Συνθήκη της Λωζάνης: Το παρασκήνιο για την υπογραφή της και ο φόβος του Βενιζέλου


Στις 10 Ιουνίου 1923 ο πολύπειρος Κρητικός πολιτικός μάθαινε μέσω τηλεγραφήματος ότι μόλις είχε γίνει για πρώτη φορά παππούς. Το στοργικό γράμμα προς τον γιο και τη νύφη του και η επιθυμία του να γίνει ανάδοχος του βρέφους. Οι πολύμηνες συζητήσεις με την τουρκική αντιπροσωπεία και η επίπονη συμφωνία της ανταλλαγής των πληθυσμών

Γιώργος Σαρρής

Ο 59χρονος Ελευθέριος Βενιζέλος είναι βυθισμένος στις σκέψεις του αυτή την ηλιόλουστη Κυριακή της 10ης Ιουνίου 1923. Εδώ και μήνες έχει καταλύσει στην ελβετική πόλη της Λωζάνης, διαπραγματευόμενος σκληρά τα άρθρα της συνθήκης ειρήνης που θα αφορούσαν το μέλλον της χώρας μας μετά την πρόσφατη δεινή ήττα του Ελληνικού Στρατού στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ενώ συνάμα θα έθεταν τα όρια της σύγχρονης Τουρκίας. Είναι προβληματισμένος καθώς σκέφτεται με ποιον τρόπο τελικά θα τον υποδεχθεί ο λαός όταν επιστρέψει με το καλό στην Αθήνα. Ως «σωτήρα» ή ως «προδότη»; Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι ο ίδιος δεν κάθεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ως πρωθυπουργός της χώρας, αλλά ως επικεφαλής της ελληνικής διπλωματικής αποστολής.

Στην Ελλάδα οι εξελίξεις μετά την Καταστροφή της Σμύρνης από τους Νεότουρκους τον Σεπτέμβριο του 1922 ήταν ραγδαίες. Οι περισσότεροι αξιωματικοί που κατάφεραν να γλιτώσουν πέρασαν από τα τουρκικά παράλια στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και υπό την ηγεσία των συνταγματαρχών Νικόλαου Πλαστήρα και Στυλιανού Γονατά απαίτησαν την παραίτηση της κυβέρνησης και την αποχώρηση του βασιλιά Κωνσταντίνου Α’.

Πράγματι οι επαναστάτες το πετυχαίνουν. Η κυβέρνηση φυλακίζεται με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, το στέμμα μεταβιβάζεται στον διάδοχο Γεώργιο Β’ και οι επαναστάτες καλούν από το Παρίσι τον Βενιζέλο να αναλάβει την αντιπροσώπευση της Ελλάδας στις εξωτερικές σχέσεις. Εκείνος δέχεται και κάπως έτσι βρίσκεται τώρα στη Λωζάνη, σκεπτόμενος εάν οι κινήσεις του στη διπλωματική σκακιέρα είναι οι σωστές.
Το τηλεγράφημα

Τον ειρμό των σκέψεών του θα διακόψει ένα επείγον τηλεγράφημα που μόλις παίρνει στα χέρια. Τα όσα διαβάζει στο ολιγόλογο κείμενο θα τον κάνουν επιτέλους να χαμογελάσει πλατιά, ξεχνώντας μεμιάς τις εντάσεις που ζει καθημερινά όλον αυτόν τον καιρό: Μόλις γεννήθηκε στο Παρίσι το πρώτο του εγγόνι, η Δέσποινα, από τον γάμο του γιου του, Σοφοκλή, με την Κάθλην Ζερβουδάκη.

Συγκινημένος αρπάζει την πένα και ξεκινά να γράφει τη δική του απάντηση. «Αγαπητά μου παιδιά, δεν μπορώ να σας πω με ποίαν έκρηξιν χαράς εδέχθην το τηλεγράφημα που μου ανήγγειλε τον ευτυχή τοκετόν. Ελπίζω ότι όλα πηγαίνουν πάντοντε καλά και ότι μήτηρ και τέκνον έχουν άριστα. Είναι καλός οιωνός ότι το πρώτο παιδί είναι κορίτσι. Διά την Κάθλην μάλιστα περισσότερον παρά δι’ όλους τους άλλους. Να μη φαντάζεται δε ουδέ προς στιγμήν ότι θα έχαιρα περισσότερον αν ήτο αγόρι. Ούτε μια τρίχα παραπάνω! Ανυπομόνως περιμένω γράμμα του Σοφοκλή να μάθω περισσοτέρας λεπτομερείας. Σας φιλώ γλυκύτατα καθώς και την εγγονήν, ο πατήρ σας Ελευθέριος».

H βάπτιση θα τελεστεί τέσσερις εβδομάδες αργότερα (την Κυριακή 8 Ιουλίου 1923), στη γαλλική πρωτεύουσα, καθώς ο γιος του έχει τοποθετηθεί από το 1922 στρατιωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία του Παρισιού.

Ο πολύπειρος Κρητικός πολιτικός ζητά με λαχτάρα να γίνει ανάδοχος της εγγονής του. Επειδή όμως μετέχει ταυτόχρονα στην πιο κρίσιμη φάση των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της Συνθήκη της Λωζάνης, αναγκαστικά θα «πεταχτεί» την τελευταία στιγμή στην Πόλη του Φωτός, οπότε στις 2 Ιουλίου γράφει γράμμα στον γιο του ζητώντας να πάει να αγοράσει εκείνος τα βαφτιστικά εξ ονόματός του.

Οπως θα του αναφέρει χαρακτηριστι- κά «[…] Επειδή δεν θα έλθω εις Παρισίους παρά το εσπέρας του Σαββάτου, παρακαλώ να φροντίσης να μου αγοράσης ό,τι χρειάζεται διά την βάπτισιν, τα καλλίτερα που εμπορείς να εύρης. Η κυρία Ζερβουδάκη (σ.σ.: η νύφη του) θα έχη την καλωσύνην να σε βοηθήση εις την εκλογήν. Επί τη ευκαιρία της βαπτίσεως θέλω να κάμω εις την εγγονήν μου ένα μικρό δώρον 25 χιλ. φράγκων, τα οποία έως ότου μεγαλώση ελπίζομεν ότι θα αντιπροσωπεύουν υγιές νόμισμα. Ερώτησε πώς εμπορούμεν να τα τοποθετήσωμεν καλλίτερα. Ίσως εις ράνταν ή άλλα χρεώγραφα του Γαλλικού κράτους. Σε καταφιλώ μετά της Κάθλην και της εγγονής, Ελευθέριος».


Ισμέτ Ινονού (wikipedia)

Υπογραφές

Αναμφισβήτητα αυτές ήταν οι πιο ανθρώπινες στιγμές που έζησε ο μεγάλος πολιτικός κατά τη διάρκεια των πολύμηνων διαπραγματεύσεων για την οριστική σύνταξη της Συνθήκης της Λωζάνης, που θα υπογραφεί τελικά το μεσημέρι της 24ης Ιουλίου 1923 στη μεγάλη αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου της πόλης. Από τότε μέχρι και σήμερα βρίσκεται αδιαλείπτως σε ισχύ, με αποτέλεσμα κάθε φορά που προκύπτει μια ελληνοτουρκική κρίση να επικαλούνται τα άρθρα της τόσο ο πρωθυπουργός της χώρας μας όσο και ο πρόεδρος της γείτονος. Τι προέβλεπε όμως το νομικό κείμενο που υπέγραψαν οι συμβαλλόμενες πλευρές;

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να κάνουμε κάποιες απαραίτητες διευκρινίσεις. Η Συνθήκη της Λωζάνης δεν υπεγράφη μονάχα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όπως μπορεί να πιστεύουν πολλοί. Συμβαλλόμενοι ήταν από τη μια πλευρά η νεότευκτη κυβέρνηση της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας (που έρχεται να αντικαταστήσει την παραπαίουσα εδώ και δεκαετίες Οθωμανική Αυτοκρατορία) και από την άλλη επτά χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας· οι υπόλοιπες ήταν η Βρετανική Αυτοκρατορία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία, η Ρουμανία και το τότε Σερβο-κροατικό-σλοβενικό κράτος. «Φιλική» συμμετοχή είχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Σοβιετική Ενωση και η Βουλγαρία. Επίσης, η Συνθήκη απαρτίζεται από το βασικό κείμενο συν άλλες 17 εξίσου σημαντικές συμβάσεις, πρωτόκολλα και δηλώσεις, κάποιες εκ των οποίων οριστικοποιήθηκαν πολύ πριν από το καλοκαίρι.

Οι εργασίες της συνδιάσκεψης ξεκίνησαν στις 7 Νοεμβρίου 1922, με τα εμπλεκόμενα μέρη να δίνουν ραντεβού στην αίθουσα του… καζίνο της Λωζάνης. Το κλίμα για τους Ελληνες ήταν βαρύ, σχεδόν πένθιμο. Οταν ο Βενιζέλος μπήκε στην αίθουσα, αναφέρει ο νομικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας Μιχαήλ Θεοτοκάς, «όλοι οι παριστάμενοι ησθάνθησαν ρίγη θαυμασμού διά το παρελθόν του, συμπαθείας ή οίκτου διά το παρόν».

Οι εκπρόσωποι της χώρας μας κάθισαν στην αριστερή πλευρά του μεγάλου πράσινου τραπεζιού ανάμεσα στη ρουμανική και τη σερβική αποστολή. Απέναντι βρισκόταν ο 39χρονος Τούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Πασάς (μετέπειτα Ινονού) με τους συνεργάτες του. Ως νικητής του Μικρασιατικού Πολέμου συμπεριφερόταν αλαζονικά, λησμονώντας ότι η χώρα του είχε ηττηθεί όμως στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο του 1914-1918. Για τους Τούρκους η Ιστορία άρχιζε το 1919, με την απόβαση των Ελλήνων στη Σμύρνη και τον αγώνα του έθνους του για ανεξαρτησία.


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη της Λωζάνης το μεσημέρι της 24ης Ιουλίου 1923

Στις 30 Ιανουαρίου 1923 θα υπογραφούν οι δύο πρώτες συμβάσεις της Λωζάνης. Η μία αφορούσε την ανταλλαγή αιχμαλώτων πολέμου και πολιτών που ήταν όμηροι (κάτι που σαφώς μας ευνοούσε, καθώς είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι πολύ περισσότεροι Ελληνες) και η δεύτερη την ανταλλαγή των εκατέρωθεν μειονοτικών πληθυσμών. Στο άρθρο 1 της Συμβάσεως αναφερόταν ότι από την 1η Μαΐου 1923 θα διενεργούνταν «υποχρεωτική ανταλλαγή» των Τούρκων υπηκόων ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος που ήταν εγκατεστημένοι στα τουρκικά εδάφη με τους Ελληνες υπηκόους μουσουλμανικού θρησκεύματος που βρίσκονταν σε ελληνικά εδάφη.
Θρησκευτικά κριτήρια

Με άλλα λόγια, η ανταλλαγή βασίστηκε αμιγώς σε θρησκευτικά και όχι φυλετικά κριτήρια. Από το επίμαχο άρθρο εξαιρέθηκαν ρητώς: (α) οι Ελληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως και (β) οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης. Τελικά στην ανταλλαγή περιελήφθησαν 190.000 Ελληνες έναντι 355.000 Τούρκων.

Φαινομενικά ευνοούνταν οι Ελληνες, αλλά στους αριθμούς αυτούς δεν συμπεριλαμβάνονται οι εκατοντάδες χιλιάδες ομοεθνείς μας που είχαν εγκαταλείψει τη γειτονική χώρα για να αποφύγουν τις σφαγές. Πριν αρχίσει η ανταλλαγή των πληθυσμών, την άνοιξη του 1923, στην Ελλάδα κατοικούσαν ήδη 862.000 πρόσφυγες, εκ των οποίων οι 700.000 ήταν Μικρασιάτες και οι υπόλοιποι είχαν έρθει από την Ανατολική Θράκη.



Παράλληλα με τη Συνθήκη της Λωζάνης η Τουρκία ανακτούσε, μεταξύ άλλων, την Ανατολική Θράκη, την Ιμβρο και την Τένεδο, ενώ παραχωρούσε τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία.

Η Ελλάδα υποχρεούνταν να καλύψει τις πολεμικές επανορθώσεις, αλλά ελλείψει χρημάτων αυτό έγινε με επέκταση των τουρκικών εδαφών της Ανατολικής Θράκης πέρα από τα όρια της συμφωνίας, ενώ παραχωρούσε στη γειτονική χώρα την Ιμβρο και την Τένεδο.

Τέλος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ετέθη υπό ειδικό διεθνές νομικό καθεστώς. Ο Ινονού ζητούσε να απομακρυνθεί, ενώ το αίτημα απορρίφθηκε κάθετα από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τους εκπροσώπους των Μεγάλων Δυνάμεων.

ethnos.gr

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια