιον, μεθ’ ού συναπήλθεν εις Θεσσαλονίκην. Αλλά πριν ή φθάση εκεί, δραπετεύσας εις Επίδαμνον, είλκυσε την συμπάθειαν του διοικητού αυτής, ού ενυμφεύθη και την θυγατέρα· εκδιώξας όμως μετ’ ου πολύ τον πενθερόν του, εγένετο αυτός κύριος της πόλεως, και επεκτείνας τας κτήσεις του μέχρι του κόλπου της Ναυπάκτου διά της κατακτήσεως της Ηπείρου, Ακαρνανίας, Αιτωλίας και μέρους της Θεσσαλίας, εγένετο ιδρυτής της εγνωσμένης εν τη ιστορία υπό το όνομα δεσποτείας της Ηπείρου, (49)

Ο Μιχαήλ ούτος είχε τα βλέμματα εστραμμένα προς την Πελοπόννησον, ής διεχωρίζετο διά μόνου του στενού της Ναυπάκτου· μαθών λοιπόν τας εν αυτή κατακτήσεις των Φράγκων, διήλθε μετά του στρατού του το στενόν και επορεύθη προς αποσόβησίν των, καυχώμενος ότι ευχερώς θέλει τους εκδιώξει εκείθεν. Πληροφορηθέντες δε και οι σταυροφόροι ότι επήρχετο κατ’ αυτών ο Μιχαήλ, οχυρώσαντες την Μεθώνην και καταλιπόντες τας αποσκευάς και τους ανικάνους εν αυτή, εξήλθον περί τους πεντακοσίους ιππείς προς απόκρουσιν του εχθρού. Συμπλοκής δε γενομένης μεταξύ των δύο πολεμίων, ο Μιχαήλ καί τοι άγων δεκαπλασίαν σχεδόν στρατιάν, ηττήθη αισχρώς και διά της φυγής εσώθη, καταλιπών εις τους νικητάς τας τε σκηνάς, τας αποσκευάς αυτού και πολλούς αιχμαλώτους. Μετά την νίκην ταύτην οι Φράγκοι εκυρίευσαν την Κορώνην, ήν ο Γουλλιέλμος παρεχώρησεν ως τιμάριον εις τον Γοδοφρέδον, τας Καλάμας και επί τέλους τας πλείστας της Πελοποννήσου πόλεις, εκτός της Λακεδαίμονος, ήν κατείχε γραικός τις άρχων καλούμενος Λέων Χαμάρετος.

Ο Γουλλιέλμος δε Σαμπλίτ, κύριος ων ήδη άπαντος του Μωρέως έλαβε τον τίτλον πρίγκιπος Αχαΐας· ολίγον όμως χρόνον μετά την εκστρατείαν ταύτην μαθών ούτος τον θάνατον του αδελφού του κόμητος του Λιζόν, απεφάσισε να εγκαταλίπη τας κατακτήσεις του, παραδίδων αυτάς εις τον πρωτοστράτορα του Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, επί τω όρω αν εντός ενός έτους ο Γουλλιέλμος. δεν έπεμπέ τινα να λάβη επ’ ονόματί του την κατοχήν του Μωρέως, τότε αυτοδικαίως ο Γοδοφρέδος καθίστατο αυθέντης αυτού. Ταυτοχρόνως κατά διαταγήν του δέκα των σταυροφόρων συνέταξαν κατάλογον των γαιών, άς έμελλον να λάβωσιν οι συμμετασχόντες της κατακτήσεως ταύτης ιππόται· είς δε των δέκα ην και ο Γοδοφρέδος, όστις, επειδή εξ αφιλοκερδίας παρέβλεψε να κατατάξη εαυτόν μεταξύ των εχόντων απαιτήσεις, έλαβε παρά του Γουλλιέλμου την κυριότητα των Καλαμών και της Αρκαδίας μετά των εξαρτημάτων αυτών. Είκοσι και είς ιππόται συμμετέσχον της διανομής των τιμαρίων, συνταχθέντος οργανικού νόμου περί της εν τω μέλλοντι υπηρεσίας εκάστου. Κατά τον νόμον τούτον, οι κύριοι τεσσάρων τιμαρίων εδικαιούντο να υψώσι φλάμπουρον, υποχρεούμενοι όμως εν ανάγκη να παρέχωσιν ένα ιππότην και δώδεκα στρατιώτας· οι πλείω τούτων τιμάρια λαβόντες, υπεχρεούντο να παρέχωσι διπλάσιον αριθμόν στρατιωτών, και οι έν μόνον τιμάριον σχόντες υποχρεούντο εις την προσωπικήν εργασίαν μόνον. Έτεροι δε νόμοι εκανόνιζον τα μέτρα της γενικής ασφαλείας και τας υποχρεώσεις των εκκλησιαστικών και στρατιωτικών αρχηγών εν ώρα πολέμου.

Τοιουτοτρόπως δεν είχεν ήδη παρέλθει έτος της υπό των Λατίνων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, και όλη η πριν Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πέσει υπό την εξουσίαν των σταυροφόρων, εκτός της Νικαίας και Προύσσης, καθ’ ών είχον εκστρατεύσει εντολή του ασθενούντος Λουδοβίκου κόμητος του Βλοά, όστις είχε τον τίτλον δουκός της Νικαίας, ο Πέτρος Βρασώ και Παγιανός ο εξ Αυρηλίας μετά εκατόν ιπποτών. Ούτοι μεταβάντες εις Καλλιούπολιν, διήλθον τον Ελλήσποντον και κατέλαβον τας Πηγάς, πόλιν παραθαλάσσιον υπό των Λατίνων κατεχομένην από του χρόνου των Βυζαντινών έτι αυτοκρατόρων. Εισδύσαντες δε εις τα ενδότερα, συνεπλάκησαν, τη 6 Δεκεμβρίου, προς στρατιωτικόν σώμα, όπερ ο Θεόδωρος είχεν εκπέμψει κατ’ αυτών περί το λεγόμενον Ποιμανικόν, θέσεως oχυράς μεταξύ Μυσίας και Βιθυνίας· κατατροπώσαντες δε μετά ισχυρόν αγώνα αυτό, κατέλαβον το τε Ποιμανικόν και το Λοπάδιον και προχώρησαν προς τα ενδότερα, δεξιούμενοι μετά σταυρικών σημείων και θείων λογίων παρά των εγκατοίκων, οίτινες βεβαίως δεν διετίθεντο τοσούτον φιλίως προς τους κατακτητάς έχοντας, κατά Νικήταν τον Χωνιάτην, «Φωνήν ασύμφωνον Έλλησι, γνώμην φιλοχρήματον, οφθαλμόν απαιδαγώγητον, γαστέρα ακόρεστον, οργίλον και δριμείαν ψυχήν και χείρα διφώσαν το ξίφος διά παντός». Η κατάκτησις όμως της Προύσσης, πόλεως οχυράς παρά τας υπωρείας του εν Ασία Ολύμπου κειμένης, δεν παρίστα τας αυτάς ευχερείας· διόπερ οι Φράγκοι αφικόμενοι προ των τειχών αυτής, διεκήρυξαν ότι ήθελον μεταχειρισθή τους κατοίκους ως φίλους, αν παραχρήμα, τοις ήνοιγον τας πύλας, τουναντίον δε ήθελον φρικωδώς τους τιμωρήσει, αν απεφάσιζον ν’ αντιστώσιν. Οι κάτοικοι προς μηδέν λογισάμενοι τας απειλάς ταύτας ήρξαντο να ρίπτωσι βέλη και ακόντια κατά των Φράγκων, οίτινες μη όντες εις κατάστασιν να επιχειρήσωσι μακροχρόνιον πολιορκίαν, ενόμισαν καλόν, ν’ αποσυρθώσι. Τολμηρότεροι ένεκα τούτου οι Γραικοί γενόμενοι, εξήλθον όπως καταδιώξωσιν αυτούς, και καταλαβόντες τας παρόδους των ορέων, ουκ ολίγην φθοράν τοις εποίησαν· φονεύσαντες δέ τινα των σημαιοφόρων αυτών και την σημαίαν κυριεύσαντες ενέπηξαν είς τι μέρος, περί το oποίον έστησαν ενέδραν, ελπίζοντες ότι οι Φράγκοι βλέποντες την σημαίαν των ήθελον συγκεντρωθή εκεί και πέσωσιν εις την παγίδα· αλλά τούτο υποπτεύσαντες εκείνοι προσέβαλαν εκ των οπισθίων τους Γραικούς και τοσαύτην ζημίαν τοις επήνεγκαν, ώστε ηνάγκασαν αυτούς να καταφύγωσιν εις Προύσσαν.

Ολίγον χρόνον μετά την αναχώρησιν του Πέτρον Βρασώ, δυο έτερα σώματα στρατιωτικά εξήλθον εκ Κωνσταντινουπόλεως. Το μεν υπό την ηγεμονίαν Ερρίκου, του αδελφού του αυτοκράτορος, κατελθόν εις Ελλήσποντον εκυρίευσε την Άβυδον, και ορμητηρίω ταύτη χρώμενον εξέτεινε τας κατακτήσεις αυτού, τη συνδρομή των Αρμενίων εις μέγιστον αριθμόν εκείσε οικούντων και εχθρών θανασίμων των Γραικών όντων· το δε, υπό την αρχηγίαν του Μακαρίου δε Σαιν-Μενεχούλ, του Ματθαίου Βαλιγκούρ και του Ροβέρτου δε Ρονσοά, διαβάν τον Βόσπορον, έναντι της Κωνσταντινουπόλεως, κατέλαβε την Νικομήδεαν, ής οι κάτοικοι πληροφορηθέντες την άφιξιν των Φράγκων είχον αναχωρήσει, και επισκευάσαντες τα οχυρώματα αυτής, μετεχειρίσθησαν ταύτην ως κέντρον των εις τα πέριξ επιδρομών του. (50)

Εν τούτοις ο Θεόδωρος Λάσκαρις μετά την περί το Ποιμανικόν ήτταν του, συλλέξας νέον στρατόν έδωκε την αρχηγίαν αυτού εις τον αδελφόν του Κωνσταντίνον, και απεφάσισε παντοιοτρόπως να αποσοβήση τους Φράγκους· μαθών δε ότι ο Ερρίκος, τη συμβουλή των Αρμενίων, αναχωρήσας εξ Αβύδου, κατηθύνθη εις Αδραμύττιον, απεφάσισε να προσβάλη αυτόν εκεί. Οι σταυροφόροι πληροφορηθέντες την προσέγγισιν του στρατού του Θεοδώρου, παρεσκευάσθησαν εις μάχην, και συμπλοκής γενομένης, τη 12 Μαρτίου, οι Γραικοί υπέστησαν δεινήν ήτταν απολέσαντες τας αποσκευάς αυτών και πλήθος αιχμαλώτων. Μετά δε την επιτυχίαν ταύτην άπασα η περίχωρος παρεδόθη εις την εξουσίαν των νικητών.

Μέχρι τούδε είδομεν την τύχην προσμειδιώσαν εις τους Φράγκους, και την δύναμιν αυτών επεκταθείσαν επί τον Βόσπορον, την Προποντίδα, τον Ελλήσποντον, άπασαν την Ελλάδα και μέγα μέρος της Ασίας· αλλά «θνητών όλβιος εις τέλος ουδείς, ουδ’ ευδαίμων». Η τύχη είνε αλλοπρόσαλλος, τα του κόσμου πεττευτά και αι ελπίδες των ανθρώπων φρούδαι. Ποσάκις τις μετά πεισματώδη αγώνα, νομίζει ότι επήλθεν η στιγμή ίνα απολαύση το γέρας του αγώνος εκείνου, και όμως ό,τι υπέθεσε τέρμα είνε η αρχή πάλης δυσχερεστέρας και επιπονωτέρας. Αυτό τούτο συνέβη και εις τους Φράγκους. Νομίσαντες ότι επαγίωσαν ήδη το κράτος αυτών εν τη Ανατολή, εξηλέγχθησαν δεινώς απατηθέντες.

Οι Γραικοί βλέποντες την πατρίδα αυτών δούλην, την εκκλησίαν τεταπεινωμένην και την εθνότητα εξυβριζομένην, έπνεον μένεα κατά των κατακτητών, οίτινες εν τη αλαζονία των, ελησμόνουν ότι τότε μόνον ο ηττηθείς, λησμονεί την ήτταν, όταν ο επιβληθείς αυτώ ζυγός δεν ήνε βαρύς. Μεταξύ των Γραικών αρχόντων είς μόνος ήτο πιστός φίλος του Βαλδουίνου, ο Θεόδωρος Βρανάς. Δεν συνεδέετο βεβαίως ούτος προς τους Λατίνους εκ πεποιθήσεως, αλλ’ εξ αισθήματος απλού, του οποίου, εύκολον είναι να εννοήση τις την φύσιν. Ερών εμμανώς Αγνής της αδελφής του, βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, και χήρας Αλεξίου του Β’ και του τυράννου Ανδρονίκου, επέτυχε να εμπνεύση εις την ηγεμονίδα εκείνην αμοιβαίον έρωτα, τον οποίον όμως, δεν εδύνατο να επιστέψη ο γάμος ένεκα της οικογενειακής ανισότητος αυτών. Σχέσεις επίμεμπτοι λέγεται ότι υπήρχον μεταξύ των δύο εκείνων, ο δε Βαλδουίνος, αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος, ενομιμοποίησε τας σχέσεις ταύτας, ουχί μόνον εις γάμον συνάψας αυτούς, αλλά και ως τιμάριον αυτώ δωρησάμενος την πόλιν Άπρω. Εννοείται λοιπόν ότι ο Βρανάς συνεδέετο προς τον Βαλδουίνον διά των δεσμών της ευγνωμοσύνης· αλλά πάντες οι άλλοι Γραικοί άρχοντες εξυβριζόμενοι και φενακιζόμενοι υπό των Λατίνων, εζήτουν κέντρον περί ό να συνέλθωσιν ίνα συγκεντρώσωσι τας ενεργείας των και αποσοβήσωσι τους εχθρούς της θρησκείας και της πατρίδος των. Τοιούτο δε κέντρον εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην, όστις προθύμως εδράξατο της περιστάσεως ίνα καταπολεμήση τους σταυροφόρους, και επωφεληθή εκ της καταστάσεως των πραγμάτων. (51)

Οι Βούλγαροι, λαός Σκυθικής καταγωγής, κατοικούντες το πρώτον τας μεσημβρινάς χώρας, άς περιβρέχει ο Βόλγας, έσχον εκ του ποταμού τούτου το όνομα αυτών. Ο Ίστρος εχρησίμευσεν ως όριόν των μέχρι Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου, επί της βασιλείας του οποίου διελθόντες τον ποταμόν αυτόν κατέλαβον την Μυσίαν, κατόπιν την Ιλλυρίαν και οψιαίτερον εξελέξαντο ως πρωτεύουσαν του βασιλείαν αυτών την πόλιν των Αχριδών, την οποίαν ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, εν αυτή γεννηθείς, μετωνόμασεν Ιουστινιανήν και επροίκισε διά πολλών προνομίων. Ωνομάσθη δ’ έπειτα Βουλγαρία, καθώς και η επαρχία ολόκληρος εν ή κείται εκ του ονόματος των λαών, προς ούς οι βυζαντινοί εξηκολούθουν μαχόμενοι, μέχρις ού ο αυτοκράτωρ Βασίλειος κατανικήσας αυτούς επανειλημμένως και λαβών εκ των νικών αυτού και το όνομα Βουλγαροκτόνος, τους απώθησε προς την κάτω Μυσίαν, ένθα έμεινον, φόρον τελούντες, μέχρις Ισαακίου Αγγέλου του Κομνηνού, όστις επιβαλών εις τους λαούς αυτούς μεγάλους φόρους, επί προφάσει του να επαρκέση εις τας εκτάκτους δαπάνας του γάμου του, τους ηνάγκασε να επαναστατήσωσιν υπό την αρχηγίαν δύο αδελφών του Πέτρου και του Αζάν. Οι δύο ούτοι, αφού ενίκησαν επανειλημμένως τους στρατούς του αυτοκράτορος διήλθον τον Αίμον, και ληίσαντες πάσας τας εκείθεν επαρχίας, διένειμον αυτάς, και ο μεν Πέτρος, λαβών το στέμμα εκηρύχθη βασιλεύς του ενός μέρους, ο δ’ Αζάν εκυβέρνησε το έτερον επί εννέα έτη, μεθ’ ά εφονεύθη υπό Ιωάννου του εξαδέλφου του, καταλιπών δύο υιούς ανηλίκους τον Ιωάννην και τον Αλέξανδρον. Διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτών, ο τρίτος αδελφός του Πέτρου και του Αζάν, όν οι μεν Ιωαννίκιον, οι δε Ιωάννην ονομάζουσι, καταλαβών το βασίλειον της Βουλγαρίας, εξηκολούθησε τον προς τους Γραικούς πόλεμον· όπως δε νομιμοποιήση τον σφετερισμόν τούτον, απηυθύνθη διά πρέσβεων προς τον Πάπαν Ιννοκέντιον και υποτάξας αυτώ το βασίλειόν του, απήτησε να τον χρίση βασιλέα· μετά πολλάς δ’ επί του αντικειμένου τούτου διαπραγματεύσεις, ο Πάπας τω έπεμψεν έξαρχον τον καρδινάλιον Λέοντα, όστις στέψας επισήμως τον Ιωάννην εν Τυρνάβω, τω προσήνεγκεν εκ μέρους του Πάπα και την σημαίαν της εκκλησίας. Ταύτα δ’ εγένοντο εν έτει 1204, καθ’ όν χρόνον ήρξατο η μεταξύ σταυροφόρων και Βουλγάρων έρις, ήτις ολίγον έλειψε να επιφέρη την εν τη Ανατολή καταστροφήν την Λατινικής αυτοκρατορίας.

Ο Ιωάννης ίνα μεταχειρισθώμεν την του Νικήτα έκφρασιν, «ευφορώμενος το των Λατίνων αγέρωχον φρόνημα και την τούτων λόγχην ως φλογίνην ρομφαίαν υποβλεπόμενος, είχε πέμψει πρέσβεις προς τον Βαλδουίνον, ίνα τω προτείνωσιν αμοιβαίαν φιλίαν και ειρήνην· αλλ’ ο Λατίνος αυτοκράτωρ, εν τη αλαζονία αυτού, ανάξιον τιμής τον Βούλγαρον βασιλέα θεωρών, τω εμήνυσεν ότι «δεν αρμόζει εις αυτόν να διαπραγματευθή προς τον Ιωάννην, ως προς ίσον, ότι αν εκείνος επεζήτει την εύνοιαν του αυτοκράτορος, έπρεπε να λάβη ήθος υποτελούς προς κυρίαρχον, ότι αν άλλως έπραττεν, ώφειλε να περιμένη μετ’ ού πολύ τους Φραγκικούς στρατούς εν μέσω τόπου, τον οποίον κατείχεν εξ αρπαγής, και ότι εδύνατο να τον επαναφέρη εις την ασημότητα, εξ ής η οικογένειά του εξήλθε». Γλώσσα τοιαύτη εξώργισε τον υπερήφανον Ιωάννην, όστις φρικώδη εκδίκησιν κατά του Βαλδουίνου μελετών, πρώτον μεν έπεισε τους παρ’ αυτώ Γραικούς άρχοντας να επιστρέψωσιν εις τας πατρίδας των διά να εξεγείρωσι τους συμπολίτας των κατά των Λατίνων, παρεσκευάσθη δε και αυτός όπως δείξη εις τον αυθάδη αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως ότι η γλώσσα δεν έπρεπε να προτρέχη της διανοίας. (52)

Η αυτοκρατορία των Λατίνων, εις ήν εισήχθησαν οι φεουδαλικοί της Δύσεως νόμοι, ήτο διαμοιρασμένη εις πλείστας ηγεμονίας ή βαρωνίας και απετέλει ούτως είδος τι δημοκρατίας δυσκυβερνήτου. Οι Ενετοί εκέκτηντο ιδίαν αρμοδιότητα και αι πλείσται των πόλεων εκυβερνώντο αναμίξ κατά την νομοθεσίαν των Ενετών και κατά τους φεουδαλικούς κώδηκας. Οι κόμητες και οι βαρώνοι είχον αντίθετα προς αλλήλους συμφέροντα και αντιζηλίας, αίτινες εδύναντο καθ’ εκάστην να μετατραπώσιν εις εμφυλίους πολέμους. Αφ’ ετέρου οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί, οίτινες είχον εγκαθιδρυθή επί των ναυαγίων της ορθοδόξου εκκλησίας, διά του παραδείγματός των προυκάλουν την διχόνοιαν και έφερον το σκάνδαλον των αντιζηλιών των μέχρις αυτού του θυσιαστηρίου, απαιτούντες όπως οι της Ρωμαϊκής αυλής νόμοι κατισχύσωσι των του αυτοκράτορος. Πολλοί αυτών είχον σφετερισθή τα τιμάρια των βαρώνων και επειδή ταύτα ήσαν απηλλαγμένα στρατιωτικής υπηρεσίας, το κράτος διετέλει εστερημένον των φυσικών αυτού προμαχών. Προς δε επί τούτοις το κλίμα, τα πλούτη της Ελλάδος και τα θέλγητρα του Βυζαντίου, το οποίον ανέκαθεν εθεωρείτο ως καθιστών τους κατοίκους του τρυφηλούς, εξενεύρισαν τους μαχητάς και εισήγαγον μεταξύ αυτών διαφθοράν μεγίστην. Οι λαοί περιεφρόνησαν τέλος την δύναμιν και τους νόμους των σταυροφόρων, ών εσάρκαζον τα ήθη, και επειδή ούτοι ήσαν διεσπαρμένοι οι μεν εν Ευρώπη, οι δε εν Ασία, ήρξαντο να εμπνέωσιν εις τους Γραικούς θάρρος και την πεποίθησιν ότι οι πολεμισταί της Δύσεως δεν ήσαν απροσμάχητοι.

Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των πραγμάτων, ότε οι τελευταίοι ούτοι απεφάσισαν να εκδιώξωσιν εκ των χωρών αυτών τους ξένους, ούς εβδελύσσοντο, καθ’ ά και αυτός ο ομοταγής αυτοίς χρονογράφος Βιλλαρδουίνος δεν διστάζει να ομολογήση, «pour lor grans desloiautes. Εν τη αποφάσει αυτών λοιπόν ταύτη και εν τη προσδοκία της Βουλγαρικής επικουρίας, εξύφαναν εκτενή συνωμοσίαν κατά των Φράγκων, τους οποίους εκήρυσσον εχθρούς αμειλίκτους της πίστεως και της πατρίδος. Η σημαία της ανταρσίας ανεπετάσθη πανταχού, το δε σύνθημα εδόθη εν Διδυμοτείχω, άμα τω θανάτω Ούγου κόμητος του Αγίου Παύλου, εις όν είχε κατακληρουχηθή η πόλις αύτη. Κραυγή πολέμου ηκούσθη από Αίμου άχρις Ελλησπόντου, και η σφαγή των Λατίνων ήρξατο απανταχού. Πρώτοι οι εν Διδυμοτείχω Φράγκοι στρατιώται κατεσφάγησαν υπό των κατοίκων, και ολίγιστοι μόλις διασωθέντες κατέφυγον εις Αδριανούπολιν· αλλ’ εξαναστάσης κακεί της πληθύος, πολλοί μεν των φρουρών επεράσθησαν εν στόματι μαχαίρας, οι δε λοιποί κατέφυγον εις Τζουρουλόν ίνα σωθώσιν. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Γουλλιέλμος δε Βρανουέλ επιτυχών να συμπυκνώση τους ιππότας του εβάδιζε κατά της πόλεως ταύτης, ήν εύρεν έρημον, των κατοίκων φυγόντων. Εισελθών εν αυτή προσεπάθησε να την οχυρώση αλλά προσβληθείς υπό χιλιάδων Γραικών, αντέταξε μεν μεγίστην ανδρίαν, βλέπων όμως ότι πάσα αντίστασις είναι ματαία και πληροφορούμενος ότι ισχυρά επικουρία Βουλγάρων προσδοκάται κατ’ αυτού, εγκατέλιπε την Αδριανούπολιν και απεσύρθη εις Τσουρουλόν. Πολλοί δε των οπαδών του και εκεί φοβούμενοι των Γραικών την προσβολήν, παρήτησαν αυτόν και επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. (53)

Τεθορυβημένος ο Βαλδουίνος εκ των αγγελιών τούτων, συνεκάλεσεν εις συμβούλιον τον τε δόγην της Ενετίας και τον κόμητα του Βλοά, τη ομοφώνω αποφάσει αυτών διέταξε τον αδελφόν του Ερρίκον να παραιτήση το Αδραμύττιον και σπεύση εις βοήθειάν του με όσας έχει δυνάμεις. Ο κόμης του Βλοά αφ’ ετέρου διέταξε τον Πέτρον δε Βρασσώ και Παγινόν τον εξ Αυρηλίας ν’ αφήσωσι μικράν δύναμιν εις Πηγάς, όπως κρατώσιν εν ασφαλεία την διάβασιν της Ασίας, και έλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινουπόλιν. Ταυτοχρόνως προσεκλήθησαν ο Μακάριος δε Σαιν-Μενεχούλ και οι δύο σύντροφοί του εκ Νικομηδείας· και ο Βαλδουίνος όπως καταπνίξη, ει δυνατόν, εν τοις σπαργάνοις την ανταρσίαν, απέστειλε τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον και τον Μανασσήν Δελίσλην εις Τζουρουλόν μετ’ ολίγων δυνάμεων, υπισχνούμενος να τοις πέμψη ακολούθως και άλλας. Ούτοι δ’ εντυχόντες εκεί τον Γουλλιέλμον δε Βρανουέλ, απετέλεσαν σώμα εξ ογδοήκοντα περίπου ιπποτών και μετά τοσαύτης μικράς δυνάμεως έλαβον την προς Αδριανούπολιν οδόν· αφικόμενοι δε εις Νικίτζαν εστρατοπέδευσαν εκεί περιμένοντες τον αυτοκράτορα εκ Κωνσταντινουπόλεως. (54).

Εν τούτοις η αγγελία της εξεγέρσεως των Γραικών και της αφίξεως των Βουλγάρων, ενέσπειρε τον τρόμον εις τας καρδίας των γενναιοτέρων τέως σταυροφόρων, παρ’ οίς ουχί πλέον το αίσθημα της τιμής, αλλά και αυτό το συγγενικόν φίλτρον είχεν εκλείψει. Ο Ρενιέρος δε Τριτ, γηραιός ιππότης, διέτριβεν εις Φιλιππούπολιν μετά εκατόν είκοσι ιπποτών, αλλά το μικρόν τούτο σώμα, όπερ εν άλλαις περιστάσεσι εδύνατο να πράξη θαύματα, τοσούτον είχε καταληφθή υπό φόβου, ώστε πρώτοι εδραπέτευσαν, καταλιπόντες τον αρχηγόν των, ο υιός, ο αδελφός, ο ανεψιός και ο γαμβρός αυτού. Μάτην ο γέρων ιππότης δακρυχέων τους καθικέτευε να μείνωσιν εις τας τάξεις των. Η φωνή του καθήκοντος εξηφανίζετο ενώπιον της φωνής του τρόμου και οι περίφοβοι, στρατιώται του διεσπάρησαν, όπως καταφύγωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, αλλ’ οι πλείστοι αυτών κατεκερματίσθησαν καθ’ οδόν υπό των Γραικών εναλλάξ και των Βουλγάρων, ολίγιστοι δε μόνοι εσώθησαν φέροντες εις το μέτωπον το στίγμα της αισχράς λειποταξίας.

Ο Βαλδουίνος ανυπόμονος ν’ αρχίση τον πόλεμον, μόλις έλαβε τας πρώτας εκ Νικομηδείας επικουρίας, ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως και το αυτό εσπέρας αφίκετο εις Νικίτζαν, ένθα συνεκρότησε συμβούλιον μετά των εκεί ολιγαρίθμων ιπποτών. Εν τω συμβουλίω τούτω απεφασίσθη να οδεύσωσι την πρωίαν της επιούσης απ’ ευθείας εις Αδριανούπολιν, όπως προσβάλωσι τους εχθρούς· η δε κατεσπευσμένη και τολμηρά αύτη απόφασις εγένετο η αιτία του ολέθρου του Βαλδουίνου, όστις τότε κυρίως διέγνω τον μικρόν αριθμόν των στρατιωτών του, ότε τη 20 Μαρτίου, ελθών προ των τειχών της Αδριανουπόλεως είδεν επί των επάλξεων αυτής πολυαρίθμους μαχητάς.

Τρεις ημέραι είχον παρέλθει εν τω μέσω ματαίων διαπραγματεύσεων, ότε ο Ερρίκος Δάνδολος αφίκετο προ της πόλεως ταύτης μεθ’ όλων, των Ενετικών δυνάμεων· επειδή δε ο αριθμοί των στρατιωτών του Βαλδουίνου είχε διά της νέας επικουρίας διπλασιασθή, κατέλαβεν ούτος τας αρμοδίας θέσεις προς πολιορκίαν της Αδριανουπόλεως. Δυστυχώς όμως διά τους Φράγκους, αι τροφαί ήρξαντο εντός μικρού να εκλείπωσι, τα δε περίχωρα, όθεν εδύναντο να προμηθευθώσι τοιαύτας, κατείχοντο υπό των Γραικών, οίτινες δεν επέτρεπον εις αυτούς να απομακρυνθώσι του στρατοπέδου. Δεινήν λοιπόν στέρησιν τροφών του στρατού πάσχοντος, απεφάσισεν ο κόμης του Βλοά να ποιήση προσωπικώς, την 3 Απριλίου, ημέραν των Βαΐων, εκδρομήν εις τα πέριξ, αλλά προσβληθείς υπό των Γραικών ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος. Ούτω δε εξηκολούθει η πολιορκία, των μεν έξωθεν προσπαθούντων διά μηχανών να κρημνίσωσι τα τείχη, των δ’ έσωθεν καρτερικώτατα ανθισταμένων. (55)

Την τετάρτην του Πάσχα εγένετο γνωστόν ότι Ιωάννης ο των Βουλγάρων βασιλεύς κομίζων μεθ’ εαυτού την υπό του Πάπα δωρηθείσαν αυτώ σημαίαν των αγίων Πέτρου και Παύλου, και ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού Βουλγάρων, Βλάχων και τετρακισχιλίων επικούρων Κουμάνων, ούς η ελπίς λείας συνήθροισεν εκ των ορέων και των δασών των παρά τον Ίστρον και Βορυσθένην, προσέγγιζεν εις Αδριανούπολιν, απειλών ότι προυτίθεται να εξολοθρεύση τους Φράγκους, ούς κατηγόρει ότι έλαβον τον σταυρόν διά να αρπάσωσιν επαρχίας και καταστρέψωσι τας πόλεις των Χριστιανών. Οι Κουμάνοι οίτινες προεπορεύοντο ήσαν λαός άγριος, πίνων το αίμα και θυσιάζων τους αιχμαλώτους εις τα είδωλα των θεών του· οι θρασύτετεροι λοιπόν των Φράγκων, ακούοντες εκ φήμης την θηριωδίαν των ταύτην, πλήρεις οργής εξήλθον του στρατοπέδου ίνα τους προσβάλωσιν, αλλ’ ηναγκάσθησαν να επανέλθωσιν, ουκ ολίγους νεκρούς καταλιπόντες εις την μάχην. Τούτο ιδών ο αυτοκράτωρ, απηγόρευσεν εις πάντας την εκ του στρατοπέδου έξοδον και διέταζε τα της μάχης ούτως, ώστε ο μεν Βιλλαρδουίνος, ο Μανασσής και ο Δάνδολος ώφειλον να μένωσιν ως φρουροί των πολιορκουμένων, ο δ’ επίλοιπος στρατός έπρεπε να η έτοιμος εν πάση περιπτώσει όπως αποκρούση τoν εχθρόν. Την επιούσαν, 14 Απριλίου, μετά το πρόγευμα οι σταυροφόροι προσεβλήθησαν υπό πολλών Κουμάνων, ο δε κόμης του Βλοά και ο Βαλδουίνος αυτός, λησμονήσαντες την απαγόρευσιν, ήν την προτεραίαν απηύθυναν εις τον στρατόν, ουδείς δηλονότι να εξέρχηται του στρατοπέδου, ώρμησαν πρώτοι κατά των εχθρών και προσεπάθησαν να τους εκδιώξωσιν. Οι Κουμάνοι προσποιούμενοι ότι ηττώνται ετράπησαν εις φυγήν, ο δε Βαλδουίνος μετά των περί αυτόν έτρεξαν εις καταδίωξίν των επί δύο περίπου λεύγας· αλλ’ αίφνης οι πρώτοι συμπυκνούμενοι ορμώσιν επί τους Φράγκους, ταυτοχρόνως δε ο βασιλεύς Ιωάννης επιφαίνεται μετά πολυαρίθμων Βουλγάρων, ενεδρεύων εκεί. Η απροσδόκητος αύτη προσβολή κατεθορύβησε τους σταυροφόρους, ών πολλοί έπεσαν υπό τας βολάς των πολεμίων, εν οίς και ο κόμης του Βλοά, λαβών δύο πληγάς διά της λόγχης. Είς των ιπποτών του, ο Ιωάννης δε Φριαίζης, τον ανεγείρει και θέλει να τον αποσύρη εκ της μάχης. «Άφες με, φωνάζει ο γενναίος κόμης, να πολεμήσω και αποθάνω· μη δώση ο θεός να είπωσιν ότι ελειποτάκτησα εκ της μάχης, εγκαταλιπών τον αυτοκράτορά μου». Και πίπτει καιρίως υπό βέλους προσβληθείς, μέγας δε αριθμός συμπολεμιστών φονεύεται πλησίον αυτού. Ο Βαλδουίνος διημφισβήτει ακόμη την νίκην, και παροτρύνων τους στρατιώτας του εμάχετο γενναίως προς τους εχθρούς· αλλ’ ο αγών ην άνισος και οι άριστοι των ιπποτών, Πέτρος ο επίσκοπος Βηθλεέμ, Στέφανος ο κόμης της Πέρσης, Ρενάρδος ο δε Μοντμιράλ, Ματθαίος ο Βαλιγκούρ, Ροβέρτος ο δε Ρονσοά και άλλοι είχον ήδη πέσει. Εν τούτοις η μάχη εξηκολούθει έτι, ο φόνος εκατέρωθεν ήτο πολύς, αλλ’ ο αστήρ του Βαλδουίνου είνεν ήδη δύσει. Επολέμησεν, ηγωνίσθη, αλλ’ αι δυνάμεις του είχον ήδη εξαντληθή. Ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εγένετο αιχμάλωτος του βασιλέως των Βουλγάρων. Halas! com dolerese perte fu la perte, επιφωνεί ο χρονογράφος Βιλλαρδουίνος· το δε Χρονικόν του Μωρέως ιστορούν ότι ο Βαλδουίνος δεν ηχμαλωτίσθη, αλλ’ ότε έπεσε πολεμών, εκτέθησιν ως εξής τα κατά την μάχην εκείνην (56).

Ώρισεν (ο Βαλδουίνος) ελαλήσασιν όλα του τα σαλπίγγια·
Εις τρί’ αλλάγια εχώρισε τους Φράγκους οπού είχε
Και τους Ρωμαίους εις άλλα τρία, και εξέβησαν ‘ς τον κάμπον·
Ως τους είδαν οι Κουμανοί, αυτοί όπου εκουρσεύαν
Το πώς υπάσιν εις αυταίς, εχάρησαν μεγάλως,
Έδειξαν ότι φεύγουσι με το κούρσο όπου είχαν,
Και οι Φράγκοι ως απαίδευτοι της μάχης των Ρωμαίων
Άρχισαν να τους διώχνουσιν όπως διά να τους φθάσουν,
Και εκείνοι πάλιν φεύγοντας τους εκαταδοξεύαν.
Τα άλογα και τα φαριά όπου καβαλλικεύαν,
Τόσον τους επαράσυραν και εξεμαύλισάν τους,
Ευθύς εξεχωσίασαν οι Τούρκοι και οι Κουμάνοι
Άρχισαν να δοξεύουσι των Φράγκων τα φαρία·
Οι Φράγκοι ελογίασαν πόλεμον να τους δώσουν
Με τα κοντάρια και σπαθιά ως ήσαν μαθημένοι,
Οι δε Κουμάνοι εφεύγασι και ουδέν τους επλησιάζαν,
Μόνον με τα δοξάρια τους από μακρυά δοξεύαν.
Τόσον εκαταδόξευσαν, ώστε απέκτεινάν τους
Εψόφησαν και τα φαριά, οι καββαλάροι επέσαν
Σαλίβαις είχαν τούρκικαις, ομοίως απελατίκια
Μ’ εκείνα τους εσύχναζαν απάνω εις τα κασίδια
Και απέκτειναν τον βασιλέα και όλα του τα φουσάτα,
Ίδε ζημία το εγένετο εκείνην την ημέραν!
Πας στρατιώτης ευγενής πρέπει να τους λυπάται,
Διού αποθάναν άδικα χωρίς να πολεμήσουν.

Μετά την δεινήν ταύτην αποτυχίαν, τα λείψανα του Φραγκικού στρατού οπισθοχωρούντα προσεπάθουν να εισέλθωσιν εις τα χαρακώματα αυτών, ενώ οι Γραικοί, οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι, τοξεύοντες αυτούς, τοις επέφερον καταστροφήν μεγίστην. Οι την πολιορκίαν της πόλεως επιτηρούντες, ο τε πρωτοστάτωρ της Κομπανίας, και ο Μανασσής Δελίσλης ιδόντες την άτακτον οπισθοχώρησιν των σταυροφόρων, έτρεξαν μετά των περί εαυτούς εις βοήθειάν των, αλλά μάτην προσεπάθησαν να τους αναχαιτίσωσιν. Ο φόβος είχεν ήδη παραλύσει εν αυτοίς παν αίσθημα γενναίον, ο δε Δάνδολος «το αρχαιότατον και πολυτροπότατον κακόν και των απευκταίων πάντων Ρωμαίοις πρωτουργόν αίτιον,» ύστατος πάντων πληροφορηθείς την τροπήν, διότι μετά του στρατού του ευρίσκετο εις απόκεντρον θέσιν, και βλέπων ότι ουδεμία ελπίς σωτηρίας υπάρχει, απεφάσισεν εν συμβουλίω μετά των λοιπών αρχηγών να οπισθοχωρήσωσι προς την Ραιδεστόν, ένθα ηδύναντο επιτυχώς ν’ αποκρούσωσι πάσαν εχθρικήν προσβολήν· αλλά καθ’ οδόν πλείστοι ιππόται καταλιπόντες ανάνδρως τας τάξεις των έτρεξαν προς την Κωνσταντινούπολιν, και εκεί εν τω τρόμω αυτών, βλέποντες προ των πυλών της πόλεως τους Βουλγάρους, επέβησαν εις πλοία Ενετικά όπως επιστρέψωσιν εις τας πατρίδας των. Την λειποταξίαν ταύτην ιδόντες οι αρχηγοί των σταυροφόρων έπεμψαν ταχυδρόμους εις Κωνσταντινούπολιν ίνα απαλλάξωσι του φόβου τους Φράγκους· αλλ’ ότε οι ταχυδρόμοι αφίκοντο, επτακισχίλιοι περίπου ιππόται και άλλοι μαχηταί ήσαν επί των πλοίων έτοιμοι ν’ αναχωρήσωσι. Μάτην οι πιστώς εμμένοντες εις το καθήκον των προσεπάθουν να τους αποτρέψωσι της αναχωρήσεως ικετεύοντες αυτούς «να μη αμαυρώσωσι διά φυγής ανάνδρου την δόξαν, ήν είχον αποκτήσει, διότι η εν τοιαύτη περιπτώσει εκ Κωνσταντινουπόλεως αναχώρησις ήτο έλλειψις προς τους Κυρίους των, προδοσία κατά του Χριστιανισμού, ύβρις προς τον Θεόν και χαυνότης μεγίστη.» Αμείλικτοι μένοντες εις τας ικεσίας ταύτας εκείνοι απεκρίθησαν ότι θέλουσι σκεφθή περί του πρακτέου, αλλά την νύκτα άραντες τας αγκύρας ανεχώρησαν εκ Κωνσταντινουπόλεως, καταλιπόντες απεγνωσμένους τους ομοφύλους αυτών. (57)

Εν τούτοις Ερρίκος ο του Βαλδουίνου αδελφός, προσκληθείς, ως είπομεν, παρά του αυτοκράτορος προς βοήθειάν του, ήρχετο εξ Αδραμυττίου συνεπάγων εικοσακισχιλίους Αρμενίους συν γυναιξί και τέκνοις αυτώ εφεπομένους. Πληροφορηθείς δε καθ’ οδόν την προ της Αδριανουπόλεως καταστροφήν κατηυθύνθη εις Ραιδεστόν, όπου ήσαν συνηγμένοι και οι λοιποί ιππόται, καταλιπών όπισθεν αυτού τους Αρμενίους, οίτινες σύροντες και υποζύγια δεν εδύναντο να προβαίνωσι ταχείς. Οι δυστυχείς ούτοι εχθροί θανάσιμοι των Γραικών όντες και ούτως εγκαταληφθέντες, προσεβλήθησαν καθ’ οδόν και μεληδόν κατεκόπησαν άπαντες· οι δε μετά του Ερρίκου ελθόντες εις Ραιδεστόν, πληροφορηθέντες τας λεπτομερείας της προ της Αδριανουπόλεως καταστροφής παρεδόθησαν εις αμύθητον λύπην και επειδή η περίστασις ήτο κρίσιμος και ανάγκη επέκειτο εκλογής αρχηγού, απεφάσισαν να εκλέξωσιν ως αντιβασιλέα τον Ερρίκον, μέχρις ού λάβωσιν ειδήσεις Βαλδουίνου, και πέμψωσι πρέσβεις εις Γαλλίαν, Ρώμην και Φλάνδραν ίνα επικαλεσθώσιν επικουρίας εκείθεν. Τοιουτοτρόπως ο Ερρίκος μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του στρατού αυτού, όστις προς τοις άλλοις δυστυχήμασιν υπέστη και νέον, τον θάνατον του πολυμήτιδος, δόγου Δανδόλου, θανόντος τη 14 Ιουνίου 1205, και ταφέντος εν τη αγία Σοφία. Φόβος μέγας κατέλαβε τους κατοίκους τότε αναμένοντας την επιδρομήν Ιωάννου του βασιλέως των Βουλγάρων, όστις καταστρέφων την εν ταις επαρχίαις κυριαρχίαν των Φράγκων, εξέπεμπε τους Κουμάνους αυτού μέχρι των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Τοιουτοτρόπως δεν έμενεν εις τους σταυροφόρους εκ των τέως κτήσεων αυτών, ειμή η Ραιδεστός και η Σηλύβρια, εκείθεν δε του Βοσπόρου μόνον το φρούριον των Πηγών, διότι Λάσκαρις ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, ωφελούμενος εκ των περιστάσεων, κατέλαβε πάσας τας επιλοίπους χώρας.

Εν τω μέσω των κινδύνων, οίτινες επολλαπλασιάζοντο καθ’ εκάστην, οι σταυροφόροι ηγνόουν την τύχην του αυτοκράτορος Βαλδουίνου. Ο Ερρίκος άμα λαβών τους οίακας της αντιβασιλείας παντοιοτρόπως προσεπάθησε να μάθη περί του αδελφού του, πέμψας και ανθρώπους πιστούς εις τα διάφορα μέρη των Βουλγάρων, διά να ανιχνεύσωσί τι περί εκείνου. Λύτρα πλούσια, ικεσίαι, απειλαί, τα πάντα εξηντλήθησαν παρά τω Ιωάννη εις μάτην. Ο Πάπας αυτός πληροφορηθείς παρά των απεσταλμένων των σταυροφόρων την προ της Αδριανουπόλεως ήτταν και την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, έγραψε προς τον Ιωάννην εξορκίζων αυτόν ως τέκνον της εκκλησίας να ελευθερώση τον αυτοκράτορα επί τω όρω εντίμου ειρήνης, και απειλών αυτόν εν εναντία περιπτώσει διά της οργής του βασιλέως της Ουγγαρίας και της των Γάλλων· έγραψε δε συνάμα και προς τον επίσκοπον Τυρνάβου έξαρχον Βουλγαρίας, όπως μεσολαβήση παρά τω βασιλεί υπέρ του αιχμαλώτου. Προς τας επιστολάς του Πάππα ο Ιωάννης απήντησεν ότι ότε ο Βαλδουίνος εγένετο αυτοκράτωρ, αυτός πέμψας πρέσβεις όπως ζητήση την φιλίαν του εφενακίσθη και εξυβρίσθη, ώστε εκείνος ην αίτιος του πολέμου, ότι ο Θεός ταπεινών τους υπερήφανους τω έδωκε την νίκην, και ότι τον Βαλδουίνον, θανόντα ήδη εν τη αιχμαλωσία, δεν δύναται να ελευθερώση. Περί δε του θανάτου του δυστυχούς αυτοκράτορος, πολλά και αντίθετα οι ιστορικοί λέγουσι. Το μεν Χρονικόν του Μωρέως, αφηγείται, ως είδομεν, ότι ο Βαλδουίνος έπεσε πολεμών προ της Αδριανουπόλεως, τουναντίον δε Νικήτας ο Χωνιάτης ιστορεί ότι αιχμαλωτισθείς κατά την μάχην εκείνην και δεσμοίς υποβληθείς καθείρχθη εις Τύρναβον, και εξαχθείς είτα κελεύσει του βασιλέως εκ της φυλακής, απεκόπη τους μεν πόδας από γόνατα, τας δε χείρας από βραχίονος πελέκει Τενεδίω, μεθ’ ό κατά κεφαλής επί φάραγκος κρημνισθείς και ούτω ζήσας τρεις ημέρας εγένετο βορά των ορνέων. Κατά Γεώργιον τον Ακροπολίτην, εφονεύθη εν τω μέσω συμποσίου τινός υπό του βασιλέως των Βουλγάρων, και τα μεν μέλη του ερρίφθησαν εις τους βράχους, το δε κρανίον του περιχρυσωθέν εχρησίμευεν ως ποτήριον του αγρίου βασιλέως· μία δε των ρωμαντικών περί του θανάτου του Βαλδουίνου αφηγήσεων υπάρχει και η εξής. Ο Βαλδουίνος κατακλεισθείς εις σκοτεινήν φυλακήν απέθνησκε σχεδόν εκ πείνης ουδεμίαν άλλην παρηγορίαν έχων ή τας επισκέψεις της βασιλίσσης, ήτις επετράπη παρά του συζύγου της, τω λόγω φιλανθρωπίας, να παραμυθή ενίοτε τον δυστυχή αυτοκράτορα· υπό σφοδρού δε έρωτος προς αυτόν καταληφθείσα, τω είπε μια των ημερών, παραπονουμένω διά την τύχην του ότι εδύνατο και άνευ λύτρων να ελευθερώση δύο αιχμαλώτους. «Τίνες εισίν ούτοι; ηρώτησεν ο Βαλδουίνος;» «Συ, απεκρίθη η βασίλισσα και εγώ, ήτις στενάζω υπό την τυραννίαν βαρβάρου συζύγου. Αν με νυμφεύησαι, δυνάμεθα να ελευθερωθώμεν και οι δύο. Ας αφήσωμεν εις τον Ιωάννην την αθλίαν αυτήν αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις δεν δύναται πλέον να υπάρξη, και ας επιστρέψωμεν ομού εις τους τόπους σου. Εγώ σοι παρέχω τα μέσα». Φρίττων ο Βαλδουίνος διά την ομολογίαν ταύτην, απέκρουσε τας ενόχους προτάσεις της βασιλίσσης, ήτις τότε παραπλησία προς την γυναίκα του Πετεφρή, δραμούσα προς τον σύζυγόν της, διέβαλε τον Βαλδουίνον ότι δήθεν ηθέλησε να την εκβιάση. Οργισθείς δε ο Ιωάννης διά την προσβολήν ταύτην, μετά μυρίας βασάνους απεκεφάλισεν αυτόν και το σώμα του έρριψεν είς τι δάσος, ένθα εντυχούσα αυτό γυνή τις Βουργουνδία, ήτις επέστρεφεν εκ του αγίου Τάφου, διερχομένη διά Τυρνάβου, συνέλεξε τα οστά του και τα έθαψε κρυφίως· ο δε μοναχός Αλβερίκος ισχυρίζεται ότι και θαύματα ουκ ολίγα συνέβησαν επί του τάφου του (58).

Τοιούτο υπήρξε το τέλος του Βαλδουίνου, ένδεκα μόνον μήνας βασιλεύσαντος, και εις ηλικίαν τριάκοντα πέντε ετών θανόντος. Ήτο ανδρείος, μεγαλοπρεπής, ελευθέριος, φιλόμουσος και ευσεβής, αλλ’ όλα τα προτερήματα ταύτα ουδόλως ίσχυσαν να αποτρέψωσι την κακήν μοίραν του και το τέλος αυτού εγένετο το προοίμιον της πτώσεως της Λατινικής αυτοκρατορίας, ήτις εν τη Ανατολή είχεν ιδρυθή, επί τοσούτον σαθρών βάσεων.

Χρόνον τινά μετέπειτα φήμη διεδόθη εν Φλάνδρα ότι πολλοί ευγενείς εκ των ακολουθησάντων, τoν Βαλδουίνον, διεσπάρησαν μετά την μάχην της Αδριανουπόλεως τήδε κακείσε και ότι περιεπλανώντο υπό ενδύματα μοναχών. Ερρρέθη μάλιστα ότι και αυτός ο Βαλδουίνος περιβληθείς το ράσον έζη κεκρυμμένος είς τινα γωνίαν του Αϊνώ· την δε ιδέαν ταύτην εβασιμοποίησε γεγονός τι περίεργον, καταδεικνύον την πανουργίαν απατεώνων τινών. Κάτοικός τις της παρά το δάσος του Γλαυσώνος κώμης Μορτάνης, συναντήσας καθ’ οδόν ερημίτην κρατούντα πήραν και έχοντα μορφήν ευγενή και τρόπους διακεκριμένους, υπώπτευσεν ότι ανήκει εις επίσημόν τινα οικογένειαν, και τον ηρώτησε περί του ονόματος, της πατρίδος και των γεννητόρων του· ο ερημίτης τω απήντησεν αδιαφόρως προς ταύτα· εκείνος δε πιστεύσας ότι υπό τον μοναχικόν μανδύαν κρύπτεται ευγενής τις εκ Κωνσταντινουπόλεως ελθών, έσπευσε να εξαγγείλη τοις φίλοις τον την ιδέαν του ταύτην. Φήμη λοιπόν διεδόθη πανταχού ότι είς των σταυροφόρων επέστρεψεν ως μοναχός, σωρηδόν δε έτρεξαν οι κάτοικοι προς την καλύβην του ερημίτου διά να τον είδωσι και ερευνήσωσι τα κατ’ αυτόν. Η επιμονή όμως μεθ’ ής ούτος ηρνείτο να φανερώση το γένος και την πατρίδα του, παρέσχεν είς τινας το ενδόσιμον ότι αυτός είνε ο Βαλδουίνος. Μάτην εκείνος διεμαρτύρετο ότι δεν είνε αυτός. Οι κάτοικοι επέμενον, τινές δε εκ των άλλοτε μεν υπηκόων του Βαλδουίνου, τότε δε υπηκόων της θυγατρός του Ιωάννας, ασχάλλοντες διότι ήσαν ηναγκασμένοι να κύπτωσι τον αυχένα εις τον ζυγόν μιας γυναικός, εδράξαντο της περιστάσεως ν’ αποτινάξωσιν αυτόν, συγκεντρούμενοι περί τον νέον τούτον Βαλδουίνον. Ο δυστυχής μοναχός θέλων και μη, επείσθη, να παραστήση το πρόσωπον του εξαφανισθέντος αυτοκράτορος, και μια των ημερών του έτους 1225 αναβάς επί τι ύψωμα διεκήρυξεν ενώπιον πολυαρίθμου λαού ότι αυτός είναι ο κόμης Βαλδουίνος, ότι απελπισθείς εκ της ήττης της Αδριανουπόλεως αφήκε τον κόσμον, αλλ’ ότι ενδίδων εις την θέλησιν των πιστών υπηκόων του αναγκάζεται να ρίψη το προσωπείον και ν’ αποδώση εαυτόν εκείνοις τε και τη πατρίδι.

Πλήρεις χαράς οι κάτοικοι ωδήγησαν αυτόν εις Μορτάνην και έσπευσαν πανταχόθεν να τω προσφέρωσι την υποταγήν των. Ο δουξ της Βραβάντης και έτεροι των τα μάλα ισχυόντων τον ανεγνώρισαν κύριόν των, και επί τέλους ο πτωχός εκείνος ερημίτης περιβληθείς το στέμμα, προέβη εις πράξεις βασιλικάς, ονομάσας δέκα ιππότας και απονείμας διαφόρους αξίας εις ετέρους. Η την αρχήν διέπουσα θυγάτηρ του Βαλδουίνου, αναγκασθείσα να δραπετεύση εκ της κομητείας της, κατέφυγε προς τον βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκον Η, καθικετεύουσα αυτόν όπως την συνδράμη προς ανάκτησιν του θρόνου της. Ο βασιλεύς χαριζόμενος τη κομήσση προσεκάλεσε τον ψευδο-Βαλδουίνον εις Περόννην, όπως τον εξετάση περί διαφόρων πραγμάτων· εκείνος δε ίνα μη δυσαρεστήση τω βασιλεί επαρουσιάσθη ενώπιον αυτού μετά πολυαρίθμου συνοδείας. Ερωτηθείς όμως περί τινων αντικειμένων, άτινα, εάν πραγματικώς ήτο ο Βαλδουίνος ώφειλε να γνωρίζη, και μη έχων τι ν’ αποκριθή, διετάχθη υπό του παρωργισμένου Λουδοβίκου να εξέλθη εντός τριών ημερών του βασιλείου του. Ο ψευδο- Βαλδουίνος, γνωσθείσης της απάτης, ενώ επέστρεφεν εις Βαλενσιέννην, φεύγων διά Βουργουνδίας υπό ένδυμα εμπόρου, συνελήφθη υπό τινος ιππότου, όστις τον παρέδωσεν εις την κόμησσαν. Αύτη δε αφού τον κατέκλεισεν εις ειρκτήν και τον εβασάνισε πολυτρόπως, επί τέλους διέταξε να τον απαγχονίσωσι. (59)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΜΕΡΟΣ 2




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.

ΕΡΡΙΚΟΣ.
Δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως.

Ο στρατός των Βουλγάρων παραπλήσιος προς ορμητικόν χείμαρρον προυχώρει λεηλατών και αρπάζων, εκτείνων δε τας λαφυραγωγίας αυτού άχρι Θεσσαλονίκης και απειλών τας παράλους του Ελλησπόντου πόλεις, όσαι ένεκα της εμπορικής αυτών θέσεως διετέλουν ευπορούσαι. Αφ’ ετέρου η Φραγκική αυτοκρατορία, εστερημένη ικανών προμάχων, υπήρχε σχεδόν εις αποσύνθεσιν, και οι εν Κωνσταντινουπόλει επερίμενον μετά παλμών τρόμου και φρίκης να ίδωσι προ των πυλών αυτής της πρωτευούσης, τας αγρίας και ανελεήμονας των Μυσών ορδάς. Αλλά, προς ευτυχίαν αυτών, οι σύμμαχοι
εκείνων Κουμάνοι εμπλησθέντες λείας πολλής και αδυνατούντες να υποφέρωσι τα θερινά θάλπη ως και τα χειμερινά ψύχη, απεσύρθησαν προς τα όρη αυτών· ο δε Ιωάννης, μη νομίζων εαυτόν εις κατάστασιν όπως, άνευ των ισχυρών εκείνων επικούρων, αποτελεσματικώς προσβάλη τους Φράγκους, ηναγκάσθη να
αναβάλη διά τον προσεχή χειμώνα την κατά της Κωνσταντινουπόλεως μελετωμένην επίθεσιν, και έστρεψε τα νικηφόρα όπλα του κατά του βασιλέως της Θεσσαλονίκης Βονιφατίου, όστις, απών τότε μετά του στρατού τον εις πολιορκίαν του Ναυπλίου, άμα επληροφορήθη την πρόθεσιν του Μυσού βασιλέως, λύσας την πολιορκίαν έσπευσε να επανέλθη εν πάση ταχύτητι εις το κράτος του (60).

Της κατά του βασιλείου της Θεσσαλονίκης προσβολής έναρξιν εποιήσατο ο Ιωάννης, διά της πολιορκίας των Σερρών, ών ο φρούραρχος Ούγος δε-Κιλεμής ανέπτυξε μεγίστην ανδρίαν, αλλά, πεσόντος αυτού κατά τινα μάχην, σφαγέντων δε και των πλείστων στρατιωτών του, η πόλις παρεδόθη εις τον Ιωάννην, όστις εκ Σερρών προυτίθετο να κατευθυνθή εις Θεσσαλονίκην· αλλά κατοίκων τινών της Φιλιππουπόλεως εκ της των Παυλικανών αιρέσεως υποδειξάντων αυτώ την ευπορίαν της πόλεως ταύτης και το ολιγάριθμον των εν αυτή φρουρούντων, επείσθη να αναβάλη εις το μετέπειτα την κατά της Θεσσαλονίκης επίθεσιν, και να κυριεύση πρότερον την Φιλιππούπολιν, εκδιώκων τους Φράγκους κατόχους αυτής. Ο της πόλεως φρούραρχος Ρενιέρος δε-Τριτ πληροφορηθείς την συνεννόησιν ταύτην των Παυλικανών και μη έχων υπό τας διαταγάς του δύναμιν αξιόμαχον, πυρπολήσας την συνοικίαν, ήν ώκουν εκείνοι, έφυγε προς το Στενήμαχον ένθα υπήρχε φρουρά τις. Μετά την φυγήν αυτού είς των εγχωρίων, Αλέξιος τούνομα, ανήρ επιχειρηματίας και τολμηρός, συναγαγών οπαδούς τινας, τους έπεισε διά λόγου ενθουσιώδους όπως δράξωνται των όπλων υπέρ της αυτονομίας αυτών και μη κύψωσι, μόλις απαλλαγέντες του Φραγκικού ζυγού, υπό έτερον χείρω και βαρβαρικώτερον, του των Βουλγάρων. Η εύγλωτος αυτού παρόρμησις κατηλέκτρισεν τους κατοίκους της Φιλιππουπόλεως, οίτινες ορκισθέντες ν’ αποθάνωσιν υπέρ της ελευθερίας αυτών, έλαβον τα όπλα και ότε ο βασιλεύς Ιωάννης επαρουσιάσθη προ των τειχών της πόλεως, απεκρούσθη κατ’ επανάληψιν υπό του Αλεξίου και των συν αυτώ· αλλά κυριευθείσης επί τέλους της Φιλιππουπόλεως, τη προδοσία των Παυλικανών, ο βάρβαρος εκείνος, τον μεν Αλέξιον οδυνηρώς εφόνευσεν, αναρτήσας αυτόν από των σφυρών, κατέστρεψε δε και επυρπόλησε τα τείχη, τους πύργους και τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα της πόλεως και άρδην κατηδάφισεν αυτήν. Τοιούτο τέλος έσχεν η αρχαία εκείνη και επιφανής πόλις, ήν Φίλιππος ο Μακεδών έκτισε, και ήτις μετά την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην ήτο η λαμπροτέρα πόλις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (61).

Εις δεινήν θέσιν ο Ερρίκος διατελών και τον επικείμενον προβλέπων κίνδυνον απεφάσισε πριν ή ψυχρανθή ο ζήλος των ιπποτών, και ενόσω έτι ο Ιωάννης ήτο μακράν, να προσπαθήση όπως επανακτήση τας πόλεις, αίτινες είχον υψώσει την σημαίαν της αποστασίας κατά των Φράγκων, από των Θρακικών αρχόμενος. Εξελθών λοιπόν της Κωνσταντινουπόλεως εκυρίευσε την Αρκαδιούπολιν, ής οι κάτοικοι είχον αποσυρθή, και εκείθεν πορευθείς εις Άπρω επροξένησε τα μεγαλείτερα κακά τοις κατοίκοις, άλλους μεν δίκην ποιμνίων ή βουκολίων κατασφάξας, άλλους δε αιχμαλωτίσας και ποικιλοτρόπως βασανίσας, αυτός ο τον σταυρόν του Κυρίου άρας και της Χριστιανοσύνης την σωτηρίαν επαγγελλόμενος. Ενώ δε ο Ερρίκος αφ’ ενός περιήγε και κατέσφαζε τήδε κακείσε τους δυστυχείς Γραικούς, αφ’ ετέρου οι Ενετοί νήας μακράς εξοπλίσαντες ελήστευον τα εώα πάραλα μέρη διαπράττοντες εν αυτοίς δεινά, ως λέγει ο Νικήτας, πολύμορφα, βαρυαλγή και ανύποιστα. Η διαγωγή αύτη των σταυροφόρων αντί να επιφέρη το αποτέλεσμα όπερ ούτοι προσεδόκων, την υποταγήν δηλονότι των εγχωρίων, τουναντίον εξηρέθιζε την οργήν και το μίσος αυτών, βλεπόντων ότι αδύνατος αποβαίνει πάσα διαλλαγή προς άνδρας θηριώδεις και ανελεήμονας είς τε τους αντιτασσομένους εξίσου και εις τους παραδιδομένους. Μετά την καταστροφήν ταύτην της Άπρω ο Ερρίκος θέλων να τιμωρήση τους κατοίκους του τε Διδυμοτοίχου και της Αδριανουπόλεως, απεφάσισε να πορευθή και επ’ αυτούς ώστε παγιών ούτω την εξουσίαν του κακεί, να επανέλθη μετέπειτα εις Κωνσταντινούπολιν.

Πρόσφατον ήτο εισέτι το προ της Αδριανουπόλεως πάθημα των Φράγκων και η καταισχύνη, ήν υπέστησαν ούτοι, ουχί μόνον πλήθος στρατιωτών, αλλά και αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον αποβαλόντες· δι’ αυτό ο Ερρίκος αποφασίσας να προσβάλη την πόλιν εκείνην, έλαβεν όλα τα μέτρα, όπως ει δυνατόν, εκδικήση την ήτταν των Φραγκικών όπλων. Συναγαγών λοιπόν όσας περισσοτέρας δυνάμεις εδυνήθη, επορεύθη εις την Αδριανούπολιν και πέμψας προ αυτού πρεσβείαν προς τους κατοίκους, τοις προέτεινε να παραδοθώσιν· αλλ’ εκείνοι, αναμιμνησκόμενοι των εν Άπρω σφαγών, απήντησαν ότι ουδεμίαν βάσιν δύνανται να έχωσιν εις των Φράγκων τους λόγους, όντων εχθρών βαρβάρων και απίστων, σκληρών δ’ επίσης και προς εχθρούς και προς φίλους. Η απάντησις αύτη, δεικνύουσα ότι οι εγκάτοικοι είχον αποφασίσει ν’ αντιστώσιν άχρις εσχάτων, έπεισε τον Ερρίκον ότι μόνον διά του πολέμου εδύνατο να επιτύχη την υποταγήν της πόλεως. Οχυρώσας λοιπόν τα περίχωρα όπως αντικρούση πάσαν εκ των έξωθεν προσβολήν και ανοίξας βαθείαν τάφρον, ήρξατο την πολιορκίαν της πόλεως· αλλ’ οι εντός ητοιμασμένοι κατά πάντα όντες αντέταξαν τοσαύτην καρτερίαν, και διά του υγρού πυρός και των λοιπών αμυντικών όπλων τοσαύτην φθοράν επροξένησαν εις τους εχθρούς, ώστε ούτοι λύσαντες την πολιορκίαν απεχώρησαν προς το Διδυμότοιχον. Αλλά και εκεί δεν υπήρξαν ευτυχέστεροι, διότι επελθουσών ραγδαίων βροχών και του ποταμού Έβρου πλημμυρήσαντος, πολλοί των Φράγκων παρασυρθέντες υπό των υδάτων επνίγησαν, οι δε λοιποί άραντες κατεσπευσμένως τας σκηνάς αυτών, κατέφυγον εις Ρούσιον, το oποίον ωχύρωσαν, πληροφορηθέντες ότι ο βασιλεύς Ιωάννης έπεμπε κατ’ αυτών πολυάριθμον στρατόν. Εκ δε Ρουσίου, καταλιπών προς φύλαξιν τον Θιερρή δε-Λος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών και πολλών ιππέων, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, πέμψας προηγουμένως φρούραρχον Διδυμοτοίχου τον Θεόδωρον Βρανάν (62).

Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης, πάσης δραττόμενος περιστάσεως όπως βλάψη τους Φράγκους, αφ’ ενός μεν έπεμψε πολυάριθμον στρατόν εκ Γραικών, Κουμάνων και Σκυθών κατά του Ρουσίου, του οποίου την φρουράν κατανικήσας εκείνος, εξεδίωξεν εις Ραιδεστόν, αφ’ ετέρου δε διατρέχων ο ίδιος τας διαφόρους πόλεις, έφερε παντού την μάχαιραν και το πυρ· αι δε δηώσεις και σφαγαί αύται έβλαπτον μεν καιρίως την εν τη ανατολή Φραγκικήν κυριαρχίαν, αλλά κατέστρεφον άρδην τους Γραικούς, οίτινες ηυρίσκοντο μεταξύ δύο εχθρών εξίσου ανηλεών και αμειλίκτων· διότι ο Ιωάννης εχθρός άμα και εκδικητής αυτών γινόμενος εξέδιδε τοις Σκύθαις εις προνομήν και λαφυραγωγίαν όλας τας κώμας και πόλεις, όσαι πρότερον είχον αναγκασθή να κύψωσιν υπό τους Φράγκους, «και ην ιδείν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης (63), και ασύνηθες και πάσαν υπερπαίον θεοκίνητον μάστιγα, την γαρ αυτήν γην και το αυτό έθνος εδήου γένη διττά, πη μεν εκατέρα, πη δε θάτερον παρά θάτερον επεισπίπτοντα.»

Από της ολεθρίας μάχης της Αδριανουπόλεως ο Ερρίκος εξηκολούθει θαρραλέως υπερασπίζων την κλονιζομένην υπό των αδιαλείπτων των Βουλγάρων προσβολών και των επαναστάντων Γραικών επιθέσεων αυτοκρατορίαν· αι έκτακτοι όμως αύται περιστάσεις απήτουν ου μόνον χείρα στιβαράν, αλλά και εξουσίαν πεπαγιωμένην όπως αντεπεξέλθη κατά τοσούτων εχθρών. Έτος είχεν ήδη παρέλθει από της αιχμαλωσίας του Βαλδουίνου, όστις, ως είπομεν. δεν είχεν αφήσει άρρενας απογόνους, και η φήμη του θανάτου αυτού διαδοθείσα μεταξύ των Φράγκων, έπεισεν αυτούς όπως προβώσιν εις την εκλογήν νέου αυτοκράτορος. Τις δε ήτο καταλληλότερος του Ερρίκου όπως φορέση το στέμμα κατά τας κρισίμους εκείνας περιστάσεις; Και εκ σεβασμού λοιπόν προς τας αρετάς και την μνήμην του σφαγιασθέντος Βαλδουίνου, και εκ δικαίας εκτιμήσεως της ανδρίας και των προτερημάτων του αδελφού αυτού Ερρίκου, ο κλήρος έπεσεν επ’ αυτόν και την εικοστήν Αυγούστου 1206, ημέραν Κυριακήν, εστέφθη υπό του Πατριάρχου Θωμά Μοροζίνη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως μετά πασών των κατά τοιαύτας περιπτώσεις διατυπώσεων (64).

Η εκλογή του νέου αυτοκράτορος ηκούσθη μετά μεγάλης ευχαριστήσεως εν Κωνσταντινουπόλει παρά πάντων των Φράγκων και εορταί δημόσιαι πανταχού ετελέσθησαν· αλλ’ ο Ερρίκος μικράν προσοχήν εις τα τοιαύτα δίδων, χαρακτήρος δ’ ών ενεργητικού και σοβαρού ενησχολήθη από της πρώτης της εκλογής του ημέρας περί τα της πολιτείας. Ήρξατο λοιπόν τας εργασίας αυτού από της ανανεώσεως των προς την Ενετικήν δημοκρατίαν συμβάσεων του προκατόχου του, και πέμψας τέσσαρας πρέσβεις εις Ενετίαν, επεκύρωσε τας προνομίας, άς αι πολίται της δημοκρατίας εκείνης εν Κωνσταντινουπόλει εκέκτηντο. Μετά ταύτα, επειδή αι συνεχείς ταραχαί και η βραχυχρόνιος διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του δεν είχον επιτρέψει εκείνω να συντάξη τους θεμελιώδεις του κράτους νόμους, επέστησε την προσοχήν του εις το αντικείμενον αυτό, αρξάμενος από των σχέσεων των υποτελών προς το στέμμα. Ενομοθέτησε λοιπόν ότι οι υποτελείς του αυτοκράτορoς είτε Γάλλοι είτε Ενετοί ώφειλον να συνοδεύωσι μετά του στρατού των, ιδία δαπάνη συντηρούντες αυτόν, εν ταις εκστρατείαις του τον αυτοκράτορα από της πρώτης Ιουνίου μέχρι της επετείου εορτής του αγίου Μιχαήλ· συνετέμνετο δε ο χρόνος ούτος κατά το ήμισυ, εάν οι υποτελείς είχον εχθρόν τινα παρά τα όρια των, και ήσαν ολοσχερώς απαλλαγμένοι της τοιαύτης υποχρεώσεως, εάν ο εχθρός ούτος ήθελε προσβάλει αυτούς. Προσέτι εάν εχθρός τις εισέδραμεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος, οι υποτελείς ώφειλον να τον συνδράμωσιν, ιδία πάντοτε δαπάνη, άνευ προθεσμίας, ενόσω δηλονότι δεν απεσοβείτο ο εχθρός εκείνος· πας δ’ υποτελής ελλείπων του τοιούτου καθήκοντος, εξέπιπτε της αξίας του δικαζόμενος υπό δικαστών του ιδίου έθνους. Ταυτοχρόνως ηθέλησε χάριν της μελλούσης ευημερίας των υπηκόων του να περιστείλη την ισχύν αυτού τε και των διαδόχων του, θεσμοθετών ότι ο αυτοκράτωρ ώφειλε να συμμορφούται επί υποθέσεων αφορωσσών την αύξησιν ή υπεράσπισιν του κράτους προς την γνωμοδότησιν συμβουλίου συγκειμένου εκ των βαρώνων, των κομήτων, του Ενετού πράκτορος και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, ότι ουδέν ήθελε πράττει εναντίον των νόμων, την αρμοδιότητα των οποίων ουδ’ αυτός εδύνατο να διαφύγη, και ότι όπως επαρκή εις την αξιοπρεπή διατήρησίν του εδικαιούτο να λαμβάνη τας προσόδους της Θράκης, καθώς και οι υποτελείς διά τας πολεμικάς δαπάνας, εις τας οποίας υπέκειντο κατά τον ανωτέρω κανονισμόν, εδικαιούντο να νέμωνται τας προσόδους των τιμαρίων αυτών. Θέλων δε να καταστήση τας διατάξεις ισχυράς και αμετάκλητους, εψήφισεν ότι ουδέν άρθρον δύναται να προστεθή ή ν’ αφαιρεθή απ’ αυτών άνευ της συγκαταθέσεως πάντων των μελών του ως άνω είρηται συμβουλίου, άτινα και υπέγραψαν παραδεξάμενα αυτάς (65).

Αι συνεταί αύται πολιτικαί πρόνοιαι, διεκόπησαν εκ του θορύβου των όπλων, διότι ενώ ο Ερρίκος εθεσμοθέτει εν Κωνσταντινουπόλει, ο Ιωάννης εβάδιζε μετά στρατού πολυαρίθμου προς το Διδυμότοιχον, το oποίον ο φρούραρχος Βρανάς δεν εδυνήθη να υπερασπίση κατά των επιδρομέων. Την πτώσιν αυτού και τας επακολουθησάσας ταύτην φρικαλέας σφαγάς, λεηλασίας και αιχμαλωσίας πληροφορηθέντες οι εν Αδριανουπόλει, έπεμψαν πρέσβεις προς τον αυτοκράτορα, εκλιπαρούντες αυτόν όπως τοις αποστείλη ταχείαν επικουρίαν. Ο Ερρίκος προθύμως αποδεξάμενος την ικεσίαν εκείνων ανεχώρησεν αμέσως μεθ’ ικανού στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως και αφικόμενος εις Αδριανούπολιν επληροφορήθη ότι ο εχθρός πεφορτωμένος λείαν πλουσίαν είχεν αποσυρθή προς το κράτος του, συνεπάγων πολυπληθείς αιχμαλώτους εκ Διδυμοτοίχου. Αποφασίσας λοιπόν να καταπολεμήση τον βασιλέα των Βουλγάρων, συνάμα δε και ελευθερώση τους αιχμαλωτισθέντας υπηκόους του, ετράπη προς καταδίωξιν αυτού μέχρι Βερροίας της εν Θράκη, πόλεως εκείνω ανηκούσης, ής οι κάτοικοι μακρόθεν ιδόντες την έλευσιν του Φραγκικού στρατού απεσύρθησαν εις το όρος Αίμον. Αυτόσε πολυαρίθμους τροφάς ο αυτοκράτωρ ευρών και αναπαυθείς επ’ ολίγας ημέρας, ώδευσε προς την Βλίσνην, την οποίαν ομοίως εύρεν ακατοίκητον, των ενοίκων καταλιπόντων αυτήν. Εκεί πληροφορηθείς ότι ο βασιλεύς Ιωάννης εστρατοπέδευεν ου πολύ μακράν είς τινα κοιλάδα, εξέπεμψε κατ’ αυτού δύο ίλας ιππικού μετά πολλών Γραικών εκ Διδυμοτοίχου και Αδριανουπόλεως, οίτινες εν μεγίστη προθυμία έδραμον προς απελευθέρωσιν των αιχμαλώτων οικείων των, υπό τον αδελφόν του Ευστάθιον, και τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ. Οι Βούλγαροι ιδόντες αυτούς μακρόθεν επερχομένους παρετάχθησαν εις μάχην, αλλά μετά συμπλοκήν πολύωρον και αιματηράν ηναγκάσθησαν να τραπώσιν εις φυγήν καταλιμπάνοντες εις τους νικητάς εικοσακισχιλίους Γραικούς αιχμαλώτους, τους οποίους εκ Διδυμοτοίχου είχον παραλάβει, και τρισχιλίας φορτηγούς αμάξας πλήρεις λείας. Επανελεθόντων των Φράγκων μετά την λαμπρών ταύτην επιτυχίαν εις Αδριανούπολιν, ο αυτοκράτωρ ηλευθέρωσε τους αιχμαλώτους και απέλυσεν αυτούς, επιδραμών δε εις τας χώρας του Ιωάννου, κατέστρεψε την πόλιν των Θερμών, περιώνυμον ούσαν διά τα ιαματικά αυτής ύδατα, και αφού εδήωσε και ελαφυραγώγησε διαφόρους άλλας πόλεις ανηκούσας εκείνω, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, της οποίας την φρούρησιν ενεπιστεύθη εις τους Γραικούς, άρχοντα αυτών καταστήσας τον Πέτρον δε-Ράδιγγεν μετά είκοσιν ιπποτών (66).

Ενώ οι Βούλγαροι απησχόλουν τα Φραγκικά όπλα, Θεόδωρος ο Λάσκαρις, κύριος της Βιθυνίας, Λυδίας, της παραλίας του αρχιπελάγους άχρις Εφέσου και μέρους της Φρυγίας, μη αρκούμενος πλέον εις τον απλούν του δεσπότου τίτλον, απεφάσισε να λάβη τον του αυτοκράτορος. Προσκαλεσάμενος λοιπόν εις Νίκαιαν σύνοδον εξ επισκόπων Ελλήνων ηθέλησε να στεφθή τοιούτος κατά τα έκπαλαι παρά τοις Βυζαντινοίς ειθισμένα· αλλ’ επειδή ο αρμόδιος όπως τον στέψη, δηλονότι ο Πατριάρχης Ιωάννης Καματηρός έζη τότε εις τα πέριξ του Διδυμοτοίχου και προσκληθείς να μεταβή εις Νίκαιαν και μη πειθόμενος εις τούτο, έδωκεν, ίνα μη φανή εχθρόφρων προς τε τους ομοφύλους και προς την εκκλησίαν του, την παραίτησίν του, οι εν Νικαία επίσκοποι προβάντες εις την εκλογήν νέου Πατριάρχου, εξελέξαντο ως τοιούτον τον Μιχαήλ Αυτωρειανόν, όστις και έστεψεν αυτόν, κατά τα ειθισμένα, αυτοκράτορα. Ο Λάσκαρις θέλων να παγιώση την δύναμιν αυτού και γνωρίζων οποίαν ο πάπας εξήσκει επιρροήν επί των εν τη Ανατολή Φράγκων, έγραψε προς αυτόν εκθέτων τας βιαιοπραγίας εκείνων και καθικετεύων ίνα υποχρεώση τον αυτοκράτορα Ερρίκον να συνομολογήση μετ’ αυτού ειρήνην και μη επιχειρήση τι κατ’ αυτού πέραν του Βοσπόρου, όν η θέσις, φαίνεται, ώρισεν ως όριον των δύο επικρατειών. Προς ταύτα ο πάπας απεκρίθη δικαιολογών τους Φράγκους, ότι ενίοτε ηναγκάζοντο παρά την θέλησιν αυτών να καταφεύγωσι εις πράξεις σκληράς όπως περιστέλλωσι τας επιβουλάς των Γραικών, και τον συνεβούλευε να απαρνηθή το σχίσμα και εγκολπούμενος τον δυτικισμόν, υποταχθή εις τον Ερρίκον. Τότε μόνον ο πάπας ανεδέχετο να μεσολαβήση παρά τω αυτοκράτορι της Κωνσταντινουπόλεως υπέρ αυτού (67).

Ο Λάσκαρις κατ’ ουδέν ήτο κατώτερος του Ερρίκου, ούτε κατά την ανδρίαν ούτε κατά την δραστηριότητα ούτε κατά την σύνεσιν· βλέπων λοιπόν την οικτράν της αυτοκρατορίας του κατάστασιν, ενόμισεν ότι όπως παγιώση τον αρτισύστατον θρόνον του ώφειλε ν’ απαλλαχθή πολυαρίθμων ηγεμονίσκων, οίτινες επωφεληθέντες των περιστάσεων ιδρύσαντο διαφόρους ανεξαρτήτους ηγεμονίας επί των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας εις τα πέριξ αυτού. Αλλ’ ίνα επιχειρήση την εκκαθάρισιν ως ειπείν ταύτην έπρεπε να διατελή αμέριμνος εκ μέρους της Κωνσταντινουπόλεως· προσπαθήσας λοιπόν επέτυχε συνομολόγησιν ανακωχής μετά των Φράγκων, οίτινες αφ’ ετέρου είχον ανάγκην όλων αυτών των δυνάμεων όπως αντεπεξέλθωσι κατά των Βουλγάρων, και τοιουτοτρόπως λαβών καιρόν εξεδίωξε μεν Μωροθεώδορόν τινα, ηγεμονίσκον της Φιλαδελφείας, και Σάββαν τον άρχοντα της πόλεως του Σαμψών, σπονδάς δε ποιησάμενος προς τον Σουλτάνον του Ικονίου Καϊχοσρόην, απένειμε την αρχήν των Χωνών της Λαοδικείας και ετέρων παρά τω Μαιάνδρω πόλεων εις τον γαμβρόν αυτού Μανουήλ Μαυροζώμην και κατασκευάσας νήας μακράς εκυρίευσε τας πλείστας των νήσων (68).

Της Τραπεζούντος ήρχε τότε Δαυίδ ο Ανδρονίκου, όστις ανήρ φιλόδοξος εις υπερβολήν και επιχειρηματίας ών ηθέλησε να επεκτείνη το κράτος αυτού προς ζημίαν του Λασκάρεως, και δη συναγαγών ισχυράν στρατιάν Παφλαγώνων και Iβήρων εξέπεμψεν αυτήν υπό τον στρατηγόν Συνoδινόν προς κατάκτησιν της Νικομηδείας. Τούτο πληροφορηθείς ο Λάσκαρις, εκίνησε κατ’ αυτού και επιπεσών αίφνης, τον μεν στρατόν του κατενίκησε, τον δε στρατηγούντα ηχμαλώτισε. Την ήτταν ο Δαυίδ μαθών εξητήσατο επικουρίαν παρά των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες θέλοντες να ταπεινώσωσι τον αυτοκράτορα της Νικαίας, έπεμψαν συνδρομήν προς τον Δαυίδ· αλλ’ ο Λάσκαρις μηδόλως εκ τούτου αποθαρρυνθείς έπεμψε κατά των ηνωμένων εχθρών του τον στρατηγόν Ανδρόνικον Γίδον, όστις επιπεσών κατ’ εκείνων τους ενίκησεν αισχρώς, φονεύσας εν τη μάχη εκτός πολλών στρατιωτών του Δαυίδ και τριακοσίους λογάδας Φράγκους (69).

Βεβαίως μετά την επικουρίαν την οποίαν, εναντίον της συνομολογηθείσης ανακωχής, οι Φράγκοι της Κωνσταντινουπόλεως έπεμψαν προς τον εχθρόν του Δαυίδ, ο Λάσκαρις εθεωρείτο πάσης προς εκείνους υποχρεώσεως απηλλαγμένος. Συναγαγών λοιπόν στρατόν κατέλαβε τας Πηγάς, πόλιν ανήκουσαν τοις Φράγκοις· ο δε αυτοκράτωρ Ερρίκος θέλων να ανακτήση αυτήν έπεμψε Πέτρον τον εκ Πλάντζης, μετά Παγηνού του εξ Αυρηλίας, Ανσώ του δε-Καχιέ, του αδελφού του Ευσταθίου, τεσσαράκοντα ιπποτών και πολυαρίθμων στρατιωτών, οίτινες ελθόντες εις Πηγάς εκυρίευσαν διά προδοσίας των εγκατοίκων την πόλιν, και τους ταναντία φρονούντας εξ αυτών εν στόματι μαχαίρας επέρασαν. Εκείθεν διασπαρέντες εις τα περίχωρα ελήισαν διαφόρους χώρας και προέβησαν μέχρι πόλεως τίνος, ήν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει Exguire και ής περιγράφει την θέσιν ως την της Κυζίκου. «Ήτο, λέγει, αυτή θέσις οχυρά, περικυκλουμένη από θάλασσαν και φυλασσομένη από φρούριον νυν πεπτωκός.» Πέτρος ο εκ Πλάντζης εισήλθε πρώτος εκεί και την ωχύρωσε κτίσας εν αυτή δύο πύργους· έτερον δε σώμα στρατιωτικόν υπό τον Θιερρή δε-Λος, ανεκτήσατο την Νικομήδειαν, ωκοδόμησεν εκ νέου το φρούριον, όπερ ο Λάσκαρις είχε καταβάλει και μετέβαλεν εις οχύρωμα την μεγάλην εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας, ήν ο Κωσταντίνος έκτισεν εκεί καθ’ ομοίωσιν του εν Κωνσταντινουπόλει ομωνύμου ναού (70).

Εντούτοις ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης όστις διά της ανδρίας αυτού είχεν αποκρούσει τας προσβολάς των Βουλγάρων και ησχολείτο ήδη όπως ουλώση διά της καλής διοικήσεως τας πληγάς, άς αι εισβολαί εκείνων είχον ανοίξει εις διαφόρους πόλεις του κράτους του, θέλων να συσφίγξη επί πλέον τους μετά του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως δεσμούς, ίνα τοιουτοτρόπως επί ακραδάντων βάσεων παγιώση την βασιλείαν του, πέμψας προς αυτόν τον εν υπηρεσία του διατελούντα Όθωνα δε-λα-Ρος, κύριον των Θηβών και των Αθηνών, τω προέτεινε γάμον μετά της θυγατρός αυτού Αγνής, την οποίαν εκ Λομβαρδίας είχε φέρει. Επινεύσαντος δε εις τούτο του Αυτοκράτορος, κατέπλευσεν η Αγνή, φθίνοντος του έτους 1206, εις Άβυδον, ένθα πέμψας ο μέλλων σύζυγος αυτής τον πρωτοστράτορα της Ρωμανίας, και τον Μίλην δε-Βραβάντην, παρέλαβεν αυτήν, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν· εκεί δ’ ετελέσθησαν, τη 4 Φεβρουαρίου 1207 εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας οι γάμοι αυτών μετά πλείστης όσης επισημότητος. Τοιουτρόπως η Αγνή εστέφθη αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως εν τω μέσω της κοινής των Φράγκων χαράς και αγαλλιάσεως. (71)

Εν τούτοις ο Λάσκαρις, μένεα πνέων κατά του Ερρίκου, ιδίως μετά την εκ Νικομήδειας έξωσιν αυτού, εσκέπτετο τίνι τρόπω εδύνατο να εκδικηθή αυτόν· βλέπων δε τους Φραγκικούς στρατούς διεσπαρμένους τήδε κακείσε κατ’ Ευρώπην τε και κατ’ Ασίαν, ενόμισεν ότι η περίστασις υπάρχει πρόσφορος όπως προσβάλη και καταβάλη αυτούς. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην ανεκοίνωσεν αυτώ τους σκοπούς του, αποδείξας ότι πρέπει παντοιοτρόπως ν’ απαλλαχθώσι των κοινών εχθρών· και τούτο ήτο εύκολον αν οι δύο ούτοι συνεφώνουν όπως ταυτοχρόνως προσβάλωσι τους Φράγκους, ο μεν Ιωάννης εν τη Ευρώπη, ο δε Λάσκαρις εν τη Ασία. Την πρότασιν ταύτην λίαν φρόνιμον ο των Μυσών βασιλεύς ευρών, συνήγαγεν όσω πλείους Βουλγάρους και Βλάχους εδυνήθη, και λαβών ικανήν επικουρίαν Κουμάνων, εισήλασεν εν Θράκη κατά Μάρτιον του 1207, και επολιόρκησε την Αδριανούπολιν, εκτείνων τας αρπαγάς και τας δηώσεις αυτού μέχρι σχεδόν αυτής της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Πέτρος δε-Ραδιγγέν μη έχων τον απαιτούμενον αριθμόν των στρατιωτών προς αντίκρουσιν, έπεμψε παραχρήμα εις Κωνσταντινούπολιν ζητών επικουρίας· ο δε αυτοκράτωρ μη δυνάμενος εκ του προχείρου να πέμψη τοιαύτας, έγραψε τοις εν Ασία ιππόταις να σπεύσωσιν εις Αδριανούπολιν, όπως σώσωσιν αυτήν απειλουμένην υπό των Βουλγάρων. Και πρώτος λοιπόν ο αδελφός του αυτοκράτορος Ευστάθιος και ο Ανσώ δε-Καχιέ έδραμον εις την πόλιν εκείνην, καταλιπόντες Πέτρον τον εκ Πλάντζης μετ’ ολίγων στρατιωτών προς φρούρησιν εν Ασία (72).

Μόλις ανεχώρησαν εκείθεν οι Φράγκοι στρατιώται, ο Λάσκαρις επελθών προσέβαλε τα Σύβοτα, ών η ασθενής φρουρά αντέταξε μεν ηρωικήν αντίστασιν, αλλά βλέπουσα ότι δεν θέλει δυνηθή να υπομείνη επί πολύ των προσβαλλόντων την ορμήν, έγραψε κατεσπευσμένως εις Κωνσταντινούπολιν, εξαιτουμένη το ταχύτερον συνδρομήν. Έκπληκτος μείνας ο αυτοκράτωρ επί ταις αλλεπαλλήλαις ταύταις δυσπραγίαις, αγνοών δε και πού πρότερον να πέμψη επικουρίας, απεφάσισε να μεταβή ο ίδιος, όπως διά της παρουσίας του εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας του και αποθαρρύνη τους εχθρούς. Ετοιμασθείς δε ν’ αναχωρήση εκ Κωνσταντινουπόλεως ανήγγειλε διά κήρυκος εις άπασαν την πόλιν ότι τα Σύβοτα μετά της εν αυτή φρουράς απόλλυνται, ει μη σπεύσωσι πάντες προς σωτηρίαν αυτής, και ότι οφείλει πας πιστός στρατιώτης να συνοδεύση τον αυτοκράτορά του μεταβαίνοντα εκεί ίνα χύση το αίμα του υπέρ των ομοφύλων. Η αγγελία αύτη ηλέκτρισε τους πάντας εν Κωνσταντινουπόλει, και πολυάριθμοι Γάλλοι, Ενετοί, Πισσαίοι και άλλοι δραμόντες εις τα πλοία εκήρυξαν ότι είναι έτοιμοι εις πάσαν θυσίαν υπέρ του αυτοκράτορος, όστις καταλιπών εν τη πρωτευούση τοποτηρητήν του τον Κόνωνα Πετούνην ανεχώρησε μετά δεκαεπτά μεγάλων και μικρών πλοίων, και δι’ απαύστου κωπηλασίας αφίκετο την επιούσαν εις Σύβοτα, της οποίας οι υπέρμαχοι διέκειντο εις την οικτροτέραν κατάστασιν, απηλπισμένοι όντες και έν μόνον κατά νουν έχοντες, πώς ν’ αποθάνωσιν εντιμώτερον. Η ναυτική δύναμις του Ερρίκου ήτο βεβαίως λίαν ανίσχυρος όπως επιτεθή κατά του εξ εξήκοντα πλοίων συγκειμένου στόλου του Λασκάρεως, αλλ’ ο αυτοκράτωρ θεωρών ότι αν περιέμενε την άφιξιν επικουριών, η εν τη πόλει φρουρά ήθελεν αναποφεύκτως καταστραφή, και πεποιθώς επί την ανδρίαν των στρατιωτών του, απεφάσισε να αναδεχθή τον άνισον αγώνα. Και δη ότε ο ναύαρχος του Λασκάρεως διέταξε τα πλοία αυτού να κινηθώσι κατά των του Ερρίκου, ούτος ουδόλως εδειλίασεν, αλλά δεχθείς την προσβολήν τοσαύτην γενναιότητα έδειξεν, ώστε οι εχθροί ηναγκάσθησαν να σύρωσι τα πλοία των εις την ξηράν, και, αφού επυρπόλησαν αυτά, έλυσαν την πολιορκίαν και απεχώρησαν νύκτωρ κατεσπευσμένως. Ανατειλάσης της ημέρας, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν εισήλθεν εις Σύβοτα, ένθα εύρε τους ομοφύλους του ημιθνήτας εκ των πληγών και της κοπώσεως· αλλ’ επειδή έβλεπεν ότι δεν ήτο εις κατάστασιν πλέον να διατηρήση την πόλιν ταύτην, παραλαβών εις τα πλοία την φρουράν, εγκατέλιπεν αυτήν. (73)

Μετά την επιτυχίαν ταύτην ο Ερρίκος παρεσκευάζετο ν’ απέλθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν εστενοχώρουν οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι, ότε επληροφορήθη ότι Στυρίων, ο ναύαρχος του Λασκάρεως, εισελθών εις τον Ελλήσποντον μετά γαλερών επολιόρκει την Κύζιον, ήν αφ’ ετέρου ηπείλει και ο Λάσκαρις, και ότι οι κάτοικοι επανέστησαν κατά του κυρίου αυτών Πέτρου του εκ Πλάντζης, πολλούς των Φράγκων στρατιωτών αυτού φονεύσαντες. Κίνδυνος τοσούτον εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως αναφαινόμενος ετάραξε τον αυτοκράτορα, όστις σκεπτόμενος ότι, κυριευομένης της Κυζίκου, απώλετο άπασα η Ανατολή, εξώπλισεν εν τάχει δεκατέσσαρας γαλέρας, ών την διοίκησιν ανέθηκεν εις τους γενναιοτέρους και επιδεξιωτέρους αυτού αρχηγούς, δηλονότι εις τον αδελφόν Ευστάθιον, εις τον Κόνωνα Πετούνην, εις τον Γοδδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, εις τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ, εις τον Μίλην δε-Βραβάντην, εις τον Ανσώ δε-Καχιέ, εις τον Θιερρήν δε-Λος και εις τον Γουλλιέλμον δε-Περουά, και εξέμπεψεν αυτάς κατά των Γραικών. Αλλ’ ο του Λασκάρεως ναύαρχος μη τολμών να ναυμαχήση ανεχώρησε, μακρόθεν ιδών τας εχθρικάς γαλέρας· αύται δε, αφού εις μάτην επί δύο ημερονύκτια τον κατεδίωξαν, επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Μόλις όμως εισήλθον εις τον λιμένα, εγένετο γνωστόν ότι στρατιωτικόν σώμα του Λασκάρεως προσέβαλε την Νικομήδειαν, ήτις τροφών έλλειψιν πάσχουσα, εκινδύνευε να πέση. Ο αυτοκράτωρ αναλογιζόμενος την σπουδαιότητα της θέσεως εκείνης διήλθε ταχέως τον Βόσπορον και ώδευσε προς την Νικομήδειαν, αλλ’ οι Γραικοί θεωρούντες ότι εκ της αδιαλείπτου ταύτης κινήσεως εξηντλούντο οι εχθροί περισσότερον ή εάν αδιακόπως επολεμούντο, απέφυγον και πάλιν να έλθωσιν εις μάχην και απεσύρθησαν προς την Νίκαιαν. Ο Ερρίκος καταλιπών εν Νικομηδεία τον Θιερρήν δε-Λος και τον Γουλλιέλμον δε-Περσοά μεθ’ ικανού στρατού προς εξασφάλισιν της πόλεως, επανήλθεν εις την πρωτεύουσαν και ητοιμάζετο ν’ απέλθη εις Αδριανούπολιν· αλλ’ ενώ εποίει τας προς τούτο προετοιμασίας, εκωλύθη και πάλιν εκ νέου δυστηχήματος. Οι δύο αρχηγοί, ούς κατέλιπε προς φρούρησιν της Νικομηδείας, εξελθόντες μετ’ αποσπάσματος στρατού όπως κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν, ενέπεσαν εις ενέδραν, και αναγκασθέντες να συμπλακώσι προς πολύ ανωτέρας δυνάμεις υπέστησαν μεγίστην ζημίαν, πεσόντος κατά την μάχην και του ετέρου των δύο αρχηγών, του Θιερρή δε-Λος· οι δε σωθέντες απεκλείσθησαν πανταχόθεν υπό των εχθρών, και άνευ τινός εξωτερικής επικουρίας εκινδύνευον ή να φονευθώσιν άπαντες ή να παραδοθώσιν, όπερ ήτο ταυτοσήμαντον (74).

Η απροσδόκητος αύτη αγγελία, εξ ής τέταρτον ήδη ο Ερρίκος ηναγκάζετο να αναβάλη την εις Αδριανούπολιν μετάβασιν, κατετάραξε τον αεικίνητον αυτοκράτορα, όστις οικτείρων την δεινήν των στρατιωτών του θέσιν, έσπευσε και πάλιν εις Νικομήδειαν, ήν μετά τον αποκλεισμόν του Γουλιέλμου δε-Περσοά και των συν αυτώ, επολιόρκει στενώς ο του Λασκάρεως αδελφός Κωνσταντίνος. Αλλ’ ούτος μακρόθεν ιδών τον Φραγκικόν στρατόν ερχόμενον έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη αύθις εις Νίκαιαν· ο δε αυτοκράτωρ απαλλάξας τους στρατιώτας του της απελπιστικής εκείνης θέσεως εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως, ότε πέμψας ο Λάσκαρις τω προέτεινε διετή ανακωχήν επί τω όρω του να μείνωσιν αυτώ τα φρούρια της Κυζίκου και της Μακεδονίας, ανθ’ ών υπέσχετο να αποδώση τους πολυαρίθμους Φράγκους, ούς είχεν αιχμαλωτίσει. Τας προτάσεις ταύτας ευρών ωφελίμους ο Ερρίκος, συνωμολόγησεν ειρήνην, και τοιουτοτρόπως ο μεν Λάσκαρις απέλυσε παραχρήμα τον δε-Περσοά και τους λοιπούς αιχμαλώτους, ο δε Ερρίκος τω παρέδωσε τα της Κυζίκου και Νικομηδείας φρούρια (75).

Συνθηκολογήσας μετά του ενός των δύο επικινδυνωδεστέρων εχθρών του ο Ερρίκος επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, απαλλαγμένος πάσης ετέρας ασχολίας και έν μόνον κατά νουν έχων, πώς να ταπεινώση τον αγέρωχον των Βουλγάρων βασιλέα. Κέντρον λοιπόν των πολεμικών εργασιών του την Σηλλύβριαν καταστήσας ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως, φθίνοντος Ιουνίου του 1207, και κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν οι Βούλγαροι είχον κατελίπει, και ένθα εγένετο δεκτός μετά μεγάλου ενθουσιασμού. Διατρίψας δ’ εν αυτή μίαν ημέραν προς επιθεώρησιν των ζημιών, άς οι εχθροί εποίησαν, ανεχώρησε κατευθυνθείς προς τας υπωρείας του Αίμου ίνα ληίση τας Βουλγαρικάς πόλεις, και μετά τετραήμερον οδοιπορίαν αφίκετο είς τινα χώραν, ήν τέως ο Ιωάννης είχε συνοικίσει, και την οποίαν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει τω αγνώστω εις την γεωγραφίαν ονόματι Ευλουή. Ευρών ταύτην έρημον, άτε των κατοίκων αποσυρθέντων εις τα όρη, εστρατοπέδευσεν εις αυτήν εφ’ ικανάς ημέρας· λαφυραγωγήσας δ’ αυτήν τε και ετέρας παρακειμένας πόλεις, ών οι κάτοικοι επίσης είχον φύγει εις την προσέγγισιν του Φραγκικού στρατού, και πλείστα κερασφόρα ζώα και ίππους κυριεύσας, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, του εχθρού, πλην ασημάντων τινών ακροβολισμών, μη τολμήσαντος να τον προσβάλη.

Καθ’ όν χρόνον ο Ερρίκος διέτριβεν εις Αδριανούπολιν, ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πέμψας πρέσβεις προς αυτόν τω προσέφερε τα σεβάσματά του και συγχρόνως εξεδήλωσε την μεγίστην επιθυμίαν, υφ’ ής κατείχετο όπως συνεντευχθή μετά του αυτοκράτορος, τον οποίον προ πολλού χρόνου δεν είχεν ιδεί. Του Ερρίκου επινεύσαντος εις ταύτην την επιθυμίαν του Βονιφατίου, αμφότεροι οι ηγεμόνες ελθόντες εις την παρά τω Έβρω πόλιν των Υψάλων περιεπτύξαντο αλλήλους και επί δύο ημέρας συνεσκέφθησαν περί των κοινή συμφερόντων και περί του πώς εδύναντο αποτελεσματικώτερον να πολεμήσωσι τον βασιλέα των Βουλγάρων. Κατά την συνέντευξιν ταύτην ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης επιθυμών να παράσχη μαρτύριον ευνοίας και τιμής προς τον Βιλαρδουίνον, τω προσέφερε να εκλέξη ως δώρον μίαν των δύο πόλεων, την Μοσυνούπολιν δηλαδή ή τας Σέρρας μεθ’ απασών των εξαρτήσεων αυτής. Ο Βιλλαρδουίνος εξελέξατο την πρώτην και οι δυστυχείς κάτοικοι αυτής ηναγκάσθησαν να αλλάξωσι κύριον, καθώς αλλάσσουσι τοιούτον τα μη έχοντα λαλιάν κτήνη. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις της Ελλάδος τότε! (76)

Πέντε είχον μόλις παρέλθει ημέραι από της συνεντεύξεως των δύο ηγεμόνων, ότε ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης απεφάσισε να εξέλθη όπως καθαρίση την Ροδόπην, ήν ελυμαίνοντο ληστρικαί των Βουλγάρων συμμορίαι, πάσαν κωλύουσαι των περικύκλω πόλεων συγκοινωνίαν και πολλήν επιφέρουσαι την καταστροφήν. Τούτο πληροφορηθέντες οι Βούλγαροι έδραμον πανταχόθεν όπως τον προσβάλωσι και εντυχόντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν πανταχόθεν εις μέγιστον αριθμόν. Ο Μαρκήσιος μετά των ολίγων οπαδών του αντέστη ανδρείως προς τα επιθέσεις των Βουλγάρων, αλλ’ η αμείλικτος Άτροπος κατ’ ουδέν έλαβεν υπ’ όψιν τον ηρωισμόν και τους αγώνας αυτού. Ο αστήρ του είχε πλέον δύσει, και ο Μαρκήσιος λαβών κατά τινα μάχην σφοδράν διά λόγχης πληγήν, επεράτωσεν εις το όρος της Ροδόπης το ένδοξον αυτού στάδιον, ενώ πολλοί των στρατιωτών του εξεμέτρησαν, ανδρείως περί αυτόν μαχόμενοι, το ζην· οι δε Βούλγαροι αποκόψαντες, ενώ έτι έπνεε, την κεφαλήν του, έφερον αυτήν οικτρόν τρόπαιον εις τον βασιλέα των. Τοιούτο τέλος έλαβε και ο ανήρ εκείνος, όστις αρχηγός των σταυροφόρων εκλεχθείς και στέμμα περιβληθείς, διά της ανδρίας και των πολεμικών αρετών αυτού ουχί μόνον εις το ίδιον κράτος του ηδυνήθη να παγιωθή, αλλά και τας κτήσεις του παρεξέτεινε, και τας προσβολάς των Βουλγάρων απέκρουσε και δεξιός, ούτως ειπείν, βραχίων της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας υπήρξε (77).

Τον θάνατον του Βονιφατίου εθρήνησαν μεγάλως οι εν Κωνσταντινουπόλει, ο δε βασιλεύς Ιωάννης απαλλαχθείς του καταγωνιστοτέρου των εχθρών του εθεώρει πλέον ως ίδιον κτήμα την Θεσσαλονίκην, και έσπευσεν όπως, πολιορκήσας, καταλάβη αυτήν. Οι κάτοικοι αναλογιζόμενοι τα δεινά, άτινα έμελλον να υποστώσι πίπτοντες εις την εξουσίαν του αγρίου Μυσού, διέκειντο εις φρικώδη τρόμον και αγωνίαν, αλλ’ επελθών ο θάνατος και τας βουλάς εκείνου και τους φόβους αυτών διεσκέδασεν. Ιδού δε πώς εκτίθενται τα κατά τον θάνατον αυτού. Μια των νυκτών, κεκλιμένος ο Ιωάννης εις την κλίνην του, ενόμισεν ότι είδε κατ’ όναρ άνδρα καθήμενον επί ίππου λευκού, όστις δραμών προς αυτόν τον διεπέρασε διά της λόγχης. Εγερθείς περιδεής ο Ιωάννης ήρξατο προσκαλών τους υπηρέτας αυτού και κραυγάζων ότι είς στρατηγός του, Μαναστράς καλούμενος, ού η σκηνή ήτο εγγύς της ιδικής του, τον εδολοφόνει. Εις τας κραυγάς του έσπευσαν οι υπηρέται του, μεταξύ δε των άλλων και ο Μαναστράς, όστις απορών διά το συμβάν, διαμαρτύρετο κατά της αποδιδομένης αυτώ δολοφονίας. Εν τούτοις ο Ιωάννης τετραυματισμένος και καθημαγμένος εξέπνευσε μετ’ ολίγον· οι δε Βυζαντινοί, αντί ν’ αποδώσωσι τον φόνον αυτού εις τον Μαναστράν, τον οποίον ο ίδιος βασιλεύς κατηγόρει, τον απέδωσαν εις τον μεγαλομάρτυν Άγιον Δημήτριον, ού το μυρόβλητον σώμα εσώζετο εν Θεσσαλονίκη εις τον επ’ ονόματι αυτού υπό του Λεοντίου ωκοδομημένον ναόν, και εθεώρησαν αυτόν ως σημείον της πανσθενούς του αγίου προστασίας. Έτεροι των ιστορικών αναφέρουσιν ότι ο Ιωάννης απεβίωσε κατά την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, προσβληθείς υπό πλευρίτιδος· όπως ποτ’ αν η, ο Μαναστράς λύσας μετά τον θάνατον του Ιωάννου την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, απεχώρησεν εις τα ίδια (78).

Κατά το έτος τούτο (1207) μεγίστη επήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν διένεξις μεταξύ του Πατριάρχου Μοροζίνη και των Ενετών ένεκα εικόνος τινός της Παναγίας, ήτις ελέγετο ιστορηθείσα υπό του Αποστόλου Λουκά και εγνωρίζετο υπό το όνομα Οδηγήτρια, διότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες οσάκις εξήρχοντο εις πόλεμον την έφερον μεθ’ εαυτών, οιονεί οδηγώ αυτή χρώμενοι. Την εικόνα λοιπόν ταύτην λαβών ο αυτοκράτωρ Ερρίκος εκ του Βουκολέοντος εις τον οποίον είχε τεθή μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, μετέφερεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και οψιαίτερον τη εκλιπαρήσει των Ενετών εδωρήσατο εις αυτούς. Κατά συνέπειαν ούτοι ηθέλησαν να την παραλάβωσιν εκ του ναού και πέμψωσιν εις Ενετίαν· αλλά του Πατριάρχου αντιστάντος εις τούτο, οι Ενετοί εκβιάσαντες τας θύρας της Αγίας Σοφίας και του θησαυροφυλακείου, εν ώ εκρύπτετο η εικών, παρέλαβον και μετέφερον αυτήν εις τον ναόν του Παντοκράτορος, ίνα εκείθεν την πέμψωσιν εις την πατρίδα των. Οργισθείς ο Πατριάρχης κατά της αυθαδείας ταύτης των Ενετών αφώρισε τον τε έπαρχον αυτών και τους μετασχόντας της ιεροσυλίας εκείνης, προυκάλεσε δε την επικύρωσιν του αφορισμού του υπό τε του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης και του Πάπα αυτού. Οι Ενετοί αναγκασθέντες τοιουτοτρόπως εγκατέλιπον την εικόνα εις την εκκλησίαν εκείνην, μέχρις ού Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, μετά την υπό των Βυζαντινών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, την επανέφερεν εις την αρχαίαν θέσιν της (79).

Δρυός πεσούσης, λέγει αρχαίος τις λόγος, πας ανήρ ξυλεύεται· τούτο επήλθε και εις το Βυζαντινόν κράτος μετά την πτώσιν της εθνικής εξουσίας. Η Ενετία θέλουσα να εκτείνη τας κτήσεις αυτής, αφ’ ετέρου δε αναλογιζομένη ότι αδύνατον τη αποβαίνει δι ιδίων δυνάμεων να εξουσιάζη τους πολυαρίθμους λιμένας και νήσους, αίτινες κατά την διανομήν της αυτοκρατορίας τη εκληρώθησαν από Αδρία μέχρι Βοσπόρου, εξέδωκε ψήφισμα, εν έτει 1207, καθ’ ό πας Ενετός πολίτης εδύνατο να εξοπλίση δι’ ιδίας δαπάνης πλοία πολεμικά και κατακτήση οίαν ήθελε νήσον του αρχιπελάγους ή πόλιν εξ ών έλαχον αυτή, αναγνωρίζων όμως την κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Η προκήρυξις αύτη νέον ηνέωξε στάδιον εις την απληστίαν και φιλοδοξίαν, διότι ευγενείς αναμίξ και έμποροι έσπευσαν να εξοπλίσωσι στόλους και καταλάβωσιν ανά έν τεμάχιον της ανθηράς άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι δε δυστυχείς κάτοικοι των ωραίων αυτών χωρών κατέστησαν έρμαιον του πρώτου τυχοδιώκτου. Τοιουτοτρόπως ο μεν Μάρκος Σανούδος καταλαβών την Νάξον, Μήλον, Πολύκανδρον και Θήραν συνεστήσατο το μέχρι του 1570 διαρκέσαν δουκάτον της Ναξίας, οι δε Σομαρίπαι εκυρίευσαν την Πάρον και Άνδρον, οι Γκίζαι την Τήνον, Μήκωνον, Σκύρον, Σκίαθον και Σκόπελον, ο Πέτρος Ιουλινιάνης μετά του Δομινίκου Μικέλλη την Κέαν, ο Φιλοκλής Ναβαγιέρος την Λήμνον και άλλοι άλλας· αι δε σχηματισθείσαι αύται ηγεμονίαι εθεωρούντο τιμάρια της Ενετίας, ήτις και πλούτον και δύναμιν επορίζετο εξ αυτών (80).

Μετά τον θάνατον του βασιλέως των Βουλγάρων Ιωάννου, ο αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι απηλλάγη αντιπάλου σκληρού και επιφόβου· αλλά ταχέως ηννόησεν ότι μεγάλως ηπατήθη τοιαύτα νομίσας και ότι ο προς τους Βουλγάρους πόλεμος δεν είχε περατωθή με τον θάνατον του βασιλέως των. Του Ιωάννου θανόντος άνευ άρρενος τέκνου, η εξουσία περιήλθεν εις τον ανεψιόν αυτού Φρορύλαν ή Βορύλαν, όστις όπως παγιώση το στέμμα αυτού, ενυμφεύθη την προς μητρός θείαν αυτού Σκυθίδα. Κληρονομήσας ο νέος βασιλεύς το κατά των Φράγκων μίσος του πατρός αυτού, ουχί όμως και το πολυμήχανον και την ανδρίαν, συνέλλεξε πολυάριθμον στρατόν και εισήλασεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος Ερρίκου· αλλά προσβληθείς υπό του Φραγκικού στρατού υπέστη ήτταν δεινήν, τη 30 Ιουλίου 1208, και απεχώρησε κατησχυμένος. Ο δε Ερρίκος ωφελούμενος εκ της νίκης ταύτης κατέκτησεν εντός μηνός μεγίστην έκτασιν γης από τους Βουλγάρους (81).

Τον πόλεμον τούτον των Βουλγάρων επηκολούθησεν έτερος εμφύλιος και κινδυνώδης, του οποίου αι συνέπειαι ήσαν επί τοσούτον δειναί, εφ’ όσον υπέρ οιουδήποτε των διαμαχομένων και αν έκλινεν η πλάστιγξ του πολέμου τα αποτελέσματα ήσαν εξίσου διά τους Φράγκους φθοροποιά. Ο φονευθείς βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος κατέλιπε δύο υιούς, εκ των οποίων εις μεν τον πρώτον, καλουμένον Γουλλιέλμον και γεννηθέντα εκ της πρώτης συζύγου του, εκληροδότησε διά διαθήκης την ηγεμονίαν της Μοντφεράτης, εις δε τον δευτερότοκον, ώ όνομα ην Δημήτριος, γεννηθέντα εκ της δευτέρας αυτού συζύγου Μαργαρίτας της εκ Παιόνων, κατέλιπε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης. Του τελευταίου τούτου, ανηλίκου όντος, κηδεμών διωρίσθη ο κόμης Βλάνδρας ανήρ επιχειρηματίας και παλίμβουλος όστις μόλις έλαβε κατοχήν του βασιλείου, απεφάσισε να καταστήση αυτό ολοσχερώς ανεξάρτητον από του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και απεκδύων του στέμματος τον κηδεμονευόμενόν του, επιθέση αυτό επί την κεφαλήν του Γουλλιέμου, ο οποίος ένεκα της ηλικίας του ήτο αρμοδιώτερος να βαστάση τοιούτον φορτίον. Περιελθόντος του ενόχου αυτού σχεδίου εις γνώσιν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθ’ όν χρόνον ούτος επανήρχετο εκ του κατά των Βουλγάρων πολέμου, ο Ερρίκος, καί τοι βαρέως χειμώνος όντος, κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, όπως προλάβη πάσαν ανταρσίαν· αλλ’ αφικομένω αυτώ εις Χριστούπολιν, ο διοικητής, εντολή του κόμητος, τω έκλεισε τας θύρας της πόλεως και απηγόρευσε συνάμα τοις κατοίκοις να δώσωσι τροφάς εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν, όπερ ηνάγκασε τον αυτοκράτορα να τελέση τας εορτάς της του Χριστού γεννήσεως εκτός της πόλεως. Εκείθεν ο αυτοκράτωρ κατηυθύνθη προς την κοιλάδα των Φιλίππων, και αποδιοπομπούμενος να έλθη φανερώς εις ρήξιν προς τον κόμητα, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα έλθη όπως συνομιλήσωσι περί της ενεστώσης καταστάσεως των πραγμάτων, αλλ’ εκείνος οχυρώσας την Θεσσαλονίκην έστειλε και εις Σέρρας Λομβαρδόν τινα καλούμενον Ωβερτίνον κύριον του Στίνα, ίνα οχυρώση και την πόλιν εκείνην (82).

Ο αυτοκράτωρ αναχωρήσας εκ Φιλίππων εστρατοπέδευσεν είς τι προ της Θεσσαλονίκης κείμενον μοναστήριον, εκείθεν δ’ έπεμψε τον Κόνωνα Πετούνην, τον Πέτρον δε-Λουαί και τον Νικόλαον δε-Μαλλή ίνα ζητήσωσιν από τον Βλάνδραν λόγον της διαγωγής του· αλλ’ εκείνος απεκρίθη μετ’ επάρσεως ότι ο τόπος κατεκτήθη τη ανδρεία των Λομβαρδών, και ότι κατά συνέπειαν, απηλλαγμένος ων πάσης ετέρας εξαρτήσεως, εις μόνον τον βασιλέα του οφείλει υποταγήν. Εν τούτοις οι απεσταλμένοι έπεισαν τον κόμητα Βλάνδραν να δεχθή εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, υπό μόνων τεσσαράκοντα ιπποτών συνοδευόμενον· αλλά καθ’ ήν στιγμήν ο Ερρίκος εισήρχετο εις την πόλιν, εισορμήσας άπας ο στρατός αυτού συνεισήλθε, και τοιουτοτρόπως ο Βλάνδρας συλληφθείς εκρατήθη αιχμάλωτος μέχρις ού ήθελε παραδώσει τω αυτοκράτορι και τας πόλεις Σερρών και Χριστουπόλεως. Τότε η χήρα του μαρκησίου Βονιφατίου Μαργαρίτα προσελθούσα διεμαρτυρήθη ότι εναντίον της θελήσεως αυτής ο Βλάνδρας διωρίσθη κηδεμών του τέκνου της και ότι ο φόβος μόνον την είχεν εμποδίσει ν’ αντιστή προς την επανάστασιν· ο δε Ερρίκος όπως την πείση ότι ουδέποτε είχε πρόθεσιν να αφαιρέση από τον υιόν της το βασίλειον της Θεσσαλονίκης ανηγόρευσεν ιππότην τον νέον Δημήτριον και έστεψεν αυτόν κατά την ημέραν των Επιφανειών βασιλέα μετά πλείστης όσης επισημότητος (83).

Ο κόμης Βλάνδρας αιχμάλωτος ων παρητήθη μεν κατά το φαινόμενον της κηδεμονίας και της αντιβασιλείας, αλλά πράγματι διετήρησεν όλην την εξουσίαν αυτού παρά τοις διοικηταίς, οίτινες ήσαν πλάσματά του· διότι υποσχεθείς να παραδώση εις τον αυτοκράτορα τας δύο εκείνας πόλεις, έπεμψε κρυφίως προς τους διοικητάς αυτών διαταγήν να μη υπακούσωσιν, ει προσεκαλούντο να παραδοθώσι. Κατά συνέπειαν δεν εδέχθησαν τους επιτρόπους, οίτινες ήλθον να λάβωσι κατοχήν της πόλεως, ο δε Ερρίκος εξοργισθείς κατά της προδοσίας ταύτης, εστενοχώρησε πολύ πλέον τον Βλάνδραν, θέσας αυτόν υπό την επιτήρησιν του Κόνωνος Πετούνη, του Ανσώ δε-Καχιέ και του Βαλδουίνου Σοριέλ. Ο Ωβερτίνος, διοικητής των Σερρών, φοβούμενος μη δεν δυνηθή ν’ αντιστή προς τους στρατούς του αυτοκράτορος, έσπευσε να προσφέρη εις τον Βορύλαν την πόλιν, διαβεβαιών αυτόν ότι οι Γραικοί κάτοικοι ευχαρίστως απαλλασσόμενοι της των Φράγκων κυριότητος ήθελον υποβληθή εις την εξουσίαν αυτού. Αλλ’ οι κάτοικοι αγανακτήσαντες διότι ήθελε να τους κατακτήση συνενόχους της προδοσίας του και φοβούμενοι τας συνεπείας αυτής, προσεκάλεσαν τον αυτοκράτορα, όστις επελθών εκυρίευσεν άνευ αντιστάσεως την πόλιν (84).

Μετά την άλωσιν των Σερρών υπελείπετο η της Χριστουπόλεως. Ο Βλάνδρας ώμνυεν ότι δεν εξήρτητο παρ’ αυτού να υποτάξη την πόλιν ταύτην, εις τον αυτοκράτορα, αλλ’ απαταιών υπάρχων, ενώ αφ’ ενός διεμαρτύρετο κατά της αθωότητός του, αφ’ ετέρου απέστελλε προς τον φρούραρχον Χριστουπόλεως τον πιστόν φίλον του Πέτρον δε-Βίνην, εντελλόμενος προς αυτόν να μη παραδώση την πόλιν, και αν ακόμη υπ’ αυτού του ιδίου εγγράφως προσεκαλείτο. Ενώ ταύτα συνέβαινον ο Κόνων Πετούνης διετάχθη παραλαβών τον Βλάνδραν να μεταβή εις Χριστούπολιν επί τη ελπίδι ότι η παρουσία αυτού ήθελε συντελέσει εις την άμεσον παράδοσιν της πόλεως· αλλ’ επειδή επήλθε το αντίθετον αποτέλεσμα αφ’ ό,τι προσεδοκάτο, ο Κόνων μη έχων αρκούσας δυνάμεις όπως προσβάλη την πόλιν, συνομολόγησε μετά του φρουράρχου αυτής ημερών τινων ανακωχήν και απεσύρθη εις Δράμαν, ένθα οι Λομβαρδοί κύριοι του φρουρίου όντες νύκτωρ ελθόντες τον προσέβαλον και τον ηχμαλώτισαν μετά των στρατιωτών του. Οργισθείς κατά τοσούτων απιστιών ο Ερρίκος, αλύσεσι δεσμεύσας τον Βλάνδραν, έφερεν αυτόν εις Θεσσαλονίκην, ένθα τον παρέδωσεν εις χείρας της βασιλίσσης Μαργαρίτας, ήτις τον έρριψεν εις σκοτεινόν δεσμωτήριον μέχρις ού ήθελε διεξαχθή η δίκη του. Ταυτοχρόνως η φρουρά της Χριστουπόλεως αθετήσασα την ανακωχήν και επιδραμούσα ελήισε τας παρακειμένας χώρας. Τούτο μαθών ο Βαλδουίνος Σοριέλ, εξελθών της Δράμας επέπεσε κατά των Λομβαρδών και μετά αιματηράν συμπλοκήν τον μεν Πέτρον Βίνην και τον φρούραρχον Ραούλ ηχμαλώτισε, τους δε λοιπούς εφυγάδευσεν εις τα όρη, ένθα εγένοντο θύματα ελεεινά των χωρικών (85).

Ενώ δε ο αυτοκρατορικός στρατός διέλυεν εις Χριστούπολιν τας Λομβαρδικάς του Βλάνδρα ορδάς, ο Ερρίκος ελάμβανεν υπό του Ρολάνδου Πίσχη, κυρίου Πλαταμώνος, πόλεως κειμένης παρά τον Θερμαϊκόν κόλπον, επιστολάς δι’ ών εκείνος εζήτει επικουρίας όπως αντιστή κατά των επιθέσεων των οπαδών του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος τω έπεμψε παραχρήμα τον Ανσώ δε-Καχιέ και τον Γουλλιέλμον δε-Σαιν μετά τριάκοντα ιπποτών προς βοήθειαν· αλλ’ ενώ ούτοι επορεύοντο, έμαθον καθ’ οδόν ότι, ο Πισχής συνθηκολογήσας μετά των Λομβαρδών ηνώθη μετ’ αυτών, όπως καταπολεμήση εκείνους οίτινες ήρχοντο προς βοήθειάν του. Ολίγοι όντες και μη δυνάμενοι να λάβωσιν επιθετικά μέτρα απεσύρθησαν εις Κίτρον, ένθα μετ’ ού πολύ ήλθε και ο Ερρίκος μετά πασών των δυνάμεών του και έπεμψε κατ’ αυτών τον Ανσώ δε-Καχιέ μέ τινας ίλας ιππικού. Οι Λομβαρδοί δειλιάσαντες εκ της αφίξεως του αυτοκράτορος, τω έπεμψαν πρεσβευτήν τον Ρολάνδον δε-Μαγχικούρ ίνα τω προτείνωσιν ειρήνην επί τω όρω ν’ αποφασισθή παρ’ επιτροπής Γάλλων και Λομβαρδών αν έπρεπεν ο Βλάνδρας να μένη αιχμάλωτος ή ελευθερωθείς να αναλάβη την του ανηλίκου Δημητρίου κηδεμονίαν. ο Ερρίκος άτοπον και αναξιοπρεπή την πρότασιν ταύτην ευρίσκων έπεμψε στρατόν επί την Χριστούπολιν, οι δε Λομβαρδοί καταλαβόντες την γέφυραν ποταμού τινος όν έμελλε να διέλθη ο αυτοκρατορικός στρατός, παρετάχθησαν εκεί όπως τω παρεμποδίσωσι την διάβασιν, αλλ’ ελθόντων των αυτοκρατορικών και μάχης αιματηράς συγκροτηθείσης, οι Λομβανδοί ηττηθέντες, υπεχώρησαν προς την πόλιν, ένθα πολιορκηθέντες, ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω του ότι ήθελε του χαρισθή η ζωή. Μετά την μάχην ταύτην ο μεν Ερρίκος απεσύρθη εις Μύρα, συνεφωνήθη δε να συνέλθωσιν αντιπρόσωποι του τε αυτοκράτορος και των Λομβαρδών εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης, όπως συνομολογήσωσι συνθήκην επί όρων δι’ αμφοτέρους λυσιτελών· αλλ’ οι Λομβαρδοί, καί τοι συγκατατιθέντες εις τούτο, δεν ετήρησαν όμως ακολούθως τον λόγον των.

Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Μακεδονία, ελθών προς τον αυτοκράτορα ο Όθων δε-λα-Ρος επεκαλέσατο την επικουρίαν αυτού όπως εκδιώξη από των Θηβών τους καταλαβόντας αυτάς Λομβαρδούς. Ολίγω δε ύστερον του Όθωνος ήλθε και ο Βιλλαρδουίνος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών όπως εκθέση προς τον αυτοκράτορα τον κίνδυνον όστις ηπείλει τας εν Θεσσαλονίκη κτήσεις αυτού από τους οπαδούς του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος επιθυμών να καταστρέψη εσαεί τας τοσούτον παρενοχλούσας αυτόν Λομβαρδικάς ορδάς, παραλαβών τον Βιλλαρδουίνον και ισχυρόν στρατιωτικόν σώμα, εξεστράτευσε κατά των Θηβών. Οι της πόλεως ταύτης φρούραρχοι Ωβερτίνος και Ραϊνόλδος κατά πρώτον μεν τω έκλεισαν τας πύλας· αλλά πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν, επί τω όρω του να προσαγάγη τον Βλάνδραν ο αυτοκράτωρ εις Θήβας όπως απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ κατηγοριών. Εις ταύτα επένευσεν ο αυτοκράτωρ, αλλ’ ο κατηγορούμενος ενώ ωδηγείτο εις Θήβας διαλαθών την προσοχήν των φυλάκων αυτού εδραπέτευσεν εις Εύβοιαν, ένθα ήρξατο τας κατά του Ερρίκου επιβουλάς αυτού, μελετών να τον καταστρέψη ή διά του σιδήρου ή διά του δηλητηρίου, όπερ ήθελε βεβαίως επιτύχει, ει μη ο της νήσου άρχων Ραβανός δε-λα-Κάρσερι διεκώλυεν αυτόν. Τας επιβουλάς ταύτας μαθών ο Ερρίκος, κατηυθύνθη εις Εύβοιαν όπως προσβάλη τον δραπέτην· αλλά μεσολαβήσαντος του Ραβανού, ο Βλάνδρας έτυχε της συγγνώμης του αυτοκράτορος και αναχωρήσας εις Ιταλίαν έπαυσε του να η αιτία τοσούτων δεινών εις αυτόν (86).

Ενώ ο Ερρίκος ήτο εις Θήβας, ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ βλέπων μετά δυσαρεσκείας αυτόν εκτείνοντα την δύναμίν του τόσον πλησίον του κράτους του απεφάσισε να έλθη εις διαπραγματεύσεις περί ειρήνης μετά των Φράγκων, καθόσον μάλιστα επ’ εσχάτοις είχεν αποβάλλει και την πλουσίαν πόλιν Επίδαμνον. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις εξέφρασε την επιθυμίαν του προς τον αυτοκράτορα, όστις αφ’ ετέρου θέλων εν τη ειρήνη να εύρη ανακούφισίν τινα, παρεδέχθη την πρότασιν του Μιχαήλ, και εν ταχθείση ημέρα οι δύο ηγεμόνες συνήλθον εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης όπως συνδιαλεχθώσι. Τούτου γενομένου, ο Μιχαήλ επρότεινε τον γάμον της θυγατρός αυτού μετά Ευσταθίου του κόμητος της Βολωνίας και αδελφού του Ερρίκου, προσφέρων αντί προικός το τρίτον του κράτους του και ομνύων πίστιν εις τον αυτοκράτορα. Του Ερρίκου παραδεχθέντος τας προτάσεις ταύτας, συνωμολογήθη η συνθήκη και ο γάμος εγένετο· αλλ’ η συμμαχία μικρόν διήρκεσε, το μεν διά τον επελθόντα θάνατον του Ευσταθίου μη καταλιπόντος τέκνα, το δε διά τον φιλοτάραχον του Μιχαήλ χαρακτήρα (87).

Μετά την απέλασιν του Βλάνδρα η αντιβασιλεία του κράτους της Θεσσαλονίκης και η κηδεμονία του Δημητρίου ανετέθησαν παρά του αυτοκράτορος εις την Μαργαρίταν, ήτις διά παπικής βούλας, κατά Απρίλιον του 1210 εκδοθείσης προς τον αρχιεπίσκοπον Ηρακλείας και τους επισκόπους Γαρδικίου και Θερμοπυλών, είχεν επιτύχει υπέρ εαυτής τε και υπέρ του υιού της και την του Πάπα προστασίαν. Αλλ’ ο αυτοκράτωρ ίνα παγιώση την δύναμιν αυτής και εξασφαλισθή περί της πίστεώς της, διώρισεν ένα βοηθόν εις την αντιβασιλείαν, όστις συμμετείχε της διοικήσεως εν τοις συμβουλίοις υπό το όνομα επιτρόπου του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εν τω βασιλείω της Θεσσαλονίκης. Κατά τον αυτόν χρόνον ο βασιλεύς των Βουλγάρων ειρηνεύσας μετά του αυτοκράτορος και θέλων να προσελκύση την φιλίαν αυτού, τω προέτεινε συμμαχίαν και συγγένειαν δι’ αγχιστείας. Η αυτοκράτειρα Αγνή είχε τέως αποθάνει εκ τοκετού, συναποθανόντος και του βρέφους ό εγέννησεν· ο Βορύλας λοιπόν, όστις δεν είχε ποσώς τέκνα, επρότεινεν εις τον Ερρίκον να νυμφευθή την θυγατέρα του προκατόχου του Ιωάννου· ιστορικοί δέ τινες αναφέρουσιν ότι και αυτός ενυμφεύθη την ανεψιάν του αυτοκράτορος και θυγατέρα του Πέτρου κόμητος του Ωξέρ, αλλά τούτο ουδόλως, φαίνεται, συνέβη. Εν τούτοις ο Ερρίκος ευρών αρεστάς τας προτάσεις του Βορύλα ενυμφεύθη την Βουλγαρίδα ηγεμονόπαιδα και οι Φράγκοι είδον επί του θρόνου καθεζομένην την θυγατέρα του θανασιμωτέρου εχθρού των (88).

Αλλ’ ήτο, φαίνεται, πεπρωμένον να μη έχη ο Ερρίκος ουδέ στιγμήν αναπαύσεως. Άρχων Κορίνθου και Άργους ήτο ο Θεόδωρος, όστις μετά μεγίστης δυσαρεσκείας έβλεπε τας προόδους των Φράγκων και την ειρήνην, ήν είχε συνομολογήσει μετ’ αυτών ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ, παρ’ ού και μόνου, εδύνατο να προσδοκά βοήθειαν. Εγειτνίαζε δε με αυτόν ο Γουλλιέλμος Βίλλαρδουίνος, όστις θέλων να συμπεριλάβη εις τας κτήσεις του και την του Θεοδώρου χώραν, εξεστράτευσε κατ’ αυτού και πολιορκήσας τον ηνάγκασε να παραδοθή δι’ έλλειψιν τροφών· συνομολογήσας δε μετ’ αυτού συνθήκην του αφήρεσε την Κόρινθον, καταλιπών εις εκείνον μόνην του Άργους την κυριότητα (89).

Την εν Κορίνθω εγκατάστασιν των Φράγκων πληροφορηθείς ο Μιχαήλ και θεωρήσας ταύτην ως παράβασιν των συνθηκών, ανέλαβε τον πόλεμον και συλλαβών τον ανύποπτον διατελούντα κοντόσταυλον της Ρωμανίας μετά εκατόν Φράγκων ιπποτών και στρατιωτών, μετεχειρίσθη αυτούς βαρβάρως και ανηλεώς, διότι άλλους μεν εμαστίγωσεν, άλλους δε καθείρξε, τον κοντόσταυλον απηγχόνισε και έτερόν τινα εις υπηρεσίαν του αυτοκράτορος διατελούντα εξέδαρε ζώντα. Επειδή δ’ εγνώριζεν ότι οι στρατιώται του Ερρίκου εγόγγυζον κατά του ευτελούς μισθού των, προσείλκυσε προς εαυτόν πολλούς εκείνων το υποσχέσει μεγαλειτέρου μισθού, και τοιουτοτρόπως ήρξατο πολεμών τον αυτοκράτορα διά των ιδίων στρατιωτών του. Ο πάπας Ιννοκέντιος, πληροφορηθείς παρά του εν Κωνσταντινουπόλει εξάρχου αυτού την λειποταξίαν των στρατιωτών του αυτοκράτορος, εξεσφενδόνισε κεραυνοβόλον αφορισμόν κατ’ εκείνων, οίτινες συνετάσσοντο τοις Γραικοίς και τω απίστω και απανθρώπω αυτώ ηγεμόνι· αλλ’ οι της Ρώμης κεραυνοί ήσαν ανίσχυροι όπως διασκεδάσωσι μόνοι την καταιγίδα (90).

Εν τω μέσω της μήπω παγιωθείσης εισέτι τάξεως και ενώ ο αυτοκράτωρ ηγωνίζετο όπως αποσοβήση τους αδιαλείπτως γεννωμένους εχθρούς, οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί δεν έπαυον εργαζόμενοι υπέρ της υλικής αναπτύξεως αυτών, ουχί μόνον προσηλυτίζοντες τους δυστυχείς Γραικούς, αλλά και παντοιοτρόπως προσπαθούντες να επαυξήσωσι τα εαυτών πλούτη. Από της ενάρξεως της βασιλείας του Ερρίκου, ο αυτοκράτωρ, οι βαρώνοι και οι διάφοροι ιππόται είχον συμφωνήσει να παραχωρήσωσι τη εκκλησία αντί της περιουσίας ήν αύτη εκέκτητο επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το δέκατον πέμπτον των ακινήτων κτημάτων όσα απέκτησαν, και το δωδέκατον των ζώων και των γεωργικών ειδών· εξηρείτο δε της διατάξεως ταύτης η πρωτεύουσα και το εμπόριον αυτής. Τας παραχωρήσεις ταύτας είχεν εγκρίνει και ο Πάπας, όστις υπέβαλε ποινήν αφορισμού εις πάντας όσοι δεν ήθελον τυχόν συμμορφωθή προς αυτάς· αλλ’ οι Φράγκοι εκκλησιαστικοί, ακόρεστοι εις τας αρπαγάς αυτών όντες και υπό πλεονεξίας ασυγγνώστου ελαυνόμενοι, έπειθον τους πιστούς των να προικίζωσι διά δωρητηρίων ή διά κληροδοτημάτων την εκκλησίαν με κτήματα και γαίας, και επειδή τα εκκλησιαστικά κτήματα ήσαν απηλλαγμένα πάσης συνεισφοράς ή άλλης υποχρεώσεως προς την πολιτείαν, το δε κυριώτερον οι κάτοικοι των τοιούτων κτημάτων εξηρούντο της στρατολογίας, συνέβαινεν ώστε η μεν εκκλησία οσημέραι επλούτει, το δε κράτος αδιαλείπτως επτώχυνε και εξησθένει. Τούτο βλέπων ο Ερρίκος εξέδωκε διάταγμα δι’ ού απηγορεύετο εις πάντας η επί οιωδήποτε τίτλω και λόγω παραχώρησις γαιών εις την εκκλησίαν είτε υπό ζώντων, είτε υπό θανόντων, ένιοι δε των ιπποτών προφασιζόμενοι ότι τα κτήματα άτινα ο κλήρος κατείχε, τω εδωρήθησαν μετά την έκδοσιν του διατάγματος, επέβαλον χείρα επ’ αυτών. Εμάνησαν οι του κλήρου ιδόντες την πράξιν ταύτην του αυτοκράτορος και σπεύσαντες κατήγγειλαν αυτόν εις τον Πάπαν ως εναγή και ιερόσυλον και ως παραίτιον της καταστροφής εκκλησίας κατά την Ανατολήν. Ο Πάπας λαβών τας επιστολάς των κληρικών προσεκάλεσε τον αυτοκράτορα ν’ ανακαλέση το ανόσιον εκείνο διάταγμα και εν παρακοή επέτρεπεν εις τους επισκόπους να προσβάλωσιν αυτόν τοις βέλεσι του πνεύματος· αλλά βλέπων ότι αι απειλαί του μικρόν έσχον αποτέλεσμα, διέταξε τους επισκόπους Γαρδικίου και Σήθωνος να κηρύξωσιν ότι η πράξις του αυτοκράτορος παραβλάπτουσα τα δικαιώματα της εκκλησίας, και άντικρυς αντιβαίνουσα προς το δίκαιον, ήτο άκυρος και ουδείς υπεχρεούτο να συμμορφωθή προς αυτήν. Ο Ερρίκος φοβούμενος τα σκάνδαλα άτινα, επιμένοντος αυτού, εδύναντο να επέλθωσι, και εκ σεβασμού προς την Αγίαν Έδραν, ετροποποίησε το πρώτον διάταγμα και τοιουτοτρόπως διεσκεδάσθη η μεταξύ αυτού και του Πάπα διένεξις (91).

Ολίγω μετά ταύτα επήλθεν ετέρα διαφωνία αφορμήν λαβούσα την αξίωσιν του κλήρου επί της πρωτοκαθεδρίας εν τη εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Ο πατριάρχης Μοροζίνης ισχυρίζετο ότι εν ταις ιεροτελεστίαις όφειλε να κάθηται ένδον του βήματος, του αυτοκράτορος καθημένου εκτός· ούτος δε απήτει όπως κάθηται επί θρόνου εντός του βήματος έχων εκ δεξιών και εις θέσιν κατωτέραν τον Πατριάρχην· επειδή δε αι αξιώσεις αμφοτέρων εβασίζοντο επί των πρωτείων της εκκλησίας ή της πολιτείας, ο Πατριάρχης ανηνέχθη προς τον Πάπαν, όστις γράψας μετά δριμύτητος προς τον αυτοκράτορα, αφού απεδείκνυεν εκ διαφόρων ρήσεων της Γραφής το ιερατικόν αξίωμα υπέρτερον του βασιλικού, τον επέπληττε πώς διενοήθη να ταπεινώση τοσούτον τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως, εκ των πρωτίστων μελών της εκκλησίας όντα, ώστε να τω προσδιορίση ως θέσιν τους πόδας του θρόνου του. Επί του αντικειμένου τούτου τω παρετήρει ότι οι Γραικοί αυτοκράτορες είχον τον θρόνον των εν τη Αγία Σοφία εκτός του βήματος και έναντι του άμβωνος, κατά προτροπήν του Αγίου Αμβροσίου, όστις υπέδειξεν εις τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον ότι εν τω βήματι δεν έπρεπε να εισέρχωνται ειμή οι εκ του κλήρου. (92) Ο αυτοκράτωρ μη θέλων να ενδώση προφασιζόμενος ότι οι Γάλλοι βασιλείς είχον τον θρόνον των εντός του βήματος, επέμενε, και αγνοούμεν τι ήθελε συμβή, ει μη ο επελθών κατά Ιούλιον του 1211 θάνατος του Πατριάρχου διέκοπτε την τοιαύτην έριν.

Ο θάνατος του Μοροζίνου εγέννησε νέους διαπληκτισμούς μεταξύ των Γάλλων και Ενετών διά την εκλογήν του διαδόχου αυτού. Οι Ενετοί εναντίον της αποφάσεως του Πάπα ότι το αρχιερατικόν αξίωμα δεν πρέπει να δίδηται κληρονομικώς, αλλά κατ’ αξίαν, και θέλοντες να διαιωνίσωσι την Πατριαρχείαν της Κωνσταντινουπόλεως εις το έθνος των, συνήχθησαν ένοπλοι και κατέλαβον την Αγίαν Σοφίαν, απαιτούντες εν ύβρεσι και απειλαίς όπως εκλεχθή διάδοχος του αποβιώσαντος ο πρεσβύτερος, εφημέριος του ναού τούτου, ομοεθνής των ων. Οι Γάλλοι διαμαρτυρηθέντες κατά της απρεπούς των Ενετών διαγωγής, εξελέξαντο κατ’ ιδίαν τρεις υποψηφίους, δηλονότι τον επίσκοπον Κρεμώνος, τον Πέτρον Καρδινάλιον του Αγίου Μαρκέλλου και τον ιερέα Ροβέρτον δε Γορξόν και ανέθηκαν εις τον Πάπαν την μεταξύ των τριών αυτών εκλογήν του ενός ως Πατριάχου. Τούτων δ’ ούτως εχόντων αμφότερα τα έθνη έπεμψαν πρέσβεις εις Ρώμην όπως εκθέσωσι τα δίκαια αυτών· ο δε Πάπας ακούσας τους πρέσβεις ηκύρωσε την παρ’ αμφοτέρων γενομένην εκλογήν ως αντικανονικήν και διέταξε νέαν κατά τους ειθισμένους τύπους. Κατά συνέπειαν της αποφάσεως ταύτης συνήλθον επανειλημμένως οί τε Ενετοί και οι Γάλλοι όπως προβώσιν εις την εκλογήν του Πατριάρχου, αλλά δεν ηδυνήθησαν να φθάσωσιν εις τελικόν αποτέλεσμα, διότι οι μεν πρώτοι εψήφισαν τον εξ Ενετίας καταγόμενον αρχιεπίσκοπον της Ηρακλείας, οι δε Γάλλοι τον εφημερίον Λουδοβίκον. Τοιουτοτρόπως αυτών μη προβάντων εις οριστικήν εκλογήν, ο Πάπας εξαπέστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν τον νοδάρον αυτού και αποστολικόν γραμματέα Μάξιμον όπως εξομαλύνη το πράγμα· αλλ’ επειδή και ούτος ουδεμίαν εδυνήθη να φέρη θεραπείαν, ο Πάπας μετά τεσσάρων και ημίσεως έτους χηρείαν του Φραγκικού Πατριαρχικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου διώρισε Πατριάρχην, ακυρώσας πάσας τας προγεγενημένας εκλογάς, εν έτει 1215,τον εξ Ετρουρίας Γερβάσιον (93).

Μέχρι τούδε οι Γραικοί, καίτοι εν ταπεινώσει και εξευτελισμώ διατελούντες, καίτοι βλέποντες την οικτράν κατάστασιν εις ήν η εθνική των εκκλησία είχε περιέλθει, υπέμενον όμως τα πάντα, διότι τουλάχιστον έλειπεν ο θρησκευτικός διωγμός, του ηπίου προσηλυτισμού απλώς διενεργουμένου· αλλά και η τελευταία αύτη παρηγορία εξέλιπεν από τινος και σκάνδαλον ενέσκηψεν επενεγκόν ταραχήν και θλίψιν άφατον εις τους δυστυχείς ορθοδόξους. Αποβιώσαντος του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης, ανδρός συνετού και μετριοπαθούς, ο Πάπας έστειλε διάδοχον αυτού τον φανατικώτατον και εις ύψιστον βαθμόν μισορθόδοξον καρδινάλιον Πελάγιον, επίσκοπον Άλβης. Ο ανήρ ούτος, κούφος και μάταιος ων, επαιρόμενος δε επί τη αξία και τω βαθμώ αυτού, μετεχειρίζετο μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη και γελοίαν, διότι ουχί μόνον αυτός από κεφαλής μέχρι ποδών ήτο πορφυροενδεδυμένος, αλλά και οι υπηρέται αυτού και τα σκεύη και οι χαλινοί των ίππων και τα εφίππια ήσαν πορφυρόχροα· τούτο δ’ ετάρασσε τους Γραικούς βλέποντας εις ποίον εξευτελισμόν περιήλθε το χρώμα εκείνο, όπερ άλλοτε μόνοι οι αυτοκράτορες των εδύναντο να φέρωσι. Μη αρκούμενος δε εις την ματαιότητα ταύτην ο παπικός έξαρχος διέπραξε βιαιοπραγίας αρρήτους κατά των Γραικών, ών τους ιερείς έρριψεν εις τα δεσμωτήρια και τας εκκλησίας έκλεισεν, αναγκάζων αυτούς επί ποινή θανάτου να εξομώσωσι το θρήσκευμά των και ομολογήσωσι την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Ο βίαιος ούτος τρόπος εξηρέθισε τους Γραικούς, οίτινες δραμόντες σωρηδόν εις τα ανάκτορα και πεσόντες προ των ποδών του αυτοκράτορος εβόων. «Ημείς μεν άλλου γεγονότες γένους και άλλον αρχιερέα έχοντες, εαυτούς τω κρατεί σου υπετάξαμεν, ώστε σωματικώς κατάρχειν ημών ου μην γε ψυχικώς και πνευματικώς. Σου μεν γαρ εν πολέμω υπερμαχείσθαι των αναγκαίων, των δ’ ημετέρων εκστήναι σεβασμάτων και θρησκευμάτων των αδυνάτων πάντων καθέστηκεν. Ήγουν λύσον ημίν τα υπελθόντα δεινά, ή άφες, ως ελευθέρους εν τοις ιθαγενέσιν αφίχθαι.» Ο αυτοκράτωρ εκτιμών τας μεμψιμοιρίας των υπηκόων του εδικαίωσεν αυτούς, και τους μεν ιερείς των εξήγαγεν εκ των ειρκτών, τας δε εκκλησίας των ήνοιξε, μηδόλως λαμβάνων υπ’ όψιν την λυσσώδη ορμήν του Πελαγίου (94).

Εν τω μεταξύ είχε λήξει η μετά του αυτοκράτορος της Νικαίας ανακωχή και ούτος, το μεν, άσπονδον κατά των Φράγκων μίσος τρέφων, το δε παροτρυνόμενος υπό των εκ Κωνσταντινουπόλεως κατά τον διωγμόν των ορθοδόξων παρ’ αυτώ καταφυγόντων ιερέων, ανέλαβε τον κατά του Ερρίκου αγώνα προσβάλλων και φονεύων τους εν τη Ασία διεσπαρμένους Φράγκους. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως, διαβάς μετά ισχυρού στρατού τον Ελλήσποντον και εις Τρωάδα και Μυσίαν διεκπεραιωθείς, ώδευσε προς τα όρια της Βιθυνίας, ένθα κατέλαβε το Ποιμανινόν και άλλας πόλεις μετ’ ασήμαντον αντίστασιν. Εις Λεντιανά όμως οι φρουρούντες έδειξαν μεγίστην ανδρίαν και επί τεσσαράκοντα ημέρας εδέησεν ο αυτοκράτωρ ν’ αναπτύξη όλην την στρατηγικήν αυτού ικανότητα όπως εκπορθήση την πόλιν· κύριος δ’ αυτής γενόμενος εθανάτωσε τον ανδρείον του Λασκάρεως αδελφόν Κωνσταντίνον, τον γαμβρόν αυτού Ανδρόνικον Παλαιολόγον και τον φρούραρχον Δερμοκαΐτην τους οποίους εθεώρει ως παραιτίους της μακροχρονίου εκείνης αντιστάσεως. Παραλαβών δε την της πόλεως φρουράν και κατατάξας εις τα ίδια τάγματα, έθηκεν επί κεφαλής αυτών τον στρατηγόν Γεώργιον Θεοφιλόπουλον, και αναθείς αυτώ την υπεράσπισιν πασών των εν Ανατολή κτήσεων της αυτοκρατορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (95).

Εν τούτοις ο Λάσκαρις αδυνατών ν’ αντιστή προς τους Φραγκικούς στρατούς έσπευσε να προτείνη προς τον Ερρίκον ειρήνην· ούτος δε όπως απαλλαχθή των εν τη Ασία περιπετειών και συγκεντρώση πάσας αυτού τας δυνάμεις κατά του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ, όστις εισβάλλων εις τας χώρας του τον παρηνώχλει, εδέχθη την ειρήνην, καθ’ ήν η μεν Μυσία περιήρχετο εις τας κτήσεις του αυτοκράτορος, άπασα δε η από Σάρδεων μέχρι Νικαίας χώρα συμπεριλαβανομένων εκτός της Περγάμου και Προύσσης, και πολλών άλλων πόλεων, έμενεν ως κτήμα του Λασκάρεως. Συγγραφείς τινές προσθέτουσιν ότι κατά την περίστασιν ταύτην ο Ερρίκος εξέδωκε τω Λασκάρει εις γάμον μίαν των ανεψιών του, θυγατέρα της αδελφής του Υολάνδης κομήσσης του Ωξέρ (96)· αλλά το τοιούτο δεν έχεται αληθείας. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ μένων ανενόχλητος, εκ της Ασίας, έστρεψε την προσοχήν προς τον δεσπότην της Ηπείρου και συναγαγών στρατόν αξιόμαχον παρεσκευάζετο να κατευθυνθή επ’ αυτόν, ότε επληροφορήθη ότι εκείνος απεβίωσε δολοφονηθείς εν τη κλίνη του υπό τινος των υπηρετών του (97).

Τον Μιχαήλ μη έχοντα τέκνα διεδέξατο εν τη δεσποτεία της Ηπείρου ο ανεψιός αυτού Θεόδωρος, ο του Ιωάννου Σεβαστοκράτορος υιός, ανήρ τολμηρός και γενναίος. Ούτος μόλις λαβών τας ηνίας της διοικήσεως, επιτεθείς κατά των Βουλγάρων, εκυρίευσε δυο πόλεις αυτών, τας Αχρίδας και το Πρίλαπον, προς δε κατέλαβε το τε Δυρράχιον και το Αλβανόν, άτινα ήσαν τιμάρια του κράτους, ανήκοντα τοις Ενετοίς. Ο Ερρίκος μαθών την εισβολήν ταύτην του Θεοδώρου ανεχώρησε μετά στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως όπως ανακτήση τας δύο εκείνας πόλεις, αλλ’ αφικόμενος εις Θεσσαλονίκην απεβίωσε τη 11 Ιουνίου 1216, το τεσσαρακοστόν πέμπτον της ηλικίας του έτος άγων.

Οι πλείστοι των ιστορικών, οι περί Ερρίκου πραγματευσάμενοι, έγραψαν ότι ούτος απεβίωσε δηλητηριασθείς, και οι μεν αποδίδουσι το κακούργημα εις την σύζυγον αυτού, εν τη καρδία της οποίας εκρύπτετο το άσπονδον μίσος, όπερ ο πατήρ της Ιωάννης τη ενέπνευσε κατά των Γάλλων, οι δε κατηγορούσι τους Γραικούς, εκδικουμένους αυτόν, δι’ όσους υπό του καρδιναλίου Πελαγίου υπέστησαν διωγμούς. Ανεξαιρέτως πάσης προλήψεως και εξ αυτής της αναγνώσεως των Βυζαντινών συγγραφέων κρίνοντες τον Ερρίκον, βλέπομεν αυτόν άνδρα γενναίον, ευθύν και αποφασιστικόν. Μόνη η γενναιότης δεν εξήρκει βεβαίως όπως περιάψη τιμήν είς τινα κατά τους ιπποτικούς εκείνους χρόνους, διότι πολλοί ήσαν οι γενναίοι (98), αλλ’ απητούντο αρεταί υπέρτεραι· δέον δε να ομολογήσωμεν επί τη μαρτυρία αυτών των συγχρόνων ιστοριογράφων, ότι ο Ερρίκος εκέκτητο ουχί μόνον στρατιωτικάς, αλλά και αστυκάς αρετάς, «Ούτος ο Ερρίκος, λέγει ο Γεώργιος Ακροπολίτης (99) πολλά πράγματα παρέσχε τοις Ρωμαίοις και αυτώ τω βασιλεί Θεοδώρω, ανδρείος ων και περί μάχας οξύρροπος» και αλλαχού. «Ο Ερρίκος, ει και φράγκος το γένος ετύγχανεν, αλλ’ ουν τοις Ρωμαίοις και ιθαγενέσι της Κωνσταντινουπόλεως ιλαρώτερον προσεφέρετο και πολλούς είχε τους μεν τοις μεγάλοις τούτου συντεταγμένοις, τους δε τοις στρατιώταις, το δε κοινόν πλήθος ως οικείον περιείπε λαόν.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.

ΠΕΤΡΟΣ
Τρίτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
1217-1218.

Η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριότης ωμοίαζε προς φυτόν ξένον, το oποίον θέλει τις να εγκλιματίση εις γην μη δεχομένην αυτό. Σαθράς τας βάσεις έχουσα και επομένως στερουμένη πάσης ζωτικότατος δεν εδύνατο εξ ιδίων να διατηρηθή, αλλά την ύπαρξιν αυτής συνεκέντρου εις τον άνδρα εκείνον όστις εκάθητο επί του θρόνου. Διά τούτο ο θάνατος του αυτοκράτορος Ερρίκου, ανδρός ανδρείου και ικανού, υπήρξε το προοίμιον της πτώσεως αυτής.

Συναισθανόμενοι την κατάστασιν ταύτην και οι βαρώνοι και μη θέλοντες να αφήσωσι το κράτος άνευ διοικήσεως, άτε του Ερρίκου αποβιώσαντος άνευ αρρένων, άμα επληροφορήθησαν τον θάνατον αυτού συνήλθον, και πρώτον μεν συνεστήσαντο προσωρινήν αντιβασιλείαν, όπως έπραξαν και κατά την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, προσκαλεσάμενοι δε και τους απόντας βαρώνους Γάλλους, ήρξαντο επομένως σκεπτόμενοι ποίον να εκλέξωσι κατάλληλον διάδοχον του Ερρίκου. Δύο δ’ υπέρ πάντας τους άλλους εκρίθησαν προς τούτο αρμοδιώτεροι, ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Ανδρέας (100).

Ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί ήτο υιός Πέτρου του της Γαλλίας και εγγονός του βασιλέως Λουδοβίκου του Χονδρού, κατά συνέπειαν δε πρώτος εξάδελφος του τότε βασιλεύοντος των Γάλλων Φιλίππου Αυγούστου. Ο πατήρ αυτού νυμφευθείς την Ισαβέλλαν, κυρίαν του Κουρτεναί και της Μοντάργης, προσέθηκε διά του γάμου του τας δύο ταύτας κομητείας εις τας οικογενιακάς του κτήσεις, αυτός δε ο ίδιος νυμφευθείς την Αγνήν, θυγατέρα και κληρονόμον του Γουή, κόμητος του Νεβέρ, απήλαυσε την κυριότητα των κομητειών Ωξέρου και Τοννέρης διά συμβολαίου, συνταχθέντος κατά Μάιον του 1199, συνεπεία του οποίου μετά τον εν έτει 1215 επελθόντα θάνατον του γαμβρού αυτού Φιλίππου της Φλάνδρας εγένετο αυτός κόμης και μαρκήσιος του Ναμούρ. Εκ της Αγνής έσχε μίαν θυγατέρα καλουμένην Μαχώτην, ήν, διά συμβάσεως γενομένης τη μεσολαβήσει του βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, κατόπιν πολέμου επελθόντος μεταξύ αυτού και του Ερβαίου δε-Δονζύ, κυρίου της Κόσνης και του Γιένου, καθ’ ήν ο Πέτρος, τη 3 Αυγούστου 1199, έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του ρηθέντος Ερβαίου, ενύμφευσε με αυτόν. Αποθανούσης δε της πρώτης αυτού συζύγου Αγνής, ο Πέτρος ήλθεν εις δεύτερον γάμον με Υολάνδην, αδελφήν των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων Βαλδουίνου και Ερρίκου εξ ής έσχε τρείς υιούς και πολλάς θυγατέρας, ών η μία καλουμένη, ως και η μήτηρ της Υολάνδη, συνεζεύχθη τω βασιλεί της Ουγγαρίας Ανδρέα. Ήτο λοιπόν ο Πέτρος εκ της συζύγου αυτού γαμβρός των δύο Φράγκων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, και επειδή η μνήμη, αμφοτέρων τούτων ήτο παρά τοις Φράγκοις σεβαστή, έστρεψαν, θανόντος του Ερρίκου, τα βλέμματά των προς αυτόν (101).

Αλλά την πλειοψηφίαν των εκλογέων είχεν ο της Ουγγαρίας βασιλεύς Ανδρέας, ανεψιός εκ της γυναικός αυτού των δύο αυτοκρατόρων, διότι ήτο ανήρ δεδοκιμασμένης γενναιότητος και πείρας, ικανός δε ου μόνον να διατηρήση, αλλά και να επαυξήση το κράτος του. Άλλως τε διά της συνενώσεως της Ουγγαρίας μετά του Βυζαντίου υπό ένα μονάρχην έμελλον να διπλασιασθώσιν αι δυνάμεις του κράτους (102).

Πριν ή αποφασίσωσιν οι βαρώνοι περί της εκλογής αυτού, εθεώρησαν καλόν να τον προειδοποιήσωσι περί του σκοπού, όν είχον, και να πληροφορηθώσιν αν εκλεγόμενος εδέχετο το στέμμα, παρορωμένον των δικαιωμάτων του πενθερού του Πέτρου. Ο Ανδρέας ητοιμάζετο κατά την εποχήν εκείνην να εκστρατεύση προς κατάκτησιν της Αγίας Γης· συνεβουλεύθη λοιπόν ερωτώμενος υπό των εν Κωνσταντινουπόλει εκλογέων τι εσκόπει, περί του πρακτέου τον Πάπαν Ονώριον Γ’, όστις διεδέξατο επί του παπικού θρόνου, τον τη 16 Ιουλίου 1216 αποβιώσαντα Iννοκέντιον Γ’. o δε Ονώριος τον συνεβούλευσε να μη παραιτήση την εκπλήρωσιν της ευσεβούς ευχής ήν εποίησε του να ελευθερώση την Αγίαν Γην, διότι η επιτυχία της επιχειρήσεως εκείνης ήθελε τω περιάψει δόξαν λαμπροτέραν και μονιμωτέραν ή το της Κωνσταντινουπόλεως στέμμα. Είτε λοιπόν διότι ο Πάπας τον συνεβούλευσεν ούτως, είτε διότι φύσει ευσεβής και δίκαιος ων δεν ηνέχετο να θυσιάση εις την φιλοδοξίαν του τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πενθερού του, στενωτέρου συγγενούς των αποβιωσάντων αυτοκρατόρων όντος, ο Ανδρέας απέρριψε την γενομένην αυτώ υπό των βαρώνων πρότασιν, και τοιουτοτρόπως εκείνοι αναγκασθέντες έπεμψαν πρέσβεις προς τον Πέτρον κόμητα του Κουρτεναί, προσφέροντες αυτώ το στέμμα, και προσκαλούντες τον να σπεύση όσω τάχιον εις Κωνσταντινούπολιν ίνα λάβη τας ηνίας του κράτους (103).

Βεβαίως η προσφορά αύτη δεν ήτο μικρού λόγου αξία· αποδεξάμενος λοιπόν ο Πέτρος το στέμμα, ήρξατο ποιών τας αναγκαίας προς αναχώρησιν προπαρασκευάς, και πρώτον εστρατολόγησε πεντακισχιλίους και πεντακοσίους λογάδας πεζούς τε και ιππείς όπως τον συνοδεύσωσι καθ’ οδόν και ενισχύσωσι τας δυνάμεις του κράτους του· εις δε την πολυάριθμον ταύτην συνοδείαν προσετέθη ο γαμβρός αυτού Γουλλιέλμος, κόμης του Σανσέρ μετά εκατόν εξήκοντα ιπποτών και πολλών ευγενών Γάλλων, όπως δ’ επαρκέση εις τας δαπάνας του ταξειδίου του ο Πέτρος υπεθήκευσεν εις τον γαμβρόν αυτού Ερβαίον δε-Δονζύ την κομητείαν της Τοννέρης και τα κτήματα του Κρουζή επί τω όρω αν απέθνησκεν εντός έξ ετών, αι κτήσεις αύται να μένωσιν εσαεί υπό την κυριότητα του Ερβαίου και των διαδόχων του, αν δ’ επανέλθη παρελθόντων των έξ ετών, να τω επιστρέφωνται ισοβίως. Όλως δε απησχολημένος εις τα σχέδια και την δόξαν, ήν συνήθως γεννά η αρχή μεγάλης εξουσίας, ανεχώρησεν εκ Γαλλίας μετά της συζύγου και τεσσάρων θυγατέρων του, καταλιπών εις Ναμούρ τους δύο υιούς του Φίλιππον και Ροβέρτον, και εισήλθεν εις Ιταλίαν, αρχομένου του έτους χιλιοστού διακοσιοστού δεκάτου εβδόμου (104).

Διερχόμενος εκ Βολωνίας ο Πέτρος κατέλυσεν εις τον οίκον του Λαβερτίνη και δυνάμει της αυτοκρατορικής εξουσίας προεβίβασεν εις το ιπτοτικόν αξίωμα τον Γουήν Λαμβέρτην και δύο ετέρους ευγενείς Βολωνούς, τον Λουδοβίκον δηλονότι Ραμπώνα και τον Τέσταν Πέτρον· αφίκετο δε εις Ρώμην μετά της συνοδείας του κατ’ Απρίλιον μήνα και εγένετο δεκτός εν αυτή παρά τε του Πάπα, του κλήρου και του Ρωμαϊκού λαού, μεθ’ απάσης της οφειλομένης εις τον βαθμόν και την γέννησιν αυτού τιμής. Εν πρώτοις ητήσατο μετ’ επιμονής παρά του Ονωρίου Γ να στέψη αυτόν τε και την σύζυγόν του Υολάνδην αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως· αλλ’ ο Πάπας αντέστη εις την αίτησιν ταύτην λόγω μεν διότι δεν ήθελε να διεκδικήση δικαίωμα ανήκον ανέκαθεν εις τον της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην και το οποίον και επ’ εσχάτοις επεκύρωσεν εις τον Θωμάν Μοροζίνην ο προκάτοχος αυτού Ιννοκέντιος, πράγματι δε διότι εφοβείτο μη διά της στέψεως επικυρώση και νομιμοποιήση τας αξιώσεις, άς οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες είχον τηρήσει επί της Ρώμης και της δυτικής αυτοκρατορίας. Εν τούτοις εκβιασθείς από τας εκλιπαρήσεις του κόμητος και των μεσολαβησάντων φίλων του, επείσθη τέλος ν’ εκπληρώση την επιθυμίαν του· αλλ’ όπως προλάβη τας συνεπείας ηρνήσατο να τελέση την της στέψεως τελετήν εντός της Ρώμης (105).

Χρονογράφος τις της εποχής εκείνης (106) ιστορεί ότι τας δυσχερείας ταύτας περί την στέψιν του Πέτρου προυκάλεσεν ιδίως ο Ουλοίχος, αββάς του Αγίου Γιλλίου εν Ελβετία και πρεσβευτής του αυτοκράτορος Όθωνος εν Ρώμη, όστις ουχί μόνον αντέστη όπως ο Πάπας στέψη τον νέον αυτοκράτορα εντός του ναού του Αγίου Πέτρου, λέγων ότι ούτος δεν ηδύνατο να τω προσφέρη στέμμα αυτοκρατορικόν άνευ της συγκαταθέσεως του Όθωνος, όν ως πρέσβυς αντιπροσώπευεν, αλλά και μια των ημερών, ελθόντας του Πέτρου προς επίσκεψιν του Πάπα, ενώ πάντες οι παρατυρόντες καρδινάλιοι και ευγενείς έσπευσαν να τω προσφέρωσι πάσας τας τιμάς, ο Ουλρίχος εκεί εντυχών ουδεμίαν τιμήν τω προσέφερεν, μάλιστα δε ουδέ τα βλέμματα να στρέψη προς τον εισελθόντα Πέτρον κατεδέχθη περιφρονών αυτόν. Εντούτοις ο Πέτρος και η σύζυγος αυτού Υολάνδη, εστέφθησαν τη 9 Απριλίου 1217 υπό του Πάπα μεθ’ όλης της επισημότητος αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως εν τη εκτός των τειχών της Ρώμης εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου, εξ ης έμελλον να εισέλθωσιν εις την πόλιν φέροντες το στέμμα επί την κεφαλήν και μετά μεγίστης παρατάξεως, ει μη ο Ουλρίχος επιμόνως ανθιστάμενος διεκώλυεν αυτόν (107). Μετά το τέλος της στέψεως, καθ’ ήν παρήν ο Γουλιέλμος μαρκήσιος της Μοντφεράτης, ο νέος αυτοκράτωρ παρέχων αυτώ δείγμα ευνοίας και τιμής, τω απένειμεν επ’ ονόματι αυτού και ως φύλαξ και κηδεμών Δημητρίου του αδελφού του, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης και άλλας γαίας, οποίας είχον παραχωρήσει εις τον μαρκήσιον Βονιφάτιον οι αυτοκράτορες Βαλδουίνος και Ερρίκος· αφ’ ετέρου ο Πάπας, επόμενος τω παραδείγματι του προκατόχου του Ιννοκεντίου, τον κατέστησε προστάτην του νεαρού αυτού ηγεμόνος, ως και της μητρός του αυτοκρατείρας Μαργαρίτας, ή έδωκε το προνόμιον του να μη δύνηται να αφορισθή παρ’ ετέρου επισκόπου εκτός του Πάπα. Έγραψε δε τρεις ημέρας μετά την στέψιν και προς τον Πατριάρχην Γερβάσιον, λέγων αυτώ ότι καί τοι ηναγκάσθη να στέψη τον κόμητα ενδίδων εις τας θερμάς αυτού εκλιπαρήσεις και επιθυμών να παγιώση την εξουσίαν αυτού, ήν άλλως εδύναντο να διαμφισβητήσωσί τινες, μη ευαρεστηθέντες τυχόν εις την εκλογήν του, κατ’ ουδέν όμως ηννόει να προσβάλη τα δικαιώματα άτινα εκέκτηντο οι της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχαι κατά τοιαύτας περιστάσεις (108).

Παρελθουσών εννέα ημερών μετά την στέψιν, ο Πέτρος ανεχώρησεν εκ Ρώμης μετά της συζύγου, των θυγατέρων και απάσης της συνοδείας αυτού, ή προσετέθη και ο καρδινάλιος Ιωάννης Κολόνας, αποστελλόμενος υπό του Πάπα εξαρχής αυτού παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Αφικόμενος εις Βρίνδισι, επέβη επί του Ενετικού στόλου, τον οποίον η Ενετία τω είχεν ετοιμάσει όπως τον μεταφέρη εις Ανατολήν, ανθ’ ού, ο Πέτρος υπεσχέθη να πλεύση μετά των στρατιωτών αυτού εις Ήπειρον και κυριεύσας το Δυρράχιον όπερ, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, κατέλαβεν ο της Ηπείρου δεσπότης Θεόδωρος, αποδώση αυτό τη Δημοκρατία. Αποστείλας λοιπόν την σύζυγον και τας θυγατέρας αυτού κατ’ ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν, αυτός μετά του στρατού του απέβη πλησίον του Δυρραχίου και ελθών επολιόρκησεν αυτό· αλλ’ η πολιορκία της πόλεως ταύτης τω επήνεγκε την καταστροφήν του και έρριψεν από της κεφαλής του το στέμμα πριν ή φθάση έτι εις Κωνσταντινούπολιν.

Περί της αποτυχίας ταύτης και της επελθούσης τω Πέτρω καταστροφής πολλαί παρά των ιστορικών εκφέρονται γνώμαι. Τινές ιστορούσιν ότι ενώ επολιόρκει το Δυρράχιον, εξόδου ποιησαμένης της φρουράς, συνελήφθη παρ’ αυτής και απήχθη αιχμάλωτος· έτεροι, ότι έπεσε πολεμών. Άλλοι αφηγούνται, ότι ο Θεόδωρος προσποιηθείς ότι μέλλει να παραδοθή, παρέσυρε τον Πέτρον μετά ολιγαρίθμου συνοδείας προς την πόλιν και εκεί τον εφόνευσεν· αλλά τας δύο ταύτας τελευταίας εξιστορήσεις διαψεύδουσιν αυταί αι επιστολαί του Ονωρίου, όστις γράφων προς τους βασιλείς και ηγεμόνας, παροτρύνει αυτούς ν’ αναλάβωσι την απελευθέρωσιν του αυτοκράτορος και του εξάρχου Κολώνα· ώστε πιθανώτερον έστι το εξής. Ο Πέτρος μετά πολυήμερον και επιζήμιον πολιορκίαν του Δυρραχίου αναγκασθείς να λύση ταύτην απεφάσισε να μεταβή διά ξηράς εις Κωνσταντινούπολιν, διερχόμενος τας χώρας του Θεοδώρου και το βασίλειον της Θεσσαλονίκης· αλλά μόλις περιεπλέχθη εις τα όρη της Αλβανίας, προσεβλήθη πανταχόθεν υπό των Γραικών, οίτινες και τας τροφάς του απέκοψαν και τον στρατόν του εδεκάτιζον. Εις τοιαύτην δεινήν θέσιν τω Πέτρω ευρισκομένω και υπό της ασιτίας κινδυνεύοντι να αποθάνη, μόνον μέσον τω απελείπετο ο πόλεμος, τον οποίον όμως ο Θεόδωρος απέφευγε, φρονών ότι εδύνατο να καταστρέψη τους εχθρούς, χωρίς αυτός ουδέν να κινδυνεύση ή να ζημιωθή. Προσεποιήθη λοιπόν ότι επιθυμεί να έλθη εις συμβιβασμόν μετά του αυτοκράτορος και προς τούτο απηυθύνθη προς τον έξαρχον όπως δι’ αυτού επέλθη ο συμβιβασμός. Μετά πολλάς διαπραγματεύσεις συνεφωνήθη να επιτραπή εις τον Πέτρον και τον στρατόν αυτού η διά των χωρών του Θεοδώρου διάβασις, χωρίς ούτος κατ’ ουδέν να τον παραβλάψη, αλλά τουναντίον ανεδέχετο να τω παράσχη και τας αναγκαίας διά τον στρατόν του τροφάς. Αρχαίος τις Χρονογράφος παρά Δουκαγγίω (109) αναφέρει ότι μεταξύ των άρθρων της συνθήκης υπήρχε και έν, διά του οποίου υπεχρεούντο οι Γάλλοι να παραδώσωσι τα όπλα των εις τον Θεόδωρον, ού γενομένου, ούτος συνέλαβε τον αυτοκράτορα, τον παπικόν έξαρχον, τον κόμητα του Σανσέρ και τους λοιπούς ευγενείς· αλλά τούτο δεν φαίνεται πιστευτόν. Έτεροι τέλος ιστορικοί λέγουσιν ότι ο αυτοκράτωρ και οι επισημότεροι της συνοδείας του, προσβληθέντες μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης εις συμπόσιον, συνελήφθησαν, και ότι οι στρατιώται αυτού, ανύποπτοι επίσης διατελούντες ένεκα της συνθήκης, προσβληθέντες εξαπίνης υπό του Θεοδώρου, ηχμαλωτίσθησαν και οι μεν εκλείσθησαν εις τας φυλακάς οι δε, εν τοις όρεσιν εκτεθέντες, κακώς εξεμέτρησαν το ζην (110).

Το δυστύχημα τούτο γνωστόν γενόμενον προυξένησε, την αλγεινοτέραν εντύπωσιν εις τε την Κωνσταντινούπολιν και εις Ευρώπην· ο δε Πάπας εθλίβη καιρίως διά την αιχμαλωσίαν μάλιστα του εξάρχου αυτού. Έγραψε λοιπόν περί τούτου προς τον Θεόδωρον, ως περί πράξεως ιεροσύλου, απειλών αυτόν, με όλους τους κεραυνούς της ανθρωπίνης και θείας εκδικήσεως, αν δεν ηλευθέρου παραχρήμα τον έξαρχον· το δε περίεργον ότι εν τη επιστολή του εκείνη ουδεμίαν εποιείτο μνείαν του αυτοκράτορος, ίσως διά να μη ελαττώση την ισχύν των απειλών, διανέμων αυτάς μεταξύ δύο αντικειμένων. Απηυθύνθη δε συνάμα προς τον γαμβρόν του αιχμαλωτισθέντος Πέτρου, τον βασιλέα της Ουγγαρίας, εξορκίζων αυτόν να μετέλθη τα πάντα, προς σωτηρίαν του πενθερού του και απειλήση τον Θεόδωρον ότι ήθελε τον προσβάλλει μεθ’ όλου του στρατού, όν ητοίμαζε διά την εκστρατείαν της Αγίας Γης. Δεν έπαυσε δε ταυτοχρόνως, προσκαλών εις βοήθειαν της Αγίας Έδρας και του παθόντος αυτοκράτορος, τους ηγεμόνας της Ελλάδος, και τους Γάλλους αρχιεπισκόπους και επισκόπους, οίς επέταξε να προκηρύξωσι νέαν σταυροφορίαν υπό τας διαταγάς του Ροβέρτου. Ο Πάπας ουδέν μέσον αμελών έπεμψε και προς τον δεσπότην Θεόδωρον τον επίσκοπον Κρότωνος καί τινα ερημίτην, καλούμενον Ευφραίμ, όπως υποδείξωσιν αυτώ την καταιγίδα, ήν προυκάλει ασυνέτως. Και όντως ο Θεόδωρος ιδών τον επικείμενον κίνδυνον, ως μόνον μέσον όπως τον αποσοβήση έκρινε το να προσοικειωθή τον Πάπαν, δι’ όπερ συνωμολόγησε κατά Ιαννουάριον του 1218 συνθήκην, δυνάμει της οποίας υπεχρεούτο ν’ απαλλάξη της ειρκτής τον έξαρχον και αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Τοιουτοτρόπως ούτος αναλαβών υπό την προστασίαν αυτού τον Θεόδωρον απηγόρευσεν εις τους Ενετούς και τους μετ’ εκείνων συνασπισθέντας σταυροφόρους επί ποινή αφορισμού πάσαν κατά του της Ηπείρου δεσπότου προσβολήν και απέτρεψε νέας συμφοράς, αίτινες μετά της νέας σταυροφορίας ήθελον ενσκήψει επί των δυστυχών Γραικών της Ανατολής (111).

Εν τη γενομένη ταύτη μεταξύ Ονωρίου και Θεοδώρου συνθήκη ουδόλως μνημονεύεται το όνομα του αυτοκράτορος Πέτρου, εξ ού υπέθεσάν τινες ότι ούτος δεν έζη πλέον, μαρτυρία προς τούτο χρώμενοι και τω Ακροπολίτη λέγοντι (112) «Νικώσι γουν κατά κράτος οι του Κομνηνού Θεοδώρου το των Λατίνων στράτευμα ως πάντας άρδην δεσμώτας ποιήσαι συν πάσι σκεύεσι και αυτόν δε τον βασιλέα Πέτρον έργον μαχαίρας γενέσθαι.» Αλλά ο βίος του ατυχούς αυτοκράτορος φαίνεται ότι παρετάθη και μετά την αιχμαλωσίαν. Χρονογράφος τις ιστορεί ότι ο Θεόδωρος συλλαβών τον τε Πέτρον και τον καρδινάλιον απεφάσισε να φονεύση αμφοτέρους· αλλ’ αναλογισθείς ότι ο φόνος αυτών εδύνατο να προκαλέση γενικόν κατ’ αυτού των Φράγκων συνασπισμόν, ενώ, αν τους διετήρει ζώντας, ήθελεν αναγκάσει αυτούς διά πάσης θυσίας να αιτήσωσι την απελευθέρωσίν του, δεν επραγματοποίησε τους φονικούς αυτού σκοπούς, αλλά μεταχειρισθείς τον έξαρχον φιλανθρώπως, κατέκλεισεν εις φυλακήν τον αυτοκράτορα, ένθα ούτος μετ’ ολίγας ημέρας απεβίωσεν εκ θλίψεως (113)

Εν τούτοις οι Ενετοί κωλυόμενοι υπό του Πάπα να προσβάλωσι τον Θεόδωρον, συνωμολόγησαν μετ’ αυτού πενταετή ανακωχήν, ο δε καρδινάλιος Κολώνας, λυτρωθείς της φυλακής, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν ένθα ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού. Ήλθε μετ’ ου πολύ εις έριδας προς Γοδοφρέδον τον πρίγγιπα της Αχαΐας και Όθωνα τον κύριον των Αθηνών, οίτινες κατέλαβον κτήματά τινα, ανήκοντα τη εκκλησία. Ούτοι αφορισθέντες υπό του καρδιναλίου, ανεγέρθησαν προς τον Πάπαν, όστις κατά πρώτον μεν εδικαίωσεν αυτούς και σφοδρώς επετίμησε τον καρδινάλιον ως καταχρώμενον της εξουσίας του, αλλά γνους οψιαίτερον την απάτην του, εδικαίωσε τον έξαρχον και επεκύρωσε τον αφορισμόν, εις όν υπέβαλεν εκείνος τον Γοδοφρέδον και τον Όθωνα (114).

Κατά την απουσίαν του Πέτρου η διοίκησις του κράτους εν Κωνσταντινουπόλει ενηργείτο υπό της αυτοκράτειρας Υολάνδης, ήτις όμως μικρόν επέζησε μετά τον θάνατον του συζύγου αυτής. Περί της βασιλείας της ουδέν άλλο γνωρίζομεν, ή ότι επεκύρωσε την επί πέντε έτη γενομένην πρότερον συνθήκην μετά του Λασκάρεως και όπως συσφίγξη τους μεταξύ της αυτοκρατορίας της Νικαίας και της του Βυζαντίου δεσμούς, εξέδωκεν αυτώ εις γάμον την τριτότοκον θυγατέρα της Μαρίαν. Απεβίωσε δε η Υολάνδη ολίγον μετέπειτα, εν έτει 1219, καταλιπούσα εκ του συζύγου αυτής Πέτρου ένδεκα τέκνα, ών τέσσαρα άρρενα, τον Φίλιππον, κόμητα του Ναμούρ, τον Ροβέρτον, όστις διεδέξατο τον πατέρα του επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, τον Ερρίκον, όστις εγένετο μετά τον Φίλιππον κόμης του Ναμούρ, και τον Βαλδουίνον, όν έτεκε μόλις εν Κωνσταντινουπόλει ελθούσα, και επτά θυγατέρας, ών η πρώτη Υολάνδι ενυμφεύθη τον Ανδρέαν βασιλέα της Ουγγαρίας, η δευτέρα Αγνή, τον Γοδοφρέδον πρίγγιπα της Αχαΐας, η τρίτη Μαρία τον Λάσκαριν αυτοκράτορα Νικαίας, η τετάρτη, Μαργαρίτα, τον κόμητα του Βιανδέμ, η πέμπτη, Ισαβέλλα, εις πρώτον μεν γάμον τον Γοσέρον, κόμητα Βαρσουρσέης, εις δεύτερον δε τον Εύδον δε-Μονταιγού, η έκτη, Σίβυλλα, εγένετο μοναχή, και η εβδόμη τέλος, ής το όνομα διατελεί άγνωστον, ενυμφεύθη τον Ραούλ, κύριον του Ισουδούμ (115).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ.

ΡΟΒΕΡΤΟΣ
Τέταρτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
25 Μαρτίου 1221-1228.

Τρεις μέχρι τούδε αυτοκράτορος προσέφερεν η Δύσις προς την Ανατολήν, και των τριών το τέλος υπήρξεν οικτρόν και επώδυνον. Την καταδυνάστευσιν, την βίαν, την αρπαγήν προσέφερεν η Δύσις, την αιχμαλωσίαν, το δηλητήριον, τον θάνατον ανταπέδωκεν η Έω. Οι Ευρωπαίοι ιστοριογράφοι, οι περί της Φραγκικής εν Κωνσταντινουπόλει κυριαρχίας πραγματευσάμενοι, εκάκισαν πικρώς τους Γραικούς, και εν τη αγανακτήσει αυτών διά τα των ομοφύλων παθήματα, δεν έλειψαν να τοις προσάψωσι τας φαυλοτέρας προσωνυμίας· αλλ’ αν μέμφωνται εκείνοι έθνος, όπερ κατ’ ουδέν άλλο έπταισεν αυτοίς ειμή ότι προσεπάθησε διά παντοίων μέσων, έστω και ουχί τόσω επιζήλων, ν’ αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν ανδρών αλλοφύλων και αλλοθρήσκων, τι δύνανται άρα και οι Γραικοί να είπωσι περί εκείνων, οίτινες επιδραμόντες δίκην ληστών εις τας χώρας αυτών, έθυσαν, εδήωσαν, ελαφυραγώγησαν και εξηνδραπόδισαν πλήθη όλα χριστιανών, μεθ’ ών κοινόν είχον ουδέν άλλο πλην ή του βαπτίσματος;

Μετά την αποβίωσιν της Υολάνδης, την οποίαν εν τω τάφω παρηκολούθησε μετ’ ου πολύ ο Πατριάρχης Γερβάσιος, η διαδοχή του θρόνου κατά δίκαιον ώφειλε να περιέλθη εις τον πρωτότοκον του Πέτρου υιόν Φίλιππον, όστις διέμενεν εις Γαλλίαν άρχων του Ναμούρ. Τούτου ένεκα, άμα εγένετο γνωστός εν Κωνσταντινουπόλει ο θάνατος του Πέτρου, οι βαρώνοι, αναλογιζόμενοι ότι δεν έπρεπεν ουδ’ επί στιγμήν ν’ αφήσωσι το κράτος άνευ ηγεμόνος, συνήλθον, και πρώτον μεν εξελέξαντο τοποτηρητήν αυτοκρατορικόν τον Κόνωνα Πετούνην, γεγαρόν λείψανον των πρώτων κατακτητών και άνδρα εξιδιασμένης πείρας και εξόχου ανδρίας, είτα δε επειδή νόμιμος του θρόνου διάδοχος ήτο ο Φίλιππος, κόμης του Ναμούρ, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις όπως τω προσφέρωσι το στέμμα και τον προσκαλέσωσιν ίνα, σπεύσας εις Κωνσταντινούπολιν, παραλάβη την πλουσίαν και πολύδοξον αυτού κληρονομίαν· αλλ’ εκείνος είτε εκ φίλτρου προς την γεννέτειραν αυτού γην, είτε διότι προυτίμα τα ενεστώτα και βέβαια των μελλόντων και αβεβαίων, είτε τέλος, ως έτεροι ισχυρίζονται, διότι ήτο περιπεπλεγμένος εις πεισματώδη πόλεμον προς Γαλερανόν τον Λούκα του Λιμβούργου, ευχαριστήσας τους βαρώνους διά την γενομένην αυτώ προσφοράν, ηρνήσατο να δεχθή το στέμμα, προτείνων ως διάδοχον αυτού τον νεώτερον αδελφόν του Ροβέρτον. Ζητηθείσης δε προς τούτο και της του βασιλέως της Γαλλίας Λοδουβίκου Η’. γνώμης και εγκρίναντος αυτού την επί του θρόνου ανάβασιν του Ροβέρτου, οι βαρώνοι εξελέξαντο αυτόν αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την διοίκησιν του Κόνωνος ως αντιβασιλέως, γεγονότα άξια λόγου ουδόλως συνέβησαν εν Κωνσταντινουπόλει, καθόσον ο ανήρ ούτος κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν και μέριμναν όπως καταπαύση τον εις τα πνεύματα των Φράγκων ενυπάρχοντα ερεθισμόν, και συνδιαλλάξη αυτούς προς αλλήλους. Το μόνον κατά τον χρόνον εκείνον επελθόν σπουδαίον γεγονός είνε η μεταξύ κλήρου και ευγενών αναφυείσα έρις, αφορμήν λαβούσα το φιλάρπαγον και ακόρεστον αμφοτέρων. Οι κληρικοί, αχόρταστοι πάντοτε, δεν ηρέσκοντο εις τα στενά όρια, εν τοις οποίοις περιεστάλη η φιλοχρηματία και η κενοδοξία αυτών· οι δ’ ευγενείς έμπαλιν, πλουτήσαντες εκ των λαφύρων του αρχαίου κλήρου, εζήτουν επί μάλλον να επαυξήσωσι τα πλούτη των, ολοσχερώς γυμνούντες τους κληρικούς. Εκ τούτου λοιπόν επήλθον έριδες και διχοστασίας και θόρυβοι αδιάλειπτοι· όπως δε δοθή έν πέρας εις την ανώμαλον ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων, απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι διαφερόμενοι εις συνδιάσκεψιν, και όντως συνήλθον, τω 1219, οι μεν κληρικοί, προεδρεύοντος του παπικού εξάρχου και καρδιναλίου Ιωάννου Κολώνα, οι δε ευγενείς του Κόνωνος Πετούνη, και συζητήσαντες τας εφισταμένας διαφοράς συνέταξαν συμβόλαιον συμβιβασμού, το οποίον υπέγραψαν πάντες. Φαίνεται δε ότι οι κληρικοί υπήρξαν ευτυχέστεροι κατά την συνδιαλλαγών, διότι μεταξύ των άλλων επέτυχον την εις τας μητροπολιτικάς εκκλησίας παραχώρησιν πάντων των κτημάτων, άτινα κατείχον αύται βασιλεύοντος του πρώτου Αλεξίου του Κομνηνού (116).

Εν τούτοις ο Ροβέρτος, περατωθεισών των διά την αναχώρησιν αυτού εκ Γαλλίας προπαρασκευών, απήλθεν εκείθεν, φθίνοντος του έτους 1220, και διελθών την Γερμανίαν και Ουγγαρίαν ένθα παρέμεινε μέχρι της τελέσεως του γάμου Άννης της ανεψιάς αυτού και θυγατρός του βασιλέως Ανδρέου μετά Ιωάννου Αζάν βασιλεύς των Βουλγάρων, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν, και εστέφθη αυτοκράτωρ, τη 25 Μαρτίου 1221 υπό του Πατριάρχου Ματθαίου, όστις είχε δεχθή τον αποβιώσαντα Γερβάσιον. Τοιουτοτρόπως έλαβε το σκήπτρον της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας ο Ροβέρτος (117).

Πρώτον έργον του νέου αυτοκράτορος υπήρξε να επιθεωρήση και επικυρώση τας πράξεις του αυτοκρατορικού τοποτηρητού, Κόνωνος, όστις απεβίωσε σχεδόν άμα ο Ροβέρτος παρέλαβε την εξουσίαν. Μετά ταύτα συναγαγών, τους Γάλλους και Ενετούς βαρώνους εζήτησε πληροφορίας περί της γενικής καταστάσεως των πραγμάτων και επεκαλέσθη την συνδρομήν αυτών, όπως δυνηθή υπ’ εκείνων ενισχυόμενος να εκπληρώση την δυσχερή αποστολήν, την οποίαν η θεία Πρόνοια τω ανέθηκεν. Ανανεώσας τας μετά των Ενετών συνθήκας των προκατόχων του αυτοκρατόρων, παρετήρησε μετά λύπης την οικτράν διαφωνίαν, ήτις υπήρχε μεταξύ Γάλλων και Ενετών αφ’ ενός και μεταξύ ευγενών και κλήρου αφ’ ετέρου. Οι Ενετοί αισθανόμενοι, ότι εισίν η μόνη δύναμις του κράτους, διότι αι εκ Δύσεως επικουρίαι ήσαν ασήμαντοι, είχον μεγάλας αξιώσεις, τας οποίας απέκρουον οι Γάλλοι, ετέρας προβάλλοντες· εκ του άλλου τιμαριούχοι τινες είχον κηρύξει αμείλικτον κατά του κλήρου πόλεμον. Είς αυτών και ασπονδότερος εχθρός του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας καταλαβών τας εκκλησίας, ενέμετο τας περιουσίας αυτών, ο δε παπικός έξαρχος θελήσας να τον σωφρονίση και μη εισακουσθείς, εξηκόντισε κατ’ αυτού δεινόν αφορισμόν· αλλ’ εκείνος θρασύτερος εκ τούτου γενόμενος, ήρξατο εκδιώκων εκ του κράτους του και καθείργων ιερείς τε και επισκόπους, βεβηλών και διαρπάζων τα θυσιαστήρια και τους ναούς και τιμωρών τους παρέχοντας άσυλον εις τους παρ’ αυτού καταδιωκομένους ιερείς. Ο Πάπας πληροφορηθείς τα γενόμενα, εξεσφενδόνισε τοσούτον σφοδρά κατ’ αυτού επιτίμια, ώστε ηναγκάσθη να κλίνη τον αυχένα, καθ’ όσον και ο αυτοκράτωρ Ροβέρτος, όστις μόνος δεν ετόλμα τέως να καταπολεμήση ηγεμόνα τοσούτον ισχυρόν, ενθαρρυνθείς εκ των πνευματικών κεραυνών του Πάπα ανέλαβεν υπό την προστασίαν του τα δικαιώματα της εκκλησίας, υπέρ ής είχεν εκδώσει και προνομιακόν διάταγμα. Τούτ’ αυτό διέπραξε και ο Γουλλιέμος, μαρκήσιος της Βουδονίτζης, τοποτηρητής δε του βασιλείου της Θεσσαλονίκης μέχρι της ενηλικιότητος του νέου Δημητρίου (118).

Εντούτοις Θεόδωρος ο Λάσκαρις δραξάμενος της περιστάσεως του θανάτου της αυτοκρατείρας Υολάνδης, ής την θυγατέρα είχε σύζυγον, και προ πολλού επιθυμών να λύση την ειρήνην, ανέλαβε τα όπλα αξιών ότι η σύζυγός του ώφειλε να λάβη το επιβάλλον αυτή μέρος εκ της κληρονομίας της αυτοκρατείρας μητρός της. Βεβαίως το παράβολον της αξιώσεως συνησθάνετο και αυτός· αλλ’ ανήρ φιλόδοξος και φιλοπόλεμος ων, σκιάν αφορμής εζήτει ίνα κηρύξη τον πόλεμον. Ο τοποτηρητής του αυτοκράτορος Κόνων Πετούνης είχε πέμψει κατ’ αυτού Γάλλους τινάς βαρώνους μετά στρατιωτών υπό την ανωτάτην αρχηγίαν του Γεράρδου Δελατρουή· αλλά μόλις ήρξαντο αι εχθροπραξίαι, οι Βαρώνοι πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν άφιξιν του Ροβέρτου έσπευσαν να επανέλθωσι, το μεν όπως τω προσφέρωσι τα σεβάσματά των, το δε, όπως παραστώσιν εις την στέψιν του. Αφ’ ετέρου ο δεσπότης της Ηπείρου δεν έπαυε παραβλάπτων και ποικιλοτρόπως ενοχλών τους Φράγκους. Τούτου ένεκεν ο Ροβέρτος βλέπων ότι αδύνατον τω απέβαινε να καταπολεμήση ταυτοχρόνως δύο αντιπάλους, απεφάσισε να ειρηνεύση προς τον ένα εξ αυτών, όπως καταβάλη τον έτερον, και επειδή ο Λάσκαρις ήτο ειρηνικότερος και ειλικρινέστερος του Θεοδώρου, έπεμψε προς αυτόν τον Γεράρδον Δελατρουή και τον Θιερρήν δε-Βαλλιγκούρ πρέσβεις, οίτινες τη αρρωγή και της συζύγου εκείνου Μαρίας, επέτυχαν να συνομολογήσωσιν ειρήνην, δι’ ής μεταξύ των άλλων ο Ροβέρτος υπεχρεούτο να ελευθερώση τον αδελφόν του Λασκάρεως, όν εκράτει αιχμάλωτον, οφείλοντος συνάμα και του αυτοκράτορος της Νικαίας να ελευθερώση πάντας τους υπ’ αυτού αιχμαλωτισθέντας Φράγκους. Προς πλείω δε παγίωσιν της μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων δυσπνοίας, απεφασίσθη να λάβη ο Ροβέρτος εις σύζυγον Ευδοκίαν, την τετάρτην θυγατέρα ήν ο Λάσκαρις είχεν εκ της πρώτης αυτού συζύγου Άννης, θυγατρός Αλεξίου Ανδρονίκου του Κομνηνού. Το μελετώμενον τούτο σχέδιον κατεπολέμησεν εντόνως ο εν Νικαία Πατριάρχης Μανουήλ και ο τούτου διάδοχος Γερμανός, προβάλλοντες ότι κατά τους της Ορθοδόξου Εκκλησίας κανόνας δεν ήτο επιτετραμμένον να δώση την θυγατέρα του εις τον αδελφόν της συζύγου του· αλλ’ ο Λάσκαρις μικράν προσοχήν εις των Πατριαρχών τους λόγους δίδων, και κολακευόμενος υπό της ιδέας του ότι η θυγάτηρ του θα καθίση επί του αυτοκρατορικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου ητοιμάζετο όπως αποστείλη αυτήν προς τον μελλόνυμφόν της, ότε επελθών, εν έτει 1222 ο θάνατος διεσκέδασε τους σκοπούς αυτού. Απεβίωσε δε ο Λάσκαρις εις ηλικίαν πεντήκοντά που ετών και μετά δεκαοκταετή βασιλείαν, και ετάφη εν Νικαία εν τη του Υακίνθου μονή, ένθα ετέθαπτο ο βασιλεύς Αλέξιος και η σύζυγος αυτού Άννα. Ιδού δε πώς ο Ακροπολίτης εικονίζει αυτόν. «Ην το δε σώμα μικρός, ουκ άγαν δε, μελάγχρους εφ’ ικανόν, καθήμενον έχων το γένειον και περί το άκρον σχιζόμενον, επ’ ολίγον ετερόφθαλμος, προς τας μάχας οξύς, θυμού τε και αφροδισίων ηττώμενος, ελευθερώτερος εν ταις δωρεαίς» (119).

Ο Θεόδωρος Λάσκαρις αποβιώσας κατέλιπε τέσσαρας αδελφούς, τον Αλέξιον, Ισαάκιον, Μανουήλ και Μιχαήλ· εκ δε της πρώτης αυτού συζύγου Άννας έσχε δύο υιούς εις βρεφικήν ηλικίαν τελευτήσαντας και τέσσαρας θυγατέρας, ών η μεν πρωτότοκος Ειρήνη, είχε νυμφευθή πρώτον μεν μετά Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, είτα δε μετά Ιωάννου Δούκα του Βατάτζη, η δε δευτέρα μετά του δουκός της Αυστρίας, η τρίτη μετά Βήλα του της Ουγγαρίας βασιλέως και η τετάρτη Ευδοκία, ήτο εκείνη, την οποίαν εμελέτα να εκδώση εις τον αυτοκράτορα Ροβέρτον. Διάδοχος λοιπόν αυτού ήτο ο επί θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, ανήρ κεκοσμημένος ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς. «Σύνεσιν πλούτων φυσικήν, λέγει Νικηφόρος ο Γρηγοράς και τρόπου ευστάθειαν (120) και βεβηκός ήθος, κάλλιστα την αρχήν διίθυνε και εκόσμει, και τοις τε Ρωμαίων πράγμασι και στρατεύμασι πλείστην εν βραχεί την επίδοσιν εδεδώκει κατά το εκατέροις ανάλογον, μήτε προ βουλής εργαζόμενος ουδέν, μήτε μετά την βουλήν αμελών ουδενός, αλλά πάντα μέτρω και κανόνι διδούς και καιρώ τω προσήκοντι.»

Η επί τον θρόνον της Νικαίας ανάβασις του Βατάτζη εγέννησε μεγίστην χαράν, και ιδία εις τους Γραικούς γιγνώσκοντας τα του νέου αυτοκράτορος προτερήματα, αλλ’ εξόργισε και εξηρέθισε σφόδρα τους δύο πρεσβυτέρους αδελφούς του αυτοκράτορος Λασκάρεως και θείους αυτού εκ γυναικός, τον Αλέξιον και τον Ισαάκιον, οίτινες φθόνω στρατηγούμενοι και ζηλοτυπία μακρά, διότι δεν εγένοντο αυτοί της βασιλείας διάδοχοι, του βασιλικού αίματος τυγχάνοντες οικειότεροι, κατέφυγαν παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ροβέρτον και ήρξαντο δι’ υποσχέσεων και χρημάτων να εμπνέωσιν εις αυτόν την επιθυμίαν του να εκστρατεύση επί τον Βατάτζην. Προσεπάθησαν μάλιστα φεύγοντες εκ Νικαίας να παραλάβωσι και την ανεψιάν αυτών Ευδοκίαν, όπως την δώσωσιν εις τον Ροβέρτον, καθ’ ά προηγουμένως είχε συμφωνήσει ο Λάσκαρις· αλλ’ ο Βατάτζης υπονοήσας τον σκοπόν των, εματαίωσεν αυτόν. Εντούτοις είτε διότι ο Βατάτζης εμποδίσας τον γάμον παρώργισε τον Ροβέρτον, είτε διότι ο Ροβέρτος δεχθείς εις την αυλήν του τους δύο φυγάδας εκ Νικαίας ηρέθισε τον Βατάτζην, η μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων ομόνοια έπαυσε και μίσος αδιάλλακτον διεδέξατο αυτήν (121).

Ο Ροβέρτος προτρεπόμενος τοιουτοτρόπως υπό του Αλεξίου και του Ισαακίου ητοιμάζετο να προσβάλη τον Βατάτζην, αλλά εχθρός μάλλον γειτνιάζων, δραστήριος, δεινός περί το επινοείν αείποτε καινά και πάντοτε, του πλείονος εφιέμενος παρείχεν αυτώ ζωηροτέρας ανησυχίας· ην δε ούτος ο της Ηπείρου δεσπότης. Άμα ο Θεόδωρος απαλλάξας του δεσμωτηρίου τον Παπικόν έξαρχον Κολώναν και υποσχεθείς να αναγνωρίση την πνευματικήν του Παπά υπεροχήν, απέτρεψε την κατ’ αυτού μελετομένην σταυροφορίαν, λησμονήσας παραχρήμα και Πάπαν και υποσχέσεις, ήρξατο εκ νέου τας εχθροπραξίας, ουδέ των Ενετών, ουδέ της Θεσσαλονίκης, ουδέ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως φειδόμενος, αλλά τους πάντας προσβάλλων και λαφυραγωγών. Ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς Δημήτριος, αντί μένων να υπερασπισθή το κράτος του απεχώρησεν εις Ιταλίαν, όπως ζητήση την προστασίαν του Πάπα και του αδελφού αυτού Γουλλιέλμου, μαρκησίου της Μοντρεράτης. ο Πάπας έπραξε παν ό,τι εδυνήθη όπως πείση τους χριστιανούς ηγεμόνας να λάβωσι τα όπλα υπέρ αυτού, και προς τούτο έγραψε πανταχού παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ήθελον σπεύσει να στατολογηθώσι διά την εκστρατείαν ταύτην. Προσέφερεν εκ των ιδίων χρήματα εις τον μαρκήσιον εξοπλίζοντα ισχυρόν στόλον όπως καταπλεύση εις Θεσσαλίαν, εξώρκισε δε τους αρχιεπισκόπους, επισκόπους και κληρικούς της Ελλάδος να δανείσωσιν αυτώ το ήμισυ των προσόδων εαυτών και των εκκλησιών των διά να επαρκέση εις τας ανάγκας του, ορκιζομένου κακείνου ότι ήθελεν αποδώσει πάντα ταύτα άμα ανέκτα το βασίλειόν του. Αλλ’ η φωνή του Πάπα ην φωνή βοώντος εν τη ερήμω, διότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία προσήγγιζεν ήδη εις το τέρμα της (122).

Αφ’ ετέρου ο Ροβέρτος βλέπων την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, έπεμψε πρέσβυν προς τον Πάπαν Ονώριον, όπως τω υποδείξη την οικτράν του κράτους, πανταχόθεν καταπολεμουμένου, κατάστασιν και επικαλεσθή την συνδρομήν αυτού. ο Πάπας δι’ επιστολής του τη 27 Ιουνίου 1822 απήντησε προς ταύτα ότι απαραμείωτον τρέφει την αγάπην του προς τε το άτομον του αυτοκράτορος και προς το κράτος εν γένει, ότι είχεν αφορίσει όλους όσοι συνεμάχουν τοις Γραικοίς, ότι εδημοσίευσε τον αφορισμόν εις πάσας τας παράλους πόλεις ίνα γένηται τοις πάσι γνωστός, και ότι εφωδίασε τον Ουβέρτον κόμητα της Βλάνδρας, όστις είχεν αναχωρήσει προς επικουρίαν της αυτοκρατορίας, διά των αυτών συγχωροχαρτίων, δι’ ών εφωδιάζοντο και οι προς κατάκτησιν της Αγίας Γης απερχόμενοι. Δι’ ετέρας επιστολής προς τους Βαρώνους υπό την αυτήν ημερομηνίαν, συνίστα και αυτοίς τα ίδια, προτρέπων αυτούς να ώσι πιστοί και πειθήνιοι προς τον αυτοκράτορα και προ πάντων να ομονοώσι προς αλλήλους. Γράφων και πάλιν τη 24 Οκτωβρίου του αυτού έτους προς τον αυτοκράτορα Ροβέρτον, εξώρκιζεν αυτόν να τηρήση εν μέσω των θλίψεων και των ταραχών αυτού την μεγαλοψυχίαν εκείνην, ήτις τω ήτο φυσική, και ιδίως να συστήση την ειρήνην και την ένωσιν εις τους ομοεθνείς του, τω φόβω μη διά της διαιρέσεως υποσκελίσωσιν αυτούς οι Γραικοί. Ουχ ήττον δε περίεργος είνε και ετέρα τις επιστολή, ην τη 26 Οκτωβρίου απηύθυνε προς τον της Ηπείρου δεσπότην, και εξ ής παρατιθέμεθα ενταύθα ταύτα (123).

«Καίτοι προσήψας ημίν τε και τη εκκλησία (έγραφεν ο Πάπας) δεινήν ύβριν, συλλαβών και αιχμαλωτίσας ένα καρδινάλιον, η θεραπεία όμως ήν έλαβε παρά σου κατά την αιχμαλωσίαν του, και αι τιμαί άς τω απέδωσας, ότε τον ηλευθέρωσας, εξασθενούσι την ανάμνησιν της αδικίας σου και θέλουσιν ίσως την εξαλείψει διά παντός, αν αρχίσης να ήσαι δίκαιος. Ημείς έχομεν την διάθεσιν να σε αγαπώμεν, και περί πολλού ποιούμεθα πάντοτε τα τε σωματικά και ψυχικά σου συμφέροντα, αλλά διατί συ παρεμβάλλεις εμπόδια εις τους σωτηρίους ημών σκοπούς; Γνωρίζεις ότι η σύμπνοια αποτελεί την ευδαιμονίαν και την ισχύν των κρατών, και ότι η διχόνοια τα υποσκάπτει και κατακρημνίζει. Οι διχονούντες ηγεμόνες καταστρέφοντες αλλήλους, καταστρέφονται αμφότεροι. Υπό της αληθείας ταύτης οδηγούμενοι, εργαζόμεθα όπως επαγάγωμεν την σύμπνοιαν μεταξύ σου και του λίαν περιποθήτου ημίν υιού του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Η σύμπνοια δε αύτη θέλει σας φέρει την σωτηρίαν, την ανάπαυσιν και την τιμήν. Αναλογίσθητι τους κινδύνους, τας δυστυχίας, τας ανεπανορθώτους ζημίας, ας συνεπάγει η αιματηρά διχόνοια εις τε τα σώματα και τας ψυχάς. Είσαι χριστιανός· ζήθι λοιπόν εν ειρήνη μετά των αδελφών σου, έμπνευσον ημίν υπέρ σου αισθήματα πατρικά. Είθε δε να δυνηθώμεν να σε περιπτυχθώμεν ως μέλος της οικογενείας ημών και να μη αναγκασθώμεν να σε μεταχειρισθώμεν ως αλλότριον.»

Αλλ’ όμως ο Θεόδωρος μηδεμίαν προσοχήν εις του Πάπα τας προτροπάς παρέχων, και επωφελούμενος εκ της απουσίας του Δημητρίου, αποχωρήσαντος, ως προείπομεν, εις την Ιταλίαν, επελθών μετά ισχυρού στρατού, εκυρίευσε τας τε γειτνιαζούσας τη Θεσσαλονίκη πόλεις, και αυτήν την ιδίαν εν βραχυτάτω χρόνω, εξ ού πλήρης επάρσεως γενόμενος απεφάσισε να προσλάβη και τον του αυτοκράτορος τίτλον. Επειδή δε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος ο Μεσοποταμίτης, αντέστη στερρότατα, καίτοι πολλαίς καταδίωξεσι και κακουχίαις, υποβληθείς, να τον στέψη, περιέβαλεν αυτόν με την πορφυρίδα και το διάδημα ό της Βουλγαρίας αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, όστις ηξίου ότι, αυτόνομος ων και μηδενί οφείλων να δίδη ευθύνας, είχεν εξουσίαν να χρίη βασιλείς οίους και όπου εβούλετο. Αυτοκράτωρ λοιπόν αναγορευθείς ο Θεόδωρος, βασιλικοίς έχρητο τοις πράγμασι, δεσπότας προχειριζόμενος και σεβαστοκράτορας και μεγάλους δομεστίκους και την λοιπήν πάσαν βασιλικήν τάξιν, μη τηρών όμως τους τύπους και τα έθιμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, αλλά Βουλγαρικώτερον ή μάλλον βαρβαρικώτερον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, (124) τοις υποθέσεσι προσφερόμενος. Ο Βατάτζης, όστις ισχυρίζετο ότι μόνος αυτός εδικαιούτο να φέρη τον του αυτοκράτορος τίτλον βεβαίως μετά ζηλοτυπίας είδε του Θεοδώρου τον σφετερισμόν, αλλά μη ων εις θέσιν να κινήση πόλεμον κατ’ αυτού, τω επρότεινε να τω παραχωρήση εν πάση κυριότητι πάσας τας κτήσεις, άς κατέλαβεν, επί τω όρω όμως του να παραιτηθή του αυτοκρατορικού τίτλου. Αλλ’ ο Θεόδωρος απέρριψε την πρότασιν μετ’ επάρσεως και τοιουτοτρόπως επί των λειψάνων της μιας και μόνης άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανιδρύθησαν τέσσαρες τοιαύται, η υπό τον Ροβέρτον εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό τον Βατάτζην εν Νικαία, η υπό τον Θεόδωρον εν Θεσσαλονίκη και η υπό τον Αλέξιον Κομνηνόν εν Τραπεζούντι· ουδέ σφάλλει ο Γρηγοράς λέγων, «Συνέβη την των Ρωμαίων ηγεμονίαν, καθάπερ ολκάδα μεγάλην, ανέμοις αγρίοις και κύμασι θαλαττίοις συνειλημμένην, κατά τεμάχια και μέρη πλείστα διαιρεθήναι και άλλον άλλοθι κατά μόρια, και ως έκαστος τύχοιεν, ταύτην διαλαχόντας κληρώσασθαι.» (125)

Πληροφορηθείς ο Ροβέρτος την υπό του Θεοδώρου άλωσιν της Θεσσαλονίκης, έπεμψε κατ’ αυτού ισχυρόν στρατόν υπό τας διαταγάς του Θιερρή δε-Βαλιγκούρ και του Νικολάου δε-Μεντβώ, πρωτοστράτορος της Ρωμανίας, οίτινες, ελθόντες επολιόρκησαν τας Σέρρας· αυτός δε συναγαγών έτερον στρατόν πολυπληθέστερον έστειλεν υπό τας διαταγάς του Αλεξίου και του Ισαακίου κατά του Βατάτζη. Δυστυχώς διά τους Φράγκους οι ήρωες της κατακτήσεως είχον ήδη ολοσχερώς σχεδόν εκλίπει· ο Κόνων Πετούνης, Παγιανός ο εξ Αυρηλίας, ο Πέτρος Πλάντζης δεν ήσαν πλέον εν τοις ζώσιν, οι δε νεώτεροι Φράγκοι εκτεθηλυμένοι και εκκεραυνωμένοι δεν εδύναντο να παραβληθώσι προς τους ατρομήτους πατέρας των. Διαβάντες λοιπόν ούτοι εις Ασίαν, τας μεν ναυς αφήκαν περί την Λάμψακον, αυτοί δ’ αναβάντες εις την Μεσόγειον ημέρας οδόν συναντώσι τον Βατάτζην περί το Ποιμανηνόν και αρχίζουσι την μάχην μετά μανίας και πείσματος. Έκαστος αυτών διημφισβήτει την νίκην, και κατ’ αρχάς μεν οι Γραικοί αποθαρρυθέντες ωπισθοχώρησαν· αλλ’ επελθών ο Βατάτζης μετά των επιλέκτων, συνήγαγε τους οπισθοχωρήσαντας, και συμπυκνώσας τας φάλαγγάς του εξορμά κατά των Φράγκων μετά τοσαύτης ορμής, ώστε ούτοι τρέπονται εις φυγήν, πολλούς εν τω πεδίω της μάχης καταλιπόντες, εν οίς τον Μακάριον δε-Σαιντ-Μενεχούλ, τον Βουργέν δε-Φρεσσίνον, τον Γοβέρτον δε-Μαρκ και άλλους· πλείστοι δε αιχμάλωτοι πίπτουσιν εις χείρας του νικητού, μεταξύ των οποίων και αι δύο θείοι του Αλέξιος και Ισαάκιος, ούς υπαιτίους ευρών τυφλοί, τους δε λοιπούς αιχμαλώτους διαπερά εν στόματι μαχαίρας (126).

Η φρικώδης αύτη των Φράγκων ήττα αποθαρρύνασα αυτούς, ανεπτέρωσε των Γραικών τας ελπίδας. Οι τας Σέρρας πολιορκούντες Θιερρής δε-Βαλιγκούρ και Νικόλαος δε-Μαιντβώ, πληροφορηθέντες τα γενόμενα έσπευσαν, λύσαντες την πολιορκίαν, να υποχωρήσωσιν· αλλ’ εν τη υποχωρήσει των, επιπεσών αίφνης ο Θεόδωρος, αυτούς μεν ηχμαλώτισε, τον δε στρατόν των κατεσκόρπισεν. Αφ’ ετέρου ο Βατάτζης ωφεληθείς εκ της νίκης αυτού εκυρίευσεν αλληλοδιαδόχως ποι μεν διά της πειθούς, ποι δε διά της βίας όλας τας υπό των Φράγκων πρότερον αλωθείσας πόλες, το Ποιμανηνόν, Λεντιανά, Χαρίορος, Βερβενιάκον, και πάσαν την Ασιατικήν παραλίαν, ναυς δε μακράς κατασκευάσας επόρθησε το άστυ των Μαδύτων και την Καλλιούπολιν και εκυρίευσε τας κατά το Αιγαίον, νήσους Λέσβον και Χίον, Σάμον και Ικαρίαν, Κω και Ρόδον και όσαι ταύταις εισί προσεχείς (127).

Τα πάντα, λοιπόν εδείκνυον ότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία εξέπνεεν. Οι κάτοικοι της Αδριανουπόλεως πέμψαντες πρεσβείαν προς τον Βατάτζην ικετεύον αυτόν όπως πέμψας στρατόν τους ελευθερώση του ζυγού των Φράγκων· προθύμως δε αποδεξάμενος την ικεσίαν αυτών εκείνος έστειλε τον πρωτοστάτορα Ισήν και τον Ιωάννην Καμύτζην μεθ’ ικανού στρατού, όστις διαπεράσας τον Ελλήσποντον και διά της Μακεδονίας εις Αδριανούπολιν αφικόμενος, εξεδίωξε τους Φράγκους φρουρούς και κατέλαβεν αυτός την πόλιν. Αλλ’ όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος, όστις είχε κυριεύσει την Μοσυνούπολιν, την Ξάνθειαν, την Γρατζιανήν και το Διδυμότοιχον, μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν ταύτην του Βατάτζη, ελθών μετά στρατού εις Αδριανούπολιν εύρεν εντός τον δηλωθέντα Ισήν και τον Καμύτζην μετά του στρατεύματος εκείνου. Μη τολμήσας δε να τους εκβιάση ενόπλως όπως κενώσωσι την πόλιν, πέμψας κρυφίως απεσταλμένους προς τους οικήτορας, έπεισεν αυτούς δι’ απατηλών λόγων ότι θα τους εμπλήση τιμών και πλούτου όπως εξαγάγωσι το του Βατάτζη στράτευμα και δεχθώσιν εντός το του Θεοδώρου. Οι του αυτοκράτορος της Νικαίας στρατηγοί μη έχοντες υφ’ εαυτούς τοσαύτας δυνάμεις, ώστε και προς τους κατοίκους και προς τον Θεόδωρον ν’ αντιστώσιν, ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της πόλεως επί τω όρω του να μη πάθωσι δεινόν τι, και ο Ισής να εκβή δι’ άλλης πύλης ίνα μη προσκυνήση τον Θεόδωρον. Αλλά και ο Καμύτζης εξελθών μετά του στρατού του ενώπιον του δεσπότου της Ηπείρου, ουχί μόνον δεν αφίππευσεν, αλλά περιφρονών αυτόν ουδέ τον ητένισε καν, ανθ’ ού οργισθείς εκείνος τον ύβρισε δεινώς και ολίγον έλειψε διά της βακτηρίας να τον πατάξη. ο Βατάτζης ευχαριστηθείς διά τον τρόπον τούτον του Καμύτζη, τον ετίμησε διορίσας αυτόν εταιριάρχην, τουτέστιν αρχηγόν των μισθωτών· ο δε Θεόδωρος κύριος της Αδριανουπόλεως γενόμενος εξέτεινε τας λεηλασίας αυτού μέχρι Βιζύης και μέχρι και αυτών των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως, τον τρόμον και την φρίκην τοις Φράγκοις φέρων, ο Ροβέρτος θέλων ν’ αποσοβήση τον κινδυνώδη αυτόν εχθρόν, έστειλε πολλά, κατ’ αυτού αποσπάσματα, τα οποία όμως ουδέν αποτέλεσμα επέφερον (128).

Ενώ ο Βατάτζης ανεδείκνυτο νικητής εν τω πολέμω, μικρού εδέησε να γείνη θύμα μιαράς επιβουλής, ής πρωτουργός ήτον ο πρωτεξάδελφος αυτού Νεστόγγος Ανδρόνικος. Ο ανήρ ούτος παρ’ ουδέν θέμενος και την συγγένειαν και την αξίαν του αυτοκράτορος, έχων δε συνεργόν τον τε αδελφόν Ισαάκιον και ετέρους των επιφανών ουκ ολίγους, εν οίς τον μέγαν εταιριάρχην Φλαμούλιον, τον Ταρχανειώτην Συναδηνόν, τον επ’ αδελφή τούτου γαμβρόν Στασηνόν, τον Μακρηνόν και άλλους συνώμοσεν ανταρσίαν, της οποίας σκοπός ήτο η απώλεια του αυτοκράτορος. Ο Βατάτζης διέτριβεν εις Λάμψακον, εχθρικός δε στόλος επολιόρκει τον λιμένα, εν ώ ηγκυροβόλει ο ιδικός του, και η ναυμαχία επέκειτο, ότε η επιβουλή ανεκαλύφθη. Επειδή δε οι συνωμόται είχον συνεννοήσεις μετά των εχθρών, ο Βατάτζης προυργιαίτερον τον έσωθεν πόλεμον κρίνας του έξωθεν, απάρας εκείθεν, επί την Αχυράους αφίκετο, τας τριήρεις αυτού πρότερον πυρί καταναλώσας, και εκεί ήρξατο ποιών τας εξετάσεις της επιβουλής. Πάντες οι συνωμόται κατεδικάσθησαν εις θάνατον, αλλ’ ο Βατάτζης, φιλανθρώπως φερόμενος, τον μεν Νεστόγγον και Μακρηνόν, όστις απεδείχθη ότι πολλάκις εφώρμησεν εκ των οπισθίων κατά του βασιλέως ίνα τον φονεύση, κατεδίκασεν εις τύφλωσιν και χειροκοπίαν, άλλους δέ τινας εις μικράς ποινάς καθυπέβαλε, τους δε πλείστους κατέκλεισεν επί τινα χρόνον εις ειρκτάς, και αυτόν δε τον πρωτουργόν Νεστόγγον εν τω φρουρίω της Μαγνησίας συνέκλεισεν, αφ’ όπου δραπετεύσας κατέφυγε παρά τοις Τούρκοις, παρ’ οίς έμεινε μέχρι τέλους. Ο δε Βατάτζης εντεύθεν έλαβε πρόνοιαν περί εαυτού τάξας φύλακας και φρουρούς νύκτωρ τε και μεθ’ ημέραν εις τα ανάκτορά του, και μη επιτρέπων εις πάντας ως πρότερον, την είσοδον· προς ταύτα δε συνέτεινε μάλιστα η σύζυγος αυτού Ειρήνη, αρρενωπότερον το ήθος έχουσα και τοις πάσι βασιλικώτερον εντυγχάνουσα (129).

Εν τούτοις οι Φράγκοι, αδυνατούντες να πολεμήσωσι προς δύο εχθρούς, πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις επρότεινον την ειρήνην, παραχωρούντες αυτώ το άστυ των Πηγών. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν ο Ιωάννης μετ’ αυτών, παραχωρησάντων των Φράγκων αυτώ πάσας τας προς νότον χώρας και διατηρησάντων μόνον τα πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως μέρη και τα τη Νικομηδεία εγγίζοντα· η δε ειρήνη αύτη διετηρήθη μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων καθ’ όλον το διάστημα της βασιλείας του Ροβέρτου και μέχρι του πέμπτου έτους της του διαδόχου του (130).

Άμα μετά την μάχην του Ποιμανηνού και πριν ή συνομολογηθή έτι η συνθήκη αύτη, ο Ροβέρτος απηυθύνθη προς τον Πάπαν, το σύνηθες καταφύγιον των Φράγκων αυτοκρατόρων, εκτιθέμενος αυτώ την αθλίαν του κράτους του κατάστασιν, και ζητών το τάχιον επικουρίαν. Ο Πάπας όστις από δύο ήδη ετών ησχολείτο να σχηματίση ομοσπονδίαν υπέρ της ανακτήσεως του βασιλείου της Θεσσαλονίκης, εδιπλασίασε τας προσπαθείας αυτού και έγραψε πανταχόθεν προτρέπων και προσκαλών εις σταυροφορίαν. Απηυθύνθη δε κυρίως προς την Γαλλίαν, ήτις ανέκαθεν συνέδραμε διά των στρατιωτών αυτής την Ανατολικήν αυτοκρατορίαν, και επειδή επεκάθητο του θρόνου η Λευκή, γυνή μεγαλοφυής και ευσεβής, μεγάλην δ’ επιρροήν επί του συζύγου αυτής Λουδοβίκου Η’ έχουσα, έγραψε προς αυτήν παριστών οποίον αίσχος διά τον σύζυγόν της ήθελεν είσθαι ει κατελύετο επ’ αυτού η νέα εκείνη Γαλλία, ήτις, βασιλεύοντος του πατρός του, συνέστη. Ενώ δε ο Πάπας παρώτρυνε τους πάντας ίνα δράξωνται των όπλων, αφ’ ετέρου Γουλιέλμος ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εξοπλίσας πολυάριθμον στρατόν παρεσκευάζετο να μεταβή εις Θεσσαλίαν, ότε δεινή νόσος καταλαβούσα αυτόν, τον ηνάγκασε ν’ αναβάλη τον σκοπόν του. Καθ’ όν δε χρόνον έμενεν αυτός νοσηλευόμενος εις Μοντφεράτην, ο στρατός του διελύθη και εδέησε να ποιήση νέας στρατολογίας, όπως μεταβάς εις Βρίνδισι, περιμείνη εκεί, χειμώνος εφισταμένου, την έλευσιν του έαρος διά να κατέλθη εις Ελλάδα. Κατά Μάρτιον λοιπόν του 1225 έπλευσεν εις Θεσσαλίαν, έχων παρ’ εαυτώ παπικόν έξαρχον Νικόλαον τον επίσκοπον Ρηγίου. Οι πρίγγιπες των Αθηνών, της Αχαΐας και της Ευβοίας είχον επίσης, προτροπή του Πάπα, συλλέξει πολυάριθμον στρατόν, ίνα συνεκστρατεύσωσι μετ’ αυτού επί τον Θεόδωρον· αλλά και πάλιν αι ελπίδες του Γουλλιέλμου εψεύσθησαν, διότι συσχεθείς νόσω απεβίωσε κατά Σεπτέμβριον του 1225, καταλιπών άνευ αρχηγού τον στρατόν αυτού, όστις ουδεμίαν έχων εις τον Δημήτριον πεποίθησιν απεσυνετέθη, ώστε ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς αποβαλών το κράτος, όπερ ο πατήρ του τω είχε κληροδοτήσει, απεσύρθη εις Μέλφην της Ιταλίας, ένθα τω 1230 εξεμέτρησε το ζην (131).

Εν έτει 1225 απεβίωσε Ματθαίος ο των Φράγκων Πατριάρχης εν Κωνσταντινουπόλει μετά επταετή περίπου πατριαρχίαν, ο δε θάνατος αυτού επήγαγε διχοστασίαν δεινήν μεταξύ του κλήρου, των μεν ζητούντων τον Μίλην δε-Νοτέλ επίσκοπον Βωβέας, των δε ψηφιζόντων ετέρους. Εδέησε, λοιπόν αύθις ν’ ανανεχθώσι προς τον Πάπαν, όστις ακυρώσας τας γνώμας αμφοτέρων, εξελέξατο ως πατριάρχην τον Ιωάννην δ’ Αββεβίλλην, αρχιεπίσκοπον Βεζανσώνος· αλλά τούτου μη συγκατατεθέντος ν’ ανταλλάξη την αρχιεπισκοπήν του προς την πατριαρχίαν, ο τον Ονώριον διαδεξάμενος Γρηγόριος Θ’, απέστειλεν αντ’ αυτού τον Σίμωνα αρχιεπίσκοπον Τύρου, όστις διετήρησε την πατριαρχίαν μέχρι του εν έτει 1233 επισυμβάντος θανάτου του (132).

Ο Ροβέρτος ειρηνεύσας ήδη προς τον Βατάτζην διενοείτο την ανάκτησιν του βασιλείου της Θεσσαλονίκης· αλλά κατ’ εχθρού τοσούτον ισχυρού και πολυμηχάνου, οίος ο Θεόδωρος, είχεν ανάγκην εξωτερικής επικουρίας. Έπεμψε λοιπόν εις Γαλλίαν πρεσβευτήν τον φρούραρχον του Αρράς, όστις επέτυχε παρά Λουδοβίκου του Η’ την υπόσχεσιν του ότι θέλει πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν διακοσίους ή τριακοσίους ιππότας εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, έλαβε δε και παρά του νέου Πάπα Γρηγορίου την άδειαν να εκποιήση τα χρυσά και αργυρά σκεύη των εκκλησιών όπως επαρκέση εις τας ανάγκας του πολέμου. Αίσθημα όμως ολέθριον εματαίωσε και τους σκοπούς του και τας του Πάπα προσπαθείας. Ο Ροβέρτος ήτο εισέτι άγαμος και η λαγνότης αυτού τον παρέσυρεν εις πράξεις, ου μόνον αυτάς καθ’ εαυτούς επιμέμπτους, αλλά και διά το κράτος ολεθρίας. Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινοπόλει νεάνις τις εκ Γαλλίας, περίφημος επί καλλονή, ής ο πατήρ Βαλδουίνος Νεβίλ, ιππότης εξ ευγενούς οικογενείας του Αρτοά, είχε παρακολοθήσει τους σταυροφόρους κατά την άλωσιν της Κωνσταντινοπόλεως. Αποθανών κατέλιπε την σύζυγόν του και μίαν θυγατέρα, ήν εκείνη εμνήστευσε μετά τινος εκ Βουργουνδίας ευπατρίδου. Ο Ροβέρτος, όστις εν τη κυριαρχία του δεν εγνώριζε νόμους ανωτέρους αυτού, ιδών την περικαλλή εκείνην νεανίδα και αποφασίσας να αποκτήση αυτήν, απηυθύνθη προς την μητέρα της, ήτις θαμβωθείσα εκ της λάμψεως της αυτοκρατορικής πορφύρας και αθετήσασα την προς τον Βουργούνδιον υπόσχεσίν της, παρέδωκε την θυγατέρα της προς τον αυτοκράτορα επί τη ελπίδι βεβαίως νομίμου γάμου.

Ο μνηστήρ της νεάνιδος περιυβρισθείς τοιουτοτρόπως απεφάσισε να εκδικηθή διά την γενομένην αυτώ προσβολήν την τε μητέρα, την θυγατέρα και τον ακόλαστον τύραννον. Συναγαγών λοιπόν τους οικείους, τους υποτελείς και τους φίλους του, οίτινες δεν ήσαν ευάριθμοι, εξεβίασε μια των νυκτών τας θύρας των ανακτόρων, και εισορμήσας εντός συνέλαβε την μητέρα και την θυγατέρα, έσυρε την μητέρα εκτός των ανακτόρων και την εβύθισεν εις το ορμητικόν του Βοσπόρου ρεύμα, αποταμών δε την ρίνα και τα χείλη της δυστυχούς κόρης, εγκατέλιπεν αυτήν φρικωδώς ηκρωτηριασμένην εις τον αυτοκράτορα, όστις εν τω πρώτω θορύβω εκρύβη όλως τρέμων εις το απροσβατώτερον μέρος των ανακτόρων.

Πράξις τοσούτον προσβλητική ώφειλε βεβαίως να εξεγείρη άπαν το κράτος κατά του μη ευσεβασθέντος τον οίκον του βασιλέως· αλλ’ επειδή υπαίτιος ήτο ο Ροβέρτος, τον οποίον οι υπήκοοί του απεχθαίνοντο διά τον εκδεδιητημένον αυτού βίον, τα πάντα παρήλθον εν σιγή. Ούτος δε ουχί μόνον δεν ετόλμησε να εκδικηθή τους προσβαλόντας αυθαδώς αυτόν, αλλά μη δυνάμενος πλέον να μένη εις Κωνσταντινούπολιν, άτε παρά πάντων προπηλακισμένος, απεσύρθη εις Ιταλίαν όπως παραπονεθή προς τον Πάπαν και επικαλεσθή την επικουρίαν του. Ο Γρηγόριος τον υπεδέχθη μετ’ οίκτου και παραμυθών αυτόν διά την απώλειαν της τιμής του, τον προέτρεψε να επανέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και πασχίση διά καλλιτέρας διαγωγής να επανορθώση τα λάθη του. Κατά την επιστροφήν του όμως, ενώ διήρχετο δι’ Αχαΐας, νόσος δεινή, αποτέλεσμα βεβαίως βαθείας θλίψεως, τον κατεβίβασεν εν έτει 1228 εις τον τάφον, μετά επταετή βασιλείαν, και, μήπω εισέτι το τριακοστόν έτος άγοντα. Χαρακτηριστικά του αυτοκράτορος τούτου ήσαν η ασθένεια του πνεύματος και η έλλειψις γενναιοπρεπείας· ταύτα δ’ επήνεγκον δεινούς εις το κράτος κλονισμούς, εξ ών οψιαίτερον προήλθεν η καταστροφή του (133).

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΜΕΡΟΣ 3




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ
Πέμπτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
19 Απριλίου 1229 — 23 Μαρτίου 1237.

Αποβιώσαντος του Ροβέρτου, το αυτοκρατορικόν στέμμα κατά τον νόμον έπρεπε να περιέλθη εις τον αδελφόν αυτού Βαλδουίνον, μόλις το δέκατον της ηλικίας έτος συμπληρώσαντα, και όν η Υολάνδη άμα τη αφίξει αύτης εν Κωνσταντινουπόλει έτεκε. Βεβαίως, εις την κρισιμωτάτην περίστασιν, εις ήν διετέλει το κράτος, ο Βαλδουίνος ήν πάντη ακατάλληλος διά τον θρόνον ενώ εκατέρωθεν αυτού ίσταντο ο δεσπότης της Ηπείρου και ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, άνδρες πολεμικοί και πολυμήχανοι, απεκδεχόμενοι την ανατροπήν αυτού. Απητείτο λοιπόν χειρ ουχί νηπιώδης, αλλ’ ανδρική και στιβαρά όπως κρατήση τας κυβερνητικάς ηνίας και αντεπεξέλθη επιτυχώς κατ’ εχθρών τοσούτον επικινδύνων.

Την ανάγκην ταύτην συναισθανόμενοι οι Βαρώνοι έστρεψαν τα βλέμματά
των προς τα πέριξ του θρόνου επιζητούντες τινά, εις όν προς ώραν να αναθέσωσι την εξουσίαν· αλλά δυστυχώς δι’ αυτούς, οι ως ο Κόνων Πετούνης άνδρες, από πολλού είχον ήδη εκλίπει. Εζήτησαν λοιπόν στήριγμα εν τοις έξωθεν, και ως τοιούτον ενόμισαν ότι εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, ηγεμόνα εξιδιασμένης τόλμης και γενναιότητος· όπως δε προσελκύσωσιν αυτόν, τω προέτεινον τον γάμον του Βαλδουίνου μετά της θυγατρός αυτού. Οποία φορά των πραγμάτων! Οι Φράγκοι οι θρασείς και μεγαλαύχενες, οι ηττηθέντες και καταισχυνθέντες υπό του Ιωάννου και των Βουλγάρων, περιήλθον εις την επονείδιστον ανάγκην να αναθέσωσιν επί τον Ασάν και τους Βουλγάρους, ως επ’ άγκυραν, πάσαν αυτών την ελπίδα! Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την πρότασιν των Φράγκων, το μεν, διότι εκολακεύετο η φιλοτιμία του, το δε, διότι εξεκεντάτο η φιλοδοξία του, επιθυμούντος σφόδρα να πολεμήση τον Βατάτζην και τους Γραικούς, αρχαίους των Βουλγάρων εχθρούς θεωρουμένους. Υπεγράφη λοιπόν συνθήκη, καθ’ ήν ο μεν Βαλδουίνος ώφειλεν εν καιρώ να νυμφευθή την θυγατέρα του Ασάν, ούτος δε ανεδέχετο ιδία δαπάνη να ανακτήση και επαναγάγη υπό την κυριότητα του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως όλας τας χώρας, όσας ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ και ο τούτου, διάδοχος Θεόδωρος απέσπασαν απ’ αυτού. Απελείπετο δε πλέον να γνωσθή αν ο Ασάν προυτίθετο να πραγματοποιήση ό,τι ανεδέξατο, ή αν ηλαύνετο υπό σκοπών ιδιοτελείας (134).

Εν τούτοις οι μετά του Βουργουνδίου ευγενούς εισελάσαντες εις τα ανάκτορα και περιυβρίσαντες την του Ροβέρτου παλλακίδα βαρώνοι, φοβούμενοι μη ο Βαλδουίνος, ισχυρός διά της συμμαχίας γενόμενος, ήθελε, διεκδικών την τιμήν του αδελφού του, καταδιώξει αυστηρώς αυτούς, ήρξαντο διά δολοπλοκιών να ενσπείρωσιν εις τους πάντας την ιδέαν ότι ο Ασάν κυριεύων παρά του Θεοδώρου τας διαφόρους χώρας ήθελε τας προσθέσει εις το κράτος του, και ότι αντί να ταπεινωθώσιν επί τοσούτον οι Φράγκοι, ώστε να ζητήσωσι την συνδρομήν έθους εχθρικού και βασιλέως βαρβάρου και απίστου, προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον ήτο ει απηυθύνοντο πρός τινα Γάλλον άρχοντα, εις όν να αναθέσωσι την του Βαλδουίνου κηδεμονίαν. Η ιδέα αύτη γενικευθείσα εματαίωσε την προς τον Ασάν συνθήκην, και οι βαρώνοι απεφάσισαν να ζητήσωσι μεταξύ των ομοφύλων τον κατάλληλον όπως και τα του κράτους δεξιώς διευθύνη, και τους εναντίους αποσβήση ως τοιούτον δ’ εξελέξαντο τον Ιωάννην Βρυέννιον, κόμητα της Μάρχης (135).

Ο Ιωάννης Βρυέννιος, υιός Εράρδου του κόμητος Βρυεννίου και αδελφός του Γωτιέρου Βρυεννίου, παιδιόθεν είχε προορισθή διά το εκκλησιαστικόν στάδιον· αλλ’ άμα έφθασεν οπωσούν εις ηλικίαν, τοσούτον οικτρόν στάδιον τω εφάνη εκείνο, ώστε δραπετεύσας του πατρικού του οίκου, κατέφυγεν εις την μονήν του Κλερβώ, ένθα εδεξιώσατο και εξεπαίδευσεν αυτόν κληρικός τις θείος του. Μια δε των ημερών ενώ ίστατο παρά τη θύρα της μονής ταύτης, ανεγνωρίσθη υπό του στενού αυτού συγγενούς Σίμωνος δε-Βροά, άρχοντος της Σατωβιλαίνης, όστις συγχρόνως προς τας ευχάς του τω έδωκεν αγωγήν στρατιωτικήν και τον καθιέρωσεν ιππότην. Ο πατήρ του Ιωάννου, δυσηρεστημένος ων κατ’ αυτού, διότι εφάνη απειθής, τον ελησμόνησε σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν· έλαβε λοιπόν ούτος τον σταυρόν μετά του αδελφού του Γωτιέρου και των άλλων κυρίων, οίτινες επορεύθησαν προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ’ επειδή ο Γωτιέρος περιεβλήθη το βασιλικόν στέμμα της Σικελίας, ο Ιωάννης τον συνώδευσεν εις Νεάπολιν, και μετά τον θάνατον εκείνου, ανέλαβε την κηδεμονίαν των τέκνων του· αποβιώσαντας δε του Αμορή Β’ ρηγός της Ιερουσαλήμ, οι βαρώνοι γνωρίζοντες εκ φήμης την ανδρίαν και την αρετήν αυτού έπεμψαν πρέσβεις προς τον Ιωάννην Βρυέννιον, όπως τω προσφέρωσι το τε στέμμα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, όπερ τότε απηρτίζετο εκ μόνης της Πτολεμαΐδας και της Τύρου, και την χείρα Μαρίας της θυγατρός Κονράδου του μαρκησίου της Μοντφεράτης και της βασιλίσσης Ισαβέλλας. Ο Ιωάννης εδέξατο προθύμως τας λίαν κολακευτικάς δι’ αυτόν προτάσεις ταύτας, και ενυμφεύθη μεν την Μαρίαν, εξ ής ετέκε την Υολάνδην, σύζυγον του Φριδερίκου Β’ οψιαίτερον γενομένην, έλαβε δε το σκήπτρον και μεταβάς εις το κράτος του κατεπολέμησε τους εχθρούς αυτού εν Παλαιστίνη και Αιγύπτω· αλλ’ οι ηρωικοί αυτού αγώνες δεν εδύναντο να κρατήσωσι το σεσαθρωμένον οικοδόμημα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και ηναγκάσθη να μεταβή τω 1222 εις Γαλλίαν και εκείθεν παρά τω Πάπα εις Ρώμην, όπως ζητήση βοήθειαν κατά των απίστων. Αποβιωσάσης δε τότε της συζύγου του Μαρίας, ενυμφεύθη δεύτερον γάμον, και εβδομήκοντα τεσσάρων ήδη ετών ων, Βεραντζέρην την θυγατέρα του βασιλέως τη Καστιλλίας Αλφόνσου, εξ ής έσχε τρεις υιούς και μίαν θυγατέρα, εκδοθείσαν Βαλδουίνω τω αυτοκράτορι. Αλλά πληροφορηθείς ότι εν τη απουσία αυτού εκ Παλαιστίνης, ο γαμβρός του Φριδερίκος, μεταβάς εκεί, έλαβε τον τίτλον ρηγός Ιεροσολύμων, απεκδύων ούτω τον πενθερόν του του κράτους του, έμεινεν εις Ευρώπην και αποσυρθείς παρά τω Πάπα Γρηγορίω Θ’ έλαβε την αρχηγίαν του στρατού αυτού κατά του Φριδερίκου (136).

Η πολεμική φήμη του Ιωάννου διά τα κατά την Συρίαν κατωρθώματα αυτού ήτο μεγίστη· σύγχρονος δέ τις χρονογράφος, εγκωμιάζων τας αρετάς του, λέγει περί αυτού τάδε (137),

Ουδέ ο Εκτωρ, ουδ’ ο Ρολάνδος,
Ουδέ Ιούδας ο Μακκαβαίος
Έπραξε, τόσα, φανείς τοσούτον
Γενναίος, όσον ο Ιωάννης
Όστις εντός τε κ’ εκτός του κράτους,
Παρέσχε δείγματα τεραστίας
Τόλμης, ανδρίας, νοημοσύνης.

Τάδε προτερήματα αυτού ταύτα έκρυπτεν υπό σώμα γιγάντειον, το οποίον μετ’ εκπλήξεως περιγράφουσιν οι τότε χρονογράφοι. Και αυτός, δε ο Βυζαντινός Γεώργιος Ακροπολίτης, ιδών κατά πρόσωπον τον Ιωάννην, ιδού πώς εκφράζεται περί αυτού. «Ως και αυτός τούτον, είδον, υπερεξεπλάγην το του ανδρός μήκος εν πάση διαπλάσει τους άλλους υπερβάλλοντος κατά γε μήκος και πλάτος.» (138) Ήτο δε τότε ογδοήκοντά που ετών, αλλ’ εφαίνετο διατηρών όλην την ζωηρότητα και ρώμην της νεανικής ηλικίας.

Τοιούτον λοιπόν εκλεξάμενοι οι βαρώνοι ως ηγεμόνα αυτών κατά την ανηλικότητα του Βαλδουίνου, έπεμψαν και εκ σεβασμού και εκ φόβου μη προσκρούσωσιν εις τας προθέσεις της Ρώμης, πρέσβεις προς τον Πάπαν όπως τω εκθέσωσι την εκλογήν αυτών και ζητήσωσιν την επιδοκιμασίαν του. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι πρέσβεις προς τον Γρηγόριον Θ’, τω εξέθηκαν «Ότι η μεν μικρά ηλικία του κυρίου των εδείτο οδηγού πεφωτισμένου, το δε κράτος αρχηγού ανδρείου και επιτηδείου όπως τω υπερασπίση κατά των περικυκλούντων αυτό εχθρών. Ότι η Μακαριότης του εγνώριζεν υπέρ πάντα άλλον πόσον ο Βρυέννιος συνεκέντρου εν εαυτώ τα προτερήματα ταύτα. Ότι διά του γάμου της θυγατρός αυτού μετά του ανήλικος αυτοκράτορος, ήθελον συνδεθή οι δύο ούτοι ηγεμόνες διά δεσμού αδιαρρήκτου, και ότι υπό την αιγίδα της ευτυχούς ταύτης, συμμαχίας, και υπό την προστασίαν της Αγίας Έδρας η αυτοκρατορία εσωτερικώς μεν ήθελεν ευδαιμονήσει, εσωτερικώς δε αποσοβήσει των Γραικών και των Βουλγάρων τας επιβουλάς.»

Ο Πάπας, επιδοκιμάσας τους λόγους, υφ’ ών ελαυνόμενοι οι βαρώνοι προέβησαν εις την εκλογήν του Βρυεννίου, πρασεκάλεσεν αυτόν εις Ριέτιον, και εκεί συνωμολόγησαν οι εκ Κωνσταντινουπόλεως πρέσβεις και αυτός την επομένην συνθήκην. «Ότι ο γάμος του Βαλδουίνου και της θυγατρός του Ιωάννου Μαρίας ήθελε τελεσθή άμα οι δύο ούτοι έφθανον εις ηλικίαν επίγαμον· ότι ένεκα της ανηλικιότητος του Βαλδουίνου ο Βρυέννιος ήθελε στεφθή αυτοκράτωρ, και διατηρήσει την εξουσίαν και τον τίτλον τούτον εφ’ όρου ζωής· ότι μετά την αποβίωσίν του, ο Βαλδουίνος και οι νόμιμοι κληρονόμοι του έπρεπε να ώσιν αυτοκράτορες· ότι ο Βρυέννιος ήθελε συντηρεί τον Βαλδουίνον μέχρις ηλικίας είκοσιν ετών συμφώνως προς την γέννησιν και την αξίαν αυτού και ότι τότε ο Βρυέννιος ήθελε λάβει το βασίλειον της Νικαίας και τας εν Ασία κτήσεις των Γάλλων, εκτός του δουκάτου της Νικομηδείας, όπερ επεφυλάσσετο διά τον Βαλδουίνον εν τέλει· ότι ο Βρυέννιος είχε το δικαίωμα να κληροδοτήση εις τους κληρονόμους του κατ’ εκλογήν ή τας εκείθεν του Βοσπόρου χώρας ή τας εντεύθεν, εξαιρουμένης της Θράκης από Αδριανουπόλεως, επί τω όρω όμως οι κληρονόμοι του να δώσωσιν όρκον εις τον Βαλδουίνον ότι θα τον υπηρετώσιν εν πολέμω ως υποτελείς και θα συνεκστρατεύωσι προσωπικώς όταν κακείνος εξεστράτευεν. Η συνθήκη αύτη εγκριθείσα υπό του Πάπα, επεκυρώθη παρ’ αυτού εν Περούζη τη 19 Απριλίου 1229. Ταυτοχρόνως δε ο Πάπας εξηκόντισε δεινόν αφορισμόν κατά του Θεοδώρου Κομνηνού, και καθ’ όλων όσοι ή δι’ όπλων ή διά στρατού και πλοίων τον συνέδραμον εις τον κατά των Φράγκων πόλεμον (139).

Ο Βρυέννιος ανακηρυχθείς τοιουτοτρόπως έπεμψε πρέσβεις μετά πολυτίμων δώρων προς τον γαμβρόν αυτού αυτοκράτορα Φριδερίκον, μετά του οποίου βεβαίως δεν διετέλει εν αρμονία ες ότου εκείνος απογυμνών αυτόν του κράτους του, προσέλαβε τον τίτλον βασιλέως της Ιερουσαλήμ. Ο Φριδερίκος υπεδέξατο, τη 29 Νοεμβρίου του αυτού έτους, μετά μεγίστης επισημότητος τους απεσταλμένους του πενθερού του, προς όν δι’ αυτών και συνθήκην συνωμολόγησεν· ο δε Βρυέννιος ήρξατο ποιών τας αναγκαίας διά την αναχώρησίν του προπαρασκευάς, αίτινες όμως διήρκεσαν δύο όλα έτη· κατά δε την πολυχρόνιον ταύτην εκ Κωνσταντινουπόλεως απουσίαν του, διώκει το κράτος ως παρατηρητής αυτού ο Ταρζότος δε-Τουσή άρχων Γάλλος, ού σύζυγος ην η θυγάτηρ του Θεοδώρου Βρανά και Αγνής της Γαλλίδος ηγεμονόπαιδος.

Εν τούτοις η προσγενομένη εις τον βασιλέα των Βουλγάρων προσβολή ήτο τοιαύτη, ώστε αδύνατον απέβαινεν εις αυτόν να μη ζητήση εκδίκησιν, ιδόντα προτιμώμενον τον Βρυέννιον και εν τη κηδεμονία του θρόνου και εις τον της θυγατρός του γάμον. Όπως δε εκδικηθή ταχύτερον και ευχερέστερον, συνεμάχησε μετά του ασπονδοτέρου των Φράγκων εχθρού, του δεσπότου της Ηπείρου Θεοδώρου, εις τον αδελφόν του οποίου Μανουήλ, προς πλείω παγίωσιν της συμμαχίας, εξέδωκε και την θυγατέρα αυτού Μαρίαν εις γάμον. Ήλπιζε δε ότι διά της αρωγής του Θεοδώρου ήθελεν επιφέρει πληγήν καιρίαν εις τους περιυβρίσαντας τοσούτον απρεπώς αυτόν· αλλ’ η απιστία του συμμάχου τούτου, τα πάντα εις τον βωμόν της φιλοδοξίας θύοντος, τον ηνάγκασε ν’ αναβάλη μεν την εκπλήρωσιν της εκδικήσεώς του, να στρέψη δε τα όπλα κατ’ αυτού του ιδίου συγγενούς και συμμάχου του. Ο Θεόδωρος, «ανήρ θρασύτερος, κατά την έκφρασιν του Ακροπολίτου, και ατακτότερον φερόμενος ου μόνον εν βασιλείοις, αλλά και εν πάσιν απλώς τοις πολιτικοίς και θαμά παραβαίνων τους όρκους και παρασπονδών τοις εν γειτόνων» αποσπάσας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως την Θεσσαλονίκην, Αδριανούπολιν και όλας τα μέχρις Έβρου Θρακικάς πόλεις ηθέλησε, μεταχειριζόμενος ως μέσον την συνθήκην και την συγγένειαν όπως απογυμνώση εκείνους προς ούς συνεβάλετο, να παρεκτείνη τας κτήσεις του και προς την Βουλγαρίαν. Συναγαγών λοιπόν πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Γερμανών, ούς τω είχε πέμψει προς υπηρεσίαν του ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, κατηυθύνθη, ηγούμενος αυτού, προς την Αδριανούπολιν· τούτο πληροφορηθείς ο Ασάν και υποπτεύων τους δολίους του Θεοδώρου σκοπούς, συνέλεξε και αυτός εκ του προχείρου όσους αν εδυνήθη στρατιώτας, οίς προσετέθησαν και ωσεί χίλιοι Κουμάνοι, και εστρατοπέδευσε προς την παρά τω Έβρω Κλοκοτινίτζαν. Βεβαίως ο στρατός αυτού ήτο ασυγκρίτως ολιγαριθμότερος του εχθρικού, αλλ’ είχεν υπέρ εαυτού το δίκαιον, διά τούτο άμα πληροφορηθείς την προσέγγισιν του Θεοδώρου τολμηρώς προέβη προς συνάντησιν αυτού πλήρης θάρρους και οργής. Όπως δε εμπνεύση τα αισθήματα ταύτα και εις τους στρατιώτας τους, απηώρησεν εις ιστόν, δίκην σημαίας, την έγγραφον συνθήκην, ήν αναίδην ο εχθρός παρεβίαζε, και υπό την σημαίαν ταύτην προσεκάλεσε τους Ηπειρώτας αυτού εις τον αγώνα. Συναντηθέντες λοιπόν οι δύο εχθροί, κατ’ Απρίλιον του 1230, συνεπλάκησαν, και μετά βραχυχρόνιον μεν, αλλ’ αιματηράν και πολύστονον μάχην, ηττήθη κατά κράτος ο Θεόδωρος, και ο μεν στρατός του οικτρώς κατεστράφη, αυτός δε ο ίδιος μετά των αρχηγών και λογάδων του έπεσαν αιχμάλωτοι, άπαν δε το στρατόπεδόν του περιήλθεν ως λεία εις τας χείρας του νικητού. Βεβαίως αν ήτο έτερός τις εις την θέσιν του Ασάν φρικωδώς ήθελεν εκδικηθή τον Θεόδωρον διά την δολιότητα μεθ’ ής προσεφέρθη· αλλ’ αυτός φιλανθρωπότερον προς το αλωθέν πλήθος διατεθειμένος, τους μεν πλείστους των αιχμαλώτων, και ιδία τους χυδαιοτέρους και σύγκλυδας, ηλευθέρωσε και προς τας εαυτών απέπεμψε πατρίδας, εκράτησε δε μόνον τον Θεόδωρον και τους αρχηγούς, οίς όμως επεδαψίλευσε πάσαν περιποίησιν. Έπραττε δε ταύτα ουχί μόνον εξ αισθημάτων φιλανθρωπίας εμπνεόμενος, αλλά και εξ αυτού του ιδίου συμφέροντος ελαυνόμενος, διότι επιθυμών να δεσπόση των λαών, προπαρεσκεύαζεν αυτούς διά της αγαθότητος και ηπιότητας εις υποταγήν· τούτο δε και επέτυχε, διότι μετά την νίκην εκείνην προβάς εκυρίευσεν αναιμωτί την Αδριανούπολιν, το Διδυμότοιχον, το Βολερόν άπαν, τας Σέρρας, την Πελαγονίαν, την Πρίλεπαν και τα πέριξ τούτων. Εξέτεινε δε συνάμα τας καταδρομάς αυτού διά Θεσσαλίας άχρις Ηπείρου, εκυρίευσε το Έλβανον και ελήισε την μέχρις Ιλλυρικού χώραν, ουχί διά πυρός και μαχαίρας, ως οι προκάτοχοι αυτού, ουδ’ εντρυφών εις τα αίματα των κατοίκων, αλλ’ ηπίως και αβλαβώς. Τοιουτοτρόπως προσείλκυσε των πάντων την αγάπην, θαυμαστός και μακάριος τοις πάσι λογιζόμενος (140).

Ο Θεόδωρος αιχμάλωτος μένων μετά των οικείων και αξιωματικών του καταστραφέντος στρατού του, εφρουρείτο μεν παρά του Ασάν, αλλά και εφιλοφρονείτο τα μέγιστα· επειδή όμως εφωράθη διενεργών συνωμοσίας κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, εξετυφλώθη υπ’ αυτού, απολέσας τοιουτοτρόπως διά παντός την ελπίδα του να δυνηθή να επανορθώση ήν υπέστη ζημίαν. Ο δε αδελφός αυτού Μανουήλ Άγγελος, όστις και δεσποτικώ αξιώματι υπό του αδελφού ετιμάτο, σωθείς διά φυγής όταν κατεστράφη ο του Θεοδώρου στρατός, μετέβη εις Θεσσαλονίκην και ανέλαβε την διοίκησιν αυτής, δεσπότης ονομαζόμενος και ερυθροίς γράμμασι τας γραφάς αυτού επικυρών, και κυριεύων ταύτης και των περί ταύτην· ανθ’ ού καί τις πρέσβυς απεσταλμένος προς αυτόν παρά του Ασάν, τον έσκωψε διά τας βασιλικάς αυτού αξιώσεις, ειπών· «Εις σε επ’ αληθείας αρμόζει το εις τον Χριστόν ψαλτωδούμενον «Σε τον βασιλέα, και δεσπότην.»» Εν τούτοις ο Μανουήλ θέλων να παγιώση την εξουσίαν αυτού εζήτησε την συμμαχίαν των γειτνιαζόντων πριγγίπων, και ιδία του Γοδοφρέδου Βιλαρδουίνου, πρίγγιπος της Αχαΐας, προς δε απηυθύνθη, ως είχε πράξει εν αρχή και ο αδελφός αυτού, προς τον Πάπαν, εκλιπαρών την προστασίαν αυτού, εναντίον της θελήσεως του Έλληνος Πατριάρχου Γερμανού, όστις τω έπεμψε τον Μητροπολίτην Αγκύρας, όπως τον αποτρέψη του σκοπού τούτου, και υποσχόμενος αυτώ την αναγνώρισιν της πνευματικής του Ρωμαίου ποντίφικος υπεροχήν. Τοιουτοτρόπως ο Μανουήλ εγένετο άρχων των προς τα δυτικά μέρη χωρών και πόλεων, μηδέ παρά των Βουλγάρων το παράπαν ενοχλούμενος, διότι είχε λάβει ως σύζυγον την εκ παλλακίδος θυγατέρα του Ασάν (141).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, μετά την υπογραφήν της συνθήκης της εκλογής του, ητοιμάζετο να μεταβή όπως λάβη κατοχήν του θρόνου, εφ’ ήν ανήλθε χάρις εις την φήμην της ανδρίας και της πείρας του· αλλά πριν ή μεταβή εις Ανατολήν απεφάσισε να στρατολογήση στρατιώτας, και προς τούτο επεσκέψατο διαφόρους χώρας, μηδ’ αυτών των Παρισίων εξαιρουμένων. Εκείθεν μεταβάς εις Ενετίαν ανενέωσε την μεταξύ των προκατόχων του και της Δημοκρατίας εκείνης ανέκαθεν υπάρχουσαν συμμαχίαν, και εζήτησε παρ’ αυτής πλοία ίνα μετακομισθή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, διότι μη έχων λαόν αξιόχρεων, καθ’ ά λέγει ο Ακροπολίτης, δεν ετόλμα να υπάγη διά ξηράς. Αφ’ ετέρου ο Πάπας δι’ εγκυκλίων του προς τους χριστιανούς πρίγγιπας παρώτρυνεν αυτούς να παράσχωσι συνδρομήν· και στρατιώτας δι’ έν τοσούτω ένδοξον έργον· η δε Ενετία συμμετέχουσα όλων των ωφελειών του Φραγκικού κράτους, τω προσέφερε δεκατέσσαρα πλοία πολεμικά και πολλά άλλα φορτηγά διά την μεταφοράν χιλίων διακοσίων ίππων και πεντακοσίων πεζών μετά ζωοτροφιών διά τρεις μήνας. Ταυτοχρόνως ο Πάπας έγραψε προς τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως Σίμωνα, εξαγγέλων αυτώ την προσεχή άφιξιν του Ιωάννου, και προσκαλών αυτόν να παροτρύνη τον λαόν, όπως διά πάσης τιμής υποδεχθή τον αυτοκράτορα. Τοιουτοτρόπως ο Βρυέννιος παρεσκευασμένος ανεχώρησεν εξ Ενετίας κατ’ Αύγουστον ή Σεπτέμβριον του 1231 και αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα περιεμενέτο ανυπομόνως, εστέφθη υπό του Πατριάρχου αυτοκράτωρ εν τη Αγία Σοφία μετά πασών των κατά τοιαύτας περιστάσεις διατυπώσεων (142).

Περιελθών εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον ο Βρυέννιος διέψευσε την ιδέαν, ήν είχον σχηματίσει οι λαοί περί της ανδρίας αυτού, ής τοσαύτα τέως παρέσχε τεκμήρια, διότι αντί να χρησιμοποιήση τους άνδρας ούς εξ Ιταλίας και Γαλλίας ήγαγε, και ανακτήση τας χώρας τας οποίας οι Γραικοί είχον αποσπάσει από την αυτοκρατορίαν, άφησε να παρέλθωσι δύο έτη χωρίς ουδέν κατά των εχθρών του να επιχειρήση, χωρίς, ενί λόγω, ουδέ πόλεμον ουδέ ειρήνην να ποιήση, αλλ’ εγκαταλείπων τον στρατόν του να διαφθείρηται εν τη αεργία και τη τρυφή. Της απραξίας του ταύτης ο μεν Ακροπολίτης δίδωσι λόγον τον φόβον, όν είχε προς τον Βατάτζην, στρατηγικώτατον όντα και εις τας κατά των εχθρών μάχας ευμεθοδώτατον, έτεροι όμως αποδίδουσιν αυτήν εις την φιλαργυρίαν, σύνηθες των γερόντων ελάττωμα, υφ’ ής κατείχετο και ο Βρυέννιος. Όπως ποτ’ αν η, ο αυτοκράτωρ ούτος εφάνη λίαν αδρανής, και συγγνωστός μεν ήθελεν είσθαι αν προ πολλού επί του θρόνου καθήμενος και μετά βίον τρικυμιώδη και, παλυτάραχον εκοιμάτο επ’ αυτού· αλλ’ αξιόμεμπτος θεωρείται διότι ανέβη επί του θρόνου όπως κοιμηθή.

Κατά το πρώτον έτος της αυτοκρατορίας του Βρυεννίου απεβίωσεν εν Κωνσταντινουπόλει ο Φράγκος Πατριάρχης αυτής Σίμων· ο δε Πάπας, μεινάσης επί όν έτος κενής της Πατριαρχικής έδρας, ανεβίβασεν επ’ αυτήν τον εκ Πλακεντίας Νικόλαον, επίσκοπον Σπολέτου. Τότε δε συνέβη και σφοδρός εν Κωνσταντινουπόλει σεισμός όστις πολλούς μεν ναούς, πλείστας δε οικίας κατεκρήμνισε και πολλάς τη πόλει επήνεγκε ζημίας.

Μετά διετή ηρεμίαν απεφάσισε τέλος ο Βρυέννιος να εξέλθη εις εκστρατείαν, διότι έβλεπεν ότι ημαύρωσε κατά μέγα μέρος την πολεμικήν αυτού φήμην· εδράζατο δε της ευκαιρίας καθ’ ήν ο Ιωάννης Βατάτζης ην απησχολημένος εις τον πόλεμον προς Λέοντα τον Γαβαλλάν, όστις τω τίτλω Καίσαρος παρ’ αυτού τιμηθείς, ήρε την σημαίαν της ανταρσίας και κατέλαβε, την νήσον Ρόδον (143). Ο Βατάτζης θέλων να σωφρονίση τον αχάριστον εκείνον υπήκοόν του έπεμψε κατ’ αυτού ένα των μάλλον διακεκριμένων στρατηγών του, τον Ανδρόνικον Παλαιολόγον, μέγαν δομέστικον, μετά στόλου όστις κατεπολέμησε τον αντάρτην και επανήγαγε την Ρόδον υπό την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος. Της καιρίας λοιπόν ταύτης δραξάμενος ο Βρυέννιος, τριήρεις οικονομήσας και στράτευμα συναθροίσας, εξήλθε της Κωνσταντινουπόλεως και πλεύσας εις Λάμψακον, καθώρμισε τας νήας αυτού περί τον τόπον τον ονομαζόμενον Ολκόν. Ο Βατάτζης έμπαλιν, πληροφορηθείς την έξοδον του της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτορος, εστρατοπέδευσε προς τα μέρη της Σιγρηνής· μη έχων δε μεθ’ εαυτού δύναμιν αξιόμαχον όπως αντικρούση ή επιτεθή κατά του εχθρού, προσεπάθει διά στρατηγημάτων να κωλύση τας κινήσεις αυτού. Εξελθόντων λοιπόν του Βρυεννίου και των Φράγκων και βαδιζόντων τόπους τινάς παραιγιαλίους, χωρίς να τολμώσι ν’ απομακρυνθώσι των νηών αυτών, ο αντιστρατηγών αυτοίς Βατάτζης τους παρηκολούθει οδεύων παρά τας υπωρείας των ορέων και ποικιλοτρόπως παραβλάπτων αυτούς. Τοιουτοτρόπως προέβησαν από Λαμψάκου μέχρι των Κεγχριών, μικρόν ή μηδέν λυμήναντες, διότι ο Βατάτζης προφθάσας διέσωσε πάντα τα χρειώδη εις υψηλοτέρους τόπους, και μόνον έν φρούριον παρά την Κύζικον χειρωσάμενοι, όπερ ωνομάζετο Κεραμιδάς· είχον δε τας νήας αυτών ετοίμους όπως επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, και ήθελον όντως επανέλθει, αισχύνης και ζημίας πεπληρωμένοι, ει μη εκυρίευον το άστυ των Πηγών, εις την ακρόπολιν του οποίου νυκτός αναβάντες και κατά των φυλάκων αίφνης επιπεσόντες, εφόνευσαν αυτούς και κατέλαβον την πόλιν. Η επιτυχία αύτη ενέβαλεν εις δειλίαν τους Γραικούς, διότι η πόλις εκείνη ην πλήρης στρατιωτών εκλεκτών· αλλ’ η του Βατάτζη περί τα τοιαύτα οικονομία και τους Γραικούς ενεθάρρυνε και τους Φράγκους ηνάγκασε να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, μικρόν, ως είπομεν, ή μηδέν εργασαμένους. (144)

Καθ’ όν χρόνον η Φραγκική αυτοκρατορία εξησθένει ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος των κυβερνώντων αυτήν, τα λείψανα της Γραικικής αυτοκρατορίας από ημέρας εις ημέραν συνεπυκνούντο και ενεδυναμούντο. Η δραστηριότης και η ανδρία του Βατάτζη είχον ούτως ειπείν μεταβιβάσει εις τους ηττημένους την ψυχήν των κατακτητών αυτών, και ευλόγως εδύνατό τις να υποθέση ότι οι δύο λαοί μετέβαλον χαρακτήρα. Ο Ιωάννης μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν των πλείστων νήσων του αρχιπελάγους, άς εκυρίευσεν, εξοπλίσας νήας πολυαρίθμους ηθέλησε να εκδιώξη τους Φράγκους και εκ Κρήτης· περίστασις δέ τις τω προσεφέρθη κατάλληλος προς τούτο, την οποίαν δεν έλειψεν εκείνος να εκμεταλλευθή.

Αφ’ ότου οι Ενετοί εγένοντο κύριοι της νήσου ταύτης η κυριαρχία των αδιαλείπτως σχεδόν διετέλει εις ανώμαλον κατάστασιν ένεκα του επαναστατικού πνεύματος των κατοίκων της. Οι Κρήτες μη δυνάμενοι να βαστάσωσι τον βαρύν και καταθλιπτικόν ζυγόν της αλαζόνος και φιλάρπαγος Δημοκρατίας, ποικιλοτρόπως προσπάθησαν ν’ αποτινάξωσιν αυτόν· αλλ’ αι προσπάθειαί των εναυάγησαν πάντοτε απέναντι της ανωτέρας υλικής δυνάμεως και του συμπαγούς των εχθρών των, επί τέλους δε απηυθύνθησαν προς τον Βατάτζην και τω προσήνεγκον την ηγεμονίαν της νήσου, αν τους συνέδραμε να εκδιώξωσι τους Ενετούς. Ο Βατάτζης νομίσας κατάλληλον την περίστασιν όπως πραγματοποιήση τους κατακτητικούς αυτού σκοπούς, έπεμψε προς βοήθειαν των Κρητών τριάκοντα πέντε γαλέρας. Η Δημοκρατία πληροφορηθείσα ταύτα διέταξε τον Μάρκον Σανούτον, δούκα της Ναξίας να πλεύση εις Κρήτην όπως αντικρούση τους εχθρούς· ούτος δε μεταβάς εις την νήσον εκείνην άμα είδε μακρόθεν τον κατάπλουν του Γραικικού στόλου, ανεχώρησεν αμέσως μεθ’ όσου είχε φέρει στρατού, η δε κατεσπευσμένη αύτη αναχώρησίς του παρέσχε την υπόνοιαν ότι επετεύχθη αντί χρημάτων υπό του Βατάτζη. Εν τούτοις ο Γραικικός στρατός εκπολιορκήσας την Ρέθυμνον, ηνάγκασε τον φρούραρχον αυτής Μάρκον Κουερίνην να παραδοθή, εκυρίευσε δε και πολλά άλλα μέρη της νήσου και μόνον εις το φρούριον του Βονιφατίου απήντησε μεγίστην αντίστασιν· ενώ δε ησχολείτο περί την πολιορκίαν αυτού, ο Μάρκος Κουερίνης συλλέξας στρατόν πολυάριθμον ήλθε προς βοήθειαν των πολιορκουμένων. Ο στρατηγός του Βατάτζη βλέπων ότι οι Κρήτες αντί να συνδράμωσιν αυτόν, καθ’ ά είχον υποσχεθή, έμενον αδιάφοροι και μη θέλων να διακινδυνεύση τον στρατόν του, έλυσε την πολιορκίαν και επιβάς επί των πλοίων του ανεχώρησεν· αλλά καθ’ οδόν καταληφθείς υπό σφοδράς τρικυμίας υπέστη δεινόν παρά τα Κύθηρα ναυάγιον, και μόλις τρία εκ των πλοίων αυτού εδυνήθη να σώση· απώλοντο δε μετά των άλλων και δύο πρέσβεις της Ενετίας, οίτινες μετέβαινον παρά τω Βατάτζη όπως ζητήσωσι την ειρήνην (145).

Ο Βατάτζης ουδόλως αποθαρρυνθείς εκ της πρώτης ταύτης αποτυχίας, συνενοήθη μετά των Κρητών και έπεμψε πάλιν μετ’ ου πολύ δώδεκα γαλέρας, όπως κυριεύσωσι την νήσον. Οι Ενετοί επολιόρκουν τότε φρούριόν τι Σορβία καλούμενον, άμα λοιπόν είδον την έλευσιν του Γραικικού στόλου, έπεμψαν ένα στρατηγόν μετά ισχυράς δυνάμεως προς επικουρίαν του Μεγάλου Κάστρου, φοβούμενοι μήπως οι Γραικοί ήθελον κυριεύσει αυτό· οι δε λοιποί επέβησαν εις τα πλοία των και κατηυθύνθησαν επί τους εχθρούς, οίτινες δι’ ανενδότου κωπηλασίας και έχοντες τον άνεμον ούριον, προσωρμίθησαν είς τινα λιμένα της νήσου. Εκεί οι Ενετοί τους προσέβαλον μετά μανίας, οι δε Γραικοί μη έχοντες χώρον όπως αναπτύξωσι τας δυνάμεις των, υπερησπίζοντο την είσοδον του λιμένος, εκσφενδονίζοντες κατά των Ενετών βέλη, τόξα και λίθους, βοηθούμενοι και υπό των εγχωρίων ομοφύλων, οίτινες έδραμον εις την παραλίαν προς επικουρίαν των Γραικών. Πληγωθέντος του Ενετού στρατηγού κατέπαυσεν η μάχη· οι δε Γραικοί προβλέποντες ότι οι Ενετοί έμελλον την επιούσαν να επαναλάβωσι την ναυμαχίαν και συναισθανόμενοι την ασθένειαν αυτών, εξήλθον νύκτωρ του λιμένος χωρίς οι Ενετοί να τους εννοήσωσι. Και απέτυχε μεν ο Βατάτζης κατά τας επανειλημμένας αυτού εν τη Κρήτη προσπαθείας, αλλ’ επηύξησε την φήμην αυτού ως τολμηρού και μεγαλεπιβόλου ανδρός, τούτο δε δεν ήτο μικρόν κατά την εποχήν εκείνην, καθ’ ήν τα πνεύματα διετέλουν τεταπεινωμένα και εκπεφαυλισμένα. Καθ’ όν δε χρόνον προσέβαλε τους Ενετούς, ηπείλει και τους αντιπάλους αυτών Γενουηνσίους, οίτινες διαμφισβητούντες το κράτος της θαλάσσης προς τους Ενετούς, απελάμβανον εις διαφόρους πόλεις της Ευρώπης και Ασίας τοσούτον εκτεταμένα προνόμια, ώστε ο Βατάτζης απεφάσισε να περιστείλη αυτά ως επιβλαβή εις τα συμφέροντά του· αλλά των Γενουηνσίων αντιστάντων επιμόνως προς τούτο, ο αυτοκράτωρ παρητήθη του σκοπού του, τω φόβω μη εξοργίση κατ’ αυτού την ισχυράν εκείνην Δημοκρατίαν, ήτις αδιαφορούσα περί παντός άλλου, προς έν μόνον απέβλεπε, πώς να παγιώση και αναπτύξη το εν τη Ανατολή εμπόριον αυτής εξ ού επορίζετο μέγιστα κέρδη. (146)

Ο Βατάτζης κατακτών την Κρήτην ήθελε καταστή κύριος όλου του Ελληνικού αρχιπελάγους· αποτυχών όμως τούτου προσώραν, ηθέλησε να καταπολεμήση τους Φράγκους διά ξηράς, αναβάλλων εις καιρόν ευθετώτερον την επανάληψιν της κατακτήσεως της νήσου εκείνης. Προς τούτο απηυθύνθη προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, όστις παρωργισμένος ων κατά των Φράγκων, δι’ ήν τω εποίησαν προσβολήν, αποβαλόντες και την κηδεμονίαν αυτού επί του Βαλδουίνου και τον μετ’ αυτού γάμον της θυγατρός του, επεζήτει την περίστασιν όπως εκδικηθή, και τω επρότεινε συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν. Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την του αυτοκράτορος της Νικαίας πρότασιν, και όπως συσφίγξωσι τον προς αλλήλους σύνδεσμον, συνέθεντο και τον γάμον της εννεατούς αυτού θυγατρός Ελένης, ήν έσχεν εκ της συζύγου του Μαρίας, της θυγατρός του βασιλέως της Ουγγαρίας, μετά του ενδεκαετούς του Βατάτζη υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως. Η σύμβασις αύτη γνωστή γενομένη εν Κωνσταντινουπόλει, ενέβαλεν εις δεινήν ταραχήν τον Βρυέννιον, όστις πέμψας πρέσβεις πανταχού της Ευρώπης, ιδία δε προς τον Πάπαν και την ενετικήν Δημοκρατίαν, εξητήσατο το τάχιστον επικουρίας. Ο Πάπας, όστις εθεώρει τον Βρυέννιον ωσεί προστατευόμενον αυτού, δεν ημέλησε να προσκαλέση τους Φράγκους πρίγγιπας να δράμωσι προς βοήθειαν της απειλουμένης αυτοκρατορίας. Προς τούτο έγραψε προς τον Θεβώτον, βασιλέα της Ναβάρας, όστις είχε λάβει τον σταυρόν όπως μεταβή εις Παλαιστίνην, να μεταβάλη τον σκοπόν του και να σπεύση εις Κωνσταντινούπολιν, ήτις έπιπτεν εις χείρας των σχισματικών Ελλήνων, και εξώρκιζεν αυτόν να προσκαλέση τον Εράρδον δε- Σατενέη και τους λοιπούς Γάλλους άρχοντας να συνδράμωσι τον Βρυέννιον. Ταυτοχρόνως προσεκάλεσε τον αρχιεπίσκοπον Σένσης να διατάξη γενικήν στρατολογίαν, και τους αρχιεπισκόπους Στριγονίας και Κολόσκης εν Ουγγαρία να πείσωσι τους προτιθεμένους να υπάγωσιν εις Συρίαν σταυροφόρους, να μεταβώσι κατά πρώτον εις Κωνσταντινούπολιν (147).

Αρξαμένου του έαρος εν έτει 1235, ο Ιωάννης Βατάτζης συναθροίσας πολυάριθμον στρατόν προκατέλαβε την Λάμψακον μεθ’ ό διαπεραιωθείς εις Καλλιούπολιν επολιόρκησε και, μετά βραχυχρόνιον αντίστασιν των φρουρούντων Ενετών, εκυρίευσεν αυτήν. Ήτο δε ήδη κύριος της πόλεως, ότε αφίκετο και ο Ασάν μετά της συζύγου αυτού Μαρίας της εξ Ούγγρων και της θυγατρός Ελένης. Οι δύο ηγεμόνες επεκύρωσαν τότε την πρότερον μεταξύ αυτών συνομολογηθείσαν ειρήνην, και ο μεν Ασάν διέμεινεν εις Καλλιούπολιν, ο δε Βατάτζης λαβών την εκείνου σύζυγον μετά της θυγατρός Ελένης διεπεραιώθη εις Λάμψακον, ένθα ήτο η αυτοκράτειρα Ειρήνη και ο υιός της Θεόδωρος, εκεί δε επανηγύρισε τον γάμον των παίδων, του Πατριάρχου Γερμανού τα της ιερολογίας τελέσαντος. Τότε δε και ο αρχιερεύς Τυρνόβου, όστις τέως διετέλει υπό την δικαιοδοσίαν του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, ετιμήθη δι’ αυτονομίας, και πατριάρχης ανηγορεύθη βασιλικώ και συνοδικώ τω θεσπίσματι, χαριζομένου του τε Ιωάννου και της Συνόδου εις τον βασιλέα Ασάν. Μετά τον γάμον, η μεν Ειρήνη παραλαβούσα τον υιόν και την νύμφην αυτής επανήλθεν εις Νίκαιαν, ως και η των Βουλγάρων βασίλισσα εις τον οικείον τόπον, ο δε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν παραλαβόντες τους στρατούς αυτών επέδραμον εις τας ανηκούσας τοις Φράγκοις χώρας και ελήισαν αυτάς· όπως δε εκτείνωσι ταχύτερον τας κατακτήσεις των, διήρεσαν τον στρατόν των εις δύο σώματα, ών το μεν διώκει ο Ιωάννης, το δε ο Ασάν. Ο Βατάτζης τότε ήρξατο κυριεύων τας παρά την Προποντίδα πόλεις και εν μικρώ κατέκτησεν άπασαν την από Καλλιουπόλεως μέχρις Έβρου χώραν, τα Μάδυτα, την Σηστόν, τον Κισσόν και πάσαν την Χερρόνησον. Εκράτησε δε και του όρους του Γάνου και εν αυτώ εδείματο και πολίχνιον, προς φρούρησιν του οποίου και όπως παρενοχλή τους εν Τζουρουλώ Φράγκους, εξέπεμψε τον Νικόλαον Κοτέρτζην, «άνδρα, ως λέγει ο Ακροπολίτης, πολλοίς κατεξητασμένον πολέμοις και εις τοσούτον ευδοκιμήσαντα, ως πάντας τοιαύτην δόξαν περί τούτου σχειν, μήτε προ αυτού, μήτε μην μετ’ αυτόν άλλον φανήναι τοιούτοις έργοις εγκεχειρηκότα ή τοσαύτα κατωρθοκότα.» Αφ’ ετέρου ο Ασάν τραπείς επί τα βόρεια, και βοηθούμενος υπό των Κουμάνων, εξέτεινε τας επιδρομάς αυτού μέχρι του Αίμου, μεγίστην προξενών τοις Φράγκοις φθοράν (148).

Μετά τας τοσαύτας των δύο συμμάχων επιτυχίας δεν απελείπετο πλέον ειμή η της Κωνσταντινουπόλεως κατάκτησις· αλλ’ ενταύθα συμβαίνει τι τοσούτω περίεργον, ώστε και ημείς αναγκαζόμεθα να προβώμεν εις το μέρος τούτο της ιστορίας, παραπλήσιοι προς εκείνους οίτινες περιπατούσι κεκλεισμένους έχοντες τους οφθαλμούς. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και ιδίως ο Ακροπολίτης, όστις χρησιμεύει ως πολύτιμος οδηγός τοις περί την ιστορικήν ταύτην περίοδον ασχολουμένοις, εν σιγή παρέρχονται τα κατά την προσβολήν της Κωνσταντινουπόλεως, ούτω πως τον λόγον καταλύοντες. «Μέχρι μεν ουν και αυτών των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως αμφότεροι κατηντήκεσαν, του ρηγός Ιωάννου επ’ αυτών καθεζομένου και καθορώνος, και πτοίαν πολλήν τοις Λατίνοις ενέβαλον και εν στενώ κομιδή τα κατ’ αυτούς έθεντο. Επεί δε ο του μετοπώρου παρερρύη καιρός και ο χειμών ήγγιζεν, αλλήλοις συνταξάμενοι, ό τε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν, ο μεν εις την οικείαν χώραν των Βουλγάρων χωρεί, ο δε βασιλεύς εις την Έω διαπερά.» Τουναντίον δε οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, αφηγούμενοι την κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν των δύο συμμάχων και την αποτυχίαν αυτών, εγκωμιάζουσι τον Βρυέννιον και τους μετ’ αυτού, ως ανταξίους των πρώτων ιπποτών και ως πρότυπα ηρωισμού και ανδρίας. Τη αληθεία, αι μετά Φραγκικού κόμπου γινόμενοι ούτοι, έπαινοι πολλήν παρέχουσι την υπόνοιαν ψευδολογίας, διότι ακατάληπτον ημίν τυγχάνει πώς δεν ανέπτυξαν οι Φράγκοι τον αυτόν ακαταγώνιστον ηρωισμόν και όταν ου προ πολλού ο Ιωάννης και ο Ασάν διατρέχοντες τας τέως απ’ αυτών εξαρτωμένας χώρας κατέκτων αυτάς. Όπως ποτ’ αν η, ημείς θέλομεν παραθέσει τα κατά την πολιορκίαν εκείνην υπό των Εσπερίων συγγραφέων μυθευόμενα, άτε ουδόλως παραβλάπτοντα την συνέχειαν του λόγου (149).

Εκ πασών των επικουριών, ας διά πρέσβεων προς τους της Ευρώπης ηγεμόνας είχε ζητήσει ο Βρυέννιος ουδεμία εισέτι είχεν αφιχθή, και αι στρατιωτικοί αυτού δυνάμεις περιωρίζοντο εις εκατόν εξήκοντα ιππότας, συνοδευομένους έκαστος υπό των υπηρετών του, εις ολίγους ιππείς και εις έτι ολιγωτέρους πεζούς στρατιώτας. Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν αυτού ευρισκομένου, πλέον των εκατοντακισχιλίων Γραικών και Βουλγάρων εις τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγας διηρημένων και πολυάριθμος στόλος υπό τον Λέοντα Γαβαλλάν, στρατηγόν δόκιμον προσέβαλον την πρωτεύουσαν κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν, και στήσαντες τας μηχανάς των, ήρξαντο την πολιορκίαν αυτής. Ο Ιωάννης Βρυέννιος συνενώσας τότε μετά της γεροντικής του πολυπειρίας, νεανικήν δραστηριότητα, πρώτον μεν αφώπλισε τους εν τη πόλει Γραικούς, προς ούς έτρεφε μεγίστην δυσπιστίαν· διανείμας δε είτα τα όπλα αυτών εις τους Φράγκους, κατέλιπε το ολιγάριθμον αυτού πεζικόν προς φρούρησιν της πόλεως, και παραλαβών ο ίδιος τους ιππότας και λοιπούς εφίππους, δι’ ών μόλις εδυνήθη να καταρτίση τρεις ίλας, εξήλθε της πόλεως. Μετά του ολιγαρίθμου δε τούτου στρατού, όστις ουδέ προς το τριακοστόν των εναντίων εδύνατο να εξισωθή, τοσούτον γενναίως αντέκρουσε την προσβολήν αυτών, ώστε τους έτρεψε μετά μεγάλης αισχύνης εις φυγήν. Εκ των τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγων μόλις τρεις διεσώθησαν, μεθ’ ών ο Ασάν και ο Βατάτζης απεσύρθησαν ωσεί δαιμονιώντες. Η νίκη αύτη, προσθέτουσιν οι εξ Εσπερίας ιστορικοί, οφείλεται κυρίως εις τον ατρόμητον Βρυέννιον, όστις εμπνέων διά του παραδείγματος του θάρρος εις τους στρατιώτας του, ενέσπειρε τον τρόμον εις τους Γραικούς και Βουλγάρους, ών εφόνευσεν απείρους· διεκρίθη δε μεταξύ των άλλων και ο Ιωάννης Πετούνης, ο ανεψιός του περιφήμου Κόνωνος (150).

Καθ’ όν χρόνον επί της ξηράς οι Φράγκοι εκέρδιζον την μεγάλην ταύτην νίκην, κατά θάλασσαν οι Ενετοί έστηνον νέα τρόπαια. Τη παρακλήσει του Ιωάννου Βρυεννίου η Δημοκρατία της Ενετίας είχε πέμψει επικουρίαν είκοσι πέντε γαλέρας υπό τας διαταγάς των προβλεπτών Λεονάρδου Κουιρίνη και Μάρκου Γουσόνη, οίτινες προς μηδέν λογισάμενοι τον εκ τριακοσίων πλοίων στόλον των εναντίων, ώρμησαν κατ’ αυτών και τους κατέστρεψαν, ώστε ολίγιστα των πλοίων εκείνων διεσώθησαν κακώς εις Λάμψακον. Ο Βατάτζης και ο Ιωάννης παρακολουθούμενοι από τα οικτρά λείψανα του στρατού των, διήρχοντο φεύγοντες την χώραν εκείνην, εν ή προ ολίγου είχον ενσπείρει τον φόβον. Προς επίμετρον δε της δυστυχίας των οι κάτοικοι των πόλεων, πληροφορηθέντες την ήτταν των, εφώρμων κατ’ αυτών και τοις προσέθετον νέας δοκιμασίας και νέας πληγάς. Ούτω πως εκτίθενται τα κατά την πολιορκίαν ταύτην· άπορον όμως, το επαναλαμβάνομεν, είνε πώς να υποστώσι τοιαύτην ήτταν ηγεμόνες τέως νικηφόροι και ανδρείοι, οδηγούντες στρατούς πολυπληθείς, υπό δρακός πολεμιστών, οσονδήποτε και αν υποτεθώσιν ανδρείων (151).

Εν τούτοις η αποτυχία αύτη αντί να απελπίση τους δύο βασιλείς (και ακολουθούμεν τους αυτούς ιστορικούς θαυμάζοντες το μεγαλόψυχον του Ιωάννου και του Ασάν ουδόλως αποθαρρυνθέντων εκ της τοιαύτης ριζικής καταστροφής) τουναντίον εξήψε την οργήν αυτών, προς εκδίκησιν ασπαιρόντων. Συνέλεξαν λοιπόν νέον στρατόν και διήνυσαν τον χειμώνα εις νέαν προπαρασκευαζόμενοι κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολήν, εις δε τον στόλον προσέθηκε και ο Ασάν είκοσι πέντε γαλέρας, και ούτος εγένετο ο πρώτος φανείς εν τω Ευξείνω Πόντω ναυτικός εξοπλισμός των Βουλγάρων. Η φήμη των προπαρασκευών τούτων κατετάραξεν, ως εικός, τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, εις τον οποίον η προηγουμένη επιτυχία ωμοίαζε προς νίκην Καδμείαν· διότι οσονδήποτε μεγάλη και αν υποτεθή η προσγενομένη τοις Γραικοίς και τοις Βουλγάροις βλάβη, ουδόλως όμως εδύνατο να εξισωθή προς ήν υπέστησαν οι Φράγκοι, ο μικρός των οποίων αριθμός έτι μάλλον ηλαττώθη, και οι ολίγοι πόροι επαισθητώς ωλιγόστευσαν. Ταύτα αναλογιζόμενος ο Βρυέννιος απηυθύνθη και πάλιν προς τους ηγεμόνας, προς ούς είχε γράψει και πρότερον, ικετεύων αυτούς να επιταχύνωσι την αποστολήν των επικουριών, άς τω υπεσχέθησαν· έγραψε δε και προς τον Πάπαν αγγέλλων αυτώ την τε προγεγονυίαν νίκην του και τον κίνδυνον υφ’ ού ηπειλείτο. Ο Γρηγόριος εστράφη προς τον Βήλαν Δ’ βασιλέα της Ουγγαρίας, όστις, καθό γειτνιάζων περισσότερον προς την Κωνσταντινούπολιν, ηδύνατο ευχερέστερον να συνδράμη αυτήν· όπως δε τον πείση καθώς και τους λαούς του να δράμωσι προς βοήθειαν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας, ηνέωξε τους θησαυρούς των συγχωροχαρτίων και παρέσχε πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ελάμβανον μέρος εις την κατά των Γραικών σταυροφορίαν. Ταυτοχρόνως δ’ έγραψε προς τους αρχιεπισκόπους Γράνης και Κολόζης, προσκαλών αυτούς να επιταχύνωσι διά των προτροπών των την αποστολήν της επικουρίας. Οποίον αποτέλεσμα επέφεραν αι Παπικαί αύται προτροπαί, περί τούτου ουδέν οι ιστορικοί των τότε χρόνων αναφέρουσι· φαίνεται όμως ότι ο πόλεμος έληξε πριν ή επέλθη τοιούτον.

Εν τούτοις ο Βατάτζης και ο Ασάν, αρξαμένου του έαρος του 1236, ηγούμενοι πολυαρίθμου στρατού και στόλου εκ τριακοσίων πλοίων ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν και επολιόρκησαν αυτήν, ο Βρυέννιος διέκειτο εις αθλίαν κατάστασιν, διότι αι δυνάμεις του ουχί μόνον να αποκρούσωσιν, αλλ’ ουδέ να αντιστώσι προς τους δύο συμμάχους ήσαν επαρκείς. Ήθελε λοιπόν αναγκασθή να παραιτήση την Κωνσταντινούπολιν, ει μη έσπευδε προς βοήθειάν του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας, όστις καταλιπών την διοίκησιν του Κράτους του εις τον αδελφόν του Γουλλιέλμον, ανεχώρησεν εκείθεν μετά έξ πλοίων πολεμικών, εκατόν ιπποτών, τριακοσίων πελταστών και πεντακοσίων τοξοτών, μεθ’ ών ετόλμησε να προσβάλη τον Γραικικόν στόλον. Αφ’ ετέρου οι Ενετοί εξοπλίσαντες εκκαίδεκα πλοία υπό την αρχηγίαν του Ιωάννου Μικιέλη προσέβαλον επίσης τον στόλον εκείνον, βοηθούς έχοντες και τους Πισσαίους και Γενουηνσίους· ώστε τα πλοία του Ιωάννου υπό των διαφόρων τούτων εθνών καταπολεμούμενα, μέρος μεν κατεστράφησαν μέρος δ’ ετράπησαν εις φυγήν, συμπαρασύροντα και τον στρατόν της ξηράς. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης και ο Ασάν αποτυχόντες και κατά την νέαν ταύτην απόπειραν, έλυσαν την πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως και απεσύρθησαν εις τα ίδια (152).

Οι συνεχείς ούτοι δονισμοί τοσούτον εξησθένησαν τους Φράγκους, ώστε ευρέθησαν μετ’ ου πολύ εκείνοι εστερημένοι και χρημάτων και των λοιπών επιτηδείων καθ’ ολοκληρίαν· διηγούνται δε ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, θυσιάσας κατά τας παρελθούσας περιστάσεις τας προσόδους αυτού υπέρ του κράτους, εις τοσαύτην διετέλει ένδειαν, ώστε απηυθύνθη προς τον Πάπαν, εκλιπαρών αυτόν να τω αποστείλη τα προς ζωάρκειάν του. Ο Πάπας έγραψε προς τον πρίγγιπα της Αχαΐας και προς τους επισκόπους του Μωρέως, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον πατριάρχην. Αφ’ ετέρου ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, φοβούμενος νέαν τινα προσβολήν, επεκαλέσθη εντονώτερον την συνδρομήν των Χριστιανών ηγεμόνων, και επειδή αι μέχρι τούδε επικλήσεις του ουδέν έσχον αποτέλεσμα, έκρινεν εύλογον να στείλη προς εκείνους τον Βαλδουίνον, όστις είχε και να διεκδικήση την πατρικήν του κληρονομίαν, ήν τω είχον καταλάβει τινές των συγγενών του. ο χρονογράφος Νάγγιος ιστορεί ότι μετά του Βαλδουίνου ο αυτοκράτωρ απέστειλε και τους τρεις υιούς του Αλφόνσον, Ιωάννην και Λουδοβίκον· έτεροι δε προσθέτουσιν ότι και ο ίδιος μετέβη προσωπικώς, αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης.

Αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Βαλδουίνος μετά του Ιωάννου Πετούνη, μετέβη εις Ρώμην, ένθα ο Πάπας τον υπεδέξατο μετά πλείστης όσης φιλοφροσύνης· μη αρκούμενος δε ν’ ανανεώση τας υπέρ αυτού προκλήσεις προς τους επισκόπους Γαλλίας, Αγγλίας και Ουγγαρίας, εξέδωκε θέσπισμα δι’ ού οι εις Κωνσταντινούπολιν μεταβαίνοντες ως υπέρμαχοι αυτής, εξισούντο κατά την απολαυήν των πνευματικών δωρεών προς όσους ήθελον εκστρατεύσει επί την Αγίαν Γην. Προέβη δε ο Πάπας επί τοσούτον, ώστε και προς αυτόν τον Βατάτζην έγραψε προτρέπων αυτόν να παύση τον προς τους Φράγκους πόλεμον, και ενών τας δυνάμεις αυτού με τας εκείνων να συνεκστρατεύση προς απελευθέρωσιν της Αγίας Γης. Επειδή δε, ως προείπομεν, ο Βαλδουίνος προυτίθετο να διεκδικήση δικαιώματα κληρονομικά, έγραψε και περί του αντικειμένου τούτου ο Πάπας προς τους επισκόπους της Γαλλίας, προσκαλών αυτούς να αναγκάσωσιν επί ποινή αφορισμού τους κρατούντας παρανόμως κτήματα του Βαλδουίνου, όπως τω αποδώσωσιν αυτά (153).

Αναχωρήσας εκ Ρώμης ο Βαλδουίνος μετέβη εις Παρισίους παρά τω βασιλεί Λουδοβίκω, τω επικαλουμένω Αγίω, όστις στενώτατος αυτών συγγενής ων, τον υπεδέχθη μετ’ ανοικτών αγκαλών και τον παρεμύθησεν, υποσχόμενος αυτώ πάσαν την δυνατήν συνδρομήν. Τη μεσολαβήσει του Λουδοβίκου τω απεδόθησαν αι εν Γαλλία κτήσεις του εις Κουρτεναίην και αλλαχού, και παρά της κομήσσης Φλάνδρας Ιωάννας αι εις Φλάνδραν και Αινώ. Μόνη η αδελφή του Μαργαρίτα, ήτις είχε νυμφευθή τον κόμητα του Βιανδέν, και μετά τον θάνατον του αδελφού της Φιλίππου κατέλαβε την κομητείαν του Ναμούρ, ήν από ενδεκαετίας ήδη ενέμετο, ηρνήσατο ου μόνον να τω αποδώση ταύτην, αλλά και να τον αναγνωρίση ως αδελφόν της· εκβιασθείσα όμως ενόπλως ηναγκάσθη να αναθέση την λύσιν της διαφοράς εις την κόμησσαν της Φλάνδρας, ήτις, ερευνήσασα τα καθέκαστα, απεφάνθη ότι η Μαργαρίτα ώφειλε να παραδώση το Ναμούρ εις τον Βαλδουίνον, λαμβάνουσα όμως παρ’ αυτού ως έξοδα πολέμου και αμοιβήν της επιστασίας της επτακισχιλίας λίβρας. Τοιουτοτρόπως ανεκτήσατο εν βραχεί πάσαν την κληρονομίαν αυτού (154).

Καθ’ όν χρόνον ο Βαλδουίνος ησχολείτο περί την ανάκτησιν των δικαιωμάτων του, οι Γάλλοι άρχοντες, επόμενοι εις τας προτροπάς του Πάπα, παρεσκευάζοντο όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν· μεταξύ δε των λαβόντων τον σταυρόν εις την κατά των Χριστιανών ταύτην σταυροφορίαν διεκρίνοντο ο Πέτρος Δρέξιος κόμης Βρετάνης, ο Ούγος Δ’ δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος Β’ κόμης Βαρίου, ο Ραούλ Νέσλιος, κόμης Σοασώνος, ο Ιωάννης κόμης Μακώνος, ο Ιωάννης κόμης Φορέτου και Νεβερσίας, ο Ριχάρδος Σωμόντιος, ο Ανζώ Λελίλιος, ο Ιμβέρτος δε-Βωζώ και πολλοί άλλοι βαρώνοι και κύριοι. Ητοιμάζοντο δε ούτοι ν’ αναχωρήσωσιν εκ Γαλλίας κατά Μάρτιον του 4237, ότε ανηγγέλθη προς αυτούς ο θάνατος του αυτοκράτορος Βρυεννίου. Ο δυστυχής ούτος αυτοκράτωρ εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν είχε περιέλθει, ώστε δεν ετόλμα να στείλη εκτός της Κωνσταντινουπόλεως προς εύρεσιν ζωοτροφιών· ένεκα δε τούτου μέγας λιμός επεκράτει εν αυτή. Προς επίμετρον δε του κακού, πολλοί των ιπποτών και αρχόντων Φράγκων μη δυνάμενοι ν’ αντιστώσι προς τας αλλεπαλλήλους κακουχίας, επέστρεφον κρυφίως εις τας πατρίδας των, εγκαταλείποντες άνευ βοηθών τον αυτοκράτορά των. Κατά πόσον δε συμβιβάζεται η κατάστασις αύτη προς τας νίκας, εφ’ αίς μεγαλαυχούσι τοσούτον οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, περί τούτου έκαστος κρινέτω.

Ο θάνατος του Ιωάννου Βρυεννίου ιστορείται παρά τινων συνοδευόμενος με περιστάσεις μυθώδεις άμα τε και λίαν περιέργους. Διηγούνται δηλονότι ότι παρακαλέσας πολλάκις τον Θεόν να προγνωρίση την ημέραν του θανάτου αυτού, εισηκούσθη, και ενώ μίαν νύκτα εκοιμάτο, είδε κατ’ όναρ σεβάμιον γέροντα, κρατούντα εν χερσίν ιμάτιον των Φραγκισκανών μοναχών μετά σχοινίου και σανδαλίων, όστις τω είπεν ότι κατά θείαν βούλησιν ώφειλε να αποθάνη φέρων το ιμάτιον αυτό. Παραπλησίας οράσεις λευχειμονούντων αγγέλων είδεν επί τρεις έτι νύκτας· εξαγγείλας λοιπόν ταύτα εις τον πνευματικόν του, ονομαζόμενον Άγγελον, τον ηρώτησε περί του πρακτέου, εκείνος δε τω απεκρίθη ότι τοιαύτας οράσεις είδε και αυτός καθ’ ύπνους, και επομένως τεκμαίρεται ότι το τέρμα του Βρυεννίου έσεται προσεχές. Και όντως μετά τινας ημέρας ο αυτοκράτωρ κατελήφθη υπό τριταίου πυρεττού, διαρκούντος του οποίου, έλαβε το ιμάτιον των μοναχών Φραγκισκανών, συνεχώς επαναλαμβάνων, «Ω γλυκύτατε Ιησού! είθε αφού έζησα μεγαλοπρεπώς, ημφιεσμένος ενδύματα πολυτελή εν τω κόσμω τούτω, είθε, καθώς εύχομαι περιπαθώς, να αποθάνω μιμούμενος εν τω ενδύματι τούτω την αγίαν σου πτωχίαν και ταπεινοσύνην.» Όπως ποτ’ αν η, ο Βρυέννιος είνε γνωστόν ότι απεβίωσε την εικοστήν τρίτην ή, κατά τον Δαρού, την 20 Μαρτίου 1237, εις ηλικίαν ογδοήκοντα εννέα ετών, και αφού οκτώ έτη έφερε τον τίτλον αυτοκράτορος (155).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ.

ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Β’.
Έκτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
1239-1272.

Η βασιλεία του Ιωάννου Βρυεννίου δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτον ευτυχής· επέτυχεν όμως να διατηρήση την σκιάν της εν τη Έω Φραγκικής κυριαρχίας, διά τούτο ο θάνατος αυτού ενέσπειρε μεγίστην εις τα πνεύματα ταραχήν καθόσον πολλοί ήσαν οι επικείμενοι κίνδυνοι. Η Κωνσταντινούπολις είχεν έλλειψιν και στρατιωτών και αργύρου και τροφών· η προ πολλού αναμενομένη επικουρία δεν είχε φθάσει, ο Βαλδουίνος ήτο απών, οι εχθροί ήσαν προ των πυλών της πόλεως, τα πάντα τέλος διέκειντο εν αθλία καταστάσει. Τούτο βλέποντες οι εν Κωνσταντινουπόλει βαρώνοι, άμα εξήγγειλον τω εν τη Εσπερία Βαλδουίνω και τω Πάπα τον θάνατον του Βρυεννίου, προέβησαν εις τον διορισμόν τοποτηρητού του αυτοκράτορος· ως τοιούτον δ’ εξελέξαντο τον Ανζώ δε-Καχιέ, γόνον αρχαίας οικογενείας της Πικκαρδίας, και κύριον της παρά την θάλασσαν του Αγίου Βαλερίου χώρας Καχιέ. Ην δε ούτος λείψανον των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως κατακτητών, και έχαιρεν ένεκα μεν της ηλικίας και πολυπειρίας αυτού μεγίστην υπόληψιν παρά τοις Φράγκοις, ένεκα δε του γάμου αυτού μετ’ Ευδοκίας της θυγατρός του Λασκάρεως και το των Γραικών σέβας.

Ο θάνατος του Βρυεννίου υπήρξεν όντως ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, αύτη όμως εμετριάσθη ένεκα της διχονοίας, ήτις ενέσκηψε μεταξύ των δύο θανασίμων εχθρών του κράτους του, εις την οποίαν φαίνεται συνετέλεσεν εμμέσως και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας, όστις επόμενος, τω πατρικώ παραδείγματι, έτρεφεν ου σμικράν συμπάθειαν προς τους Φράγκους. Της δε διχονοίας ταύτης αίτιος εγένετο ο Ασάν, όστις μεταμεληθείς δι’ ήν μετά του Βατάτζη συνωμολόγησε συμμαχίαν, εκ φόβου μη ούτος αποδιώξας τους Φράγκους στρέψη τα όπλα του και κατά των ανέκαθεν τοις Βυζαντινούς υποτεταγμένων Βουλγάρων, εζήτει περίστασιν όπως διαλύση την συμμαχίαν ταύτην και αποσπάση την θυγατέρα του Ελένην των χειρών της αυτοκρατείρας Ειρήνης, παρ’ ή διέτριβε παιδευομένη, μέχρις ού φθάνουσα εις νόμιμον ηλικίαν ήθελε παραδοθή εις τον σύζυγόν της. Προς τούτο λοιπόν πέμψας πρέσβεις προς τον Βατάτζην τω παρήγγειλεν ότι, επειδή πολύ επεθύμησε αυτός τε και η σύζυγος του να ίδωσι την θυγατέρα των, τον παρεκάλουν να την πέμψη προς αυτούς και άμα την περιεπτύσσοντο, ήθελον την αποστείλει εκ νέου εις τον πενθερόν της. Ο Βατάτζης υπώπτευσε μεν την απιστίαν· αλλά μη επιθυμών να παράσχη αφορμήν δυσαρεσκείας, έστειλε την θυγατέρα προς τον Ασάν, προαγγείλας αυτώ ότι εάν κρατήση την κόρην και την αποστερήση του νομίμου συζύγου της, υπάρχει Θεός τα πάντα εφορών και αυστηρώς τιμωρών τους παραβαίνοντας τους όρκους και τας συνθήκας. Εναντίον όμως πάντων τούτων ο Ασάν λαβών την θυγατέρα αυτού ανεχώρησε προς το Τύρνοβον και απέπεμψε τους ελθόντας προς αυτόν εις συνοδείαν εκείνης. Η Ελένη έκλαιε πικρώς, αποδυρομένη τον χωρισμόν της Ειρήνης και του συζύγου αυτής, αλλ’ ο Ασάν ραπίσας αυτήν την ηνάγκασε να παύση θρηνούσα (156).

Ο βασιλεύς των Βουλγάρων διαλύσας ούτω την προς τον Βατάτζην συμμαχίαν, ηθέλησε να πραγματοποιήση τοιαύτην μετά των Φράγκων, όπερ επεζήτουν και εκείνοι ένεκα της μεγάλης ανάγκης, εις ήν είχον περιέλθει· όπως δε δείξη ότι έπραττε τούτο ουχί προσπεποιημένως, επρότεινε να παραιτήση την Ελληνικήν θρησκείαν, να εγκολπωθή τον καθολικισμόν και να υποβληθή ως και οι λοιποί Λατίνοι εις την εξουσίαν της Ρωμαϊκής εκκλησίας. Προς τούτο έγραψε τω Πάπα Γρηγορίω Θ’ παρακαλών αυτόν να στείλη ένα έξαρχον εις το βασίλειόν του διά να αποκαταστήση εν αυτώ την αληθή θρησκείαν, και μεθ’ ού να συνδιασκεφθή σπουδαίως περί του κράτους και περί της πόλεως του Κωνσταντίνου. Ο Πάπας εδέξατο την κομίζουσαν την επιστολήν ταύτην επιτροπήν μετά μεγίστης χαράς, παρουσιαζομένης αυτώ περιστάσεως προσφόρου όπως φέρη εις την εκκλησίαν του λαόν πολυάριθμον, εχθρόν τέως αμείλικτον των Φράγκων. Τω έπεμψε λοιπόν ως έξαρχον τον επίσκοπον Περουγίας, έχοντα βοηθόν τον επίσκοπον Βόσνης, και δι’ επιστολής, ήν τω έγραψε, τον προσεκάλεσε να συνδράμη πάση δυνάμει τον αυτοκράτορα όπως επαναφέρη τους Γραικούς εις την υποταγήν. Ταυτοχρόνως έγραψε προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας και προς τον αρχιεπίσκοπον Καλόζης όπως συντελέσωσιν εις την σταυροφορίαν υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, και προς τους επισκόπους της Βουλγαρίας όπως ενισχύσωσι τον βασιλέα των εις τον όσιον και θεοφιλή αυτού σκοπόν. Η επιστολή του Γρηγορίου προς τον Ασάν, γεγραμμένη τη 21 Μαΐου 1237, δεικνύει ότι καθ’ όν χρόνον εγράφη, η είδησις της αποβιώσεως του Βρυεννίου δεν είχεν εισέτι περιέλθει εις Ρώμην, καθόσον προσκαλεί τον βασιλέα των Βουλγάρων να συνδράμη τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως (157).

Το αποτέλεσμα της συμμαχίας ταύτης εφάνη ου μετά πολύ, διότι ο Ασάν συλλέξας ισχυρόν στρατόν, τον ωδήγησεν αυτός ο ίδιος εις Θράκην, μετ’ αυτού δε ηνώθησαν και οι Φράγκοι μετά πολλών μισθοφόρων Σκυθών, ούς είλκυσαν προς εαυτούς διά χρημάτων και πολλών υποσχέσεων, και κατηυθύνθησαν κατά του Βατάτζη, όστις ηυρίσκετο τότε πλησίον της Τζουρουλού. Φρουρός δε της πόλεως ταύτης παρά του βασιλέως τεταγμένος ήτο ο Νικηφόρος Ταρχανιώτης, όστις τότε μεν υπήρχεν επί της τραπέζης του βασιλέως, ύστερον δ’ ετιμήθη τω του μεγάλου δομεστίκου τίτλω· ήτο δε γαμβρός του Δομεστίκου Παλαιολόγου εκ της πρώτης αυτού θυγατρός Μαρίας. «Ην δε ο Ταρχανιώτης ούτος, λέγει ο Ακροπολίτης, και στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός, και πολλής επαπολαύων της παρά Θεού αντιλήψεως, καθώς και μέχρι τούδε επέγνωσται μάλιστα· και γαρ εδόκει τοις πολλοίς ευτυχία κατορθούμενος τα πολλά ή ευανδρία και στρατηγία των εναντίων περιγενόμενος.» Των Φράγκων λοιπόν αρξαμένων την πολιορκίαν της πόλεως, διά μηχανημάτων και ελεπόλεων (157α), δι’ ών ηδύναντο υψηλότερα και ευμεγεθέστερα τείχη να κρημνίσωσιν, ο Ταρχανιώτης ανέπτυξε πάσαν αυτού την στρατηγικήν, διότι αντιμηχανώμενος κατά των έξωθεν μηχανημάτων, παρέλυε τας ενεργείας των πολιορκούντων και εματαίου τους σκοπούς αυτών. Αλλ’ όμως ο βασιλεύς Ιωάννης διέκειτο εις μεγάλην αμηχανίαν, όχι τόσον διότι έμελλε τάχιον ή βράδιον να πέση η Τζουρουλός, αλλά διότι έβλεπεν ότι, πιπτούσης αυτής, παρελύοντο πάντες οι εν τη δύσει αγώνες αυτού. Ευτυχώς η θεία πρόνοια, ήτις ματαιοί τας βουλάς των ασεβών, απήλλαξε τάχιστα τον Βατάτζην της τοιαύτης μερίμνης, διότι ενώ οι εν Τζουρουλώ πολιορκούμενοι διετέλουν εις τον έσχατον κίνδυνον, αίφνης επληροφορήθη ο Ασάν ότι η σύζυγος αυτού Μαρία απεβίωσε, συγχρόνως δε ότι απέθανον ό τε υιός του και ο του Τυρνόβου επίσκοπος. Τούτο λοιπόν θεομηνίαν εκλαβών ο Ασάν, έκχυσε παραχρήμα τας ελεπόλεις και απήλθεν εις τα ίδια· οι δε Φράγκοι, μόνοι εγκαταλειφθέντες και μη έχοντες τοσαύτας δυνάμεις, ώστε να ελπίσωσι την της πόλεως άλωσιν, λύσαντες την πολιορκίαν επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Διά τοιούτου λοιπόν ανελπίστου τρόπου ηλευθερώθη η Τζουρουλός και οι εν αυτή κάτοικοι της Φραγκικής δυναστείας. (158) Ο δε Ασάν υπολαβών ότι τα προεκτεθέντα δυστυχήματα τω συνέβησαν ένεκα της επιορκίας και ασεβείας αυτού, μεταμεληθείς έπεμψε πρέσβεις προς τον Βατάτζην, εαυτόν τε εξουθενών της κακίστης πράξεως και τας συνθήκας ανακαλούμενος και συγγνώμην διά την απιστίαν αυτού ζητών. Ο Βατάτζης και η Ειρήνη ευχαρίστως δραξάμενοι της περιστάσεως, εδέξαντο μετά τιμής την πρεσβείαν των Βουλγάρων και εμπεδώσαντες δι’ όρκων νέων τας προτέρας αυτών συνθήκας, συνήψαν νέαν μετά του Ασάν συμμαχιών τοιουτοτρόπως δε οι μεν σκοποί και αι ελπίδες του Πάπα Γρηγορίου και των Φράγκων εμηδενίσθησαν, η δε του Ασάν θυγάτηρ Ελένη εστάλη και πάλιν εις Νίκαιαν προς τον πενθερόν αυτής.

Ο Ασάν μετά τον θάνατον της πρώτης αυτού συζύγου ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Ειρήνης της θυγατρός Αγγέλου Θεοδώρου, του άλλοτε δεσπότου της Ηπείρου. Ο δυστυχής ούτος, εστερημένος των οφθαλμών αυτού, διέτριβε παρά τη αυλή του Ασάν, ζων εν πάση ανέσει και τιμή μετά της οικογενείας του· είχε δε δύο υιούς, Ιωάννην και Δημήτριον και δύο θυγατέρας, Άνναν και Ειρήνην, ής, ερασθείς διά το έξοχον αυτής κάλλος ο Ασάν, εγένετο σύζυγος. Ένεκα λοιπόν του συγγενικού δεσμού ο Ασάν ου μόνον απέλυσε πάσης φρουρήσεως τον Θεόδωρον, αλλ’ ηθέλησε να τον αποκαταστήση άρχοντα της Θεσσαλονίκης και πάσης ής ήρχε πρότερον χώρας. Προς τούτο δε παρεχώρησεν αυτώ επικουρίαν στρατιωτών, αλλ’ εκείνος επειδή δεν εδύνατο φανερώς να κινήση πόλεμον κατά του αδελφού αυτού Μανουήλ, όστις εκράτει της Θεσσαλονίκης, απεφάσισε να καταλάβη αυτήν διά στρατηγήματος. Αμφιεσθείς ιμάτια επαίτου και εισελθών απαρατήρητος εις την πόλιν, εγνωρίσθη πρός τινας, τους οποίους ότε ήτο δεσπότης είχεν ευεργετήσει, και συνεργοίς αυτοίς της συνωμοσίας χρησάμενος, εγένετο εγκρατής εντός βραχέως χρόνου της τε Θεσσαλονίκης και των πέριξ πόλεων και κωμών, τον δε αδελφόν Μανουήλ συλλαβών έπεμψε προς τους Τούρκους εις Αττάλειαν, οίτινες όμως ου μόνον δεν τον εκακοποίησαν, αλλά και ελεύθερον τον άφησαν να υπάγη προς τον Βατάτζην, όπως παραπονεθή κατά του αδελφού του. Ο Βατάτζης ασμένως τούτον υποδεξιωθείς και διά την συγγένειαν μεθ’ ής συνεδέετο προς αυτόν, και διότι ήτο έκπαλαι δεσπότης, τω έδωκε χρήματα και έξ τριήρεις, μεθ’ ών εκείνος εκυρίευσε τα Φάρσαλα, την Λάρισσαν και την Πλαταμώνα· άρχων δε των χωρών τούτων γενόμενος, σπονδάς εποιήσατο μετά των αδελφών αυτού Κωνσταντίνου και Θεοδώρου, οίτινες εις συνάφειαν προς τους Φράγκους όντες έπεισαν και αυτόν να φανή αχάριστος, συνθηκολογών μετά των πριγγίπων της Αχαΐας και του Μωρέως κατά του ευεργέτου αυτού Βατάτζη· αλλά μεταμεληθείς εντός μικρού διά την διαγωγήν του ταύτην και περιφρονούμενος υπ’ αυτών έτι των συμμάχων του, απεβίωσε πριν ή φθάσας επανορθώση το σφάλμα του. (159) ο δε Θεόδωρος μη θέλων να ονομάζηται βασιλεύς της Θεσσαλονίκης διά το των οφθαλμών πάθος, ωνόμασε βασιλέα τον υιόν αυτού Ιωάννην, ερυθροίς πεδίλοις τους πόδας του υποδήσας και ερυθροίς γράμμασι επιτρέψας αυτόν να υπογράφη.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος διατρέχων την Γαλλίαν και επικαλούμενος την συνδρομήν των αρχόντων υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως επέτυχε, χάρις εις τα παπικά θεσπίσματα, να παρασκευάση περί τας εξήκοντα χιλιάδας πολεμιστών, ετοίμων να μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν όπως υποστηρίξωσι τον ετοιμόρροπον θρόνον αυτού. Μόνος ο κόμης της Βρετάνης είχε στρατολογήσει μυρίους πεζούς και δισχιλίους ιππείς· ο κόμης του Βαρίου προσέφερεν εκατόν λογάδας ιππότας, πάντες δε συλλήβδην οι άρχοντες προσέφερον αναλόγως στρατιώτας και χρήματα, όσιον το έργον νομίζοντες και ψυχωφελές ένεκα των παπικών συγχωροχαρτίων. Εκ Γαλλίας ο Βαλδουίνος μετέβη εις Αγγλίαν, όπως πείση τον βασιλέα αυτής Ερρίκον Γ’ να συντελέση ομοίως εις την ένδοξον εκείνην επιχείρησιν· έμεινεν όμως έκπληκτος, όταν φθάσας εις Δούβρον, εύρεν απεσταλμένους του βασιλέως εκείνου, οίτινες εξ ονόματός του τω είπον ότι δεν τω επέτρεπε το να εισέλθη εις το κράτος χωρίς προηγουμένως να ζητήση την άδειάν του, διότι τούτο εδείκνυε περιφρόνησιν και αξιόμεμπτον αδιαφορίαν. Ο Βαλδουίνος, περίλυπος εκ τούτου, ητοιμάζετο να επανέλθη εις Γαλλίαν, ότε ο Ερρίκος τω διεμήνυσεν εκ δευτέρου ότι επειδή ήλθεν ως φίλος, άνευ όπλων και στρατού, τω επέτρεπε να διέλθη το κράτος του, αποδιδομένης αυτώ πάσης τιμής. Αφορμή της κακής ταύτης υποδοχής λέγεται ότι υπήρξε το κατά του Ιωάννου Βρυεννίου μίσος των Άγγλων, διότι ούτος ελθών άλλοτε εις Αγγλίαν όπως ζητήση επικουρίας διά την επί την Αγίαν Γην εκστρατείαν, αφού έλαβε τοιαύτας, συνεμάχησε μετέπειτα υπέρ του Αυγούστου Φιλίππου κατά των Άγγλων. Εν τούτοις η θέσις εις ήν ο Βαλδουίνος διετέλει, δεν τω επέτρεπε να φαίνηται τόσον ακριβόλογος, δι’ όπερ δεχθείς την πρόσκλησιν του βασιλέως Ερρίκου, μετέβη τον Μάιον του 1238 εις Λονδίνον, και εκείθεν εις Βοσδόκην, ένθα συνηντήθη μετά του βασιλέως και μετά του αδελφού αυτού κόμητος της Κορνουαλίας, οίτινες τον εδέχθησαν μετά πάσης τιμής. Μετά βραχυχρόνιον δε διατριβήν εν Αγγλία επέστρεψεν εις Γαλλίαν, φέρων μεθ’ εαυτού επτακοσίας σχεδόν μάρκας αργυρίου, τας οποίας οι δύο αδελφοί εκείνοι τω προσέφερον όπως επαρκέση εις τας πολεμικάς αυτού προπαρασκευάς (160).

Ενώ αφ’ ενός ο Βαλδουίνος περιέτρεχε γην και θάλασσαν όπως συλλέξη όσω το δυνατόν πλείω στρατόν, αφ’ ετέρου ο Πάπας δραστηρίως διενήργει παρά τοις Χριστιανοίς ηγεμόσιν όπως σπεύσωσιν εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει ομοφύλων των, υποδεικνύων ότι η παγίωσις αυτών εκεί ήθελε διευκολύνει και την ανάκτησιν της Αγίας Γης. Προς τούτο όλα τα χρήματα όσα είχον συλλεχθή διά την σκοπευομένην σταυροφορίαν διέτασσε να παραδοθώσι προς τον κόμητα του Μακώνος διά να χρησιμεύσωσιν εις μισθοδοσίαν των πολεμιστών· και επειδή επληροφορήθη παρά των εξάρχων, ούς είχε πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν μετά τινων νεοσύλλεκτοι, περί της μεγάλης ελλείψεως ζωοτροφιών ήτις υπήρχεν εκεί, και συνέπεια της οποίας πολλοί των Φράγκων ελειποτάκτουν, προσεκάλεσε τον κόμητα της Βρετάνης να αναστείλη την νεοσυλλεξίαν και να περιορισθή εις μόνον εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους πεντακοσίους ιππείς, τω φόβω μη η έλλειψις τροφών και των λοιπών επιτηδείων τους αναγκάση να διασκορπισθώσιν εάν ήσαν εις μεγαλείτερον αριθμόν. Ταυτοχρόνως, έπεμψεν εις Μωρέα και εις το δουκάτον των Αθηνών τον ιδιαίτερον γραμματέα του διά να πείση τους εκκλησιαστικούς των Πατρών, της Κορίνθου και των Θηβών να προσφέρωσι το τρίτον των εισοδημάτων αυτών υπέρ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον εκ της ησυχίας και δυνάμεως αυτού εξήρτητο απολύτως και η ιδική των ανάπαυσις· προσεκάλεσε δε και τον κόμημητα Παλατίνον της Ζακύνθου να συνδράμη την Κωνσταντινούπολιν διά τροφών, και τους αρχιεπισκόπους Λουγδούνων, Βεζανσώνος, Βούργης, Καμβραίας, Τούλης, Μέτζης, Λιέγης και Βερδούνης να προκηρύξωσιν εις τας επισκοπάς αυτών την κατά των σχισματικών Γραικών σταυροφορίαν, παραχωρουμένης πλήρους αφέσεως αμαρτιών εις τους μετασχόντας αυτής. Και ο τα τοιαύτα προκηρύττων ηξίου να θεωρήται επίτροπος επί της γης Εκείνου, όστις ότε είς των μαθητών του έσυρε την σπάθην διά να κτυπήση, ένα των εχθρών του, τον διέταξε να βάλη την μάχαιραν εις την θήκην, διότι οι μαχαίρα παίοντες εν μαχαίρα απολούνται! Τοιούτο ήτο το πνεύμα των χρόνων εκείνων, τοιαύτη ήτο η χριστιανική ηθική, υφ’ ής ενεπνέοντο οι της Ρώμης ποντίφικες! (161)

Αι τοσαύται γενόμεναι προπαρασκευαί εν τη Εσπερία διηυθύνοντο κυρίως κατά του Βατάτζη, αλλά και ο Ασάν δεν ήτο ολιγώτερον εκείνου επίφοβος και μισητός, αφότου μάλιστα εμπαίξας δι’ απατηλών υποσχέσεων των Πάπαν εφείλκυσε την οργήν αυτού. Ο Γρηγόριος, μένεα πνέων κατ’ αυτού, διότι αφού υπεσχέθη ν’ αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του και να συμμαχήση τοις Φράγκοις κατά των Γραικών, ουχί μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά τουναντίον και θερμός υπέρμαχος του Βατάτζη κατά των Φράγκων ανεδείχθη, απεφάσισε παντοιοτρόπως να τον καταστρέψη. Απηυθύνθη λοιπόν προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας Βήλαν, και, πείσας τον Βαλδουίνον να παραιτηθή πάσης επί της Βουλγαρίας αξιώσεως, υπεσχέθη εις αυτόν το στέμμα της Βουλγαρίας, ως αν ήτο κύριος να διαθέτη τα στέμματα των διαφόρων κρατών κατ’ αρέσκειαν, και προς τούτο προυκήρυξεν εις Ουγγαρίαν σταυροφορίαν γενικήν κατά του Ασάν. Ο Βήλας κατά πρώτον εφάνη διστάζων ν’ αναδεχθή τοιούτον αγώνα, διότι επίδοξος διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου ήτο ο υιός της αδελφής του και δεν εδύνατο να προσβάλη τον Ασάν χωρίς να γείνη πολέμιος του συμμάχου και γαμβρού αυτού Βατάτζη του οποίου, ως γνωστόν, η σύζυγος Ειρήνη ήτο αδελφή της συζύγου του Ασάν Μαρίας· αλλά το αίσθημα του εγωισμού και της φιλοδοξίας υπερίσχυσε και τοιουτοτρόπως ήρξαντο αι διαπραγματεύσεις επί του αντικειμένου τούτου, ο Βήλας εζήτει ου μόνον βασιλεύς των Βουλγάρων, αλλά και έξαρχος παπικός ο ίδιος να αναγνωρισθή, εζήτει προσέτι να τω επιτραπή όπως προπορεύηται αυτού εν τη εκστρατεία ο σταυρός, και να αναδεχθή ο Πάπας την προστασίαν του βασιλείου του κατά την απουσίαν αυτού, εμποδίζων διά των όπλων του πνεύματος πάντα όστις ήθελε τολμήσει να τον προσβάλη. Τα δύο τελευταία αιτήματα του Βήλα ήσαν ευπρόσδεκτα, αλλά το πρώτον απήντησε πολλάς δυσχερείας, διότι οι Πάπαι, οίτινες τόσον ευκόλως κατεπάτουν τα δικαιώματα των ηγεμόνων, ήσαν πολύ ζηλότυποι εις όσα απέβλεπον τα ίδιά των δικαιώματα. Εν τούτοις μη θέλων ο Γρηγόριος να δυσαρεστήση τον βασιλέα της Ουγγαρίας, τω επρότεινε να διορίση έξαρχον, οίον αν επίσκοπον εκείνος εξέλεγε, και τούτο όπως διατηρήση την αξιοπρέπειαν της εκκλησίας, ήτις δεν παρείχε τίτλους εκκλησιαστικούς εις κοσμικούς ηγεμόνας. Αλλ’ όμως αι τοσαύται προσπάθειαι έμειναν άνευ αποτελέσματος, διότι ο Ασάν φοβηθείς την κατ’ αυτού σταυροφορίαν, ειρήνευσε μετά του Βήλα και των Φράγκων εις τους οποίους επέτρεψε το επιόν έτος την διά του κράτους του διάβασιν (162).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος ελάμβανε καθ’ εκάστην τας πλέον δυσαρέστους περί Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεις πασχούσης και στέρησιν τροφών και έλλειψιν πολεμιστών, ένεκα του οποίου οι του Βατάτζη στρατιώται περιτρέχοντες τας πέριξ χώρας, έσπειρον τον τρόμον και την φρίκην μέχρι και αυτών των τειχών της πόλεως, χωρίς ουδεμίαν να απαντώσιν αντίστασιν. Ταύτα λοιπόν μανθάνων ο Βαλδουίνος απεφάσισε να πέμψη κατά Μάρτιον του 1238 πολυαρίθμους πολεμιστάς εις Κωνσταντινούπολιν υπό την οδηγίαν του Ιωάννου Πετούνη, τον οποίον ο Βρυέννιος τω είχε δώσει ως Μέντορα κατά την εις Ιταλίαν αναχώρησίν του. Ο γενναίος ούτος μαχητής έλαβε την εις Ιταλίαν άγουσαν οδόν, προτιθέμενος να επιβιβασθή επί πλοίων εν Ενετία και μεταβή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, όπως αποφύγη τας προσβολάς του Βατάτζη και των Βουλγάρου, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι καθ’ άπασαν την μεταξύ χώραν· γεγονός τι όμως απροσδόκητον επελθόν, εματαίωσε τας του Πετούνη προθέσεις. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, όστις ήτο θανάσιμος εχθρός του Ιωάννου Βρυεννίου, και κατά συνέπειαν και του Βαλδουίνου, έτι δε μάλλον του Πάπα, μεθ’ ού διέκειτο εις φανερόν πόλεμον, δραξάμενος της περιστάσεως ηθέλησε να εκμηδενίση το σχέδιον εκείνο, όπερ ο Γρηγόριος περί τοσούτου εποιείτο· άμα λοιπόν ο Πετούνης διήλθε τας Άλπεις, τω απηγόρευσε να διαβή διά του κράτους του, απειλών εν εναντία περιπτώσει ότι διά των όπλων θέλει του εμποδίσει την διάβασιν. Ο Πετούνης εκπλαγής γενόμενος εκ της απειλής ταύτης του αυτοκράτορος, ήλθεν εις συνέντευξιν μετ’ αυτού, και παντοιοτρόπως προσεπάθησε να τον πείση, όπως τω επιτρέψη την διάβασιν· και εκάμφθη μεν ο Φριδερίκος, επιτρέψας τούτο, απήτησεν όμως ίνα ο Πετούνης μένη παρ’ αυτώ ως όμηρος διά την καλήν διαγωγήν την οποίαν οι σταυροφόροι ήθελον τηρήσει διερχόμενοι διά του κράτους του. Μάτην ο Πετούνης προσέφερεν εις τον αυτοκράτορα μέγιστον ποσόν χρημάτων διά να παραιτηθή του όρου τούτου, προφασιζόμενος ότι ο στρατός του άνευ αρχηγού μένων ήθελε διασκορπισθή. Ο Φριδερίκος επέμεινεν εις τον όρον αυτόν και επειδή είχεν αξιώσεις επί της Φραγκικής αυτοκρατορίας, απήτησε παρά του Βαλδουίνου να τον αναγνωρίση ως κυρίαρχον, διότι άλλως θέλει τον αναγκάσει διά των όπλων· του δε Βαλδουίνου μη συγκατανεύσαντος εις τούτο, απηγόρευσεν αυστηρώς την διά του κράτους του διάβασιν των σταυροφόρων, ο Πάπας σφοδρώς λυπούμενος επί ταις εχθροπραξίαις ταύταις, αίτινες εματαίουν τοσούτους αγώνας και προσπαθείας, δι’ επιστολών προσεπάθησε να τω υποδείξη πόσον ατόπως προσεφέρετο προς άπασαν την Χριστιανοσύνην, της οποίας εφαίνετο πολέμιος· αλλ’ ο Φριδερίκος περιφρονών και τον Πάπαν και τας επιστολάς του, επέμεινεν ακραδάντως εις τας αξιώσεις του. Ο δε Βαλδουίνος βλέπων ότι εκτός του Ασάν και Βατάτζη ανεφαίνετο τρίτος εχθρός, όν ώφειλε να πολεμήση, επέστρεψεν εις Ιταλίαν όπως συμβουλευθή τον Πάπαν και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Εν τούτοις οι εν Ενετία συνελθόντες στρατιώται όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν διεσπάρησαν ελλείψει στρατηγού, ο δε Πετούνης ασθενήσας μετ’ ου πολύ και αποβιώσας, υπήρξεν ο τελευταίος ιππότης εκ των αρχαίων κατακτητών.

Η βραδύτης της αποστολής επικουρίας εις Κωνσταντινούπολιν, εξήντλησεν ολοσχερώς τους πόρους αυτής. Πάσα και δημοσία και ιδιωτική περιουσία είχε δαπανηθή, ο δε τοποτηρητής του αυτοκράτορος, αφού κατήντησε να αφαιρέση τον μόλυβδον από τας σκέπας των εκκλησιών διά να κόψη νόμισμα, απεφάσισε να υποθηκεύση και αυτά τα τιμαλφή λείψανα της Χριστιανικής ευσεβείας. Ο εξ ακανθών στέφανος, δι’ ού περιεβλήθη ο του κόσμου Λυτρωτής, εσώζετο εν τοις ανακτόροις του Βυζαντίου φέρων έτι τα ίχνη των φρικτών Εκείνου παθημάτων· τούτον λοιπόν τον στέφανον μη απολειφθέντος πλέον ετέρου τινός, απεφάσισεν ο τοποτηρητής να ενεχυριάση αντί της ποσότητος τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήκοντα πέντε υπερπύρων πρός τινας Ενετούς επί συμφωνία, αν εντός ωρισμένου χρόνου δεν αποδώση το δάνειον, να λαμβάνωσιν εκείνοι εις την κατοχήν των αυτόν· εγένετο δε η συνθήκη αύτη τη 4 Σεπτεμβρίου 1238. Ο Βαλδουίνος πληροφορηθείς την σύμβασιν ταύτην προσέφυγε προς τον βασιλέα Λουδοβίκον, όστις παρέλαβε τον στέφανον αποτίων τα προς τους Ενετούς οφειλόμενα. Κατά Δεκέμβριον λοιπόν του αυτού έτους ο στέφανος ούτος επιβιβασθείς εις πλοίον Γαλλικόν μετεκομίσθη εις Ενετίαν και εκείθεν εις Παρισίους, ένθα κατετέθη μετά πλείστης όσης επισημότητος και πομπής εις την εκκλησίαν την επ’ ονόματι της Παναγίας τιμωμένην. ο Βατάτζης πληροφορηθείς την πώλησιν ταύτην του στεφάνου έστειλε πλοία όπως αρπάσωσιν αυτόν, αλλά δυστυχώς δεν επέτυχον ταύτα να συναντήσωσι το κομίζον εκείνον πλοίον· ο δέ Λουδοβίκος εδωρήσατο διά τον στέφανον δεκακισχιλίας λίβρας εις τον Βαλδουίνον, γενομένης και δαπάνης ετέρων δισχιλίων διά την μεταφοράν αυτού (163).

Η δεινή θέσις εις ήν περιήλθεν η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως ηνάγκασε τον Βαλδουίνον να επισπεύση την εις το κράτος του επάνοδον, μετά των στρατιωτών, ούς εν τη Δύσει είχε συλλέξει. Τοιουτοτρόπως αυτός μεν παρεσκευάζετο όπως απέλθη, ο δε Πάπας, παρά τω οποίω κατέλιπεν αντιπρόσωπον αυτού τον Ιωάννην Βαλενσιανόν, ησχολείτο ανενδότως όπως πείση τους σταυροφόρους Γάλλους να αναστείλωσι την εις Συρίαν μετάβασίν των και στρέψωσι τα όπλα των πρώτον κατά του Βατάτζη. Εκ τούτων πολλοί μεν επείσθησαν εις του Πάπα τας παρακελεύσεις, έτεροι όμως επέμενον εις το αρχικόν σχέδιόν των της επί την αγίαν Γην εκστρατείας, μεμψιμοιρούντες μάλιστα κατ’ αυτού διότι παρενέλαβε προσκόμματα εις την εκπλήρωσιν του σκοπού των και διότι διέθετε άλλως πως παρ’ όπως ανέκαθεν ήσαν προωρισμένα τα διά την σταυροφορίαν συλλεχθέντα χρήματα. Μετά των τελευταίων τούτων ήσαν ο Θιβώτος βασιλεύς της Ναβάρρας, ο Ούγγος δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος κόμης Βαρίου, ο Aμωρή κόμης Μοντφόρτης, ο Ριχάρδος δε-Σαμόντιος, ο Ανζώ Δέλλιος, οι κόμητες Βενδόμης, Μακώνος, Φορέτης, Νεβερσίας και άλλοι, οίτινες βλέποντες του αυτοκράτορος Φριδερίκου την διαγωγήν και μη επιθυμούντες ν’ αναλάβωσιν αγώνα, προς τον οποίον εκείνος εφέρετο τοσούτον δυσμενώς, εγκατέλιπον τον Βαλδουίνον και λαβόντες την εις Μασσαλίαν άγουσαν οδόν, επεβιβάσθησαν εκείθεν εις πλοία διά Παλαιστίνην, εναντίον της παπικής επιθυμίας (164).

Η αρχή αυτή δεν επροοιμίαζε βεβαίως καλόν τέλος· αλλ’ ο Βαλδουίνος μηδόλως αποθαρρυνθείς, αφού διά τελευταίαν φοράν μετέβη εις Ρώμην ίνα συνεντευχθή προς τον Πάπαν, επέστρεψεν εις Γαλλίαν, και μη έχων χρήματα όπως διαπλεύση τον στρατόν του εδανείσθη παρά του βασιλέως Λουδοβίκου πεντήκοντα χιλιάδας λιβρών, προς εξασφάλισιν των οποίων υπεθήκευσεν αυτώ την κομητείαν του Ναμούρ, ήν ο βασιλεύς παρεχώρησεν εις τους ιππότας Τεμπλιέρους να την διοικώσι μέχρις ού ο Βαλδουίνος ήθελε τω αποτίσει τα οφειλόμενα, ιστορικοί τινες λέγουσιν ότι προς τη κομητεία του Ναμούρ υπεθήκευσε και την της Ωξέρης· αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης. Τέλος τακτοποιήσας τα οικιακά του πράγματα απεφάσισε να αναχωρήση, διερχόμενος διά Γερμανίας, της οποίας ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, τη επιμόνω αιτήσει του βασιλέως της Γαλλίας, τω επέτρεψε την διά της χώρας του διάβασιν διά χρυσοβούλου εκδοθέντος τη 7 Δεκεμβρίου 1238. Ταις προσπαθείαις του Πάπα και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας και ο τούτου αδελφός Καλομάνος δουξ Σκλαβουνίας και ο βασιλεύς αυτός της Βουλγαρίας Ασάν, όστις ου προ πολλού είχε συμμαχήσει μετά των Φράγκων, υπεσχέθησαν ου μόνον κατ’ ουδέν να παρενοχλήσωσι τους σταυροφόρους διά των κρατών αυτών διερχομένους, αλλά τουναντίον και να τοις χορηγήσωσι πάσαν αντίληψιν. Ο Βαλδουίνος ηρίθμει εν ταις τάξεσιν αυτού εξηκοντακισχιλίους άνδρας, εν οίς ήσαν επτακισχίλιοι ιππόται μετά των ιπποκόμων αυτών και τριακοντακισχίλιοι έφιπποι τοξόται. Πολλοί δε διακεκριμένοι άρχοντες είχον ενωθή μετ’ αυτού, οίοι ήσαν ο Θωμάς Μάρλιος κύριος του Κουσή, ο Ιμβέρτος κύριος του Βωζώ, ο Ζοσεράνδος κύριος του Βρασιών, ο άρχων του Βωμέζου, ο Γουλλιέλμος δε-Καχιέ, ο Βαρόνος δε-λα-Χαβερί και άλλοι· συνώδευσε δ’ αυτόν ως Παπικός έξαρχος ο Βαλδουίνος Σενιγαλλίας και ο Βαρίνος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τον οποίον είχεν εκδιώξει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος ότε εκυρίευσε την πόλιν ταύτην. Τοιουτοτρόπως αναχωρήσας ο αυτοκράτωρ μετά παντός του στρατού αυτού και διελθών την Ιταλίαν διά των υπωρειών των Άλπεων, αφίκετο εις το Οστρίκιον· κατελθών δε εις Ουγγαρίαν διεπέρασε τον Ίστρον, και διά της Βουλγαρίας έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν κατά Δεκέμβριον του 1239. Οι εν αυτή εδέξαντο τον Βαλδουίνον μετά μεγίστου ενθουσιασμού, και των πάντων ελπιζόντων παντός δεινού την απαλλαγήν, ούτος εστέφθη αυτοκράτωρ μετά της συνήθους επισημότητος εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας (165).

Και αληθώς έπρεπε να ελπίσωσι πολλά εκ της ελεύσεως του Βαλδουίνου και του πολυαρίθμου εκείνου στρατού· διότι εκτός της υλικής δυνάμεως, ήν ο αυτοκράτωρ τοις εκόμιζεν, είχε προσέτι περιποιήσει εαυτώ πολλούς συμμάχους, αποσπών αυτούς από του Βατάτζη. Οι Ούγγροι ήσαν φίλοι αυτού, ο Ασάν είχεν επίσης συμμαχήσει μετ’ αυτού, οι Κουμάνοι, ηγουμένων των βασιλέων των Ιωνά και Σορονίου, εζήτησαν εις Κωνσταντινούπολιν την φιλίαν των Φράγκων, και ο πολεμικός ούτος λαός, ως εκ των προτέρων είδομεν, δεν ήτο μικρού λόγου επίκουρος. Διά τούτο ο Βαλδουίνος έσπευσε να παραδεχθή την συμμαχίαν αυτού, και πληρεξούσιοι διορισθέντες εκατέρωθεν συνωμολόγησαν ειρήνην και φιλίαν αδιάρρηκτον· μετά δε την συνομολόγησιν αυτής οι πληρεξούσιοι εκβαλόντες ολίγον αίμα εκ των φλεβών των, το προσέφερον αλλήλοις ίνα το πίωσιν, ως διά να δείξωσι τρόπον τινά ότι το αυτό αίμα εζωογόνει αμφοτέρους τους λαούς εις το εξής. Μετά την αιμοποσίαν ταύτην ταχθέντες εις δύο γραμμάς οι πληρεξούσιοι των συμβαλλομένων εθνών, κατέκοψαν μεληδόν διά των ξιφών κύνα, όν ηνάγκασαν να διέλθη εν τω μέσω των φωνούντες, «Ούτως απωλεσθήτω το έθνος εκείνο, όπερ παραβιάσει την ένορκον συμμαχίαν.» Τοιαύτη ήτο η συνθήκη την οποίαν οι Κουμάνοι συνέθεντο προς τους Φράγκους· όπως δε παγιώσωσιν αυτήν ηθέλησαν να συσφίγξωσι την συμμαχίαν των δι’ ιδιαιτέρων δεσμών. Βαπτισθεισών λοιπόν των δύο θυγατέρων του Σορονίου, την μεν έλαβεν εις γυναίκα ο Γουλλιέλμος, υιός του Γοδοφρέδου Μερή, την δε ο Βαλδουίνος κόμης του Αινώ· την δε θυγατέρα Ιωνά, του ισχυροτέρου των δύο βασιλέων ενυμφεύθη ο Ναρζότος δε-Τουσή, όστις πρώτην σύζυγον έσχε την θυγατέρα του Βρανά (166).

Πρώτιστον έργον των Φράγκων, τοιουτοτρόπως υπό των Κουμάνων ενισχυθέντων, υπήρξεν η πολιορκία της Τζουρουλού, ής ο Βατάτζης υπήρχε κύριος, διορίσας εν αυτή φρούραρχον τον Χαρτουλάριον Ιωάννην Πετραλείφαν, άνδρα γενναίον και παιδιόθεν εξησκημένον περί τα πολεμικά. Και αντέταξε μεν ούτος προς τους πολυπληθείς εχθρούς και τας πολυποικίλους μηχανάς των μεγίστην καρτερίαν και ανδρίαν· αλλ’ αναγκασθείς υπό των πολλών δυνάμεων των πολεμίων, συνάμα δε και υπό των προδοτών, οίτινες δεν λείπουσι πάντοτε κατά τοιαύτας περιστάσεις από τας πολιορκουμένας πόλεις, παρεδόθη. Οι δε Φράγκοι, χειρωσάμενοι την πόλιν, συνέλαβον τον Πετραλείφαν και τους συν αυτώ, και μεταγαγόντες εις Κωνσταντινούπολιν επώλησαν ως ανδράποδα προς τους οικείους των (167).

Ο Βατάτζης μη αισθανόμενος εαυτόν ικανόν όπως αντεπεξέλθη κατά των Φράγκων, πολιορκούντων την Τζουρουλόν, απεφάσισε να κατακτήση όσα μέρη τοις έμενον έτι κατά τα παράλια της Προποντίδος. Όπως δε επιτύχη ευχερέστερον τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να τους προσβάλη και διά ξηράς και διά θαλάσσης· λαβών λοιπόν αυτός την ηγεμονίαν του στρατού και από Νικομηδείας απάρας προσέβαλε και εκυρίευσε τον Χάρακα, την Δακίβυζαν και το του Νικητιάτου φρούριον, συσκευασάμενος δε τριήρεις ικανάς έθηκεν αυτάς υπό τας διαταγάς Ιφρέ του Αρμενίου, ανδρός ανικάνου και οκνηρού περί τα μάχιμα τελούντος, παύσας τον πρότερον την των τριήρεων στρατηγίαν περιεζωσμένον Μανουήλ Κοντοφρέ, άνδρα γενναίον και πολεμοχάρμην, διότι ούτος παρρησία και φιλαληθεία χρώμενος παρίστα εις τον αυτοκράτορα ότι αι θαλάσσιαι αυτού δυνάμεις ήσαν κατά πολύ των Φραγκικών υποδεέστεραι, και όλως ανίκανοι όπως ναυμαχήσωσι προς αυτάς. Ότι δε ο Κοντοφρές έλεγε τ’ αληθή εγνώσθη εκ των υστέρων, διότι, ναυμαχίας γενομένης μεταξύ του Γραικικού στόλου εκ τριάκοντα πλοίων συγκειμένου και του των Φράγκων, όν τρισκαίδεκα μόνον νήες απήρτιζον, ο πρώτος ηττήθη αισχρώς, απολέσας δεκατρείς τριήρεις, τας οποίας οι εχθροί συν ανδράσι και όπλοις εκυρίευσαν και ως λάφυρα έφερον εις Κωνσταντινούπολιν (168).

Κατά τον αυτόν περίπου χρόνου (1240) εφάνη προς το μέρος του βορρά κομήτης πωγωνίας, όστις διήρκεσε μήνας τρεις, εις διάφορα μέρη φαινόμενος. Κατά περίεργον δε σύμπτωσιν την εμφάνισιν του κομήτου τούτου παρηκολούθησεν η αποβίωσις πολλών επισήμων ανδρών, πρώτος δε τούτων ην ο των Βουλγάρων ηγεμών Ασάν, «ανήρ εν βαρβάροις άριστος αναφανείς, ως λέγει ο Ακροπολίτης, ουκ εν τοις οικείοις μόνον, αλλά γε δη και τοις αλλοτρίοις· εχρήσατο γαρ και φιλανθρωπότερον τοις προσερχομένοις αυτώ επήλυσι και μάλιστα τοις Ρωμαίοις, και φιλοτίμως αυτοίς παρείχε τα αιτηρέσια.» Μετ’ αυτόν απεβίωσαν Ιωνάς ο βασιλεύς των Κουμάνων και ο γαμβρός αυτού Ναρζότος δε-Τουσή· επειδή δε ο Ιωνάς ην αβάπτιστος, τον ενεταφίασαν εκτός των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως, οκτώ δε ιπποκόμοι του και είκοσιν έξ ίπποι του απηγχονίσθησαν επί του τάφου αυτού κατά τα άγρια των Κουμάνων ήθη. Ο θάνατός του υπήρξε ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, διότι όχι μόνον αυτόν απώλεσαν, άνδρα πιστόν και γενναίον, αλλά και τον Σαρτόριον, όστις αποβιώσαντος του Ιωνά, απεσπάσθη αυτών και ηνώθη μετά του Βατάτζη. Συγγραφεύς τις (169) αναφέρει ότι κατ’ αυτό το έτος, κοινοποιηθέντος εν Γαλλία του θανάτου του Βαλδουίνου, ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος πρίγγηψ της Αχαΐας μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ίν’ αναλάβη την αντιβασιλείαν του κράτους, διαρκούσης της ανηλικιότητος του υιού του Φιλίππου, τέλος προς τοις άλλοις απεβιώσεν η σύζυγος του Βατάτζη Ειρήνη, «γυνή σωφρονική τε και αρχική και πολύ το μεγαλείον επιδεικνυμένη το βασίλειον, χαίρουσα δε και λόγοις και σοφών ακροωμένη μεθ’ ηδονής και τιμώσα τούτους υπερβαλλόντως,» και ο Μανουήλ Κομνηνός αδελφός του δεσπότου της Θεσσαλονίκης Θεοδώρου (170).

Ο στρατός των Φράγκων εστρατοπέδευεν έτι προ της Κωνσταντινουπόλεως, ότε Γουλλιέλμος ο εκ Βερώνης κύριος της Ευβοίας και υιός του Ραβανού Δελλά Κάρσερε ελθών επαρουσιάσθη εις τον αυτοκράτορα μετά της συζύγου αυτού Ελένης, ανεψιάς δε Δημητρίου του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, και τω εζήτησε να τον αναγνωρίση ως κληρονόμον εκ της συζύγου αυτού, του βασιλέως εκείνου. Ο Βαλδουίνος ουδεμίαν αντίρρησιν εποιήσατο εις τούτο και την 5 Μαΐου 1240 απέλυσε λόγον χρυσόβουλον, διά του οποίου ανεγνώριζε τον Γουλλιέλμον, βασιλέα της Θεσσαλονίκης· την δε αναγνώρισιν ταύτην επεκύρωσεν εκείνος παρά του Πάπα Ιννοκεντίου Δ’ του διαδεξαμένου τον Γρηγόριον Θ’. Αλλά τα απλά έγγραφα ουδέν ίσχυον απέναντι της κλαγγής των όπλων, ήτις ηκούετο τότε καθ’ άπασαν την Ανατολήν (171).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος μη επαρκών εις τας ιδίας αυτού δαπάνας, είχε δανεισθή μέγιστα ποσά παρά του πρίγγιπος της Αχαΐας, και επειδή δεν ηδύνατο να αποτίση αυτά, ηναγκάσθη να τω παραχωρήση την κομητείαν του Κουρτεναί· αλλ’ όμως ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος, του οποίου η συγκατάθεσις ήτο αναγκαία εις την παραχώρησιν ταύτην, ηρνήσατο να αναγνωρίση τον Γουλλιέλμον ως κύριον του Κουρτεναί, και δι’ επιστολής του ήλεγξε πικρώς τον Βαλδουίνον, διότι απεγυμνούτο τοιουτοτρόπως των πατρικών αυτού κληροδοτημάτων. Ο Βαλδουίνος απαντών εδικαιολόγησε την πράξιν του, προτείνων τας καταπειγούσας του κράτους ανάγκας, και όπως πείση αυτόν να έλθη εις βοήθειάν του, τω έπεμψε μέγα τεμάχιον του τιμίου Σταυρού, το ιμάτιον, όπερ έφερεν ο Χριστός, ότε υπήγαινεν εις το Καλβάριον, την αιχμήν της λόγχης, τον σπόγγον και τα άλλα όργανα του πάθους Του. Τα άγια ταύτα λείψανα αφίκοντο εις Παρισίους κατά την ημέραν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και εγένοντο δεκτά παρά του βασιλέως και της οικογενείας, μετά πλείστης όσης ευλαβείας και τιμής. Τοιουτοτρόπως η Κωνσταντινούπολις απεγυμνούτο μικρόν κατά μικρόν όλων των κειμηλίων με όσα η ευσέβεια και ο ζήλος των αυτοκρατόρων την είχε προικίσει (172).

Ο θάνατος του βασιλέως των Βουλγάρων Ασάν παρήλλαξεν επαισθητώς την κατάστασιν των Φράγκων, διότι ο Βατάτζης βλέπων ότι διεδέξατο αυτόν μειράκιον ενδεκαετές, τούνομα Καλλιμάνος, επομένως ανίκανον όπως βαστάση τας ηνίας του κράτους, έτι δε ολιγώτερον το βάρος του πολέμου, απεφάσισε να επωφεληθή εκ της ανηλικιότητος αυτού όπως κατακτήση την Βουλγαρίαν· ίνα δε μη τον αποτρέψωσι του σκοπού του οι Φράγκοι συνωμολόγησε μετ’ αυτών διετή ανακωχήν. Έπεμψε δε και προς τον βασιλέα των Ούγγρων Βήλαν προτείνων αυτώ φιλίαν και την υπό τον Πάπαν ένωσιν των εκκλησιών. Ο Βήλας χαίρων επί ταις προτάσεσι ταύταις εξήγγειλεν εις Ρώμην τον του Βατάτζη σκοπόν· αλλ’ ο Πάπας δυσπιστών προς τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ενέπνευσε και προς τον Βήλαν την δυσπιστίαν ταύτην. Και απέτυχε μεν η μεταξύ των δύο τούτων ηγεμόνων συμμαχία, αλλ’ ο Βήλας ουδέν παρενέβαλε πρόσκομμα και αυτό ιδίως επεθύμει ο Βατάτζης. Αφ’ ετέρου ο μεγαλεπίβολος ούτος ηγεμών μη ανεχόμενος να φέρωσιν οι δεσπόται της Θεσσαλονίκης τον τίτλον του αυτοκράτορος, όστις ενόμιζεν ότι αυτώ μόνω ανήκε, διότι ήτο διάδοχος του Λασκάρεως και των νομίμων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων, απεφάσισε να ταπεινώση και τον φέροντα τον τίτλον εκείνον Ιωάννην τον Κομνηνόν, όστις διώκει τον τόπον ταις συμβουλαίς και τη πείρα του τυφλού πατρός του Θεοδώρου. Όπως δε ο Βατάτζης ευχερέστερον επιτύχη τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να αποσπάση από τον ανίκανον εκείνον και νωθρόν ηγεμόνα τον αόμματον Μέντορά του και προς τούτο κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Πέμψας πρέσβυν προς τον Θεόδωρον, τον προσεκάλεσε να έλθη εις Νίκαιαν όπως συσκεφθώσι περί των κοινή συμφερόντων· εκείνος δε μηδέν κακόν υπονοών προσήλθε προθύμως, και ο Ιωάννης τον ενέπλησε τιμών, θείον αυτόν ονομάζων και τη αυτού συγκαθίζων τραπέζη και των λοιπών φιλοφρονημάτων μεταδιδούς. Αφού δε τούτον έσχεν εις τας χείρας του, συναγαγών πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Σκυθών, τους οποίους διά δώρων και υποσχέσεων είχε προσελκύσει, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, έχων παραπλέοντα και τον στόλον αυτού υπό τον Κοντοφρέ Μανουήλ. Συνώδευον δε τον βασιλέα κατά την εκστρατείαν ταύτην άνδρες στρατηγικοί και πολυμήχανοι, ο Δημήτριος Τορνίκης, ο δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ο πρωτοβεστιάριος Αλέξιος Ραούλ, ο επί της τραπέζης Νικηφόρος Ταρχανιώτης, ο πρωτοσέβαστος Κοντοστέφανος, ο μέγας χαρτουλάριος Πετραλείφας και άλλοι. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης μετά του στρατού αυτού παρελθών τα της Θράκης και Μακεδονίας χωρία, κατέλαβε την Χριστούπολιν και το φρούριον της Ρεντίνης, το oποίον οι φυλάσσοντες παρήτησαν έρημον, ιδόντες μακρόθεν τον στρατόν αυτού, και ελθών εστρατοπέδευσεν εις απόστασιν οκτώ σταδίων από της Θεσσαλονίκης, εις τόπον καλούμενον κήπον του Προβατά. Κατά της αχανούς εκείνης πόλεως, δεν ήτο βεβαίως δυνατόν να μεταχειρισθή ελεπόλεις και άλλα τοιαύτα πολεμικά μηχανήματα· διέταξεν όμως τους στρατιώτας αυτού και ιδίοις τους εις αρπαγήν προθυμοτάτους Σκύθας, να περιέρχωνται και ληίζωσι τα περίχωρα, όπως ει δυνατόν διά της καταστροφής και της πείνης αναγκάση τους εν τη πόλει να παραδοθώσιν· αλλά και οι πολιορκούμενοι δεν έμενον άπρακτοι, τουναντίον ανθίσταντο μετά πολλής καρτερίας, συνεχώς δ’ εφορμώντες εκ της πόλεως επέπιπτον κατά του στρατού του βασιλέως και επέφερον αυτώ ζημίαν ου σμικράν.

Εν τούτοις ο Βατάτζης εξηκολούθει στενώτερον πολιορκών τους εν Θεσσαλονίκη ότε επληροφορήθη παρά του υιού αυτού Θεοδώρου, όν είχε καταλίπει περί τα μέρη των Πηγών, μετά του μυστικού συμβούλου Ιωάννου του Μουζάλωνος και του μεγάλου εταιριάρχου Μιχαήλ Λιβαδαρίου, ότι το έθνος των Τατάρων, ή, κατά τους Βυζαντινούς, των Ταχάρων, ελθόν εις πόλεμον προς τους Μουλσουμάνους του Ικονίου ενίκησεν αυτούς και ότι φόβος ήτο μη οι Βάρβαροι εκείνοι ήθελον εισβάλει εις την αυτοκρατορίαν της Νικαίας. Ταύτα μαθών ο Βατάτζης, εις ουδένα μεν ανεκοίνωσεν, απαγορεύσας επί ποινή θανάτου εις τον παρά του υιού του απεσταλμένον να μαρτυρήση τι των εν Ασία συμβαίνοντος, προσκαλέσας δ’ εκ Νικαίας εις το στρατόπεδόν του τον Θεόδωρον, τω είπεν ότι ουχί εκ μίσους ή εκ κατακτητικών σκοπών προσέβαλε την Θεσσαλονίκην, διότι αμφότεροι εισι Γραικοί και επομένως εχθροί των Φράγκων, ότι, καίτοι το συμφέρον αμφοτέρων απαιτεί να ενωθώσι διά να προσβάλωσιν ομού τους κοινούς εχθρούς, υπάρχων όμως μόνος νόμιμος αυτοκράτωρ, κατ’ ουδέν δύναται να ανεχθή έτερον αντιποιούμενον του ονόματος αυτού, και ότι δεν είνε συνέσεως έργον διά κενόν τίτλον ο Θεόδωρος να διακινδυνεύση πραγματικόν βασίλειον, ού ουδόλως τω διαφιλονικεί την κατοχήν. Ο Θεόδωρος, όστις ηγνόει την πραγματικήν αιτίαν υφ’ ής ο Βατάτζης επεθύμει να λύση την πολιορκίαν και όστις ην άλλως τε λίαν ευγνώμων προς αυτόν διά τας τιμάς και τας φιλοφροσύνας, ών τον κατηξίωσεν εν Νικαία, εύρεν ευλόγους τας αιτιάσεις αυτού και πρέσβυς παρά τω υιώ του γενόμενος, έπεισεν αυτόν να ενδώση εις τας απαιτήσεις του αυτοκράτορος. Κατά συνέπειαν ο Ιωάννης ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον δεσπότου, απέβαλε τα ερυθρά πέδιλα και την περιμάργαρον πυραμίδα, εις ήν λίθος υπερεκάθητο κόκκινος, ως σύμβολον του βασιλικού αξιώματος, και ωρκίσθη υποταγήν προς τον αυτοκράτορα. Ούτος δε τυχών του ποθουμένου και εμπλήσας δωρεών τους περί τον Ιωάννην, ανεχώρησεν εκ Θεσσαλονίκης μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν (173).

Τω καιρώ εκείνω ήρξαντο αι επιδρομαί των Ταρτάρων Μογγόλων, οίτινες διελθόντες αλληλοδιαδόχως την Ρωσσίαν, Πολωνίαν, Σιλεσίαν, Μοραυίαν, Κρακοβίαν, Ουγγαρίαν, Βοσνίαν, Σερβίαν και Βουλγαρίαν, έλαβον την προς την Κωνσταντινούπολιν άγουσαν οδόν, πανταχού καταλείποντες ίχνη δυσεξάλειπτα της θηριώδους και καταστρεπτικής διαβάσεώς των. Τρόμος πανικός κατέλαβεν άπασαν την Ευρώπην, και οι ηγεμόνες αυτής έστρεφον βλέμματα απηλπισμένα προς τας αγρίας εκείνας ορδάς. Πανταχού διετάχθησαν παρακλήσεις επ’ εκκλησίαις και νηστείαις· ο Πάπας έπεμψε μοναχούς όπως τους κατηχήση και τοις εμπνεύση αισθήματα Ευαγγελικής αγάπης. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος προσεκάλει άπασαν την Ευρώπην υπέρ της απειλουμένης Γερμανίας, Λευκή δε η μήτηρ Λουδοβίκου του Αγίου έτρεμεν υπέρ της Γαλλίας. Τα πάντα εν γένει διετέλουν εις τρόμον και απόγνωσιν, και μόνη η παρήγορος θρησκεία ενέπνεεν ελπίδας εις τους καταπεπονημένους ηγεμόνας. «Ελπίσωμεν εις την θείαν Πρόνοιαν, έλεγεν ο Λουδοβίκος, αν οι βάρβαροι επελθόντες μας προσβάλωσιν ή ημείς θέλομεν πέμψει αυτούς εις τον άδην, ή εκείνοι ημάς εις τον παράδεισον.» (174)

Ενώ η Ευρώπη διετέλει υπό το κράτος του τρόμου, σώμα Μογγόλων επιδραμόν εις τας χώρας του Σουλτάνου του Ικονίου Ιαθατίνη και νικήσας αυτόν, ελήισε την Καππαδοκίαν και την Καισάρειαν και ηπείλει να καταστρέψη ολόκληρον αυτού το κράτος. Αφ’ ετέρου ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουίνος στερούμενος χρημάτων και στρατιωτών, προς δε αποσπασθέντων απ’ αυτού και των Κουμάνων, διετέλει εις δεινήν θέσιν, μη έχων πώς να πολεμήση προς τον Βατάτζην. Η ανάγκη λοιπόν προσεκάλει τον τε Βαλδουίνον και τον Σουλτάνον να ενωθώσιν αμοιβαίως, και πρώτος ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εξέθηκεν εις τον Ιαθατίνην την ανάγκην της προς αλλήλους συνδρομής. Ο Ιαθατίνης εδέχθη την πρότασιν, και όπως ενισχύση την συμμαχίαν ταύτην, εζήτησε παρά του Βαλδουίνου εις γάμον μίαν των συγγενών αυτού υποσχόμενος ότι θέλει τη επιτρέψει να τηρή το θρήσκευμα αυτής και ότι θέλει οικοδομηθεί ανά μίαν εκκλησίαν εις εκάστην των πόλεων του κράτους του. Ο Βαλδουίνος προθύμως παραδεχθείς τας προτάσεις ταύτας, έπεμψεν εις Γαλλίαν τον ιππότην Ερρίκον Βέριον ίνα φέρη την ανεψιάν αυτού, θυγατέρα της αδελφής του Ελισσάβετ και του Εύδου, κόμητος της Μονταίγης όπως την εκδώση εις τον Σουλτάνον Ιαθατίνην. Αλλ’ όμως ο Βατάτζης, όστις τότε ήτο εις Νύμφαιον και κατεσκόπευε μετά προσοχής τας πράξεις του Βαλδουίνου, μαθών τούτο εδυνήθη να διαλύση την γενομένην συνθήκην και να λάβη αυτός το πρόσωπον του Φράγκου αυτοκράτορος. Επέτυχε δε τούτο καθόσον ο Σουλτάνος βλέπων την μεγάλην ασθένειαν του Βαλδουίνου, προυτίμα φυσικώ τω λόγω την συμμαχίαν ευσθενεστέρου και μεγαλεπιβολωτέρου ηγεμόνος, όντος άλλως τε εγγύτερον του κινδύνου και μάλλον ενδιαφερομένου εις την αποσόβησιν του κοινού εχθρού. Οι δύο λοιπόν ηγεμόνες συνήλθον εν τω παρά τω Μαιάνδρω ποταμώ άστει της Τριπόλεως· εκεί δ’ οι του Σουλτάνου υπηρέται ειργάσαντο εκ του αυτοσχεδίου γέφυραν ξυλίνην διά της οποίας διελθόντες τον ποταμόν οι ηγεμόνες εδεξιώσαντο αλλήλους· έπειτα δε συνωμολόγησαν εν έτει 1243 προς αλλήλους συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν, την οποίαν ενόρκως παρεδέχθησαν, υποσχόμενοι αλλήλοις πάσαν αντίληψιν και συνδρομήν. Τοιουτοτρόπως ανταλλάξαντες διάφορα δώρα εκατέρωθεν απήλθον ο μεν Βατάτζης προς την Φιλαδέλφειαν, ο δε Σουλτάνος εις το Ικόνιον, ένθα ήσαν τα ανάκτορα αυτού (175).

Εξασφαλίσας διά της συνθήκης ταύτης ο αυτοκράτωρ τα ανατολικά όρια του κράτους του και μικρόν φοβούμενος τους Φράγκους απεσύρθη εις Λάμψακον, και εκεί επεδόθη εις την εσωτερικήν ανάπτυξιν των υπηκόων του, οίτινες μετά τους αδιαλείπτους εκείνους πολέμους είχον βεβαίως ανάγκην ου σμικράν αναπαύσεως. Οποία δε ευδαιμονία επήλθε κατά το διάστημα της ειρήνης ταύτης, εξιστορεί ο Βυζαντινός ιστοριογράφος Νικηφόρος ο Γρηγοράς διά των εξής. «Άδειαν γαρ οι Ρωμαίοι, λέγει, και ανακωχήν των μακρών ειληφότες πολέμων, εις την των οικείων κτημάτων και πραγμάτων επέδωκαν επιμέλειαν· αυτός τε γαρ ο βασιλεύς τοσούτο μέρος αποτεμομένος γης, όση τε αρόσιμος και όση προς αμπελουργίαν εύθετος, όσην εξαρκείν έκρινεν ες τε βασιλικήν τράπεζαν και εις όσα η ευεργετούσα και διαρκώς χορηγούσα γνώμη του βασιλέως παρεκελεύετο (γηροτροφεία δε ήσαν ταύτα και πτωχοτροφεία και όσα τους εκ παντοίων νοσημάτων εθεράπευον τραυματίας), επιμελητάς τε τούτοις επιστήσας, οπόσοι καλώς γεωργείν τε και αμπελουργείν ίσασι, πολλήν τε και άφθονον την των καρπών ετήσιον ήθροιζε χορηγίαν, ου μόνον δε, αλλά και ίππων και βοών και ποιμνίων, ομού τε και συών αγέλας προσεκτήσατο επί τούτοις και παντοίων ορνίθων ημερών είδη, εξ ών πολύχους ο των γεννωμένων πορισμός εφαίνετο καθ’ έκαστον ενιαυτόν. Τούτο δε και τοις άλλοις παρήνει ποιείν, όσοι τε των γένει προσηκόντων και όσοι των άλλοις ευγενών ήσαν, ίν’ έκαστος οίκοθεν έχων της χρείας το διαρκές, μήτι χείρα τοις ιδιώταις και ασθενεστέροις επάγη πλεονεκτούσαν, και άμα καθαρεύουσα η Ρωμαίων τελέως εντεύθεν αδικημάτων η πολιτεία. Και μέντοι και χρόνων ολίγων αι πάντων αποθήκαι βρίθουσαι τοις καρποίς εωρώντο, αι τε οδοί και αγυιαί και πάσα μάνδρα και σηκός εστενοχωρούντο τοις κτήνεσι και οπόσαι των ορνίθων ήσαν αγέλαι.» Κατ’ ευτυχίαν του Βατάτζη επήλθεν εις τους Τούρκους λιμός ισχυρός και σπάνις μεγίστη των χρειωδών, δι’ όπερ αι οδοί πάσαι ήσαν μεσταί των του έθνους εκείνου, κατερχομένων εις το κράτος του ίν’ αγοράσωσι τροφάς, και φερόντων ως αντάλλαγμα, άργυρον, χρυσόν, υφάσματα και έτερα πολυτελή είδη. «Και τούτω τω τρόπω, προστίθησιν ο αυτός συγγραφεύς, τάχιστα οι Ρωμαίων οίκοι πλούτου βαρβαρβαρικού πλήρεις κατέστησαν, πολλού δε πλέον τα βασιλικά ταμεία ήδη τη των χρημάτων έβριθον δαψιλείας και ίν’ εν βραχεί παραστήσω το παν, οι ταις των ορνίθων αγέλαις επιστατούντες οπόσα τίκτοιεν αύται ωά ανά παν συναθροίζοντες έτος επίπρασκον ως ολίγου χρόνου προς των συναχθέντων εντεύθεν χρημάτων στέφανον κατασκευασθήναι τη βασιλίδι, λίθοις και μαργάροις λίαν πολυτελέσι διηνθισμένον, αν και ωάτον ο βασιλεύς επωνόμασε, διά, το εκ της των ωών πράσεως κατασκευάσθαι αυτόν.» Μη αρκούμενος εις την εσωτερικήν ταύτην, ανάπτυξιν των υπηκόων του, επειδή έβλεπεν ότι πολύς πλούτος εκενούτο μάτην εκ των ταμείων των εις τα εξ αλλοδαπών εθνών ενδύματα, όσα εκ Βαβυλωνίου και Ασσυρίου σηριακού κατεσκευάζοντο και παρά των Ιταλών επιτηδείως εξυφαίνοντο, διέταξεν ίνα ουδείς των υπηκόων του μεταχειρίζηται αυτά επί ποινή ατιμώσεως, αλλά μόνον να μεταχειρίζονται εκείνα όσα η χώρα γεωργεί, και αι χείρες των κατασκευάζουσι, διά δε του διατάγματος τούτου περιεστάλη η πολυτέλεια και ο πλούτος έμενεν εις τα ίδια (176).

Εν τούτοις η μεταξύ Βατάτζη και Βαλδουίνου διετής ανακωχή ήγγιζεν εις το τέρμα της· ο δε δεύτερος, καίτοι πολλών πολλαχόθεν αποσταλεισών αυτώ επικουριών, υπήρχε πάλιν ανίκανος ν’ αντιστή κατ’ εχθρού τοσούτον δραστηρίου και πολυμηχάνου, οίος ην ο Βατάτζης. Απεφάσισε λοιπόν να μεταβή πάλιν εις Ιταλίαν διά να επικαλεσθή εκ νέου την συνδρομήν του υπερτάτου της Ρώμης ποντίφικος. Ο Πάπας κατείχετο υπό μεγίστου ζήλου υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως προς ήν έπεμψε και μέρος των χρημάτων, άτινα ήσαν προωρισμένα διά την επί την Παλαιστίνην εκστρατείαν, έγραψε δε και προς διαφόρους ηγεμόνας, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον Βαλδουίνον· αλλ’ ούτος ησθάνετο ότι ο Πάπας ην ανίσχυρος όπως τον συνδράμη αποτελεσματικώς, ενόσω διετέλει εις πόλεμον προς τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Φριδερίκον. Οι της Ρώμης ιεράρχαι ανέκαθεν συγχέοντες τα πνευματικά προς τα κοσμικά, και παραβαίνοντες ρητήν εντολήν εκείνου, όν ηξίουν ότι αντεπροσώπευον επί της γης, προυτίμων την εκ του κόσμου τούτου βασιλείαν της επηγγελμένης παρά του Σωτήρος· διά τούτο ο Πάπας Ιννοκέντιος αναβάς επί τον παπικόν θρόνον, τρεις ταυτοχρόνως υπεστήριξε σταυροφορίας, την μεν υπέρ της Παλαιστίνης κατά των Μωαμεθανών, την δε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως κατά των Γραικών και την τρίτην υπέρ εαυτού κατά του αυτοκράτορος της Γερμανίας. Τον διαμερισμόν λοιπόν ως ειπείν τούτον της ενεργείας του Πάπα βλέπων ο Βαλδουίνος έκρινεν ατελέσφορον πάσαν αυτώ υπισχνουμένην ή και παρεχομένην συνδρομήν, δι’ όπερ αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 1244, μετέβη παρά τη αυλή του Φριδερίκου και αντιλήπτορα προσλαβών τον κόμητα της Τολώσης Ραϋμόνδον επέτυχε να ειρηνεύση τους τέως διαμαχομένους, του Πάπα υποβληθέντας εις την διαιτησίαν αυτού επί τινων αντικειμένων· αλλ’ η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσεν, ο δε Πάπας αποσυρθείς εκ Ρώμης μετέβη πρώτον, μεν εις Γενούην, είτα δε εις Λούγδουνον της Γαλλίας, εν ώ συνεκάλεσε σύνοδον όπως συσκεφθώσι πάντες πώς ηδύναντο να συνδράμωσι την Αγίαν Γην και την Παλαιστίνην, πώς να εμποδίσωσι τας εισβολάς των Τατάρων, πώς τέλος να συμβιβάσωσι τον Πάπαν προς τον Φριδερίκον.

Η σύνοδος αύτη συνήλθε τη 25 Ιουνίου 1240 εν τη μητροπόλει του Λουγδούνου. Ο Πάπας επιτέλεσας μεγαλοπρεπή δοξολογίαν κατέλαβε την πρωτοκαθεδρίαν έχων δεξιόθεν μεν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον, αριστερόθεν δε διαφόρους ηγεμόνας και απέναντι τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, τον της Αντιοχείας και τον Ακυιλίας, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος, λαβών πρώτος τον λόγον, εξέθηκε διά μακρών την αθλίαν κατάστασιν της εκκλησίας του, ήτις εκ τριάκοντα υποκειμένων αύτη επισκόπων, μόλις είχε πλέον τρεις, των ασπόνδων της Ρωμαϊκής εκκλησίας εχθρών, των Γραικών, εκτεινάντων τας κατακτήσεις αυτών μέχρι προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά ταύτα ο Πάπας αφώρισε τον Φριδερίκον, την συμμαχίαν, ήν ούτος συνέθετο προς τον Βατάτζην και την συγγένειαν, ήν συνήψεν εκδούς εις ένα σχισματικόν (οίος ήτο ο Βατάτζης) την θυγατέρα του εις γάμον. Επομένως συσκεψάμενοι περί των μέσων δι’ ών ηδύναντο να συνδράμωσι την Κωνσταντινούπολιν, απεφάσισαν ώστε, οι μεν άρχοντες οι έχοντες προσόδους και μη διαμένοντες εις τας κτήσεις των άνευ ευλόγου αιτίας ώφειλον να προσφέρωσιν αύτη το ήμισυ των εισοδημάτων των, το δε τρίτον όσοι διέμενον και ών η πρόσοδος υπερέβαινε τας εκατόν μάρκας αργυρίου, και το δέκατον η Ρωμαϊκή εκκλησία. Μη αρκούμενος δ’ ο Πάπας εις μόνας ταύτας τας συνδρομάς διέταξε βραδύτερον ώστε όλα τα κακώς αποκτηθέντα εκ δόλου, τόκου αδίκου ή άλλως πώς χρήματα, όλα τα κληροδοτήματα όσα κατελείποντο εις την διάθεσιν των εκτελεστών της διαθήκης υπέρ αγαθοεργών σκοπών, και όλα τα δι’ άφεσιν αμαρτιών προσφερόμενα ελέη, να δοθώσι προς ανακούφισιν της εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορίας. Της συνόδου ληξάσης, ο Πάπας συνοδευόμενος μεταξύ άλλων υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως μετέβη εις την μονήν του Κλουνή, ένθα ετέλεσε την ευχαριστήριον ιεροπραξίαν, παρόντος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου μετά της μητρός και του αδελφού του κόμητος του Αρτοά, του υιού του βασιλέως της Αρραγωνίας και άλλων, ο δε αυτοκράτωρ καθ’ όλον αυτό το έτος έμεινεν εις την αυλήν του Λουδοβίκου, επικαλούμενος την συνδρομήν της Ευρώπης υπέρ της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας του (177).

Βαρέως υπέμεινεν ο Βατάτζης την της συζύγου αυτού Ειρήνης στέρησιν· παρελθόντος όμως χρόνου τινος, ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Άννης της θυγατρός του αυτοκράτορος της Γερμανίας και αδελφής Μανφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας· επειδή δε αύτη ην πολύ νέα την ηλικίαν, ο πατήρ της τη έδωκε συν πολλαίς άλλαις υπηρετρίαις ως τροφόν και παιδαγωγόν γυναίκα τινα καλουμένην Μαρκεσίνην, της οποίας η καλλονή του προσώπου και των οφθαλμών ήτο σαγήνη, ήν δυσκόλως εδύνατό τις να αποφύγη. Η γυνή αύτη διά φίλτρων και καταδέσμων ερωτικών και διά των χαρίτων αυτής εξέκαυσε προς τον έρωτά της τον βασιλέα επί τοσούτον, ώστε παρορών εκείνος την νόμιμον αυτού σύζυγον Άνναν και όλως προσηλωμένος εις την Μαρκεσίνην, τη επέτρεψε να φέρη και τα βασιλικά σύμβολα, πέδιλα δηλαδή κοκκοβαφή και εφεστρίδας τοιαύτας και χαλινά και να έχη και συνοδείαν, οίαν, ουδ’ αυτή η βασιλίς. Βεβαίως η τοιαύτη κατάστασις έπρεπε να τω προσελκύση την κατάκρισιν και το μίσος των υπηκόων του· αλλ’ η προς αυτούς αγαθότης του και αι ευποιίαι του περιέστελλον αυτούς και τους ηνάγκαζον να μετριάζωσι την αγανάκτησίν των. Και αυτός όμως ο Βατάτζης συναισθανόμενος το άτοπον της διαγωγής του εθλίβετο ενδομύχως και ετήκετο· αλλ’ ο προς την Μαρκεσίνην έρως του ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Μια των ημερών η Μαρκεσίνη υπό της πολυπληθούς αυτής θεραπείας συνοδευομένη, εισήλθεν εις την κατά τα Ημάθια μονήν του αγίου Γρηγορίου καθ’ ήν ώραν ετελείτο η θεία μυσταγωγία. Ο της μονής προϊστάμενος Νικηφόρος ο Βλεμμύδης, ιδών την γυναίκα ταύτην, ήν εν σωζομένη επιστολή του ονομάζει «ασελγή τε και φάρμακον, της οικουμένης το πρόσκομμα, το παγκόσμιον σκάνδαλον μετά του αυχένος και της οφρύος και του φρυάγματος,» πριν ή εισέλθη, εις τα πρόθυρα του ναού, διέταξε και έκλεισαν τας θύρας, κρίνων αμάρτημα να επιτρέψη αυτή όπως διά των βεβήλων και αθεμίτων ποδών της πατήση έδαφος ιερόν, και αποδιώξας αυτήν μετ’ αισχύνης. Η Μαρκεσίνη θεωρήσασα την προσβολήν βαρείαν και σκληράν επέστρεψε προς τον βασιλέα οδυρομένη και επικαλουμένη την εκδίκησιν αυτού κατά του Βλευμμύδου· αλλ’ ο βασιλεύς ένδακρυς γενόμενος, βύθιον στενάξας και πλήρης κατηφείας είπεν. «Ίνα τι με κολάζειν άνδρα δίκαιον συνωθείτε; Ει γαρ μοι προς βουλήσεως ην ατιμίας ομού και αισχύνης καθήσθαι εκτός, ακίβδηλον αν το της βασιλείας ετήρουν σεμνόν και αυτός· νυν δε τας αιτίας των εμών ύβρεων και της βασιλείας αυτής αυτός παρεχόμενος, προσηκούσας απολαμβάνω λοιπόν εντεύθεν τας αμοιβάς και των πονηρών σπερμάτων άξια τα γεώργια.» Και άδηλον μεν είνε μετά ταύτα αν η Μαρκεσίνη εξηκολούθησε μέχρι τέλους την αυτήν απολαύουσα παρά τη βασιλεί εύνοιαν· αλλ’ ο Βλεμμύδης δικαιολογών την διαγωγήν του, εδημοσίευσεν εγκύκλιον επιστολήν πλήρη χριστιανικής αρετής και Ευαγγελικών παραγγελμάτων, τα οποία οφείλουσι να ρυθμίζωσι την διαγωγήν του καλού ποιμένος. (178)

Ενώ ο Βαλδουίνος, περιφερόμενος εις Ευρώπην επήτει υπέρ του καταρρέοντος θρόνου του την συνδρομήν των διαφόρων ηγεμόνων, ο Βατάτζης άγρυπνος πάντοτε όπως ωφελείται εκ των περιστάσεων, ιδών ότι ουδέν έχει να φοβήται εκ των Τατάρων, απησχολημένων όντων περί πολέμους άλλων εθνών, και καταλιπών εις το κράτος του τοποτηρητήν τον υιόν του Θεόδωρον διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, όπως επισκεφθή τας χώρας αυτού, αίτινες εξετείνοντο από του άστεως του καλουμένου Ζίχνα μέχρι των Σερρών. Αφικόμενος δε εις τα μέρη του Κισσού, διέβη τον ποταμόν Έβρον, τη 4 Σεπτεμβρίου 1246 και εξηκολούθει την πορείαν του, ότε έλαβε γραφήν του την δημόσιον της Αχριδού αρχήν κρατούντος ότι απεβίωσεν ο των Βουλγάρων Βασιλεύς Καλλιμάνος, ως μέν τινες έλεγον νόσω φυσική, ως δ’ έτεροι, δηλητηριασθείς· και ότι διάδοχος αυτού ήτο ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ. Τούτο μαθών ο βασιλεύς παραμείψας την Χριστούπολιν έφθασεν εις Φιλιππούπολιν, και εκεί σκέψιν εποιήσατο μετά των στρατηγών του αν έπρεπε να προσβάλη τους Βουλγάρους, και αν ήτο δυνατόν να κυριεύση τας Σέρρας. Εκ τούτων τινές έλεγον ότι δεν έπρεπε να πράξη τοιούτο τι, διότι ήτο ανέτοιμος προς πόλεμον και ουδέ τας αναγκαίας μηχανάς είχε μεθ’ εαυτού, ενώ το άστυ των Σερρών υπό ισχυρού τείχους περιφρουρούμενον απήτει και στρατόν πολυάριθμον προς πολιορκίαν και ελεπόλεις και άλλας μηχανάς· τουναντίον δε ο μέγας δομέστικος Ανδρέας Παλαιολόγος συνεβούλευσεν ότι έπρεπε να αποπειραθή την άλωσιν τον Σερρών, και ει μεν επετύγχανε, καλώς· άλλως ουδεμίαν ζημίαν ήθελε πάθει, καθόσον, οι Βούλγαροι υπό βρέφους αρχόμενοι, αδαούς πολέμων όντος, ήθελον επιζητήσει μάλλον των μαχών την ειρήνην. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον βασιλέα ως η αρίστη, και δη λαβών την προς Σέρρας άγουσαν οδόν, εστρατοπέδευσεν απέναντι της πόλεως ταύτης, προσπαθών, ελλείψει ικανού στρατού, να την κυριεύση διά στρατηγημάτων. Αι Σέρραι το πάλαι ήσαν πόλις μεγίστη και εύπορος, αλλ’ αφ’ ότου οι Βούλγαροι την κατέλαβον, απώλεσαν πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν, διά τούτο κατέστησαν κώμη απλή, και μόνη η ακρόπολις ήτο οπωσούν ηυτρεπισμένη και τετειχισμένη· ο ταύτης δε φρούραρχος ονομαζόμενος Δραγωτάς διέτριβε συνήθως εις Μελένικον. Επειδή λοιπόν η κάτω πόλις ην ατείχιστος, συναθροίσας ο βασιλεύς τους επί μισθώ τοις στρατιώταις δουλεύοντας, ούς κοινώς Τζουλούκωνας εκάλουν, τους έπεισε να εφορμήσωσι και κυριεύσωσι την πόλιν. Τούτου δε γενομένου ευκόλως, ιδών ο φρούραρχος Δραγωτάς ότι δεν δύναται ν’ αντιστή κατά των Γραικών, πέμψας πρέσβεις προσέφερε την υποταγήν του εις τον βασιλέα· εκείνος δε ενδύσας αυτόν χλαίναν χρυσίω συνυφασμένην, και δους αυτώ ικανά χρήματα απέπεμψε προς το Μελένικον, όπως προπαρασκευάση και την της πόλεως εκείνης υποταγήν (179).

Αφικόμενος εις Μελένικον ο Δραγώτας ήρξατο προτρέπων τους κατοίκους κρυφίως όπως παραδώσωσι την πόλιν εις τον Βατάτζην, και επειδή ο ταύτης ηγεμών Νικόλαος Λιτοβόης ην κλινήρης, υπό δεινής κατεχόμενος ποδαλγίας, ο Δραγωτάς εδύνατο να ενεργή απροκαλύπτως τα κατά νουν· είς δε των επιφανεστέρων κατοίκων της πόλεως, Νικόλαος Μαγκλαβίτης τούνομα, ανήρ δραστήριος και πολυμήχανος, πληροφορηθείς τα γενόμενα, ηθέλησε να ωφεληθή αυτός αντί του Δραγωτά εκ της περιστάσεως. Συναθροίσας λοιπόν τον λαόν ήρξατο φανερώς τοιαύτα λέγων· «Πολλά μεν ημείς υπέστημεν κατά την βασιλείαν του αφήλικος Καλλιμάνου υπό των αρχόντων αυτού, ηλπίζομεν όμως πάντοτε ότι, αυτού ανδρωθέντος και ελθόντος εις κατάστασιν να διακρίνη το φαύλον από τον αγαθόν, ηθέλομεν ανταμειφθή δι’ όσας κακοπαθείας υπέστημεν. Αλλά νυν ότε κακή μοίρα, εκείνου αποβιώσαντος, άλλο βρεφύλλιον ανέλαβε την των Βουλγάρων αρχήν, είημεν αν ανοητότεροι πάντων των ανθρώπων, ει συγκατενεύομεν πάλιν να υποστώμεν τα αυτά δεινά και να μείνωμεν αδέσποτοι, ενώ εκ της εκρρύθμου ταύτης καταστάσεως και τα πρότερα ημών δυστυχήματα επήγασαν, και όλα τα κακά συνήθως προέρχονται. Νομίζω λοιπόν καλόν αφού ο βασιλεύς των Ρωμαίων, ανήρ ευθύς, πιστός, δίκαιος και διακρίνων το εσθλόν από του φαύλου, ήλθεν ενταύθα, να παραδοθώμεν εις αυτόν, καθόσον μάλιστα ο τόπος ούτος ανήκεν έκπαλαι τοις Ρωμαίοις, και ημείς εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμενοι, εσμέν, καίτοι συγχρωτιθέντες τοις Βουλγάροις, καθαροί το γένος Ρωμαίοι. Άλλως τε και Βούλγαροι αν θεωρηθώμεν, ο των Ρωμαίων βασιλεύς δικαιούται αληθώς και εν ημίν· διότι ο υιός τούτου και βασιλεύς Θεόδωρος προς τον Βασιλέα των Βουλγάρου Ασάν είχε συγγένειαν, και νυν η του Ασάν θυγάτηρ δέσποινα παρά Ρωμαίοις και είνε και ονομάζεται. Ένεκα λοιπόν τούτον πάντων νομίζω δίκαιον να υποταχθώμεν και να κλίνωμεν τον αυχένα εις αυτόν· διότι ο ζυγός των φρονίμων και γηραιών βασιλέων είνε πολύ ελαφρότερος των έτι εν μείραξι διατελούντων.» Οι λόγοι ούτοι έπεισαν τους κατοίκους όπως υποταχθώσι τω Βατάτζη, και δη πέμψαντες πρέσβεις εσυνθηκολόγησαν προς αυτόν. Επιστρεψάντων δε των πρέσβεων μετά χρυσοβούλου υπέρ της πόλεως του Μελενίκου, υπέρ τους πεντακοσίους των κατοίκων εξήλθον όπως προσκυνήσωσι τον βασιλέα, περί τόπον Λαβίσδαν καλούμενον· εκείνος δε ιδών μακρόθεν αυτούς, πλήρης χαράς ανέκραξε· «Διά τίνος άρα μάχης υπετάξαμεν αυτούς; διά πόσων φαλάγγων ιππέων τους ενικήσαμεν; ορθόν λοιπόν είνε το υπό του αποστόλου Παύλου ειρημένον, «Ου του τρέχοντος, ουδέ του διώκοντος, αλλά του ευδοκούντος Θεού.» Μετά την υποταγήν δε ταύτην του Μελενίκου πολλαί χώραι και πόλεις περιήλθαν αναιμωτί υπό την εξουσίαν του βασιλέως, οίον ο Στενίμαχος και η Τζέπαινα και όσα παρέκειντο τω όρει της Ροδόπης προς μεσημβρίαν, προς βορράν δε το Στούμπιον, η Χοτοβός, το Βελεβούδιον, τα Σκοπία, η Βελεσός, η Νευστάπολις, η Πρόσακος και άπασα η μέχρι Πριλάπου και Πελαγονίας χώρα. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης «πολλών άστεων και χώρων πολλών εγεγόνει δεσπότης εν ακαρεί, μή τινος πολέμου γεγενημένου, μηδέ τινος πεσόντος εν μάχη, μηδέ χυθέντος αίματος, μηδέ ξίφους κατορχησαμένου σώματος, αλλ’ ημέρως και γαληνώς, ώσπερ κλήρου τινός πατρόθεν τούτω προσήκοντος ανιδρωτί των τοιούτων απάντων κατήρξε» (180).

Διά της επαυξήσεως ταύτης του κράτους του προς μεσημβρίαν και προς δυσμάς ο Βατάτζης περιέζωσε πανταχόθεν ωσεί πολιορκών την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· παρεσκευάζετο δε, μεσούντος Νοεμβρίου του έτους 1215, να επανέλθη εις Νίκαιαν ότε της τύχης νέα εύνοια εμεγάλυνε περισσότερον το κράτος αυτού. Εν τοις προηγουμένως είπομεν ότι την Θεσσαλονίκην διώκει τίτλω δεσπότου ο Ιωάννης· αποβιώσαντος όμως αυτού μετ’ ολίγον, ανέλαβε την εξουσίαν ο του Ιωάννου αδελφός Δημήτριος, «ατάσθαλον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, μειράκειον και παιδιαίς ενσχολάζειν προσήκον και μειράκειον αθύρμασι, μήτι γε ανδρών προΐστασθαι συνετών και πολιτείας κατάρχειν και νομίμως επιστατείν.» Την φαύλην αυτού διοίκησιν μη ανεχόμενοί τινες εκ των προκρίτων της Θεσσαλονίκης, ο Καμπανός Ιατρόπουλος, ο Σπαρτηνός, ο Κουτζουλάτος, ο Μιχαήλ Λάσκαρις, ο Τζυρίθων και άλλοι, συνώμοσαν όπως απαλλάξωσι τον τόπον του ατασθάλου εκείνου μείρακος· έπεμψαν λοιπόν πρέσβυν προς τον Βατάτζην τον Καμπανόν, λόγοι μεν εμπορίας, πράγματι δε όπως διαπραγματευθή μετ’ εκείνου την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης επί τω όρω της διά χρυσοβούλου επικυρώσεως των αρχαίων εθών και δικαιωμάτων των κατοίκων. Παραχωρήσας το αιτούμενον ο βασιλεύς, απήρεν εκ Μελενίκου, του Καμπανού προαναχωρήσαντος, και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην· πέμψας δε πρέσβεις προς τον Δημήτριον τον προσεκάλεσε να έλθη παρ’ αυτώ όπως τω προσφέρη τα σεβάσματά του· αλλ’ ο Δημήτριος βασιζόμενος εις τας απατηλάς συμβουλάς των ιδίων συνδημοτών, απεφάσισε να μη υπακούση εις την πρόσκλησιν του Βατάτζη· οποίαι δε ήσαν αι σκευωρίαι, τας οποίας μετεχειρίζοντο όπως εξαπατήσωσιν οι περί αυτόν τον δυστυχή εκείνον δεσπότην μαρτυρεί, το εξής γεγονός. Επανελθόντα τον Καμπανόν εκ της προς τον Βατάτζην πρεσβείας, επρόδωσάν τινες προς τον Δημήτριον ως μετά των εχθρών αυτού συνεννοούμενον· προσκληθείς λοιπόν παρουσία αυτού εκατηγορείτο ότι ραδιουργεί τον λαόν και καταπροδίδει τον ηγεμόνα αυτού· μη έχων δέ τι προς ταύτα να αντείπη, εκινδύνευε να καταδικασθή εις θάνατον. Τούτο μαθών ο συμμύστης αυτού Σπαρτηνός έδραμεν εις τα ανάκτορα, και στραφείς πνευστιών προς τον Δημήτριον, «Τι ήκουσα, λέγει, δέσποτα, ότι ούτος είνε προδότης; Αλλ’ αν τούτο αποδειχθή αληθές, μυρίων θανάτων άξιος είνε ο κακούργος.» Ο Δημήτριος πιστεύσας εις την προσπεποιημένην αγανάκτησιν του Σπαρτηνού, «Ναι, αποκρίνεται, κατηγορούσιν αυτού ότι είνε προδότης.» «Προδότης! » επιφωνεί ο Σπαρτηνός πλήρης οργής, και ορμήσας ερράπισε τον Καμπανόν επανειλημμένως· είτα δε αρπάσας αυτόν από του γένυος, «Εγώ, είπε, παραλαβών αυτόν εις τον οίκον μου θα τον αναγκάσω να ομολογήση την αλήθειαν.» Και λαβών αυτόν τον έφερεν εις τον οίκον του, ένθα τον εδεξιώθη λίαν φιλοφρόνως· απαιωρήσας δε ασκόν πλήρη αέρος ήρξατο να τύπτη αυτόν, του Καμπανού εκπέμποντος γοεράς κραυγάς. Αφού δε πολλάκις επανέλαβε τον αβλαβή τούτον τυμπανισμόν επανελθών προς τον Δημήτριον, «Δέσποτα, λέγει, όρκω σε πιστώσω το πράγμα· Μά τον σον και ημών απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον (ούτος δε ήτο ο των Θεσσαλονικέων όρκος) τοιούτος εστιν ο Καμπανός, οποίος ο Σπαρτηνός και ούτω διάκειται περί σε, καθάπερ δη και ο Σπαρτηνός, ών ανθρώπων απάντων πλέον σε φιλούντα επέγνως.» Τοιουτοτρόπως ο Καμπανός απηλλάγη της αποδιδομένης αυτώ κατηγορίας (181).

Εν τούτοις ο Βατάτζης αφικόμενος προ της Θεσσαλονίκης έπεμψε το δεύτερον πρέσβεις προς τον Δημήτριον προσκαλών αυτόν να έλθη εις το στρατόπεδόν του και να τω εξαποστείλη ζωοτροφίας· αρνουμένου δε του δεσπότου να υπακούση, ο αυτοκράτωρ έμεινεν επί τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης περιμένων την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως των συνωμοτών. Και όντως μια των ημερών αι πύλαι της πόλεως ηνοίχθησαν αίφνης, ο δε Βατάτζης μετά των στρατιωτών του εφορμήσας κατέλαβεν αυτήν. Ο Δημήτριος ιδών την επιβουλήν κατέφυγεν εις την ακρόπολιν· η δε αδελφή του Ειρήνη και χήρα του Ασάν ελθούσα, και προ των ποδών του Βατάτζη πεσούσα, τον παρεκάλει να φεισθή του αφήλικος αυτής αδελφού και μη τον στερήση των οφθαλμών. Λαβούσα δε την υπόσχεσιν αυτού ότι δεν θέλει τον τυφλώσει, μετέβη παρά τω αδελφώ της και τον έπεισε να παραδοθή· τοιουτοτρόπως περιήλθε και η Θεσσαλονίκη υπό την εξουσίαν αυτού (182).

Ολίγας ημέρας εν τη πόλει εκείνη προσκαρτερήσας ο βασιλεύς και υπό του χειμώνος κατεπειγόμενος ν’ αναχωρήση κατέλιπεν εν μεν τη Θεσσαλονίκη φρούραρχον τον μέγαν δομέστικον Ανδρόνικον Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, εν δε τω Μελενίκω, ταις Σέρραις και τοις περιχώροις τον τούτου υιόν Μιχαήλ Κομνηνόν, και κατακλείσας τον τέως δεσπότην της Θεσσαλονίκης Δημήτριον εις το φρούριον των Λεντιανών, επέστρεψε κατά μήνα Δεκέμβριον του 1246 εις Ασίαν· αποθανόντος δε μετ’ ου πολύ του Ανδρονίκου Κομνηνού, ο Βατάτζης ενεπιστεύθη την διοίκησιν της Θεσσαλονίκης εις τον Θεόδωρον Φιλήν. Μετά δε την άλωσιν της Θεσσαλονίκης ο αυτοκράτωρ επιθυμεί όπως υπό το σκήπτρόν του υποτάξη και τας μήπω κυψάσας χώρας, όσας κατείχον ο δεσπότης Θεόδωρος Άγγελος και οι Φράγκοι.

Παραχειμάσας ο Βατάτζης εις Νυμφαίον ήρεν, έαρος φανέντος, εκείθεν, προτιθέμενος να προσβάλη τη Τζουρουλόν και την Βιζύην. Διαπεραιωθείς λοιπόν τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν αφίκετο εις Τζουρουλόν, ήν ήρχεν ο Ανζώ δε-Καχιέ, σύζυγος Ευδοκίας της αδελφής της αποθανούσης αυτού γυναικός Ειρήνης. Ο Ανζώ επαιρόμενος επί τη συγενεία ταύτη ήλπισεν ότι ο Βατάτζης δεν θέλει κυριεύσει την πόλιν· καταλιπών όθεν την σύζυγον αυτού Ευδοκίαν, αυτός εξήλθε της Τζουρουλού. Αλλ’ ο Βατάτζης πολιορκήσας και αλώσας την πόλιν, την μεν γυναικαδέλφην αυτού απέπεμψεν εις Κωνσταντινούπολιν, τους δε φρουρούς του άστεως απέλυσεν. Εκυρίευσε δ’ επίσης εντός μικρού και την Βιζύην (183).

Ενώ ο Βατάτζης επεξέτεινε τας κτήσεις αυτού, ο Βαλδουίνος μετά την εν Λουγδούνω σύνοδον εις Παρισίους διαμένων, εξηκολούθει επαιτών χρηματικάς και στρατιωτικάς επικουρίας παρά των ηγεμόνων της Ευρώπης υπέρ της τα λοίσθια πνεούσης αυτοκρατορίας του· αλλ’ η φήμη των τεραστίων του Βατάτζη επιτυχιών τον έπεισεν όπως επανέλθη όσω τάχιον εις το κράτος του. Πριν δε ή αναχωρήση εκ Γαλλίας, μετέβη εις την κομητείαν του Ναμούρ και συνεφώνησε μετά των οικείων του ότι αν αυτός ή τα τέκνα του ήθελον αποβιώσει άνευ κληρονόμων, τοιαύτη ήθελε θεωρείσθαι η αδελφή του Μαργαρίτα κόμησσα του Βιανδέν, και ταύτης θανούσης, η αδελφή του Ελισσάβετ, κυρία του Μονταγού, και μετά την αποβίωσιν αυτής η τρίτη αδελφή του Αγνή, ηγεμονίς της Αχαΐας. Εκ Γαλλίας μετέβη εις Αγγλίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του Ερρίκου Γ’. διατρίψας δ’ εκεί ολίγον χρόνον επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, κατά Οκτώβριον 1248. Άμα δ’ επανελθών εις την πρωτεύουσαν έπεμψεν εις Γαλλίαν την σύζυγόν του Μαρίαν, δους αυτή πλήρη εξουσίαν να υποθηκεύση άπαντα τα κτήματά του όπως εξοφλήση διάφορα ποσά, τα οποία είχε δανεισθή (184).

ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ’, καί τοι απασχολημένος περί πολλά σπουδαιότερα αντικείμενα, δεν απηξίου προσοχής και την κατάστασιν της Ελληνικής εκκλησίας. Βλέπων ότι ενόσω υφίστατο η θρησκευτική διαίρεσις μεταξύ Γραικών και Φράγκων, αδύνατον ήτο να παγιωθή η εξουσία αυτών εν τη Ανατολή, πάσαν κατέβαλλε προσπάθειαν όπως καταπαύση το σχίσμα εκείνο των δύο εκκλησιών. Από του 1247 είχεν ήδη αποστείλει ως έξαρχον αυτού κατά την Ανατολήν, την Ελλάδα, την Αρμενίαν, την Τουρκίαν, το Ικόνιον και την Βαβυλώνα τον μοναχόν Λαυρέντιον, εις όν ενετείλατο να περιορίση όσω εδύνατο τας κατά των Γραικών βιαιοπραγίας των Φράγκων, και χύση βάλσαμον παρηγορίας και λήθης εις όσα ούτοι υπ’ εκείνον υπέστησαν. Ο Λαυρέντιος ελθών εις Νίκαιαν συνδιελέχθη προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον πείση να συνεργασθή μετ’ αυτού περί της ενώσεως των εκκλησιών, τας αυτάς δε προσπαθείας κατέβαλε και παρά τω των Αρμενίων πατριάρχη· μετεχειρίσθη δε ως όργανον και παρά τω Βατάτζη την βασίλισσαν της Ουγγαρίας και σύζυγον του γαμβρού αυτού Βήλα, ίνα τον πείση ν’ αποβάλη το ορθόδοξον θρήσκευμα και ενωθή μετά της δυτικής εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ εμπαίζων τον Πάπαν και θέλων να επωφεληθή της περιστάσεως όπως παρεμποδίση τας περιμενομένας εις Κωνσταντινούπολιν ες Εσπερίας επικουρίας, έδειξε προθυμίαν τινά όπως συντελέση εις την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Αλλ’ ηγεμών τοσούτω αγέρωχος και γενναίος εδύνατο ποτέ κατά βάθος να επιθυμήση τοιαύτην ένωσιν, εν άλλαις λέξεσιν, υποταγήν τυφλήν, οίαν ηννόει ο Ρωμαίος ποντίφιξ (185).

Κατά τους χρόνους τούτους (1250) ηλώθη και το άστυ της νήσου Ρόδου υπό των Γενουηνσίων νύκτωρ δι’ απάτης· διότι απόντος του διοικητού της νήσου Ιωάννου Γαβαλλά περί τα μέρη της Νικομηδείας, οι Γενουήνσιοι πέμψαντες στόλον κατέλαβον αυτό. Ο αυτοκράτωρ γνους το γενόμενον έπεμψε κατ’ αυτών τον επί του κεράσματος δούκα Ιωάννην τον Καντακουζηνόν, όστις ελθών μετ’ ολίγων δυνάμεων, τας οποίας εδυνήθη να συναγάγη, προσέβαλε τους Γενουηνσίους και κατέλαβε δύο φρούρια, το Φιλέρημον και το Λικτόν, λαβών δε μετά τινα χρόνον επικουρίαν παρά του βασιλέως κατηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν της νήσου και επολιόρκησε τους Γενουηνσίους, οίτινες εξελάσαντες τους εγχωρίους και ευρόντες αφθονίαν τροφών ήσαν εις κατάστασιν επί πολύν χρόνον ν’ αντιστώσι πολιορκούμενοι. Αλλ’ όμως ήθελον επί τέλους αναγκαστή να παραδοθώσιν, ει μη τοις ήρχετο επικουρία τις έξωθεν πάντως απροσδόκητος. Ο της Αχαΐας πρίγγηψ Βιλλαρδουίνος και ο Δουξ της Βουργουνδίας Ούγος αναγόμενοι εις την Συρίαν, όπως φέρωσιν επικουρίαν εις τους εκεί Φράγκους, και αράξαντες εν τη Ρόδω, παρεχώρησαν εις τους πολιορκουμένους πλέον των εκατόν ιπποτών, η δε νέα αύτη επικουρία ηνάγκασε τον Καντακουζηνόν να αποχωρήση εκ του άστεως και καταφύγη προς το φρούριον Φιλέρημον. Οι ιππόται καταλείποντες τότε εις την φρούρησιν της πόλεως τους πεζούς, εξήρχοντο εις τα περίχωρα και εισεκόμιζον πολλάς τροφάς, ώστε μετ’ ου πολύ επήλθεν εις τους στρατιώτας του Καντακουζηνού σπάνις των επιτηδείων. Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης καταλαβών το Νύμφαιον, και στόλον αξιόλογον εν τη Σμύρνη συσκευασάμενος, τριήρεις τε ιππαγωγούς οικονομήσας, εξαπέστειλεν αυτάς εις Ρόδον, υπό τον πρωτοσέβαστον Θεόδωρον Κοντοστέφανον, εις όν έδωκεν οδηγίας εγγράφους περί του τι έμελλε να πράξη. Αφικόμενος λοιπόν ούτος εις Ρόδον κατετρόπωσε τους Φράγκους, συναντήσας δε εις τους αγρούς ληιζομένους τους εκατόν ιππότας, ούς ο Βιλλαρδουίνος και ο Ούγος κατέλιπον, επέρασεν αυτούς εν ονόματι μαχαίρας. Τοιουτοτρόπως οι Γενουήνσιοι στερηθέντες των επικούρων εκείνων κατεκλείσθησαν εις την πόλιν και πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω ότι ο βασιλεύς ήθελε φεισθή της ζωής αυτών· ώστε και πάλιν η Ρόδος περιήλθεν υπό την εξουσίαν του Βατάτζη (186).

Δις μέχρι τούδε ο Βαλδουίνος είχε μεταβή εις Εσπερίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν των ομοφύλων υπέρ του ευρωτιώντος θρόνου του, χωρίς κατ’ ουδέν να παραλλάξη την κατάστασιν αυτού, είτε διότι οι ηγεμόνες και ο Πάπας δεν συνέδραμον αυτόν αποτελεσματικώς, είτε διότι αυτός ήτο ανίκανος όπως χρησιμοποιήση την συνδρομήν εκείνων. Απεφάσισε λοιπόν και τρίτον να απέλθη εις Ευρώπην, καταλείπων τοποτηρητήν αυτού τον Φίλιππον δε-Τουσή και συνοδευόμενος υπό του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου του εκ Πλακεντίας, τον οποίον μικρόν μετέπειτα εν Μεδιολάνοις αποβιώσαντα αντεκατέστησεν ο υπό του Ιννοκεντίου διορισθείς Παντολέων Ιουστινιάνης ευγενής Ενετός. Ο Πάπας διορίσας αυτόν ηθέλησε να κολακεύση τους Ενετούς, οίτινες μόνοι σχεδόν συνέδραμον μετά ζήλου την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· προς τούτο δε τω έδωκε και τον τίτλον εξάρχου Ρωμανίας, τον οποίον τω επεκύρωσεν οψιαίτερον ο Πάπας Αλέξανδρος Δ’. Όπως δε δυνηθή να επαρκέση εις τας ανάγκας του στρατού, τω επέτρεψε να εκποιήση ή υποθηκεύση τα κτήματα της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησίας αντί του ποσού χιλίων μαρκών χρυσίου (187).

Αι περιοδείαι του Βατάτζη ήταν πάντη διάφοροι των του Βαλδουίνου, διότι έκαστον βήμα αυτού ήτο και μία κατάκτησις. Ο μεγαλοφυής ούτος ανήρ σκοπόν είχε να ανακτήση ό,τι οι προκάτοχοι αυτού απώλεσαν, και ανορθώση το τεταπεινωμένον και δεδουλωμένον Βυζαντινόν Κράτος. Όπως δε δυνηθή να στρέψη απάσας αυτού τας δυνάμεις κατά των Φράγκων, συνέθετο ειρήνην μετά των Τούρκων του Ικονίου, κατέστρεψε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης, υπέταξε μέρος της Βουλγαρίας και εταπείνωσε τον βασιλέα αυτής, μόνοι δε οι δεσπόται της Ηπείρου Θεόδωρος ο Τυφλός και Μιχαήλ ο Νόθος ηδύναντο κατά τι να απασχολήσωσιν αυτόν· αλλά και την δυσχέρειαν ταύτην υπερενίκησεν ο Βατάτζης, διότι του Μιχαήλ πέμψαντος πρέσβεις και ζητήσαντος παρ’ αυτού υπέρ του πρωτοτόκου υιού του Νικηφόρου την εγγονήν του Μαρίαν εις γάμον, ο Βατάτζης ενέδωκε προθύμως εις την πρότασιν ταύτην. Παραλαβούσα λοιπόν τον Νικηφόρον η του Μιχαήλ σύζυγος Θεοδώρα μετέβη εις την πόλιν των Πηγών ένθα ήτο και ο Βατάτζης μετά της εγγονής αυτού, εκεί δε ετελέσθη η μνηστεία των παίδων, μεθ’ ό η Θεοδώρα επέστρεψεν εις τα ίδια, εγγύας λαβούσα ότι ο γάμος αυτών γενήσεται μετά έν έτος ( 188).

Αλλά το της παροιμίας «στρεβλόν ξύλον ου ποτ’ ορθόν, και ο Αιθίωψ ουκ οίδε λευκαίνεσθαι» φαίνεται ότι επηλήθευεν επί του Μιχαήλ, διότι το άστατον και παλίμβουλον αυτού ουδέ ο φόβος, ουδέ η προταθείσα συγγένεια επέτυχε μεταβάλη. Μεταχειριζόμενος λοιπόν σύμβουλον τον θείον αυτού Άγγελον εφώρμησεν εις αποστασίαν κατά του βασιλέως, υπερέβη την οικείαν χώραν και επέδραμεν εις τας προς δυσμάς πόλεις, αίτινες ανήκον εις τον Βατάτζην. Ταύτα πληροφορηθείς ούτος, ελθόντος του έαρος, συνήθροισε πολυπληθή στρατόν και διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, πολλούς μεν και άλλους έχων στρατηγούς, ανώτερον δε πάντων καταστήσας τον Νικηφόρον Ταρχανιώτην, και καταλαβών την Θεσσαλονίκην, εστρατοπέδευσε προ των Βοδηνών, έδρας Θεοδώρου του Τυφλού. Ούτος, πληροφορηθείς την έλευσιν του στρατού του Βατάτζη, καταλιπών την πόλιν έφυγε προς τον ανεψιόν αυτού· ο δε βασιλεύς κυριεύσας τα Βοδηνά έστησε τας σκηνάς του παρά τη λίμνη του Οστροβού, ένθεν εξαπέστειλε κατά των χωρών του δεσπότου τους στρατηγούς του Αλέξιον Στρατηγόπουλον, Μιχαήλ Παλαιολόγον, Ιωάννην Μακρηνόν, και Γουδέλην Τύραννον όπως λαφυραγωγώσι τα πέριξ και ει που τύχωσι τα στρατεύματα αυτού να τα προσβάλωσι, και αν δυνηθώσι, να πορθήσωσι και αυτήν την πρωτεύουσάν του. Και εκείνοι μεν ελαφυραγώγουν τας χώρας του Μιχαήλ και λείαν πολλήν έφερον, αλλ’ ο βασιλεύς μένων άπρακτος ηγανάκτει, δυσηρεστείτο δε και το στράτευμα, διότι ο καιρός ήτο χειμέριος και ώφειλον να πορίζωνται τα χρειώδη εκ Βερροίας διά καμήλων και ημιόνων. Εν τοιαύτη δυσχερεί θέσει διατελούντι τω Βατάτζη, επήλθεν ανέλπιστος επίκουρος, ο Θεόδωρος Πετραλείφας, ού η μεν αδελφή ην σύζυγος Θεοδώρου του Τυφλού, η δε γυνή, θυγάτηρ Δημητρίου του Τορνίκη, στενού φίλου του αυτοκράτορος, και όστις τοιουτοτρόπως ενείχετο και εις των δύο τας μερίδας. Ο Πετραλείφας ούτος φρούραρχος της Καστορίας επ’ ονόματι του Μιχαήλ ων, ελθών προς τον αυτοκράτορα τω παρέδωκεν αυτήν, το δε παράδειγμα της Καστορίας εμιμήθησαν αι δύο Δεαβόλεις και άπασα σχεδόν η Αλβανία. Ο Μιχαήλ ταραχθείς εκ της προδοσίας ταύτης, ήτις του αφήρει μέγα μέρος των κρατών του απεφάσισε να διατηρήση τα επίλοιπα, προτείνων ειρήνην διά πρέσβεων του μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ξηρού, του επ’ αδελφή γαμβρού αυτού Μαλισσηνού και του Λαμπέτου. Ο Βατάτζης εδέχθη τας προτάσεις, αλλ’ επέβαλεν όρους λίαν βαρείς, τους οποίους όμως ο Μιχαήλ ηναγκάσθη να παραδεχθή· διά δε της συνθήκης ταύτης ο Πρίλαπος, ο Βελεσός και το φρούριον της Κρόας περιήλθαν εις τον αυτοκράτορα. Παραχειμάσας δ’ ούτος εν τοις Βοδηνοίς και καταλιπών στρατηγούς Αλέξιον τον Ραούλ και Μιχαήλ Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, απήλθεν εις Άχριδα, κακείθεν εις Δεάβολιν και εις Καστορίαν (189).

Ενώ ο αυτοκράτωρ διέτριβε περί την Οστροβόν, Νικόλαος ο Μαγκλαβίτης, εκείνος όστις επρόδωκε προς αυτόν το Μελένικον, κατήγγειλε τον Μιχαήλ Παλαιολόγον ως συνωμοτούντα κατ’ αυτού· αλλ’ επειδή τότε δεν ήτο καιρός εύθετος όπως εξετασθώσι τοιαύτα πράγματα, άλλων σπουδαιοτέρων επικειμένων, ο Βατάτζης ανέβαλε την έρευναν, και περιωρίσθη να περικυκλώση τον Μιχαήλ υπό κατασκόπων. Οτε δ’ επανήλθεν εκ της περιοδείας του εις Φιλίππους, υπ’ ουδενός περισπώμενος, απεφάσισε να διευκρινίση την υπόθεσιν, διορίσας δικαστάς όπως διεξαγάγωσι τα κατ’ αυτήν. Ο Μαγκλαβίτης προσήγαγε δύο αξιωματικούς, ών ο είς ελθών τω απεκάλυψε τα κατά τον Μιχαήλ και κατήγγειλε τον έτερον ως ειπόντα αυτώ ότι οι Παλαιολόγοι ήσαν προωρισμέναι διά την αυτοκρατορίαν, και ότι τούτο ουδόλως ην αδύνατον, καθόσον ο Μιχαήλ νυμφευόμενος Θάμαρ την αδελφήν του Καλλιμάνου, τη συνδρομή των Βουλγάρων ήθελεν ανέλθει επί τον θρόνον. Προς ταύτα ο έτερος των αξιωματικών απήντησεν ή θέλων να σώση τον Μιχαήλ ή εξ αληθείας, ότι είπε μεν πραγματικώς τους λόγους τούτους, αλλ’ ουδόλως ενείχετο εις αυτούς ο Μιχαήλ, διότι τους είπεν εξ εαυτού. Επιμένοντος του κατηγόρου ελλείψει μαρτύρων, απεφασίσθη να λυθή το ζήτημα, κατά τα τότε ήθη, διά μονομαχίας· εισελθόντες λοιπόν εις το στάδιον αμφότεροι έφιπποι προσέβαλαν αλλήλους, αλλ’ επί τέλους ο κατηγορούμενος ηττήθη και απερρίφθη του ίππου τραυματισθείς. Συλλαβόντες πάλιν αυτόν οι στρατιώται, εντολή του αυτοκράτορος, τον ηρώτησαν την αλήθειαν· αλλ’ επειδή και, ήδη επέμενεν ότι ουδόλως ο Μιχαήλ ενέχεται εις την ομιλίαν εκείνην κατεδικάσθη εις θάνατον. Αγόμενος δε εις τον τόπον της καταδίκης, έχων τας χείρας δεδεμένας όπισθεν και τους οφθαμούς λινώ υφάσματι κεκαλυμμένους, προσεκλήθη και τρίτον να ομολογήση την αλήθειαν· επειδή όμως και προ του θανάτου, απήντησεν ότι προυτίμα να αποθάνη μάλλον ή διά συκοφαντίας να εξαγοράση την ζωήν του, ο αυτοκράτωρ διέταξε να μη φονεύσωσιν αυτόν, αλλά να τον καθείρξωσιν εις φυλακήν.

Τοιουτοτρόπως οι δικασταί απορούντες περί του πρακτέου συνέλαβαν τον Μιχαήλ και ήρξαντο να ανακρίνωσιν αυτόν· επειδή όμως και εκείνος διεμαρτύρετο περί της αθωότητος αυτού, οι δικασταί προς εξέλεγξιν δήθεν της αληθείας, τω επέβαλον την διά μύδρου απόδειξιν, τουτέστιν επί ωρισμένον χρόνον να κρατήση εις την χείρα του σίδηρον πεπυρακτωμένον. Αλλ’ ο Μιχαήλ ηρνήσατο να παραδεχθή την βάσανον ταύτην, ειπών, «Ει μεν τις ην ο κατ’ εμού τι κατηγορών, προς εκείνον αν εμαχεσάμην και απέδειξα ψεύδεσθαι· κατηγόρου δε μη παρόντος υπέρ τίνος κρίνομαι; Ει δε θαυματουργήσαι με θέλετε, αλλ’ εγώ ουκ ειμι τοιούτος ώστε και τερατοποιίας εργάζεσθαι· σίδηρος δε πεπυρακτωμένος, ει εν χερί ανθρώπου ζωού όντος εμπέσοι, ουκ οίδα πως αν ου καύσειεν αυτήν, ει μήπου τις έξεσται τω Φειδία εκ λίθου ή τω Πραξιτέλει ή και από χαλκού είργασται.» Παρών τότε ο μητροπολίτης της Φιλαδελφείας Φωκάς, παραλαβών κατά μόνας τον Μιχαήλ προσεπάθησε να τον πείση όπως υποβληθή εις την βάσανον ταύτην. «Ευγενής μεν ανήρ είσαι συ, τω είπε, και εξ ευγενών κατάγεσαι· πρέπει λοιπόν υπέρ της σης υπολήψεως και πίστεως και υπέρ του γένους σου να πράξης ό,τι δέον. Διότι, αφού δεν υπάρχει έλεγχος μαρτύρων, καθήκον έχεις διά μύδρου να αποδείξης την αλήθειαν.» Προς ταύτα δε ο Μιχαήλ απήντησε. «Τη αληθεία, δέσποτα, αγνοώ, πώς η τοιαύτη βάσανος καλείται αγία. Άνθρωπος αμαρτωλός ειμί εγώ και τερατουργίας να πράξω δεν δύναται, αν όμως με συμβουλεύης να πράξω τοιαύτας, συ μητροπολίτης ων και άνθρωπος του Θεού, ένδυσαι την ιεράν σου στολήν και εκπύρωσον τον σίδηρον διά των χειρών σου, αίτινες καθ’ εκάστην άπτονται του θείου σώματος και αίματος του Σωτήρος, και έμβαλον διά των ξερών σου χειρών τον σίδηρον εις την εμήν χείρα· Τότε θαρρώ επί τον δεσπότην Χριστόν, ότι θέλει παραβλέψει τας αμαρτίας μου και διαπράξει θαύμα υπέρ της αληθείας.» Την πρότασιν ταύτην του Μιχαήλ ουδόλως εύρε καλήν ο μητροπολίτης· υπολαβών λοιπόν είπε προς αυτόν, «Ω καλέ νεανία, τούτο δεν είνε της ημετέρας καταστάσεως, ούτε της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλ’ ούτε των θείων και ιερών κανόνων· τουναντίον είνε νόμος βαρβαρικός και προσταγή μόνον του βασιλέως ενεργείται.» Τότε ο Μιχαήλ μειδιάσας είπε προς των μητροπολίτην, «Ω μέγιστε ιεράρχα του Θεού, ει μεν και εγώ εκ βαρβάρων εγενόμην και ήθεσι βαρβαρικοίς εξεπαιδευόμην, προθύμως ήθελον υποβληθή εις τους νόμους τούτους, και βαρβαρικώς ήθελον εκτίσει την δίκην μου· αλλ’ επειδή είμαι Ρωμαίος και εκ Ρωμαίων εγεννήθην, πρέπει κατά τους Ρωμαϊκούς νόμους και κατά τας παραδόσεις να διεξαχθή η δίκη μου.» Οι λόγοι ούτοι νεανίου, μόλις το εικοστόν έβδομον της ηλικίας έτος διανύοντος, εξέπληξαν πάντας τους παρόντας, πάντες δε και Γραικοί και Φράγκοι παρίστων προς τον Βασιλέα την αθωότητα του Μιχαήλ, όστις ήτο τοις πάσιν αγαπητός, διότι εις μεν τους νέους ήτο ηδύς και προσηνής, μέσω δε των γερόντων γηραιός διά την σύνεσιν. Η θεία πρόνοια ήτις τον προώρισε να αναβή εις την βασίλειον περιωπήν, εδοκίμασεν αυτόν τω των βασάνων πυρί και τω διά πείρας χωνευτηρίω, ίνα μη εις τον θρόνον αναβάς ευκόλως πιστεύη εις διαβολάς και συκοφαντίας, μηδέ αποφασίζη ταχέως πριν ή καλώς σκεφθή. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ τω παρέσχε συγγνώμην και μετ’ ου πολύ τον ετίμησε δι’ απάσης αυτού της εμπιστοσύνης· λέγεται μάλιστα ότι προυτίθετο να τον συνάψη μετά της εγγονής αυτού Ειρήνης, ει μη εκωλύετο υπό της συγγενείας, ήν αύτη είχε προς τον Μιχαήλ (190).

Περατώσας ούτω τα της υποθέσεως ταύτης ο αυτοκράτωρ μετέβη εις την Ανατολήν, τρέφων πάντοτε υπονοίας και δυσπιστίας προς τον Μιχαήλ· θέλων δε να καταπαύση τας υπονοίας ταύτας, χωρίς να προσβάλη και το περιφανές του γένους του, απέστειλεν αυτόν προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον συμβουλεύση και δι’ όρκου τον εμπεδώση εις την προς τον βασιλέα πίστιν και υποταγήν. Τούτου δε γενομένου, επέτρεψε τω Μιχαήλ να φανή εις την αυλήν, και όπως περιπλέον τον προσελκύση εις εαυτόν, τω εξέδωκεν εις γάμον την ανεψιάν αυτού Θεοδώραν, θυγατέρα του Ιωάννου Δούκα και Ευδοκίας της του Αγγέλου Ιωάννου, ήτις νεωτάτη χηρεύσασα, ησπάσατο τον μοναστικόν βίον και διήνυσεν αυτόν εν οσιότητι και αρετή (191).

Είχεν ήδη επιστρέψει εις Ρώμην ο παρά του Πάπα κατά την Ανατολήν πεμφθείς έξαρχος Λαυρέντιος, συνοδευόμενος υπό του κόμητος Αγγέλου και του μεγάλου διερμηνέως Θεοφυλάκτου εκ μέρους του Βατάτζη, και υπό των επισκοπών Κυζίκου και Σάρδεων, εκπροσωπούντων την Ελληνικήν Εκκλησίαν, όπως διαπραγματευθώσι μετά του Πάπα την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Είπομεν ανωτέρω ότι σκοπός του Πάπα, αεννάως επιζητούντος την ένωσιν, ήτο η παγίωσις της εν τη Ανατολή Φραγκικής κυριαρχίας, των Γραικών από εχθρών διά το ετερόθρησκον εις φίλους διά το ομόθρησκον μεταβαλλομένων· σκοπός δε του Βατάτζη, προθυμοποιουμένου να έλθη εις διαπραγμάτευσιν, ήτο να ματαιώση την αποστολήν εξ Ευρώπης επικουριών εις Κωνσταντινούπολιν, όπως εκδιώξη τους Φράγκους. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι εξ Ανατολής πρέσβεις εξέθηκαν ότι δύναται να επέλθη η ποθητή ένωσις επί τοις επομένοις όροις, να αναγνωρισθή ο Πάπας ως άκρος ποντίφιξ και ανώτερος των λοιπών πατριαρχών, και ως τοιούτω να τω αποδίδηται η δέουσα τιμή και υπόληψις· να έχη την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις συνόδοις· να δύνανται οι εκ του Ελληνικού κλήρου, όσοι είχον παράπονα κατά των προϊσταμένων των, όπως αναφέρωνται προς αυτόν, αποφασίζοντα τελεσιδίκως, να ερωτώσι την γνώμην του, προκειμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, χωρίς όμως να πράττωσί τι εναντίον των αποφάσεων των πατέρων και των συνόδων κλ. Αλλ’ εις ανταλλαγήν των παραχωρήσεων τούτων οι πρέσβεις απήτουν ν’ αποδώση ο Πάπας την Κωνσταντινούπολιν εις τον Βατάτζην, και τα δικαιώματα της Πατριαρχείας εις τον Έλληνα Πατριάρχην, επιτρεπομένου όμως εις τον Λατίνον να φέρη ισοβίως τον τίτλον πατριάρχου. Αι προτάσεις αύται δεν ευηρέστησαν βεβαίως τω Πάπα, όστις ηρκέσθη να είπη ότι ήθελεν είσθαι άδικον, αν απεφάσιζέ τι κατά του Φράγκου αυτοκράτορος εν τη απουσία αυτού, αλλ’ ότι επιθυμών διαπύρως την ένωσιν των δύο Εκκλησιών, ήθελε μεσολαβήσει όπως συμφιλιώση τους δύο ηγεμόνας, και ει τούτο απέβαινεν αδύνατον, υπέσχετο να δικαιώση εν πάση τη αμεροληψία κριτού τον Βατάτζην. Καθ όσον δ’ αφώρα τους πατριάρχας προσέθηκεν, ότι το αντικείμενον τούτο μόνον διά συνόδου εδύνατο να λυθή, ότι ήθελε προσκαλέσει τοιαύτην και μέχρις ού η σύνοδος απεφαίνετο ενόμιζε καλόν έκαστος των πατριαρχών να ενέμενεν εις την ιδίαν θέσιν του· αν δ’ ο Βατάτζης εγένετο κύριος της Κωνσταντινουπόλεως πριν της συγκροτήσεως της συνόδου, οι δύο πατριάρχαι εδύναντο να διαμοιρασθώσι την δικαιοδοσίαν της πόλεως (192).

Ο Ιννοκέντιος δεν επίστευσε τοσούτον εις τας υποσχέσεις του Βατάτζη, ώστε να παύση μεριμνών υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως και του Βαλδουίνου· τούτο δ’ αποδείκνυται και εκ της σταυροφορίας, ήν εν έτει 1254, προυκήρυξεν υπέρ εκείνου (193). Αλλά και ο Βατάτζης ησχολείτο ανενδότως όπως υποσκάψη τον Φραγκικόν την Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, μηδενός μέσου προς τούτο φειδόμενος· ήθελε δ’ επί τέλους επιτύχει τον σκοπόν αυτού, ει μη η αμείλικτος Άτροπος έκοπτε το νήμα της ζωής του, καθ’ όν χρόνον ητοιμάζετο να επιφέρη το τελευταίον μόρσιμον τραύμα. Μετά την εκ Θεσσαλίας επάνοδόν του διήνυσεν έν έτος επισκεπτόμενος το κράτος αυτού, όπως θεραπεύση τας αταξίας, άς προυξένησε διετής εκείθεν απομάκρυνσίς του· επέστρεψε δε εις Νίκαιαν κατά Φεβρουάριον του 1255 καλώς έχων. Μια δε εσπέρα καθήμενος επί της κλίνης του, αίφνης έπεσεν αναίσθητος, και έμεινεν ωσεί εννεός καταληφθείς υπό δεινής επιληψίας. Προσκληθέντες οι ιατροί μετεχειρίσθησαν πάντα όσα η τέχνη διδάσκει, αλλ’ ουδέν τούτων ωφέλησε, διότι ο βασιλεύς έμεινεν εις την αυτήν κατάστασιν όλην εκείνην την νύκτα, την επιούσαν ημέραν και την ετέραν νύκτα· μόλις δε την τρίτην ημέραν συνήλθεν εις εαυτόν, αλλ’ έκτοτε είχεν απωλέσει άπασαν αυτού την υγείαν, και νυν μεν πάσχων, νυν δ’ ευρισκόμενος εις ανάρρωσιν, διήνυε βίον αβιώτον, πότε μεν εν τη οικία καταλαμβανόμενος υπό του πάθους, πότε δε εν ταις οδοίς, άλλοτε δε και εκ του ίππου καταπίπτων. Αναλαβών τας δυνάμεις αυτού ολίγον μετέβη προς ανάρρωσιν εις το Νύμφαιον την προ του πάσχα Κυριακήν των βαΐων εν έτει 1256. Εκεί διήλθε την εορτήν του πάσχα· αλλ’ εν τούτοις η ασθένεια αυτού προώδευε, διότι άλλοτε μεν βαδίζων έπιπτεν άφωνος, άλλοτε δε ιππεύων και άλλοτε καθήμενος, οι δε οικείοι του περικυκλούντες αυτόν τον ενοσήλευον και τον επεριποιούντο, κρύπτοντες την νόσον του από τον λαόν. Επειδή όμως ουδεμίαν εύρισκεν ανακούφισιν εις την ιατρικήν, απεφάσισε να μεταβή εις Σμύρνην διά να προσκυνήση τω Χριστώ και καταφύγη εις την θείαν αυτού παντοδυναμίαν· αφικόμενος δ’ εκεί εσκήνωσεν εν τοις Περικλύστροις, τόποι εγγύς της Σμύρνης κειμένω, χειροτερεύων μάλλον ή αναρρωνύων. Μη ευρίσκων δε και εκεί ανακούφισιν ηθέλησε να επιστρέψη εις το Νύμφαιον· αλλά πριν ή φθάση εις την χώραν ταύτην απεβίωσε καθ’ οδόν, τη 30 Οκτωβρίου 1255, το εξηκοστόν δεύτερον έτος της ηλικίας του άγων, και το τριακοστόν τρίτον της αυτοκρατορίας του· ετάφη δε εις την μονήν των Σωσάνδρων, ήν αυτός ο ίδιος είχεν οικοδομήσει, και κατέλιπε διάδοχον του θρόνου τον υιόν αυτού Θεόδωρον (194).

Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξεν είς των ενδοξοτέρων βασιλέων του μεσαίωνος· πολεμιστής ατρόμητος, αποφεύγων την αβεβαιότητα του πολέμου, αλλά μη δειλιών ενώπιον αυτού, εγνώριζε να ωφελήται εκ των περιστάσεων και να καταβάλλη τους εχθρούς διά στρατηγημάτων μάλλον ή διά των όπλων. Προσφιλής και ευεργετικός εις τους φίλους του, και γενναίος προς τους αντιπάλους του, επέτυχε να ανυψώση το κεχαυνωμένον έθνος του εις ικανήν δόξης περιωπήν, και παρασκευάση την πτώσιν της εν τη Ανατολή κυριαρχίας των Φράγκων, ήν όμως δεν ήτο πεπρωμένον να ίδη και αυτός.

 

 

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΜΕΡΟΣ 4




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η’.

Έξωσις των Φράγκων εκ της
Κωνσταντινουπόλεως.
25 Ιουλίου 1261.

Ο τον Βατάτζην διαδεξάμενος Θεόδωρος ο Λάσκαρις είχε λάβει παρά του πατρός αυτού αγωγήν αυστηράν και επιμεμελημένην· ήγε δε το τριακοστόν τρίτον της ηλικίας έτος ότε ανέβη επί τον θρόνον, και εκ της συζύγου αυτού Ελένης, θυγατρός του των Βουλγάρων βασιλέως Ασάν, εκέκτητο πολλά τέκνα. Καίτοι δε παιδιόθεν διεκρίνετο επί ποικίλαις αστυκαίς και στρατιωκαίς αρεταίς, ο πατήρ του όμως δεν ηθέλησε να τον αναγορεύση ζων, κατά τα τότε ειθισμένα, βασιλέα, το μεν, διότι, της νεότητος οξυρρόπου ούσης, εφοβείτο μη εκείνος υποπέση εις το θανάσιμον αμάρτημα της επάρσεως και της αλαζονίας, το δε, διότι εφοβείτο τας σαγήνας των κολάκων, οίτινες δεν λείπουσί ποτε να περιστοιχίζωσι τους βασιλείς, και μάλιστα όταν αυτοί ήνε νέοι, και εκμεταλλεύωνται την απειρίαν και, το ορμητικόν αυτών προς βλάβην των υπηκόων των. Δεν έλειπεν όμως ο Ιωάννης παρασκευάζων τον υιόν του εις το δυσβάστακτον και βαρύ φορτίον της βασιλείας, αυτός διδούς το παράδειγμα του χρηστού ηγεμόνος.

Αποδούς ο Θεόδωρος τας νενομισμένας τιμάς
τω πατρί αυτού και καθεσθείς επί ασπίδος, ως ήτο έθιμον, και υπό πάντων αυτοκράτωρ φημισθείς, ανεχώρησεν εκ Νυμφαίου και μετέβη εις Φιλαδέλφειαν· ολίγας δε ημέρας μείνας εκεί, μέχρις ού ανανεώση την προς τον Σουλτάνον του Ικονίου συνθήκην, απάρας, τη 29 Νοεμβρίου 1255, κατηυνθύνθη εις την πρωτεύουσαν
του κράτους του την Νίκαιαν, όπως στεφθή αυτοκράτωρ· αλλ’ επειδή η πατριαρχική έδρα ην κενή μετά τον θάνατον του Μανουήλ, μικρόν προ του βασιλέως Ιωάννου τελευτήσαντος, ο Θεόδωρος κατά πρώτον μεν επρότεινεν ως διάδοχον εκείνου τον Νικηφόρον Βλεμμύδην, ού εμνήσθημεν ήδη εν τοις προηγουμένοις, μη συγκατατιθεμένου δε τούτου να δεχθή την πατριαρχικήν αξίαν, εξελέχθη ως τοιούτος ο μοναχός Αρσένιος, όστις ήνυε τον ασκητικόν βίον εις έν των παρά την Απολλωνιάδα λίμνην ασκητηρίων, και ήτο ανήρ περιφανής μεν την καθ’ εαυτόν αρετήν, τον δε τρόπον απλούς και οπωσούν λόγιος. Χειροτονηθείς λοιπόν ο Αρσένιος πατριάρχης, έστεψε παραχρήμα αυτοκράτορα τον Θεόδωρον, σπεύδοντα όπως απέλθη της Νικαίας διά να εκστρατεύση κατά των Βουλγάρων (195).

Αιτίαν δε της εκστρατείας παρέσχεν ο βασιλεύς αυτών Μιχαήλ, όστις μαθών τον θάνατον του Βατάτζη παριδών την συγγένειαν μεθ’ ής συνεδέετο προς τον Θεόδωρον, ού ήτο γυναικάδελφος, έθετο κατά νουν να ανακτήση όσα ο αποβιώσας αυτοκράτωρ είχεν αφαιρέσει από τους Βουλγάρους. Παρατηρήσας λοιπόν ότι αι προς δυσμάς επαρχίαι ήσαν γυμναί στρατευμάτων, εξώρμησεν εκ του Αίμου, και τον Έβρον διαπεράσας, εκυρίευσεν εντός ολίγων ημερών πολλάς πόλεις, καθόσον οι της χώρας ταύτης κάτοικοι, Βούλγαροι όντες, απεδιοπομπούντο τους Γραικούς, άτε αλλογλώσσους, και προσέφευγον εις τους ομοφύλους αυτών. Τούτου ένεκα οι υπό του Βατάτζη τεταγμένοι φρουροί, αδυνατούντες ν’ αντιστώσι και προς τους στρατιώτας του Μιχαήλ και προς τους κατοίκους συνάμα, κατέλιπον εις την διάκρισιν του εχθρού τας πόλεις και τα φρούρια, οι μεν παραδιδόμενοι, οι δε φεύγοντες, άμα εμάνθανον την προσέγγισιν αυτών. Τοιουτοτρόπως εντός μικρού οι Βούλγαροι εγένοντο κύριοι του Στενιμάχου, της Πριστίτζας, του Κριτζιμού, της Τζεπαίνης, των Αχριδών, των Ούστρων, του Περπερακίου, της Κρυβούντος, και πλείστων άλλων μερών· αι δε επιτυχίαι των αύται μεγεθυνόμεναι υπό της φήμης ετάρασσον τους εν Νικαία και έθλιβον καιρίως τον βασιλέα, βλέποντα την βασιλείαν αυτού προοιμιαζομένην διά της απωλείας τοσούτων χωρών.

Την οικτράν ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων θέλων να καταπαύση ο Θεόδωρος, συνήθροισε τους εν τέλει και τους εις στρατηγούς τεταγμένους, συν οίς ήσαν και οι προς πάππου αυτού θείοι, Μανουήλ και Μιχαήλ, όπως διασκεφθώσι περί του πρακτέου. Και οι μεν περισσότεροι έλεγον ότι ο βασιλεύς έπρεπε να διαπεράση τον Ελλήσποντον και να στήση την των Βουλγάρων ορμήν, οι δε του βασιλέως θείοι, εις τους οποίους εκείνος είχε μεγίστην υπόληψιν και σέβας διά τε την ηλικίαν και διά την τάξιν αυτών, ισχυρίζοντο τουναντίον, ότι μεγάλη αφροσύνη ήθελεν είσθαι αν ο βασιλεύς διεπέρα προς δυσμάς και εισήλαυνεν εις τόπον εχθρικόν, ένθα ουδέ συνδρομήν, ουδέ τροφάς ήθελεν ευρεί, ενώ αφ’ ετέρου ο στρατός όν είχεν ήτο τοσούτον ολιγάριθμος, ώστε ουδέ συνοδείαν βασιλέως εδύνατο να απαρτίση, και ο χειμών εκώλυε την συνάθροισιν πλειοτέρων στρατιωτών· προσέθετον δε ότι η άνευ μεγάλου αποτελέσματος προσωπική εκστρατεία του βασιλέως ήθελεν έχει ολέθρια αποτελέσματα, εξασφαλίζουσα τοις εχθροίς τας κατακτήσεις αυτών και ενθαρρύνουσα αυτούς εις άλλας μεγαλειτέρας. Και ταύτα μεν έλεγον αυτοί· ο δε μέγας δομέστικος Γεώργιος Μουζάλων, και έτεροι ειδήμονες των πολεμικών, κατεπολέμησαν εντόνως την γνώμην ταύτην ισχυριζόμενοι ότι ο Θεόδωρος έπρεπε να βαδίση αμέσως κατά των εχθρών, εμπνέων απ’ αρχής έτι της βασιλείας του πεποίθησιν εις τους υπηκόους του και τρόμον εις τους εναντίους, υπερισχυσάσης λοιπόν της πλειονοψηφίας, προς ήν συνετάσσετο και ο Βασιλεύς, προσλαβών ούτος όσας εδυνήθη δυνάμεις, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, καταλιπών εις την Έω τον μέγα δομέστικον (196).

Ταχείαν την πορείαν αυτού ποιούμενος ο Θεόδωρος αφίκετο εντός ολίγου εις Αδριανούπολιν, ένθα μίαν ημέραν μόνην μείνας, εξήλθε την επιούσαν προς συνάντησιν του εχθρού. Ιδών δε τον στρατόν αυτού είς των Βουλγάρων κατάσκοπος, δραμών εξήγγειλε την έλευσιν αυτού προς τον βασιλέα Μιχαήλ, όστις εστρατοπεδεύετο περί τον Έβρον· η δε φήμη αύτη διασπαρείσα παρά τοις Βουλγάροις, επροξένησε μέγαν τρόμον εις αυτούς. Αλλά και ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς πού κατεσκήνουν οι ενάντιοι επέσπευσε την πορείαν αυτού όπως τους προσβάλη, και προκαταλαβών τινάς των προσκόπων του εφόνευσεν αυτούς· όσοι δε ηδυνήθησαν να διαφύγωσιν, επιστρέψαντες δρομαίοι προς τους συστρατιώτας των ανήγγειλαν την έλευσιν του βασιλέως, πολλαπλασιάζοντες απείρως τον στρατόν αυτού και διηγούμενοι όσα φαντασία πυρέσσουσα εκ φόβου δύναται να πλάση. Τότε οι Βούλγαροι, τρόμω συσχεθέντες και νομίζοντες ότι καταδιώκονται υπό απειροπληθούς στρατιάς, ετράπησαν εις άτακτον φυγήν διά των δασών καταδρυπτόμενοι υπό των κλάδων των δένδρων και πληγωνόμενοι, βυθιζόμενοι δε εις τέλματα και πλείστα άλλα υφιστάμενοι. Ελθών ο αυτοκράτωρ όπου ήσαν οι εχθροί εσκηνωμένοι και μη ευρών αυτούς, ελυπήθη μεν, αλλά επροχώρησεν επί την Βερόην, ήν κυριεύσας εφωδιάσθη διά πολλών τροφών και επιτηδείων· ήθελε δε και μέχρις Αίμου προβή, ει μη εκωλύετο υπό σφοδρού χειμώνος, ενσκήψαντος τότε και καταστήσαντος τας οδούς αβάτους. Μείνας λοιπόν έξ ημέρας εις Βερόην και άπαντα τα εν αυτή ανθρώπους και κτήνη λείαν ποιησάμενος, επέστρεψεν, εις Αδριανούπολιν (197).

Οι Βούλγαροι κύριοι σχεδόν απάσης της Μακεδονίας όντες, εξετείνοντο μέχρι της πόλεως Αχριδού· ο δε αυτοκράτωρ πέμψας εις Μακεδονίαν πολλά στρατιωτικά αποσπάσματα υπό διαφόρους στρατηγούς εκυρίευσεν άνευ δυσκολίας τας πλείστας των πόλεων, άς οι Βούλγαροι είχον κατακτήσει, διότι εκείνοι εις μόνην την αγγελίαν της προσεγγίσεως των Γραικών ετρέποντο εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως ο Θεόδωρος ανέκτησεν άπαντα τα εις το όρος της Ροδόπης κείμενα φρούρια, προς δε την Περιστίτζην, το Στενίμαχον, τον Κρυτζιμόν και την Τζέπαιναν, ένθα ηναγκάσθη να διαχειμάση διότι ένεκα των βροχών δεν εδύνατο να προχωρήση. Επιλάμψαντος δε του έαρος, εμήνυσεν εις τους εν Σέρραις εστρατοπεδευμένους Αλέξιον Στρατηγόπουλον και Κωνσταντίνον Τορνίκην, να έλθωσιν εις Τζέπαιναν· και έλαβον μεν εκείνοι την προς την πόλιν ταύτην άγουσαν οδόν, αλλ’ αίφνης, ενώ επορεύοντο, ακούσαντες τον ήχον των κερατινών συβοτών τινών Βουλγάρων και υπολαβόντες ότι κρύπτονται εχθροί όπως τους προσβάλωσιν, ετράπησαν εις φυγήν, καταλιπόντες εις τους συβότας εκείνους πάσαν την αποσκευήν και τους πλείστους των ίππων των. Θυμού διά ταύτα εμπλησθείς ο βασιλεύς τους προσέταξε να σπεύσωσι την εις Τζέπαιναν άφιξίν των, αν δεν ήθελον να υποκαύσωσι την οργήν του· αλλ’ εκείνοι τον τρόμον εν τη καρδία έτι έχοντες προυτίμησαν να εκτεθώσιν εις την οργήν του βασιλέως μάλλον ή εις το ξίφος των Βουλγάρων.

Κατά τον αυτόν χρόνον συνέβη και γεγονός τι πολλήν επαπειλήσαν εις τους Γραικούς βλάβην. Ο Δραγωτάς, αυτός εκείνος όστις προ δεκαετίας παρέδωκεν εις τον Βατάτζην την πόλιν των Σερρών, άρχων ήδη του παρά το Μελένικον στρατεύματος, δυσανασχετών κατά του αυτοκράτορος, το μεν διά το φιλοβούλγαρον αυτού φρόνημα, το δε διότι δήθεν δεν αντημείφθη καλώς παρ’ εκείνου διά τας προς τον πατέρα του εκδουλεύσεις, απεφάσισε να παραδώση τοις Βουλγάροις το Μελένικον. Συναγαγών λοιπόν τους στρατιώτας και άλλους εκ των περιχώρων παρεκάθησε του Μελενίκου το άστυ, όπερ εφρούρουν Θεόδωρος ο Νεςόγγιος και Ιωάννης ο Άγγελος, και προσεπάθει να κυριεύση αυτό. Οι πολιορκούμενοι, ολίγοι όντες, επέμενον ευθαρσώς τιτρώσκοντες διά βελών και τόξων τους έξωθεν· αλλ’ έπασχον έλλειψιν ύδατος, και ήθελον βεβαίως αναγκασθή να παραδοθώσιν, ει μη ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς την επιβουλήν ήρχετο εις συνδρομήν των μετά πολυαρίθμου στρατού. Αφικόμενος δ’ εντός δώδεκα ημερών εις Σέρρας και διανυκτερεύσας εκεί την νύκτα, έλαβε την επιούσαν την προς το Μελένικον άγουσαν οδόν· αλλ’ επειδή επληροφορήθη ότι εις Ροπώλιον, ένθεν έμελλε να διέλθη και όπου ρέει ο ποταμός Στρυμών μεταξύ δύο ορέων συγκλειόμενος, εφρούρουν ικανοί Βούλγαροι, ο δε χώρος ην στενώτατος και παρέχων προς διάβασιν πλείστας δυσχερείας ου μόνον εκ της στενότητος αυτού, αλλά και εκ των φραγμών, ούς κατεσκεύασαν οι Βούλγαροι, εβράδυνε την πορείαν αυτού μέχρις ού πέμψας διά των δασών αποσπάσματα στρατιωτών του προσέβαλεν εξαπίνης εκ των υψωμάτων και εξεδίωξε τους εχθρούς μετά μεγίστης αυτών ζημίας. Ο Δραγωτάς ελθών όπως ενισχύση τους εκεί φρουρούντας, εφονεύθη καταπατηθείς κατά την τροπήν υπό των ίππων, ο δε βασιλεύς εισήλθεν εις την πόλιν ένθα υπό του λαού εγένετο δεκτός μετά πολλού ενθουσιασμού.

Διαμείνας ημέρας τινάς εις Μελένικον ο Θεόδωρος μέχρις ού παγιώση την τάξιν και τιμωρήση τους ενόχους, απάρας μετέβη εις Θεσσαλονίκην, και εκείθεν τον Βαρδάριον διαπεράσας, ελθών εστρατοπέδευσε παρά τα Βοδηνά, ένθα ηναγκάσθη να διακαρτερήση μικρόν όπως αναλάβη εκ νοσήματος εδρικού, υπό του οποίου, επιδημίου όντος, έπαθον και οι στρατιώται του. Εκ Βοδηνών μετέβη εις Πρίλαπον, όπου μηχανάς προσλαβόμενος και ελεπόλεις κατασκευάσας, επροχώρησε προς την Βελεσόν, ίνα πολιορκήση αυτήν· αλλ’ οι κάτοικοι περίτρομοι γενόμενοι εκ της ελεύσεως του αυτοκράτορος παρεδόθησαν εν ακαρεί, επί τω όρω της ελευθέρας εκ της πόλεως εξόδου μετά των όπλων και των πραγμάτων αυτών. Εκείθεν έλαβε την προς τας Σέρρας άγουσαν οδόν, διερχόμενος χώρας ανοίκους και ανύδρους· αφικόμενος δε εις την πόλιν ταύτην έλαβε γραφάς του μεγάλου δομεστίκου Μουζάλωνος εξαγγέλλοντος αυτώ ότι στίφος Τατάρων διέτρεχε την Καππαδοκίαν, ενσπείρον τον τρόμον πανταχού άχρις αυτής της Νικαίας. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ έδραμε προς βοήθειαν των απειλουμένων χωρών αλλά μόλις αφίκετο εις Έβρον επληροφορήθη ότι τα παρά του Μουζάλωνος γραφόμενα αυτώ δεν είχοντο αληθείας, τότε δε αναστείλας την ταχύτητα της πορείας αυτού οδοιπόρει σχολαιότερον, και τους συνήθεις εποιείτο βασιλικούς σταθμούς. Παρακλίνας δε της προς ανατολάς πορείας του, μετέβη εις Διδυμότοιχον, κακείθεν εις Αδριανούπολιν, ώστε εξ όσων πόλεων και φρουρίων οι Βούλγαροι είχον μετά την αποβίωσιν του Βατάτζη κυριεύσει, δεν τοις έμενον πλέον ειμή δύο, έν φρούριον σμικρότατον εν τοις βουνοίς κείμενον της Αχριδού, Πάτμος καλούμενον, το oποίον και αυτό μετ’ ου πολύ εκυρίευσεν ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός Δούκας, και το άστυ της Τζεπαίνης, κείμενον μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, ένθα ρέει ο ποταμός Έβρος. Κατά του τελευταίου τούτου εκίνησεν ο Θεόδωρος εξ Αδριανουπόλεως· αλλ’ αφικόμενος εις Μακρολιβάδα κατελήφθη υπό τοσούτον σφοδρού χειμώνος, ώστε ευρέθη εις λίαν δεινήν θέσιν, άτε τροφών στερούμενος και τους πολεμίους εγγύς έχων. Εν τοιαύτη καταστάσει διατελών ο αυτοκράτωρ, προσεκάλεσεν εις διάσκεψιν τους στρατηγούς αυτού, οίτινες όλοι σχεδόν εγνωμοδότησαν ότι έπρεπε να επιστρέψωσιν εις Αδριανούπολιν· αλλ’ εκείνος, καίτοι μη απορρίψας την γνώμην των στρατηγών ποοέτεινεν όμως αντί να οπισθοχωρήσωσιν εις Αδριανούπολιν, να προχωρήσωσιν εις Στενίμαχον, διότι η εκ Μακρολιβάδος εις τας δύο πόλεις απόστασις ήτο η αυτή, και τροφαί υπήρχον εις αμφοτέρας εξίσου άφθονοι, ενώ αφ’ ετέρου δεν ήθελε δείξει εις τους εχθρούς ότι αναγκάζεται εκ δειλίας να οπισθοχωρήση. Τοιουτοτρόπως κατηυθύνθη εις Διδυμότοιχον και μικρόν εκεί διαμείνας διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον· εις Λάμψακον δε πανηγυρίσας την εορτήν της του Χριστού γεννήσεως διήνυσεν εις Νύμφαιον το επίλοιπον του χειμώνος (198).

Το επιόν έτος ο Θεόδωρος ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού εξεστράτευσε κατά των Βουλγάρων, τους οποίους προσβαλών εις Βιζύην ενίκησε μετά μεγίστης ζημίας, ο δε ηγεμών αυτών βλέπων ότι δεν δύναται ν’ αντιστή προς αντίπαλον τοσούτο τολμηρόν και ακάματον, χρησάμενος τη μεσολαβήσει του πενθερού του Ούρου εζήτησεν ειρήνην, ήτις και εγένετο δεκτή, παραχωρηθείσης τω αυτοκράτορι της Τζεπαίνης (199).

Αι αδιάλειπτοι εκστρατείαι, εις άς ηναγκάζετο να καθυποβάληται ο Θεόδωρος, εκλόνισαν μεγάλως την άλλως ακροσφαλή υγείαν του. Το φρικώδες της επιληψίας πάθος ήρξατο ήδη μαστίζον αυτόν, μάτην δε κατέφυγεν εις της ιατρικής την δύναμιν όπως εξαλείψη νόσον, ήτις ήτο αυτώ κληρονομική. Αι δυνάμεις του από ημέρας εις ημέραν εξηντλούντο, αι δε προσβολαί της επιληψίας συνεχέστερον επανελαμβάνοντο, ώστε ο Θεόδωρος αποκαμών ήδη εις το άνθος έτι της ηλικίας του, απεβίωσε κατ’ Αύγουστον του 1259 τριάκοντα και επτά ετών ων, και μετά τριών ετών και δέκα μηνών αυτοκρατορίαν, και ετάφη όπου και ο πατήρ αυτού εν τη των Σωσάνδρων μονή. Κατέλιπε δε θανών ένα υιόν, Ιωάννην καλούμενον, το όγδοον της ηλικίας αυτού έτος διανύοντα, και τέσσαρας θυγατέρας (200).

Ο Θεόδωρος αποθνήσκων κατέστησε διά διαθήκης επίτροπον της βασιλείας διά την ενηλικιότητα του υιού αυτού, τον δομέστικον Γεώργιον Μουζάλωνα· αλλ’ ο ανήρ ούτος δεν απελάμβανε την συμπάθειαν του λαού και ιδία των της πρώτης τυγχανόντων τάξεως, διότι αλαζονία και σκληρότητι φερόμενος, ούς μεν καθείρξε και ετύφλωσεν, ούς δε αλλεοτρόπως ητίμασε. Συνωμοσία λοιπόν εσχεδιάσθη κατ’ αυτού, ής προεξήρχον οι δυσαρεστημένοι, Αλέξιος Στρατηγόπουλος, Κωνσταντίνος Τορνίκης, Θεόδωρος Φιλής, Γεώργιος Ζαγαρομμάτης, Νικηφόρος Αλυάττης και έτεροι, και ο θάνατος του επιτρόπου απεφασίσθη. Ενώ λοιπόν την εννάτην μετά την αποβίωσιν του Θεοδώρου ημέραν ο Μουζάλων εν τη μονή των Σωσάνδρων ετέλει το μνημόσυνον εκείνου, εφορμήσαντες κατ’ αυτού οι συνωμόται τον κατέσφαξαν μετά πάσης της οικογενείας του, και τοιουτοτρόπως ο αυτοκρατορικός θρόνος έμεινε σχεδόν κενός, του Ιωάννου αφήλικος έτι όντος (201).

Μετά τον φόνον του Μουζάλωνος συνελθόντες οι στρατηγοί και οι εν τέλει, εσκέφθησαν ότι ώφειλον να εκλέξωσι τοποτηρητήν της αυτοκρατορίας, άνδρα ακμαίον και ικανόν, ως τοιούτον δε έκριναν τον Μιχαήλ Κομνηνόν, υιόν του Ανδρονίκου Παλαιολόγου και μέγαν δομέστικον όντα. Τούτον λοιπόν περιβαλόντες το πρώτον δι’ αξιώματος δεσποτικού, μικρόν μετά ταύτα και αυτοκράτορα ανηγόρευσαν, του πατριάρχου Αρσενίου στέψαντος αυτόν κατά Ιανουάριον του 1260 εν Νικαία. Αλλ’ ενώ οι Γραικοί αυτοκράτορες, ανακτώντες τας επαρχίας των, διεδέχοντο αλλήλους, τι συνέβαιναν εν Κωνσταντινουπόλει; Τι έπραττεν ο Βαλδουίνος; (202)

Ο τον Πάπαν Ιννοκέντιον διαδεξάμενος Αλέξανδρος Δ’. αναβαίνων επί τον παπικόν θρόνον δεν ελησμόνησε τας υπέρ ενώσεως των δύο εκκλησιών και τας υπέρ του Βαλδουίνου προσπαθείας του προκατόχου αυτού. Ενώ λοιπόν αφ’ ενός εξελιπάρει την Ευρώπην να συνδράμη την καταρρέουσαν Φραγκικήν αυτοκρατορίαν, αφ’ ετέρου έπεμπε προς τον Θεόδωρον τον επίσκοπον Ορβιέτου όπως προτρέψη αυτόν εις την ένωσιν. Ο Θεόδωρος απησχολημένος ων κατά το βραχύ διάστημα της βασιλείας του εις τον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, ουδεμίαν προσοχήν παρέσχεν εις τους λόγους του επισκόπου εκείνου, διά την αυτήν δε αιτίαν ουδέ εις ρήξιν ήλθε προς τους Φράγκους· αλλ’ αι επιδρομαί και αι λεηλασίαι άς οι Γραικοί εποιούντο εις τας χώρας εκείνων, εις τοσαύτην έκπτωσιν κατήντησαν την Κωνσταντινούπολιν, ώστε ο πατριάρχης αυτής Ιουστινιάνης, πάσχων δεινήν ένδειαν ηναγκάσθη να γράψη προς τον Πάπαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του· εκείνος δε κατά Ιούλιον του 1257 διέταξε τους επισκόπους του Μωρέως να πέμψωσι βοηθείας προς τον πειναλέον πατριάρχην. Το γεγονός τούτο δεικνύει άριστα την οικτράν κατάστασιν, εις ήν διετέλει η εν τη Ανατολή Φραγκική δυναστεία (203).

Ο Βαλδουίνος βλέπων εκ Κωνσταντινουπόλεως τα εν Νικαία επισυμβαίνοντα ουδέ τα μέσα, ουδέ την τόλμην εκέκτητο όπως επωφεληθή εξ αυτών. Ενόμισε δε ότι ο Μιχαήλ αυτοκράτωρ αναγορευθείς και έχων πλείστους παρ’ εαυτώ αντιζήλους, ήθελε προτιμήσει την μετά των γειτόνων του ειρήνην μάλλον ή τον πόλεμον. Πέμψας λοιπόν προς αυτόν πρέσβεις τω συνεχάρη διά την επί τον θρόνον ανάβασίν του, και τω υπέβαλε προτάσεις παραλόγους, άς μόνον νικητής προς ηττηθέντα εδικαιούτο να προτείνη· διότι εζήτησε παρά του Μιχαήλ την εις αυτόν παραχώρησιν της Θεσσαλονίκης και απάσης της Μακεδονίας και Θράκης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτωρ ακούσας τας τοιαύτας παραλόγους απαιτήσεις των Φράγκων, μετά σαρκασμού απήντησε προς τους πρέσβεις του Βαλδουίνου, ειπών· «Η Θεσσαλονίκη είνε σχεδόν πατρίς μου, διότι εκεί ηγεμόνευεν ο εμός πατήρ, όστις, ως οίδατε, ην μέγας δομέστικος, εκεί απεβίωσε και εκεί ετάφη· πώς λοιπόν είνε δυνατόν να δώσω την πόλιν ταύτην;» οι πρέσβεις μη εννοήσαντες τον σαρκασμόν, υπέλαβον· «Λοιπόν τότε δος ημίν, ω βασιλεύ, την πόλιν των Σερρών μέχρι της Κωνσταντινουπόλεως.» Ο δε βασιλεύς απεκρίθη προς ταύτα· «Και πάλιν δεν μου ζητείτε μικρόν πράγμα, διότι η ηγεμονεία μου ήρξατο από της πόλεως εκείνης, ής ήμην στρατηγός, επομένως αγαπώ τας Σέρρας ως ετέραν πατρίδα μου, ώστε ουδέ την πόλιν ταύτην δύναμαι να δώσω.» «Έστω, αντείπον οι πρέσβεις, δος ημίν τουλάχιστον τα εκ Βολερού μέχρις ημών.» «Αλλ’ ουδ’ αυτά δύναμαι να δώσω, απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, διότι πολλάκις, εκεί εθήρευσα και εγενόμην επιτήδειος κυνηγός, άλλως τε ο τόπος αυτός μοι αρέσκει διότι έχει πολλήν θήραν και επιθυμώ ενίοτε να φοιτώ προς κυνήγιον εν αυτώ.» Βλέποντες τέλος οι πρέσβεις την άρνησιν του βασιλέως, τω είπον. «Λοιπόν τι δώσεις ημίν;» Αποκριθείς δε προς ταύτα εκείνος, υπέλαβεν, «Εγώ μεν ουδέν δώσω ημίν· σεις όμως αν θέλητε την μετ’ εμού ειρήνην πρέπει να μοι πληρώνητε φόρον ίσον προς το ποσόν, όπερ καρπούσθε εκ του εμπορίου της Κωνσταντινουπόλεως. Αν συγκατατίθησθε εις τούτο, καλώς· τουναντίον, ετοιμάσθητε εις πόλεμον (και γνωρίζετε, αφ’ ότου είχον την ηγεμονείαν της Βιθυνίας και Ταρσίας, πώς πολεμώ εγώ) ο δε Θεός θέλει αποφασίσει περί της νίκης.» Τοιουτοτρόπως καταισχυνθέντες οι των Λατίνων πρέσβει επέστρεψαν άπρακτοι εις Κωνσταντινούπολιν (204). Πριν ή πραγματοποιήση την απειλήν αυτού ταύτην ο Μιχαήλ εξαπέστειλε δυνάμεις υπό τον αδελφόν αυτού Ιωάννην Παλαιολόγον και άλλους στρατηγούς κατά του ομωνύμου αυτώ δεσπότου της Ηπείρους όστις βλέπων αφ’ ενός μεν την ασθένειαν του Βαλδουίνου, αφ’ ετέρου δε την ταραχώδη και ανώμαλον κατάστασιν της αυτοκρατορίας της Νικαίας, επαιρόμενος δε εις την συμμαχίαν των δύο γαμβρών αυτού Μαμφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας, και Γουλλιέλμου του πρίγγιπος Αχαΐας και Μωρέως, συνέλαβε την ελπίδα να γείνη αυτοκράτωρ, κυριεύων πρώτον μεν διαφόρους χώρας του αυτοκράτορος της Νικαίας, είτα δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Συμπλακέντων δε των δύο εχθρικών στρατών εν Αχριδώ, ο δεσπότης της Ηπείρου ηττήθη κατά κράτος, και συνεπεία της ήττης ταύτης άπασα σχεδόν η Θεσσαλία περιήλθεν εις την εξουσίαν του αυτοκράτορος, αιχμαλωτισθέντος κατά την μάχην ταύτην και του πρίγγιπος της Αχαΐας (205).

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μετά την αποβίωσιν του δεσπότου της Ηπείρου, έστρεψεν άπασαν αυτού την προσοχήν προς την Κωνσταντινούπολιν, μελετών να εκδιώξη εξ αυτής τους Φράγκους, διότι ενόσω δεν εγίνετο κύριος της περιφήμου εκείνης πόλεως, εν ή προ χιλίων ήδη ετών οι αυτοκράτορες είχον στήσει τον θρόνον των, ενόμιζεν ότι ήτο απλούς ηγεμονίσκος και μηδέν περιπλέον. Ανερρίπιζε δε τας ελπίδας του η μεγίστη παραλυσία, εις ήν περιήλθον οι Φράγκοι, και τον αρχικόν αυτών χαρακτήρα αποβαλόντες, και των πάντων έλλειψιν υφιστάμενοι. Ο Βαλδουίνος όστις είχε διανύσει τον βίον επαιτών συνδρομάς παρά των ηγεμόνων τας Ευρώπης, ουδέ στρατόν εκέκτητο πλέον, ουδέ χρήματα· εκ δε της αρχαίας λαμπρότητος της αυτοκρατορίας, δεν τω έμενον άλλο τι ειμή υπέρογκα χρέη. Όπως δε επαρκέση εις τας ανάγκας του οίκου του και των ολίγων στρατιωτών, οίτινες τω απελείποντο προς φρούρησιν της πόλεως, υπεχρεώθη να λάβη τον μόλυβδον των σκεπών των εκκλησιών και των ανακτόρων δια να κόψη νόμισμα (206). Αι ζωοτροφίαι έλειπον, και όπως πορισθή ξυλείαν προς θέρμανσιν, εδέησε να κρημνίση πολυαρίθμους οικίας ιδιωτών. Εις τοσαύτην ενί λόγω ανάγκην περιήλθεν, ώστε ίνα λάβη χρήματα παρά τινων Ενετών, ενεχυρίασε προς αυτούς τον μόνον υιόν του Φίλιππον, όστις αποσταλείς εις Ενετίαν έμεινεν εκεί πολύν έτι χρόνον και μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Γραικών (207).

Ο Μιχαήλ διελθών τον Ελλήσποντον εν Καλλιουπόλει, επιλάμψαντος του έαρος του 1260, εβάδισε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πριν ή προσβάλη αυτήν, ηθέλησε βαθμηδόν να κυριεύση τα έξωθεν αυτής φρούρια, αρξάμενος από της Συλληβρίας, την οποίαν εν βραχεί ήλωσεν. Τοιουτοτρόπως δε κύριος γενόμενος της πόλεως εκείνης και πάντων των παρ’ αυτή οχυρών θέσεων, διηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν ουχί εις τα ίδια αυτού στρατεύματα θαρρών, αλλά εις τους λόγους του Ανσώ, δε-Τουσσή, όστις αιχμαλωτισθείς μετά του Βιλαρδουίνου εν τη μάχη της Αχριδού, ηλευθερώθη μετά πολλών δώρων, υποσχεθείς εις τον αυτοκράτορα να παραδώση αυτώ την Κωνσταντινούπολιν άνευ αιματοχυσίας, διότι είχε, καθ’ ά έλεγε, τον οίκον αυτού επί των τειχών της πόλεως, εις τρόπον ώστε ηδύνατο ευχερώς να τον εισαγάγη εντός. Ο Μιχαήλ εξαπατηθείς υπό των υποσχέσεων τούτων, έπεμψε στρατόν ίνα πολιορκήση τον Γαλατάν και απασχολήση εκεί όλας τας δυνάμεις των πολεμίων, ενώ αυτός διά της προδοσίας του Ανσώ ήλπιζε να εισέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και γείνη κύριος αυτής. Κατά την πολιορκίαν λοιπόν του Γαλατά πέμψας πρέσβεις προς τον Ανσώ τω υπέμνησε τας υποσχέσεις του, και εζήτει την εκπλήρωσιν αυτών· αλλ εκείνος, οτέ μεν διά τον ένα λόγον, οτέ δε διά τον άλλον, απέφευγε τούτο. Επί τέλους δε ρίψας το προσωπείον είπεν ότι ουδέν δύναται να πράξη, διότι ο βασιλεύς υποπτευθείς αυτόν, τον επετήρει αυστηρώς. Ο Μιχαήλ γνους την απάτην του εξηκολούθησε την πολιορκίαν του Γαλατά· αλλ’ επειδή δεν είχε πλοία να διακόψη την μεταξύ αυτού και της Κωνσταντινουπόλεως συγκοινωνίαν, ηναγκάσθη να λύση την πολιορκίαν και ανακάμψη εις Ασίαν. Καθ’ οδόν δε όντι, τω εστάλησαν παρά του Βαλδουίνου τρεις πρέσβεις ίνα τω ζητήσωσιν ειρήνην, την οποίαν όμως, κατά τον Παχυμέρην, ηρνήθη, ενώ, κατά τον Ακροπολίτην, εδέχθη επί έν έτος· όπως δε και αν έχη το πράγμα, η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσε (208).

Κατά την πολιορκίαν του Γαλατά, στρατιώται τινες, περιτρέχοντες τας πεδιάδας, εισήλθον εις την εκκλησίαν του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ήτις ερειπιωθείσα, κατέστη καταφύγιον ποιμνίων εν ώρα χειμώνος· ενώ δε εθαύμαζον την διακρινομένην έτι του οικοδομήματος καλλονήν, παρετήρησαν είς τινα γωνίαν σκελετόν τινα καλώς προσηρμοσμένον, εις τας σιαγόνας του οποίου οι ποιμένες εκ βεβήλου αστειότητος είχον θέσει αυλόν ποιμενικόν· πλησιάσαντες δε ανέγνωσαν επί του τοίχου επίγραμμά τι εξ ού κατεδείκνυτο ότι αυτός ην ο σκελετός του αυτοκράτορος Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Ο Μιχαήλ, πληροφορηθείς τούτο, πέμψας παρέλαβε τον σκελετόν και καλύψας αυτόν διά πορφύρας τον μετέφερεν εις Συλλήβριαν, ένθα τον έθαψεν εις την μονήν του Σωτήρος (209).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ δεν έπαυε νυχθημερόν σκεπτόμενος περί των μέσων δι’ ών ηδύνατο ν’ ανακτήση την Κωνσταντινούπολιν. Οι Ενετοί και οι Γενουήνσιοι εκέκτηντο εν αυτή μεγάλα καταστήματα, έκπαλαι δε εις αντιζηλίαν διακείμενοι, είχον τω καιρώ εκείνω σφόδρας έριδας περί του εν Πτολεμαΐδι μοναστηρίου του Αγίου Σάββα, ού αμφότεροι ωκειοποιούντο την κατοχήν. Οι Ενετοί ενδιεφέροντο μεγάλως εις την διατήρησιν του Φραγκικού κράτους, διότι συμμετείχον των ωφελειών αυτού· τούτου δ’ ένεκα, πιστοί μένοντες εις τον ατυχή Βαλδουίνον, πάσαν κατέβαλον προσπάθειαν όπως σώσωσιν αυτόν. Επωφελούμενος εκ της διαμάχης ταύτης των δύο δημοκρατιών ο αυτοκράτωρ συνωμολόγησε τη 13 Μαρτίου 1261 συνθήκην μετά των Γενουηνσίων, οίς παρεχώρει πολλάς ασυδοσίας και προνόμια, επί τω όρω ότι ήθελον ούτοι τω προσφέρει τριάκοντα πλοία επί ωρισμένη τιμή. Η συμμαχία αύτη απεστέρησε τον Βαλδουίνον της συνδρομής των τε Γενουηνσίων, οίτινες ηνώθησαν μετά των Γραικών, και των Ενετών, οίτινες ασχολούμενοι όπως αντικρούσωσι τας εν Πτολεμαΐδι προσβολάς των πολεμίων των, ηναγκάζοντο να παραμελήσωσι την υπεράσπισιν της Κωνσταντινουπόλεως (210).

Η ανικανότης και αδράνεια του Βαλδουίνου επήνεγκαν τον μαρασμόν εις των Εσπερίων την ανδρίαν και ενεργητικότητα. Τα πάντα κατέρρεον εν Κωνσταντινουπόλει, ενώ τουναντίον οι Γραικοί εκδιωχθέντες της πατρίδος των, εμηχανώντο αδιαλείπτως πώς ήτο δυνατόν να την ανακτήσωσιν, Η πτώσις του κράτους αυτών εξήγειρε το αρχαίον θάρρος των, και εντυχόντες ηγεμόνας, οίοι ήσαν ο Βατάτζης και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εκαραδόκουν εκδίκησιν κατά των αρπάγων της πατρικής των κληρονομιάς· ιδίως δε ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ επέσπευδε την λύσιν του δράματος, προπαρασκευαζόμενος δραστηρίως όπως προσβάλη τους Φράγκους. Πριν δ’ ή επιχειρήση τούτο πέμψας τον Καίσαρα Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατού προς τας δυτικάς επαρχίας, ίνα περιστείλη τον αυθάδη δεσπότην της Ηπείρου, όστις πάλιν ήρε σημαίαν ανταρσίας, τον διέταξε να εξετάση διερχόμενος του Βυζαντίου εις τίνα κατάστασιν διετέλει η Κωνσταντινούπολις, χωρίς όμως ουδέν να πράξη κατ’ αυτής, είτε διότι δεν είχε μεθ’ εαυτού αρκούσας δυνάμεις, είτε διότι η προς τους Φράγκους συνθήκη δεν είχεν έτι λήξει. Διαπεραιωσάμενος λοιπόν ο Καίσαρ την Προποντίδα, εστρατοπέδευσε περί το Ρήγιον ένθα προσήλθον αυτώ τινες εκ των εγχωρίων, κατά χρείαν άλωνος και καρπών, συλλογής έξω της πόλεως διαιτώμενοι. Τούτους λοιπόν ηρώτησεν ο Καίσαρ περί της καταστάσεως των Φράγκων, περί της δυνάμεως και εν γένει περί των κατ’ αυτούς· εκείνοι δε φύσει αποστρεφόμενοι τους Φράγκους και επιθυμούντες μάλλον να ζώσι μετά των ομοφύλων ή μετά των ξένων, εξέθηκαν καταλεπτώς την δεινήν θέσιν των κρατούντων, και συνεφώνησαν μετ’ αυτού να τω προδώσωσι την πόλιν εν ώρα νυκτός. Το τοιούτο δεν ήτο δύσκολον, διότι ο Βαλδουίνος ασυνέτως φερόμενος είχε πέμψει τον ολιγάριθμον στόλον και στρατόν του προς πολιορκίαν της χιλίους σταδίους απεχούσης της Κωνσταντινουπόλεως νήσου Δαφνοισίας, πειθομένος εις τους λόγους του νεωστί ελθόντος ποτεστάτου των Ενετών Μάρκου Γραδενίγου, όστις έλεγεν ότι δεν έπρεπε να μένωσιν άπρακτοι εις την πόλιν, αλλά τουναντίον ώφειλον διά προσβολών και επιθέσεων κατά των πολεμίων, να αποθαρρύνωσιν αυτούς (211).

Καίτοι ο Μιχαήλ ρητώς απηγόρευσεν εις τον Στρατηγόπουλον να επιχειρήση τι κατά της Κωνσταντινουπόλεως, ούτος όμως πληροφορούμενος εκ των καταθέσεων των χωρικών την μεγάλην ασθένειαν των εν Κωνσταντινουπόλει, και παροτρυνόμενος υπό του αρχηγού των εθελοντών Κουτριτζάκου, απεφάσισε να προσπαθήση την άλωσιν, πεποιθώς ότι η επιτυχία ηδύνατο να δικαιολογήση την παρακοήν αυτού. Προέβη λοιπόν μετά βραδύτητος ως διά να δείξη ότι σκοπόν είχε να κατασκοπεύση μόνον την πόλιν. Ο στρατός του αδιαλείπτως επαυξανόμενος εκ της προελεύσεως επικουριών, ηρίθμει εικοσιπεντακισχιλίους περίπου μαχητάς, ενθουσιωδώς πάντας επιζητούντας την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ’ ο Στρατηγόπουλος, ίνα μη καταπλήξη τους κατοίκους, ολίγους μόνον παρέλαβε μεθ’ εαυτού, και την επιούσαν νύκτα εστρατοπέδευσε παρά τα τείχη αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Οι πρόσκοποί του συνέλαβον τότε γέροντά τινα, όστις προσαχθείς ενώπιον του Καίσαρος, ηρωτήθη πόθεν έρχεται και πού πορεύεται· αποκριθέντος δε του γέροντος εκ της πόλεως, τότε ο Καίσαρ τον ηρώτησεν εκ νέου πώς νυκτός ούσης και των θυρών κεκλεισμένων εξήλθε. Δειλιάσας δε ο γέρων είπεν· «Έστιν οπή υποκεκρυμμένη, κύριέ μου, τη γη, ην ουδείς οίδεν, ει μη εγώ, ην και έκπαλαι γινώσκω, και όταν βούλωμαι εξέρχομαι και εισέρχομαι ανεμποδίστως.» Ωφεληθείς εκ της ανακαλύψεως ταύτης ο Στρατηγόπουλος απεφάσισε να εισαγάγη τον στρατόν του εκ της οπής εκείνης· προωρίσας λοιπόν πεντήκοντά που άνδρας, τους τολμηροτέρους, να εισαχθώσι διά της οπής, τους διέταξεν άμα εισέλθωσιν εις την πόλιν να θραύσωσι διά πελέκεων την παρακειμένην θύραν, ίνα δι’ αυτής εισελάση ο επίλοιπος στρατός. Την ταχθείσαν λοιπόν προς τούτο νύκτα, οι πεντήκοντα στρατιώται εισήλθον εις το υπόγειον, ο δε Στρατηγόπουλος έξωθεν περιέμενε την ώραν όπως εφορμήση διά της ανοιγομένης πύλης. Πολύς χρόνος παρήλθεν ήδη και ούτος ήρξατο απελπιζόμενος περί της επιτυχίας, ότε αίφνης η πύλη διά πελέκεων ηνεώχθη και φωνή ένδοθεν ηκούσθη, «Νίκη εις τους δύο αυτοκράτορας Μιχαήλ και Ιωάννην». Τότε οι του Στρατηγοπούλου στρατιώται ορμήσαντες κατέλαβον την πόλιν· ανώνυμος δέ τις χρονογράφος ιδού πώς εκτίθησι τα κατά την άλωσιν εκείνην (212).

Εισήλθαν ουν μέχρι ναού της Πηγής Θεοτόκου
Μετά γε του στρατεύματος, νυκτός επεισελθούσης,
Τον Κουτριτζάκην εν χερσί φέρων τον προρρηθέντα,
Όν και προσέταξεν ευθύς άνδρας πεντακοσίους
Καθωπλισμένους εισελθείν από των υδραγώγων,
Τους ωμοκότας συν αυτοίς ελθείν έσω προστάξας.
Οίτινες εισπηδήσαντες ως λέοντες αυτίκα
Εισήλθαν ένδον πόλεως, ακώλυτον ευρόντες
Την είσοδον, και προς Πηγήν ήλθαν την πόλιν τάχει.
Ην δ’ αύτη πύλη πρότερον κλεισθείσα προς Λατίνων
Λίθοις μεγάλοις και μοχλοίς στερροίς ασφαλισθείσα.
Όθεν καταχαλάσαντες την ενδοτέραν ύλην
Ποιούσιν ανεμπόδιστον είσοδον τοις Ρωμαίοις,
Άνωθεν ευφημήσαντες τον άνακτα Ρωμαίων.

Η ηώς ήρξατο ήδη να υποφώσκη και οι Κουμάνοι, οίτινες απήρτιζον μέγα μέρος του στρατού, παρεσκευάζοντο, κατά τα έθιμα αυτών, να λαφυραγωγήσωσι την πόλιν, αλλ’ ο Καίσαρ απέτρεψεν αυτούς του σκοπού των τούτου. Εν τούτοις οι κάτοικοι εξυπνήσαντες υπό των κραυγών και αγνοούντες τι συνέβαινεν, ηρώτων αλλήλους εκ των παραθύρων τι εσήμαινεν ο θόρυβος εκείνος. Ο Στρατηγόπουλος εκ μακράς πείρας γνωρίζων τους κινδύνους, ούς δύναται να διατρέξη στρατός εισελαύνων νικηφόρος εκ μεγάλη πόλει, προυχώρει πάντοτε μετά περισκέψεως, περιμένων το φως της ημέρας ίνα οδηγηθή κάλλιον περί του πρακτέου. Εν τω σκότει διέκρινε σώμα τι Φράγκων, ού η αστράπτουσα πανοπλία εμεγάλυνε τον αριθμόν μη έχον δε στρατιώτας ικανούς όπως αντεπεξέλθη κατά των εχθρών τούτων, διετέλει εις απορίαν, ότε οι εν τη πόλει Γραικοί επέπεσαν κατά των περιτρόμων Φράγκων και διεσκόρπισαν τήδε κακείσε αυτούς. Τότε ήρξατο η διαρπαγή της πόλεως, παντού δε όπου απηντώντο Φράγκοι έπιπταν θύματα ελεεινά. Ο Βαλδουίνος εξεγερθείς εκ του γενικού εκείνου θορύβου και πληροφορηθείς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως απεφάσισε διά της φυγής να εύρη την σωτηρίαν· εξελθών λοιπόν εκ των ανακτόρων των Βλαχερνών, έρριψε καθ’ οδόν το στέμμα και το ξίφος του, και εμβάς είς τινα λέμβον ανήχθη προς την θάλασσαν, ένθα τον παρέλαβον οι εκ Δαφνοισίας επιστρέφοντες στρατιώται του. Τα δε βασιλικά αυτού εμβλήματα συναγαγόντες εν τη οδώ οι Γραικοί ανήρτησαν εις μακρόν ακόντιον και περιέφερον δίκην τροπαίου καθ’ άπασαν την πόλιν.

Εν τούτοις οι κατά της Δαφνοισίας μετά του Γραδενίγου μεταβάντες Φράγκοι μηδέν ισχύσαντες να πράξωσιν, επέστρεφον αμέριμνοι προς την Κωνσταντινούπολιν· ελθόντες όμως μέχρι του ναού του αρχιστρατήγου των ουρανίων δυνάμεων Μιχαήλ και πληροφορηθέντες την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ώρμησαν ίνα εισέλθωσιν εις αυτήν· αλλ’ ο Στρατηγόπουλος, όστις ήτο έτοιμος όπως τους αντικρούση, δεν τοις επέτρεψε την είσοδον. Τότε ο Ιωάννης Φύλαξ, αξιωματικός του Βαλδουίνου, βλέπων ότι αφεύκτως όλοι οι Φράγκοι ήθελον απολεσθή, πέμψας ειδοποίησεν αυτούς να τρέξωσι προς το παράλιον ίνα σωθώσιν εν τοις πλοίοις. Όπως δε εκβιάση αυτούς προς τούτο, έθηκε πυρ εις διαφόρους οίκους, και αι φλόγες διαδοθείσαι ενέσπειρον την φρίκην και τον τρόμον τοις πάσιν. Άνδρες μετά γυναικών, νέοι μετά γερόντων αναμίξ έτρεχον προς την θάλασσαν, και τείνοντας προς τους εν τοις πλοίοις χείρας ικέτιδας, παρεκάλουν αυτούς να τους δεχθώσιν εις το τελευταίον τούτο άσυλον. Οι εκ του στόλου βλέποντες τους δυστυχείς ομοφύλους των δακρυχέοντας, έσπευδον να τους παραλάβωσιν· αλλά μη προφθάνοντες να επιβιβάσωσι τοσούτους εις τα πλοία των και φοβούμενοι μη οι Γραικοί επιπεσόντες διαπεράσωσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας έπεμψαν πρέσβεις προς τον Στρατηγόπουλον, εκλιπαρούντες αυτόν να επιτρέψη την φυγήν εις τους ατυχείς συμπατριώτας των. Ο Καίσαρ συγκατένευσε, και οι Φράγκοι επιβάντες των πλοίων μετά του Βαλδουίνου απέπλευσαν προς την Εύβοιαν· αλλά πριν ή φθάσωσιν εκεί, οι πλείστοι εγένοντο θύματα της πείνης. Εκείθεν ο έκπτωτος αυτοκράτωρ μετέβη αλληλοδιαδόχως εις Αθήνας, εις Σικελίαν, εις Ρώμην παρά τω Ουρβανώ, κακείθεν εις Γαλλίαν, ένθα ευρισκόμενος, τω 1266, εδωρήσατο προς τον Ούγον, δούκα της Βουργουνδίας, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης.

Τοιουτοτρόπως έπεσε τη 25 Ιουλίου 1261 η γελοιώδης εν Ανατολή αυτοκρατορία των Φράγκων, πεντήκοντα επτά έτη, τρεις μήνας και δεκατρείς ημέρας διαρκέσασα. Βεβαίως έπρεπε να δοθή μάθημα αυστηρόν προς τους εν Βυζαντίω, αποβαλόντας πάσαν αρετήν και παν γενναίον αίσθημα· το δε μάθημα τούτο ην η υπό τους Φράγκους υποδούλωσίς των. Αν εξ αυτού ωφελήθησαν ή όχι, τούτο δεν ανήκει ενταύθα να εξετάσωμεν. Οι λαοί συνήθως εισίν επιλήσμονες των ευτυχημάτων και των δυστυχημάτων, ολιγίστους δ’ εσωφρόνισαν αι της τύχης δοκιμασίαι. Η υπό του Στρατηγοπούλου άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως δύναται να θεωρηθή μάλλον ως έργον της θείας Προνοίας, διότι αύτη εκυριεύθη, του Καίσαρος όντος άνευ στρατού, άνευ μηχανημάτων, χωρίς καν κατά νουν να έχη τούτο.

Του αυτοκράτορος διατρίβοντος εν Μετεωρίω ή ταχύπτερος φήμη έσπευσε να εξαγγείλη πανταχού το απροσδόκητον γεγονός. Ήτο νυξ και ο αυτοκράτωρ εκοιμάτο, όταν ελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως δρομαίος τις, εζήτει να ομιλήση προς αυτόν περί σπουδαιοτάτου αντικειμένου. Οι φυλακές αντέστησαν προ την αίτησίν του λέγοντες ότι ο βασιλεύς κοιμάται, εκείνος δε επιθυμών, ει δυνατόν, να γείνη δεκτός παρ’ αυτώ, έδραμε προς το μέγαρον της του αυτοκράτορος αδελφής Ευλογίας και εξήγγειλεν αυτή την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεώς. Η Ευλογία σπεύσασα προς τον Μιχαήλ τον εξύπνησε κραυγάζουσα, «Κατέσχες, ω βασιλεύ, την Κωνσταντινούπολιν.» Ο αυτοκράτωρ νομίζων ότι ονειρώττει, ουδέν προς ταύτα απεκρίνετο, αλλ’ ότε η αδελφή του σείουσα αυτόν τω έλεγεν, «Ανάστηθι, βασιλεύ, ο γαρ Χριστός επεχαρίσατό σοι την Κωνσταντινούπολιν,» αναστάς της κλίνης και τας χείρας εις ουρανόν ανατείνας, «Τούτον μεν τον λόγον, είπεν, ω αδελφή, και αυτός δέχομαι όν δε λόγον το πρώτον είπες ως της Κωνσταντινουπόλεως κεκράτηκα, ουδαμώς αποδέχομαι. Πώς γαρ εκ του Μετεωρίου εγκρατής γενοίμην της Κωνσταντίνου; Αλλ’ ουδέ στράτευμα κατ’ αυτής αξιόλογον πέπομφα· το δε ράω ταύτα είναι Θεώ και αυτός ξυνομολογώ και θάττον αν τα μικρού και αδύνατα τοις οίς αν βούλοιτο παρασχείν καθέστηκε δυνατός.» Ταύτα ειπών συνεκάλεσε πάντας τους εντέλει και εξαγγείλας αυτοίς το λεγόμενον τους ηρώτησεν αν το πιστεύωσιν ως αληθές. Και πολλοί μεν παρεδέχοντο αυτό ως αληθές, έτεροι δε εδυσπίστουν, πάντες δε διέκειντο εν μεγίστη ανησυχία μέχρις ού την επιούσαν, ελθών απεσταλμένος παρά του Καίσαρος Στρατηγοπούλου, διεπίστωσεν αυτοίς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, και εκόμισε και τα του Βαλδουίνου ηγεμονικά σύμβολα, την μαργάροις δηλαδή πεποικιλμένην και υπέρ την κεφαλήν λίθον κόκκινον έχουσαν καλύπτραν του, τα κοκκοβαφή πέδιλά του και την κοκκοβαφές προκάλυμμα ενδεδυμένην σπάθην του.

Απάρας εκ Μετεωρίου ο αυτοκράτωρ διήλθε τον Ελλήσποντον και αφικόμενος τη 14 Αυγούστου προ της Κωνσταντινουπόλεως, εσκήνωσεν εις το μοναστήριον του Κοσμιδίου όπως εισέλθη την επομένην ημέραν εις την πόλιν εν πάση τη βασιλική μεγαλοπρεπεία. Και όντως, την επιούσαν ο εν απουσία του εις Έφεσον διατρίβοντος πατριάρχου Αρσενίου αναπληρών αυτόν μητροπολίτης Κυζίκου, Γεώργιος ο Κλειδάς, ήνοιξε την Χρυσήν πύλην· αφού δε απήγγειλεν ευχήν τινα, προηγουμένης της εικόνος της Παναγίας Οδηγητρίας, και του αυτοκράτορος πεζού επομένου μετά πάντων των εν τέλει και πολυαρίθμου λαού, εισήλθον εις την πόλιν και κατηυθύνθησαν εις την του Στουδίου μονήν, ένθα κατέλιπον την εικόνα, ιππεύσας δε τότε ο βασιλεύς μετέβη εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και αφού εκεί ηυχαρίστησε τω Θεώ επί τη δωρεά, ής τον κατηξίωσε, κατηυθύνθη εις τα ανάκτορα, του λαού ενθουσιωδώς προσαγορεύοντος και επευφημούντος αυτόν· μετά τινας δ’ ημέρας εστέφθη και δεύτερον, ελθόντος εξ Εφέσου του Πατριάρχου Αρσενίου, αυτοκράτωρ ουχί πλέον της Νικαίας, αλλά της Κωνσταντινουπόλεως.

Ευγνωμονών ο Μιχαήλ προς τον Καίσαρα Στρατηγόπουλον, όστις απέδωσεν αυτώ τοσούτον απροσδοκήτως και θαυμασίως την πρωτεύουσαν του κράτους, τω απένειμε τιμάς, αίτινες έως τότε εις μόνον τους ηγεμόνας εδίδοντο. Τω επέτρεψε δηλονότι να περιέλθη άπασαν την πόλιν εν άρματι θριαμβευτικώ, φέρων επί την κεφαλήν στέμμα αυτοκρατορικόν, διέταξε δε συνάμα εις τας δεήσεις και τας λοιπάς δημοσίας προσφωνήσεις το όνομα αυτού να προσφωνήται μετά το του αυτοκράτορος. Αλλά την πράξιν ταύτην, υπό επαινετού αισθήματος ευγνωμοσύνης εμπνεομένην, ημαύρωσεν ο Μιχαήλ δι’ ετέρας σκληράς και απανθρώπου, διατάξας επιόρκως να εξορύξωσι τους οφθαλμούς του γνησίου διαδόχου του θρόνου και επιτροπευομένου αυτού Ιωάννου του υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως, ού ένεκα ο πατριάρχης Αρσένιος υπέβαλεν αυτόν αφορισμώ φρικώδει. Τοιαύτη πράξις δεν ήτο εκ των ασυνήθων κατά τους χρόνους εκείνους.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος, φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως, μετέβη εις Ιταλίαν και ήρξατο επικαλούμενος την συνδρομήν του Πάπα και των λοιπών ηγεμόνων υπέρ της ανακτήσεως της απωλεσθείσης αυτοκρατορίας του. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Καστιλλία αντήχησαν εκ των ικεσιών και παραπόνων αυτού, ουδαμού όμως εύρε τοσαύτην συμπάθειαν, όσον εν τη καρδία του Πάπα. Ο Ουρβανός Δ’ εκ του ύψους του Καπιτωλίου προσεκάλει τους λαούς εις νέαν σταυροφορίαν, διατάσσων στρατολογίας, αφορίζων τους Γενουηνσίους ως φίλους του Μιχαήλ, εξορκίζων τον βασιλέα της Γαλλίας να σπεύση προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως και ουδέν ενί λόγω παραμελών προς τον σκοπόν τούτον. Αλλά και ο Μιχαήλ βλέπων τον επικείμενον εκ του συνασπισμού εκείνου κίνδυνον, έπεμψε πρέσβεις προς τον Ουρβανόν, οίτινες κατά μεν τον Παχυμέρην, έτυχον κακίστης υποδοχής, κατά δε τον Φραντζήν, εγένοντο παρά του Πάπα δεκτοί ευμενώς. Ο τελευταίος ούτος ιστορικός αφηγείται ότι και η ένωσις των εκκλησιών συνεφωνήθη τότε επί τρισίν όροις, «πρώτον επί τη αναγνωρίσει της υπεροχής του Πάπα, δεύτερον επί τη προσφυγή εις αυτόν ως εις ανέκκλητον δικαστήριον και τρίτον επί τω πρωτεύειν αυτόν εν πάσιν.» ο δε ανώνυμος χρονογράφος της αλώσεως, ιδού πώς διηγείται τούτο. (213)

Γράφει τω Πάπα δουλικώς, ως μέλος εστι τούτου,
Υιός δε μάλλον ευπειθής φρονών τα των Λατίνων.
Στείλας αρχιδιάκονας τους πρώτους των του κλήρου
Έχοντας λόγον μέγιστον Ελληνικής παιδείας,
Ο Μετοχίτης, μετ’ αυτόν ο Μελιτηνιώτης,
Οίτινες καθυπέκυψαν πρώτον τοις λόγοις Πάπα·
Και βασιλεί τω Μιχαήλ είπον φρονείν ωσαύτως·
Ο Πάπας παρ’ ελπίδα δε ταύτα μαθών, το τάχος
Καρδιναλίους έστειλε προς τον Παλαιολόγον,
Τον Άνακτα τον Μιχαήλ, μνήμην ποιήσαι τούτου·
Προς τε τον μέγιστον ναόν της του Θεού Σοφίας,
Και τα πρωτεία τον αυτόν μετά τιμής διδόναι.
Κατά τεσσάρων ουν αυτός Πατριαρχών των Θείων
Έχειν πολλήν την δύναμιν έκκλητον του ποιήσαι
Καθυπογράψαι βασιλεί ζητήσας τρία ταύτα
Μνήμην, πρωτείον, έκκλητον, ός βασιλεύς αυτίκα,
Προσέταξεν υπ’ άμβωνος μνήμην γενέσθαι Πάπα,
Ειπείν δε και Λατινικώς το θείον του Σωτήρος
Μέγιστον Ευαγγέλιον τη μυστική θυσία
Ο Πάπας πάλιν Μιχαήλ απέδωκε το κράτος.

Ο Βαλδουίνος ιδών ματαιουμένας εκ μέρους του Πάπα τας ελπίδας του, απηυθύνθη εις τους διαφόρους βασιλείς, καθικετεύων αυτούς να τον συνδράμωσι προς ανάκτησιν της αυτοκρατορίας του. Μεταβάς εις την εν Ιταλία πόλιν Βιτέρβην, διά πράξεως γενομένης, τη 27 Μαΐου 1267, παρεχώρηοεν εις Κάρολον τον Ανδεγαυϊνόν, βασιλέα της Νεαπόλεως, όπως προσλάβη αυτόν σύμμαχον πλείστας χώρας εν Ελλάδι και την κυριότητα πασών των κείθεν του Ελλησπόντου Ελληνίδων νήσων, πλην της Λέσβου, Σάμου, Κω και Χίου, άς επεφύλαξε δι’ αυτόν και τους απογόνους του. Επί της χρυσής σφραγίδος, ήτις υπάρχει ανηρτημένη εις την μέχρι του νυν σωζομένην παραχωρητήριον ταύτην πράξιν εικονίζεται ένθεν μεν ο αυτοκράτωρ καθήμενος και κρατών τη μεν δεξιά σκήπτρον, τη δε αριστερά την σταυροφόρον σφαίραν, κύκλω δε έχων τας λέξεις BALDVINVS DEI CRATIA IMPERATOT ROMANIE SEMPER AYGVSTVS, Ένθεν δε ο αυτοκράτωρ κρατών έφιππος τη δεξιά σκήπτρον και κύκλω αι λέξεις ΒΑΛΔΟΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ Ο ΦΛΑΝΔΡΑΣ. Αλλά και μετά τας παραχωρήσεις ταύτας, μηδέν κατoρθώσας, απεβίωσεν εκ της θλίψεως αυτού εις Ιταλίαν τω 1273, εις ηλικίαν πεντήκοντα πέντε ετών, καταλιπών εκ της συζύγου αυτού Μαρίας της Βρυεννίου ένα υιόν ονόματι Φίλιππον τον Β’ (214).

Ο Φίλιππος ούτος κληρονομήσας τάς τε δυσπραγίας και τας επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως αξιώσεις του πατρός του, απαλλαγείς των χειρών των Ενετών, παρ’ οίς έμενεν ως ενέχυρον διά τα χρήματα, άτινα εκείνοι είχον δανείσει προς τον πατέρα του Βαλδουίνον, κατέφυγε παρά τω εξαδέλφω του βασιλεί της Καστιλλίας Αλφόνσω, όστις τον ανέδειξεν ιππότην. Νυμφευθείς Βεατρίκην την θυγατέρα Καρόλου του βασιλέως της Σικελίας, έλαβε παρά του πενθερού αυτού την άδειαν να στρατολογήση εν τω κράτει του προς ανάκτησιν του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ’ ενώ συλλέξας ικανάς δυνάμεις ητοιμάζετο να πλεύση δι’ Ενετικών πλοίων εις Ανατολήν, επελθόντος του μεταξύ Σικελίας και Αραγωνίας πολέμου, ο βασιλεύς Κάρολος ηναγκάσθη να εμποδίση την εκ του κράτους του αναχώρησιν των στρατολογηθέντων, διότι και ο ίδιος είχε χρείαν αυτών. Τοιουτοτρόπως ο Φίλιππος, ιδών ματαιουμένας τας προσπαθείας του, ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον, αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, και απεβίωσε μεταξύ του 1285 και 1288.

Αποθανών ο Φίλιππος κατέλιπε μίαν θυγατέρα την Αικατερίνην, ήτις κληρονομήσασα τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πατρός της και τον τίτλον αυτοκρατείρας, μετεβίβασεν αυτά διά του εν έτει 1301 γενομένου γάμου της εις τον Κάρολον Κόμητα του Βαλουά, αδελφόν του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου του Καλού, όστις προσέλαβε τίτλον επιδόξου αυτοκράτορος. Θανούσης δε κατά Ιανουάριον του 1308 της Αικατερίνης, τα δικαιώματα αυτής μετεβιβάσθησαν εις την ομώνυμον αυτής θυγατέρα Αικατερίνην την Βαλουά, ήτις εν τη κοιτίδι έτι είχε μνηστευθή προς Ούγον τον υιόν Ροβέρτου του δουκός της Βουργουνδίας, επί τη ελπίδι αμοιβαίας μεταξύ Καρόλου και Ροβέρτου συνδρομής προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά ματαιωθέντος του γάμου τούτου, τη προσπαθεία του Πάπα Κλήμεντος, η Αικατερίνη ενυμφεύθη οψιαίτερον Φίλιππον τον πρίγγιπα του Τάραντος υιόν δε Καρόλου Β’, του βασιλέως της Σικελίας, εις όν μετεβιβάσθησαν τα τε δικαιώματα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και ο επίτιμος τίτλος του αυτοκράτορος. Συμφώνως προς τα ιδανικά αυτού δικαιώματα ο Φίλιππος διά διπλώματος, εκδοθέντος τη 24 Μαΐου 1315 εν Νεαπόλει διά χειρός Ροβέρτου Πονσιακού εδωρήσατο εις τον κύριον της Χίου Μαρτίνον Ζαχαρίαν Κάστρον και τους απογόνους του διαφόρους νήσους και χώρας της μικράς Ασίας, επί τω όρω να ομολογήση υποτέλειαν προς τον επίτιμον αυτοκράτορα και να τον συνδράμη μετά πεντακοσίων ανδρών προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως τω παρέσχε πάσας τας βασιλικάς προνομίας, οίον να φέρη στέμμα και σκήπτρον, να πίνη εις χρυσούν ποτήριον, να υποδύεται βλαυτία ερυθρά εντός τε και εκτός των ανακτόρων της Κωνσταντινουπόλεως, ήν δεν εξουσίαζε μεν, αλλ’ ήλπιζε να ανακτήση, και άλλα τοιαύτα (215). Απεβίωσε δε τη 26 Δεκεμβρίου 1332 εν Νεαπόλει καταλιπών ως διάδοχον του κενού τίτλου αυτού τον υιόν του Ροβέρτον.

Ο Ροβέρτος, ζώσης μεν της μητρός του αυτοκράτειρας Αικατερίνης ετιτλοφορείτο πρίγγηψ Αχαΐας και Τάραντος, δεσπότης Ρωμανίας, και κόμης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου· αλλά θανούσης τω 1346 εκείνης, έλαβεν οριστικώς τον τίτλον αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Μόλις όμως ενυμφεύθη Μαρίαν την Βουρβωνίδα, θυγατέρα Λουδοβίκου Α’, του δουκός Βουρβώνος, επιδραμόντος του βασιλέως της Ουγγαρίας Λουδοβίκου εις Νεάπολιν, ηχμαλωτίσθη υπ’ αυτού και απήχθη εις Ουγγαρίαν, ένθα έμεινεν επί πολύ καθειργμένος· απέθανε δε τη 10 Σεπτεμβρίου 1364 εις Νεάπολιν και ετάφη εις τον αυτόσε ναόν του Αγίου Γεωργίου, επί δε της επιταφίου πλακός του ανεγινώσκετο το επίγραμμα τόδε.

ILLVSTRI ROBERTI ANDEGAVENSI BYZANZIORYM IMPERATORI TARENTINORYMQUE
PRINCIPI CAROLI VTRIVSQVE SICILIAE REGIS EX PHILIPPO FILIO NEPOTI AB ANNO MCCCL XIIII OSCVBE SACENTI VSQVEDVM ANNO MCCCCLXXI ANDREAE AGNESIS IVIVS TEMPLIPRAESIDIS PIETATE AC DILIGENTIA LOCVS DATVS EST.

Την 20 Μαΐου του 1366 απεβίωσεν εις Νεάπολιν και η σύζυγος αυτού αυτοκράτειρα Μαρία, επί του εν τη εκκλησία της Αγίας Κλαίρης τάφου της οποίας ανεγινώσκετο το εξής επίγραμμα.

ΗΙC JΑCΕΤ CORΡVS DΟΜΙΝΑΕ DΟΜΙΝΑΕ ΜΑRΙΑΕ DΕ FRΑΝCΙΑ ΙΜΡΕRΑΤRΙCΙS CΟΝSΤΑΝΤΙΝΟΡΟLIΤΑΝΑΕ AC DΥCISSAE DVRACΙΙ QVAΕ ΟΒIIΤ ΑΝΝO DΟMΙΝI ΜCCCLXVI DIΕ XX ΜΑΙΙ CVIVS ΑΝ. REQ. ΙΝ ΡΑCΕ ΑΜΕΝ.

Διάδοχος του Ροβέρτου εν τω τίτλω αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εγένετο ο αδελφός αυτού Φίλιππος Γ’, όστις άνευ τέκνων τελευτήσας, άγνωστον κατά τίνα εποχήν, κατέλιπε διάδοχον αυτού τον εκ της αδελφής του Μαργαρίτας ανεψιόν του Ιάκωβον Δε-Μπω, δούκα της Ανδρίης. Του επιτίμου τούτου αυτοκράτορος σώζεται δίπλωμά τι, εν έτει 1368 γεγραμμένον υπέρ Θωμά του επισκόπου Καστελενέτου και της εκκλησίας αυτού, εν τω οποίω φέρει εκείνος τίτλον αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, δεσπότου Ρωμανίας και πρίγγιπος Αχαΐας και Τάραντος. Ενυμφεύθη δε Αγνήν την κόμησσαν Δουράσου, και αποβιώσας την 7 Ιουλίου 1383 εις Τάραντα εν τω άνθει της ηλικίας του, ετάφη εν τω αυτόσε ναώ της Αγίας Κατάλδης, ύστατος επίτιμος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος.

Η τύχη των Φράγκων αυτοκρατόρων πραγματικών τε και επιτίμων της Κωνσταντινουπόλεως, εξ όσων ανωτέρω εξεθέσαμεν, δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτω επίζηλος· αν εξετάση τις όμως την τύχην και των λοιπών Βυζαντινών αυτοκρατόρων, θέλει πεισθή ότι ολίγιστοι αυτών μέχρι τέλους, διετέλεσαν ευτυχείς.

Από Αρκαδίου (395-408) μέχρι Κωνσταντίνου του Δραγάση (1453) η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως περιλαμβάνει περίοδον χιλίων πεντήκοντα οκτώ ετών, δύο μηνών και έξ ημερών, εννενήκοντα δε και είς αυτοκράτορες ήρξαν κατά την περίοδον ταύτην. Εκ τούτων τριάκοντα επτά εβασίλευσαν από ενός μέχρι πέντε ετών (τινές δε και ολίγους μόνον μήνας)· είκοσι και είς από έξ μέχρις επτά ετών εννέα από ένδεκα μέχρι δεκαπέντε· πέντε από δεκαέξ μέχρις είκοσι· τέσσαρες από είκοσιν ενός μέχρις είκοσι πέντε· δύο από είκοσιν έξ μέχρι τριάκοντα· πέντε από τριάκοντα μέχρι τριάκοντα πέντε· τρεις από τριάκοντα έξ μέχρι τεσσαράκοντα· είς από τεσσαράκοντα ενός μέχρι τεσσαράκοντα πέντε και τέσσαρες από τεσσαράκοντα έξ μέχρι πεντήκοντα.

Εκ των εννενήκοντα ενός αυτοκρατόρων, εις τους οποίους εάν προσθέσωμεν και τους μετασχόντας κατ’ επιτροπείαν ή άλλως πώς του θρόνου, έχομεν εκατόν εννέα βασιλείς, είκοσιν απεβίωσαν διά βιαίου θανάτου φονευθέντες, δηλητηριασθέντες, πνιγέντες ή κατακρημνισθέντες από κιόνων, και δεκαοκτώ ετυφλώθησαν, ερινοτμήθησαν ή άλλως πώς ηκρωτηριάσθησαν· τρεις απεβίωσαν εκ πείνης· είς εβλήθη υπό κεραυνού· είς απεβίωσε πληγωθείς υπό δηλητηριασμένου βέλους· δύο απεβίωσαν παράφρονες· δώδεκα απέθανον εν ειρκτή ή εν μοναστηρίω· δώδεκα παρητήθησαν εκουσίως ή ακουσίως του θρόνου· τρεις απεβίωσαν εν πολέμω· είς ηχμαλωτίσθη, και οι λοιποί τριάκοντα έξ απέθανον επί της κλίνης των εξ ασθενείας ή γήρατος. Η απαρίθμησις δε αύτη εστίν ακριβής εικών της ιστορίας της Κωνσταντινουπόλεως.

ΤΕΛΟΣ

ΠΙΝΑΞ
Των της Κωνσταντινουπόλεως Φράγκων Αυτοκρατόρων,
επιτίμων Αυτοκρατόρων, Αντιβασιλέων,
παπικών Εξάρχων και Λατίνων Πατριαρχών.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Βαλδουίνος A’.
Ερρίκος.
Πέτρος.
Ροβέρτος.
Ιωάννης Βρυέννιος.
Βαλδουίνος Β’.

ΕΠΙΤΙΜΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Φίλιππος Α’.
Αικατερίνη Α’.
Κάρολος κόμης Βαλουά.
Αικατερίνη Β’. Βαλουά.
Φίλιππος Β’. πρίγκιψ Τάραντος.
Ροβέρτος Β’.
Φίλιππος Γ’.
Ιάκωβος Δε-Μπω.

ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΣ

Ερρίκος κόμης Φλάνδρας.
Κόνων Πετούνης.
Ανσώ Δε-Καχιέ.
Ναρζώ Δε-Τουσή.
Φίλιππος Δε-Τουσή.

ΠΑΠΙΚΟΙ ΕΞΑΡΧΟΙ

Πέτρος Καπούης ο Καρδινάλιος.
Σοφφρρέδος Καρδινάλιος.
Βενέδικτος Καρδινάλιος Μάξιμος.
Πελάγιος Καρδινάλιος.
Νικόλαος επίσκοπος Ρηγίου.

ΛΑΤΙΝΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΑΙ.

Θωμάς Μοροζίνης.
Γερβάσιος.
Ματθαίος.
Ιωάννης δ’ Αβεβίλ.
Σίμων.
Νικόλαος.
Παντολέων Ιουστινιανός.
Ουγολίνος.
Πέτρος.
Λεονάρδος.
Νικόλαος.
Γότιος.
Ροβέρτος.
Ερρίκος.
Γουλλιέλμος.
Πέτρος Θωμάς.
Παύλος.
Ιάκωβος Βις.
Βησσαρίων.
Βαρθολομαίος Καρατζιόλος επίσκοπος Βαρίου

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Κεφ. Α. Εκστρατεία Σταυροφόρων επί το Βυζάντιον εν έτει
Μ. Χ. 1202-1204 Σελ. 3
— Β’. Βαλδουίνος Α. Πρώτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1204-1205 » 40
— Γ’. Ερρίκος. Δεύτερος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1206-1216 » 98
— Δ’. Πέτρος. Τρίτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1217-1218 » 138
— Ε’. Ροβέρτος. Τέταρτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1221-1228 » 150
— ΣΤ’. Ιω. Βρυέννιος. Πέμπτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1229-1237 » 170
— Ζ’. Βαλδουίνος Β’. Έκτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1239-1261 » 198
— Η . Έξωσις των Φράγκων εκ της Κωνσταντινου-
πόλεως. 1261 » 252
Πίναξ των της Κωνσταντινουπόλεως Φράγκων
Αυτοκρατόρων, επιτίμων Αυτοκρατόρων, Αντιβασιλέων,
παπικών Εξάρχων και Λατίνων Πατριαρχών » 283
1) Νικήτας Χωνιάτης 3. 8. 9. Vile-harduinus — Ducange histoire de l’ Emp. de Const. 1-82.?

2) Lebeau hist. du B. Empire Τ. XVII 62. — Michaud et Poujoulat hist. des Crois. III. 67.?

3) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

4) Ville harduin — Χρον. Μωρέως παρά Buchon. ?

5) Νικήτ. Χων. 1.8.9. — Cesta. Innoc. III.I — Ακροπολίτ. 2 — Sanut. 3. part. II. c. I. — Sabellicus C. I. — Fleury, his. eccles. 75. art. 47.?

6) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

7) Νικήτ. 3. 8. 9. — Ακροπολ. 2. — Ramnusius I. i. — Vile-harduin — Sanut. 3 part, 2. c. l.!!?

8) Νικήτ. Χων. 8. 9. 10. Vile-harduin III. 55 — Sanuto 3 p. II a. Rmnus, 1. 2.?

9) Lebeau, hist. du Bas-Emp. T. XVII 93. ?

10) Vile-harduin c.55 και συνέχ.?

11) Νικήτ. Χων. 8.9.10. — Ducange 1. 8. ?

12) Lebeau. XVII. 106 — Ducange ibid — Michaud et Poujoulat 111.60.?

13) Νικήτ. Χωνιάτ. 8. 9. 10.?

14) Vile-harduin 94-109 — Νικήτας εν β. Ισαακίου — Ακροπολίτ.-3. 5 — Ramnus. 1. 2 — Gesta Innocent-111. — Sal. ell 1.8. — Ducange ibid.?

15) Αβην. Χ. 59. Χ. 14. 32. — Αιλιαν. Π. Ιστορ. 3. 14.?

16) Lebeau. XVII. 114.?

17) Νικήτ. Χων. εν β. Ισαακίου και Αλεξίου. — ?. ΧVII. 117.?

18) Νικήτ. Χων. εν β. Ισαακίου Vile-harduin 109- 123 — Ακροπολίτ. 13 — Ηarold 12 20 — Sanut. 111.2. 1. Ducange Ibid.?

18α) ) Χρονικ. Μωρέως παρά Buchon.?

19) Νικήτ. εν β. Μουρτζούφλου — Vile-harduin Ibid ?

20) P. Rhamnusius 1. 3 — Sabellicus 1.8.163. — Sanut. 3.11.1 — Boutrem. 3.6.7?

21) Νικήτ. εν β. Μουρτζούφλου. — Ακροπολ. 3. ?

22) Νικήτας εν β. Μουρτζούφλου. — Lebeau XVII. 127 — Ducange 1.9.?

23) Νικήτ. εν β. Μουρτζούφλου.?

24) Νικήτ. Τα μετά την άλωσιν. — Michaud et Poujoulat III. 113 — Lebeau. XVII. 129.?

25) Lebeau, T. XVII. 173.?

26) Michaud, histoire des Croisades T. III. p. 195.?

27) Νικήτ. Χων. Τα μετά την άλωσιν, σελ. 187. ?

28) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

29) Νικήτ. Χων. Τα μετά την άλωσιν. — Lebeau XVII 173.?

30) Νικήτ. Τα μετά την άλωσιν.?

31) Michaud et Poujoulat III 170.?

32) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

33) Νικητ, τα μετά την άλωσιν. — Cesta Innoc. c. 99 — Ducange 1. ?

34) Χρον. Ευφραιμίου στίχ. 7185.?

35) Lebeau XVII. 175 — Mayer Ann Fland. 113 — Sabelli. I. 8?

36) Νικηφ. Γρηγορά 1. c. 2. — Ville-Harduin 141, 161. — Ramnusio. J. 4 — Doutreman, 4. 2. Bizar de bello Veneto Ι. 1. 68.?

37) Νικήτ. Χωνιάτ. τα μετά την άλωσιν. — Lebeau, XVII 179. ?

38) Ducange 1. 24.?

39) Michaud et Poujoulat 111-170. ?

40) Gesta Innocent. VIII. 59.?

41) Baronius ad ann. 1205.?

42) Guntherus. c. 20. 21.?

43) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

44) Τζέτζ. Χιλ. — Νικήτ. 3. — Ducange 1, 33. ?

45) Γρηγοράς 1, 2. — Vile-harduin 124-126. — Ducange 1. 25.?

46) Cesta Innocent L. 8. ep. 59. — Danduli Chron. — Doutreman. 4. 2. — Ramnusio 1. 4. ?

47) Vile-harduin 169 — Haques de Guise, 3, V. 95. ?

48) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Γ Ακροπολ. γ’. 8. — Ducange. 1, 30 — 32. — Vile-harduin 160 — 173. ?

49) Κ. Σάθα, Χρονικόν Γαλαξειδίου. — Ducange L’ emp. Byz. p. 208. — Vile-harduin 160.?

50) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν. — Sabellicus 1. 8. — Platica in Innoc. ΙΗ.?

51) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Γρηγοράς. 1.2. — Ακροπολίτης 212 — Vile-harduin 177. — Gesta Innoc. c. 115. — Doutrem. z, 4. — 15 — Alber. c. 95?

52) Lebeau. XVII. 206. — Ramnusio. 4. 5. ?

53) Ducange ibid — Lebeau. ibid.?

54) Νικήτ. Χων. τα μετά την άλωσιν — Lebeau ibid.?

55) Vile-harduin 191 — Gesta Innoc. 3. 124 — Eurolin 1. 56?

56) Χρονικόν Μωρέως παρά Buchon — Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Ramnusio 1.5. — Doutreman 4. 10. — Ducange 1. 36. ?

57) Lebeau. XVII 214. — Daru, hist. de Venise 1. 246.?

58) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν 847 — Γ. Ακροπολίτης 13. — Ramnusio 1. 5. Doutreman 4. 10-15. Vile- harduin 230. ?

59) Vie de Louis VIII, XI p. 373?

60) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν. — Vile-harduin 201 — 208?

61) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν 820 — Ακροπολίτης, Κ.8.?

62) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Vile-harduin205 — 210 — Gesta Innoc. 106. ?

63) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν, 815. ?

64) Vile-harduin 231 — Doutrem. 4. 11 — Rhamnusio 1. 5. — Ducange. 11. 1.?

65) Danduli Chron. 107 — Rhamnusio 1. 5 — Laball. 8. 63 — Doutrem 4. 11.?

66) Vile-harduin 231 και συνέχεια. — Ducange 11. 81. ?

67) Γρηγορ. 1. 2 — Ακροπολ. Κ. β — Fleury hist. Eccles. 76. 2β. ?

68) Νικήτ. τα μετά την άλωσ. — Leunclavius Pend. et p. 416. 430. — Rhamnusio 1. 4. Lebeau XVII 953. ?

69) Νικήτ. τα μετά την άλ. 7. 10. — Hayton. hist. Orient e. 13. — Ducange Fam. Byz. p. 191, 192 — Doutreman 4. 12. ?

70) Νικήτ. ως ? Vile-harduin 236, 237. ?

71) Ville — Hard. 235. — Rhamnusio 4.6 — Doutrem 5.1.?

72) Ville. Hard. και συνέχ.?

73) Lebeau XVII. 263.?

74) Ville Hard. 263. Ducange. 11. 90. ?

75) Lebeau ΧVΙΙ 266 — Ducange.11, 89. ?

76) Lebeau XVII. 270. — Ducange. 11. 91. ?

77) Ducange 11. 91.?

78) Alberic. 1206 — Ακροπολίτ. Κ. 45 — Ιω. Αναγνωσ. 10. 16. — Gest. Innoc. 111 14.9.101.?

79) Gest. Innocetii. I. IX. ep. 241 — Gretzer de Imag. ?neameanus. C. 18. — Σκυλίτση σελ. 555 — Κατακουζ. 111 50 — 99.?

80) Sinuto, secreta fidelluni crucis I. p. 4c. 7 — Sabell. Deced. I VII — Chron. n. Andr. Danduli p. 15. Bembo Ilist Venet, 11. 118. ?

81) Ακροπολίτ. K. 13 — Gest. Inn. c. III. XI. ?

82) Doutrem. 5. 3 4.5 — Ducange. 11. 105. ?

83) Lebeau XVII. 277.?

84) Ducange 11. 107. ?

85) Lebeau ΧVΙΙ. 279.?

86) Innoc. III. ΧV Ρ. 39 — Ducange 11. 112. ?

87) Innoc. III. L. XIV p. 37 — Doutrem. V. 4. ?

88) Alberic. 1206 — Ακροπολ. 13. ?

89) Innocen. XIII. 16. Ep. 75. — Buchon χρον. του Μωρ. 146 και συνέχ.?

90) Innoc. XIII. ep. 161. 184.?

91) Innoc. Χ. ΧIIΙ Ep. 98. L. XV Ep. 74 ?

92) Καντακουζην. Γ. 49 Σωζόμεν. Εκκλ. Ιστορ. VIII. 24 — Νικηφόρ. Καλλιστος ΧΙΙ. 41 — Θεοδωρήτ. Εκκλ. Ις. 17.?

93) Fleury, Hist. Eccles. I. 77 — art. 13 — Alberic. 1228.?

94) Ακροπολ. Χρον. Ιστορ. 17.?

95) Ακροπολ. Κ. 15 16 Ducange 11, 204 ?

96) Baudouis Avesnes en ses chroniques ch. 97. ?

97) Ακροπολίτ. Κ. 16.?

98) Cibbon Hist. de la Decadence alc. 1. II. III. ?

99) Γ. Ακροπολ. Χρον. 15, 16.?

100) Honorius Le. 1. ep. 19. ?

101) Ducange 11. 150. — Doutreman 5. 5 — Fleury. Hist. Eccles. 78. I. ?

102) Honorius Les. 1. 9. 211.?

103) Chron. Nangii 1216Ducange 11. 150. ?

104) Ducange 11, 451. ?

105) Sigon. hist. Beaun?. I.V. — Cron. Fassae Na?? Ducange. ?

106) Cor ad de Falaris, de Casibus Gall C. 8. ?

107) Fleury. hist. Eccles. 78. 8. ?

108) Honorius L. 4. ep. 178 — bep. 375. ?

109) Ducange 11. 155. ?

110) Sabellico 8. 169 Doutreman V. 5. — Fleury his. eccles. 78. 8. 13. 14 — Lebeau XVII 309. — Ducange 11. 155 156.?

111) Honor. 1. 11. Ep. 884 — Chron. Rich. de S. Germ. ann 1218. ?

112) Ακροπολίτ. Χρ. Συγγραφ. 18. ?

113) Lebeau XVII 312.?

114) Honor L. 11. p. 1002-111 p.237, 416. ?

115) Ducange 11. 184.?

116) Ducange 11, 107.?

117) Sabell. dec f. VIII — Chron. Danduli apud Spond. 1216 N12.?

118) Fleury, hist. eccles. 75 50 — Lebeau XVII 317. ?

119) Ακροπολίτ. Χ. Συγγ. 13.?

120) Νικηφ. Γρηγορ. Ιστορ. ????

121) Ακροπολ. 22. Νικ. Γρηγορ. 11. 2. 25. ?

122) Honor I. VII. p. 147, 148, 149 I. IX. p. 83?

123) Honor 1. VI. ep. 447 1. VII p. 14 15. 140 I. VI p. 280.?

124) Ακροπολ. 22 Γρηγορ. 11. 2. 27. ?

125) Γρηγορ. 1. 2. 13.?

126) Ακροπολ. 28 — Γρηγορ. 11 2. 25. — Lebeau XVII 332.?

127) Ακροπολ. — Γρηγορ. ως 11, 2. 25 ?

128) Ακροπολ. 40.?

129) Ακροπολ. 40.?

130) Ακροπολ. 40.?

131) Honor. I. VIII epis. 83. 84. 85. 288. ?

132) Fleury his. eccles. I. 79 art. 23 — I. 50 art. 10.?

133) Sanut. I 2 port. 4. C. — Doutrem. 5. 5. ?

134) Sanut. 1.2. par. 4 C. 28. — Danduli Chron. 180 — Ducange 11. 3. 201.?

135) Doutreman 1. 5. C. 5. Ducange 111 15. ?

136) Lebeau XVII 371. ?

137) Cibon hist. de la decadance T. ? ?

138) Ακροπολ. Χρον. Συγγ. 60?

139) Gregor. IX ep. ?V. III p. 46.51. ?

140) Ακροπολ. Χρον. Συγ. 46.?

141) Ακροπολ. Χρον. Συγγ. 47. — Gregor. IX. I. VI. epist. 3.?

142) Gregor. IV. I. V. ep. 73. 75. ?

143) Περί της οικογενείας Γαβαλλά ιδέ τη εν τόμ. ΙΒ’ Ιουνίου 1861 της Ν. Πανδώρας πολύτιμον διατριβήν του Κ. Παύλου Λάμπρου.?

144) Ακροπολ. Συγ. 30.?

145) Sabelicus l. q. 113 — Danduli Chron. 88. Bizar, de Bello Veneto 1. 3.?

146) Foglieta Hist. gen. I 3. 169. ?

147) Ακροπολ. Χρ. συγγρ. 31 — Gregor. IX. ? IX. ep. 313 — Rayhald. 47. 53.?

148) Ακροπολ. Χρ. Συγ. 33.?

149) Philip. Mouskes apud. Ducang 111, 220 — Andr. Danduli Obron 162 — Sabel. Decaet I. IX. p. ?

150) Lebeau. XVII. 365.?

151) Ducange III. 224.?

152) Ph. Mouskes Alber. 1236 ap. Ducang. ?

153) Gregor. IX. I. Χ. Lp. 95, 282. 293, 294. ?

154) Ducang. ΙΙΙ 232??

155) Fleury, hist. Eccles. St. art. p. — Daru his. de Ven. I. 265?

156) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 34.?

157) Gregor. IX.I.II ep. 96. 97. 110. 112 114. ?

157α) ) Πολιορκητική μηχανή?

158) Ακροπολ. Χρ. Συγγ. 36?

159) Ακροπολ. Χρ. Συγγρ. 38. 27.?

160) Gregor. XI I. XI ep. 408. 409. XII. ep. 351. ΧIIΙ.ep. 317.?

161) Gregor. IX. 1. ep. 350. ΧΙΙ ep. 10. 310. ?

162) Gregor. Ι XII. ep. 211, 417. ?

163) Fleury, hist. eccles. 81 art. 27 — Ducange IV 260.?

164) Gregor. ?XII ep. 168, 370, 390. ?

165) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37 — Lebeau. XVII 359.?

166) Ducange IV. 19. ?

167) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37.?

168) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37.?

169) Philipp. Mouskes ep. — Ducan. IV. 373. ?

170) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 39. — Γρηγορά 11.7. ?

171) Innοc IV. I. Ι. p. 635.?

172) Ducange IV. 23. 24.?

173) Ακροπολίτ. Χρ. Συγγρ. 90?

174) Lebeau XVII. 409.?

175) Γεωργ. Ακροπολ. 41.?

176) Νικηφ. Γρηγορ. 11. 6.?

177) Acta Conc. Lugd — Fleury, hist. eccles. I. 82 art. 23 et suir.?

178) Νικηφ. Γρηγορ. 11. 7. — Ακροπολ. 2. 7. — Παχυμέρ. V. 6.?

179) Ακροπολ. 43.?

180) Ακροπολ. 44.?

181) Ακροπολ. 4.?

182) Ακροπολ. 45?

183) Ακροπολ. 47.?

184) Lebeau XVII. 432.?

185) Innoc. IV. I. ep. 38 — Wading. 1247 n. 8. 9. 10. — 1249 n. 4.5. — 1250. 1. 2. — Fleury hist. eccles. I. 33 art. 13.?

186) Ακροπολ. 48.?

187) Alex. IV. I. XI ep. 29· 162 Ι. XII. ep. 12. ?

188) Ακροπολ. 49. — Γρηγο. 2 8. — Παχυρερ. 1. 7. 12. — Καντακουζ. 1. 17 — Φραντζής 1. 1 2.?

189) Ακροπολ. 49 — Γρηγορ. 11. 3. ?

190) Ακροπολ. χρον. Συγγρ. 50?

191) Ακροπολ. χρον. Συγγρ. 51.?

192) Alex. IV. Ι. 1, ep. 325.?

193) Innoc. IV I. XII ep. 4.?

194) Γρηγορ. 11. 8 — Ακροπολ. 52. ?

195) Γρηγορ. III, Ι. — Ακροπολ. 53. — Παχυμέρ. 1. 13.?

196) Ακροπολ. 55.?

197) Ακροπολ. 55.?

198) Ακροπολ. 54 — 61 — Γρηγορ. 8. 1. ?

199) Ακροπολ. 62 — 73 — Γρηγορ. 9.2. και συν. ?

200) Παχυμέρ. 1.1 14. 23 — Φραντζής 1 3. ?

201) Παχυμέρ. 1. 18. 19. — Φραντζ. 1. 3. ?

202) Παχυμ. 2. 1 — 5.?

203) Ακροπολ. 38 Αlex. IV. I. II. ep. 315 — Wading. 1257 n 16.?

204) Ακροπ. 78. — Παχυμ.2. 10.?

205) Ακροπολ 79. — Παχυμ. 1. 30, 31 — Φραντζ. 1. 2. ?

206) Ότι οι Φράγκοι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως έκοψαν νομίσματα, υπάρχει εκτός πάσης αμφιβολίας άτε και υπ’ αυτού του Νικήτα Χωνιάτου μαρτυρούμενον «Επεί δε χρημάτων και ούτως εσπάνιζον, λέγει ο συγγραφεύς ούτος, . . . . τοις χαλκοίς εποφθαλμίζουσιν ανδριάσι και παραδιδόασι τούτους πυρί. Ήτε ουν εν τη Κωνσταντινείω αγορά ισταμένη πολύχαλκος Ήρα κέκοπται εις στατήρας και χωνία παραδέδοται.» Και αλλαχού «Αλλ’ ουδέ των εν τω ιππικώ ισταμένων αγαλμάτων και αλλοίων θαυμαστών έργων την καταστροφήν παρήκαν, οι του καλού ανέραστοι ούτοι βάρβαροι, αλλά και ταύτα κεκόφασιν εις νόμισμα.» Και κατωτέρω «Στατήρων δε βραχέων και τούτων χαλκών, τα παλαιά σεμνώματα του γένους απέδωκαν και καθήκον αυτά εις το χωνευτήριον.» Εν τούτοις νομίσματα τοιαύτα των φράγκων δεν υπάρχουσι σήμερον γνωστά· και ο μεν Cousinery διά παραλόγων επιχειρημάτων προσπαθεί να δικαιολoγήση, την έλλειψιν ταύτην, ο δε Soucy περιγράφει καθ’ υπόθεσιν απλήν τινά ως των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων.?

207) Sanut. II. 4. 18. — Ducange V. 338. — Lebeau XVII 712.?

208) Παχυμέρ. 2 14 2 — Ακροπολ. 33. ?

209) Παχυμ. ? 21.?

210) Sanuto 2. part. 5. c. 28. — Sabell. I. X. — Villasi VI O2.?

211) Παχυμέρ. 2. 26. 27. — Ακροπολ. 81 85 — Γρηγορ. 4. 2. — Spandugino dell orig. dei Turki 87 — Doutrem 5 7.?

212) Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως στιχ. 565 παρά Buchon recherches historiques 1. 2. p. 359 ?

213) Φραντζ. 1. 8. — Wadding Ang. Fr. Min. — Άλωσις Κωνστ. ??? παρά Buchon.?

214) Buchon recherches sur l’ hist. de la dom. Franc. p. 31.?

215) Tulinedegli ammirabi p. 102 ?

ΤΕΛΟΣ