Ἡ καταστροφή τῆς Κάσου.Τό Ὁλοκαύτωμα (7 Ἰουν.1824)

Τήν νύκτα τής 6ης Ιουνίου 1824, αποσπάστηκαν από τήν κύρια δύναμη τού εχθρικού στόλου, 25 βάρκες υπό τόν χιλίαρχο Μουσά, οι οποίες κατευθύνθηκαν χωρίς νά γίνουν αντιληπτές πρός τή θέση Αντιπέρατος, νοτίως τής Αγίας Μαρίνας.
Οδηγό τους είχαν έναν Κασιώτη προδότη, ονόματι Ζαχαριά. Οι μωαμεθανοί στρατιώτες σκότωσαν τούς έξι αμέριμνους φρουρούς καί κατευθύνθηκαν στίς πλάτες τών Ελλήνων, οι οποίοι είχαν τήν προσοχή τους στήν κύρια δύναμη τού στόλου πού βομβάρδιζε ανηλεώς ώστε νά τούς αποσπάσει τήν προσοχή από τήν ομάδα πού επιχείρησε τήν απόβαση.

Τό ξημέρωμα τής 7ης Ιουνίου 1824 βρήκε τούς Κασιώτες τρομοκρατημένους. Έβλεπαν πίσω τους τά τούρκικα μπαϊράκια καί τά τέσσερα χωριά τους πατημένα από τό πόδι τών Αγαρηνών. Η μάχη είχε πλέον χαθεί καί όλοι οι Κασιώτες διέλυσαν τίς γραμμές γιά νά τρέξουν νά σώσουν τίς οικογένειές τους. Οι μουσουλμάνοι άρχισαν τό σύνηθες έργο τής σφαγής, τής λεηλασίας, τών βιασμών καί τών βασανιστηρίων. Τά κεφάλια πήγαιναν μέ τή σωρό στόν Χουσεΐν μπέη γιά νά στήσει τήν πυραμίδα του καί νά ανταμείψει μέ γρόσια τούς «γενναίους» πολεμιστές τού Αλλάχ.

Ένας από τούς πλοιάρχους τής Κάσου, ο Μάρκος Μαλλιαράκης, πού ξεχώριζε γιά τήν ανδρεία του, δικαίωσε μετά από λίγο τή φήμη του. Μέσα στή γενική απελπισία, μάζεψε μερικούς συντρόφους του καί πολέμησε μέχρι τέλους τούς εισβολείς. Λέγεται ότι σκότωσε μόνος του περισσότερους από τριάντα τούρκους. Τελικά όμως πιάστηκε αιχμάλωτος καί οδηγήθηκε στόν Χουσεΐν μπέη. Ούτε εκεί λύγισε καί αφού έσπασε τά δεσμά του, άρπαξε τό μαχαίρι από τή ζώνη ενός Οθωμανού, σκότωσε άλλους δύο γιά νά βρεί ηρωϊκό θάνατο κατατρυπημένος από τά κτυπήματα τών μαχαιριών τών υπόλοιπων τούρκων.

Ο Μάρκος Μαλλιαράκης, γνωστός καί σάν Διακομάρκος, ήταν από τούς πρώτους καραβοκύρηδες πού εξόπλισε τό μπριγαντίνι του «Λεωνίδας», γιά νά σηκώσει τό λάβαρο τής επανάστασης στήν Κάσο τόν Απρίλιο τού 1821. Τόν Ιούνιο τού 1821, είχε βοηθήσει μέ δικά του εφόδια καί έξοδα τούς Κρητικούς, ενώ στίς 28 Ιουλίου είχε ενωθεί μέ τόν Ελληνικό στόλο καί είχε επιτεθεί στόν εχθρό πού έπλεε κοντά στήν Κώ. Τό 1823 διορίστηκε έπαρχος καί οργάνωσε αποτελεσματικά τή διοίκηση καί τήν άμυνα τού νησιού. Αντιπροσώπευσε τήν Κάσο στή Β’ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους Κυνουρίας, τό 1823.

Ύστερα από τίς σφαγές, η Κάσος τών 7000 κατοίκων ερήμωσε. Τό νησί γέμισε από τά κουφάρια τών ανθρώπων πού κάποτε τό κατοικούσαν καί τού έδιναν ζωή. Οι όμορφες γυναίκες μέ τά παιδιά τους γλύτωσαν τή ζωή τους, αφού οι Τουρκοαιγύπτιοι τίς μετέφεραν γιά νά τίς πουλήσουν στά σκλαβοπάζαρα τής Αλεξάνδρειας. Ο Γιβραλτάρ, όμως πού ήθελε πληρώματα γιά τά πλοία του, υποσχέθηκε στούς επιζήσαντες άνδρες ότι θά τούς ελευθέρωνε τίς οικογένειες εάν αυτοί επάνδρωναν τά πλοία του. Δυστυχώς, πολλοί ήταν εκείνοι πού τόν πίστεψαν καί μπήκαν στήν υπηρεσία τού Αιγύπτιου ναυάρχου, χωρίς φυσικά νά δούν ποτέ τά αγαπημένα τους πρόσωπα, πού ήδη είχαν πουληθεί καί διασκορπιστεί στίς εσχατιές τών μουσουλμανικών χωρών.

Ο Γιβραλτάρ, όταν μετά από λίγο καιρό συνάντησε τό Γάλλο ναύαρχο Δεριγνύ, τού είπε κομπάζοντας: «Η Κάσος σβήστηκε από τό χάρτη. Δέν αφήσαμε ούτε ρουθούνι ζωντανό…» Ο Γάλλος, προφανώς εκνευρισμένος μέ τήν αλλαζονεία τού μουσουλμάνου, τού απάντησε: «Αγαπητέ μου, δέν έκανες τίποτα σπουδαίο. Οι Έλληνες θά επανέλθουν καί θά αναγεννηθούν από τίς στάχτες τους, όπως ο μυθικός Φοίνιξ τής Ελληνικής μυθολογίας.»

www.averoph.wordpress.com

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια