Αγκάθι στις σχέσεις Ελλάδας-Βουλγαρίας τα ιερά κειμήλεια των μονών Εικοσιφοινίσης και Τιμίου Προδρόμου Σερρών


Πηγή φωτογραφίας: serreslife.gr

του Δημοσθένη Στωίδη, Πρέσβη ε.τ.
Οι σχέσεις της χώρας μας με την όμορη Βουλγαρία εκτιμώνται επισήμως εξαιρετικές, η σταδιακή ανέλιξη των οποίων ακολούθησε ανοδική πορεία κυρίως μετά την προσχώρησή της στην Ε.Ε. το 2007.

Μάλιστα, μέχρι πρότινος ήταν το μόνο κράτος της Βαλκανικής με το οποίο η χώρα μας έχει θεσμοθετήσει Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας (Α.Σ.Σ.). Επίσης η συναφής θέσπιση σχημάτων τριμερούς, τετραμερούς ή πολυμερούς συνεργασίας ενισχύεται με την ενεργό συμμετοχή και της Βουλγαρίας. Σε επίρρωση, σημειώνεται η πρόσφατα διακηρυχθείσα πρόθεση της κυβέρνησης, πολιτικά ορμώμενη, να συνεργασθεί με την Βουλγαρία (εκτός βεβαίως της Κύπρου) και στην αντιμετώπιση του μείζονος προβλήματος του μεταναστευτικού.

Πράγματι η συνειδητή επιλογή της επικέντρωσης της Αθήνας στην σύσφιξη της συνεργασίας με την Σόφια συνεκτίμησε πέραν του στοιχείου της ιδιότητας του εταίρου και συμμάχου, και το γεγονός ότι με την Βουλγαρία απολαμβάνει πλέον ανέφελες πολιτικές σχέσεις συγκριτικά με τις άλλες όμορες χώρες. Ειρήσθω εν παρόδω ότι κατά την συγκεκριμένη περίοδο υπήρχε έντονο ακόμη το ζήτημα του ονοματολογικού, επί του οποίου ως γνωστόν και η Βουλγαρία αντιμετώπιζε αντίστοιχα ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα, από διαφορετική αφετηρία όμως.

Το συνεπές μέλημά μας υπέρ της πολύπλευρης ανάπτυξης των διμερών σχέσεων συνεπάγεται ταυτόχρονα την διαμόρφωση της διμερούς agenda στην οποία συνειδητά και αυτοβούλως δεν περιλαμβάνουμε «σκιές» του ιστορικού παρελθόντος, προκειμένου να εστιάσουμε την ενέργειά μας αφενός στα μείζονα και αφετέρου να αποφύγουμε ζητήματα που θα μπορούσαν να «τρώσουν» την ομαλή πορεία της έμπρακτα θετικής συνεργασίας.

Ως τέτοια εκκρεμότητα του παρελθόντος αναφέρεται ως πλέον ουσιώδης η υπόθεση των ιερών κειμηλίων που… αφαιρέθηκαν (ευγενής διατύπωση) κυρίως από την Μονή της Εικοσιφοινίσης και την Μονή του Τιμίου Προδρόμου στους νομούς Δράμας και Σερρών αντιστοίχως, και μεταφέρθηκαν στην Βουλγαρία.

Η αντιμετώπιση του εν λόγω ζητήματος χρήζει λεπτών, συχνά διακριτικών, και οπωσδήποτε ορθολογικών χειρισμών λόγω α) του διανυθέντος χρόνου από το 1917, β) της δυστοκίας εν προκειμένω της βουλγαρικής στάσης, γ) της ανάγκης συναντίληψης για την σκοπιμότητα επιδίωξης λειτουργικής και αμοιβαία συμφωνημένης λύσης, στο πνεύμα της σύγχρονης προσέγγισης. Συμφωνημένης, διότι είναι προφανές ότι η ανακίνηση ενός όντως ευαίσθητου θέματος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το δίκαιο είναι αποκλειστικά με το μέρος μας, φαίνεται να προσκρούει σε συναισθηματικές φορτίσεις σημαντικής μερίδας πολιτών, ειδικότερα της πανεπιστημιακής και ακαδημαικής κοινότητας της άλλης πλευράς.

Ορθώς ή αδίκως οι Βορειό-ανατολικοί γείτονες ερμηνεύουν τα γεγονότα της εποχής με την δική τους οπτική παρέχοντας εαυτούς την πρόσφορη αιτιολόγηση για την τουλάχιστον αμφιλεγόμενη δράση τους, ιστορικά στοιχειοθετημένη, στα τραυματικά εκείνα συμβάντα. Ενδεικτικά σημειώνεται ότι κατά καιρούς προβάλλουν ισχυρισμούς όπως α) μεταφέρθηκαν στην χώρα τους προκειμένου να τα σώσουν από τους… Οθωμανούς, β) σε επιγραφές/λεζάντες κ.λ.π. η αναγραφόμενη ελληνική γλώσσα δεν σημαίνει ότι το κειμήλιο έχει απαραίτητα ελληνική προέλευση, διότι πάρα πολλοί Βούλγαροι διαλέγονταν στην ευρέως διαδεδομένη ελληνική γλώσσα…

Πάντως παραμένει γεγονός ότι ικανός αριθμός ιερών κειμηλίων ευρίσκεται σε μουσεία, Ιδρύματα στην Σόφια και δεν αποκλείεται και σε άλλες τοποθεσίες. Στο σημείο αυτό εστιάζω τον προβληματισμό ως προς την δυνατότητα , αν μη την ανάγκη, έγκυρης γνώσης για τυχόν ύπαρξη περισσοτέρων ιερών κειμηλίων στην κατοχή τους, τα οποία προφανώς δεν θα εκτίθενται σε κοινή θέα. Από την άλλη πλευρά έχω την αίσθηση ότι η χώρα μας ευρίσκεται σε διαδικασία στοιχειοθέτησης συγκεκριμένης εν προκειμένω θέσης, δεδομένου ότι μέρος της σχετικής βιβλιογραφίας επιτρέπει την διασταλτική ερμηνεία του περιεχομένου των υφισταμένων καταλόγων επί των αφαιρεθέντων ιερών κειμηλίων.

Περαιτέρω, για το υπό κρίση θέμα φαίνεται ότι στην χώρα μας υπάρχουν διαφορετικές θέσεις ως προς τον ενδεικνυόμενο χειρισμό επί της αρχής, αλλά και ως προς την σκοπιμότητα εκδήλωσης του ενδιαφέροντός μας. Σίγουρα οι αρμοδιότεροι ημών γνωρίζουν κάλλιστα τα υπέρ και τα κατά μιας ενδεχόμενης ανάλογης κίνησης.

Η σκέψη του γράφοντος επιδιώκει να αναφερθεί σε ένα ζήτημα, για το οποίο υπάρχει ήδη ενδελεχής και ενδιαφέρουσα αρθρογραφία, που αφορά στην Ιστορία των δύο όμορων χωρών στην προκειμένη περίπτωση. Στο κάτω -κάτω για το υπό κρίση θέμα έχουν διεξαχθεί και τυπικές καθώς και ανεπίσημες συζητήσεις. Ενώ έχει εγερθεί με παρρησία και από πολιτειακούς, πολιτικούς παράγοντες και θρησκευτικούς ηγέτες. Νομίζω λοιπόν ότι δεν θα πρέπει να υπάρχουν ταμπού ζητήματα που να μην τίθενται εφόσον εντάσσονται στο πλαίσιο, όπως διακηρύττεται, ειλικρινών και εποικοδομητικών διμερών σχέσεων. Ουσιαστική προυπόθεση βέβαια είναι η κατάλληλη, σοβαρή, εμπεριστατωμένη, ενδεχομένως και τολμηρή προσέγγιση στην προοπτική προετοιμασίας από την δική μας πλευρά.

3 Οκτωβρίου 2019

http://www.anixneuseis.gr/

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια